Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

Διαμάχη Πολυλά-Ζαμπέλιου

 Αναδημοσίευση από: https://www.mnimes.org/archives/diamachi-polila-zampeliou

Δρ. Πιπίνα Δ. Έλλη

(Σεπτέμβριος, 1997, Σύδνεϋ)

Εισαγωγή

polylas-zampelios

Η σοβαρή μελέτη του έργου του Διονύσιου Σολωμού εγκαινιάζεται τον Ιανουάριο του 1853 από τον Κυθήριο νομικό-λογοτέχνη και κριτικό,  Εμμανουήλ Στάη[1], με την κριτική του για το έργο  του Σολωμού, Ο Λάμπρος[2]. Ο Στάης στην κριτική του, αναφέρεται στην επίδραση «του πρώτου εθνικού ποιήματος», όπως αποκαλεί τον Ύμνο εις την Ελευθερία, του Σολωμού και την αντίδραση ανθρώπων «μ’ ενάντιαις ιδέαις, (και πολλοί μ’ ενάντια συμφέροντα…)…» όπως καταθέτει αμέσως πιο κάτω από την παράγραφο που ακολουθεί:

«Ο ποιητής τότε εξέδωκε το πρώτο εθνικό ποίημα· και η φωνή του αντήχησε ολούθενε, σαν τα έργα που είχ’ εξυμνήσει· αλλ’, αγκαλά και τέτοια, αυτή η φωνή δεν εγέννησε την αρμονία που έπρεπε να γεννήση.»[3]

Το 1859 ο Ιάκωβος Πολυλάς[4],  προλόγησε[5]  και εξέδωσε από τα έργα του Σολωμού, όλα όσα του παραχωρήθηκαν από τον αδερφό του, ποιητή Δημήτριο[6]. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά, ο Ι. Πολυλάς είναι “ο μεγάλος τεχνίτης του λόγου και του στίχου”[7] και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της νεοελληνικής κριτικής. Θεωρεί μάλιστα την έκδοση του Δ. Σολωμού που επιμελήθηκε και προλόγησε ετούτος, ως “μνημείο κριτικής”[8]. Ο Νικόλας Τωμαδάκης, χαρακτηρίζει τα Προλεγόμενα του Πολυλά, ως “ανυπέρβλητα”[9], ενώ ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος[10]  επίσης Ζακύνθιος, στην κριτική του εργασία το 1859, Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ[11], αντιτίθεται στη θέση του Πολυλά έναντι του Σολωμού και του έργου του και επικρίνει την έκδοσή του. Το 1860, ο Πολυλάς απαντώντας στο παραπάνω κείμενο του Ζαμπέλιου, εκδίδει το κείμενο, Πόθεν η μυστικοφοβία του Κ. Σ. Ζαμπελίου, με κριτική ικανότητα και συμπληρώνει τις σκέψεις που ήδη περιέχονται στα Προλεγόμενά του.

Η κριτική συζήτηση Ζαμπελίου-Πολυλά κατά τη διάρκεια της περιόδου 1859-1860, αποκαλύπτει αφενός μεν το είδος σύνδεσης Σολωμού-Πολυλά, αφετέρου δε, αίρει τα περί της ελληνικότητας του ποιητή, όπως ετούτη τίθεται από τον Ζαμπέλιο[12]. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις τίθενται προς συζήτηση καθώς αμφισβητούνται. Το σκέλος της συζήτησης των δύο κριτικών περί της μεταφυσικής φιλοσοφίας του Σολωμού, δίνει αναμφισβήτητα μία άλλη διάσταση στη μελέτη του Σολωμικού έργου. Η δυική μάλιστα άποψη Ζαμπέλιου – Πολυλά στο θέμα της γλώσσας, όπως αυτή χρησιμοποιείται  από τον Δ. Σολωμό, ως όργανο έκφρασης στην ποίησή του, υπήρξε σημαντική για την πορεία της ελληνικής γλώσσας.

Διάλογος Ζαμπέλιου – Πολυλά

Η κατανόηση των θέσεων των δύο κριτικών έναντι της ποίησης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, απλοποιεί επίσης την κατανόηση των θέσεων τους έναντι του Σολωμού και του έργου του, εντός του ρομαντικού πλαισίου το οποίο βρίσκεται, σε αμεσότητα με το αισθητικό και ιστορικό πλαίσιο του χώρου στον οποίο δραστηριοποιείται.

Στην κριτική του, Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ, ο Ζαμπέλιος χαρακτηρίζει τον Δ. Σολωμό ως έναν από τους δύο κορυφαίους λυρικούς ποιητές του 19ου αιώνα εντός του ελληνικού χώρου. Ο άλλος κορυφαίος λυρικός ποιητής είναι ο Φώσκολος, επίσης από τη Ζάκυνθο.  Παρά ταύτα χαρακτηρίζει τον Σολωμό[13], αδιάφορο έναντι της εθνικής φιλολογίας.

Ο Ζαμπέλιος διακρίνει “τρεις όψεις” στην ποίηση του Σολωμού τις οποίες  επιχειρεί να αναλύσει στο δοκίμιό του, προβάλλοντας διάφορα επιχειρήματα. Καταλήγει σε συμπεράσματα που επικρίνουν τον ποιητή και τον εκδότη – κριτικό του, Πολυλά. Ο τελευταίος ανταπαντά στο δοκίμιο του Ζαμπέλιου, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την εξαίρετη κριτική του εργασία: Πόθεν η μυστικοφοβεία του Κ. Σ. Ζαμπελίου.

 

Α’ Όψις:

“Το ελεγείον”: Ο Ζαμπέλιος υποστηρίζει την άποψη ότι ο Σολωμός επιδίδεται κυρίως στην ελεγειογραφία.  Ισχυρίζεται ότι με τα ελεγεία του, τα γνωστά σε κάθε ελληνική γωνιά, “… εκέρδησε τάχιστα του Πανελληνίου την φιλοφροσύνην”[14]. Τα ελεγεία που αναφέρονται στο πένθος των γυναικών, τον θάνατο κορασίδων ή παίδων, ή σε ηθικές οδύνες, αντιτίθενται προς την εποποιία που ασχολείται με τα πάθη των αντρών ή το δράμα που παρουσιάζει το θέατρο στηριζόμενο στα αρχέτυπα της Αντιγόνης, της Ιφιγένειας ή της Πολυξένης. Θεωρεί ότι η “κοινωνική παθολογία” παρουσιάζεται άρτια με την εποποιία και με το δράμα, εφόσον ετούτα συμπεριλαμβάνουν ως ήρωες και τα δύο φύλα.  Σύμφωνα λοιπόν με το παραπάνω συμπέρασμά του ο Ζαμπέλιος δηλώνει τη θέση του έναντι του Σολωμού, ότι δηλαδή ετούτος, “ούτε κλασσικός είναι ούτε ρωμαντικός”, απεναντίας είναι  “απρομελέτητος και τυχαίος”[15].

Απάντηση Πολυλά: Ο Πολυλάς, στον χαρακτηρισμό του Σολωμού ως απαθούς προς την εθνική φιλολογία, προτάσσει την αντίθεσή του υποστηρίζοντας την άποψη ότι “ξένος ήταν ο Σολωμός για την φιλολογική κατάσταση του τόπου και ξένος έπρεπε να μείνει”[16].  Ως προς δε τον χαρακτηρισμό του ποιητή ως “ελεγειοποιού”, θεωρεί ότι έργο του, όπως η Φαρμακωμένη είναι “ειδύλλιο” και όχι  “θηλυπρεπής στεναγμός ελεγείου”, όπως υποστήριζει ο Ζαμπέλιος. Ο Πολυλάς αναλύοντας το ποίημα ετούτο, θεωρεί ότι ο Σολωμός παρουσιάζει την ταπεινή ψυχή γυναίκας, η οποία με την μετάνοιά της και κατόπιν με την αυτοκτονία της, εξυψώνεται. Σε ετούτη τη θέση του ποιητή, αναλογεί “ο τολμηρότατος λυρισμός και το καθαρώτατον ύφος”, υποστηρίζει.  Για το ποίημα της Τρελλής μάνας υποστηρίζει (ο Πολυλάς),  ότι εκφράζει το δεινότερο πάθος.  Όσον αφορά τα ενωρίτερα έργα του ποιητή όπως ο Ύμνος εις την ελευθερίαν αλλά και κάποια από τα μεταγενέστερά του, όπως Η φαρμακωμένη ή Η ωδή της Μοναχής, δεν αποδεικνύουν ότι ο ποιητής είναι ελεγειακός, παρά, ότι η ποίησής του δεν ήταν “προωρισμένη να κρούει το μονόχορδο της Ελεγείας αλλά να διατρέξει όλη την κλίμακα της ποιητικής αρμονίας”[17], καταθέτει υπερασπιζόμενος τον Σολωμό.

Η άποψη Ζαμπέλιου για τη γλώσσα του Δ. Σολωμού: Το επιχείρημα του Ζαμπέλιου ότι ο Σολωμός δεν είναι ρομαντικός ποιητής επειδή χρησιμοποιεί τη δημοτική, έρχεται σε αντίθεση με την άποψη του Πολυλά. Ο Ζαμπέλιος θεωρεί, ότι μολονότι ο ποιητής εκπαιδεύτηκε στην Ιταλία, ότι τα έργα του δεν περιέχουν στοιχεία του ιταλικού πνεύματος της εποχής του, τα σχετικά με την ποίηση. Δε δείχνει ότι επηρεάζεται από τον Πετράρχη[18], ο οποίος γράφει μεν στη Δημοτική του τόπου, η οποία όμως είναι η δημοτική μιας “δημοκρατίας αριστοκρατικής”, της πολιτείας των Φλωρεντινών. Αποκαλεί τον ποιητή “κόμην του σήμερον ξεπλυμένου Επτανησιακού αρχοντολογίου” και υποστηρίζει ότι ετούτος είναι “δημοκρατικός” ως προς την ποίηση, όσο κανείς από τους “χυδαίους” και “δυσγενείς”, ενώ είναι Έλληνας από τα τότε κατεχόμενα από τους Ενετούς, Επτάνησα. Επιμένει να τονίζει ότι διαφέρει από τον Πετράρχη και ως προς το εξής: ενώ γελά, επειδή είναι ευδιάθετος, κλαίει ωστόσο όταν οι άλλοι κλαίνε. Επ’ αυτού στηρίζει μάλιστα τη γνώμη ότι η ποίηση του Σολωμού στη νεότητά του, είναι “πιστοτάτη ηχώ” της Ζακυνθιακής κοινωνίας[19], αντίθετα προς τους Ευρωπαίους, που χρησιμοποιούν τη “δημώδη” της αριστοκρατίας του περιβάλλοντός τους[20].

Η άποψη Πολυλά για τη γλώσσα του Δ. Σολωμού: Στο θέμα της γλώσσας ο Πολυλάς υποστηρίζει ότι ενώ ο Σολωμός ήταν οπαδός της Ιταλικής Σχολής ποιητών “όπου η φιλολογική αναμόρφωση είναι ένα λαμπρό ξαναύφασμα της Δαντικής Τέχνης…” ωστόσο την ακολουθούσε “με σεμνότητα ελληνική”.  Γράφει μεν στην ελληνική γλώσσα, δεν  χρησιμοποιεί όμως εκείνη των “Μυρολογίων”[21] ή του “εγχωρίου άσματος” και δε συμφωνεί με τον Ζαμπέλιο ότι η ποίηση του Σολωμού είναι “πιστή, πιστοτάτη της Ζακυνθιακής, ηχώ”, γεγονός που σημαίνει ότι ετούτη είναι γραμμένη σε “Ζακυνθιακό ιδίωμα”. Δηλώνει ακόμη ότι ο Σολωμός  κερδίζει τη φιλική διάθεση του πανελλήνιου κοινού και τη “φιλοφροσύνη”, επειδή χρησιμοποιεί τη γλώσσα του λαού στην ποίησή του και όχι  γιατί γράφει ελεγεία, όπως υποστήριξε ο Ζαμπέλιος[22].  Ότι ο Ζαμπέλιος εξετάζει το είδος της ποίησης του Σολωμού, λαμβάνοντας υπόψη τη χρονολογική σειρά των έργων του, όπως εκείνη δίνεται από τον Πέτρο Κουαρτάνο[23], γεγονός για το οποίο διαμαρτύρεται ο Πολυλάς αποκαλώντάς το “ελεεινό”[24], διότι στις επικρίσεις του Ζαμπέλιου, το νεαρόν της ηλικίας του Σολωμού, συνδέεται με τα “ελεγειακά” του.

Β’ Όψις

Του πνεύματος του Σολωμού (σύμφωνα με τη χρονολογική σειρά που υιοθετεί ο Ζαμπέλιος): “Ο Πινδαρισμός” του Σολωμού: Παρατηρώντας τη στάση του Σολωμού[25] έναντι του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων κατά των Τούρκων, ο Ζαμπέλιος θεωρεί ότι πλησιάζει  το τέλος του “χρυσού” αιώνα για τον ποιητή. Θεωρεί ότι το 1821 που η επανάσταση στην απέναντι από την Ζάκυνθο Πελοπόννησο,  βρίσκεται στο κατακόρυφό της, οι κάτοικοι της νήσου αρκούνται στο να ακροάζονται τις νέες τους, να τραγουδούν τις ελεγείες του Σολωμού. Σύντομα ωστόσο η νήσος αφυπνίζεται και εμπράκτως συμμετέχει στον αγώνα για  την απελευθέρωση από τους Τούρκους, με τις συνεισφορές των κατοίκων της σε όπλα, χρήματα ή ακόμη προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στη Φιλική Εταιρία. Τραγουδούν τους ύμνους του Ρήγα τώρα, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των Άγγλων[26]. Η διάθεση του Ζακυνθιακού λαού, ισχυρίζεται ο Ζαμπέλιος, είναι εκείνη που παροτρύνει την φιλαυτία του Σολωμού που αφήνοντας το τραγούδι ή το ελεγείο του, αναβοά: “Στα χορτάρια, στα λουλούδια / Το ποτήρι δε βαστώ / Φιλελεύθερα τραγούδια / Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ”[27]. Την περίοδο ετούτη, συμπεραίνει ο Ζαμπέλιος, σημειώνεται η “μετάσταση” του Σολωμού από την ελεγειογραφία στον Πινδαρισμό. Σε ετούτη τη δήλωση βρίσκει αντιμέτωπο τον Πολυλά, ο οποίος διαμαρτύρεται έντονα για τις απόψεις του Ζαμπέλιου, υποστηρίζοντας ότι ο Σολωμός με τους αναφερόμενους, παραπάνω, στίχους, γίνεται υμνωδός του “Ελευθερωμένου Έθνους”[28].

Ένα ακόμη φαινόμενο που ενοχλεί τον Ζαμπέλιο, είναι η έμπνευση του Σολωμού, κυρίως γιατί εκφράζεται με γλωσσικό όργανο τη Δημοτική.  Στους δύο Ύμνους του Σολωμού διακρίνει τον πατριωτισμό, τις συνταρακτικές εικόνες, το γρήγορο και αρμονικό μέτρο.  Απουσιάζει ωστόσο –κατά τη γνώμη  του- η “ειδυλλιακή απλότητα”, την οποία θεωρεί απαραίτητη, ως το κατεξοχήν προτέρημα της ποίησης του Σολωμού. Το γεγονός ότι υψώνει την έμπνευσή του σε “Πινδαρικά ύψη”, χρησιμοποιώντας ως γλωσσικό εργαλείο τη Δημοτική γλώσσα, είναι φαινόμενο απαράδεκτο για τον Ζαμπέλιο, ο οποίος θεωρεί τη Δημοτική ως γλώσσα ασυμβίβαστη προς τα υψηλά νοήματα και κυρίως γιατί ετούτα –κατά την άποψή του-  είναι απρόσιτα στους απλούς αναγνώστες της εποχής.   Καθώς η γλώσσα του ποιητή δε συμβιβάζεται με τέτοιου είδους εμπνεύσεις (κατά τον Ζαμπέλιο πάντα),  ο Σολωμός θα έπρεπε να ενημερωθεί αν το κοινό στο οποίο απευθύνεται η ποίησή του, επιδοκιμάζει αυτού του είδους τις ποιητικές προσωποποιήσεις. Θεωρεί επίσης ότι οι εμπνεύσεις του Σολωμού ταιριάζουν στον κλασσικό ποιητή, για τον οποίο πιστεύει ότι δρα στο δικό του πλαίσιο, όταν καταφεύγει στην μορφοποίηση αφηρημένων ιδεών, την εμψύχωση αψύχων, την σύνθεση νοημάτων, χρησιμοποιώντας ως εκ των πραγμάτων την ανάλογη γλώσσα ‘ύψους’ και όχι την Δημοτική[29].  Δεν τον πειράζει που ο Σολωμός χρησιμοποιεί τη Δημοτική στα “ελεγεία” του και ίδιαίτερα το Ζακυνθιακό ιδίωμα, καθώς λέει, είδος το οποίο θα έπρεπε να περιορίζεται σε τραγούδια του τύπου: “Ξανθούλα”, “Αυγούλα” ή και στους “κώμους” των κιθαρωδών  της Ζακύνθου. Τον ενοχλεί πάραυτα το γεγονός ότι χρησιμοποιεί τη Δημοτική, ως γλωσσικό εργαλείο σε Ύμνους  ύψους, όπως είναι τα έργα του ποιητή, Ύμνος εις την Ελευθερίαν και Ύμνος εις τον θάνατον του Λόρδου Βύρωνος. Για να υποστηρίξει ακόμη περισσότερο τις θέσεις του επί του θέματος της γλώσσας, ο Ζαμπέλιος, τονίζει ότι ο “Ύμνος εις την Ελευθερίαν”, μόλις που ηγείται του λοιπού Σολωμικού έργου και ότι οι δύο αυτοί Ύμνοι, μνημονεύονται μόνον την 25η Μαρτίου στον καιρό του. Συμπεραίνει τελικά, ότι ο Σολωμός δεν ανύψωσε τη γλώσσα “εις ελληνικοτέραν περιωπήν”.

Η άποψη του Πολυλά στο θέμα της ανύψωσης της γλώσσας από τον Σολωμό: Ο Πολυλάς θεωρεί ότι η ανύψωση της γλώσσας δεν επιτυγχάνεται με την τροπολογία των καταληκτικών  ή συντακτικών της τύπων, αλλά με την εκλογή και την τεχνική μόρφωση της ύλης, στο ύφος του λόγου[30]. Αναφέρει ότι ο Spencer, ο Shakespeare, ο Δάντης και ο Πετράρχης, γράφουν αριστουργήματα στη Δημοτική γλώσσα, αλλά όχι δημοτικά. Παρόμοια χρησιμοποιεί τη Δημοτική και ο Σολωμός.  Και αφού κατά τον Ζαμπέλιο το “Δημοτικό νόημα” και η “Δημοτική Τέχνη” δε χωρίζονται από τη Δημοτική Γλώσσα, τότε ο Σολωμός γράφει αριστοκρατική ποίηση. Εκπλήσσεται άλλωστε που ο Ζαμπέλιος χαρακτηρίζει τα ποιήματα του Σολωμού “πολυτίμους της δημοτικής ποίησης μαργαρίτας”.  Η Δημοτική του Σολωμού, υποστηρίζει ο Πολυλάς, είναι γλώσσα των Υψηλών Νοημάτων, όπως εκείνα που περιέχονται  στα έργα του Σολωμού, “Η τρελλή μάνα” “Η Φαρμακωμένη[31] και άλλα. Καθήκον του ποιητή –κατά τον Πολυλά- είναι να πλάσει ένα κοινό στοιχείο, όπου ο νους του να συναντάται με την συνείδηση του Έθνους. Το κοινό αυτό στοιχείο δεν είναι άλλο παρά το γλωσσικό όργανο που χρησιμοποιεί ο ποιητής.  Με τον τρόπο αυτό η Τέχνη εκπληρώνει την αποστολή της, “ξυπνώντας τη δύναμη  των σκοτεινών αισθημάτων που θαυμαστά εκοιμούνταν μες της καρδίας τα     βάθη”[32].

Γ’ Όψις

Ο Μυστικισμός: Ο Ζαμπέλιος υποστηρίζει την άποψη ότι ο Σολωμός μυήθηκε μέσω μεταφράσεων και περιλήψεων, στην ποίηση των  Goethe και Schiller και ότι ταυτόχρονα εξυψώνει  τους Wieland, Fichte, Lessing, Hegel. Ο Σολωμός ήδη κατείχε Shakespeare και Byron. Και ενώ επικρίνει τον ποιητή για Μετάσταση από την Ελεγειογραφία στον Πινδαρισμό, παρουσιάζεται να προβληματίζεται με την Αποστασία του Δημοτικού Υμνογράφου -όπως χαρακτηρίζει τον Σολωμό-, στον Γερμανισμό[33]. Ο Ζαμπέλιος αντλεί τα συμπεράσματά του από τα ποιήματα του Σολωμού, ΛάμπροςΎμνος εις την Ελευθερίαν, Ο Κρητικός.  Αναρρωτιέται πώς αυτός ο μυστικισμός εισέδυσε στο Ελληνικό πνεύμα[34], πώς ακόμη η γλώσσα του Herder, Fichte, Hegel, Shelling είναι δυνατόν να εφαρμοστεί στην ελληνική Δημοτική, την οποία μάλιστα αποκαλεί “γλώσσαν του Κλέφτου”[35]. Συνεχίζοντας δε τις επικρίσεις του κατά του Σολωμού, ομιλεί περί “αποστασίας” του από την ‘ελεγειογραφία’ και τον ‘Πινδαρισμό’, και εισάγει την άποψη περί της προσφυγής του ποιητή, στον ‘Μυστικισμό’. Θεωρεί μάλιστα τον φιλοσοφικό σκοπό της ποίησης του Σολωμού, ως ένα είδος ακροβατισμού, που αποτελεί την απαρχή του μαρασμού και την στείρωση, ως εκ τούτου και των προτερημάτων του, ως ελεγειοποιού και λυρικού ποιητή. Όσον αφορά την τεχνοτροπία του, την χαρακτηρίζει “διαφθορά της Ιδέας ή εμπόδια αναπτέρωσης της φαντασίας”[36].  Σαν παράδειγμα φέρνει το “ακέφαλο” ποίημα του Σολωμού, “Λάμπρος”, για να αναφερθεί στον ρομαντικό μυστικισμό του ποιητή. Θεωρεί ότι στο συγκεκριμένο ποίημα (Λάμπρος) απαντούν, το ελεγειακό στοιχείο (νεκρικές σκηνές, στεναγμοί, δάκρυα), το τραγικό στοιχείο (παρουσιάζεται σε μορφή μυθιστορήματος) και κάποια επική πομπή.  Στο ίδιο ποίημα, οι ρομαντικές περιπέτειες οδηγούν στον θάνατο. Ετούτα τα στοιχεία, τα αποκαλεί, “μύθου ιματισμόν”. Όλα μάλιστα εκείνα τα χαρακτηριστικά που απέδωσε στο Λάμπρος ο Σολωμός, για να πλαισιώσει τον μύθο του: “ιστορική ουσία, σχήμα επικόν, βηματισμόν δραματικόν, θελκτική εικονικότητα”, ο Ζαμπέλιος πιστεύει ότι καθιστούν το ποίημα κάθε άλλο, παρά γνήσιο προϊόν της Ελληνικής Μούσας. Αναφερόμενος επίσης στα ήθη και στα έθιμα που απεικονίζει το αυτό ποίημα, θεωρεί ότι δεν αντικατοπτρίζουν την ελληνική κοινωνία, και ότι αντιθέτως ο ποιητής την ντροπιάζει με ετούτο το “δοκίμιό” του.  Συνεχίζοντας  υπογραμμίζει ότι η Ελληνική Αναγέννηση δεν έχει ανάγκη της ιδανικοποίησης, εννοώντας την προσωποποίηση της Ελλάδας  στο ποίημα  Ο Κρητικός και επικρίνει τον Πολυλά ως Γερμανόφιλο[37], επειδή ο τελευταίος θεωρεί το σχεδίασμα του Σολωμού, Ο Κρητικός, ως πετυχημένη συγχώνευση του επικού και του λυρικού είδους.

Στη δήλωση του Πολυλά ότι ο Σολωμός στην Τέχνη και στον Λόγο, επιδιώκει να παραμερίζει την προσωπικότητά του μπροστά στην απόλυτη αλήθεια, ο Ζαμπέλιος δηλώνει ότι ο Σολωμός συνέλαβε μεν την Ιδέα της οικοδόμησης στην Τέχνη της ποίησης, δεν κατόρθωσε όμως να την θεμελιώσει.  Υποστηρίζει επίσης, ότι οι ξένοι των οποίων το πνεύμα υιοθέτησε  στο έργο του, αργότερα έφθειραν το σχέδιό του. Θεωρεί δε ευτύχημα το γεγονός, ότι μαζί με το σχέδιό του δεν ναυάγησε “στην άβυσσο” και η “προσωπικότης του Έθνους”. Ο Ζαμπέλιος ισχυρίζεται ότι ο Σολωμός απομονώθηκε με τη “μεταφυσικομανία” του και αποτρέπει την απομάκρυνση του δημιουργού από την ελληνική ποιητική παράδοση, η οποία στηρίζεται στην τραγωδία και στον χριστιανισμό[38]. Επιμένοντας στις απόψεις του, ο Ζαμπέλιος, αναφωνεί και πάλι: “Ιερεύς δε και λειτουργός ο Εθνικός ποιητής”[39].

Ο Πολυλάς εξακολουθεί να αντιτίθεται στις καταθέσεις του Ζαμπέλιου: Ο Πολυλάς διαφωνεί με τον Ζαμπέλιο και πάλι, κατηγορώντάς τον ότι αδικεί το Έθνος, όταν υποστηρίζει πως η φήμη του Σολωμού έγκειται στα ελεγεία του και όχι στο έργο του, Ύμνος εις την Ελευθερίαν.  Σε σχέση με το έργο του Σολωμού, Κρητικός και το θέμα του Μυστικισμού που προκύπτει από τις δηλώσεις του Ζαμπέλιου, αναρωτιέται ο Πολυλάς, για τη θέση αυτού ως κριτικού, διότι  καθώς ο ίδιος υποστηρίζει, το “μυστικό” βρίσκεται στο πνεύμα και στην καρδιά του έργου, Κρητικός. Ο Πολυλάς θεωρεί ότι το έργο ετούτο ανυψώνει τον δημιουργό του στην υψηλότερη σφαίρα του λυρισμού. Διερωτάται για την άποψη του Ζαμπέλιου σε σχέση με τον μυστικισμό στο έργο του ποιητή, Λάμπρος και ερωτά,  πού τον βλέπει, ετούτος. Αν αναφέρεται στο όνειρο της Μαρίας, στη μετάνοια, στην τρέλα της Μαρίας ή στις σκιές των νόσων στην εκκλησιά, που κατατρέχουν τον Λάμπρο, ανταπαντώντας ο Πολυλάς  υποστηρίζει, ότι ετούτα είναι στοιχεία που απαντούν στον Όμηρο, στον Αισχύλο και στον Σοφοκλή. Πώς θα μπορούσε επομένως ο Λάμπρος να είναι, ξένης προέλευσης και μάλιστα Γερμανικής; Η δε σχέση του ήρωα του έργου Λάμπρος, με την κόρη του, θυμίζει τον Οιδίποδα, στην εξ αγνοίας σχέση του με τη μητέρα του, Ιοκάστη.  Ο Πολυλάς φέρει και άλλα παραδείγματα για να ενισχύσει τη την υποστήριξή του προς τον Σολωμό: τον Ιπόλυτο του Ευριπίδη, τη Φαίδρα του Ρεσίν, τον Τιριδάτη του Καμπιστρών, στα οποία πηγή του πάθους είναι οι παρά φύσιν έρωτες. Η αιμομειξία, εξ αγνοίας, του Λάμπρου και της θυγατέρας του, θεωρείται από τον Ζαμπέλιο φρικώδες ανθελληνικό και αντιχριστιανικό γεγονός, που εκπλήσσει.

Ως προς το θέμα της δημοσιότητας ή της φήμης στην Ευρώπη του Σολωμού, ο Πολυλάς υποστηρίζει, ότι ο ποιητής θα είχε επιτύχει εύκολα, αν είχε γράψει την ποίησή του στην ιταλική γλώσσα και όχι στην ελληνική, στην οποία αντιστοιχούσε ένα πολύ περιορισμένο αναγνωστικό κοινό.  Το ότι ο Σολωμός μελέτησε τους Γερμανούς φιλόσοφους, μέσω μεταφράσεων, δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο Λάμπρος κυκλοφόρησε το 1838, ενωρίτερα από την άφιξη του “προξενητού” των γερμανικών επιδράσεων (στην Κέρκυρα από την Γερμανία).  Επομένως δεν έχει γραφτεί υπό την επίδραση των γερμανικών φιλοσοφικών ρευμάτων, όπως ο Ζαμπέλιος αρέσκεται να επικρίνει στον Σολωμό. Ο Σολωμός δεν περιορίστηκε στο εγχώριο ελληνικό άσμα και ετούτο το αποδίδει ο Πολυλάς στο φιλεύρενο πνεύμα του ποιητή.

Η μελέτη των επών του Ομήρου, της Αινειάδας, των κειμένων των Ευρωπαίων φιλοσόφων και λογοτεχνών της εποχής του ποιητή, αλλά και η ποιητική τέχνη των άλλων, δεν νάρκωσαν τα χαρίσματα της φαντασίας του, του αισθήματός του και της καθαρής ποιητικής του έμπνευσης.  Ο έρωτας, ο πατριωτισμός, ο ενθουσιασμός, η φιλοσοφία που χαρακτηρίζουν το έργο του Σολωμού, Ελεύθεροι  Πολιορκημένοι, συνυπάρχουν “εις το φως της πλέον ζωηρής φαντασίας”, τονίζει ο Πολυλάς[40]. Η Μάρθα, την οποία ο Ζαμπέλιος θεωρεί ως “φαντασιοκόπημα”, είναι η γυναίκα που ο Σολωμός παρουσιάζει να εκπροσωπεί το φιλελεύθερο πνεύμα στον ελληνικό χώρο, ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον ίδιο τον ποιητή. Τα ποιητικά πλάσματα που δημιούργησε η φαντασία του Σολωμού και που ο Ζαμπέλιος αποκάλεσε “μυστήρια”, δεν συγκρίνονται με τα τερατόμορφα πλάσματα των Niebelungen, ούτε με τα “απόρρητα” των Δρυίδων και εκ του ασφαλούς -καθώς υποστηρίζει ο Πολυλάς- δεν αναδύεται από αυτά “η οσμή Γερμανικού πανθεϊσμού”[41], όπως ισχυρίζεται ο Ζαμπέλιος. Άλλωστε την περίοδο που γράφει ο Σολωμός, το ‘έδαφος στην ελληνική γη’ δεν ήταν “λείο και ομαλό”, για τη θεμελίωση και οικοδόμηση του ‘Σολωμικού’ έργου, όπως ισχυρίζεται ο Ζαμπέλιος.

Ο Πολυλάς κλείνει την κριτική του με καυστικά λόγια όπως τα ακόλουθα: “…όλοι οι βάρβαροι φραγμοί δεν έπεσαν ακόμα, το αποδείχνει τρανώτατα με τα συνθέματά του ο κληρονόμος αυτός του Βυζαντινού τύφου και της σοφιστικής  αλαζονείας…”  εννοώντας πάντα τον Ζαμπέλιο και τις απόψεις του για τον ρομαντισμό, σε σχέση με τον Σολωμό και του έργο του.

 

Επίλογος

Οι απόψεις των δύο κριτικών Πολυλά και Ζαμπέλιου, είναι εξ’ ολοκλήρου αντίθετες και αφορούν κυρίως το ερώτημα αν ο Διονύσιος Σολωμός υπήρξε ή όχι ρομαντικός ποιητής. Διατυπώνοντας τις απόψεις τους έναντι της ποίησης του εθνικού ποιητή των Ελλήνων, παρουσιάζουν παράλληλα τις θέσεις τους έναντι των ειδών της ποίησης  στην εποχή τους. Ο ρομαντισμός, στα μέσα σχεδόν του 19ου αιώνα, είναι ξένος ακόμη στην Ελλάδα και αφορά την Ευρώπη. Οι περιπέτειες του ελληνικού Έθνους οι οποίες δεν εξέλιπαν για αιώνες, δεν επέτρεπαν παρά την βραδεία εξέλιξη της λογοτεχνίας σε σύγκριση με την αντίστοιχή της, στην Ευρώπη.

Ο αγώνας για την επικράτηση της καθαρεύουσας, από τους λόγιους, τους  εύπορους, την πολιτεία και την εκκλησία αφενός, η επιθυμία και ο αγώνας της μάζας του λαού για την επικράτηση του γλωσσικού της οργάνου, της Δημοτικής, αφετέρου, αντιπροσωπεύονται  αντιστοίχως από τον Ζαμπέλιο και τον Πολυλά.

Στις ημέρες μας είναι ευκολότερο να γίνει κατανοητή ετούτη η κριτική φιλονικία, καθώς πολλά από τα τότε φλέγοντα πατριωτικά, κοινωνικά και γλωσσικά ζητήματα, έχουν διευθετηθεί στην πλειοψηφία τους. Γεγονός παραμένει ότι ο Διονύσιος Σολωμός αναγνωρίστηκε και ανέβηκε στο βάθρο που τον ανύψωσε ο ίδιος ο λαός, αλλά και οι ιστορικές και πολιτιστικές συγκυρίες της εποχής του.

Ο ρομαντισμός,  ως ευρωπαϊκό κίνημα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, βρήκε στο πρόσωπο του Σολωμού τον αντιπροσωπευτικότερο ίσως  πρωτοπόρο του.

 

Βιβλιογραφία-Βοηθήματα

Δημαράς Κωνσταντίνος Θ.,  Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τρίτη έκδοση, Ίκαρος, 1964.

‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά, Ζαμπελίου, επιμέλεια Κίτσος Ανδρέας Θ.  – Μυλωνάς, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, ΑΘΗΝΑ 1980 (Σειρά: Νέα Ελληνική, Κριτική 1).

Στάης Εμμανουήλ, Κριτική, Ο Λάμπρος του Σολωμού, (Έγραψεν Εμαμανουήλ Στάης, Κυθήριος, τον Ιανουάριον του 1853, Αθήνησι,, εκ του Τυπογραφείου Χ.Ν. Φιλαδέλφεως, {Παρ’ τη Πύλη της αγοράς, αριθ. 420, 1855}).

Τωμαδάκης Νικόλαος Β., Σολωμού Άπαντα, Εισαγωγή, Κείμενα, Μεταφράσεις, Γλωσσάριο, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1969.

 

___________________________

[1] Εμμανουήλ Βαλέριου Στάης, λόγιος,  γεννήθηκε το 1817 στο κάστρο της Χώρας των Κυθήρων. Η οικογένειά του ήταν ενετικής καταγωγής και ανήκε στην τάξη των ευγενών της νήσου.  Το 1836,  μετά από το Ιόνιο Γυμνάσιο, μετέβη στην Πίζα της  Ιταλίας όπου σπούδασε Νομικά. Μιλούσε αρκετές ευρωπαϊκές γλώσσες (την αγγλική, γαλλική, ιταλική και γερμανική), γνώριζε αρχαία ελληνικά και λατινικά. Η ανθηρή πνευματική ζωή της Ιταλίας τον γοήτευσε και τον έσπρωξε  στη λογοτεχνία και την ποίηση. Μετά από τις σπουδές στα νομικά, άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Όταν το 1840 επέστρεψε στην Ιόνιο Πολιτεία, ήλθε σε επαφή με τον ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Οι οικογένειες των δύο διατηρούσαν καλές σχέσεις. Το πρώτο έργο του Ε. Στάη ήταν το: «Κριτική, Ο “Λάμπρος” του Σολωμού» που δημοσιεύτηκε  το 1853. Σε ετούτη ο ποιητής υποστηρίζει την χρήση της δημοτικής μορφής της ελληνικής γλώσσας,  σε εθνικό επίπεδο. Ο Ε. Στάης μετέφρασε στην ελληνική, διάφορα ξένα θεατρικά έργα και  ασχολήθηκε και με άλλες μελέτες, και κυρίως σε σχέση  με το λογοτεχνικό έργο του Σολωμού και του σολωμικού – επτανησιακού ρεύματος. Αργότερα ο ποιητής Στάης, απορρίπτει τη δημοτική και κάνει  χρήση της αρχαΐζουσας.  Ο Ε. Στάης υπηρέτησε επίσης ως έπαρχος Κυθήρων και γερουσιαστής της Ιονίου Πολιτείας.  Πέθανε το 1895, στα Κύθηρα. Το αξιόλογο και χρήσιμο  έργο του, σε σχέση με το λογοτεχνικό έργο του Σολωμού και τις σχετικές με ετούτο σπουδές, επανεκδόθηκε το 1980, www.visitkythera.gr

[2] Κριτική, Ο Λάμπρος του Σολομού,  /  Έγραψεν  /  Εμμαουήλ Στάης  /  Κυθήριος  /  τον Ιανουάριον του 1853,  /  Αθήνησι, εκ του τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδέλφεως   (Παρά τη Πύλη της αγοράς, αριθ. 420)  /  1853. Αντίγραφο από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης (Βιβλιοθήκη 112821).

[3] Εμμαουήλ Β. Στάης,  ο.π., σ. 5.

[4]Ο Ι. Πολυλάς Ζακύνθιος στην καταγωγή, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1825. Η οικογένειά του ανήκε στις παλαιές Κερκυραϊκές οικογένειες και στις τάξεις των ευγενών και είχε τις ρίζες της στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του Γεώργιος Πολυλάς, ήταν νομικός και λόγιος και η μητέρα του Ελένη Βούλγαρη ήταν γόνος της γνωστής οικογένειας Βούλγαρη. Έχασε ενωρίς τον πατέρα του (έξι χρόνων) και η μητέρα του ανέλαβε την μόρφωσή του.  Από αυτήν διδάσκεται τα πρώτα γράμματα και ξένες γλώσσες (αγγλική γαλλική, ιταλική, γερμανική και αρχαία ελληνικά).  Το 1847, αφού έχει ήδη νυμφευτεί την Αιμιλία έρχεται στη Νάπολη εξαιτίας της υγείας της.  Εδώ ενασχολείται με την λογοτεχνία και συνδέεται με τον Σολωμό. Το 1854 η σύζυγός του χάνεται και ο ίδιος επιστρέφει στην Κέρκυρα, όπου συνεχίζει την λογοτεχνία και τη φιλία του με τον Σολωμό.  Το 1857 που πεθαίνει ο Σολωμός, ο Πολυλάς διαβάζει τον επικήδειό του.  Στη συνέχεια συγκεντρώνει όλα τα χειρόγραφα έργα «του δασκάλου του» Σολωμού,  και τα εκδίδει με τον τίτλο: Τα Ευρισκόμενα του Σολωμού.  Ο πρόλογος ετούτης της έκδοσης θα κατατάξει τον Πολυλά στους κορυφαίους, της νεοελληνικής κριτικής.  Τα Προλεγόμενα του Πολυλά, είναι απαραίτητα για εκείνους που θα θελήσουν να κατανοήσουν το έργο του Σολωμού.  Περισσότερες πληροφορίες για τον Πολυλά και το έργο του, στο:  istotopos «Ta eftanisa», Dennis Kontarinis istotopos, 3/9/2011.

[5] Τα Προλεγόμενα του Πολυλά.

[6] Τα “ευρισκόμενα”.

[7] Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Νέα έκδοση, “Ίκαρος” 1964, σ. 297.

[8] Αυτόθι, σ. 296.

[9] Ν. Β. Τωμαδάκης, Δ. Σολωμού Άπαντα, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1969, σ. 5.

[10] Έζησε μεταξύ 1815-1881.

[11] “Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος τιμάται για την προσπάθειά του αυτή ν’ αποκαταστήσει το Βυζάντιο”, λέει χαρακτηριστικά για τον Ζαμπέλιο και το κείμενό του, ο Κ. Θ. Δημαράς, ο.π., σ. 264.

[12] Επιμέλεια Α. Θ. Κίτσος – Μυλωνάς, ‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά-Ζαμπελίου, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1980 (Σειρά: Νέα Ελληνική Κριτική 1), σ. 10 (Εισαγωγή).

[13] “μάλλον απαθής της Εθνικής φιλολογίας θεράπων” δηλώνει, για τον ποιητή.  Σε σχέση με τα ελεγεία του Σολωμού, ο Ζαμπέλιος λέει χαρακτηριστικά: “… Θέλουσι… επιζήσει… ως πολύτιμοι της δημοτικής ποιήσεως μαργαρίται”, Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ, Σ. Ζαμπελίου, Α. Θ. Κίτσος – Μυλωνάς (Επιμέλεια), ‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά-Ζαμπελίου ο.π., σ. 64.

[14] Ο Ζαμπέλιος επιχειρεί να ενισχύσει την άποψή του, αναφέροντας τα ποιήματα: Η φαρμακωμένη,  Ο βοσκός,  Ξανθούλα  και άλλα,  Α. Θ. Κίτσος – Μυλωνάς (Επιμέλεια), ‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά-Ζαμπελίου, ο.π.,  σ. 63.

[15] Αυτόθι, σ. 63.

[16] Αυτόθι, σ. 54.

[17] Στοχασμοί, του Πολυλά , ο. π., (σ. 110.) / σ. 199.

[18] Τον Πετράρχη τον αποκαλεί ο Ζαμπέλιος: “έξοχο λατινιστή, διάσημο ελληνιστή, καθαρολόγο, αρχαιολάτρη”, ο. π., σ. 163.

[19] Στο “Διάλογό” του ο Σολωμός, (1823-1825), υπερασπίζεται το γλωσσικό ιδίωμα του ελληνικού λαού με ζέση και ειλικρίνεια, ενάντια στον αρχαϊσμό και κατά του Κοραή (Κ. Θ. Δημαράς, ο. π . σ. 234). Ο Σολωμός έχει υπόψη του τις επιστολές του Καταρτζή, τα γλωσσικά του βιβλίου του Χριστόπουλου “Γραμματική και Όνειρο” και ίσως τα “αντίστοιχα του Βηλαρά” όπως λέει ο Δημαράς  (ο. π., σ. 235).

[20] Α. Θ. Κίτσος – Μυλωνάς (Επιμέλεια), ‘Σολωμός’, ΠρολεγόμεναΚριτικά Στάη, Πολυλά-Ζαμπελίου, σ. 164.

[21] Το 1833 ο Σολωμός γράφει στον Τερτσέτη στην ιταλική γλώσσα: “Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια… Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα’  το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διανοίας, ντυμένον εθνικά”,  Δημαράς, ο. π., σ. 239.   Ο Τωμαδάκης λέει, ότι ο Χριστόπουλος, ο Ρήγας και ο Βηλαράς χρησιμοποίησαν τη γλώσσα του λαού, όπως στα Δημοτικά τραγούδια, ο Σολωμός όμως χρησιμοποίησε μία μεικτή ελληνική φτιαγμένη από λόγιες λέξεις και κυρίως επίθετα, ιδιωματισμούς αρχαίες και βυζαντινές λέξεις (παράδειγμα  αποτελεί ο Υμνος εις την Ελευθερίαν), Τωμαδάκης, ο. π., σ.11.

[22] Α. Θ. Κίτσος – Μυλωνάς (Επιμέλεια), ‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά-Ζαμπελίου, ο.π.,  σ. 63.

[23] Αυτόθι, Προλεγόμενα, σ. 164.

[24] Αυτόθι, σ. 199.

[25] Ο Ρομαντισμός “έστρεφε την Τέχνη και την Ποίηση προς το Μεσαίωνα, την Ιστορία και το Δημοτικό Τραγούδι”, Τωμαδάκης, ο.π., σ.7.

Το κίνημα του Ρομαντισμού στην Ιταλία και γενικά στην Ευρώπη, και η Ελληνική Επανάσταση ήταν τα καταλυτικά στοιχεία του Κλασικισμού την εποχή του Σολωμού.   Ήταν εκείνα που επέφεραν το πάθος στην Τέχνη, τονίζει ο Τωμαδάκης (σ. 12). Σπουδάζοντας τον  Κλασικισμό και τον Ρομαντισμό, το ελληνικό και το χριστιανικό στοιχείο, μπόρεσε ο Σολωμός να αποδώσει βαθιά συναισθήματα και υψηλά νοήματα. Αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού ήταν τα έργα του: “Κρητικός”, “Πορφύρας”, “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι” (Τωμαδάκης, ο. π.,  σ. 13).

[26] Α. Θ. Κίτσος – Μυλωνάς (Επιμέλεια), ‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά-Ζαμπελίου, ο.π.,  σ.  68.

[27] Αυτόθι, σ. 167.

[28] Αυτόθι, σ.  200.

[29] Αυτόθι, σ.169.

[30] Α. Θ. Κίτσος – Μυλωνάς (Επιμέλεια), ‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά-Ζαμπελίου, ο.π., σ. 203.

[31] Αυτόθι,  σσ. 203-204.

[32] Σύμφωνα με τον Schiller, (Προλεγόμενα,  ο.π.) σ. 206.

[33] Ο Νικόλας Λούντζης, “ίσως ο εκπαιδευτικός Ιωάννης Μενάγιας”, καθώς και ο Σ. Ζαμπέλιος, υπήρξαν από εκείνους που βοήθησαν τον Σολωμό στη γνωριμία του με τους Γερμανούς Φιλόσοφους (Κ. Θ. Δημαρά, ο. π., σ. 238).

[34] ‘πώς ο ομιχλώδης μυστικισμός… του Wieland, του Burger, του Goethe ηδύνατο να μετεισδύσει εις τον γαλανότατον της ημετέρας Ελλάδος αιθέρα…” (Α.Θ. Κίτσος – Μυλωνάς (Επιμέλεια), ‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά, Ζαμπελίου,  σ. 172).

[35] Αυτόθι, σ. 173.

[36] Αυτόθι, σ. 174.  Στο κείμενό του “Στοχασμοί του Ποιητού” ο Σολωμός μιλά για τον “θεμελιώδη ρυθμό του ποιήματος” Λέει: “… το κοινό και το κύριο (Proprio) ριζωμένα και ταυτισμένα με τη γλώσσα ας εργάζεται (το ποίημα) αδιάκοπα για την αληθινή ουσία, αλλά εις τον τρόπον ώστε να μη το καταλάβουν ει μη οι νόες οι γυμνασμένοι και βαθείς.  Εις τούτο θα φθάσει τινάς με τρόπο απλό, πλούσιον όμως από τα δεσίματα, τρέφοντας τη Μορφή με τύπους δημοτικούς Λ. Χ. ετοιμοθάνατους, χρυσοπηγή… κ. α…” (έκδοση Κερκύρας, σ. 226), αυτόθι, ο. π., σσ. 173-174.

[37] Ανδρέας Θ. Κίτσος – Μυλωνάς (Επιμέλεια), ‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά, Ζαμπελίου, ο.π., σ.180. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι  ο Ζαμπέλιος, οπαδός της καθαρεύουσας και της κλασσικής ελληνικής γλώσσας δεν συγκρίνει τη σύλληψη του Σολωμού στα συγκεκριμένα ποητικά δημιουργήματά του,  με εκείνη  τα έργων  της Αρχαίας Ελληνικής  Γραμματολογίας, γλώσσας όχι ξεχωριστής από την ομιλουμένη.  Τα υπέροχα έπη του Ομήρου  ήταν γραμμένα σε περισσότερους του ενός γλωσσικούς τύπους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γλώσσα τους δεν ήταν άλλη από τη  γλώσσα της δοθείσης εποχής και έτσι κατανοητή στους συγχρόνους, και δε διακρινόταν σε λαϊκή ή μη… π.χ. από την αρχή της Οδύσσειας το ακόλουθο: «Άνδρα μοι έννεπε, μούσα, πολύτροπον ος μάλα πόλλα».

[38] “…Πάσαι αι οδοί Ελλάδος εξέρρευσαν του Κυρίου το Έλεος και την Αλήθειαν. Έκτοτε Ποίησις και Πίστις… συνεταυτίσθηκαν”, αυτόθι,  σ. 186).

[39] Αυτόθι, σσ. 185-186.

[40] Α. Θ. Κίτσος – Μυλωνάς (Επιμέλεια), ‘Σολωμός’, Προλεγόμενα, Κριτικά Στάη, Πολυλά- Ζαμπελίου, ο.π., σσ. 212-213.

[41] Αυτόθι, σ. 217.

 

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ "ΚΑΦΕΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ"

 


Καφεζαχαροπλαστείο

Έλα φίλε στο ‘Λίλη Μαρλέν’ για καφέ
Κι αν η μέρα δεν έχει φως
Εξαιτίας του νέφους ας το υποθέσουμε
Κι ας αναβαθμισθεί η συνάντηση σε γεγονός μεγάλης
σημασίας
Σε μυστικό πανηγύρι πίσω από μια συμβατικότητα.

Ας πάρουν αξία γερμανικής κατοχής για σήμερα
Κι ο καφέ κι η παρέα κι ας γίνουν υπόθεση εσωτερική
Για την οποία μάχεσαι μ’ όλες σου τις δυνάμεις
Σαν τότε για την άλλη υπόθεση
Με βάθος τα βουνά – μια πλάγια μνήμη.

Με τα χρόνια που πέρασαν παρόντα τώρα μεσ’ στην
ώρα αυτή
Και τυχαίες γύρω πνοές αρωμάτων
Που ζητούν να πάρουνε πρόσωπο
Ας κοιτάξουμε τον κόσμο μ’ έναν έρωτα καινούργιο
Κι όπως το ισχνό τριγύρω φως θα μοιάζει συνωμοτικό

Ας γίνει η συνάντηση τούτη μια νέα συνωμοσία
Ενάντια πια στον ίδιο μας το θάνατο κι ας έχει
Την ένταση συνωμοσίας πριν απ’ την τοιχοκόλληση
Πριν απ’ την ανατίναξη.
Ας είναι μια παρανομία σαν τη ζωή την ίδια.
Έτσι ας είναι φίλε: μια πράξη αθόρυβη αλλά αναρχική
Μπροστά στον έσχατο όπως τότε κίνδυνο έστω και
Σ’ αυτό το τυπικά μεταπολεμικό
Στέκι με τη γερμανική του ονομασία-
Τόπο της εκτέλεσής μας ίσως που από τότε εκκρεμεί.

Από τη συλλογή Προβολέας στα μάτια
Αθήνα, Κρύσταλλο, 1985, Αθήνα,
Ύψιλον, 1999. Σελ. 48.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020

Διονύσιος Σολωμός - Ὁ Κρητικός (ἀπόσπασμα)

 


XVII.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἐκοίταα, κι ἤτανε μακριὰ ἀκόμη τ᾿ ἀκρογιάλι·
«ἀστροπελέκι μου καλό, γιὰ ξαναφέξε πάλι!».
Τρία ἀστροπελέκια ἐπέσανε, ἕνα ξοπίσω στ᾿ ἄλλο,
πολὺ κοντὰ στὴν κορασιά, μὲ βρόντημα μεγάλο·
τὰ πέλαγα στὴν ἀστραπὴ κι ὁ οὐρανὸς ἀντήχαν,
οἱ ἀκρογιαλιὲς καὶ τὰ βουνὰ μ᾿ ὅσες φωνὲς κι ἂν εἶχαν.

XIX.

Πιστέψετε π᾿ ὅ,τι θὰ πῶ εἶν᾿ ἀκριβὴ ἀλήθεια,
μὰ τὲς πολλὲς λαβωματιὲς ποὺ μὄφαγαν τὰ στήθια,
μὰ τοὺς συντρόφους πὄπεσαν στὴν Κρήτη πολεμώντας,
μὰ τὴν ψυχὴ ποὺ μ᾿ ἔκαψε τὸν κόσμο ἀπαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα, κι ἐγὼ τὸ σάβανο τινάζω,
καὶ σχίζω δρόμο καὶ τσ᾿ ἀχνοὺς ἀναστημένους κράζω:
«Μὴν εἴδετε τὴν ὀμορφιὰ ποὺ τὴν Κοιλάδα ἁγιάζει;
Πέστε, νὰ ἰδεῖτε τὸ καλὸ ἐσεῖς κι ὅ,τι σᾶς μοιάζει.
Καπνὸς δὲ μένει ἀπὸ τὴ γῆ· νιὸς οὐρανὸς ἐγίνη.
Σὰν πρῶτα ἐγὼ τὴν ἀγαπῶ καὶ θὰ κριθῶ μ᾿ αὐτήνη».
«Ψηλὰ τὴν εἴδαμε πρωί· τῆς τρέμαν τὰ λουλούδια,
στὴ θύρα τῆς Παράδεισος ποὺ ἐβγῆκε μὲ τραγούδια·
ἔψαλλε τὴν Ἀνάσταση χαροποιὰ ἡ φωνή της,
κι ἔδειχνεν ἀνυπομονιὰ γιὰ νὰ ῾μπει στὸ κορμί της·
ὁ Οὐρανὸς ὁλόκληρος ἀγρίκαε σαστισμένος,
τὸ κάψιμο ἀργοπόρουνε ὁ κόσμος ὁ ἀναμμένος·
καὶ τώρα ὀμπρὸς τὴν εἴδαμε· ὀγλήγορα σαλεύει·
ὅμως κοιτάζει ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ κάποιονε γυρεύει»).

XX.

Ἀκόμη έβάστουνε ἡ βροντή...
Κι ἡ θάλασσα, ποὺ σκίρτησε σὰν τὸ χοχλὸ ποὺ βράζει,
ἡσύχασε καὶ ἔγινε ὅλο ἡσυχία καὶ πάστρα,
σὰν περιβόλι εὐώδησε κι ἐδέχτηκε ὅλα τ᾿ ἄστρα·
κάτι κρυφὸ μυστήριο ἐστένεψε τὴ φύση
κάθε ὀμορφιὰ νὰ στολιστεῖ καὶ τὸ θυμὸ ν᾿ ἀφήσει.
Δὲν εἶν᾿ πνοὴ στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα, φυσώντας
οὔτε ὅσο κάνει στὸν ἀνθὸ ἡ μέλισσα περνώντας,
ὅμως κοντὰ στὴν κορασιά, ποὺ μ᾿ ἔσφιξε κι ἐχάρη,
ἐσειόνταν τ᾿ ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάρι·
καὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποὺ ἐκεῖθε βγαίνει,
κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τὸ δροσάτο φῶς στὴ θεϊκιὰ θωριά της,
στὰ μάτια της τὰ ὁλόμαυρα καὶ στὰ χρυσὰ μαλλιά της.

XXI.

Ἐκοίταξε τ᾿ ἀστέρια, κι ἐκεῖνα ἀναγαλλιάσαν,
καὶ τὴν ἀχτινοβόλησαν καὶ δὲν τὴν ἐσκεπάσαν·
κι ἀπὸ τὸ πέλαο, ποὺ πατεῖ χωρὶς νὰ τὸ σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ἀνάερα τ᾿ ἀνάστημα σηκώνει,
κι ἀνεῖ τσ᾿ ἀγκάλες μ᾿ ἔρωτα καὶ μὲ ταπεινοσύνη,
κι ἔδειξε πάσαν ὀμορφιὰ καὶ πάσαν καλοσύνη.
Τότε ἀπὸ φῶς μεσημερνὸ ἡ νύχτα πλημμυρίζει,
κι ἡ χτίσις ἔγινε ναὸς ποὺ ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ᾿ ἐμὲ ποὺ βρίσκομουν ὀμπρός της μὲς στὰ ῥεῖθρα,
καταπῶς στέκει στὸ Βοριὰ ἡ πετροκαλαμήθρα,
ὄχι στὴν κόρη, ἀλλὰ σ᾿ ἐμὲ τὴν κεφαλὴ της κλίνει·
τὴν κοίταζα ὁ βαριόμοιρος, μ᾿ ἐκοίταζε κι ἐκείνη.
Ἔλεγα πὼς τὴν εἶχα ἰδεῖ πολὺν καιρὸν ὀπίσω,
κὰν σὲ ναὸ ζωγραφιστὴ μὲ θαυμασμὸ περίσσο,
κάνε τὴν εἶχε ἐρωτικὰ ποιήσει ὁ λογισμός μου,
κὰν τ᾿ ὄνειρο, ὅταν μ᾿ ἔθρεφε τὸ γάλα τῆς μητρός μου·
ἤτανε μνήμη παλαιή, γλυκειὰ κι ἀστοχισμένη,
ποὺ ὀμπρός μου τώρα μ᾿ ὅλη της τὴ δύναμη προβαίνει.
[Σὰν τὸ νερὸ ποὺ τὸ θωρεῖ τὸ μάτι ν᾿ ἀναβρύζει
ξάφνου ὀχ τὰ βάθη τοῦ βουνοῦ, κι ὁ ἥλιος τὸ στολίζει.]
Βρύση ἔγινε τὸ μάτι μου κι ὀμπρὸς του δὲν ἐθώρα,
κι ἔχασα αὐτὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο γιὰ πολληώρα,
γιατί ἄκουσα τὰ μάτια της μέσα στὰ σωθικά μου·
ἔτρεμαν καὶ δὲ μ᾿ ἄφηναν νὰ βγάλω τὴ μιλιά μου.
Ὅμως αὐτοὶ εἶναι θεοί, καὶ κατοικοῦν ἀπ᾿ ὅπου
βλέπουνε μὲς στὴν ἄβυσσο καὶ στὴν καρδιὰ τ᾿ ἀνθρώπου,
κι ἔνιωθα πὼς μοῦ διάβαζε καλύτερα τὸ νοῦ μου
πάρεξ ἂν ἤθελε τῆς πῶ μὲ θλίψη τοῦ χειλιοῦ μου:
………………………………………………………
«Τ᾿ ἀδέλφια μου τὰ δυνατὰ οἱ Τοῦρκοι μοῦ τ᾿ ἀδράξαν,
τὴν ἀδελφή μου ἀτίμησαν κι ἀμέσως τὴν ἐσφάξαν,
τὸ γέροντα τὸν κύρη μου ἐκάψανε τὸ βράδυ
καὶ τὴν αὐγή μοῦ ρίξανε τὴ μάνα στὸ πηγάδι.
Στὴν Κρήτη..............
Μακριὰ ῾πὸ κεῖθ᾿ ἐγιόμισα τὲς φοῦχτες μου κι ἐβγῆκα.
Βόηθα, Θεά, τὸ τρυφερὸ κλωνάρι μόνο νά ῾χω·
σὲ γκρεμὸ κρέμουμαι βαθύ, κι αὐτὸ βαστῶ μονάχο».

XXII.

Ἐχαμογέλασε γλυκὰ στὸν πόνο τῆς ψυχῆς μου,
κι ἐδάκρυσαν τὰ μάτια της κι ἐμοιάζαν τῆς καλῆς μου.
Ἑχάθη, ἀλί μου, ἀλλ᾿ ἄκουσα τοῦ δάκρυου της ραντίδα
στὸ χέρι, πού ῾χα σηκωτὸ μόλις ἐγὼ τὴν εἶδα. —
Ἐγὼ ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ δὲν ἔχω πλιὰ τὸ χέρι,
π᾿ ἀγνάντευεν Ἀγαρηνὸ κι ἐγύρευε μαχαίρι·
χαρὰ δὲν τοῦ ῾ναι ὁ πόλεμος· τ᾿ ἁπλώνω τοῦ διαβάτη
ψωμοζητώντας, κι ἔρχεται μὲ δακρυσμένο μάτι·
κι ὅταν χορτάτα δυστυχιὰ τὰ μάτια μου ζαλεύουν,
ἀργά, κι ὀνείρατα σκληρὰ τὴν ξαναζωντανεύουν,
καὶ μέσα στ᾿ ἄγριο πέλαγο τ᾿ ἀστροπελέκι σκάει,
κι ἡ θάλασσα νὰ καταπιεῖ τὴν κόρη ἀναζητάει,
ξυπνῶ φρενίτης, κάθομαι, κι ὁ νοῦς μου κινδυνεύει,
καὶ βάνω τὴν παλάμη μου, κι ἀμέσως γαληνεύει. —
Καὶ τὰ νερά ῾σχιζα μ᾿ αὐτό, τὰ μυριομυρωδάτα,
μὲ δύναμη ποὺ δὲν εἶχα μήτε στὰ πρῶτα νιάτα,
μήτε ὅταν ἐκροτούσαμε, πετώντας τὰ θηκάρια,
μάχη στενὴ μὲ τοὺς πολλοὺς ὀλίγα παλληκάρια,
μήτε ὅταν τὸν μπομπο-Ἰσοὺφ καὶ τσ᾿ ἄλλους δύο βαροῦσα
σύρριζα στὴ Λαβύρινθο π᾿ ἀλαίμαργα πατοῦσα.
Στὸ πλέξιμο τὸ δυνατὸ ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς μου
(κι αὐτό μοῦ τ᾿ αὔξαιν᾿,) ἔκρουζε στὴν πλεύρα τῆς κυρᾶς μου.

Ἄλλὰ τὸ πλέξιμ᾿ ἄργουνε, καὶ μοῦ τ᾿ ἀποκοιμοῦσε,
ἠχός, γλυκύτατος ἠχός, ὁποῦ μὲ προβοδοῦσε.
Δὲν εἶναι κορασιᾶς φωνὴ στὰ δάση ποὺ φουντώνουν,
καὶ βγαίνει τ᾿ ἄστρο τοῦ βραδιοῦ καὶ τὰ νερὰ θολώνουν,
καὶ τὸν κρυφό της ἔρωτα τῆς βρύσης τραγουδάει,
τοῦ δέντρου καὶ τοῦ λουλουδιοῦ ποὺ ἀνοίγει καὶ λυγάει.
Δὲν εἶν᾿ ἀηδόνι, κρητικὸ ποὺ σέρνει, τὴ λαλιά του
σὲ ψηλοὺς βράχους κι ἄγριους ὅπ᾿ ἔχει τὴ φωλιά του,
κι ἀντιβουΐζει ὁλονυχτὶς ἀπὸ πολλὴ γλυκάδα
ἡ θάλασσα πολὺ μακριά, πολὺ μακριὰ ἡ πεδιάδα,
ὥστε ποὺ πρόβαλε ἡ Αὐγὴ καὶ ἔλιωσαν τ᾿ ἀστέρια,
κι ἀκούει κι αὐτὴ καὶ πέφτουν της τὰ ρόδα ἀπὸ τὰ χέρια.
Δὲν εἶν᾿ φιαμπόλι τὸ γλυκὸ ὁποὺ τ᾿ ἀγρίκαα μόνος
στὸν Ψηλορείτη ὅπου συχνὰ μ᾿ ἐτράβουνεν ὁ πόνος,
κι ἔβλεπα τ᾿ ἄστρο τ᾿ οὐρανοῦ μεσουρανὶς νὰ λάμπει
καὶ τοῦ γελοῦσαν τὰ βουνά, τὰ πέλαγα κι οἱ κάμποι·
κι ἐτάραζε τὰ σπλάχνα μου ἐλευθεριᾶς ἐλπίδα
κι ἐφώναζα: «ὢ θεϊκιὰ κι ὅλη αἵματα Πατρίδα»
κι ἅπλωνα κλαίοντας κατ᾿ αὐτὴ τὰ χέρια μὲ καμάρι·
καλή ῾ν᾿ ἡ μαύρη πέτρα της καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δὲν εἶναι νὰ ταιριάζει,
ἴσως δὲ σώζεται στὴ γῆ ἦχος ποὺ νὰ τοῦ μοιάζει·
δὲν εἶναι λόγια· ἦχος λεπτός...
δὲν ἤθελε τὸν ξαναπεῖ ὁ ἀντίλαλος κοντά του.
Ἂν εἶν᾿ δὲν ἤξερα κοντά, ἂν ἔρχονται ἀπὸ πέρα·
σὰν τοῦ Μαϊοῦ τὲς εὐωδιὲς γιομίζαν τὸν ἀέρα,
γλυκύτατοι, ἀνεκδιήγητοι...
μόλις εἶν᾿ ἔτσι δυνατὸς ὁ Ἔρωτας καὶ ὁ Χάρος.
Μ᾿ ἄδραχνεν ὅλη τὴν ψυχή, καὶ νά ῾μπει δὲν ἠμπόρει
ὁ οὐρανὸς κι ἡ θάλασσα, κι ἡ ἀκρογιαλιά, κι ἡ κόρη·
μὲ ἄδραχνε, καὶ μ᾿ ἔκανε συχνὰ ν᾿ ἀναζητήσω
τὴ σάρκα μου νὰ χωριστῶ γιὰ νὰ τὸν ἀκλουθήσω.
Ἔπαψε τέλος κι ἄδειασεν ἡ φύσις κι ἡ ψυχή μου,
ποὺ ἐστέναξε κι ἐγιόμισεν εὐθὺς ὀχ τὴν καλή μου·
καὶ τέλος φθάνω στὸ γιαλὸ τὴν ἀρραβωνιασμένη,
τὴν ἀπιθώνω μὲ χαρά, κι ἤτανε πεθαμένη.

1833

Σημ: Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰάκωβο Πολυλᾶ, τὸ ποίημα αὐτὸ τοῦ Σολωμοῦ πρέπει νὰ θεωρεῖται «ἀρχὴ τῆς νέας ποιητικῆς ἐποχῆς του». Ὅσο κι ἂν ἡ ἀρίθμηση τῶν ἑνοτήτων προέρχεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητὴ (ποὺ θὰ λογάριαζε στὶς ἑνότητες 1-17 νὰ συνθέσῃ τὴν προϊστορία τῆς ὑποθέσεως), τὸ ποίημα δὲν ἔχει χαρακτήρα ἀποσπασματικό, ἀποτελεῖ δὲ μία ἀπόλυτα συμπαγῆ λυρικὴ ἑνότητα.