Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

Δ.Π. Παπαδίτσας, «Διονύσιος Σολωμός»


Για τον Διονύσιο Σολωμό τί έχω να πω; από γύρη
κι ανθούς η κάθε λέξη του και φως και ονειροπύλη
στης λευτεριάς το ουράνιο πανηγύρι
όπου χόρεψαν οι έρωτες με τον ξανθόν Απρίλη.
Ποιος σ’ έστειλε και ποιας θεάς το γάλα έχεις βυζάξει
που απ’ της Τουρκιάς τα σίδερα μια νύχτα είχε λυθεί,
Μεγάλε μας, μας έμαθες πως η αρμονία και η τάξη
αστράψαν μέσα στη σκλαβιά σαν δίκοπο σπαθί.

[πηγή: Δ.Π. Παπαδίτσας, Ποίηση, προμετωπίδα - κοσμήματα: Γ. Βαρλάμος, Μέγας Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 1997, σ. 506]

Κωστής Παλαμάς, «Σολωμός»


Τόσω σε νοιώθω μέσα ’ς την καρδιά μου,
Που τόρα τρέμω μήπως και σε χάσω,
’Σ των στίχων μου τη γύμνια, ποιητά μου,
Απ’ τα ζεστά μου στήθη αν σ’ ανεβάσω.
Βαθειά κ’ εσύ μέσα ’ς το νου κλεισμένη
Έκρυβες την ιδέα, λάμψι θεία,
Κ’ εκύτταζες με στίχους καμωμένη
Για να της πλάσης άξια κατοικία.
Γι’ αυτό ’ς των τραγουδιών σου το βιβλίο
σκόρπιοι, ριγμένοι ’σαν από την τύχη,
μισόπλαστοι, ένας ένας, δύο δύο,
μαζή αστράφτουν και σβύνουν τόσοι στίχοι!
Στίχοι ’σαν περιστέρια χωρίς ταίρι,
στίχοι, ταιράκια, μα χωρίς φωλιά,
στίχοι ’σά’ ρόδου φύλλα που τ’ αγέρι
τα σκόρπισε από την τριανταφυλλιά.
Μα μέσα σου εξύπναε ξαφνικά
Η φαντασία, δύναμι γεμάτη,
Κι’ ό,τ’ έχτιζες εσύ πονετικά,
Τα γκρέμιζε ’σά’ χάρτινο παλάτι.
Γιατί για την ιδέα, λάμψι θεία,
Δεν έφταναν των στίχων σου τα κάλλη·
Και ήταν η ’δική σου φαντασία,
Παράξενη, ανυπόταχτη, μεγάλη.
’Σ της θάλασσας επάνω τα νερά
Ένας τεχνίτης με μυαλό και γνώσι
Βαρύν αγώνα είχε μια φορά
Παλάτι ξακουστό να θεμελιώση.
Το ξακουστό παλάτι την ημέρα
’Σ τα κύματα χτιστό θαμποβολούσε,
Μα όταν η νύχτ’ απλώνοταν ’κεί πέρα,
Νεράιδα πεισματάρα το χαλούσε.
Ενίκησ’ ώς το τέλος ο τεχνίτης
Κ’ ερρίζωσε το θαύμα του ’ς το κύμα...
— Εσύ πριν να νικήσης την ορμή της,
Αχ! η νεράιδα σ’ έβαλε ’ς το μνήμα!

[πηγή: Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τόμος πρώτος, Μπίρης, Αθήνα χ.χ., σ. 136-137]

Μίλτος Σαχτούρης, «Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών»

στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.

Από τη συλλογή Καταβύθιση (1990)

[πηγή: Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1980-1998), Κέδρος, Αθήνα 2001, σ. 67]

Νίκος Καρούζος, «Ο Σολωμός στ’ όνειρό μου»


Πώς πέφτουμε στη νύχτα κι από τί πόθους…
Με κοφτερή μοναξιά στολισμένος άρχισα να κοιμάμαι
λευκός ιδρωμένος μέσα στην αγελάδα του ύπνου
κλεισμένος ολούθε απ’ τον όνειρο που κυματίζει στα βάθη
κι ολοένα κερδίζει την ύλη πέρα της.
Ένα ξημέρωμα καθάριζε τα μάτια μου
στους ουρανούς ανοίγαν όλα τα παράθυρα κι ο Διονύσιος
μαυροντυμένος μ’ άσπρα χειρόκτια κρατούσε το σκουληκάκι
στην παλάμη που έμοιαζε με στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ’ ωραία παραλία
έπεφταν οι κολυμβητές να πιάσουν το σταυρό τα Θεοφάνεια
και μακριά πώς ακούγονταν αθώα τουφέκια
ο βρόντος της αγάπης η χαρά της συμφοράς
μ’ όλα τ’ άνθη σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ’ όλες τις αχτίδες
την αγαπημένη του πεταλούδα στον ιερό γλιτωμό της
και δράκοντες ευωδιάς ανέβαιναν από κίτρινες σκάλες
ώς τα κοράσια που δε χάρηκαν τον έρωτα.
Γύρω ήτανε δάσος χιλιοπράσινο
με τα πουλιά σαν αναρίθμητους καρπούς απάνω στα δέντρα
με τα πουλιά σε μεθυσμένη σύναξη για πάντα κ’ ένας σκύλος
αργά πηγαίνοντας ούρησε στο κορμί της κοντινής αμυγδαλιάς
με σηκωμένο πόδι κι ανάμεσα
ο γόος έσφαζε τη φωνή που τινάχτηκε από τρεις λέξεις
οι απαίσιες χιλιετηρίδες

[πηγή: Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα. Α΄ (1961-1978), Ίκαρος, Αθήνα 32002, σ. 185]

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ "ΜΑΝΙΑΤΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ"


Στο βράχο στη Μονεμβασιά
μπήκα κι εγώ στην εκκλησιά
ν’ ανασπαστώ τη χάρη της
κι ήρθαν στο νου μου τα παλιά
σα φίδι στην αητοφωλιά
σαν κάφτρα στο καντήλι της.
…….
Πάντα στον κόσμο θα ‘ρχεται
Παρασκευή Μεγάλη
και κάποιος θα σταυρώνεται
για να σωθούν οι άλλοι.
Ανήμερα της Παναγιάς
ο Κωνσταντής κι ο Πανουργιάς
κι η μάνα τους η Νίκαινα
που με το πες και πες και πες
μέσα σε μπόρες κι αστραπές
τ’ ανάστησε σα λύκαινα.
……
Θέλω να πας αποσπερού
στο μοναστήρι του Δηρού
που ψέλνει ο Παπανέστης
κι αν σε ρωτήσει η παπαδιά
κλάψε για τ’ άμοιρα παιδιά
και την αλήθεια πες της.
…….
Απ’ το στενό του Πασσαβά
……
Του κάτω κόσμου ο βασιλές.
…….
Οι φοβεροί Νικλιανοί.
…….
…….
Και με σπαθί δαμασκηνό
κόβω στα δυό τον ουρανό
να ‘χει διπλό παράδεισο
τον έναν για οτν Κωνσταντή
ταμένο στην Υπαπαντή
τον άλλο για τ’ αδέρφι του
τον πιο μικρό τον Πανουργιά
που ‘γινε σκόνη και σκουριά
πάνω στη γη τη στέρφη του.
…….
Πάντα στον κόσμο θα ‘ρχεται
Παρασκευή Μεγάλη
και κάποιος θα σταυρώνεται
για να σωθούν οι άλλοι.

(περ. «Τετράδιο», τομ. Α’, Ιαν. 1947)

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ "Η ΑΝΘΡΩΠΟΣ"


Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.

Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα, εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;
Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν' αρμοστώ.

«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»

Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
Τι θα γίνει που τόσο καλά,
τόσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ' το πλευρό του δεν μ' έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτε, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ' τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ' εκείνον ν' αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δι' εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν' αγαπώ,

εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957)