Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

ΣΤΑΘΗ ΚΟΜΝΗΝΟΥ "Cassirer και Χώρος"


               


(Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από μια πολύ ευρύτερη μελέτη που διερευνά και πραγματεύεται την προβληματική σχετικά με το Είναι του χώρου, θέτοντας ως βασικό της ερώτημα το αν το Είναι του Χώρου είναι η Τέχνη, βλ. https://www.academia.edu/4346067/ΣΤΑΘΗ_ΚΟΜΝΗΝΟΥ_ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ_ΤΗΣ_ΤΕΧΝΗΣ_)
Αρχικά, είναι θεμελιωδέστατη η ερώτηση για το ποιό είδος Είναι είναι εκείνο που αρμόζει στην έννοια του Χώρου[1]. Την  ερώτηση αυτή του Cassirer τη θεωρώ υψίστης χρησιμότητας για την κατανόηση της παρούσας προβληματικής μας περί το Είναι του χώρου. Ακολούθως, στη διερεύνηση του γνωσιακού προβλήματος εισάγεται στο κείμενο του Cassirer η έννοια Formwelt (κόσμος μορφών), που αφορά άμεσα στην αισθητική θεώρηση τού περί Χώρου ερωτήματος, ως κρίνουμε. Μάλιστα, επιστρατεύοντας τον Hildebrand[2] φαίνεται να προκύπτει για τον Cassirer, πως το πρόβλημα της μορφής (θεμελιώδης πλατωνική κατηγορία εξάλλου) σχετίζεται και αποσαφηνίζεται μόνο με την εισαγωγή της έννοιας του Χώρου και επιπλέον πως το φαίνεσθαι είναι χωρικό, καθόσον εκφράζεται ως εικόνα χωρικής αντίληψης. Είναι, θαρρώ, προφανές και εύκολα αντιληπτό πως οι όροι εκφράζεσθαι  και εικονίζειν  είναι σημαντικότατοι στην παρούσα διερεύνησή μας. Η έννοια Darstellung (παρουσίαση, παράσταση) που χρησιμοποιεί και προβάλλει ως καθοριστική χωρικώς, είναι μια έννοια που αφορά άμεσα στην αισθητική θεωρία. Μάλιστα είναι μια από τις βασικότατες έννοιες που χρησιμοποιεί παρακάτω[3], όταν υπεισέρχεται στην έρευνα του αισθητικού φαινομένου ή, για να είμαστε ακριβείς, στο πεδίο της Τέχνης.  

Ο Cassirer φαίνεται να κρίνει σπουδαία την εισαγωγή του περί Χώρου ερωτήματος στο πεδίο της Τέχνης[4], πράγμα που θεωρεί ως αναβάθμιση και αυτογνωσία της (Selbstbesinnung), τρόπον τινά. Αντιστρέφοντας, θα έλεγα πως η εισαγωγή της Τέχνης στο πεδίο του Χώρου, αν και εφόσον αυτά θεωρηθούν ως διακριτά, είναι το στοιχείο εκείνο που αναβαθμίζει ενδεχομένως την έννοια του Χώρου και οδηγεί σε μιαν «αποσαφήνιση» της όποιας «ουσίας» του (ουσίας που αποκηρύσσει ο Cassirer, όπως επίσης και μια ενδεχόμενη οντοποίηση του Χώρου, σημειωτέον). Περαιτέρω, στο κείμενο εισάγεται, έστω και εντός εισαγωγικών, ο φαντασμαγορικός όρος «λογική του Χώρου» (Logik des Raumes)[5] που εμφανίζει ανυπέρβλητες, ίσως, δυσκολίες αν μεταφερθεί στο πεδίο της επιστήμης (λόγου χάρη θα τον παρ-ουσίαζε νοήμονα…) ή ακόμη και της φιλοσοφίας, αλλά που προβάλλει πιθανόν διαχειρίσημος στο πεδίο της χ εξ Αποκαλύψεως (…) αλήθειας (ασφαλώς αν αφήσουμε ανοικτή, ολότελα επιστημονικοφρόνως…, την υπόθεση ύπαρξης μιας τέτοιας…), αφού αν ταυτιστεί το όντως Ον με το Χώρο, τότε ως φυσική συνέπεια έχουμε έναν «νοήμονα, ΛΟΓΙΚΟΝ» Χώρο, ή το Είναι χωροποιημένο και χωροκρατούμενο,  αφού το ίδιο το υπερβατικό Είναι είναι «ουσιωδώς» λογικό.   


Μια σημαντική παράμετρος του κειμένου, επιπροσθέτως, είναι πως υποβαθμίζοντας εμμέσως τη γεωμετρικήεπιστημονική θεώρηση του Χώρου (κατά μιαν αντίληψη εκτατότητας απλά) ως επικαλύπτουσα την ουσιώδη υπόστασή του, ή τουλάχιστον, πιο μετριοπαθώς, επισημαίνοντας την αδυναμία[6] της θεώρησης αυτής να αποφύγει διαλυτικές αντινομικότητες[7] στη θέαση της έννοιας του Χώρου, ο Cassirer υπερβαίνει, ως είπαμε, την έννοια της ουσίας για το Χώρο δια της έννοιας της Τάξεως ευκοσμίας Κάλλους ! Ως φαίνεται, αυτό που ουσιοποιεί το Χώρο είναι η Τάξις ευταξία και τίποτε άλλο. Όμως, ένα καταλυτικό στοιχείο που εισάγει εδώ είναι η έννοια της Σχέσης, καθώς θεμελιώνει τη θεμελιώνουσα το Χώρο Τάξη ευταξία κοσμιότητα στη Σχέση. Χαρακτηρίζει την ίδια την αλήθεια σχεσιακή και πως αυτή καθαυτή η φύση  του Χώρου είναι Σχέση και Τάξη. Ασφαλές μέσον για να αποφύγει κανείς τις αντινομίες[8], που φαντάζουν αναπόδραστες, κατά τον Cassirer, στα πεδία της Μεταφυσικής και της Επιστήμης είναι αποκλειστικά η έννοια της Τάξεως ευκοσμίας[9] και μόνον. Μάλιστα, παραμερίζεται ο απόλυτος νευτώνειος Χώρος γενόμενος Τάξη, με το να θεαθεί ως Τάξις και όχι ως πράγμαον. Έτσι, η αντικειμενικότητα του Χώρου είναι η αλήθεια των σχέσεων, γεγονός που εφάπτεται με τις αντιλήψεις της σύγχρονης φυσικής[10], όπως ομολογεί ο Cassirer. Κατά συνέπεια, ο κόσμος είναι ένα σύστημα συμβάντων  (System von Ereignissen) που διαπλάθουν Τάξη και που ο Χώρος και ο Χρόνος αναγκαστικά έπονται αυτών[11].  Ως φαίνεται, για μια ακόμη φορά, ο Χώρος χωροποιείται (ουσιώνεται) δια της Τάξεως. Είναι μια «συμπάθεια των όλων»[12] και μια, κατά Leibniz, ”ordre des coexistences possibles[13] Τάξις εν δυνάμει συνυπάρξεων.
Τέλος, παραδεχόμενος χωρίς μεγαλοποιήσεις, όπως δηλώνει, την Αυτάρκεια[14] του αισθητικού πεδίου προχωρά στο γίγνεσθαι μορφώνεσθαι του Χώρου[15], όπου ο Χώρος δεν θεωρείται σταθερός και δεδομένος αλλά προσλαμβάνει την «ουσία» του εξαρτώμενος από τα συμβάντα και την Τάξη τους όπου εντός τους μορφοποιείται. Σημειώνω ότι οι ανωτέρω εντοπισμοί που αφορούν στην πραγμάτευση της έννοιας του Χώρου θα μας απασχολήσουν αργότερα στην απόπειρά μας να ερευνήσουμε υπό οντολογικές προϋποθέσεις το περί Χώρου ερώτημα.

                         © ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ




[1] Βλ. Cassirer “Symbol, Technik, Sprache : Aufsaetze aus dem Jahren 1927-1933”, η παρούσα παραπομπή γίνεται από το κείμενο Raumtheorie, hg. Joerg Duenne και Stephan Guenzel, Suhrkamp Verlag, 2012, σελ. 488 όπου «Denn welches Sein – so muß jetzt gefragt werden – ist es,  das dem Raume zukommt? Daß wir ihm irgendein Sein zu sprechen müssen, scheint unausweichlich – den wie vermöchten wir sonst überhaupt von ihm zu ›sprechen‹, wie vermöchten wir ihn als dies oder das, als so – und nicht anders – beschaffen zu bezeichnen und zu bestimmen? »
[2] Ενθ. αν. σελ. 486
[3] Ενθ. αν. σελ. 496-498
[4] Ενθ. αν. σελ. 487 όπου «Spinnen wir die Analogie zwischen dem erkenntnis theoretischen und dem ästhetischen Problem weiteraus, so erscheint vielleicht die Hoffnung berechtigt, daß gerade das Raumproblem zum AusgangspunkteinerneuenSelbstbesinnungder Ästhetik warden könne : einer Besinnung, die nicht nur ihren eigentümlichenGegenstandsichtbar macht, sondern die sie zur Klarheit όberihreeigenenimmanentenMöglichkeitenhinleiten kann, – zur Erfassung des spezifischen Formgesetzes, unter dem die Kunst steht.»
[5]Ενθ. αν. σελ. 488
[6]Ενθ. αν. σελ. 488 όπου «Nicht nur die Entwicklung der Metaphysik, sondern auch die der klassischen Physik steht im Zeichen
dieser Antinomien. Auch der letzteren, auch der Physik Newtons, ist es, bei aller Großartigkeit ihres Gesamtentwurfs, nicht gelungen,
dieser letzten metaphysischen Schwierigkeiten Herr zu werden.»
[7]Ενθ. αν. σελ. 488 -489
[8]Ενθ. αν. σελ.489
[9]Ενθ. αν. σελ. 489 όπου «Eine prinzipielle Lösung dieser Schwierigkeiten war, in der Philosophie wie in der Naturwissenschaft, erst möglich, als beide sich, auf verschiedenenWegen, einen neuen Grund- und Ober begrifferkämpft hatten, der sich allmählich immer deutlicher und bewußter der metaphysischen Kategorie der Substanz überordnet. Es ist der Begriff der ›Ordnung‹, dem diese Leistung zufällt.»
[10]Ενθ. αν. σελ.490
[11]Ενθ. αν. σελ.490 όπου «…und in die Bestimmung dieser Ereignisse, in ihre gesetzliche Ordnung, gehen Raum und
Zeit als Bedingungen, als wesentliche und notwendige Momente ein.»
[12]Ενθ. αν. σελ.491
[13]Ενθ. αν. σελ.495
[14]Ενθ. αν. σελ.490 όπου «Und doch darf auch diese Selbständigkeit und diese Selbst genügsamkeit, diese eigentümliche
›Autarkie ‹ des «Ästhetischen, so sehr wir sie anzuerkennen haben, nicht überspannt werden.»
[15]Ενθ. αν. σελ.494 όπου «die Mannigfaltigkeit der möglichen Raumgestaltungen»

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Ο Peter Handke τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2019.

Όταν το παιδί ήταν παιδί, περπατούσε με κρεμασμένους ώμους, ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι, το ποτάμι να είναι ρέμα πελώριο, πλατύ και η λακκούβα αυτή με νερό να είναι η θάλασσα. Όταν το παιδί ήταν παιδί, δεν ήξερε ότι είναι παιδί, όλα τα πράγματα το γέμιζαν χαρά και όλες οι χαρές ήτανε μία. Όταν το παιδί ήταν παιδί, δεν είχε γνώμη για τίποτα, δεν είχε συνήθειες, καθόταν συχνά στα πόδια του και άρχιζε ξαφνικά από το τίποτα να τρέχει, είχε στα μαλλιά μια κορφή και δεν έπαιρνε ύφος στις φωτογραφίες. Όταν το παιδί ήταν παιδί, ήταν η εποχή για τις εξής απορίες: Γιατί αυτός είμαι εγώ και δεν είμαι εσύ; Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί; Πότε άρχισε ο χρόνος και πού τελειώνει ο κόσμος; Μην είναι άραγε μόνο ένα όνειρο η ζωή στη γη; Μην είναι ό,τι βλέπω και ακούω και μυρίζω μόνο το είδωλο ενός κόσμου πριν τον κόσμο; Υπάρχει αλήθεια τo Κακό και άνθρωποι που είναι πραγματικά κακοί; Πώς γίνεται, εγώ, που υπάρχω, να μην υπήρχα πριν να υπάρξω και πώς μια μέρα εγώ, που είμαι, δεν θα είμαι πια αυτός που είμαι; Όταν το παιδί ήταν παιδί, του έφερνε αναγούλα το σπανάκι, ο αρακάς, το ρυζόγαλο και το βραστό κουνουπίδι, τώρα όμως τα τρώει όλ’ αυτά –όχι μόνο γιατί πρέπει. Όταν το παιδί ήταν παιδί, ξύπνησε μια φορά σε ξένο κρεβάτι, τώρα όμως νομίζει πως ξυπνάει συνέχεια σε ξένο· πολλοί άνθρωποι του φαίνονταν όμορφοι, τώρα όμως του μοιάζει ευτύχημα να δει ωραίους ανθρώπους· είχε μια καθαρή εικόνα για τον Παράδεισο, που τώρα έχει απομείνει μια μάλλον θολή υποψία· του ήταν αδύνατον να διανοηθεί το Τίποτα, ενώ τώρα ανατριχιάζει με τη σκέψη. Όταν το παιδί ήταν παιδί, έπαιζε μ΄ενθουσιασμό, ενώ σήμερα αισθάνεται δοσμένο σε ένα πράγμα όπως τότε, μόνο όταν αυτό το πράγμα είναι η δουλειά του. Όταν το παιδί ήταν παιδί, του έφτανε ένα μήλο, λίγο ψωμί και το ίδιο είναι και τώρα. Όταν το παιδί ήταν παιδί, τα μούρα βάραιναν στη χούφτα του μόνο σαν μούρα και το ίδιο είναι και τώρα· η γλώσσα του γινότανε στυφή απ΄τα χλωρά καρύδια όπως και τώρα, σε καθεμιά βουνοκορφή ένιωθε μια λαχτάρα για μια ακόμα πιο ψηλή, σε κάθε πόλη λαχταρούσε μια ακόμα πιο μεγάλη και το ίδιο είναι και τώρα. Σκαρφάλωνε να φτάσει τα κεράσια της ψηλότερης κορφής με μια τρελή χαρά και το ίδιο παραμένει και τώρα· είχε για τους αγνώστους την ίδια ντροπή που νιώθει και τώρα· περίμενε το πρώτο χιόνι, όπως το περιμένει και τώρα. Όταν το παιδί ήταν παιδί, σημάδεψε το δέντρο μ’ ένα ξύλο μακρύ, που εκεί πάλλεται ακόμα και τώρα. Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκη [Πηγή: www.doctv.gr]

«Τραγούδι της παιδικής ηλικίας» (Lied Vom Kindsein), [Πηγή: www.doctv.gr]
Τραγούδι της παιδικής ηλικίας 






Wim Wenders Peter Handke 



Πηγή A: http://frear.gr/?p=24807
Πηγή B: https://www.doctv.gr/

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

Στην σπουδαία ποιήτρια Ζέφη Δαράκη για το σύνολο του έργου της απονεμήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, κατά την τελετή έναρξης του 5ου Διεθνούς Φεστιβάλ ποίησης της Αθήνας, το νεοθεσπιζόμενο βραβείο του Κύκλου Ποιητών στη μνήμη της Βarbara Fields-Siotis.
Η B. Fields υπήρξε αφοσιωμένη στη στήριξη και διάδοση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης έξω από τα σύνορά της και το βραβείο αυτό θα απονέμεται στο εξής εναλλάξ σε έναν Έλληνα και έναν ξένο ποιητή στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ που διοργανώνει ο Κύκλος Ποιητών κάθε χρόνο.
Το βραβείο συνοδεύτηκε από χρηματικό έπαθλο ύψους 2.000 ευρώ και από έναν πίνακα του ζωγράφου Κώστα Σιαφάκα.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ "Ο ΜΕΓΑΠΕΝΘΗΣ"






Ο ΜΕΓΑΠΕΝΘΗΣ
(Κερύνεια η ανασκολοπισμένη)
 ΠΡΟΛΟΓΟΣ (απόσπασμα)


1            ΜΝΗΜ.: Άγιο μου κοριτσόπουλο για τάνυσε το χέρι
              Κι άδραξε τη γιαγιάκα σου σαν πρωτινό σου ταίρι
              Ακλούθα με, να σε χαρώ, σε ταπεινά δρομάκια
              Αλαργινά κι απάτητα σαν Άδου χαμαυλάκια
                                                 *
5             Εμένα που ξεγέννησα το φρούμασμα τ’ Ολύμπου
               Τη μάνα των εννιά Μουσών, θεία σπορά του τύμβου
               Χαρίτωσα μ’  αγιόπνεμα το σμίλεμα τ’ ανθρώπου
               Εγλύκανα το κοίταγμα του κόσμου και του τόπου
                                                  
                Ρίμες, μέλη αρμάθιασα με τ’ ουρανού το σέλας
10           Φιλόσοφος ο στοχασμός μα κι άπλερο το σέβας
                Στη μνήμη καταγράφονται ως πλάκες Δεκαλόγου
               Φωνές, συμβάντα, καημοί λόγου και υπερλόγου



 ΠΕΡΙΛΗΨΗ  «ΜΕΓΑΠΕΝΘΗ»

            Ετούτο το έργο έχει την ευήθη φιλοδοξία να αφυπνίσει! Να κεντρίσει εγερτηρίως  ένα μικρό λαό, ο οποίος αποχαυνώθηκε  νεκρικά στης ύλης την πλανεύτρα ειδωλολατρία, στου ανθρωποφάγου θεού Μαμωνά την αδιάρρηκτη πέδη, στης καταπτύστως νεφελοβατούσας  έπαρσης (βλ. «Ὓβρις» > «Ἄτις») την αυτοκαταστροφική λαγνεία. Ετούτη η επάρατη φάρα, δεν είν’ άλλη από τους σημερινούς Νεοκυπρίους οι οποίοι, καμιά σχέση δεν έχουν με τους εγγύς προγόνους τους: τη θεήλατη εκείνη γενιά του  ʼ50, στην αφανή αναστροφή και βιοφιλοσοφία της οποίας «έπαλλε η γνήσια συνείδηση του όλου Ελληνισμού» (Γ .Σεφέρης).
 «Μέλος ἐκ μέρους» (Α΄Κορ. ιζ΄, 27), οι αείποτε ιδιότυποι ετούτοι Έλληνες  ξεκίνησαν προοδευτικά να απομακρύνονται από τον εθνικό κορμό. Συνειδητά δε, δεν επεδίωξαν την ΕΝΩΣΗ- κάτι που κάμανε οι θεριακωμένα ανυπόταχτοι Κρήτες- σαθροθεμελιώνοντας αντ’ αυτής, ένα υβριδικό   Κράτος:  ετούτο, έμελλε –φυσιολογικά- να επιβιώσει ασθμαίνοντας, μοναχά για τρία χρόνια, μιας και ήταν το θνησιγενές έκτρωμα μιας «παρά φύσιν» και « παρά λόγον», έκνομης συνουσίας! Ο βασικός λόγος για τις εν γένει   τραγελαφικά    αυτοαναιρούμενες και παραλόγως φαιδρές πολιτικοκοινωνικές παλινωδίες των Κυπρίων ( από το δεύτερο μισό του 20ου αι. μέχρι σήμερα) είναι η διαχρονικά εγγενής τους φιλαργυρία! Το φοινικικό αίμα και πνεύμα του σιχαμερά προσκυνημένου  εμπόρου υποσκέλισε κείνο του ολυμπίως χριστοφόρου  απροσκύνητου Έλληνα.
Ο τελευταίος άθλος των Κυπρίων ήταν ο ένοπλος αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. για την  Ένωσή τους με τη μητέρα Ελλάδα. Η  προδοτικώς αήθης παρασπονδία στον όρκο τους  είναι το αμείλιχτο κείνο θεριό που θα τους αφανίσει από προσώπου γης: το αμόλυντό   αίμα κείνων των ηρώων βρυχάται, αιτώντας δικαίωση! Σ’ αυτούς λοιπόν, και στον Αρχηγό τους, είναι ευγνωμόνως αφιερωμένη  η παρούσα λογοτεχνική απόπειρα.
Το έργο ακολουθεί τη συνεκτική δομή ελληνικής αρχαίας τραγωδίας (επεισόδιά,  στάσιμα, κομμοί κ.τ.λ.), προσπαθώντας να μείνει πιστό σε  μια ποικιλοτρόπως εναλλασσόμενη μετρική γραφή (δεκαπεντασύλλαβος, δεκαεξασύλλαβος κ.ά.). Η αυτοεξελισσόμενή του  δομή βασίζεται σ’ ένα φτιαχτό μύθο: η προσωποποιημένη Κερύνεια-η κατεχόμενη πόλη/ σύμβολο-συλλαμβάνεται ως ημιθέισσα Νύμφη στους παράκτιους όρμους της Πόλης του Πραξάνδρου: γεννιέται  ως ένας παράνομος καρπός ενός παράφορου ερωτικού οίστρου, ενός θεόσταλτου ιμέρου, ο οποίος έμελλε να συνενώσει τα επίγεια με τα ουράνια! Εν συνεχεία,  εγκαταλείπεται ανάλγως από τη βιολογική της μητέρα κι ανατρέφεται από τις αφροφίλητες Νηρηίδες.
Μετά από χρόνια, την ξανασυναντούμε σε άθλια πλέον κατάσταση: δέσμια, δεινώς ακρωτηριασμένη κι αιμόφυρτη κείτεται στο μεσαιωνικό κάστρο της Πόλης. Η αξιοθρήνητή της αυτή κατάσταση  ανακαλεί στη μνήμη μας την παρομοίως τραγική εγκαταβίωση του Φιλοκτήτη μες στο άβατο από θεούς κι ανθρώπους, σπήλαιό του. Η Κερύνεια κράζει απεγνωσμένα για βοήθεια. Την επισκέπτονται η μάνα της (Μνημοσύνη), συνοδευόμενη από την εγγονή της (Λήθη). Αφού αλληλοσυγχωρεθούν εξιλεωτικά,  υπόσχονται ότι θα αναλάβουν μια κηρυκτική σταυροφορία στις ελεύθερες περιοχές του Νησιού, προκειμένου να εξασφαλίσουν την προαπαιτούμενη συνδρομή για την απελευθέρωσή της. Η Κερύνεια τούς αποκαλύπτει ότι φυλάσσει ιεροπρεπώς   ένα  Άγιο-Δισκοπότηρο,  με το οποίο αναμένει τους επιγόνους εναγωνίως,  προκειμένου  να τους κοινωνήσει σωστικά.
Παρεμβάλλεται ανακλητικά μια σύντομη αναδρομή στην πολυτάραχη ιστορία της Κύπρου, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα: Όμηρος, «Κύπρια έπη» , Κλασσικοί Χρόνοι (Ζήνων ο Στωικός, ο Κιτιεύς) , Αρχαία Βασίλεια (Σόλοι, Κίτιον, Σαλαμίνα, Πάφος κ.ά.), Περσικοί Πόλεμοι(Κίμων), Μεγαλέξανδρος, Ρωμαιοκρατία, Βυζάντιο, Φραγκοκρατία-Ενετοκρατία, Τουρκοκρατία, Αγγλοκρατία.  Απάντων  δε τούτων  το τέλος, η Τουρκική Εισβολή του ʼ74.
Κατακλειστικά , καταφθάνει –ασθμαίνουσα και καταπικραμένη- η Μνημοσύνη, κομίζοντας την ειδησιακή ψυχρολουσία της πλήρους απαξιωτικής αδιαφορίας εκ μέρους των καλοπερασάκηδων Νεοκυπρίων!  Ως   θεόσταλτος εξ ουρανού εξάγγελος, εμφανίζεται η πανώρια Άπτερος Νίκη δίνοντας τοιουτοτρόπως, μια ευέλπιδα ευτονία στην όλη καταθλιπτική εξέλιξη. Σχεδόν ταυτόχρονα- ως «από Μηχανής Θεός»- παρουσιάζεται και ο θρυλικά μυριοτραγουδισμένος ακρίτας του Βυζαντίου, ο Διγενής.
Η εξόδιος αποχώρηση από το προσκήνιο όλων των συμπρωταγωνιστών γίνεται με τη χορική συνψαλμωδία του παιανικού «Χριστός Ανέστη»: μια ωχρή αχνοχαραμάδα ελπίδας αφήνεται να αιωρείται στον αέρα και στις ψυχές των αναγνωστών/θεατών. Μια σύντομη  όμως ματιά στην τρέχουσα καθημερινή   ειδησεογραφική επικαιρότητα έρχεται   να τη διαψεύσει πικρώς.   Η αφεύκτως επικείμενη συγκαταρίθμηση της Κύπρου στον ψυχοσπάραχτο κατάλογο των αλησμονήτως «χαμένων πατρίδων»,ρίχνει  έντομα τη θανατερή της σκιά…    
                        




Ο Παντελής Χρ. Στεφάνου κατάγεται από την Κύπρο. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας (Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Θεσσαλίας) και Θεολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών), με περεταίρω σπουδές στη Ρωσία. Εργάστηκε στη Μέση (Κύπρος-Ελλάς) και Ανώτερη Εκπαίδευση (Ρωσία-Ουκρανία), καθώς επίσης και στην Αρχιεπισκοπή Κύπρου (Γραφείο Θρησκευτικής Διαφωτίσεως). Εξέδωσε εννέα Ποιητικές Συλλογές και ένα Μυθιστόρημα. Δημοσίευσε πλήθος άρθρων σε ελληνικές, κυπριακές και παροικιακές εφημερίδες. Υπήρξε πρώην ποδοσφαιριστής της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (Κ.Ο.Π.). Είναι γνώστης της Βυζαντινής Μουσικής (Δημοτικό Τραγούδι). Μιλάει Αγγλικά και Ρωσικά.


 ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ


-Επιμνημόσυνε Ραψωδίες (Αυτοέκδοση), Λευκωσία 2005, σσ.: 55.

πομνημονεύματα Στιχηρά, Εκδ.: «Επιφανίου», Λευκωσία
2007, σσ.: 175.

-Μνήμης Αναβαθμοί, Εκδ. «Εν Τύποις», Λευκωσία 2009,σσ.:130.
-Ανάπαιστοι Εξαπτέρυγοι, Εκδ. «Γαβριηλίδης», Αθήνα 2011, σσ.:135.

-Μνημοσύνης Απόστιχο, Εκδ.: « Ιωλκός», Αθήνα 2012, σσ.: 160.

-Πολύμνιας Βακχείοι, (Αυτοέκδοση),Λευκωσία 2012, σσ.: 140.

-Άσμα Δοξαστικό, (Αυτοέκδοση), Λευκωσία 2013, σσ.: 70.

-Σαπφικά  Απηχήματα, (Αυτοέκδοση), Αγία-Πετρούπολη 2014, σσ.: 50.

-Λιοντόκαρδος  ο Κυπριώτης, (Αυτοέκδοση),  Αγία-Πετρούπολη 2014      σσ.: 250 

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ "ΔΙΑΚΟΠΕΣ ' 94"


ΔΙΑΚΟΠΕΣ ' 94

Είχαν μέρες να τον δουν.
Κατακαλόκαιρο και θάρρεψαν πως έλειπε.
Κανείς δεν τον είδε ν' ανοίγει τα συρτάρια
μαζεύοντας σχέδια που δεν ολοκλήρωσε,
γράμματα ανεπίδοτα
όνειρα αφημένα στα χαρτιά.
Ούτε που τους ξανά 'τυχε να δουν
κατακαλόκαιρο το τζάκι να καπνίζει.




ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιά το 1945, και είναι Αχαιός στην καταγωγή. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία από το 1971. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 13 βιβλία με ποίηση και δοκίμια. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά “Νέα Εστία”,” Νέα Σύνορα”, “Νέα Σκέψη” ,”Αιολικά Γράμματα”, “Μανδραγόρας” κ.ά. και έχουν περιληφθεί σε αρκετές ανθολογίες. Έχουν επίσης μεταφραστεί στα γαλλικά και στα αλβανικά.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Παναγιώτης Παπατσώνης "Ἐθνεγερσία -Σολωμὸς - Κάλβος"


(24 Μαρτίου 1970)

Ἀπό «Το Εἰκοσιένα» Πανηγυρικοί Λόγοι Ἀκαδημαϊκῶν, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθῆναι 1977.


Μέρος Δεύτερο

Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ὁ σημερινὸς πανηγυρισμός μας ἂς ἀπομακρυνθῇ, λοιπόν, ἀπὸ τοὺς σχηματικοὺς ἀφορισμοὺς καὶ τὰς αὐστηρὰς ἱστορικὰς καταγραφὰς τῆς Κλειοῦς• ἃς προστρέξωμεν μᾶλλον εἰς τοὺς προσιδιάζοντας πρὸς ἕν δοξαστικὸν μνημόσυνον Παιᾶνας καὶ τὰς ἐξαϋλωτικὰς καὶ τὰς ἀποπνευματωμένας μυστικὰς ἐξάρσεις τῶν δύο μελικῶν ἀπογραφέων τοῦ Ἔπους τῆς Παλιγγενεσίας. Τὸ ἱερὸν μέλος ἀκουόμενον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην θὰ καταστήσῃ τὸν ἑορτασμὸν μᾶλλον κατανυκτικόν, διότι ἡ ὑψηλὴ ποίησις κατέχει τὸ δώρημα νὰ μεταθέτῃ τὸ παρελθὸν εἰς τὸν παρόντα χρόνον, νὰ καταδεικνύῃ τὴν ἄφθορον ἀθανασίαν παρῳχημένων, ἀλλὰ πάντοτε ζωτικῶς ἐνεργῶν, ἄθλων.

Καὶ πρῶτος ἂς συμπαρεδρεύσῃ μεταξύ μας ὁ Ἀνδρέας Κάλβος. Δὲν ἀποτελεῖ ἄστοχον ἰδέαν ὁ παραλληλισμὸς του πρὸς τὸν Πίνδαρον. Ὁ Πίνδαρος, διὰ νὰ ἐξάρῃ ἀγωνιστικοὺς θριάμβους, συνέδεε τοὺς δοξαστικοὺς παιᾶνας του πρὸς τὰς θεότητας, αἱ ὁποῖαι ἐδοξάζοντο εἰς τοὺς ἱεροὺς χώρους τῶν ἀγώνων, ἢ ἐπεκαλεῖτο τοὺς Ὀλυμπίους προκειμένου νὰ τιμήσῃ πρόσωπα ἀρχόντων. Προσέδιδεν οὕτω εἰς κάθε ὠδήν του ὑποβλητικὴν θρησκευτικότητα, καθιστῶν αὐτοὺς αἴνους πρὸς τὸ θεῖον καὶ συνάμα δοξολογίαν ἔργων ἀνδρῶν ἀξίων, εἰς τρόπον ὥστε ἑκάστη ὠδὴ ἐτελειοῦτο εἰς μεγαλοπρεπῆ ἑορταστικὴν σύνθεσιν.

Ὁ Ἀνδρέας Κάλβος, ἀφοῦ ἀνελίξῃ διὰ τῆς φιλοπάτριδος καὶ λατρευτικῆς φαντασίας του ἐνώπιόν του ὁλόκληρον τὸ πολύπτυχον τοῦ Ἀγῶνος, τὸ περιβάλλει διὰ φωτεινοῦ στεφάνου καί, φιλοτεχνῶν ἑκάστην εἰκόνα μετ' ἐνθουσιώδους περιτέχνου μανίας, συνδέει τὰ γεγονότα καὶ μεγαλουργήματα πρὸς τὴν ἑλληνικὴν φύσιν, τὰς θαλάσσας, τὰ ὄρη, τὰς νήσους, ἅπαντα ἐν ἐξαϋλώσει. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἴδια αὐτὴ ὑπέροχος καὶ πραεῖα ἑλληνικὴ φύσις κατὰ τοὺς παλαιοὺς χρόνους δὲν εἶχε θεοποιηθῇ;

Ὁ φοβερὸς Κρονίων, ὁ φωτεινὸς Ἀπόλλων, ὁ Ὠκεάνειος Ποσειδῶν, ἡ Ἀθηνᾶ ἡ γλαυκῶπις προστάτις τοῦ Ἄστεως, ὁ πολεμικὸς Ἄρης, ἡ σκιερὰ Ἑκάτη, ἡ Ἄρτεμις τῶν δρυμῶν, ἡ Θέτις τῶν θαλασσῶν, ὁ ὀργιαστὴς Διόνυσος, ὁ ἀρκαδικος Πάν, ὅλοι μὲ συνοδούς των κατὰ σμήνη, τὰς Δρυάδας, τὰς Νηρηίδας, τὰς Μούσας, τὰς Χάριτας, τὰς Ἀμαζόνας, τοὺς Σατύρους, τοὺς Κάβειρους, ὁλόκληρον τὸ Πάνθεον τοῦτο προσωποποιεῖ καὶ θεοποιεῖ πᾶσαν ἄκραν τοῦ ὡραίου ἑλλαδικοῦ χώρου, χερσαίου, ὀρεινοῦ, νησιώτικου, ποταμίου ἢ θαλασσίου. Πρὸς τὰς θεότητας ταύτας προστρέχει καὶ ὁ Κάλβος συμπλέκων τὰ ἐθνικὰ κατορθώματα μετ' αὐτῶν εἰς τὰς ὠδάς του. Ἂς μὴ νομισθῇ ὅμως, ὅτὶ ὁ διάκοσμος οὗτος, ὁ ἀντλούμενος ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν λατρείαν, ἀπομακρύνει τὸν ἐθνικὸν ποιητὴν ἀπὸ τὴν προσήλωσίν του πρὸς τὴν λατρείαν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ὑπερμάχου Στρατηγοῦ. ἡ ἀδομένη εὐτολμία τῶν Ἑλλήνων δὲν ἔχει τὴν πηγήν της εἰς τοὺς Ὀλυμπίους. Αἱ ψυχαὶ καὶ αἱ καρδίαι τῶν ἀγωνιζομένων ἀλλοῦ εἶναι ἐστραμμέναι, προσβλέπουν πρὸς τὸ μέγα καὶ ἄσβεστον ἰδανικόν, τὴν συληθεῖσαν Καθέδραν τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, τὴν αἱματοβαφῆ μνήμην τοῦ Παλαιολόγου, τὴν παλαιὰν μαρμαρυγὴν τῆς Βασιλίδος. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀντλοῦν τὸ θάρρος των. Καὶ τοῦτο δὲν παύει νὰ φωτίζη διὰ τοῦ μελιχροῦ τοῦ φωτὸς τὰς Καλβείους ὠδάς, χωρὶς αἱ ἔκπαγλοι στιγμιαῖαι ἀναλαμπαὶ τῶν Ἀπολλωνίων λαμπηδόνων νὰ ἐμποδίζουν τὴν τελικὴν κατάνυξιν τοῦ χριστιανικοῦ ἡμίφωτος, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἐσχεδιάσθη καὶ ἐξυπηρετήθη ὁ ἀγών. Χωρὶς βεβαίως, εἰς τὸ ἀπώτερον βάθος, νὰ μὴ ἀχνοφέγγουν ἀμυδρῶς αἱ μνῆμαι τῶν ἀρχαίων κλεῶν. Δικαίως λοιπὸν αἱ ὑπερφυεῖς αὐταὶ συνθέσεις παραλληλίζονται πρὸς τὰς πινδαρικὰς ὠδάς, ὅπου τὸ θεῖον προσμιγνύμενον πρὸς τὸ ἀνθρώπινον, κατεργάζεται τὸ θαυμάσιον, τὰ μυστικὰ ἐκεῖνα ἀθλήματα, τὰ ὁποῖα συνθέτουν τὸ μέγα πολύπτυχον τοῦ νεωτέρου ἔπους τοῦ Γένους ἡμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν τὴν ἀκολουθήσασαν ἐλευθέραν ἐθνικὴν ὀντότητά μας. Ἂς ἀποτελέση τὸ ἄκουσμα ὑπὸ τὸν θόλον τοῦτον τοῦ μέλους τοῦ ποιητοῦ ἔναυσμα, πρὸς ἀναζωπύρησιν τῶν εὐγνωμόνων συναισθημάτων, τὰ ὁποῖα χρεωστοῦμεν εἰς ὅσους διὰ τοῦ αἵματός των μας ἐδώρησαν τὴν ποθητὴν ἐλευθερίαν.

Ἰδοὺ μερικοὶ τίτλοι τῶν ὠδῶν, ἄλλων ἀναφερομένων εἰς ἀφῃρημένας ἠθικὰς ἰδέας, ἄλλων εἰς συγκεκριμένας ἡρωικὰς τοποθεσίας τοῦ Ἀγῶνος, ἢ γεγονότα ἀθάνατα:

Εἰς Δόξαν, εἰς Θάνατον, εἰς Νίκην, εἰς τὴν Ἐλευθερίαν. Καὶ ἄλλαι ὠδαί, εἰς Χίον, εἰς Πάργαν, εἰς Ἀγαρηνούς, Ἡ Βρεταννικὴ Μοῦσα (ἀφιερωμένη εἰς τὸν Βύρωνα καὶ τὸ Μεσολόγγι), εἰς Σάμον, εἰς Σοῦλι, εἰς τὸν Ἱερὸν Λόχον. Ὅ,τι ἄξιον, ὅ,τι τίμιον ἔχει ὑμνηθῆ καὶ ὁ τόνος εἶναι ὁ ἐμπρέπων. Ὅλα τὰ καθ' ἕκαστα θέματα, τεχνηέντως τὰ συνδέει μὲ τὰ ὑπερούσια ὄντα, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ κλασσικὴ τοῦ ποιητοῦ παιδεία τὰ εἶχε συνυφάνει, τοποθετοῦνται δὲ αἱ ἡρωικαὶ περιστάσεις τοῦ Ἀγῶνος ἀνάγλυφοι εἰς μαρμαρίνην πλάκα, λατρευτικαὶ ἀπεικονίσεις πράξεων ἀρίστων, διεπόμεναι πᾶσαι, παρὰ τὴν διακοσμητικὴν μεσολάβησιν τοῦ ἀρχαίου κάλλους, ἀπὸ τὴν ἀρραγῆ καὶ ἄσβεστον πίστιν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν πάσχουσαν Πατρίδα. Διὰ τοῦ μεγαληγόρου τούτου τρόπου, κατέλειπεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἐθνικὸς ψάλτης μνημεῖα ἐπάξια.

Ἂς ἀκουσθῶσι τώρα, ὡς ἀναβαθμοὶ ἀνάγοντες πρὸς τὰ ὑψηλὰ νοήματα, ἐπικλήσεις τινὲς τοῦ Ποιητοῦ:

Τὴν τῶν θεῶν φροντίδα, 
Ἑλλὰς ἡρώων μητέρα, 
φίλη, γλυκεῖα πατρίδα μου,
νύκτα δουλείας σ' ἐσκέπασε, 
νύκτα αἰώνων.

Ἀλλὰ τὴν νύκτα αὐτὴν τὴν σκοτεινὴν ἀκολουθοῦν ἄλλαι ἐπικλήσεις, διὰ τῶν ὁποίων προβάλλονται τὰ μέσα τῆς ἀποσείσεώς της. Ὁ ὑμνῶν τὴν δόξαν ψάλλει:

Ἔσφαλεν ὁ τὴν δόξαν 
ὀνομάσας ματαίαν 
καὶ τὸν ἄνδρα μαινόμενον 
τὸν πρὸ τοιαύτης καίοντα 
θεᾶς τὴν σμύρναν.

Δίδει αὐτὴ τὰ πτερὰ 
καὶ εἰς τὸν τραχύν, τὸν δύσκολον 
τῆς Ἀρετῆς τὸν δρόμον 
τῶν ἀνθρώπων τὰ γόνατα 
ἰδοὺ πετάουν.

Μικρὰν ψυχήν, κατάπτυστον, 
κατάπτυστον καρδίαν 
ἔτυχ' ὅστις ἀκούει 
τῆς δόξης τὴν παράκλησιν 
καὶ δειλιάζει.

Καὶ πάλιν ἑτέρα Ὠδή, εἰς Ἐλευθερίαν, ἐπικαλεῖται τὴν τὰ πάντα δυναμένην Ἀρετὴν:

Ὦ Ἀρετή! πολύτιμος 
θεά, σὺ ἠγάπας πάλαι
τὸν Κιθαιρῶνα, σήμερον 
τὴν γῆν μὴ παραιτήσῃς, 
τὴν πατρικήν μου.

Διὰ νὰ προτρέψῃ, ὡς ὁ πάλαι διὰ τοῦ «Ἴτε, παῖδες Ἑλλήνων», πρὸς τὸν θαρραλέον ἀγῶνα ψάλλει:

. .. Τρέξατε δεῦτε
οἱ τῶν Ἑλλήνων παῖδες•
ἦλθ' ὁ καιρὸς τῆς δόξης,
τοὺς εὐκλεεῖς προγόνους μας 
ἂς μιμηθῶμεν.

Καὶ στίχοι, ὠθοῦντες πρὸς τὴν κατάνυξιν, ἂς προτρέψουν ἡμᾶς, τοὺς ἐδῶ παρόντας, εἰς σεβασμὸν τῆς μνήμης τῶν ἡρώων:

Εἰς τοῦτον τὸν ναόν, 
τῶν πρώτων Χριστιανῶν 
παλαιότατον κτίριον, 
πῶς ἦλθον; πῶς εὑρίσκομαι
γονατισμένος;

Ἐδὼ σίγα• κοιμῶνται 
τῶν ἁγίων τὰ λείψανα• 
σίγα ἐδώ, μὴ ταράξῃς 
τὴν ἱερὰν ἀνάπαυσιν
τῶν τεθνημένων.

Καὶ ἕνα κρύον φωτίζει 
λευκόν, σιγηλὸν μάρμαρον• 
σβησθὲν λιβανιστήριον, 
κερία σβηστὰ καὶ κόλυβα
ἔχει τὸ μνῆμα 
Ὦ παντοδυναμώτατε!...
. . . λείπει
ἡ ἀναπνοή μου!

Ἐνῷ ἀλλαχοῦ θρηνῶν ἀλλὰ καὶ δοξάζων τὸν Βύρωνα συμπλέκει τὸ ὑποκειμενικόν, ἀνθρώπινον συναίσθημα, πρὸς τὴν ἠθικὴν ἰδέαν, ἥτις μεταβάλλει τὸν κλαυθμὸν εἰς σπονδήν, καὶ καταλήγει, καλῶν εἰς ἅμιλλαν:

Ἀνηρ κατὰ τὸν φύσεως 
νόμον τὸν ἄνδρα κλαίω• 
δὲν χύνονται τὰ δάκρυα 
ματαίως ἐπὶ τὸν τάφον 
τῶν εὐδοκίμων.

Ἡμεῖς ὅμως χηρεύομεν.
Τὰς θλίψεις θεραπεύει 
καὶ ἄγει ὁ θρῆνος εἰς ἅμιλλαν
ἀρετῆς τὴν φιλόδοξον
σπορὰν τοῦ ἀνθρώπου.

Τὸ ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἡρωικὴν ὑμνολογίαν τοῦ Κάλβου, τὸ ὁποῖον ἐπιρρωννύει τὸν παραλληλισμὸν πρὸς τὸν Πίνδαρον, εἶναι αἱ περίτεχνοι ἐναλλαγαὶ τῆς ποιητικῆς προσφορᾶς του, διὰ μέσου τῆς κλασσικῶς ἰδιοτύπου μετρικῆς τῶν στροφῶν του, ποικιλίας μορφῶν, διὰ τῶν ὁποίων τελειοῦται ἡ αἰσθητὴ σύνθεσις: ὁτὲ μὲν ἡ ὠδὴ ἐκσπᾶ εἰς ἐπίγραμμα, ὁτὲ δὲ εἰς ἠθικὸν ἀφορισμόν, ὁτὲ εἰς προτρεπτικὸν κέλευσμα, ὁτὲ δὲ πάλιν εἰς ἀπόφθεγμα, πάντοτε ὅμως τὸ σπέρμα, ὁ πυρὴν τῆς ὠδῆς παραμένει μεστός, ὡς ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς ὁμολογεῖ καὶ ὁμολογῶν διδάσκει, μεστὸς ἀπὸ «αἰσθήσεις ὑψηλονόους». Ἐπιτυγχάνεται δὲ τοῦτο τὸ θαυμάσιον δώρημα τῆς καθαρᾶς τέχνης: ἐπιγράμματα, ἀποφθέγματα, προφητικαὶ ὑποθῆκαι, ἠθικὰ διδάγματα, πολεμιστήρια σαλπίσματα, ἔννοιαι ἅπασαι σμιλευμέναι εἰς μορφὰς ἀρχαϊκῶν ἀναγλύφων ἐξηγγελμέναι διὰ γλωσσικοῦ ἰδιώματος ἐντελῶς προσωπικοῦ καὶ ἀπολύτως ἡρμοσμένου, οὐδέποτε λησμονοῦν ὅτι ἀποτελοῦν ἅπαντα στοιχεῖα τέχνης, οὕτως ὥστε τὸ τελικῶς ἐπιβαλλόμενον καὶ ὑποβάλλον καταλήγει νὰ εἶναι ἡ αἰσθητικὴ μετουσίωσις. Θὰ ἀρκέσῃ διὰ νὰ καταδείξῃ τοῦτο ἡ μνεία καὶ μόνη τῆς πενταστίχου στροφῆς, διὰ τῆς ὁποίας περαίνεται ἡ θαυμασία ὠδὴ εἰς τὰ ἐρημωθέντα Ψαρά, σύμβολον αἰώνιον τραγικοῦ μεγαλείου καὶ καθαρῶς ἑλληνικῆς θυσίας. Ἡ ὠδὴ καταλήγει ὡς ἑξῆς:

Ἐπὶ τὸ μέγα ἐρείπιον 
ἡ ἐλευθερία ὁλόρθη
προσφέρει δύο στεφάνους• 
ἕν’ ἀπὸ γήϊνα φύλλα, 
κ’ ἄλλον ἀπ' ἄστρα.

Ἡ ἱερατικοῦ καὶ τελετουργικοῦ μεγαλείου εἰκών, ὅπου ἀνθρωπίνη ψυχὴ δὲν ἔχει ἀπομείνει ἀλλὰ μόνη λειτουργός, θεοποιημένη, προσέρχεται ἡ ἐλευθερία, ἐπισφραγίζει τὴν τετελειωμένην θυσίαν, διὰ τῆς διπλῆς προσφορᾶς της, ὑπὸ μορφὴν δύο στεφάνων, ἑνὸς δηλοῦντος τὴν ἐσαεὶ εὐγνώμονα ἀνάμνησιν τῶν Ἑλλήνων, καταθετόντων τὰ γήινα φύλλα καὶ τοῦ ἑτέρου οὐρανίου, ἀποθεωτικοῦ, στεφάνου ἐξ ἀστέρων. Καὶ ταῦτα τελοῦνται ἐπὶ τὸ «μέγα ἐρείπιον». Πῶς διὰ δύο μόνον λέξεων μετατιθέμεθα ἐνώπιον ἑνὸς ἀθανάτου χώρου. Εὐτυχὴς ἡ ἠρημωμένη ράχις τῶν Ψαρῶν, ἡ ἀποτελέσασα ἕν ἐκ τῶν τιμιωτέρων συμβόλων τοῦ Ἀγῶνος, εὐτυχὴς διότι μετετέθη εἰς τὴν ἀθανασίαν μέσῳ τῆς ἀφθάστου κάλλους ἀπεικονίσεως καὶ ἐξυμνήσεως δύο ἐκ τῶν μεγίστων ἡμῶν ποιητῶν, τοῦ Κάλβου καὶ τοῦ Σολωμοῦ. Καὶ μόνη ἡ στροφὴ αὐτὴ θὰ ἤρκει διὰ νὰ καταδείξῃ, πῶς τὰ ποικίλα στοιχεῖα, αἱ ποικίλαι μορφαὶ αἱ ἐκτυλισσόμεναι μέσῳ τῶν ὠδῶν τοῦ Κάλβου, δύνανται νὰ καταλήξουν προσμιγνυόμεναι, εἰς ἐπίτευγμα ἀπολύτου αἰσθητικῆς λιτότητος ὑψηλῆς καθαρᾶς ποιήσεως, διεπομένης ἀπὸ τοὺς αὐστηροὺς νόμους τῆς ὑψηλονόου αἰσθήσεως. Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο:

πόσον, ὄντως, τὰ μεγάλα ἰδανικὰ καὶ αἱ ἡρωικαὶ θυσίαι τῶν μαρτύρων τῆς ἐλευθερίας ἀπετέλουν τότε πηγὰς ἀληθοῦς καὶ ὑψηλῆς ποιήσεως. Αἰσθάνομαι λίαν πτωχὰ τὰ ἐκφραστικά μου μέσα καὶ φοβοῦμαι ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ μεταδώσω τὸ μεγαλεῖον τῆς μιᾶς καὶ μόνης στροφῆς τῶν Ψαρῶν, ὅπου ἡ ἀμίαντος Τέχνη προσέφερε μνημεῖον ἐπάξιον, ἀνώτερον οἱουδήποτε ἡρώου, διὰ τοῦ ὁποίου δοξολογεῖται μία κυριαρχικὴ πτυχὴ τοῦ Ἀγῶνος, ἐνσωματοῦσα ὁλόκληρον τὸ πολύεδρον τῆς Ἐθνεγερσίας, κλείουσα, διὰ μιᾶς ἱερουργίας, ὁλόκληρον τῶν Ἑλλήνων τὸ Γένος.

Πρὶν προσφύγω εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ ἑτέρου συμπαρέδρου τοῦ πανηγυρισμοῦ μας, διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ τὸ εὐλαβὲς συλλείτουργον τοῦ σημερινοῦ ἑορτασμοῦ, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μνημονεύσω, ὡς ἀκροτελευτίους δύο ἀκόμη στροφὰς τοῦ Κάλβου, ἐν ταῖς ὁποίαις ἐπισείεται ὡς φόβητρον καὶ αἰωνία παραίνεσις πρὸς ἀποτροπήν, τὸ φάσμα, τὸ ὁποῖον τόσα δεινὰ ἐπεσώρευσε καὶ ἐπισωρεύει ἀπὸ τῶν παναρχαίων χρόνων εἰς τὴν φυλήν μας.

Ἀφοῦ ὁ ποιητὴς ἀποδώσῃ τὸν δίκαιον θαυμασμὸν ἐξαίρων τὴν τόσα ἐπιτυχοῦσαν ἑλληνικὴν ἀρετὴν διὰ στροφῶν ὡς ἑξῆς:

Ὦ Ἕλληνες, ὦ θεῖαι
ψυχαί, ποὺ εἰς τους μεγάλους
κινδύνους φανερώνετε
ἀκάμαντον ἐνέργειαν
καὶ ὑψηλὴν φύσιν 

καταλήγει εἰς τὴν στροφήν, ὅπου διαβλέπει τὸν ἀπειλοῦντα μέγα κίνδυνον, τὸν ἀμαυροῦντα κλέη καὶ δόξας καί, μὲ αὐτοκαταλυτικὴν δύναμιν, τὸν καθιδρύοντα τὸ πνεῦμα τῆς καταστροφῆς. Ἰδοὺ οἱ στίχοι:

Μεγάλη, τρομερή, 
μὲ τὰ φτερὰ ἁπλωμένα, 
καθὼς ἀετὸς ἀκίνητος, 
κρέμεται 'ς τὸν ἀέρα 
'ψηλά ἡ Διχόνοια

Πόση ἀληθῶς πικρὰ πεῖρα καταδεικνύει τὴν αἰωνίαν ἀλήθειαν τοῦ φοβεροῦ ἀετοῦ. Εἶναι ἀξία ἰδιαιτέρας μνείας ἡ σύμπτωσις τῶν δύο μεγίστων ποιητῶν τῆς Ἐθνεγερσίας, εἰς τὴν καθ' ὑψηλὸν τρόπον ἐξύμνησιν ἀφ' ἑνός τῆς καταστροφῆς τῶν Ψαρῶν, καὶ ἀφ' ἑτέρου εἰς τὴν προβολὴν τῆς ἀπειλῆς τῆς ὑπονομεύσεως τοῦ Γένους ἀπὸ τὴν Διχόνοιαν.

Ἡ μνεία τῆς διπλῆς ταύτης συμπτώσεως ἂς σημάνῃ καὶ τὴν μετάβασίν μας εἰς τὸ ἕτερον κλῖμα, ὅπου κυρίαρχος θὰ εἶναι ἐφεξῆς ἡ μορφὴ τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ.

Πόσον πλούσιαι ἐν τῇ πολυμορφίᾳ των, πόσον ἀνεξάντλητοι εἶναι αἱ προσφοραὶ τῆς Τέχνης!

Con altra voce, con altro velo

κατὰ τὸν στίχον τοῦ προδρόμου τῆς Ἀναγεννήσεως, τοῦ Dante, ἐμφανίζονται οἱ δύο δημιουργοί. Πράγματι ἐντελῶς μὲ φωνὴν ἄλλην, μὲ ἄλλον χιτῶνα, προσέρχεται ἐνώπιόν μας, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Κάλβον, ὁ Διονύσιος Σολωμός.

Ἀντιπαρέρχομαι ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν πρώτην αὐτοῦ ποιητικὴν δημιουργίαν, ἐπιθυμῶν νὰ ἐμφανίσω τὸν ἐπιτελέσαντα τὸ θαῦμα τῆς μετουσιώσεως τῆς ὕλης εἰς πνεῦμα. Ὅπως ὁ Χριστιανὸς λειτουργὸς διὰ τῆς ἱερωσύνης του μετουσιοῖ τὸν προσφερόμενον ἄρτον καὶ οἶνον τῆς θυσίας εἰς Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου, ὁμοίως ὁ χωρήσας ἐπὶ τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια Ποιητὴς ἐπέτυχε τὸ ἀκατόρθωτον:

ὅ,τι ὑλικόν, ὅ,τι γήϊνον, ὅ,τι ἀνθρώπινον, ὅ,τι ἀπετέλει δρᾶσιν, κλαγγὴν ξιφῶν, γδούπους πυροβόλων, ποταμοὺς αἱμάτων, μαῦρον θάνατον, σθένος πολεμιστήριον, μέσῳ τῆς αἰσθητικῆς μαγγανείας τοῦ ποιητοῦ ἔπαυσε νὰ ἔχῃ τὴν ὑλικήν του ὑπόστασιν καί, μετατεθὲν εἰς σφαίρας ἐξάρσεως καὶ ἀΰλους, δέχεται τὴν φωταύγειαν φωτὸς μεταφυσικοῦ, λάμψεως Θαβωρείου καὶ μετουσιοῦται εἰς χοροὺς ψυχῶν ἁγίων, καθοσιοῦται μεταξὺ τῶν ὑπερουσίων τάξεων, καὶ προτίθεται εἰς ζωηρὸν πλέον θρησκευτικὸν προσκύνημα. Νικᾶται ἡ τῆς φύσεως τάξις, νικᾶται ἡ Ἱστορία, μεταγραφομένων τῶν γεγονότων της εἰς δέλτους λιθίνους, ὡς ὁ Δεκάλογος τοῦ Σαβαώθ, περιλαμβάνεται, πρὸς λατρείαν ἐσαεί, εἰς Βίβλον ἔχουσαν θεϊκὴν τὴν ἐμπνοήν.

Ὅταν φθάσῃ εἰς τοιαύτην ἐνοραματικὴν δύναμιν, ὁ μυστικὸς οἶστρος ἀγνοεῖ τὰ ἐπὶ μέρους συντελούμενα, τὰ ἐξαλείφει ἀπὸ τὴν μνήμην του, συγκεντρῶν ὅλην τὴν προσήλωσιν εἰς ἕν καὶ μόνον ὅραμα τοῦ Πνεύματος, διὰ τοῦ Λατρευτικοῦ Λόγου, τοῦ ὑπερβαίνοντος τὰ αἰσθητῶς συναγόμενα, μετουσιοῖ καὶ ἐγκαθιδρύει μεταξὺ τῶν αἰωνίων, τῶν ὑπερβατικῶν, τῶν καθωσιωμένων οὐσιῶν. Συντελεῖται κάτι, διὰ νὰ προσφύγω εἰς παράλληλον εἰλημμένον ἐκ τῆς λατρείας, ὅπως ὁ ὑλικὸς κόκκος τοῦ λιβανωτοῦ, τοῦ θυμιάματος, ὁ ὁποῖος ἐνέχει μὲν τὰς μυστικάς του ἰδιότητας, ἀλλὰ κεκαλυμμένας. Ὁ λιβανωτός, πυρούμενος διὰ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ ἀνημμένου ἄνθρακος, μετουσιοῦται εἰς νέφος καλῦπτον ὁλόκληρον τὸν ναόν, προετοιμάζον τὴν ἐπιφάνειάν τῆς Δόξης τοῦ Κυρίου, καὶ ἀναδίδει τὴν προσευχὴν ὀσμὴν εὐωδίας πνεύματος. Κάτι ἀνάλογον κατειργάσθη, καθ' ὅλην τὴν διαδικασίαν τῆς ποιητικῆς του πορείας, ὁ Σολωμὸς κατὰ τὴν κρίσιμον αὐτῆς καὶ κυρίαν φάσιν.

Συνεκέντρωσεν ἀκέραιον τὸ λατρευτικόν του πάθος εἰς μίαν καὶ μόνην σκηνήν, ἀπὸ τὰ πολυάριθμα καὶ κατεσπαρμένα τοπικῶς καὶ χρονικῶς θέατρα τοῦ ἐθνικοῦ Ἀγῶνος, εἰς μόνον τὸ Μεσολόγγι καὶ τὴν μέσῳ αὐτοῦ ἔξαρσιν καὶ τραγικὴν κάθαρσιν, καὶ αὐτὸ ἀνέδειξεν ὡς ἱερὰν προσφορὰν ἐγκλείουσαν μυστηριακῶς τὸ μέγα Ἔπος, τὴν ἀθάνατον Ἐλλάδα.

Ἀληθῶς ποιητικὴ κοσμογονία συνετελεῖτο ἐντὸς τῆς ψυχῆς τοῦ ποιητοῦ, ὅταν, ἀπὸ τῆς παραλίας τῆς νήσου του, ἀντικρύζῃ τὸ ἀγωνιῶν καὶ φλεγόμενον ἐθνικὸν προπύργιον• ἐδονεῖτο ψυχικῶς ἀπὸ τὰ κροτοῦντα πυροβόλα τῶν ἀπίστων, συνέπασχεν ἀναλογιζόμενος τὰ δεινὰ τῶν ἐγκλείστων ἡρώων, ηὔχετο καὶ προσηύχετο.

Καὶ ὁ μὲν ἄνθρωπος, ὁ ὑλικὸς ἄνθρωπος, συνώψιζε τὰ αἰσθήματά του μὲ τὴν συμπάσχουσαν ἀπὸ καρδίας ἀναφώνησιν:

«Καϋμένο Μεσολόγγι».

Ἡ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ὅμως θεία οὐσία ἔπλαθεν ἤδη τὰ μεγάλα ὁράματα, ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα συνέθετεν ἀγωνιωδῶς, προσθέτων ἐν σοφίᾳ λίθον πρὸς λίθον, τὸ ὑπερούσιον οἰκοδόμημα, τοὺς Ἐλεύθερους Πολιορκημένους.

Ποίημα ὑπὸ τὴν τελείαν μορφήν, δημιουργία ἀκεραία, δὲν μᾶς παρεδόθη. Τί πρὸς τοῦτο ὅμως; ὁ Ποιητὴς μᾶς προσέφερε διὰ τῆς μεταδόσεως τῆς ὅλης του ἀγωνιώδους ποιητικῆς πορείας, τῶν σχεδιασμάτων του, τοῦ ὁλονὲν καὶ τελειότερον μορφουμένου δράματός του, τῶν ἀποσπασματικῶν του ἐπιτευγμάτων, τὸ ἱερατικώτερον, τὸ πνευματικώτερον ποιητικὸν δημιούργημα, τὸ ὁποῖον, ὅστις τὸ παρακολουθεῖ καὶ τὸ στοχάζεται, πείθεται ὅτι τοῦτο δὲν ὑπῆρξεν ἔργον ὑλικοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ' ὑπαγόρευσις θεία, φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ. Τὰ κινούμενα πρόσωπα δὲν εἶναι πλέον ἄνθρωποι ἀλλὰ ψυχαὶ ἄυλοι. Αἱ συγκρουόμεναι δυνάμεις, δὲν εἶναι ἀνθρώπιναι, ἀλλὰ ἐπουράνιοι, ἀναμὶξ καὶ δαιμονικαὶ ἐπιφοιτήσεις, οἱ τόποι δὲν εἶναι πέτραι, γῆ, ρύακες, χωρία, ἀλλ' ἀναμὶξ παράδεισοι καὶ κολάσεις. Οὔτε Μαρτυρολόγιον θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομάσῃ κανεὶς τὸ Σολωμικὸν αὐτὸ ὅραμα, διότι εἰς τοὺς Βίους τῶν μαρτύρων τῶν Συναξαρίων ἱστοροῦνται κυρίως τὰ σαρκικὰ μαρτύρια, ἡ θηριωδία τῶν ἀπίστων, ἡ καρτερία καὶ ἡ πίστις τῶν ἁγίων, δὲν ἐξαίρονται ὅμως ἐπαρκῶς ἡ ἀκολουθοῦσα θεωτικὴ δόξα, καὶ ἡ συνουσία μὲ τὰς θεότητας καὶ τοὺς Ἀγγέλους. Ἐνῷ εἰς τὸν Ὕμνον τῶν Πολιορκημένων, χωρὶς νὰ παραλείπεται ἡ ὅλη λιτάνευσις τῶν παθῶν, αἱ ἀντιμαχόμεναι δυνάμεις, τὸ σθένος καὶ ἡ πίστις, τὸ ὅλον ἐν τούτοις πνεῦμα τῆς ποιητικῆς δημιουργίας σφραγίζεται ἀπὸ κάτι τὸ ἄυλον, εἶναι θεωτικὴ ἡ κατάληξις καὶ πλήρως τετελεσμένη ἡ προσφορά. Ἐπὶ τοῦ συμπλέγματος τῶν παθῶν ἐπιχέεται, ὡς τὸ ἅγιον Μῦρον, τὸ πραϋντικὸν ἔλεος.

Ἀλλ' ἂς προστρέξωμεν εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ ἱερὸν κειμήλιον, πού μᾶς ἀφῆκεν αἰωνίαν κληρονομίαν ὁ Ὁμολογητὴς τοῦ Ἀγῶνος καὶ σμιλευτὴς συνάμα τῆς δραματικωτέρας συμπυκνώσεως εἰς πρότυπον τέχνης τῆς ἱερότητός του. Σπανιώτατον, ἂν μὴ μοναδικὸν εἶναι τὸ φαινόμενον εἰς τὴν παγκόσμιον ποιητικὴν δημιουργίαν ὅλων τῶν αἰώνων, ὡρισμένοι κατεσπαρμένοι καθοδηγητικοὶ στοχασμοὶ τοῦ ποιητοῦ πρὸς ἑαυτόν, τρία ἡμιτελῆ σχεδιάσματα, καὶ ἀκατέργαστοι μερικοὶ στίχοι, μεμονωμένοι ἢ καὶ ἡμιστίχια νὰ συγκροτοῦν καὶ νὰ ὀρθώνουν, ἐν τῇ ἀποσπασματικότητί των καὶ τῇ ἀτελείᾳ των, ἕν ἐκ τῶν τελειοτέρων ἀριστουργημάτων, ἰσότιμον, οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, πρὸς τὸ τραγικὸν μεγαλεῖον τοῦ Αἰσχυλείου Προμηθέως.

Εἰς τὰ κωδικοποιημένα Σολωμικἀ Ἅπαντα προηγοῦνται οἱ Στοχασμοὶ τοῦ ποιητοῦ, περιέχοντες τοὺς αὐστηροὺς αἰσθητικοὺς καὶ ἠθικοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος, κατόπιν μόχθου, καθισταμένου εὐθὺς αἰσθητοῦ, ἐνομοθέτησε καὶ ἐπέβαλεν εἰς ἑαυτόν, καὶ τοὺς ὁποίους πιστῶς ἠκολούθησε κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν Ἐλευθέρων Πολιορκημένων. Ἀλλ' ἂς ἀκουσθῇ ἡ συγκινοῦσα, ὑπὲρ πάντα ἄλλον λόγον, αὐθεντία τοῦ στοχασμοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Σολωμοῦ. Προτάσσει εἰς τὸν ἑαυτόν του: «Ἐφάρμοσε εἰς τὴν πνευματικὴν μορφὴν τὴν ἱστορίαν τοῦ φυτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει ἀπὸ τὸν σπόρο καὶ γυρίζει εἰς αὐτόν, ἀφοῦ περιέλθη, εἰς βαθμοὺς ξετυλιγμοῦ, ὅλες τὲς φυτικὲς μορφές, δηλαδὴ τὴ ρίζα, τὸν κορμό, τὰ φύλλα, τ' ἄνθη καὶ τοὺς καρπούς. Ἐφάρμοσέ την ... καὶ πρόσεξε ὥστε τοῦτο τὸ ἔργο νὰ γίνεται δίχως ποσῶς νὰ διακόπτεται».

Κι' ἐξακολουθεῖ ἐπεξηγῶν: «Μία μεστὴ καὶ ὡραία δημιουργία ἰδεῶν, αἱ ὁποῖες νὰ παρασταίνουν οὐσιαστικὰ τὸν εἰς τὰς αἰσθήσεις ἀόρατο Μονάρχη». (Ὁ Μονάρχης, κατὰ τὸν Σολωμόν, εἶναι ὁ κυρίαρχος λόγος, ὁ διέπων Νοῦς) .

Καὶ συνεχίζει: «Τότε εἶναι ἀληθινὸ ποίημα. Ὁ Μονάρχης ὅπου μένει κρυμμένος γιὰ τὲς αἰσθήσεις καὶ γνωρίζεται μόνον ἀπὸ τὸ πνεῦμα, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἐγεννήθηκε, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν περιφέρεια τοῦ Καιροῦ. Ἀλλὰ μία δημοκρατία ἰδεῶν ἐνεργεῖ αἰσθητὰ μέσα εἰς τὰ ὅρια τοῦ Καιροῦ».

Ὁ ἀφορισμὸς αὐτός μᾶς διδάσκει τὴν αἰσθητικὴν συνύπαρξιν μεταξὺ αἰσθητῶν ἰδεῶν καὶ τῶν κεκρυμμένων ὑπερβατικῶν ὑπερουσίων, διὰ τῆς ἐντέχνου δὲ συμμίξεως ἀμφοτέρων ἀναλάμπει τὸ ἔκπαγλον καλλιτέχνημα. Ἀλλ' ἂς προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὸ ἑπόμενον, τὸ πολυσήμαντον καὶ βαρυσήμαντον:

«Σκέψου βαθειὰ καὶ σταθερὰ (μία φορὰ γιὰ πάντα) τὴ φύση τῆς Ἰδέας, πρὶν πραγματοποίησης τὸ ποίημα. Εἰς αὐτὸ θὰ ἐνσαρκωθῆ τὸ οὐσιαστικώτερο καὶ ὑψηλότερο περιεχόμενο τῆς ἀληθινῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ Πατρίδα καὶ ἡ Πίστις. Ὁ θεμελιώδης ρυθμὸς τοῦ ποιήματος ἂς εἶναι τὸ Κοινὸ καὶ τὸ Κύριο συρριζωμένα καὶ ταυτισμένα. Ἂς ἐργάζεται τὸ ποίημα γιὰ τὴν ἀληθινὴ οὐσία, ἀλλ' εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ τὸ καταλάβουν εἰμὴ οἱ νόες οἱ γυμνασμένοι καὶ βαθεῖς».

Εἰς τὸ ποίημα τοῦ Χρέους (Χρέος, ἂς σημειωθῇ, ἦτο εἷς ἐκ τῶν τίτλων τοὺς ὁποίους εἶχε στοχασθῆ ὁ Ποιητής, πρὶν καταλήξῃ εἰς τὸν ὁριστικὸν τίτλον «Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι») , μακρυνὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ φρικτὴ ἀγωνία μέσα εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ τοὺς πόνους, ὅπως ἐκεῖ «φανερωθῆ ἀπείρακτη καὶ ἅγια ἡ διανοητικὴ Παράδεισος».

«Εἰς τὸν πάτο τῆς εἰκόνος πάντα ἡ Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της ἀπὸ πόνο περνᾶνε σὲ πόνο, ἕως τὸν ἄκρο πόνο, τότε ἔτρεξε ἡ θάλασσα καὶ ἡ ψυχή τους ἔπλεε εἰς τὴν πίκρα κι' ἐτρέκλυζαν ὡσὰν μεθυσμένοι. Τότε ὁ ἐχθρός τοὺς ζητάει ν' ἀλλαξοπιστήσουν. Ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος λέγει ὅτι ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ καθέδρα τῆς ἀληθινῆς σοφίας ἐπειδὴ ὅσα ὁ Ἰησοῦς εἰς τρεῖς χρόνους ἐδίδαξε μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅλα τὰ ἀνακεφαλαίωσε εἰς τρεῖς ὧρες ἀπάνου εἰς τὸν σταυρό. Ἔντονες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες ξετυλίγονται εἰς φυσικοεθνικὰ ὄργανα, δυνάμεις μεγάλες κάθε λογῆς οἱ ὁποῖες ἐμψυχώνουν μὲ τὴν ἐνθύμηση τῆς περασμένης δόξας. Ἡ μικρὰ γῆ, ἕως τότε δίχως δόξα, δίχως ὄνομα, διὰ μιᾶς ὑψώνεται εἰς τὸ ἄκρον τῆς δόξας. Τὸ ποίημα ἂς ἔχη ἀσώματη ψυχή, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ἀφοῦ σωματοποιηθῆ εἰς τὰ ὄργανα καιροῦ, τόπου, ἐθνικότητος, γλώσσης, μὲ τοὺς διαφορετικοὺς στοχασμούς, αἰσθήματα, κλίσεις κ.ἅ. (ἂς γένη ἕνας μικρὸς σωματικὸς κόσμος) , τέλος ἐπιστρέφει στὸ Θεό».

Νίκος Εγγονόπουλος "Μπολιβάρ"


Μπολιβάρ! Κράζω τ' όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ' τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγουα,
του Oντουράς, της Αϊτής, του Σαν Ντομίνγκο, της Βολιβίας,
της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας, της Χιλής,
της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Oυρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ' ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ' όνομά σου πάνω στην πέτρα,
να 'ρχουνται αργότερα οι άνθρωποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω –έτσι ήτανε, λεν, ο Μπολιβάρ– και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.


Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ως να 'ρθεις η Νότια Αμερική ολόκληρη
ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ' όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική,
και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Oι ποταμοί Αμαζόνιος και Oρινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
τ' ανήμερα άτια και τ' άγρια βόδια,
O πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφέ.


Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
Σείουνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.


Σε πρωτοσυνάντησα, σαν ήμουνα παιδί, σ' ένα ανηφορικό καλντιρίμι* του Φαναριού,
Μια καντήλα στο Μουχλιό* φώτιζε το ευγενικό πρόσωπό σου.
Μήπως να 'σαι, άραγες, μια από τις μύριες μορφές που πήρε, κι άφησε, διαδοχικά, ο
Κωσταντίνος Παλαιολόγος
*;
Ν. Εγγονόπουλος, Μπολιβάρ, Ίκαρος