Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ "ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΓΑΠΗΣ" από τα "ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ"
ΕΤΣΙ ως προβάλλεις κόρη στην ερμιά ασπροφόρα,
Ολόχαρη γελάει και λάμπει η πλάση γύρα,Κι ολόγλυκα στο διάβα σου ευωδιάζει η χώρα
Σα να σκορπίζεις του Μαγιάπριλου τα μύρα.
Και μένα η μαύρη μου καρδιά και μαραμένη
Γελάει κι αυτή ως περνάς σαν άνοιξη ανθισμένη.
Χαρά σ’ αυτό που παίζοντας φιλιά σου κλέβει
Απ’ τα χρυσόμαλλα το ευτυχισμένο αγέρι,
Χαρά στ’ ολόδροσο νερό που σου χαϊδεύει
Τ’ ωραίο σου πόδι, πιο λευκό από περιστέρι,
Χαρά στις ροδοδάφνες που στο πέρασμά σου
Φιλούν αδερφικά τα ροδομάγουλά σου.
Χαρά και στις λαμπρόχρυσες του ήλιου αχτίνες
Που ταιριασμένες σμίγουν στο ξανθό κεφάλι,
Χαρά στις αγριομέλισσες όπου κι εκείνες
Πετούν ως γύρω σ’ άνθια στα λευκά σου κάλλη.
Και μόνο αλίμονο σ’ εμέ, σ’ εμένα μόνο,
Που μαραίνομαι μπρος στη χάρη σου και λιώνω.
Αλίμονο στη νιότη μου που ‘χε τη μοίρα
Τον πόνο της ανώφελα να τραγουδάει·
—Γύρισε ιδές πως τα πουλάκια σμίγουν γύρα.
Γύρισε ιδές πως η άνοιξη τρελά γελάει
Και μες στα τόσα μάγια, οϊμένα, συλλογίσου
Αν πρέπει να ‘μαι μόνος, να ‘σαι μοναχή σου.
Άκου τ’ αγέρι στα κλαδιά πώς παιγνιδίζει
Κι αγάπης λόγια κρυφοτραγουδάει στα φύλλα.
Πώς το νεράκι μες στη χλόη μουρμουρίζει,
Πώς στις μηλιές μοσκοβολούν γλυκά τα μήλα,
Κι έλα μηλιά γλυκομηλιά, γύρε σιμά μου
Και σκόρπα μου τα μήλα σου στην αγκαλιά μου.
Κοίτα πώς σμίγουν μ’ έρωτα σπαρτιές και, σκίνοι,
Πώς οι μυρτούλες γέρνουν στο νερό όλες κάλλη,
Κοίτα και μιαν αγράμπελη πώς έχει κλίνει
Ερωτικά κι αυτή σ’ ενός πλατάνου αγκάλη
Κι έλα και συ γλυκόγυρε σ’ εμέν’ απάνου
Σαν την αγράμπελη στους κλώνους του πλατάνου.
Κοίτα πώς γέρνει μ’ έρωτα και γύρω η πλάση
Μες στην αγκάλη οπ’ ο ουρανός της γλυκαπλώνει
Κι άκου πώς το τραγούδι του βαθιά απ’ τα δάση
Ωσάν νανούρισμα τους στέλνει και τ’ αηδόνι·
—Έλα γλυκότερα εδώ μες στην αγκαλιά μου
Κι από τ’ αηδόνι θα σου τραγουδάει η καρδιά μου.
Λογοτεχνικό ιστολόγιο
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026
Μιλτιάδης Μαλακάσης "Μεσολόγγι"
Ἐσένα θύμησή μου, ἐσέν᾿ ἄνθος θανάτου,
Ἀθανασίας ρόδο, ἐσὲ κρατῶ,
Μοσκοβολιὰ καὶ χάϊδεμα τοῦ ἀναβλεμμάτου
Κι ἀγκάθι αἱματοστάλαχτο φριχτό.
Ὅταν, ὦ παιδικὴ καρδιά! Ἡ ἁρμύρα
Τῆς λιμνοθάλασσας ἀνήλεη, λατρευτή,
Μὲ χρώματα σὲ μέθαε καὶ μὲ μύρα,
Τότε γιατί νὰ μὴν πεθάνεις; Ὢ γιατί;
Στὶς ροδοδάφνες, μέσ᾿ στὴν αἴγλη τοῦ εἰκοσιένα,
Ἐσὺ λουλούδι ὑστερογέννητον, ὢ πῶς
Πέφτουν τὰ φύλλα σου ἕνα-ἕνα σκεβρωμένα,
Καὶ μέσ᾿ στὰ βάλτα ὁ σκορπισμένος σου καρπός;
Σὲ τόσες μέσα ἀνατολές, δύσες, σκοτάδια,
Μέσα σε τόσες μουσικές, ποίησες, ᾠδές,
Νερῶν καὶ δένδρων τὰ βουητά, σείσματα, χάδια,
Χαμένος ψίθυρος τῆς λύρας μου οἱ χορδές…
Ὦ Μεσολόγγι, ἱερὲ βωμέ, αἱματοβαμμένε,
μεγάλου βάρδου ἡ δόξα καὶ ἡ θανή,
τοῦ Χρήστου τοῦ Καψάλη ἐσύ, πυρσὲ ἀνάμενε,
καὶ τῆς ἐξόδου ἡ νύχτα, ὦ οὐρανοί!
Τώρα, κι ἂν μοῦ ξεδένετε φρένα καὶ γλῶσσα,
Θ᾿ ἀγροικηθεῖ τῆς ταπεινότης μου ὁ ψαλμός,
Μέσα στοὺς ὕμνους καὶ στὰ τρόπαια τὰ τόσα,
Ποῦ σου ἔχει στήσει ὅλου τοῦ κόσμου ὁ θαυμασμός;….
(Ἐφημ. «Καθημερινή», 25 Ἀπριλίου 1937)
Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026
Άγια Θεοφάνια!
Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε
η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις
του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοιαγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα
και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς
εβεβαίου του λόγου το ασφαλές
Ο επιφανής Χριστέ ο Θεός
Και τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι.
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025
Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025
Κυριακή 20 Ιουλίου 2025
Δευτέρα 26 Μαΐου 2025
Τετάρτη 23 Απριλίου 2025
Νικηφόρος Βρεττάκος "Διονύσιος Σολωμός"
Νικηφόρος Βρεττάκος
Διονύσιος Σολωμὸς
Νέα Ἑστία, Χριστούγεννα 1978
Ἀπό τὸ Ποιητῶν ἀναθήματα στὸν Διονύσιο Σολωμό, ἐκδ. Μπάστας-Πλέσας, Ἀθῆναι 1998.
Τὸ πρόσωπό σου, τῆς Ἑλλάδας πρόσωπο, Ποιητή.
Τ' ἀχτινοβόλα μάτια σου, μάτια δικά της.
Οἱ στοχασμοί σου, στοχασμοὶ δικοί της καὶ δικό της
τὸ πέταγμά σου στὰ μεσούρανα τῆς ἀρετῆς, ἀπ' ὅπου
ἔβλεπες κάτω ἐδῶ τὶς περιούσιες πέτρες
νὰ βγάζουν ἄνθη ὅπως καὶ ἄλλοτε. Τὸ μέτωπό σου
μέτωπο τῆς ἀποφασισμένης Ἐλευθερίας
πού σκέπασε μὲ τὸ ἀνανεωμένο, κυματιστό της
φόρεμα τὴν ἱερὴ ἀπὸ πάντα, καλὴ κ' ἠγαπημένη
γῆς: Βουνὰ φτιαγμένα ἀπὸ γυαλὶ οὐρανοῦ,
ἔλατα, σκῆτες, καλύβια ποὺ καπνίζανε ταπεινοσύνη,
θάλασσες ποὺ λαμποκοποῦν θραύσματα ἥλιου πάνω τους,
πέτρες γιὰ φυλαχτά, πανάρχαιες ἐλιὲς
πού ἀκόμη στάζουνε λάδι γιὰ τοὺς θεούς,
ἅρματα ποὺ τὰ φύλαγε κάτω ἀπὸ τὸ φουστάνι της
ἡ Παναγιὰ στὰ εἰκονοστάσια, καὶ μιὰ γλώσσα
γλυκόλαλη ποὺ μύριζε ζεστὸ ψωμί, ρίγανη,
μέντα, ἀλιφασκιὰ καὶ γάλα Τζαβέλαινας,
κι ὅλα ὅσα δέθηκαν σφιχτά, γίναν ἕνα καὶ πέρασαν
μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες τοὺς μέσα σου
ὅσο ποὺ ἔγινες τέλος τόπος καὶ χρόνος.
Διονύσιε, θέλω νὰ εἰπῶ πὼς μετὰ τόσα χρόνια
ἀναμονῆς στὴν κοντινὴ θὰ βρεθεῖς ὄχθη, ἀπ' ὅπου
θ' ἀκούονται νὰ βουΐζουνε σπόροι ξεσηκωμένοι,
γιομάτοι μέθη, ἕτοιμοι νὰ τρυπήσουν τὸ χῶμα
καὶ τοὺς μακριοὺς τινάζοντας μίσχους νὰ πλημμυρίσουν
τὸ χάσμα ποὺ ἄνοιξε ὁ σεισμὸς καὶ ἐγιόμισε ἄνθη!
Σάββατο 19 Απριλίου 2025
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025
Κώστας Ουράνης "Τὰ φορτηγὰ καράβια συλλογίζομαι"
Τὰ φορτηγὰ καράβια συλλογίζομαι
ποῦ γέρασαν κὰ τώρα, λαβωμένα,
χωρὶς οὔτε μία βάρδια στὸ κατάστρωμα,
σαπίζουν στ᾿ ἀκρολίμανα δεμένα.
Τὰ φορτηγὰ καράβια: ποὺ ταξίδεψαν
στῶν πέντε τῶν ἠπείρων τὰ πελάγη
-ἀπ᾿ τοῦ Μουρμὰνκ τὴ παγερὴ τὴ θάλασσα
ἴσαμε τοῦ Ἀμαζόνα τὰ τενάγη.
Τοὺς ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι
ποῦ στὰ μεγάλα τῶν χειμώνων βράδια
μ᾿ ὑπομονὴ κι ἀγάπη -γιὰ τὰ ἐγγόνια του
(εἴτε γι᾿ αὐτούς;-) μικρὰ φτιάχνουν καράβια,
καὶ δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ ταξιδέψουνε
μὰ κάθε μέρα ὡς τὸ λιμάνι πᾶνε
καί, ἄνεργοι, ἀνώφελοι καὶ πένθιμοι
σὰν κάτι τὶς νὰ χάσανε κοιτᾶνε.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου "Η γυναίκα στο πάρκο"
Από το πάρκο επέρασεν η ώριμη κυρία
μέσα στους όρθιους των δεντρών, ολόρθη, τους κορμούς.
Φύλλα νεκρά της έριξε η χρυσή δεντροστοιχία
και μεις – τους μαραμένους μας συλλογισμούς.
Θα ‘ναι η γυναίκα που έκλαψε πολύ. Στα βλέφαρά της
η σκιά των τρισευγενικών κατέβη μαρασμών.
Τη λύπην εξεδίψασαν τα δάκρυά της
και την υδρία της γέμισε στη βρύση των λυγμών.
Τα φιλημένα, άλλον καιρό, κρατεί κλεισμένα χείλη,
κι απάνου απ’ τα ξερόφυλλα περνάει θαμπή, σβηστή,
στο μύρο της υπομονής, που απλώνουμε το δείλι
τα πληγωμένα απ’ την βροχή κλαριά, να ξεχαστή.
Κι εγώ, που από το μάταιο τον κόσμο αναχωρούσα,
την είδα κι είπα: “Είναι νωρίς· θα μείνω”. Μυστικά
στον πόνο και στη γνώση της να εμπιστευτώ, μπορούσα
τα δάκρυά του τα τωρινά και τ’ αναμνηστικά.
Τότε θα γύρωμε κι οι δυό σε μια βαθιά ησυχία,
οι κουρασμένοι, οι ώριμοι πολύ, να ιστορηθή
απ’τον καθέναν η παλιά πικρή του αποτυχία
τρυγώντας του άλλου τα φιλιά, οπού έχουν μαραθή.
Γλυκό χινόπωρο της ζωής, σοφή κι ατάραχη ώρα,
ξέρεις, τα φίλτρα πίνοντας της λύπης, να ευτυχής
και να γευτής τον έρωτα σαν τη χρυσήν οπώρα
βαριά απ’το μέλι των χυμών στα ρίγη της βροχής.
Την ίδια δόξα επόθησε τη χινοπωρινή
καθώς με είδεν η ώριμη γυναίκα, κι η καρδιά της
τα πληγωμένα ετάραξε για μια στιγμή φτερά της –
όμως τα ξαναδίπλωσε στην πρώτη υπομονή
Και προσπεράσαμε βουβοί, δειλοί κι αγνοημένοι.
Ο λόγος που δεν ήτανε γραφτό μας ν’ακουστή
καθώς ξερόφυλλο έπεσε λαμπρό στην κοιμισμένη
θάλασσα του ανεκπλήρωτου που τόσα μου κρατεί
Γιώργος Σαραντάρης "Δὲν εἴμαστε ποιητές"
Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.
Τρίτη 18 Μαρτίου 2025
Τετάρτη 12 Μαρτίου 2025
Τάκης Παπατσώνης "Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων"
Συμβαίνει νὰ σωπαίνει κάποτε ἡ Ἐκκλησία,
παρ᾿ ὅλο ποὺ τελεῖται γιορτὴ ἐπιβλητική.
Μὴν ἔχοντας καμπάνες, ἄμφια καὶ λιτανεία,
ξεχύνεται ἡ διάθεση ὅλη ἡ ἑορταστικὴ
στὴν ἐσωτερικὴ πιὰ λατρεία, καθιερωμένη
σὲ τέτοιες περιστάσεις. Καθὼς ὁ διπλανός σου
ἀγνοεῖ τί πανηγύρι μέσα σου ἔχει στηθεῖ,
μιὰ καὶ δὲν συμμετέχει σὲ τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει καὶ σ᾿ ἀντικρύζει κι εὐθὺς ἀναρωτᾶται:
πῶς ἔτσι ὁ γείτονας μοῦ ξανάνθισε ἀδοκήτως;
ποιὸ Πάσχα τοῦ Κυρίου, ἔξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων χριστιανῶν;
Ἀδιάφορος πρὸς ὅλα, ὁ κρύφιος ἑορταστής.
Paratum est cor ejus γιὰ τὴ σπουδαία θυσία.
Στολίζει τοὺς βωμούς του, ὑψώνει τὴ Χαρὰ
καὶ τὴ μετουσιώνει σὲ σκεύη ἀχτιδωτά.
Μ᾿ εὐλάβεια ἀναλίσκει τὸ περιεχόμενό τους
κι ὕστερα κάμνει ἀπόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε ἐντός του μυριάδες οἱ καμπάνες,
μὲ τέτοιο ἀλαλαγμό τους, ποὺ οὐδέποτε χαλκὸς
τραγούδησε στὴ γῆ μας μὲ τόσην εὐφροσύνη,
μὲ τόση φωτεινότητα καὶ τόσο διαυγῶς.
* Paratum est cor ejus: ἑτοίμη ἡ καρδία του
Σάββατο 1 Μαρτίου 2025
Κώστας Καρυωτάκης "Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο"
Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνειτους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι, Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουνέμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι.Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη, Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι, |
Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025
Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025
Τελετή Απονομής των Ετήσιων Βραβείων Καθηγητών και Καθηγητριών του Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο Πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθηγητής Γεράσιμος Σιάσος έχει την τιμή να σας προσκαλέσει στην Τελετή Απονομής των Ετήσιων Βραβείων Καθηγητών και Καθηγητριών του Πανεπιστημίου Αθηνών για το ακαδημαϊκό έτος 2023-2024 στις κατηγορίες:
“Αναγνώρισης της Εξαιρετικής Προσφοράς στο Πανεπιστήμιο και την Κοινωνία“
“Εξαιρετικής Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας“
“Αριστείας στην Έρευνα”.
Η τελετή θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2025 και ώρα 19.00 στη Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτήριο, Πανεπιστημίου 30).
Φιλοσοφική Σχολή
Δημήτριος Αγγελάτος, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας
Σπυριδούλα Βαρλοκώστα, καθηγήτρια του Τμήματος Φιλολογίας
Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024
Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024
ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ “Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι…”
Στίχοι: Κώστας Ουράνης
Μουσική: Διάφανα Κρίνα Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος. Στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος. Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία. Θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να `ρθει ο αστυνόμος. Θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία. Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά, θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...». Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!». Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας, θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι. Θε να πουν: «Τι `ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...» και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι. Κάποιος θα `ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψει πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην, νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην». Κι αυτή θα `ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία. Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες, όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου κι ίσως ίσως οι οχτροί μου. Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι. Και μια Καίτη θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην, θα μου γράψει ένα γράμμα και νεκρό θα με βρίσει...





















