Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

Νικηφόρος Βρεττάκος "Διονύσιος Σολωμός"

 



Νικηφόρος Βρεττάκος


Διονύσιος Σολωμὸς

Νέα Ἑστία, Χριστούγεννα 1978
Ἀπό τὸ Ποιητῶν ἀναθήματα στὸν Διονύσιο Σολωμό, ἐκδ. Μπάστας-Πλέσας, Ἀθῆναι 1998.



Τὸ πρόσωπό σου, τῆς Ἑλλάδας πρόσωπο, Ποιητή.
Τ' ἀχτινοβόλα μάτια σου, μάτια δικά της.
Οἱ στοχασμοί σου, στοχασμοὶ δικοί της καὶ δικό της
τὸ πέταγμά σου στὰ μεσούρανα τῆς ἀρετῆς, ἀπ' ὅπου
ἔβλεπες κάτω ἐδῶ τὶς περιούσιες πέτρες
νὰ βγάζουν ἄνθη ὅπως καὶ ἄλλοτε. Τὸ μέτωπό σου
μέτωπο τῆς ἀποφασισμένης Ἐλευθερίας
πού σκέπασε μὲ τὸ ἀνανεωμένο, κυματιστό της
φόρεμα τὴν ἱερὴ ἀπὸ πάντα, καλὴ κ' ἠγαπημένη
γῆς: Βουνὰ φτιαγμένα ἀπὸ γυαλὶ οὐρανοῦ,
ἔλατα, σκῆτες, καλύβια ποὺ καπνίζανε ταπεινοσύνη,
θάλασσες ποὺ λαμποκοποῦν θραύσματα ἥλιου πάνω τους,
πέτρες γιὰ φυλαχτά, πανάρχαιες ἐλιὲς
πού ἀκόμη στάζουνε λάδι γιὰ τοὺς θεούς,
ἅρματα ποὺ τὰ φύλαγε κάτω ἀπὸ τὸ φουστάνι της
ἡ Παναγιὰ στὰ εἰκονοστάσια, καὶ μιὰ γλώσσα
γλυκόλαλη ποὺ μύριζε ζεστὸ ψωμί, ρίγανη,
μέντα, ἀλιφασκιὰ καὶ γάλα Τζαβέλαινας,
κι ὅλα ὅσα δέθηκαν σφιχτά, γίναν ἕνα καὶ πέρασαν
μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες τοὺς μέσα σου
ὅσο ποὺ ἔγινες τέλος τόπος καὶ χρόνος.
Διονύσιε, θέλω νὰ εἰπῶ πὼς μετὰ τόσα χρόνια
ἀναμονῆς στὴν κοντινὴ θὰ βρεθεῖς ὄχθη, ἀπ' ὅπου
θ' ἀκούονται νὰ βουΐζουνε σπόροι ξεσηκωμένοι,
γιομάτοι μέθη, ἕτοιμοι νὰ τρυπήσουν τὸ χῶμα
καὶ τοὺς μακριοὺς τινάζοντας μίσχους νὰ πλημμυρίσουν
τὸ χάσμα ποὺ ἄνοιξε ὁ σεισμὸς καὶ ἐγιόμισε ἄνθη!

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

Κώστας Ουράνης "Τὰ φορτηγὰ καράβια συλλογίζομαι"

 



Τὰ φορτηγὰ καράβια συλλογίζομαι
ποῦ γέρασαν κὰ τώρα, λαβωμένα,
χωρὶς οὔτε μία βάρδια στὸ κατάστρωμα,
σαπίζουν στ᾿ ἀκρολίμανα δεμένα.

Τὰ φορτηγὰ καράβια: ποὺ ταξίδεψαν
στῶν πέντε τῶν ἠπείρων τὰ πελάγη
-ἀπ᾿ τοῦ Μουρμὰνκ τὴ παγερὴ τὴ θάλασσα
ἴσαμε τοῦ Ἀμαζόνα τὰ τενάγη.

Τοὺς ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι
ποῦ στὰ μεγάλα τῶν χειμώνων βράδια
μ᾿ ὑπομονὴ κι ἀγάπη -γιὰ τὰ ἐγγόνια του
(εἴτε γι᾿ αὐτούς;-) μικρὰ φτιάχνουν καράβια,

καὶ δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ ταξιδέψουνε
μὰ κάθε μέρα ὡς τὸ λιμάνι πᾶνε
καί, ἄνεργοι, ἀνώφελοι καὶ πένθιμοι
σὰν κάτι τὶς νὰ χάσανε κοιτᾶνε.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου "Η γυναίκα στο πάρκο"

  


Από το πάρκο επέρασεν η ώριμη κυρία
μέσα στους όρθιους των δεντρών, ολόρθη, τους κορμούς.
Φύλλα νεκρά της έριξε η χρυσή δεντροστοιχία
και μεις – τους μαραμένους μας συλλογισμούς.

Θα ‘ναι η γυναίκα που έκλαψε πολύ. Στα βλέφαρά της
η σκιά των τρισευγενικών κατέβη μαρασμών.
Τη λύπην εξεδίψασαν τα δάκρυά της
και την υδρία της γέμισε στη βρύση των λυγμών.

Τα φιλημένα, άλλον καιρό, κρατεί κλεισμένα χείλη,
κι απάνου απ’ τα ξερόφυλλα περνάει θαμπή, σβηστή,
στο μύρο της υπομονής, που απλώνουμε το δείλι
τα πληγωμένα απ’ την βροχή κλαριά, να ξεχαστή.

Κι εγώ, που από το μάταιο τον κόσμο αναχωρούσα,
την είδα κι είπα: “Είναι νωρίς· θα μείνω”. Μυστικά
στον πόνο και στη γνώση της να εμπιστευτώ, μπορούσα
τα δάκρυά του τα τωρινά και τ’ αναμνηστικά.

Τότε θα γύρωμε κι οι δυό σε μια βαθιά ησυχία,
οι κουρασμένοι, οι ώριμοι πολύ, να ιστορηθή
απ’τον καθέναν η παλιά πικρή του αποτυχία
τρυγώντας του άλλου τα φιλιά, οπού έχουν μαραθή.

Γλυκό χινόπωρο της ζωής, σοφή κι ατάραχη ώρα,
ξέρεις, τα φίλτρα πίνοντας της λύπης, να ευτυχής
και να γευτής τον έρωτα σαν τη χρυσήν οπώρα
βαριά απ’το μέλι των χυμών στα ρίγη της βροχής.

Την ίδια δόξα επόθησε τη χινοπωρινή
καθώς με είδεν η ώριμη γυναίκα, κι η καρδιά της
τα πληγωμένα ετάραξε για μια στιγμή φτερά της –
όμως τα ξαναδίπλωσε στην πρώτη υπομονή

Και προσπεράσαμε βουβοί, δειλοί κι αγνοημένοι.
Ο λόγος που δεν ήτανε γραφτό μας ν’ακουστή
καθώς ξερόφυλλο έπεσε λαμπρό στην κοιμισμένη
θάλασσα του ανεκπλήρωτου που τόσα μου κρατεί

Γιώργος Σαραντάρης "Δὲν εἴμαστε ποιητές"

 



Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2025

Τάκης Παπατσώνης "Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων"

 



Συμβαίνει νὰ σωπαίνει κάποτε ἡ Ἐκκλησία,
παρ᾿ ὅλο ποὺ τελεῖται γιορτὴ ἐπιβλητική.
Μὴν ἔχοντας καμπάνες, ἄμφια καὶ λιτανεία,
ξεχύνεται ἡ διάθεση ὅλη ἡ ἑορταστικὴ
στὴν ἐσωτερικὴ πιὰ λατρεία, καθιερωμένη
σὲ τέτοιες περιστάσεις. Καθὼς ὁ διπλανός σου
ἀγνοεῖ τί πανηγύρι μέσα σου ἔχει στηθεῖ,
μιὰ καὶ δὲν συμμετέχει σὲ τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει καὶ σ᾿ ἀντικρύζει κι εὐθὺς ἀναρωτᾶται:
πῶς ἔτσι ὁ γείτονας μοῦ ξανάνθισε ἀδοκήτως;
ποιὸ Πάσχα τοῦ Κυρίου, ἔξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων χριστιανῶν;
Ἀδιάφορος πρὸς ὅλα, ὁ κρύφιος ἑορταστής.
Paratum est cor ejus γιὰ τὴ σπουδαία θυσία.
Στολίζει τοὺς βωμούς του, ὑψώνει τὴ Χαρὰ
καὶ τὴ μετουσιώνει σὲ σκεύη ἀχτιδωτά.
Μ᾿ εὐλάβεια ἀναλίσκει τὸ περιεχόμενό τους
κι ὕστερα κάμνει ἀπόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε ἐντός του μυριάδες οἱ καμπάνες,
μὲ τέτοιο ἀλαλαγμό τους, ποὺ οὐδέποτε χαλκὸς
τραγούδησε στὴ γῆ μας μὲ τόσην εὐφροσύνη,
μὲ τόση φωτεινότητα καὶ τόσο διαυγῶς.

* Paratum est cor ejus: ἑτοίμη ἡ καρδία του