Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΤΑ ΧΡΥΣΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΤΑ ΧΡΥΣΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Αυτοβιογραφία


Γεννήθηκα κατακαλόκαιρο, τέλη Ιουλίου. Η μητέρα μου διέκοψε τα θαλασσινά της μπάνια και πήγε να γεννήσει. Είμαι το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας μου είναι συνταξιούχος δάσκαλος της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και η μάνα μου πρώην τραγουδίστρια όπερας. Από τη μάνα μου κληρονόμησα την αγάπη για τις τέχνες και ιδιαίτερα το πάθος για τη γραφή. 
Στο σχολείο την ώρα που ο καθηγητής έγραφε στον πίνακα το μάθημα εγώ έγραφα ποιήματα που τα απήγγειλα με στόμφο στα διαλείμματα των μαθημάτων. Τα περισσότερα άρεσαν στις φίλες μου. 
Με τον καιρό απέκτησα μεγαλύτερο ακροατήριο. Κάποια παιδιά με θαύμαζαν και ζητούσαν τη γνώμη μου στο μάθημα της λογοτεχνίας και της έκθεσης. Οι εκθέσεις μου βραβεύονταν και οι καθηγητές ζητούσαν να τις διαβάζω μπροστά σε όλους στην τάξη. 
Όλοι προσδοκούσαν από εμένα ότι θα γράψω κάτι σπουδαίο στο μέλλον. Μα εγώ ήθελα μόνο να γράφω. 
Τις εκθέσεις τις έδειχνα στη μάνα μου αλλά τα ποιήματά μου τα έκρυβα. Φοβόμουν πως θα μου απαγορεύσουν να γράφω καθώς ονειρεύονταν να γίνω δικηγόρος, όπως ο παππούς μου και η ενασχόληση με τη γραφή νόμιζαν ότι θα με αποσπούσε από τη μελέτη. Εγώ πάλι «έπαιρνα τα γράμματα» εύκολα και βαριόμουνα τη φλυαρία των καθηγητών μου. Προτιμούσα να διαβάζω ποίηση. Έκρυβα τις ποιητικές ανθολογίες κάτω από το θρανίο και διάβαζα στα κρυφά την ώρα του μαθήματος. 
Μια μέρα με τσάκωσε ο καθηγητής των μαθηματικών. Με πήγε στο γραφείο της διευθύντριας και φυσικά έφαγα αποβολή από το σχολείο. Δεν τόλμησα να το πω στη μάνα μου.
 Την άλλη μέρα, τη μέρα της αποβολής δηλαδή, ξεκίνησα κανονικά δήθεν για το σχολείο και εγώ πήγα στο δάσος. Η μέρα ήταν λαμπρή ανοιξιάτικη. Η φύση γεμάτη μυρωδιές και χρώματα έσφυζε από ζωή. Σε αυτό το «σχολείο» ήθελα να φοιτώ και όχι στις σκοτεινές αίθουσες με τις τσιμεντένιες αυλές.
Έβγαλα το μπλοκάκι μου και άρχισα να γράφω να γράφω ασταμάτητα σαν μεθυσμένη.

Νότα Χρυσίνα

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

"Ο πύργος των ποιητών" της Νότας Χρυσίνα





Κοιτάζω μες στο σούρουπο του ορίζοντα το βάθος,
βλέπω της πόλης τα θαμπά περιγράμματα,
τ’ αναμμένα φώτα τρυπούν τα σωθικά της∙
βλέπω μορφές να χάνονται με απαλά βήματα,
βλέπω σιδερένια στόματα, που τραγουδούν κι αστράφτουν,
ακούω τον αρχέγονο ρυθμό της μακρόσυρτης μελωδίας τους ∙
Η καρδιά μου παύει να χτυπάει ρυθμικά,
μπροστά μου ζωντανεύει ένας πανάρχαιος μύθος.  

Θυμάμαι μιαν άλλη πόλη παλαιά, σκαρφαλωμένη
σε καταπράσινο βουνό πανάρχαιο, σαν να’ ναι εντοιχισμένη∙
κι εγώ διαβάτης, θυμάμαι, ν’ ανεβαίνω ατέλειωτα δρομάκια φιδωτά,
κι η σελήνη να ρίχνει ριπές τ’ ασημένια της βλέμματα∙
-χαμόγελα της Φύσης-, και ο Αποσπερίτης άγρυπνος μαντατοφόρος.
Ανέβαινα, να συναντήσω τον μυθικό φύλακα των ονείρων μου, μονάχη,
τον βάρβαρο πύργο τον γυάλινο, κι Αυτήν.

Δίπλα στον πύργο μια πηγή κι ένας δράκος κονταροφόρος
–πάντα υπάρχει ένας δράκος που φυλάει πύργους και πηγές∙
Σ’ αυτόν τον πύργο έδεναν τις ψυχές τους οι ποιητές,
πλοία σε αγκυροβόλιο∙ το αίνιγμα του κόσμου να φυλάξουν.
Βλέπω, πίσω απ’ του πύργου τα βουβά παράθυρα, να βαδίζουν
αλαφροπάτητες σκιές: ο Πόε, ο Έλιοτ, ο Σεφέρης,  κι ο Καβάφης
με αινιγματικό χαμόγελο, κι αίφνης
οι άλλες σκιές κάνουν υπόκλιση και μουρμουρίζουν
τη μελωδία τη μακρόσυρτη με τον αρχέγονο ρυθμό.   

Κι εγώ φύλλο τρεμάμενο ψελλίζω άρρυθμα
ποιήματα σαν εκείνα που με αυθάδεια το μέτρο σπάζουν.
Τότε η σκιά του Πόε πλησιάζει μ’ ένα κοράκι στον ώμο, με χλευάζει.
 Ο Έλιοτ τους ξεφτισμένους στίχους των Cantos μού χαρίζει,  
 ο Σεφέρης έναν ήλιο μού δείχνει, με αγκάθια κόκκινα, ασπιδοφόρο,
κι ο Καβάφης, με τρόπο ηδυπαθή, μού τείνει ένα κλειδί.    
«Ξεκλείδωσε το αίνιγμα του κόσμου» λέει.
Κι εγώ ξεκλειδώνω  κι ο βάρβαρος γυάλινος πύργος θρυμματίζεται
μες στη βοή της  πόλης που τα φώτα τρυπούν τα σωθικά της.
Δεν παύω ν’ ακούω από την άσφαλτο μακριά σε άλλη γη
εκείνη τη μελωδία τη μακρόσυρτη με τον αρχέγονο ρυθμό.
Βλέπω θολά περιγράμματα μορφών στο φως της αυγής,
Και την Ποίηση να στέκει εκεί, λευκό ντελικάτο μυστήριο.




Το ποίημα αυτό υποβλήθηκε ως εργασία για το ΜΠΣ

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

"Άτιτλο" της Νότας Χρυσίνα




Πιστεύαμε στις προφητείες των άστρων
Περπατούσε συντροφιά  τους, μήνες και μήνες·
Κρατούσαν καλά το μυστικό μας
Ποτέ δεν  πρόδωσαν πόσα φιλιά
Δώσαμε
Πόσες υποσχέσεις.
Μας έπιαναν κουβέντα τις νύχτες
Μας έκαναν σινιάλο ανοιγοκλείνοντας το στόμα τους
Τα δόντια τους έλαμπαν
Λάμπαμε κι εμείς σαν πυγολαμπίδες
Το πρωί επιστρέφαμε στο σώμα μας
Μα είχαμε συνηθίσει μέσα στο άλλο σώμα
και το δικό μας έμοιαζε ξένο.

Τώρα μας στοιχειώνουν οι αναμνήσεις 
Το σώμα μας  στέκεται μπροστά στον καθρέφτη
Όπως το αυτοκίνητο στο φανάρι.
Ανάβει ακόμη πράσινο. Στο κόκκινο
Πού θα βρεθούμε άραγε;



Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος
γράφει ποιήματα από αγάπη για τη ζωή

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

"Τα ρόδα ενός άλλου κήπου" της Νότας Χρυσίνα



Κι αν τα φιλιά είναι σαν τα χρόνια
και τα πάντα ρει, όπως είπε ο Ηράκλειτος
τότε κι εμείς θα βρεθούμε μωρό μου
να κυλιόμαστε αγκαλιά στο μέλλον
κάτω από τα ρόδα ενός άλλου κήπου
παραδείσιου ή στον ίδιο τον Παράδεισο'
κι αν στον δεύτερο κύκλο του Δάντη
στροβιλίζονται οι ψυχές μας σαν δίνη
τότε για εμάς γράφτηκε το Gloria
καθώς διασπόμαστε σε μυριάδες σωματίδια
καταλαμβάνουμε όλες τις διαστάσεις,
κι αν πάλι το σύμπαν είναι μια εκκωφαντική έκρηξη
τότε όλες τις γλώσσες της Βαβέλ ήταν μία
όταν εγώ κι εσύ αγγιχτήκαμε
κι αν όσα ζήσαμε ήταν όνειρο
τότε η αιωνιότητα είναι ένα παιχνίδι
του χρόνου που χαριεντίζεται
μέσα στις ζωές μας που σβήνουν
μέρα τη μέρα τα κεράκια της'
Μα εμείς αγάπη μου
είμαστε οι άκρες της ίδιας μπαλάντας
εγώ την αρχινώ κι εσύ κάνεις το ρεφρέν
εγώ η οδός κι εσύ η επωδός,
κι αν τα φιλιά μας σβηστούν σαν τα ψίχουλα
δεν θα χάσουμε το δρόμο μας
δρασκελίζοντας πάνω στα νέφη'
Έτσι δεν είναι, μωρό μου;

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ – Η συμβολή της παράδοσης στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας

Γράφει η Νότα Χρυσίνα // *
             Αναδημοσίευση από Fractal  


Χατζημιχαήλ Θεόφιλος, «Ο χαιρετισμός του Μάη» 1929
Υπάρχει ένα ερώτημα που έχει πυροδοτήσει ατέλειωτες συζητήσεις, επιστημονικά συνέδρια, τηλεοπτικούς διαξιφισμούς, λογοτεχνικές διαμάχες, δοκίμια, διηγήματα αλλά και ποιήματα. Το ερώτημα αυτό αφορά τη συμβολή της παράδοσης στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας.

Το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας τέθηκε επιτακτικά με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Όπως γνωρίζουμε από την Ιστορία που διδαχτήκαμε στο σχολείο, πριν από το 1821 δεν υπήρχε σαφώς καθορισμένη η έννοια του έθνους-κράτους ανάμεσα στους Έλληνες. Το ελληνικό έθνος μέχρι τον 19ο αιώνα ήταν γεωγραφικά διασκορπισμένο σε κοινότητες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το ελληνικό έθνος-κράτος δημιουργήθηκε μετά την ελληνική επανάσταση του 1821, και ιδιαίτερα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το 1830. Η δημιουργία του στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στην ιδεολογία του Ρομαντισμού, βάσει της οποίας εδραιώθηκαν τα έθνη-κράτη σε ολόκληρη την Ευρώπη τον 19ο αιώνα. Κάθε έθνος στράφηκε στο παρελθόν για να ισχυροποιήσει το παρόν του ως νεοσύστατο κράτος. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος στηρίχθηκε και αυτό στο παρελθόν του, όπως έκαναν όλα τα ευρωπαϊκά έθνη που ακολούθησαν την ιδεολογία του Ρομαντισμού. Με την επίδραση αυτής της ιδεολογίας τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά: γλώσσα, θρησκεία, τρόπος ζωής, έδαφος κ.ά. μετατράπηκαν σε εθνικά χαρακτηριστικά.

Ιδιαίτερα οι Έλληνες έπρεπε να δημιουργήσουν μία ταυτότητα του συνανήκειν αλλά και να τεκμηριώσουν την ιστορική τους συνέχεια με βάση τη φυλετική, γλωσσική και πολιτιστική συνέχεια από την αρχαιότητα. Αυτή τη συνέχεια μπόρεσαν να την τεκμηριώσουν κυρίως μέσα από τη ζωντανή παράδοση, δηλαδή τα ήθη, τα έθιμα, τα τραγούδια, τα παραμύθια και τη δημοτική γλώσσα, γραπτή και προφορική.
Η ελληνική γλώσσα και η ορθόδοξη θρησκεία ήταν τα κοινά χαρακτηριστικά όλων των πολιτών του νέου βασιλείου. Η άμεση καταγωγή της γλώσσας αυτής από την αρχαία πρόσφερε, όπως προαναφέρθηκε, ένα σταθερό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της ταυτότητας του νέου έθνους-κράτους. Το άλλο σταθερό σημείο για τον καθορισμό της εθνικής ταυτότητας υπήρξε η λαϊκή παράδοση.
Η λαϊκή παράδοση επανεκτιμήθηκε τον 19ο αιώνα ως εθνικός θησαυρός. Τον αιώνα αυτόν ιδρύθηκε από τον Νικόλαο Πολίτη η ελληνική λαογραφία ως επιστημονικός κλάδος. Ο Πολίτης κατέγραψε τα δημοτικά τραγούδια και στοιχεία της παράδοσης απαλλάσσοντάς τα από ξένα στοιχεία.
Η ελληνική ταυτότητα και συνέχεια στηρίχτηκε και στην επιστήμη της ιστοριογραφίας που γράφτηκε ως απάντηση στους ισχυρισμούς του Φαλμεράυερ περί καταγωγής των νεοελλήνων από Σλάβους και Αλβανούς. Αρχικά ο Ζαμπέλιος και μετά ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος συνέγραψαν την «εθνική ιστορία» μας συνδέοντας την αρχαιότητα με τον νεοελληνικό πολιτισμό με ενδιάμεσο σταθμό τον Μεσαίωνα (Βυζάντιο).
Η σύνδεση με το πρόσφατο παρελθόν μας το λεγόμενο βυζαντινό εστιάζει στα ήθη και έθιμα του λαού μας. Από το 1880, μαζί με την ανακάλυψη ότι η λαϊκή παράδοση είναι ο θησαυρός των αρχαίων ηθών και εθίμων που επέζησαν μέχρι τη σύγχρονη εποχή, γεννήθηκε το ενδιαφέρον για την παραδοσιακή ζωή και ιδιαίτερα για τη γλώσσα της ελληνικής υπαίθρου. Η ομιλούμενη (δημοτική) γλώσσα χαρακτηρίστηκε κιβωτός της εθνικής ταυτότητας και διεκδίκησε την άμεση καταγωγή από την αρχαία ελληνική -όπως ακριβώς την είχε διεκδικήσει και η αρχαΐζουσα. (γλωσσικό ζήτημα).
Στη δημοτική γλώσσα στηρίχτηκε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός (επτανησιακή σχολή) και δημιούργησε ένα διακείμενο (πλαίσιο) για να εντάξει τα δικά του κείμενα. Δημιούργησε δηλαδή μια νέα παράδοση καθώς στράφηκε στο δημοτικό τραγούδι και στον «Ερωτόκριτο» που είχε γραφτεί διακόσια χρόνια νωρίτερα. Ο Σολωμός στήριξε τη γλωσσική του επιλογή και με το δοκιμιακό του έργο, το βασικότερο έργο του είναι ο γνωστός «Διάλογος».

ΣΟΦ. Η γλώσσα σου φαίνεται ‘λίγη ωφέλεια; με τη γλώσσα θα διδάξης το κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξης πρώτα τες ορθές λέξες.

ΠΟΙΗΤ. Σοφολογιώτατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ‘ξέρουν και τα παιδιά.
Το ελληνικό κράτος αφού ταλαιπωρήθηκε με το γλωσσικό ζήτημα τη μέση οδό του Κοραή και την αρχαΐζουσα φτάνει στην παρακμή του ρομαντικού κινήματος και στον «ξύλινο» σχεδόν λόγο. Η γενιά του 1880 αναζήτησε νέα εκφραστικά μέσα και ανανέωση της γλώσσας. Ο ποιητής Κωστής Παλαμάς υιοθέτησε τη γλώσσα του λαού και προσπάθησε να εκφράσει την ψυχή του.

Ὁ Διγενὴς κι ὁ ΧάρονταςΚαβάλλα πάει ὁ Χάρονταςτὸν Διγενῆ στὸν Ἅδη,κι ἄλλους μαζί… Κλαίει, δέρνεταιτ᾿ ἀνθρώπινο κοπάδι.Καὶ τοὺς κρατεῖ στοῦ ἀλόγου τουδεμένους στὰ καπούλια,τῆς λεβεντιᾶς τὸν ἄνεμο,τῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.[…]

Το 1883 ανακοινώθηκε από τον Νικόλαο Πολίτη και το περιοδικό «Εστία» ο διαγωνισμός ελληνικού διηγήματος του οποίου η «υπόθεση θα ήταν ελληνική, δηλαδή θα συνίστατο από περιγραφές σκηνών του βίου του ελληνικού λαού».
«ο ελληνικός λαός», αναφέρεται, «είπερ και άλλος τις έχει ευγενή ήθη, έθιμα ποικίλα και τρόπους και μύθους και παραδόσεις εφ’ όλων των περιστάσεων του ιστορικού αυτού βίου· η δε ελληνική ιστορία, αρχαία και μέση και νέα γέμει σκηνών δυναμένων να παράσχωσιν υποθέσεις εις σύνταξιν καλλίστων διηγημάτων και μυθιστορημάτων».
Όλες οι αναφορές στα ιστορικά και λογοτεχνικά γεγονότα μας αποδεικνύουν ότι η παράδοση είναι μια έννοια δυναμική και πώς συνέβαλε σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή στη συγκρότηση της ελληνικής ταυτότητας. Άλλωστε και αργότερα, με τη λεγόμενη γενιά του ’30, η παράδοση «κλήθηκε» ξανά να συμβάλλει από μια νέα οπτική γωνία στην αντίληψη της ελληνικής ταυτότητας. Ο ρόλος της παράδοσης θα συνεχίσει να τροφοδοτεί μελέτες και διαξιφισμούς καθώς αποτελεί μια γόνιμη βάση για διάλογο και αυτό ίσως αποτελεί την σπουδαιότερη συμβολή της.



Βιβλιογραφία

  • Beaton, Roderic, Η ιδέα του έθνους στην ελληνική λογοτεχνία, Από το Βυζάντιο στη σύγχρονη Ελλάδα, επιμ. Λυδάκη Ε., μτρ. Πιπίνη Ε., Νοτιά Π., Τσάμου Σ., Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης
  • Γιάννης Παπακώστας, Το περιοδικό Εστία και το διήγημα, Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα, Αθήνα 1982, 79-80.
  • Πολίτου-Μαρμαρινού Ελένη, «Ηθογραφία». Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τ. 26, Αθήνα 1984, 219-221.
  • Βουτουρής, Παντελής, Ως εις καθρέπτην … Προτάσεις και υποθέσεις για την ελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1995, 259-260.




* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

"Διάφανη ιστορία" της Νότας Χρυσίνα



(ένα μικρό διήγημα, βασισμένο πάνω στο παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας, που υπέβαλα για εργασία)

Φοράει έναν κατακόκκινο σκούφο και βιάζεται να μπει στο μετρό. Τα μάτια της είναι κρυμμένα πίσω από δυο μεγάλους φακούς.
      «Μαίρη, πώς μεγάλωσαν τα μάτια σου τόσο» της πέταξα.
      «Για να βλέπω καλύτερα» μου αντιγύρισε.
Σύμπτωση ή είχε ανακαλύψει ότι το διήγημα που είχα στείλει για επιμέλεια στον εκδοτικό οίκο η Σφίγγα ήταν αντιγραμμένο λέξη προς λέξη από εκείνο του Σαμαράκη; Και το άλλο με τα παιδικά παραμύθια που παρουσίασα στη Λέσχη Λογοτεχνών… Με κοίταζε με ένα βλέμμα περιφρονητικό σαν να μου έλεγε: «Ξέρω».
Ξαφνικά γυρνάει, και λέει δήθεν αδιάφορα:
         «τὸ κυνήγι ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς              τὰ σκάγια».
«Τι εννοείς;» προλαβαίνω να της πω τρέμοντας ενώ κατεβαίνει στη στάση Σύνταγμα. Απάντηση δεν πήρα. Είμαι σίγουρος. Ξέρει.
Ο κόκκινος σκούφος της χάθηκε στο βάθος μέσα στο πλήθος. Το στομάχι μου είχε βαρύνει. Ανάπνεα με δυσκολία σαν να είχα καταπιεί πέτρες. Κυοφορούσα τα ψεύδη μου.

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Νότα Χρυσίνα «Μία τυχαία συνάντηση»

Σχόλιο προς τους/τις  ευγενικούς/ες και μη αναγνώστες/τριες

Το διήγημα αυτό γράφτηκε ως εργασία εξαμήνου για το ΜΠΣ. Περιέχει τεχνικές αφήγησης που δεν είναι στην παρούσα ανάρτηση σημειωμένες με bold ενώ όταν υποβλήθηκε για διόρθωση ήταν σημειωμένες και βαθμολογήθηκε με 9 (εννέα), προφανώς γιατί οι τεχνικές είναι σωστές αλλά όχι η λογοτεχνική γραφή που θέλει ψυχή βουτηγμένη στον νου. 



Η Νατάσα κατέβηκε βιαστική από το ταξί. Μόλις την είδα η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σε ένα ξέφρενο ρυθμό σαν τρελή.Περπατούσα παρέα με τους παλιούς συμφοιτητές μου δίπλα από το γλυπτό της Κοιμωμένης του Χαλεπά. Βρισκόμασταν στο Α’ Νεκροταφείο για την εξόδιο ακολουθία που θα ψαλλόταν για τον αγαπημένο μας καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη, που είχε φύγει την προηγούμενη μέρα από τη ζωή. Ανυπομονούσα να την δω. Η φίλη της η Μαίρη μού είχε πει πως θα ερχόταν στην κηδεία κι ότι θα έφθανε αεροπορικώς από Θεσσαλονίκη. Είχε αργήσει. Η ώρα ήταν ήδη 11 και μισή.  Πάντα αργούσε. Το μυαλό μου έτρεξε στο παρελθόν σαν ταινία σε rewind. Θυμήθηκα την ημέρα που πρωτογνωριστήκαμε. Ήμασταν και οι δυο μας φοιτητές φιλολογίας στο πανεπιστήμιο.

Μια ψηλή κοπέλα με κυματιστά, καστανά μαλλιά και λαμπερά γεμάτα φλόγα μάτια μπήκε αργοπορημένη στο μάθημα του καθηγητή Μαρωνίτη. Το σώμα της δεν ήταν απλώς ωραίο, έμοιαζε με γλυπτό Αφροδίτης.) Μόλις την είδα εντυπωσιάστηκα, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.

Στο διάλειμμα την πλησίασα και τη ρώτησα εάν χρειάζεται τις σημειώσεις του μαθήματος. Εκείνη ενθουσιάστηκε με την πρότασή μου και μού πρότεινε αμέσως να πάμε για καφέ. Ήταν πρόσχαρη και μιλούσε με μια ζεστή, απαλή, μεταξένια φωνή. 
Την ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα κι εκείνη ανταποκρίθηκε. Δεν αργήσαμε να συγκατοικήσουμε. Βρήκαμε ένα μικρό, φτηνό διαμέρισμά στο κέντρο της πόλης. Θέλαμε να βρισκόμαστε στην καρδιά της πόλης, ώστε να  οσμιζόμαστε τα δρώμενα, αλλά καιμου άρεσε να μπορώ να πηγαίνω παντού με τα πόδια.Το ίδιο και της Νατάσας. Ήταν αθλήτρια. Το όμορφο καλοσχηματισμένο της σώμα είχε διαμορφωθεί μετά από ατέλειωτες ώρες γυμναστικής.
Η αθλήτριά μου όμως αγαπούσε και τη διακόσμηση. Διάβαζε πολλά περιοδικά στον ελεύθερο χρόνο της. Στο νέο μας σπίτι τής δόθηκε η ευκαιρία και να δείξει το ταλέντο της και να φτιάξει το σπιτικό μας.
 Διάλεξε  φωτεινά πράσινα χρώματα για τους τοίχους και απαλότερες αποχρώσεις για τα υφάσματα. Βάψαμε μόνοι μας το σπίτι. Βάψαμε ακόμη και τα πρόσωπά μας. Είχαμε γελάσει πολύ καθώς μοιάζαμε με πράσινα ανθρωπάκια εξωγήινων, όπως αυτά που αναπαρίστανται στα περιοδικά.
 Τράβηξα πολλές φωτογραφίες το μουτράκι της και κρέμασα τις φωτογραφίες στους τοίχους. Τη φωτογράφιζα συχνά καθώς η φωτογραφία είναι το χόμπι μου. Είχα πάρει μέρος σε διαγωνισμούς και εκθέσεις.
 «Μάνο, βιβλία και φωτογραφίες παντού, παντού φωτογραφίες» έλεγε μισοζαλισμένη η μούσα μουενώ έψαχνε κάποιο βιβλίο για την εργασία της. 
«Βιβλιοφάγοι, είμαστε μωρό μου, δέξου ότι συγκατοικούμε με αυτά, ονειροπαρμένοι  βιβλιοφάγοι» της έλεγα και την άρπαζα από τη μέση γυρνώντας τηστον αέρα.
 Η Νατάσα ήθελε λίγο χώρο για ακουμπάει τα αγαπημένα της μυθιστορήματα αλλά το πάτωμα ήταν γεμάτο βιβλία και περιοδικά αρχιτεκτονικής. Ξόδευα όλο μου το χαρτζιλίκι σε αυτά καθώς ονειρευόμουν να γίνω αρχιτέκτονας,αν και είχα περάσει με την πρώτη στη σχολή φιλολογίας. Η φιλολογία ήταν όνειρο του πατέρα μου, καθώς ήταν και ο ίδιος φιλόλογος. Εγώ από μικρός ήθελα να κτίζω κάστρα. 
Την επόμενη χρονιά θα έδινα εξετάσεις και στην Αρχιτεκτονική και όταν θα έπαιρνα το πτυχίο μου θα έκτιζα ένα κάστρο να βάλω μέσα την βασίλισσά μου, τη Νατάσα.  «Βασίλισσά μου» της έλεγα όταν απλώναμε τα όνειρά μας για το μέλλον στο μικρό μας μπαλκονάκι τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες.
Ήμουν ερωτευμένος με το ομορφότερο κορίτσι του κόσμου και τίποτα δεν φαινόταν να μπορεί να χαλάσει την ευτυχία μας. Τα βράδια κάναμε παθιασμένο έρωτα και μετά ξαπλώναμε πάνω στις μεγάλες βελούδινες κόκκινες μαξιλάρες που ήταν απλωμένες στο πάτωμα και ακούγαμε τα αγαπημένα μας Cd μουσικής. Αγαπούσαμε και οι δυο μας την jazz και την κλασική μουσική. Ακούγαμε βέβαια και ροκ και πηγαίναμε κάθε Σαββατόβραδο για χορό και παρεούλα στο στέκι των φοιτητών, στην οδό Βαλαωρίτου.
Ήμασταν μαζί δύο χρόνια, όταν καβγαδίσαμε για πρώτη και τελευταία φορά. 
Ήταν Δεκέμβρης και είχε τσουχτερό κρύο. Τις προηγούμενες μέρες χιόνιζε και οι δρόμοι είχαν ένα απαλό στρώμα πάγου που την ημέρα αντανακλούσε το φως το οποίο διαθλώταν σε πολλά μικρά χρωματιστά σωματίδια που χόρευαν στον αέρα. Σάββατο βράδυ και είχαμε πάει στο αγαπημένο μας στέκι. Καθώς μπήκα μέσα είδα μια παρέα με κοπέλες. Ανάμεσά τους η Λητώ, μια όμορφη κοκκινομάλλα φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, γειτονοπούλα μου στο εξοχικό μας στην Μήλο.  Χάρηκα πολύ που είδα τη Λητώ και αφού τη σύστησα στη Νατάσα έπιασα την κουβέντα μαζί της. Καιρό είχαμε να βρεθούμε και είχαμε να μοιραστούμε πολλά από το νησί μας. Περνούσα υπέροχα με τη συντροφιά της. Η Λητώ μού περιέγραφε πώς κατάφερε να αποδώσει το τοπίο της Μήλου σε έναν της πίνακα και η περιγραφή της με είχε συναρπάσει. Είχα απορροφηθεί τόσο από την αφήγηση που ξέχασα τηγλυκιά μου Νατάσα. Εκείνη με πλησίασε κάποια στιγμή και μου ζήτησε να φύγουμε. Εγώ δεν ήθελα να χάσω την παρέα της Λητώς και της είπα ότι θα μείνω και θα τησυνοδεύσω στο σπίτι της. Η Νατάσα θύμωσε και μου είπε πως φεύγει.
Όταν επέστρεψα στο διαμέρισμα, η Νατάσα κοιμόταν. Ξύπνησα νωρίς το πρωί αλλά η Νατάσα είχε ξυπνήσει νωρίτερα και μου είχε αφήσει ένα σημείωμα ότι θα πάει για λίγες μέρες στο χωριό των γονιών της, κάπου έξω από την Χαλκιδική.
Την πήρα πολλές φορές στο τηλέφωνο αλλά δεν απάντησε. Μετά από μια εβδομάδα μου τηλεφώνησε πως θ’ αργήσει να επιστρέψει,γιατί ο πατέρας της είχε αρρωστήσει και έπρεπε να μείνει κοντά στους δικούς της για λίγο καιρό.
 Ο καιρός περνούσε και εκείνη δεν επέστρεφε ούτε απαντούσε στα τηλεφωνήματά μου. Μια μέρα ήρθαν δυο φίλες της και μάζεψαν τα πράγματά της. Μου έδωσαν ένα γράμμα. Με ευχαριστούσε για όσα μοιραστήκαμε και μου ευχόταν να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Σύντομα πέρασα στην Αρχιτεκτονική Αθηνών και ξενοίκιασα το διαμέρισμα. Την αναζήτησα μέσα από φίλους και γνωστούς. Κανένας δεν ήξερε τίποτα. Σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε.
Μετά από χρόνια συνάντησα τη φίλη της τη Μαίρη στην Αθήνα. Μου είπε πως η Νατάσα είχε γίνει μεταφράστρια και πως ζούσε στη Γαλλία. Εκεί είχε τιμηθεί με το βραβείο της λεγεώνας της τιμής.

Η καρδιά μου συνέχισε να χτυπάει σε ξέφρενο καλπασμό όταν πλησίασε εκείνη. Είχα να τη δω είκοσι ολόκληρα χρόνια. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Βρήκα τη δύναμη και της είπα «Γειά σου Νατάσα, είσαι πάντα όμορφη».
 Μου χαμογέλασε πλατιά: «Κι εσύ πάντα κομψός» είπε ενώ με κοίταζε έντονα. Η αλήθεια είναι ότι πρόσεχα πολύ την εμφάνισή μου. Αν και τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει, ήμουν σε καλή φυσική κατάσταση. Την ημέρα εκείνη φορούσα σουέτ καφέ σακάκι, τζιν πουκάμισο και τζιν ανοιχτόχρωμο παντελόνι. Η Νατάσα με κοίταζε με αυτό το βαθύ γλυκό βλέμμα που είχα ερωτευτεί με την πρώτη ματιά. Αφού τελειώσαμε με το τελετουργικό, ήπιαμε καφέ και συλλυπηθήκαμε την οικογένεια Μαρωνίτη,κανονίσαμε να πάμε να φάμε οι δυο μας. Είχαμε να βρεθούμε είκοσι ολόκληρα χρόνια!

«Λοιπόν Μάνο»,μού είπε, «πραγματοποίησες το όνειρό σου να γίνεις αρχιτέκτονας;» Εγώ ήμουν ακόμη σαν υπνωτισμένος. Ρουφούσα κάθε της βλέμμα και προσπαθούσα να κρατήσω όσες περισσότερες εικόνες της αποτυπωμένες στο μυαλό μου. Σαν να ήθελα να τη φυλακίσω στη σκέψη μου. 

«Τι έγινε;», γέλασε, «μη μου πεις πως ξέχασες ποιος είσαι;» Γέλασα αμήχανα κι εγώ. Μου άρεσε που ήταν πειραχτήρι. Τα μάτια μου καρφώθηκαν πάνω στα μακριά καλοσχηματισμένα της πόδια που τα άφηνε ακάλυπτα κάτω από μία αραχνοΰφαντη φούστα. 
«Ουάου» της έκανα. Γελάσαμε και οι δυο καθώς θυμηθήκαμε τη σκηνή με τη Ρίτα Χέιγουορθ και τον Φρεντ Αστέρ. Η Χέιγουορθ είχε εμφανιστεί με σορτσάκι και ο Αστέρ είχε αντιδράσει με το επιφώνημα. Από τότε ήταν το δικό μας πείραγμα, κάθε φορά που την έβλεπα να εμφανίζεται μπροστά μου αποκαλυπτική.

«Λοιπόν, Μάνο», διέκοψε την αναπόλησή μου,«δεν θα μου πεις για εσένα;» «Η αλήθεια είναι, Νατάσα, ότι δεν πιστεύω πως είσαι εδώ».
 «Ναι, έγινα ένας επιτυχημένος αρχιτέκτονας,αλλά το κάστρο που έκτισα είναι χωρίς βασιλοπούλα».
 «Θέλεις να πεις πως δεν παντρεύτηκες;» είπε έκπληκτη.
«Παντρεύτηκα τη βασίλισσα του Σαββά» είπα όλο μυστήριο.

 Η Νατάσα άνοιξε διάπλατα τα μεγάλα καστανά της μάτια. Της εξήγησα ότι πήγα στην Αιθιοπία να φωτογραφίσω τις αρχαιότητες και εγκλωβίστηκα στη γοητεία του θρύλου της βασίλισσας του Σαββά*. Της διηγήθηκα πώς ανακαλύψαμε με την αποστολή των αρχαιολόγων, την οποία είχα ακολουθήσει, το χρυσωρυχείο της βασίλισσας. Της αφηγήθηκα την συναρπαστική ιστορία της βασίλισσας του Σαββά. Της εξήγησα πως υπάρχει ένας θρύλος που κάνει λόγο για μυθικά πλούτη και πως γίνεται αναφορά του ονόματός της τόσο στη Βίβλο όσο και στο Κοράνι. Της διηγήθηκα με κάθε λεπτομέρεια.τις περιπέτειές μου στο υψίπεδο Gheralta.Η Αιθιοπία είναι μία χώρα γεμάτη εκπλήξεις και μοιάζει να ξεπηδάει από τις σελίδες ενός παραμυθιού. 
Η Νατάσα άκουγε γοητευμένη. Πότε πότε πετάριζαν τα βλέφαρά της. Το πετάρισμα των βλεφάρων της ήταν σημάδι πως περίμενε με αγωνία τη συνέχεια. Μείναμε μαζί περπατώντας δίπλα στη θάλασσα μέχρι το ξημέρωμα της επόμενης μέρας. Προσπαθούσαμε να χωρέσουμε όσα χρόνια ήμασταν μακριά μέσα σε λίγες ώρες. Μου είπε για τη Γαλλία, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια, κι εγώ για την Αιθιοπία. Τη ρώτησα για όσα έγιναν τότε, αλλά εκείνη απέφυγε να απαντήσει. «Μάνο μου, ας μη χαλάσουμε τη συνάντησή μας» μου είπε. Όπως έλεγε και η Σκάρλετ Ο’Χάρα στην αγαπημένη μας ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος» «After all... tomorrow is another day…». 
Το ξημέρωμα την πήγα να πάρει το αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη. Τη φίλησα τρυφερά. Ήξερα πως δεν θα την ξαναδώ.


*Το βασίλειο, που εκτεινόταν στην σημερινή Αιθιοπία και την Υεμένη ήταν ισχυρό και άνθησε κυρίως χάρη στο εμπόριο με την Ιερουσαλήμ και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Όσο για τη βασίλισσά του, παρ’ ότι ελάχιστα είναι γνωστά - έτσι ώστε να θεωρείται σήμερα περισσότερο ένα πρόσωπο μυθικό - η εικόνα της ενέπνευσε πολλαπλώς τους μεταγενέστερος, από το Μεσαίωνα και μετά.


Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Μια ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Του ΚΑΒΑΦΗ

της Νότας Χρυσίνα

επιβλέπων καθηγητής:
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



Α) Ποιήματα βασισμένα στα μορφικά χαρακτηριστικά του έργου του ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη


Ιδανικές μνήμες κι αγαπημένες     

Iδανικές κι αγαπημένες μνήμες
γυρίζουν στο μυαλό ή επιστρέφουν
κρυφά μες στ’ όνειρό μας∙ ξαφνικά
οι μνήμες ξεπροβάλλουν
καθώς βουτάμε μια μαντλέν στο τσάι,
τον χρόνο αναζητώντας
που’ ναι αιώνια παρών.


Γλυκές μα ξεχασμένες τώρα μνήμες
τυραννικά το φως ανάβουν
 μέσα στην κάμαρά μας∙ και μας κοιτάζουν
- Όσο περνούν  τα χρόνια πιο τυραννικά-
μια δεύτερη ζωή ζητούν. Γυρνούν
πιστό σκυλί στ’ αφεντικό του.

Αγαπημένες μνήμες.
(Αν τυχερός σταθείς γυρνούν
μες στο μυαλό οι μνήμες σαν τους το ζητάς)

Και σαν θελήσεις, γέρος πια, μ’ αυτές θα κτίσεις τείχη,
ανεπαισθήτως, κλείνοντας απέξω τη ζωή.  



Η πόλη η πλανεύτρα

Αυτή η πόλη η πλανεύτρα, η Αλεξάνδρεια
τον ποιητή Καβάφη, η ξελογιάστρα μάγεψε.
Μάγεψε και τον Πάρη απ’ την Σπάρτη
που τ’ ακριβά θεάματα του άρεσαν, κι ήταν
επιρρεπής στις ηδονές∙ 
- προπάντων,  τ’ άρεσαν τα ηδονικά κορμιά.

Όλα τα χρήματά του ξόδεψε:
σ’ αυτή την πόλη τη μοιραία, με
 τον δαπανηρό της βίο∙
(Κοστίζει το γλυκό ποτό της ηδονής).

Μα ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών
τα μάτια του μαβιά∙ σαν  έσβηνε η λάμπα,
παραδίνονταν ο Πάρης στην ηδονή.

Α αυτή η εξαίσια ηδονή στην πόλη την πλανεύτρα.

Πάντα σ’ αυτόν επέστρεφε, κι ας πάσχιζε
να μην ακούσει τις σειρήνες του κορμιού∙
τον όρκο του ποτέ δεν κράτησε
-τον τυραννούσε, το πάθος το ερωτικό -
σαν έμπαινε στην κάμαρή του
η εκλεκτή συγκίνηση, τα μέλη του έ λ υ ν ε∙ 
ξεχνούσε τότε λογική και τα χρηστά τα ήθη
(η κοινωνία της Σπάρτης τα ήθη π ο λ ύ σεβότανε). 
Σαν μεθυσμένος τριγυρνούσε στο σοκάκι,
ώσπου να μπει στην κάμαρη ξανά,
-εκεί το μυαλό του άφησε,
στην πόλη τη μοιραία τη ξελογιάστρα,
                                    -κι όλα του τα λεφτά.





Επίσκεψις Απολλωνίου σε Ινδούς Βραχμάνες

Τον βίο του περιπλανώμενου σοφού παρήγγειλε
 η Ιουλία Δόμνα η αυτοκράτειρα,
στον σοφιστή Φιλόστρατο,
- του κύκλου της ήτανε βλέπεις μέλος.
Κι ο σοφιστής συνέγραψεν τον «βίο του Απολλώνιου», 
χωρίς ολιγωρία.  Ο σοφιστής Φιλόστρατος
από διηγήσεις ήξερε καλά
–πόσω μάλλον τερατικές.

Καθώς περιπλανιόταν ο σοφός ο Απολλώνιος
-ως λένε οι πηγές- έφτασε στις Ινδίες,
κι εκεί είδε τους Ινδούς Βαχμάνες:
«να κατοικούν στη γη χωρίς να είναι πάνω της,
και περιτειχισμένους, χωρίς να έχουν τείχη,
 χωρίς να έχουν τίποτα, να έχουνε τα πάντα».
Ο Απολλώνιος θα είχε κατά νου,
κάτι σαφώς βαθύτερο, σαν έγραψεν αυτά.

Κι ο Φιλόστρατος με περισσή σπουδή
συνέγραψεν τον βίο, αφού όλες τις πηγές μελέτησε.
 Στην Ιουλία Δόμνα, πήγε πετώντας
-όπως οι Ινδοί Βαχμάνες.




Σαν ήρθε η μεγάλη μέρα

Σαν ήρθε η μέρα για το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι∙
ο ποιητής Φερνάζης είπε Ναι – έτοιμο το είχε-
και με την πίστη ακλόνητη την Τέχνη υπηρετούσε.
Όχι να πει; Χωρίς δουλειά να μείνει;
Θα έγραφε κι εγκώμια κι επαίνους, κι ελληνικά
και αραβικά και τουρκικά
 (αυτή είναι η δουλειά των αυλικών του βασιλιά)
να επαινούν τον βασιλιά σε χίλιες δύο γλώσσες.

Τη γλώσσα να μην βγάζουν και να λένε Όχι.
Πληρώνονται τα εγκώμια καλά.
Κι αν πεις για τους επαίνους τα διπλά.

Σαν ήρθε η μέρα για το μεγάλο Ναι, Όχι δεν είπε.
Μα στ’ όνειρό του αυτό το Όχι…
επέστρεφε και έπαιρνε εκδίκηση.
-Τον φώναζε προδότη.
Ο ποιητής φριχτά το πλήρωσε  το Ναι.
Για να μην πεινάσει.

Κι είπε ο ποιητής Φερνάζης Ναι – μα η ποίηση
τον άφησε χωρίς ανταμοιβή,
χωρίς εγκώμια, έμεινε τ’ όνομά του.



Εν Εσπερία

Ο ποιητής Καβάφης την τέχνη την ποιητική
διδάχτηκε στην  Εσπερία.                 Ο νους του συγκρατούσε
το πλούσιο       συναίσθημα.                                Στις ηδονές κρυφά
έκαμε προσευχή,                                   οι ηδονές κι η Αλεξάνδρεια
τον όρισαν δικό τους ιερέα.




Β) Περιγραφή   μορφικών επιλογών των ποιημάτων και συσχετισμός με το περιεχόμενό του

Προσπάθησα, με συνεχείς διορθώσεις, να κρατήσω τον ρυθμικό συντελεστή, ο οποίος προσιδιάζει στην πλειονότητα των αναγνωρισμένων ποιημάτων του Καβάφη.
 Επιχείρησα να συνθέσω ποιήματα σε ελευθερωμένο στίχο, ο οποίος είναι έμμετρος αλλά ανισοσύλλαβος . (6 έως και 17 συλλαβές)   , σε ιαμβικό ζυγοτόνιστο ρυθμό, ο οποίος χαρακτηρίζει τα ποιήματα του Καβάφη.  Ωστόσο, όπου υπάρχει ένα είδος μορφικής ατημελησίας υπαγορεύτηκε από λόγους έμφασης , παραστατικότητας  ή σημασιολογικής έξαρσης.  
Έγραψα τα ποιήματα σε ποικίλες στροφικές μορφές και σε ελεύθερες ανισόστιχες ενότητες. Έκανα χρήση συχνών διασκελισμών προσπαθώντας να δημιουργήσω ένταση ανάμεσα στο γλωσσικο-νοηματικό και το μετρικό σύστημα.  Άλλοτε ο διασκελισμός, ο οποίος δίνει την αίσθηση ενός λόγου εν μέρει πεζού και εν μέρει έμμετρου, με βοήθησε στη δημιουργία έμφασης ή παράτασης της συγκίνησης. 
Προσπάθησα να διατηρήσω το ιαμβικό μέτρο και να φροντίσω την εσωτερική οργάνωση των ποιημάτων με συνιζήσεις, χασμωδίες, εσωτερικές παύσεις  και τομές.    Τις παύσεις τις πέτυχα με ισχυρή στίξη παράδειγμα τελείες, άνω τελείες, παύλες, κόμμα, εκτεταμένα κενά  και πολλαπλό διάστιχο όπως προανέφερα.  Ακόμη πέτυχα μέσω αυτών τη ροή της αποσπασματικής σκέψης.
 Έδωσα έμφαση σπάζοντας τον ρυθμό με παρενθέσεις και μεταφέροντας έναν ειρωνικό τόνο, χαρακτηριστικό της ποίησης του Καβάφη. 
Επιχείρησα να γράψω με ρεαλιστικό ύφος.  Μιμήθηκα καταλήξεις καθαρεύουσας   και χρησιμοποίησα λέξεις τις οποίες τόνισα τυπογραφικά. 
Προσπάθησα να εστιάσω σε θέματα ή σύμβολα  (συμβολιστική περίοδος) που ο ποιητής επανέφερε στα ποιήματά του όπως η πόλη, η αντίληψη της σχετικότητας της ηθικής, η ποιητική τέχνη, η κάμαρη, η λάμπα, η ηδονή, η μνήμη.  Η ποιητική του Καβάφη στην ωριμότητά της εκφράστηκε μέσα από τον ρεαλισμό και τον μοντερνισμό.  Τα ποιήματα που έγραψα ανήκουν στους τρεις κύκλους των θεμάτων που απασχόλησαν τον ποιητή: τα ερωτικά,  τα ιστορικά  και τα φιλοσοφικά. 

Βιβλιογραφία

Beaton Roderick, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ποίηση και Πεζογραφία, 1821-1992, μτφ. Ευαγγελία Ζουργού-Μαριάννα Σπανάκη, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996

Γαραντούδης, Ευρ. (2003). «Η διάρκεια της καβαφικής ποίησης: ο ρυθμικός συντελεστής». Το Δέντρο, τχ. 125-126, Απρίλιος-Ιούνιος 2003

Kατσιγιάννη  Α., «Mορφικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική ποίηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα (Συνοπτικό διάγραμμα)» (περιοδικό Παλίμψηστον), 1987 τχ. 5

Κωστίου, Κ. «Η Ποίηση του Κ.Π. Καβάφη» στο Λάμπρος Βαρελάς κ.ά.. (επιμ.) (2008). Γράμματα ΙΙ. Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ός αιώνας), εκδόσεις ΕΑΠ., Πάτρα, 2008

Παπάζογλου Χρήστος, ΜΕΤΡΙΚΗ και ΑΦΗΓΗΣΗ, Για μια συστηματική μετρική και ρυθμική ανάλυση των καβαφικών ποιημάτων, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 2012

Πολίτης Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2003

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

"Η αράχνη" της Νότας Χρυσίνα

Ποίημα βασισμένο πάνω στον πίνακα του Νικόλαου Γύζη!


Η αράχνη

Ήμουν ξακουστή υφάντρα
με τέχνη περισσή ύφαινα τα υφαντά μου νύχτα μέρα.
Κόρη βαφέα, του Ίδμονα του Κολοφώνιου,
κι έμενα στη Λυδία.
Νύχτα μέρα ύφαινα, κι έμαθα άριστα την τέχνη της υφαντικής∙
Έγινα ξακουστή. Ακόμη και οι Νύμφες ήρθαν
την τέχνη μου, της υφαντικής να θαυμάσουν.
Σαν προκάλεσα σε αγώνα την Αθηνά Εργάνη
το έργο μου μαθεύτηκε,
και ζήλεψε εκείνη τη θνητή δική μου τέχνη,
γριά ντύθηκε, ήρθε στο πλάι μου και με συμβούλεψε
με αυτά τα λόγια:
«Είναι ασέβεια να προκαλείς σε αγώνα τους θεούς»
Μα εγώ από της νιότης την ορμή δεν άκουσα
κι έκανα το δικό μου∙ Σε αγώνα τόλμησα
να παραβγώ της Αθηνάς,
Κι ύφανα πάνω στο υφαντό τον έρωτα του Δία, κι άλλων θεών,
με θνητές, και τις μορφές που πήραν μαζί τους σαν ενώθηκαν.
Η Αθηνά ύφανε τη δική της νίκη, τον αγώνα της με τον θεό της θάλασσας
τον Ποσειδώνα για την προστασία της πόλης της Αθήνας.
Και σ’ άλλο υφαντό το μήνυμα φάνηκε καθαρά καθώς
παρίστανε θνητούς που τόλμησαν σε αγώνα να καλέσουν θεό
και τιμωρήθηκαν γι’ αυτή τους την τόλμη.
Έτσι κι εγώ έγινα αράχνη αφού η θεά με έσωσε ενώ
πρώτα με ατίμασε χτυπώντας με στο πρόσωπο
από ζήλια.
-Σαν θέλουν οι θεοί κανείς θνητός δεν γλίτωσε απ’ το θυμό τους.-
Μεταμορφώθηκα σε αράχνη και πλέκω τον ιστό, το έργο μου
με τέχνη περισσή υφαίνω έργα του αέρα. Αέρας είναι ο θνητός
μπροστά στη μοίρα του.
Τώρα πια ξέρω πως
κι ο θάνατος υφαίνει ιστό καλύτερα από τις υφάντρες.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

H "υπερπραγματικότητα" και ο "έξυπνος" άνθρωπος είναι ήδη εδώ!

γράφει η Νότα Χρυσίνα*


Ο Homo facebook είναι ήδη εδώ, τρέμε Homo sapiens

Ο νέος άνθρωπος σκέφτεται με το χέρι που πληκτρολογεί. Σε λίγο θα φοράει προέκταση στο χέρι του ένα πληκτρολόγιο ή touch screen. 
Η ηδονή θα είναι καταχωρημένη στα emoticon ως μία ακόμη φατσούλα. Με άλλη φατσούλα θα χαμογελάς. Σε λίγο θα εξαλειφτούν οι συσπάσεις των μυών από το πρόσωπο και όλη η επικοινωνία θα γίνεται μέσα από οθόνες. Η πραγματικότητα θα είναι εκείνη για την οποία είχε μιλήσει ο Μπωντριγιάρ δηλαδή "η απώλεια του πραγματικού".

Εχουμε ζήσει κάθε όργιο απελευθέρωσης. Συνεχίζουμε ωστόσο προς την ίδια κατεύθυνση, παρότι γνωρίζουμε ότι κατευθυνόμαστε στο κενό, στήνοντας σκηνικά προσομοίωσης. Τι ιδέα κι αυτή! Τι μας λέει ο Μπωντριγιάρ; Οτι είμαστε έτοιμοι να ξαναπαίξουμε από την αρχή όλα τα εξαντλημένα σενάρια. Δεν το συνειδητοποιούμε, αλλά ήδη αναπαράγουμε ιδανικά, εικόνες, όνειρα που εφεξής βρίσκονται πίσω μας και που εμείς οφείλουμε να αναπαράγουμε με ένα είδος μοιραίας αδιαφορίας. Ισως να διαφωνήσουμε με το «οφείλουμε» του Μπωντριγιάρ. Η αναπαραγωγή είναι αποτέλεσμα της έλλειψης της δυναμικής του καινούργιου, παρότι οτιδήποτε καινούργιο θεωρείται εκ προοιμίου εχθρικό για τον πολίτη. Θα συμφωνήσουμε όμως με το σκεπτικό του Γάλλου διανοητή ότι η ιδέα της προόδου έχει εκλείψει, αλλά η πρόοδος συνεχίζεται. Η ιδέα του πλούτου που υπο-τείνει την παραγωγή έχει εκλείψει, η παραγωγή όμως προχωράει. Η ιδέα του πολιτικού έχει εκλείψει, όμως το πολιτικό παιχνίδι συνεχίζεται με μια κρυφή αδιαφορία για το ίδιο το διακύβευμά του.



Το βλέμμα ήταν μέχρι σήμερα ένδειξη υγιούς επικοινωνίας. Η όραση μπορούσε να πιστοποιήσει τη σχέση σου με την πραγματικότητα. Κανένας "ψυχοπαθής" δεν σε κοιτάζει στα μάτια. Τα "μάτια της ψυχής" που έλεγε ο Σολωμός είναι κλειστά σε όσους η ψυχή νοσεί. Το Διαδίκτυο κρατάει τα μάτια της ψυχής "ερμητικά κλειστά" και ο κόσμος μας ο εσωτερικός φυλακίζεται πίσω από μια εικόνα. Η μη πραγματικότητα γίνεται... ορατή. Αυτό που βλέπουμε δεν υπάρχει. Ό,τι υπάρχει είναι πίσω από το ορατό. Συμβαίνει μια αντιστροφή του μέσα με το έξω και μια σύγχυση. Ποιος είμαι όταν δεν με βλέπετε;

Η ντροπή δεν υπάρχει πλέον. Αυτό το συναίσθημα που μας υπαγορεύει να νιώθουμε μια ταραχή ή ένα αίσθημα αναξιοπρέπειας μπροστά στις συνέπειες μιας φράσης μας ή μιας ενέργειάς μας, που μας οδηγεί να σκύβουμε το κεφάλι, να χαμηλώνουμε τα μάτια, να αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου, να είμαστε ταπεινωμένοι και φοβισμένοι, φαίνεται ότι έχει χαθεί. Σήμερα η ντροπή, αλλά και η δίδυμη αδελφή της η σεμνότητα, δεν αποτελεί πλέον ένα φρένο στο θρίαμβο της επιδειξιομανίας, στην ηδονοβλεψία, τόσο μεταξύ των απλών ανθρώπων όσο και μεταξύ των ηγετικών τάξεων.
Η απώλεια αξίας της ντροπής σχετίζεται και με ένα άλλο μοναδικό φαινόμενο: την εξιδανίκευση του κοινότοπου και του ασήμαντου. Το εντυπωσιασμένο βλέμμα των πολλών δεν στρέφεται πλέον προς πρόσωπα ηθικά ή διανοητικά σπουδαία αλλά σε ανθρώπους μέτριους, ανώνυμους, απολύτως όμοιους με τον άνθρωπο του δρόμου ή με τη γυναίκα της διπλανής πόρτας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που παράγεται από την τηλεόραση, από ορισμένα προγράμματα με μεγάλη ακροαματικότητα, όπως ο «Μεγάλος Αδελφός».

Σύμφωνα με την ψυχαναλύτρια Αννα Μαρία Παντόλφι, είναι πιθανό η επιδειξιομανία και η ηδονοβλεψία, που κυριαρχούν ακαταμάχητες, να είναι στην πραγματικότητα η ένδειξη μιας διαδεδομένης έλλειψης ταυτότητας, δηλαδή ενός εύθραυστου και φτωχικού ναρκισσισμού, «σύμφωνα με τον οποίο το να μας βλέπουν και να είμαστε γνωστοί, όποιο και αν είναι το τίμημα που πληρώνουμε γι’ αυτό, φαίνεται να είναι το μοναδικό φάρμακο απέναντι στον κίνδυνο να νιώθουμε ότι δεν έχουμε καμιάν αξία».

*Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Η κριτική της κριτικής στην Ελλάδα




[σύντομο σχόλιο]

"ο δρόμος άρχισε, το ταξίδι τελείωσε"
Georgy Lukacs

«δεν υπάρχει πια πραγματικότητα· το πολύ πολύ υπάρχει η γελοιογραφία της»
Gottfried Benn

Από χθες (με αφορμή μία συζήτηση με φίλες ποιήτριες και συγγραφείς) με βασανίζει ακόμη περισσότερο ένα ερώτημα. "Γιατί δεν υπάρχουν σπουδαίοι κριτικοί λογοτεχνίας;" 
Έχω δύο απαντήσεις που θα τις παραθέσω σύντομα: 
Η μία θα μπορούσε να είναι ότι δεν υπάρχουν σπουδαίοι ποιητές και πεζογράφοι που να εμπνέουν την σπουδαία λογοτεχνική κριτική. 


Η άλλη είναι μία απάντηση που βασίζεται πάνω σε κάποια δοκίμια που διάβαζα πρόσφατα για την κρίση και αναφέρεται στην αδυναμία έκφρασης με τα εκφραστικά μέσα του χθες. Η εποχή μας δεν χρειάζεται κριτική αλλά δημιουργία με νέα εκφραστικά μέσα και εκεί θα πρέπει να επικεντρωθούν οι δημιουργοί!

Χρειαζόμαστε ανανέωση της μορφής και της γλωσσικής έκφρασης. Χρειαζόμαστε να βρεθούν νέοι τρόποι έκφρασης της πραγματικότητας που μας ξεπερνά πριν ακόμη γεννηθούμε. Αυτή την πραγματικότητα, που θα την ονόμαζα υπερπραγματικότητα η έναν "ρεαλισμό του παραλόγου", δεν την απεικονίζουν τα κείμενα που φτάνουν στον "διαθέσιμο" αναγνώστη με αποτέλεσμα να νιώθει μετέωρος και ματαιωμένος από την προσέγγισή του με αυτά.

 Η πραγματικότητα μέσα στην οποία ζει και πεθαίνει είναι πέρα από τον ρεαλισμό και αγγίζει το παράλογο μερικές φορές δε είναι παρά μια παρωδία του ρεαλισμού. 

Η ζωή μας μοιάζει με ένα συμβάν ειδωμένο σε rewind. Σαν να τρέχουμε και να διατρέχουμε την πραγματικότητα από τον θάνατο προς τη ζωή, τη γέννησή μας, καθώς όσα ζούμε μοιάζουν με προσομοίωση. Ο χρόνος κινείται με τέτοια ταχύτητα που το μυαλό αδυνατεί να την καταγράψει και τα γεγονότα μοιάζουν να είναι ένα ατελείωτο de ja vu. Όλα έχουν ειπωθεί και όλα έχουν συμβεί μέσα στον κύκλο της ζωής.

 Πρέπει να βρεθεί μια νέα γλώσσα να μιλήσει για το συνεχές παρόν. Πρέπει μια νέα λογοτεχνική ματιά να ακινητοποιήσει τον χρόνο και να τον τιθασεύσει μέσα στους υποδοχείς της γλώσσας. Η γλώσσα δεν αρκεί να παραληρεί αλλά πρέπει να μπορεί να σχηματίζει νέες ερμηνείες της πραγματικότητας. 

Μέχρι τότε η κριτική δεν μπορεί να δημιουργήσει έργα αξίας διότι η κριτική μοιάζει σαν την οικονομία, είναι δηλαδή ο δευτερογενής τομέας που στηρίζεται στον πρωτογενή και αξιοποιεί τις πρώτες ύλες, που στη λογοτεχνία είναι ο λόγος και ο ρυθμός.

Για τον Georgy Lukavs το πρόβλημα του μυθιστορήματος συνίσταται στην ανάγκη ότι ό,τι ηθικό και αφηρημένο υπάρχει στη συνείδηση του μυθιστοριογράφου να με- τουσιωθεί σε ουσιαστικό στοιχείο ενός έργου, όπου η πραγματικότητα δεν θα υπήρχε παρά ως απουσία αθεματοποίητη· με άλλα λόγια, ως παρουσία υπο­ βαθμισμένη. Κατά τον Lukâcs, το μυθιστόρημα είναι το μοναδικό λογοτε­χνικό είδος όπου η ηθική του μυθιστοριογράφου γίνεται πρόβλημα αισθητι­κής του έργου.
 Η μυθιστορηματική μορφή, όπως επισημαίνει ο L. Goldmann, φαίνεται να είναι «η μετατόπιση στο λογοτεχνικό επίπεδο της καθημερινής ζωής μέσα στην ατομιστική κοινωνία, γεννημένη από την παραγωγή και προοριζόμενη για την κατανάλωση».


Νότα Χρυσίνα

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου: Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα


της Νότας Χρυσίνα

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ:August 14, 2017


Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου
Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα
Από τον πάροικο έμπορο στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Ιωάννη Βηλαρά
 (17ος – αρχές 19ου αιώνα)
Εκδόσεις: Gutenberg

Η πόλη των Ιωαννίνων είναι το πνευματικό κέντρο στο οποίο εστιάζει η μελέτη της καθηγήτριας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ελένης Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου, τόπος καταγωγής της συγγραφέα και πολλών πνευματικών ανθρώπων που έγιναν φορείς των σύγχρονων ιδεών του Διαφωτισμού και ίδρυσαν τα πρώτα νεωτεριστικά σχολεία (από τα μέσα ήδη του 17ου αιώνα) αλλά και τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία στις σπουδαιότερες πόλεις της Δύσης όπως η Βενετία και η Βιέννη.
Το πρώτο κεφάλαιο της μελέτης της Κουρμαντζή είναι αφιερωμένο στις παροικίες των πεφωτισμένων γιαννιωτών εμπόρων και λογίων που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του νεοελληνικού διαφωτισμού. Οι γιαννιώτες έμποροι ήρθαν σε επαφή με τις Επιστήμες και τον Ορθολογισμό της Δύσης όταν η νέα δομή οικονομίας με την άνθηση του εμπορίου τούς επέτρεψε να δημιουργήσουν εστίες σε πολλές πόλεις της Ευρώπης όπως η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, η Μόσχα, η Οδησσός, η Βιέννη κ.ά. Σε αυτές τις πόλεις διαμορφώνονται οι νέες αντιλήψεις του νεότερου ελληνισμού και προετοιμάζεται η ελληνική Επανάσταση.
Η συγγραφέας παραθέτει σημαντικά στοιχεία που αφορούν την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας από τους Έλληνες που ζούσαν στη Ρωσία και αλλού. Στο βιβλίο γίνεται λεπτομερής καταγραφή των εμπορικών σχέσεων των ελληνικών γιαννιώτικων οικογενειών, των πόλεων δράσης τους στην Ευρώπη, μέσα από τα επίσημα αρχεία των χωρών, και πώς αυτές συνέβαλαν στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Επίσης δίνεται έμφαση στη συμβολή των εύπορων Γιαννιωτών στη δημιουργία και χρηματοδότηση σχολείων, με τις ευεργεσίες, στα οποία δίδαξαν λόγιοι όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Αθανάσιος Ψαλίδας κ.ά.
Το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον εκπαιδευτικό και λόγιο Αθανάσιο Ψαλίδα. Η συγγραφέας προσεγγίζει το κριτικό πνεύμα του Ψαλίδα μέσα από τα έργα του «Αληθής Ευδαιμονία», «Καλοκινήματα» και «Έρωτος Αποτελέσματα» τα οποία συγκρίνει με έργα όπως «Ο Ανώνυμος του 1789», «η Ελληνική Νομαρχία» και «ο Ρωσσαγγλογάλλος», έργα που η Κουρμαντζή ισχυρίζεται, μέσα από την τεκμηριωμένη, αναλυτική σύγκρισή τους, πως γράφτηκαν από τον Ψαλίδα. «Ο Ψαλίδας, γράφει η Κουρμαντζή, χρησιμοποιεί κάποιες θρησκευτικές αρχές ως προκάλυψη της φιλοσοφικής του σκέψης και τις απονεκρώνει αποκόπτοντάς τες από το περιεχόμενό τους και τελικά τις απορρίπτει ολοκληρωτικά». Παράδειγμα η ιδέα του Θεού για την οποία καταλήγει ότι τα επιχειρήματα των Φιλοσόφων περί υπάρξεως του θεού δεν ισχύουν για τον ίδιο, γιατί τελικά «ο Νους δεν μπορεί να μας δείξει την ύπαρξη του Όντος έξω τούτου του Κόσμου, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν να υποπίπτει στις αισθήσεις μας». Ο Ψαλίδας αρνείται, επίσης, τις θεωρίες των φυσικών φιλοσόφων για την Ειμαρμένη και την Ελευθερία και συνδέει την Ελευθερία με την ανθρώπινη βούληση.
Η Κουρμαντζή υποστηρίζει ότι αρκετές θέσεις που συναντάμε στα έργα του Ψαλίδα εντοπίζονται και στην «Ελληνική Νομαρχία» αλλά και στον «Ρωσσαγγλογάλλο». Για τον λόγο αυτό προβαίνει σε αντιπαραβολή της «Ελληνικής Νομαρχίας» με έργα του Ψαλίδα συγκρίνοντας έννοιες κοινωνικές, πολιτικές, φιλοσοφικές και ιστορικές που περιέχονται σε αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η έννοια της Ελευθερίας που στην «Αληθή Ευδαιμονία» είναι μια από τις προϋποθέσεις της «ανθρώπινης ευδαιμονίας». Η ίδια θέση υπάρχει στην «Ελληνική Νομαρχία»: «ιδού λοιπόν οπού απεδείχθη, αγκαλά και συντόμως πλην με σαφήνειαν και αλήθειαν, τι εστί ελευθερία, οπόσον είναι αναγκαία εις την ανθρώπινον ευδαιμονίαν…». Στον «Ρωσσαγγλογάλλο» υπάρχει η βασική θέση του Ψαλίδα ότι δεν πρέπει ο ελληνισμός να περιμένει την απελευθέρωσή του από τις Ξένες Δυνάμεις. Επίσης κοινό θέμα όλων των έργων είναι η προτροπή για Ελευθερία.
Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον σατιρικό ποιητή, φιλόσοφο, λόγιο και γλωσσολόγο Ιωάννη Βηλαρά, φίλο του Αθανάσιου Ψαλίδα. Η σατιρική ποίηση του Βηλαρά είναι όχημα κοινωνικής κριτικής. Στα έργα του «Λογιώτατος Ταξιδιώτης». «Λογιώτατος ή ο Κολοκυθούλης» και «Ρομέηκη γλόσα» παραθέτει τις απόψεις του για τον «φωτισμό» του Γένους ο οποίος πηγάζει από την καλλιέργεια των ιδεών μέσα από τις Τέχνες, τις Επιστήμες και τη Φιλοσοφία και όχι από την ίδια τη γλώσσα. Ο Βηλαράς είναι υπέρμαχος του δημοτικισμού της ομιλούμενης γλώσσας που εκφράζει την ελληνική πραγματικότητα. Το έργο του Βηλαρά θα δικαιωθεί από τον Σολωμό και τον Ψυχάρη.
Η Ελένη Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου επιχείρησε τη μελέτη του «Γιαννιώτικου Διαφωτισμού» μετά από προτροπή του σπουδαίου συγγραφέα Δημήτρη Χατζή και τη συμπαράσταση του ποιητή και ακαδημαϊκού δάσκαλου Γιάννη Δάλλα. Στο επίμετρο του βιβλίου παρατίθεται, από τη συγγραφέα, πλούσια βιβλιογραφία.