Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

Ανδρέας Εμπειρίκος "Στροφές Στροφάλων"


Το ποίημα Στροφές Στροφάλων του Ανδρέα Εμπειρίκου περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή με τον τίτλο το Σώμα της Πρωίας, μαζί με έξι ακόμα ποιήματά του, που γράφτηκαν μεταξύ του 1935 και του 1936. Όλα τα ποιήματα της συλλογής εντάχθηκαν στην περίφημη συγκεντρωτική έκδοση Ενδοχώρα (1934-1937) η οποία κυκλοφόρησε το 1945 από τις εκδόσεις του περιοδικού Τετράδιο, σε 470 αριθμημένα αντίτυπα.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (2 Σεπτεμβρίου 1901 – 3 Αυγούστου 1975) υπήρξε μια εμβληματική μορφή των ελληνικών γραμμάτων. Γεννημένος στην Βραΐλα (Brăila) της Ρουμανίας, σπούδασε οικονομικά στην Λωζάνη, φιλοσοφία και λογοτεχνία στο Λονδίνο, ενώ στο Παρίσι μυήθηκε στην ψυχανάλυση. Ασχολήθηκε εκτός από την ποίηση, με την πεζογραφία και την φωτογραφία και άσκησε για πολλά χρόνια το επάγγελμα του ψυχαναλυτή.

Καθολικό πνεύμα όντας, ο Ανδρέας Εμπειρίκος υπήρξε ο εισηγητής του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, κίνημα από το οποίο ουδέποτε αποχώρησε – τουλάχιστον μέχρι τον θάνατό του. 


Ανδρέας Εμπειρίκος - Στροφές Στροφάλων

Στον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι όπως στο χέρι του η στιλπνή κι αλάνθαστή του σπάθα.
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.
Ανδρέας Εμπειρίκος – Στροφές Στροφάλων

Το ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου με τον τίτλο Στροφές Στροφάλων περιλαμβάνεται στην συλλογή Ενδοχώρα του 1945

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Η βιβλιοθήκη του Ανδρέα Εμπειρίκου

γράφει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος*


Στα μέσα του 1944, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ειδοποιημένος από τον εξάδελφο της μητέρας του, τον Άγγελο Έβερτ, ότι οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να δείχνουν κάποιο έντονο ενδιαφέρον για τον «Μπολιβάρ», αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι του και να βρει καταφύγιο στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου, στην οδό Γ. Αινιάνος αριθμός 8. Σε αυτό το σπίτι ο Εμπειρίκος είχε προσφέρει άσυλο, με κίνδυνο της ζωής του πάντοτε, σε πολλούς κατατρεγμένους την εποχή της Κατοχής, μεταξύ των οποίων και στον Γιώργο Καρτάλη της ΕΚΚΑ. Στο ίδιο αυτό σπίτι κάθε Πέμπτη, καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, διοργανώνονταν οι ιστορικές συγκεντρώσεις λογοτεχνών και καλλιτεχνών, που γνωρίζουμε κυρίως από τις περιγραφές του Ελύτη:
Εκεί διαβάστηκαν για πρώτη φορά η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, η Ursa Minor του Τάκη Παπατζώνη, του Αντώνη Βουσβούνη ο Άγιος Αντώνιος, τα ποιήματα του Νάνου Βαλαωρίτη, της Μάτσης Ανδρέου, του αδικοσκοτωμένου, λίγο αργότερα, Κίτσου Μαλτέζου-Μακρυγιάννη, και πολλών άλλων νέων. Εκεί, στις δύο συνεχόμενες αίθουσες που η μια τους πλευρά ήταν σκεπασμένη ώς επάνω με βιβλία και οι άλλες με έργα του Yves Tanguy και του Max Ernst, στριμωγμένοι σε καναπέδες, πολυθρόνες, καρέκλες, καρεκλάκια κι οπουδήποτε αλλού βρίσκαμε, πολλές φορές χάμου, πάνω σε μαξιλάρια, παρακολουθούσαμε τον οικοδεσπότη μας να διαβάζει με τη ζεστή, χαρακτηριστική φωνή του, που ήξερε τόσο καλά να παρακολουθεί και να χρωματίζει τις πιο παραμικρές διακυμάνσεις του κειμένου, όλα τα καινούρια τότε έργα του, τα Γραπτά πρώτα-πρώτα, ύστερα την Αργώ ή Πλους Αεροστάτου και, τέλος, το τεράστιο, χιλίων σελίδων, μυθιστόρημά του, Ο Μέγας Ανατολικός.
Τα βιβλία που σκέπαζαν τους τοίχους του σπιτιού μάς τα περιγράφει και ο Εγγονόπουλος, ο οποίος πέρασε πολλές ώρες συντροφιά με αυτά το διάστημα που κρυβόταν από τους Γερμανούς στο σπίτι του Εμπειρίκου:
Η βιβλιοθήκη του Ανδρέα Εμπειρίκου, την οποία πάντα, μεγαλόκαρδα, είχε θέσει στην απόλυτη διάθεσή μου, μαρτυρούσε το εύρος των ενδιαφερόντων του. Ήτανε η πιο μεγάλη ιδιωτική βιβλιοθήκη που έχω ιδεί ποτέ μου. Φυσικά υπήρχε εκεί ό,τι έχει γραφεί για την ψυχανάλυση. Βέβαια και για τον υπερρεαλισμό. Αλλά τα ράφια με την ελληνική και την παγκόσμια φιλολογία, και προ πάντων την ποίηση, ήταν ατελείωτα. Το ίδιο κι αυτά με τα βιβλία περί τέχνης. Τα πιο πολλά σε σπανιότατες εκδόσεις. Ανάμεσα σ’ αυτά βρήκα και την πολύτιμη έκδοση του Λωτρεαμόν Au Sans Pareil, απ’ όπου διασκέδασα μεταφράζοντας μερικά άσματα.
Ο Ελύτης πάλι, όταν στις 24 Ιανουαρίου του 1935 είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά τον Ανδρέα Εμπειρίκο στο σπίτι όπου έμενε τότε με τη μητέρα του, στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας 6, είχε δει και εκείνος βέβαια την εντυπωσιακή βιβλιοθήκη του πρώτου Έλληνα υπερρεαλιστή ποιητή και λόγω ειδικού ενδιαφέροντος το βλέμμα του είχε σταθεί στα ράφια ακριβώς με τους υπερρεαλιστές:
Από τη θέση που καθόμουν, προσπαθούσα να μαντέψω τι είδους βιβλία ήταν αυτά που καλύπτανε τους τοίχους του μικρού γραφείου, εκεί, στο βάθος, με ανοιχτές τις συρτές του θύρες.[…] Όλοι οι τίτλοι —και, φευ! μόνον οι τίτλοι— που είχα σταχυολογήσει φυλλομετρώντας άπειρες φορές την Petite Anthologie Poetique du Surrealisme του George Hugnet, και τους πιπιλούσα σαν καραμέλες, οι απρόσιτοι, που με γοήτευαν με την αφοπλιστική τους αμεσότητα και την ευλογοφανή τους αυθαιρεσία, εκείνο το Cinema calendier du coeur abstrait, Maisons του Tristan Tzara, το Clair de Terre του Andre Breton, το γνωστό μου Capitale de la Douleur του Paul Eluard, ή το Mouchoir de Nuages πάλι του Tzara, όλοι αυτοί οι τίτλοι υπήρχαν εκεί, σε ράχες βιβλίων υπαρκτών, πράσινες, κόκκινες, λευκές, με όλων των λογιών τα στοιχεία, παχιά, στενά, όρθια, πλάγια. Δεν είχα παρά ν’ απλώσω το χέρι μου και διαμιάς να λυθούν τα μυστήρια.
Και μόνο οι μαρτυρίες αυτές είναι αρκετές για να καταδείξουν τον πλούτο και την ποιότητα της βιβλιοθήκης του Ανδρέα Εμπειρίκου, αλλά και για να μαντέψουμε την αγάπη του για το βιβλίο όχι μόνο ως πνευματικό δημιούργημα αλλά και ως ξεχωριστό αντικείμενο τέχνης, καθώς και την προσοχή και φροντίδα με την οποία φαίνεται ότι οργάνωνε και ταξινομούσε τους πολυάριθμους τόμους πάνω στα ράφια του. Ακούσαμε ήδη μια φορά τον Εγγονόπουλο να μιλάει για σπανιότατες εκδόσεις βιβλίων τέχνης, που είχε δει στην βιβλιοθήκη του Εμπειρίκου, και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήξερε καλά για ποιο πράγμα μιλούσε, αφού υπήρξε εκτός από ιδιοφυής ποιητής, που όλοι γνωρίζουμε, και ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Γνωρίζουμε επίσης ένα τουλάχιστον σπανιότατο και πολύτιμο βιβλίο που είχε στην κατοχή του ο Έλληνας ερωτικός ποιητής· πρόκειται για μια συλλεκτική έκδοση του «άσεμνου» μυθιστορήματος του Alfred De Musset «Γκαμιανί, ή Δυο νύχτες παραφοράς», που είχε τυπωθεί χωρίς χρονολογία έκδοσης στο Παρίσι (για τους φίλους της ρομαντικής εποχής) σε τριακόσια αντίτυπα με δώδεκα γκραβούρες του Devéria και σε άλλα είκοσι αντίτυπα, στα οποία υπήρχαν οι ίδιες γκραβούρες τυπωμένες διπλά, με μαύρο και κόκκινο μελάνι. Ένα από αυτά τα ξεχωριστά αντίτυπα (το Η) βρισκόταν στη βιβλιοθήκη του Ανδρέα Εμπειρίκου, στη σελίδα τίτλου του οποίου υπήρχε η εγγραφή Andrew L. Embiricos – Paris 2/12/1925.
Αν λοιπόν το ένα προφανές πρότυπο της βιβλιοθήκης του Μεγάλου Ανατολικού είναι η βιβλιοθήκη του Ναυτίλου, από τις «Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα», το άλλο δεν μπορεί παρά να είναι η βιβλιοθήκη του ίδιου του Εμπειρίκου, τον πλούτο της οποίας, κατά τα χρόνια ακριβώς της συγγραφής του μεγάλου μυθιστορήματός του, βεβαιώνουν οι αυτόπτες μάρτυρες Ελύτης και Εγγονόπουλος. Τρίτο πρότυπο, καθοριστικότερο ενδεχομένως ως πηγή έμπνευσης τόσο για την περιγραφή της βιβλιοθήκης του ηδονικού υπερωκεανίου όσο και για την ερωτική φύση του ίδιου του πλοίου, αποτελεί η Γόησσα, η θαλαμηγός που απέκτησε ο πατέρας και οι τρεις θείοι του ποιητή το 1912, όταν εκείνος ήταν δηλαδή έντεκα ετών. Σημειώνει ο Ανδρέας Εμπειρίκος στο «Αναμνηστικόν» που έγραψε για το πατέρα του:
Η Γόησσα (με την οποία έκαμα μετά του πατρός μου και ένα ταξίδιον εις την Θεσσαλονίκην, ολίγους μήνας μετά την οριστικήν απελευθέρωσίν της) έπαιξε ουχί μικρόν ρόλον εις τας φαντασιώσεις μου της εποχής εκείνης. Την έβλεπα να διαδραματίζη κεντρικούς, και, δύναμαι να είπω, συχνά ηρωικούς ρόλους, εις τας διαφόρους μυθιστορίας που εξύφαινε η ζωηρά παιδική μου φαντασία. Το «λορδικόν» τούτο (έτσι αποκαλεί ακόμη και σήμερον ο λαός τας θαλαμηγούς) το αγαπούσα σχεδόν σαν πλάσμα ζωντανόν. Ήτο δε δι’ εμέ σκάφος θηλυκόν — Γόησσα αληθινή, γυναίκα — Γόησσα!
Αξίζει ίσως σε αυτό το σημείο να θυμηθούμε ακόμη ένα θηλυκό πλοίο που αναφέρει ο Εμπειρίκος στα «Γραπτά» του, τη Μανταλένια, για να πάρουμε πιθανώς και μια ιδέα για το είδος των φαντασιώσεων που αναφέρει ο ποιητής:
Ήτο αλήθεια θαυμάσιο το κατάμαυρο τούτο σκάφος και έμοιαζε σαν παραδομένο στα χάδια των πρωινών υδάτων. Κάτι με έσπρωχνε προς αυτό. Τι ήθελα να κάνω; Γιατί το ποθούσα τόσο; Τώρα είχα φθάσει στην λεπτή, γλυμμένη, σαν κόσσα ακονισμένη, πρώρα, και χειριζόμουν τα κουπιά κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να μη με παρασύρη το ρεύμα. Σταθεροποιημένος στην θέσι αυτή, ύψωσα το βλέμμα μου και έμεινα άναυδος. Είχα αντικρύσει την ξύλινη γοργόνα του καραβιού, που εξετοξεύετο παντοτινά κάτω απ’ το μπαστούνι, παντοτινά και ακαταπαύστως, με όρθια μεστωμένα στήθη, ξανθά μαλλιά, με κατακόκκινα χείλη, και με μεγάλα γαλανά και ατενίζοντα τον ορίζοντα μάτια. Ήτο μια κόρη εκπάγλου καλλονής ετούτη η γοργόνα. Αίφνης η καρδιά μου εσκίρτησε σχεδόν έως το στόμα μου. «Θεέ μου!» ανεφώνησα κατάπληκτος. Η γοργόνα ανέπνεε! Τα στήθη της ανεβοκατέβαιναν, τα βλέφαρά της ανοιγοκλείναν, και από τα χείλη της έβγαιναν γλυκύτατοι στεναγμοί. Η ωραία γοργόνα δεν ήτο ξύλινη. Ήτο ζωντανή, και μαζύ με το ανεβοκατέβασμα του στήθους της, απόλυτα συγχρονισμένα, φούσκωναν και ξεφούσκωναν τα πλευρά του καραβιού, που ανέπνεε και εστέναζε και αυτό διά του στόματός της. Τότε, με μιας, κατάλαβα γιατί ποθούσα τόσο το θηλυκό καράβι. Ήθελα να ανέβω επάνω του, όχι ως επιβάτης, μα ως επιβήτωρ, και πριν ακόμη καταστή ο πόθος μου συνειδητός».
Η Μανταλένια, όπως και ο Μέγας Ανατολικός, μπορεί μέσα από τις φράσεις του ποιητή να συνεχίζουν ώς σήμερα το ταξίδι τους, η θαλαμηγός Γόησσα ωστόσο, που το 1915 την είχαν επιτάξει οι Άγγλοι για τις ανάγκες του πολέμου, έμελλε να βυθιστεί χτυπημένη από γερμανική τορπίλη. Αυτή τη χρονιά πιθανώς ο Ανδρέας Εμπειρίκος πρωτοδιαβάζει Τολστόι.
Η Γόησσα είχε και βιβλιοθήκην. Καθήμενος εκεί, ή εις άλλας αιθούσας, εδιάβασα, μεταξύ άλλων, και Τολστόη διά πρώτην φοράν εις την ζωήν μου. Το πρώτον διήγημα που περιείχε ο τόμος ήτο το Πλαστογραφημένον Κουπόνι του μεγάλου αυτού ποιητού της ρωσσικής γης. Το βιβλίον αυτό το πήρα μαζύ μου εις τας Αθήνας, διά να το τελειώσω εις το σπίτι μας, και ελησμόνησα να το ξαναβάλω εις την βιβλιοθήκην της θαλαμηγού. Σήμερον βρίσκεται εις την ιδικήν μου βιβλιοθήκην. Είναι το μόνον αντικείμενον της Γοήσσης που διεσώθη.
Από τον Ναυτίλο στη Γόησσα και από αυτή στη Μανταλένια και στον Μεγάλο Ανατολικό, η ερωτική ηδονή και η ηδονική ανάγνωση φαίνεται να συνυπάρχουν αξεχώριστα στον νου του Ανδρέα Εμπειρίκου, όπως και στον νου κάθε αναγνώστη ίσως.

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Ο Εμπειρίκος της νεότητος



Η συλλογή «1934 - Προϊστορία ή Καταγωγή» (εκδόσεις Άγρα) εκδίδεται λίγο μετά την πληροφορία πως ο πρωτοπόρος ποντοπόρος υπερρεαλιστής απεβίωσε εν καταθλίψει. Την πληροφορία δίδει σε συνέντευξη ο γιος του, Λεωνίδας Εμπειρίκος. «Aπογοητεύθηκε από την αδυναμία της ανθρωπότητας να ενηλικωθεί» διαβάζουμε. Το δεχόμαστε ανερυθριάστως; Η πηγή είναι έγκυρη, πλην όμως η σφύζουσα «Προϊστορία» έρχεται προς επίρρωσιν του ακριβώς αντιθέτου.
Ήδη από τη νεότητά του ο Εμπειρίκος, πριν το πρώτο υπερ-ρεαλιστικό κείμενο στα ελληνικά, την Υψικάμινο, έχει κατασταλάξει. Τραγουδά τη ζωή, καταπατά τον θάνατο και άδει την ελευθερία. Έχει διαβάσει, έχει περιπλανηθεί στα ρεύματα σκέψης της εποχής του και τη θλίψη καταρρακώνει με λέξεις. «Αρκετά κακοζήσαμε χρόνια νιώθοντας πως τούτο δεν συμβαίνει χωρίς λόγο. Αρκετά ενατενίσαμε την θλίψη της ζωής και του τάφου. Τώρα που δεν λέμε πια “πρέπει να σηκωθούμε” γιατί σηκωθήκαμε ολόρθοι. Πολεμάμε με φανατισμό με ηδονή και με πίστη. Καταστρέφοντας θα δημιουργούμε. Τώρα που ζούμε».
Τι κινητοποιεί τον Εμπειρίκο σε αυτή την «άγνοια κινδύνου»; Στην εύμορφο έκδοση αναδεικνύεται με επιχειρήματα πως είναι αφ' ενός ο πολιτικός του ενθουσιασμός το επαναστατικό 1933 και αφ' ετέρου η κομβική συνάντησή του με το κίνημα του Υπερρεαλισμού. Πληροφορούμαστε πως η πρώτη δραστηριότητα έγινε κατά μόνας, παρά τον κομμουνιστικό του αναβρασμό. «Η ένταξή του στο κίνημα του επαναστατικού υπερρεαλισμού» γράφει ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης παράγει «απρόβλεπτα, τολμηρά, ερμητικά ποιήματα» ερχόμενα «σε αντίθεση με την κρατούσα ποιητική πραγματικότητα του 1935». Γεμάτα εικόνες, ενθουσιώδη όπως «Το Θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου» (ως τώρα σε έκδοση εκτός εμπορίου) το επιβεβαιώνουν. Από την άλλη, η Προϊστορία δεν στερείται μη πολιτικών ποιημάτων έμπλεων αισιοδοξίας «Θα ετοιμάσουμε θέλοντας και μη τις μηχανές του μέλλοντος όσο και όπως μπορούμε». Αγνοεί ο Εμπειρίκος την ιδεολογική του συντριβή, που θα επέλθει μετά τη σύλληψή του από την ΟΠΛΑ και την ομηρία του στα Κρώρα το 1944, και χαίρεται;
Γνώμη μας, επισφαλής ίσως, είναι πως όχι. Απλώς ήδη από τα 32-33 χρόνια του έχει διαμορφώσει μια θερμή, φωτεινή ιδιοσυγκρασία, λαμπερή μέσα στο φως της και α-νόσια άγια. Διόλου τυχαία στην πολύτιμη εισαγωγή του, ο σταθερός επιμελητής του Γιώργης Γιατρομανωλάκης γλαφυρά ονοματίζει τον Εμπειρίκο ως τριαδικής φύσεως ποιητή, ψυχαναλυτή και φωτογράφο. Και στο λεκτικόν του φέρει ένθεα στοιχεία, μα και στις προτροπές «Αρκετά. Χτύπα την θλίψη καταγής και πέταξε το μαράζι στα σκουπίδια. Πρέπει να πολεμήσης να χαρής. Κι όχι να πίνεις ξύδι. Τώρα σου πρέπει μέλι κι ένα ποτήρι γιομάτο “δεν με μέλλει”». Εις εαυτόν απευθύνεται ή Εις αναγνώστην; Μας θυμίζει πάντως τον μαχητικό, δημιουργικό βιταλισμό του Μάρκου Αυρηλίου. Αφελής δεν είναι, καμώνεται στωικά την άγνοια και ελπίζει.
Στα προτερήματα της έκδοσης απολαύσαμε την άκρως κατατοπιστική εισαγωγή στην ποιητική ενηλικίωση του Εμπειρίκου. Κινηματικές δυσεύρετες συνεντεύξεις και αυτοσχόλια του ποιητή τα οποία αποδελτιώνονται. Για πρώτη φορά βλέπουμε τον ποιητή στο εργαστήρι του, πώς δουλεύει, την αρχιτεκτονική των ποιημάτων του, με πρώιμες εκδοχές, νεώτερες γραφές και εκτενή εργασία επί των λέξεων. Καβαφογενή ποιήματα στα οποία ο Εμπειρίκος στοχάζεται, θυμίζουν μα δεν μιμούνται τον Αλεξανδρινό, αλλά και πώς επιμελείται και χτενίζει την ίδια την Ιθάκη καλλωπίζοντάς τη επί το μεγανατολικότερον! Ποιήματα προγραμματικά προς το magnum opus του, τον Μεγάλο Ανατολικό. Ποιήματα νεανικά όπου συναντά τον Μαβίλη, τον Παλαμά, τον Σολωμό. Τέλος, οι σταθερές του έργου του: παιδίσκες, μεσήλικες παιδαγωγοί και δέσποινες, σύμβολα της ελευθεριακής ουτοπίας, εικονοποιία, φυσιολατρία, κύματα, θάλασσα, φωτογραφικές περιγραφές, μεστότητα λόγου. Η γλώσσα του εδώ μεταβατική, από τον ακραίο ψυχαρισμό προς τη γνώριμη ιδιότυπη «καθαρεύουσα» της Υψικαμίνου.
Ίσως αναρωτηθεί κανείς. Μα δεν θλίβεται ποτέ ο Εμπειρίκος της νεότητας; Θλίβεται το ποιητικό εγώ, μα υπερισχύουν τα «θερμά ποιήματα». Στην «Κάθοδο»: «Κουράστηκε να περιμένει τον αναβατήρα. Όπως απόστασε μονάχος στον καθρέφτη τις άσπρες τρίχες που δεν είχαν παρά λίγες μόνο μαύρες». Μα αποστασιοποιείται ο ίδιος, κάνει τη θλίψη ιστορία κι αφηγείται υψηλά ιστάμενος, μακριά πολύ «Και πέθανε αντί να βγη. Κομψός σαν πάντα και κάπως υπερόπτης». Όχι ανάλυση, προσοχή. «Μπορεί να εμποδίση παρά να βοηθήση στην απόλαυση του ποιήματος». Πάντως η μιζερία εν καθόδω είναι αποτέλεσμα ειδώλων, ναρκισσισμού, θέασης του καθρέφτη και υπεροψίας. Εκ του αντιθέτου, πιστεύουμε, μας προτρέπει απ' το θλιμμένο εγώ να πολεμήσουμε, να έμβουμε και να καταπλεύσουμε στο χαρούμενο εμείς που στροβιλίζεται, καθάρια ρουφήχτρα: «Η γοητεία της ανερούσας/ Μέσα στη μνήμη μου/ θα διαλύση το σκότος του πόλου/ με το ρυθμό των πελασγών/ και με φαεινά οράματα/ που υπήρχαν πάντοτε και θα υπάρχουν αιωνίως/ θα βρέχει προστάγματα κι αηδόνια/ το καλοκαίρι με όλα του τα μάγια».
Γι' αυτό η έκδοση της Προϊστορίας τούτη τη θρυμματισμένη εποχή που ζούμε παίρνει πάλι χροιά πράξης πολιτικής. Ο Μέγας Ανατολικός εκδόθηκε εν μέσω «σκανδάλων» και σκοτεινού πολιτικού βίου. Ομοίως και τώρα. Διότι είναι θέση και πράξη πολιτική η αισιοδοξία, κι ο ποιητής την προσφέρει στα πρωτόλεια ποιήματά του απλόχερα. Προς τέρψιν και γνώσιν. Επομένως, τω όντι προσφέρει δώρα στους λάτρεις του έργου του, όπως σημειώνεται στην Εισαγωγή. Είναι δώρα. Αν έχεις άνθρωπο θλιμμένο ή μαύρη σε τυλίγει κι ανελέητη, το βιβλίο τη διασπά. «Εμείς δεν χρειαζόμαστε ψυχολόγους. 'Εχουμε φίλους να λέμε τα βάσανα μας», είχε πει η Μελίνα Μερκούρη. Κι ο Εμπειρίκος, ο πρώτος ψυχαναλυτής στην Ελλάδα, στο έργο του αυτό είναι τόσο, μα τόσο φίλος. Μιλά στον Ν. Κάλα «Να χαρής υπεύθυνα, γιομάτα, κατευθεία/ Και να ικανοποιηθής πραγματικά». Κι έτσι, προτρέπει κάθε άνθρωπο σε μια ελευθερία πλήρη, να εξωτερικεύει τα σωθικά του και να χαίρεται τον βίο του.
Πλην όμως ο άνθρωπος κουράζεται, γερνάει και ασθμαίνει. Να εννοήσουμε λοιπόν την κατάθλιψη του 1951 για τον Εμπειρίκο ως κάματο; Ως πένθος για όλα ετούτα τα ωραία που τελειώνουν; Ο ποιητής πάντως, εντός έαρος σαν πάντα, με την Προϊστορία την ελευθερία και την ελπίδα διατυμπανίζει. Κι ίσως η Νήσος των Μακάρων, μαζί με τους Μπεάτους του, σαράντα χρόνια μετά τον επί γης θάνατό του το 1975, να τον φιλοξενεί μακάριο, προτρεπτικό, Χριστό και Πάνα: «Την ομορφιά μην την αφήνετε κλεισμένη σε συρτάρια». Και τα συρτάρια άνοιξαν, την ομορφιά διαβάζεις: Γυμνή και ανήθικη κι ορθή σαν κάκτο.
Φωτογραφίες: ©Αρχείο Λ. Εμπειρίκου.
Ο Ηλίας Κολοκούρης σπούδασε κλασική φιλολογία και γλωσσολογία στην Αθήνα. Είναι καθηγητής.

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Ο ανατρεπτικός αναβάτης του "στίλβοντος ποδηλάτου" της ποίησης

Αναδημοσίευση:


ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ 

                                                                               1901- 1975

Ο  αιωνίως φιλοπαίγμων αναβάτης  του «στίλβοντος ποδηλάτου της ποίησης»   πορευόμενος  στο «ταξίδι των ιστών, στο ταξίδι των αρμάτων»
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ανανέωσε τον ελληνικό ποιητικό λόγο , εισηγούμενος τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα  και συνδέοντάς  τον  αναπόσπαστα  με την ψυχανάλυση

Η ΖΩΗ ΤΟΥ

μέσα από τη ματιά του Λεωνίδα Εμπειρίκου, γιού του ποιητή και του  Μίλτου Σαχτούρη :

«Ήταν άνθρωπος καλλιεργημένος, είχε σπουδάσει φιλοσοφία στην Αγγλία και έγινε ο πρώτος ψυχαναλυτής στην Ελλάδα – είχε αποφασίσει μάλιστα να γίνει ψυχαναλυτής από το 1930 περίπου, όπως φαίνεται και από ένα γράμμα προς τη μητέρα του, πριν εκδόσει το πρώτο του ποιητικό βιβλίο το 1935. Ο ίδιος έκανε διδακτική ψυχανάλυση, αφού πρώτα τελείωσε την προσωπική του ψυχανάλυση, με τον Ρενέ Λαφόργκ, ο οποίος ήταν ένας από τους ιδρυτές της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρίας των Παρισίων.[…] Ήταν ένας ήπιος και καλός μπαμπάς. Είχε μια πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη και εγώ έπαιζα με τα βιβλία του. Τα έκανα κάστρα και δεν με μάλωνε γι’αυτό, παρόλο που του κατέστρεφα πολλά.

   Από σχετικά μικρή ηλικία ήξερα ότι ήταν ψυχαναλυτής και ποιητής. Αλλά δεν μιλούσε πολύ για τον εαυτό του και δεν τον ενδιέφερε να δείχνει την ευρυμάθειά του. Οπότε μεγαλώνοντας εγώ, όταν είχα πλέον τη συγκρότηση και τις γνώσεις, τον ρωτούσα πράγματα για πνευματικά ζητήματα, πέρα από τα βιβλία που έβλεπα. Για την ψυχανάλυση και τον υπερρεαλισμό, για τον Μπρετόν και τη σχέση του με τους άλλους υπερρεαλιστές. Και φυσικά γνώριζα τους φίλους του που πριν τη δικτατορία έρχονταν σπίτι. Από το 1967 και έπειτα έπεσε σε κατάθλιψη. Είχε τάση από πριν, αλλά με τη χούντα εντάθηκε. Σε μεγαλύτερη κατάθλιψη οδηγήθηκε γιατί πολλοί από τους πιο στενούς φίλους των γονιών μου της παιδικής μου ηλικίας, ή έφυγαν στο εξωτερικό ή πέθαναν και έτσι έχασε τον κύκλο του. Ο Νάνος Βαλαωρίτης έφυγε στο εξωτερικό, ο Γιώργος Μακρής αυτοκτόνησε, ο Τσαρούχης έφυγε στη Γαλλία, ο Ελύτης στη Γαλλία. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να φύγει γιατί πίστευε ότι αν δεν διώκεσαι στη χώρα σου δεν φεύγεις. Δεν ήθελε να με σταματήσει και από το σχολείο μου εδώ. Οπότε δεν φύγαμε. […]


        Έγραφε ποιήματα παλαμικά, κλασικού τύπου από πολύ νέος. Και διάβαζε πάρα πολλή ποίηση ελληνική, αγγλική, γαλλική, ρωσική, δηλαδή στις γλώσσες που ήξερε καλά.  Έγραφε στη δημοτική και μάλιστα στη “μαλλιαρή” δημοτική γιατί ήταν μαθητής του Ψυχάρη.  Υπήρξε και μεγάλος θαυμαστής του Παλαμά.  Μάλιστα τον είχε επισκεφθεί μία, δύο, ίσως και περισσότερες φορές.[…]


     Ο πατέρας μου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ψυχανάλυση το 1951 μετά από απειλή της αστυνομίας. Οι απειλές ήταν προφορικές, αφού δεν υπάρχει κανένα γραπτό εύρημα στην αστυνομία, καμία καταγραφή που να τις αποδεικνύει. Ήταν προσωπική απειλή που εκπορευόταν πιθανότατα, είτε από τον ιατρικό σύλλογο, είτε από κάποια ομάδα πίεσης που αντιστεκόταν στην εισαγωγή της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα. Ο ίδιος έπρεπε να σταματήσει να λειτουργεί το γραφείο του, αφού ζήτησε έξι μήνες για τον απογαλακτισμό των ασθενών."




Μίλτος Σαχτούρης

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον Πόρο ( από τη συλλογή Εκτοπλάσματα)

Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος

στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
― Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
― Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.

Μανιώδης καπνιστής· σε όλες σχεδόν τις φωτογραφίες του απεικονίζεται με ένα τσιγάρο στο χέρι. Μια κακή συνήθεια που του κόστισε τη ζωή του , αφού πέθανε  στις 3 Αυγούστου του 1975 από γενικευμένο καρκίνο των πνευμόνων

 ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Στις 25 Ιανουαρίου 1935 ο Εμπειρίκος έδωσε την περίφημη διάλεξή του για την υπερρεαλισμό, την ιδρυτική διακήρυξη,  στη Λέσχη Καλλιτεχνών , μπροστά σε 200 περίπου ανθρώπους που πήγαν να τον ακούσουν. Μίλησε για «την έκρηξη της  Σουρρεαλιστικής βόμβας στο Παρίσι , σε μια εποχή που βασίλευαν οι λογής- λογής ακαδημαϊσμοί , σε μια εποχή που μαράζωνε ο ποιητής  μέσα στα κοινωνικά και ακαδημαϊκά κάτεργα  των ποικιλώνυμων βερμπαλισμών και φορμαλισμών, κάτω από τον ζυγό διάφορων ηθικών και αισθητικών κανόνων απαράβατων» […] «Ολίγοι νέοι αναπέτασαν τη σημαία της ανταρσίας[…] Όταν πρωτοδιαβάσει κάποιος μη προειδοποιημένος, κάποιος που δε γνωρίζει καθόλου τι είναι Σουρρεαλισμός ένα ποίημα αυτού του είδους, μπορεί να σκεφθεί πως ο ποιητής είναι τρελλός ή πως θέλει να κοροϊδέψει τον κόσμο. Όταν όμως μυηθεί και κατανοήσει το περιεχόμενο της θεωρίας, μόλις περάσει το πρώτο ξάφνιασμα και διαλυθεί το παχύ λίπος με το οποίο καταντά να περισφίγγει την βαθύτερή μας ευαισθησία η συνεχής γαλούχησή μας από τις εκάστοτε επιβαλλόμενες σε μας πειθαρχίες, ο αναγνώστης θα δει πως είχε λάθος και θα του είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί πως τα ποιήματα αυτά γενικώς, ασκούν επάνω μας μια παράξενη, μια πρωτοφανή γοητεία – την γοητεία που μπορεί να ασκήσει μόνο το θαυμαστόν, το άγνωστο, ό,τι έρχεται από κάπου άλλου, ό,τι ξεπερνά τα στενά όρια της λογικής, ό,τι δεν περιέχεται μέσα στο πλαίσιο της συνείδησής μας.»

Το Μάρτη εκδίδεται η Υψικάμινος,  που περιείχε 63 πεζόμορφα ποιήματα, μικρής έκτασης  που χαρακτηρίζονταν  από την ιδιοτυπία της γλώσσας του Εμπειρίκου, με λόγιους τύπους και σχηματισμούς  .Η συλλογή έφερε μεγάλο θόρυβο στα ελληνικά γράμματα, τον οποίο διαδέχτηκε η πολεμική και ο λίβελλος : Ο Στράτης  Μυριβήλης έγραφε πως  η Υψικάμινος ήταν «ένα βιβλίο τέρψεως δια οικογενειακάς συναναστροφάς».Ο Κώστας Ουράνης μιλούσε για «περίτεχνη ασυναρτησία», ο Αχιλλέας  Κύρου «τους τρελλούς τους κλείνουν στα φρενοκομεία , δεν τους αφήνουν να οργανώνουν εκθέσεις και να εκδίδουν βιβλία»


Είμεθα όλοι  ε ν τ ό ς του μέλλοντός μας.

Όταν τραγουδάμε τραγουδάμε

εμπρός στους εκφραστικούς πίνακες των ζωγράφων

όταν σκύβουμε εμπρός στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως

όταν προσεταιριζόμεθα την ψιχάλα του ρίγους

είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας

γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε 
 δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι 

χωρίς το μέλλον του προορισμού μας

όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμη τίποτε

χωρίς την πυρκαγιά που κλείνει

μέσα στη στάχτη των ποδιών της.

Όσοι την είδαν δεν στάθηκαν να ενατενίσουν

ούτε τα συστρεφόμενα κηπάρια

ούτε την ευωχία των μαλλιών που λατρεύτηκαν

ούτε τα σουραύλια των εργαστηριακών μεταγγίσεων

από μια χώρα σε φλέβες κόλπου θερμού

προστατευομένου από τα εγκόσμια

 και τα μελτέμια της κυανής ανταύγειας 
 λιγυρών παρθένων.[…]


Η δεύτερη ποιητική συλλογή του, Ενδοχώρα, εκδόθηκε δέκα χρόνια αργότερα, αν και η έκδοσή της είχε αναγγελθεί από το 1937. Περιέχει 112 ποιήματα, γραμμένα την περίοδο 1934-7 και χαρακτηρίζεται από  σαφείς διαφορές σε σύγκριση με την Υψικάμινο,  κυρίως μορφικές :  έχουμε  «λογικότερη» χρήση της γλώσσας και θεματική  καθαρότητα. Στα ποιήματα της συλλογής συμπλέκεται ο υπερρεαλισμός με την ελληνική λαϊκή παράδοση.

Είναι μέσα στη φύσι των πραγμάτων σαν τα όνειρα

Που βλέπουμε με ανοιγμένα ή κλειστά τα μάτια μας
Μπροστά στη λίμνη που καθρεφτίζεται στα μάτια σου
Μπροστά στα μάτια σου που καθρεφτίζονται μεσ' στα 
δικά μου.

Οι πόθοι μας συναγελάζονται

Τα μαλλιά τους αναμιγνύονται
Τα στόματα τους φιλιούνται
Τα χέρια τους μας σφίγγουν
Κι η σφιγξ μας συνθλίβει επί του στήθους της
Στην στίλβουσα σιωπή του φάρου.




Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων

Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύμματα
Όπως δεν στέκουν κι οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.




Είναι τα βλέφαρα μου διάφανες αυλαίες

όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ


  Το 1960 τυπώθηκαν τα Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, το 1964-5 το πρώτο μεγάλο αφηγηματικό κείμενο του Εμπειρίκου, με τίτλο  Αργώ ή Πλους αεροστάτου.

Η ποιητική συλλογή Οκτάνα  εκδόθηκε μετά το θάνατό του , το  1997 . Αποτελείται από 31 πεζά κείμενα,  με λυρική ματιά, τα οποία καλύπτουν μία μεγάλη χρονική περίοδο, γραμμένα από το 1942 μέχρι το 1965. Εκφράζουν ένα φιλοσοφικό και κοσμικό σύστημα,  για τον έρωτα, τον θάνατο και το όραμα ενός νέου κόσμου.
           Στο κείμενο της συλλογής με τίτλο Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα (1965), ο Εμπειρίκος αναφέρεται στη δημιουργία μίας νέας πόλης που θα ονομαστεί Οκτάνα, συνοψίζοντας τις αρχές μιας «ερωτικής, φροϋδικής φιλοσοφίας, επικεντρωμένης στη σεξουαλική επιθυμία» και με προτεραιότητα στην καθαρά πνευματική λειτουργία της ποίησης. Η Οκτάνα έχει χαρακτηριστεί ως η υπέρτατη διακήρυξη τού Εμπειρίκου και οριακό πιστεύω του, ενώ όπως ο ίδιος ο Εμπειρίκος τονίζει, αποτελεί μια ουτοπική παγκόσμια πολιτεία «όχι πολιτικής μα ψυχικής ενότητος με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μίαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνη εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμό εκάστου[…]»

Οκτάνα, φίλοι μου, θα πη μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού, όπου το ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δύο κάνει.

Οκτάνα θα πη πυρ, κίνησις, ενέργεια, λόγος σπέρμα.

Οκτάνα θα πη έρως ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του.

Οκτάνα θα πη ανά πάσαν στιγμήν ποίησις, όμως όχι ως μέσον εκφράσεως μόνον, μα ακόμη ως λειτουργία του πνεύματος διηνεκής.

Οκτάνα θα πη η εντελέχεια εκείνη, που αυτό που είναι αδύνατον να γίνη αμέσως το κάνει εντέλει δυνατόν, ακόμη και την χίμαιραν, ακόμη και την ουτοπίαν, ίσως μια μέρα και την αθανασίαν του σώματος και όχι μονάχα της ψυχής.

Οκτάνα θα πη το «εγώ» «εσύ» να γίνεται (και αντιστρόφως το «εσύ» «εγώ») εις μίαν εκτόξευσιν ιμερικήν, εις μίαν έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν μέθεξιν υπερτάτην, που ίσως αυτή να αποτελεί την θείαν Χάριν, το θαύμα του εντός και εκτός εαυτού, κάθε φοράν που εν εκστάσει συντελείται. 


Μετά το θάνατό του εκδόθηκε  ένα από τα τολμηρότερα βιβλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Μέγας Ανατολικός , σε 8 τόμους. Η συγγραφή του διήρκεσε από το 1945 μέχρι το 1951, ενώ η τελική του μορφή οριστικοποιήθηκε περίπου το 1970.

«Το μυθιστόρημα αποτελείται από 100 κεφάλαια, που συγκροτούν πέντε μέρη, και κυκλοφορεί σε οκτώ τόμους. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και τολμηρότερο μυθιστόρημα της ελληνικής γλώσσας.

Το θέμα του μυθιστορήματος είναι το παρθενικό ταξίδι του υπερωκεανείου "Μέγας Ανατολικός" από την Αγγλία στην Αμερική, τον Μάιο του 1867.
Επιβάτες πάσης τάξεως και επαγγέλματος και πλήρωμα διαπλέουν τον Ατλαντικό μέσα στην ηδονική Κιβωτό, απολαμβάνοντας όλες τις μορφές του έρωτα άνευ ορίων και άνευ όρων. Επηρεασμένοι από έναν πρωτογενή ερωτσιμό που ελκύει το ίδιο το υπερωκεάνειο, ζουν, κατά τον δεκαήμερο πλου, την απόλυτη ελευθερία και ηδονή για να καταλήξουν σε μια ανώτατη μορφή αθωότητας και ευτυχίας.
Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει για τον Μεγάλο Ανατολικό ότι η απώτερη αξία του δεν βρίσκεται στα περιγραφόμενα, "βρίσκεται στην παναγαθοσύνη του ποιητή που διαχέεται πάνω στους χαρακτήρες και στις πράξεις των πλέον διαφορετικών τύπων του έργου, πρωταγωνιστών ή κομπάρσων, και αναεκπέμπεται αδιάκοπα στον αναγνώστη σαν ένα είδος ευλογίας. […] Ο Μέγας Ανατολικός ναυπηγήθηκε με τα υλικά του ψυχαναλυτή στις δεξαμενές ενός οραματιστή και προφήτη"( ο πρόλογος του έργου από τις εκδόσεις Άγρα)


 Ο γιός του  λέει για το έργο :«Μας είπε να το κάψουμε. Όχι όμως επειδή το ακύρωνε. Ήθελε να το πετάξει, για να μην πάρουν την ευθύνη της έκδοσής του οι οικείοι του, εφόσον δεν την πήρε ο ίδιος».
(Διαβάστε εδώ τι είπε ο Λεωνίδας Εμπειρίκος για το Μέγα Ανατολικό και τις περιπέτειές του)

«Ο Ανδρέας Σπερχής, κατάκοπος από τήν πολύωρον ορθοστασίαν εις τήν γέφυραν και από τούς βηματισμούς εις τό κατάστρωμα, δια τών οποίων προσεπάθησε να καταπραΰνη ολίγον τόν σάλον τής ψυχής του και να εκδιώξητάς οδυνηράς φαντασιώσεις του, εκάθησε επί ενός πάγκου, ευρισκομένου μακράν από τό άμεσον φως τών φανών, και με ύφος περίλυπον ήκουε τόν ρυθμικόν γδούπον τής έλικος και τόν αφρόεντα παφλασμόν, που προεκάλουν με τάς σταθεράς περιστροφάς των εις τήν θάλασσαν τά πτερύγια τών τεραστίων τροχών τού υπερωκεανείου.

Τί περίεργον! Αι ώραι παρήρχοντο τόσον βραδέως, και όμως η ημέρα είχε ανατείλει! Εν άρωμα από γαρδένιες και γαζίες εγέμιζε τόν αέρα. ∆ύο ελαφρά και επιμήκη σύννεφα έπλεαν εις τόν ουρανόν, σαν νησίδες εις πέλαγος γαλάζιο, ροδίζοντα συνεχώς από τάς πρώτας ακτίνας τού ηλίου που τά ήγγιζαν. Τό άγγιγμα τούτο ήτο σαν μία θωπεία εραστού εις τά βυζιά, ή τό αιδοίον, μίας κόρης δια πρώτην φοράν θωπευομένης, ή εις τούς μαστούς και τό αιδοίον μίας γυναικός ερωτευμένης, που, κατόπιν μακράς αναμονής, συνευρίσκεται με τόν εραστήν της. Εν δροσερόν ψιμύθιον αφρού ανήρχετο από τά ελαφρότατα κύματα που διέτρεχαν ως ρίγος ηδυπαθείας τήν επιφάνειαν τών πρωινών υδάτων, και διεσκορπίζοντο επί τού πελωρίου σκάφους, καθώς και επί τών χειρών και τού προσώπου τού Ανδρέου Σπερχή. Θα έλεγε κανείς, ότι η ώρα προμηνούσε κάτι τό ασύνηθες, κάτι τό θαυμαστόν — ίσως τήν αναπήδησιν εκ τής θαλάσσης μιας σποράδος εξαισίας, ή τήν εμφάνισιν εις τόν ουρανόν ενός σέλαος ανεσπέρου.»


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ 

  • Απελευθερωμένη χρήση της γλώσσας .Λόγιες εκφράσεις ενταγμένες στη διάθεση για απογύμνωση της γλωσσικής συμβατικότητας
  • απελευθερωτική διαχείριση της εικόνας, με αντισυμβατική διασύνδεση αντιφατικών στοιχείων
  • ανέδειξε λογοτεχνικά τη δράση του ονείρου και του ασυνείδητου

Ο Οδυσσέας Ελύτης, προσπαθώντας  να αποκαταστήσει τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο:

«Αλλά όταν δεν κάνεις το νάνο ανάμεσα στους νάνους είναι γι' αυτούς πολύ οδυνηρό ν' αναγνωρίσουν και να παραδεχτούν το πραγματικό σου ανάστημα. Πόσο μάλλον όταν μαντεύουν ότι τους φέρνεις μιαν αυγή, που το φως της μήτε να το διανοηθούνε δε θέλουνε. Την ομιλία των σωμάτων οι κοινωνίες φρόντισαν ανέκαθεν, σαν ευσυνείδητες τηλεφωνήτριες, να τη συνδέουν με τη χυδαιότητα. Ο νοσηρός ρασοφόρος και ο νοσηρός ελευθεριαστής δίνουν τα χέρια ώστε όλα εκείνα τα παθητικά κρυφοψιθυρίσματα, όλες εκείνες οι υπέροχες μικρές κραυγές, αντί να ευφράνουν τη συνείδησή μας, να την ταράξουν. Σίγουρα και παρά τη θέληση του Θεού, δεν είμαστε καμωμένοι για να εισπράττουμε προκαταβολές παραδείσου.»






ΠΗΓΕΣ

  • Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας
  • Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ανδρέας Εμπειρίκος ο ποιητής του έρωτα και του νόστου, Εκδόσεις Κέδρος
  • Συνέντευξη του Λεωνίδα Εμπειρίκου στην Εύη Μαλλιαρού
  • Περί Σουρρεαλισμού, η Διάλεξη του 1935 του Ανδρέα Εμπειρίκου. Εκδόσεις ΑΓΡΑ
  • Οδυσσέα Ελύτη, «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», εκδόσεις Ύψιλον
  •  Φραγκίσκη Αμπατζόγλου, "Ανδρέας Εμπειρίκος: Από την πρωτοπορία των ποιητών στην παράδοση των ειρώνων", ΤΑ ΝΕΑ, 20 Νοεμβρίου 1999
  • Π. Μπουκάλας, Ανδρέας Εμπειρίκος, ανθολόγηση   για την εφημερίδα Καθημερινή