Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Τι είπαν για τον Ερωτόκριτο

Παρακάτω θα ακολουθούν οι απόψεις και οι κριτικές που υπόθηκαν για το έργο του Ερωτόκριτου από καταξιωμένους ανθρώπους των γραμμάτων και από κριτικούς της Λογοτεχνίας.

Η ουσιαστική αναγνώριση της αξίας του "Ερωτοκρίτου" από πλευράς λογίων έρχεται από τους καθ΄ύλην αρμόδιους: τους ποιητές. Η πρώτη, μείζων δημιουργική δικαίωση του "Ερωτοκρίτου" απαντά στο έργο του Διον. Σολωμού. Το κρητικό έργο διδάσκει και τρέφει την ποίηση των Επτανησίων μετά την εκεί εγκατάσταση των Κρητικών προσφύγων, το 1669. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο αυτοτελές κείμενο που γράφεται για τον "Ερωτόκριτο" είναι μια διάλεξη του Τερτσέτη.

Στη μεγάλη ιστορία της συνομιλίας των νεότερων ποιητών με το παλαιό έργο σταθμοί παραμένουν ο Σολωμός, ο Σικελιανός και ο Σεφέρης.

Ο Παλαμάς αστράφτει και βροντά στα 1906, ζητώντας επιτέλους μια "έκδοση της προκοπής" για τον Ερωτόκριτο.

Σήμερα, το έργο αναγνωρίζεται διεθνώς ως μια από τις μεγάλες δημιουργίες της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης και κυκλοφορεί σε αναρίθμητες εκδόσεις.

Η πατρίδα του ποιητή, η Σητεία αποτίει τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον ποιητή Βιτσέντζο Κορνάρο και αναλαμβάνει το ανεξόφλητο προς αυτόν χρέος.

Πηγή : Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τον Βιτσέντζο Κορνάρο


Αγαπημένο αντρόγυνο σαν τούτο δεν εφάνη
μηδ' τέτοιο καλορίζικο, χαιρόμενο στεφάνι.

Ο Αδαμάντιος Κοραής ονόμασε τον ποιητή του Ερωτόκριτου «Όμηρο της δημώδους ποιήσεως», ενώ από τη μελέτη του επηρεάστηκε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός.Ο Γιώργος Σεφέρης στο γνωστό του δοκίμιο για τον Ερωτόκριτο σημειώνει τις αρετές του έργου: «έλλειψη ρητορείας, περιγραφή της λεπτομέρειας, κυριαρχία στη γλώσσα και τον ρυθμό της».Ο Π. Κοδρικάς χαρακτήρισε τη γλώσσα του Ερωτόκριτου δυσειδής. Δηλαδή οι Έλληνες δεν καταλαβαίνουν τη σπουδαιότητα της.Ο Ε. Κριαράς κατά τη γνώμη του ο Κορνάρος μπορούσε να αντλεί από οπουδήποτε την υπόθεση του έργου του και τα λεπτομερειακά του στοιχεία, αλλά στη βαθύτερή του έμπνευση αντλούσε από τη γνήσια ελληνική ψυχή του, τη θρεμμένη με την άδολη λαϊκή παράδοση του νησιού του, που ήταν μια παράδοση απόλυτα ελληνική, γνήσια βυζαντινή.Ο Λ. Πολίτης θεωρεί ότι η υπόθεση του Ερωτόκριτου μας γοητεύει και η περιγραφή του είναι ακριβής. Επίσης, χαρακτήρισε τον ποιητή ένα λαμπρό αφηγητή και τεχνίτη του λόγου.Δεν έλειψαν βέβαια και οι αρνητικές εκτιμήσεις του έργου. Αρκετοί λόγιοι του 18ου αι. το θεωρούσαν κατώτερο ανάγνωσμα λόγω της λαϊκής γλώσσας και μάλιστα ο Διονύσιος Φωτεινός είχε διασκευάσει το έργο σε μια λόγια, «ανώτερη» όπως πίστευε, γλωσσική μορφή. Ο Κάλβος επέκρινε το έργο ως μονότονο και ο Ιάκωβος Πολυλάς το απέρριπτε εξαιτίας της ιδιωματικής γλώσσας.


Και των αρμάτω οι ταραχές, οχθρίτες και τα βάρη,του έρωτα οι μπορεσές και τση φιλιάς η χάρη
Έγραψαν γι' αυτόν
«Ο Κορνάρος είναι λόγιος τεχνίτης. Κατέχει καλά τη ζωντανεμένη αρχαία παράδοση κι αγαπά να στολίζει το έργο του με αρχαίες μνήμες. Παρόμοια εκμεταλλεύεται την λαϊκή παράδοση και την επεξεργασία της, όπως την είχαν πραγματοποιήσει οι συμπατριώτες του. Το όριο που έφτασε είναι γεμάτο απροσμέτρητες υποσχέσεις που ήρθε να τις κόψει απότομα το πάρσιμο της Κρήτης στα 1669. Μα αν χρειάστηκαν 150 χρόνια ώσπου να έρθει η ώρα, σκύβοντας προσεκτικά μπροστά στο σεβάσμιο κείμενο, να του πάρει το μυστικό του ο Σολωμός και να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του, ο λαός δεν περίμενε. Αναγνώρισε μέσα στον Ερωτόκριτο αξιοποιημένο τον ίδιο τον εαυτό του, κι έβαλε το άξιο ποίημα, ως τα χρόνια μας, πρώτο μέσα στους θησαυρούς της εθνικής κληρονομιάς. Έτσι κάτω από τον ψυχρό φαναριώτικο αιώνα, που τόσο μας απασχολεί αργότερα, θα ξέρουμε πως σφύζει ζεστό το αίμα του ελληνισμού με τον παλμό του Ερωτόκριτου. Η Κρήτη, γέρνοντας στα 1669, δίνει αναμμένο τον δαυλό της στα Επτάνησα πρώτα, σ' όλη την σκλάβα Ελλάδα κατόπι.Δημαρά Κ.Θ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας. Ίκαρος, Δ΄ Έκδοση, [Αθήνα] 1968, σ. 85.

«Αυτός ο λεπταίσθητος καλλιτέχνης, ακολουθώντας φαινομενικά την ταπεινή απαγγελία των ποιητάρηδων, ανυψώνει σε επίπεδο τέχνης την πνευματική κληρονομιά του ελληνικού λαού, αξιοποιώντας και επιβάλλοντας στη λόγια δημιουργία τα έμφυτα στον λαό εκφραστικά μέσα. Ο τρόπος που ο Κορνάρος κατακτάει αυτόν τον κόσμο, ο οποίος προϋποθέτει ιδιοσυγκρασία κλασικού, η γαλήνη που πετυχαίνει με έναν αδιάπτωτο έλεγχο του αφηγηματικού λόγου και του τόνου, η ειρωνεία αυτή καθ' εαυτή, θυμίζουν περισσότερο την ξέγνοιαστη αίσθηση ζωής του Ariosto, παρά τα βάσανα και τις τύψεις του Tasso. Γράφοντας με απόλυτη επίγνωση των πράξεών του και διαλέγοντας ένα δρόμο απατηλά εύκολο, με γλωσσικό όργανο παρθενικά βαπτισμένο στο κριτικό ιδίωμα, ο Κορνάρος εξασφάλισε στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα αριστούργημα αντιπροσωπευτικό σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.Vitti Mario, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 1992, σ. 117.

«Ο Ερωτόκριτος είναι έργο κλασικό της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Κορνάρος, φύση λυρική και αφηγηματική, κι όχι δραματική, μας χάρισε το ωραιότερο λυρικό αφηγηματικό ποίημα που γράφτηκε στη γλώσσα μας. Η αφηγηματική του άνεση συμβαδίζει με μιαν απόλυτη γλωσσική και εκφραστική σιγουριά. Ο Κορνάρος αποφεύγει συστηματικά τα «λόγια» στοιχεία και πολλές ξένες λέξεις απ' όσες ήταν σε χρήση στον προφορικό λόγο. Όμως η γλώσσα του δε συμπίπτει απόλυτα με τη γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού. Εκτός από τη γλώσσα, και ο δεκαπεντασύλλαβος του ποιήματος μόνο φαινομενικά συμπίπτει με το δημοτικό μας στίχο. Η μεγάλη συχνότητα των συνιζήσεων, εξ άλλου, που χαρακτηρίζουν την έντεχνη ποίηση, αποτελούν και τη βασική διαφορά τους.Μαυρομάτη Γ.Κ., «Ερωτόκριτος», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, Larousse, Britannica, Τόμος 20, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 20
Έγραψαν γι' αυτόν
07, σ. 650.

«Σ' εμένα ελάχιστες αμφιβολίες απομένουν ότι ποιητής του Ερωτόκριτου είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος του Ιακώβου. Και θέλω να πω ότι δεν θίγεται καθόλου η εθνική μου φιλοτιμία από την αποκάλυψη ότι ο ευγενικός ποιητής ενός από τα ωραιότερα ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα ήταν βενετικής καταγωγής και καθολικός. Ίσα ίσα η περίπτωσή του πρέπει να μας βάζει σε σκέψεις. Το έντονο ελληνικό αίσθημα που αποπνέουν οι στίχοι του Βιτσέντζου Κορνάρου δείχνει σε ποια έκταση η Cretacapta μπόρεσε να αποτυπώσει την επίδρασή της στις καρδιές των απογόνων των κατακτητών της, και να μεταβάλει τόσο ριζικά τον ψυχισμό τους. Και κατά τη γνώμη μου, η διαπίστωση αυτή αποτελεί μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη αφορμή εθνικής υπερηφάνειας.»Παναγιωτάκη Ν., Ο ποιητής του «Ερωτόκριτου» και άλλα βενετοκρητικά μελετήματα, Βικελαία Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο Κρήτης



O ποιητής που πραγματοποίησε με τρόπο γενναίο και άπλετο την ανάσταση ενός αλλοτινού παραμυθένιου κόσμου, όπου ο έρωτας και η φιλία δεν είχαν χάσει τις "μπορεσές" τους, είναι ο Κορνάρος. Με τον Ερωτόκριτο έχουμε ένα από τα αριστουργήματα του 17ου αιώνα, όχι μόνο στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά πλατύτερα στο χώρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μία τέτοιο τελειότητα οφείλεται κοντά σε άλλες αρετές, όχι κοινές, και στο ότι ο Κορνάρος επέτυχε με απόλυτη συνέπεια να αποθήσει την απαίσια πραγματικότητα που τον περικύκλωνε και τον έσφιγγε από παντού. Όσο περισσότερο πονούσε με τη θέα του πραγματικού κόσμου, τόσο μοχθούσε να αγνοήσει ή να τον αποκρύψει και να τον μεταμφιέσει. Αυτό ήταν το ύστατο "κόμπωμά" του, και επέμενε συστηματικά και με συνέπεια να μείνει μέσα.

Σε αυτή τη βιαστική επισκόπηση που κάνω δίχως να σταματώ σε λεπτομέρειες, επιθυμώ να θίξω και ένα άλλο θέμα που προκαλεί την απορία των μελετητών: πως ο λογοτέχνης τησ Κρήτης, μολονότι ξεκινά από ξένα πρότυπα, δίνει μια χροιά τόσο ελληνική, τόσο αδιάψευστα λαϊκά ελληνική, με μοιρολόγια λόγου χάρη, με μια δημοτική οικονομία στο διάλογο και, φυσικά, μέσα από την ιδιωματικά χρωματισμένη γλώσσα;

Μαrio Vitti, "Γραφείο με θέα"

Η γλώσσα του Ερωτόκριτου 


Η γλώσσα του Ερωτόκριτου παρουσιάζει ένα μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία μας: είναι η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε μεσαιωνικός και ο νεότερος Ελληνισμός,μια γλώσσα που ξεπερνά με άνεση τις συνηθισμένες λαογραφικές εκδηλώσεις και εκφράζει με σταθερό χαρακτήρα,την ευαισθησία του κόσμου που τη μιλούσε.Αυτό το φαινόμενο πρέπει να το συνδέσουμε μ' ένα άλλο γνώρισμα της, που δεν ξαναείδαμε από τα χρονικά του Διονύσου του Αλικαρνασσέα και του Φρύνιχου,και είναι πρόβλημα πότε θα το ξαναϊδούμε: η γλώσσα αυτή μοιάζει να βγαίνει από μια κοινωνία που δε μαστίζεται από την πολυγλωσσία.Ο Ξανθουδίδης παρατηρεί ότι ο ποιητής του Ερωτόκριτου με τέτοια συνέπεια μεταχειρίζεται τη γλώσσα του,που θα λέγε κανείς πως είναι ο αρχηγός μιας σχολής δημοτικιστών, που θέλει να δώσει ένα γλωσσικό υπόδειγμα στους μαθητές του.Αυτή την εντύπωση τη δίνει ο Ψυχάρης.Και στις στιγμές ακόμη της μεγαλύτερης τρυφερότητας,θαρρείς πως δείχνει με το δάχτυλο για να υπογραμμίσει:<< Αυτό έτσι πρέπει να το λέμε,εσείς δεν το λέτε σωστά!>> Στον ποιητή του Ερωτόκριτου δεν υπάρχει κανένα σημάδι αυτής της συμπεριφοράς. Συμβαίνει μάλιστα το αντίθετο.Δίνει την εντύπωση ότι τον σηκώνει η γλώσσα και τον οδηγεί,όπως ένας κολυμπητής που κολυμπά σ' ένα ποτάμι σύμφωνα με το ρέμα.Δεν παλεύει με τη γλώσσα,όπως όλοι μας παλεύουμε από τα χρόνια του Σολωμού.Δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι η φωνή του είναι η σωστή καιδεν ξεχωρίζει από τη φωνή των άλλων.Και η εντέλεια αυτής της γλώσσας φανερώνεται ακόμη πιο καθαρά με τον δεκαπεντασύλλαβο, που είναι ο στίχος που πλησίασε πιο κοντά από κάθε άλλο ρυθμό το βαθύτερο κυμάτισμα της λαλιάς μας.Ο ποιητικός λόγος μάς επιτρέπει να παρατηρούμε τη γλωσσική έκφραση σε βάθος.Δεν δείχνει μόνο το λουλούδι,δείχνει το λουλούδι μαζί με τις ρίζες.Γιατί δεν είναι απλά ένας φραστικός,είναι συνάμα και ένας κι ένας ψυχικός και σωματικός τρόπος,που μας φέρνει σύρριζα κοντά στον εαυτό μας.


Ο Ερωτόκριτος είναι ένα κλασικό έργο της νέας ελληνικής φιλολογίας. Ο Κορνάρος , φύση λυρική και αφηγηματική και όχι δραματική , μας χάρισε το ωραιότερο λυρικό αφηγηματικό ποίημα που γράφτηκε στη γλώσσα μας. Η αφηγηματική του άνεση συμβαδίζει με μία απόλυτη γλωσσική και εκφραστική σιγουριά. Αποφεύγει συστηματικά τα «λόγια» στοιχεία και πολλές ξένες που ήταν σε χρήση στον προφορικό λόγο. Όμως η γλώσσα του δεν συμπίπτει απόλυτα με τη γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού. Εκτός από τη γλώσσα και ο δεκαπεντασύλλαβος του Κορνάρου μόνο φαινομενικά συμπίπτει με το δημοτικό μας στίχο. Η μεγάλη συχνότητα των συνιζήσεων , που υπάρχουν στο ποίημα του Κορνάρου και που χαρακτηρίζουν την έντεχνη ποίηση , αποτελούν και τη βασική διαφορά τους.


Ο Ερωτόκριτος επηρέασε ορισμένα κρητικά έργα που γράφτηκαν στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα. Το ποίημα γνώρισε καταπληκτική διάδοση από τον 18ο κυρίως αιώνα και μετά. Ο Ερωτόκριτος και Αρετούσα ως ονόματα πέρασαν γρήγορα στην περιοχή της λαϊκής φαντασίας και του μύθου. Για το έργο διατυπώθηκαν δυσμενείς κρίσεις , κυρίως από λόγιους του φαναριώτικου κύκλου, αλλά και ενθουσιώδης. Στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία επέδρασε στη γλώσσα και κυρίως στον στίχο (λ.χ. στο έργο του Σολωμού , του Ρίτσου και του Πρεβελάκη) .


Επιπλέον πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι μέσα από το ποίημα του Κορνάρου η ελληνική κοινωνία μετέβηκε από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση . Φυσικά αυτό οφείλεται στο γεγονός οτι μέχρι εκείνη την εποχή οι κόρες πλουσίων βασιλιάδων συνήθιζαν να παντρεύονται ένα πλούσιο βασιλόπουλο. Αλλά σε αυτή την περίπτωση γίνεται η μεγάλη διαφορά καθώς η Αρετούσα κόρη του βασιλιά Ηράκλη της Αθήνας παντρεύεται τον Ερωτόκριτο , ένα νέο από κατώτερη κοινωνική τάξη αφού ο πατέρας του ήταν σύμβουλος του βασιλιά. Ακόμα μέσα από αυτό το ποίημα παρουσιάζεται και συναισθηματική ενηλικίωση . Όπως ήδη γνωρίζουμε η Αρετούσα ήταν 13-14 χρονών όταν άρχιζε να ερωτεύεται τον Ερωτόκριτο. Άρα συμπεραίνουμε οτι παρόλο που είναι ένα αν

ήλικο κορίτσι ( ηλικιακά) στην πραγματικότητα είναι μία κοπέλα με μεγάλη ψυχική ωριμότητα.


Θεωρούμενο ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής λογοτεχνίας, Ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ανήκει στην κατηγορία των επικών ποιημάτων, γράφτηκε από τον Βιτσέντζο Κορνάρο και αποτελείται από 10 χιλιάδες στίχους, σε πέντε μέρη. Το όνομά του το έχει πάρει από τον Ερωτόκριτο, το κύριο πρόσωπο του έργου, το οποίο υποδηλώνει αυτόν που έχει βασανισθεί από τον έρωτα.


Για τον ίδιο τον ποιητή τίποτα δεν είναι γνωστό πέραν των όσων γράφει ο ίδιος στον Επίλογό του, όπου αναφέρει ότι γεννήθηκε στη Σητεία της Κρήτης και έζησε αργότερα στο Κάστρο (Ηράκλειο). Δεν είναι επίσης γνωστό αν είχε οποιαδήποτε συγγένεια με τους Κορνάρους, μεγάλη οικογένεια ευγενών, Ενετικής καταγωγής.


Η γλώσσα του ποιήματος είναι το ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης, το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα ανεπτυγμένο και ικανό να εκφράσει ζωηρά τόσο ιδέες όσο και συναισθήματα. Θεωρείται καλώς κατανοητό από τους Έλληνες της εποχής ενώ ακόμη και σήμερα δεν είναι υπερβολικά δύσκολο στην ανάγνωσή του. Εκείνο πάντως που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι αν και ο Κορνάρος θεωρείται περίπου "λαϊκός" ποιητής, χωρίς να διαφαίνεται κάποια ιδιαίτερη παιδεία εκ μέρους του, τόσο το μέτρο, όσο και η ομοιοκαταληξία στον ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ είναι πραγματικά τέλειες, χωρίς παράλληλα να παραβιάζονται πουθενά οι κανόνες της γλώσσας ή ο σωστός τονισμός των λέξεων. Ταυτόχρονα, η ρίμα είναι παντού ιδιαίτερα πλούσια, με μεγάλη ποικιλία και εκφράζεται αβίαστα. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη μας και την ιδιαίτερα μεγάλη έκταση του έπους. Από αυτές τις απόψεις, το ποίημα θεωρείται εφάμιλλο των καλύτερων έργων της δημοτικής ποίησης.


Σε ότι αφορά την υπόθεση, η κριτική έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Κορνάρος δεν μιμήθηκε κάποια προγενέστερα έργα. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι δεν θα έπρεπε να είχε άμεση γνώση της αρχαίας γραμματείας, είτε της ελληνικής, είτε της λατινικής, αν εξαιρέσει κανείς ενδεχόμενες ιταλικές μεταφράσεις. Ωστόσο εικάζουμε ότι πρέπει να είχε γνώση της ιταλικής λογοτεχνίας, συμπεριλαμβανομένου εκείνου του τμήματός της που αποτελούσε μίμηση των παλαιότερων γαλλικών "ιπποτικών" ποιημάτων, ενώ όπως ήδη αναφέραμε, υπάρχουν χωρία όπου οι εικόνες και οι ιδέες που περιγράφονται εκεί φαίνεται να προέρχονται από ιταλικά έργα. Υπάρχουν επίσης σαφείς επιρροές και περιγραφές από το ενετικό περιβάλλον της εποχής και, οπωσδήποτε, ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ είναι ένα "ρομαντικό, ερωτικό, φραγκικό έπος". Παράλληλα όμως θα συναντήσουμε πάμπολλα ελληνικά και βυζαντινά στοιχεία, ενώ υπάρχουν ομοιότητες με έργα όπως η "Ερωφίλη" και η "Θυσία του Αβραάμ"

Το πρότυπο του

Το πρότυπο

Από το 19ο αιώνα ως το 1935 αρκετοί είχαν προσπαθήσει, όμως όχι συστηματικά, να ανακαλύψουν ποιο κείμενο είχε υπόψη του ο Κορνάρος γράφοντας το οιήμα του, κανείς τους όμως δεν είχε μπορέσει να εντοπίσει. Κατά την περίοδο αυτή προτάθηκαν ως άμεσες ή έμμεσες πηγές του Ερωτόκριτου, εκτός από ορισμένα αρχαία ελληνικά και λατινικά κείμενα, και άλλα νεότερα ,κυρίως δυτικά όπως λ.χ. το Ισπανικό έπος Cid, τα Reali di Francia, γνωστή πεζή Ιταλική διασκεύη γαλλικών «chansons de geste», ο Orlando Innamorato του Βoiardo και κυρίως, το μεγάλο αφηγηματικό ποιήμα της Ιταλικής Αναγέννησης , Orlando Furioso του Ariosto.


To 1935 o N. Cartojan , καθηγητής του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου, επισήμανε και κατέστησε ευρύτερα γνωστό για πρώτη φορά ότι το πραγματικό, αν και απώτερο, πρότυπο του Ερωτόκριτου είναι η γαλλική μεσαιωνική μυθιστορία Raris et Vienne. Ωστόσο, εβδομήντα περίπου χρόνια πριν από τον Cartojan, στα μέσα του περασμένου αιώνα, το ίδιο πρότυπο είχε υποδειχθεί από έναν λογιότατο Ηπειρώτη, τον Χριστοφορο Φιλητά, πληροφορία που παρέμεινε άγνωστη ως το1953. Ο Cartojan έχοντας υπόψη του το κείμενο της γαλλικής αυτής μυθιστορίας κατά τη μόνη ως τότε (και ως σήμερα) κριτική του έκδοση από τον Γερμανό ρομαντιστή R. Kaltenbacher, την αρχική μορφή της μυθιστορίας με βάση τα χειρόγραφα της λεγόμενης πρώτης ομάδας του έργου, πιθανολογεί ότι ο Κορνάρος γνώρισε τη γαλλική μυθιστορία Paris et Vienne όχι από το γαλλικό κείμενο αλλά μέσω κάποιας Ιταλικής διασκευής/ μετάφρασής του.


Από τότε, και ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μολονότι ο Cartojan είχε από την αρχή στρέψει την έρευνα προς τη σωστή κατεύθυνση, δεν έγινε καμιά ουσιαστική προσπάθεια για συστηματική αντιμετώπιση του προβλήματος του πραγματικού προτύπου του Ερωτόκριτου το οποίο εξακολούθησε να παραμένει desideratum της φιλολογίας μας. Κανείς όλο αυτό το διάστημα δεν εξέτασε λεπτομερειακά και σε όλη του την έκταση το κείμενο του Ερωτόκριτου σε αντιπαραβολή με τις Ιταλικές διασκευές (έντυπες και χειρόγραφες) της γαλλικής μυθιστορίας και τη λατινική του jean de pins (Ioannes Pinus). Τα τελευταία ιδίως χρόνια υποστηρίχθηκε η άποψη ότι το βασικό κείμενο που είχε υπόψη του ο Κορνάρος γράφοντας τον Ερωτόκριτο είναι το έργο τουAngelo Albani Innamoramento di due fidellisimi amanti Paris e Vienna, που αποτελεί έμμετρη ανάπτυξη της Γαλλικής αυτής μεσαιωνικής μυθιστορίας.


Το έργο του albani πρωτοτυπώθηκε το 1626 στη Ρώμη, και αν πράγματι χρησίμευσε ως πρότυπο του Ερωτόκριτου, τότε η ταύτιση του ποιητή του Βιτσέντζου Κορνάρου με τον Βιτσέντζο Κορνάρο του Ιακώβου, που είχε πεθάνει δεκατρία περίπου χρόνια νωρίτερα (1613), αυτόματα αποκαλείται. Η άποψη όμως αυτή είναι κάπως αυθαίρετη, γιατί δεν στηρίζεται σε λεπτομερειακή συγκριτική εξέταση του Ερωτόκριτου με όλες τις Ιταλικές διασκευές της γαλλικής Paris et Vienne. Ύστερα από λεπτομερειακή συγκριτική εξέταση του Ερωτόκριτου με όλες της ιταλικές διασκευές της γαλλικής αυτής μυθιστορίας (έντυπες και χειρόγραφες), καθώς και με τη λατινική του Jean de Pins, όπως είχε προτείνει ο Ν. Μ. Παναγιωτάκης, ο υποφαινόμενος στη διδακτορική διατριβή του προσδιόρισε ότι ο Βιτσέντζος Κορνάρος γράφοντας τον Ερωτόκριτο είχε υπόψη του μια από τις εκδόσεις της έντυπης πεζής ιταλικής διασκευής, που τυπώθηκε από το 1543 και πέρα και όχι την έμμετρη διασκευή του Albani (1626). Έτσι αν η σχέση του έργου του Albani με τον Ερωτόκριτο αποτελείτο μοναδικό εμπόδιο για την ταύτιση του ποιητή Βιτσέντζου Κορνάρου του Ιακώβου, η έρευνα απέδειξε ότι το εμπόδιο τούτο μπορεί τώρα με βεβαιότητα να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει.





Πρότυπο και άλλες πηγές

Άμεσο πρότυπο του έργου είναι η γαλλική δημοφιλής μεσαιωνική μυθιστορία Paris et Vienne του Pierre de la Cypède, που τυπώθηκε το 1487 και γνώρισε μεγάλη διάδοση με μεταφράσεις σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Ο Κορνάρος γνώρισε το γαλλικό έργο πιθανότατα από ιταλική μετάφραση, καθώς είναι απίθανο να γνώριζε γαλλικά. Δεν πρόκειται όμως για δουλική μίμηση αλλά δημιουργική διασκευή, στην οποία αναγνωρίζονται αρετές σε σχέση με το γαλλικό πρότυπο και τις άλλες διασκευές: η πλοκή είναι περισσότερο οργανωμένη, τα πρόσωπα λιγότερα, περιορίζονται κάποιες επαναλήψεις και επιπλέον υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη σκιαγράφηση της ψυχολογίας των προσώπων. Μέχρι το πρώτο μισό του έργου, ο Κορνάρος ακολουθεί την πλοκή του προτύπου του. Από το σημείο όμως της αποτυχημένης πρότασης γάμου προς τον Βασιλιά, τα δύο έργα παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές. Στο Paris et Vienne οι δύο νέοι απάγονται και επιχειρούν να δραπετεύσουν, μετά όμως από λίγο καιρό η κοπέλα συλλαμβάνεται από ανθρώπους του πατέρα της ενώ ο Paris ταξιδεύει στην ανατολή. Η ευεργεσία του προς τον πατέρα της Vienne, που συντελεί στην επανασύνδεση του ζευγαριού, δεν είναι η σωτηρία του βασιλείου από εχθρούς, όπως στον Ερωτόκριτο, αλλά η απελευθέρωση του βασιλιά από την αιχμαλωσία, όταν εκείνος, επιχειρώντας να οργανώσει σταυροφορία, συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Αλεξάνδρεια. Το τέλος των δύο έργων είναι ανάλογο, με τον «άγνωστο» ευεργέτη να κάνει πρόταση γάμου στη Vienne και εκείνη να δέχεται μόνο μετά την αναγνώρισή του.


Εκτός από τη γαλλική μυθιστορία, εμφανής είναι και η επίδραση του Orlando Furioso του Αριόστο, στα σημεία με περισσότερο επικό χαρακτήρα.


Εκτός από τη δυτική επίδραση, ρόλο στη σύνθεση του Ερωτόκριτου έπαιξε και η ελληνική λογοτεχνική παράδοση, δημοτική (δημοτικά τραγούδια και παροιμίες) και έντεχνη (Ερωφίλη, Απόκοπος, Πένθος θανάτου και άλλα δημώδη κείμενα).





Σε ότι αφορά την υπόθεση, η κριτική έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Κορνάρος δεν μιμήθηκε κάποια προγενέστερα έργα. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι δεν θα έπρεπε να είχε άμεση γνώση της αρχαίας γραμματείας, είτε της ελληνικής, είτε της λατινικής, αν εξαιρέσει κανείς ενδεχόμενες ιταλικές μεταφράσεις. Ωστόσο εικάζουμε ότι πρέπει να είχε γνώση της ιταλικής λογοτεχνίας, συμπεριλαμβανομένου εκείνου του τμήματός της που αποτελούσε μίμηση των παλαιότερων γαλλικών "ιπποτικών" ποιημάτων, ενώ όπως ήδη αναφέραμε, υπάρχουν χωρία όπου οι εικόνες και οι ιδέες που περιγράφονται εκεί φαίνεται να προέρχονται από ιταλικά έργα. Υπάρχουν επίσης σαφείς επιρροές και περιγραφές από το ενετικό περιβάλλον της εποχής και, οπωσδήποτε, ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ είναι ένα "ρομαντικό, ερωτικό, φραγκικό έπος". Παράλληλα όμως θα συναντήσουμε πάμπολλα ελληνικά και βυζαντινά στοιχεία, ενώ υπάρχουν ομοιότητες με έργα όπως η "Ερωφίλη" και η "Θυσία του Αβραάμ".