Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Συγγραφέων




Μετά τις αρχαιρεσίες της 7ης Μαΐου 2017, που έγιναν κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης της Εταιρείας Συγγραφέων για την ανάδειξη μελών διοικητικού συμβουλίου και εξελεγκτικής επιτροπής, και την εισδοχή νέων μελών, τα αποτελέσματα διαμορφώθηκαν ως εξής:

Για μεν το Διοικητικό Συμβούλιο, εξελέγησαν οι Γιώργος Χουλιάρας (Πρόεδρος), Γιώργος Βέης (Αντιπρόεδρος), Αγγελική Στρατηγοπούλου (Γενική Γραμματέας), Ηρώ Νικοπούλου (Ταμίας), Μαρία Κούρση (Μέλος Δ.Σ.), Λιάνα Σακελλίου (Μέλος Δ.Σ.), Μάκης Τσίτας (Μέλος Δ.Σ.), και αναπληρωματικά μέλη οι Μαρίζα Ντεκάστρο και Γιώργος Γώτης.

Μέλη της εξελεγκτικής επιτροπής είναι οι: Ιωσήφ Βεντούρας, Νίκος Δαββέτας και Γιάννης Στεφανάκις, αντεπιστέλλοντα μέλη οι Ντέιβιντ Μέισον, Κρίστοφερ Μέριλ, Κρίστοφερ Μπάκεν και Μαουρίτσιο Ντε Ρόζα, επίτιμο μέλος ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και τακτικά μέλη οι Λεωνίδας Κακάρογλου, Βασίλης Παπαθεοδώρου και Δημήτρης Φύσσας.


Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ (Δύο ομιλίες για τη Λογοτεχνία και το φύλο της)



ΤΟ ΦΥΛΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Ο συνειρμός ήταν αναπόφευκτος. Εξάλλου πάντα προτιμώ να καλύπτω τέτοιου είδους θέματα από τη μεταφυσική τους πλευρά, αφήνοντας προλαλήσαντες και επερχόμενους να τα καλύπτουν από τις υπόλοιπες (τη φιλολογική, την κοινωνιολογική, την ψυχολογική, τη στατιστική κ. λπ.).
Πιστεύω πάντα πως μόνο με το χιούμορ μπορείς να αντιμετωπίσεις, πρώτον, τα απολύτως ακατανόητα που σου συμβαίνουν, π.χ. τη ζωή, και, δεύτερον, τα τελείως αυτονόητα, π.χ. τα προβλήματα των θεωρητικών. Όλες οι ενδιάμεσες κατηγορίες είναι απλούστερες και μπορούν να αντιμετωπιστούν σοβαρά, με κλασσικές επιχειρηματολογίες.

Το φύλο της λογοτεχνίας είναι ένα τέτοιου είδους πρόβλημα και, όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να παραμένει πρόβλημα για καιρό ακόμα – μέχρι τουλάχιστον τα επιτεύγματα της γενετικής να καταφέρουν να ανατρέψουν τις ήδη κλονισμένες πεποιθήσεις μας περί της χρησιμότητας του προσδιορισμού του φύλου σε όλα τα είδη γενικά – ενσώματα και ασώματα.      
Το φύλο των αγγέλων, αντιστοίχως, ήταν κι αυτό ένα εξίσου ενδιαφέρον και φλέγον θέμα που προκάλεσε κι αυτό επί αιώνες εξίσου θυελλώδεις συζητήσεις και εξίσου μεγάλους πονοκέφαλους. Το πρόβλημα όμως του φύλου των αγγέλων, κάποτε, λύθηκε. Αν θυμάμαι καλά, αυτό έγινε τον 7ο αι. όταν, στα περιθώρια κάποιας Οικουμενικής Συνόδου (της Ε΄ θαρρώ) οι Πατέρες της Εκκλησίας απεφάνθησαν τελεσίδικα ότι οι άγγελοι είναι αρσενικοί. Δεν υπήρχε περίπτωση να είναι θηλυκοί – εφόσον δεν ήταν ακόμα σίγουρο το αν οι γυναίκες είχαν καν ψυχή. Βεβαίως, θα μπορούσε να είναι αμφίφυλοι ή άφυλοι, κάτι τέτοιο όμως δεν θα ήταν πρέπον… Έτσι, δια της εις άτοπον, αποδείχθηκε ότι οι άγγελοι ανήκουν στο ισχυρό φύλο στο οποίο, όπως είχε αποφασιστεί λίγο νωρίτερα, ανήκε και ο Θεός.

Μάλιστα. Από τον Θεό είναι που αρχίζει ιεραρχικά αυτή η σειρά των μπλεξιμάτων περί του φύλου των διαφόρων υψηλών συλλήψεων ή εκφάνσεων της πνευματικότητας του ανθρώπου (εννοώ λ.χ. τη σύλληψη της ύπαρξης Θεού και  ουρανίων όντων, τις αναζητήσεις της Επιστήμης, τις εκφάνσεις της Τέχνης).
Οι ζαβολιές αρχίζουν από τη στιγμή που αρχίζει να γράφεται το μπεστ σέλερ όλων των εποχών, η Παλαιά Διαθήκη.
Ο Θεός, στο Α΄ κεφάλαιο της Γένεσης (Α,27) , κάπως απρόσεχτα και βιαστικά, κουρασμένος από τον φόρτο εργασίας, δηλώνει προς στιγμήν, αφηρημένος, αμφίφυλος. Και, φυσικά, κάνει και τον άνθρωπο αμφίφυλο: «…και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον· κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτόν.» 
Στο Β΄ όμως κεφάλαιο γίνεται εσπευσμένα η διόρθωση:
Επειδή ουκ ευρέθη τω Αδάμ βοηθός όμοιος αυτώ, ανάμεσα στα υπόλοιπα κτήνη και ερπετά, ο Θεός προχωρά στη γνωστή χειρουργική επέμβαση και αποσπά από τον κορμό του δημιουργήματός του τη μια πλευρά,  ακριβώς όπως ο θεωρητικός αποσπά από τον κύριο «ανδρικό» κορμό της λογοτεχνίας το εξάρτημα της γυναικείας πλευράς: « …και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν ήν έλαβε από τον Αδάμ εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ…». (Β΄, 22).

Οι συγγραφείς, δηλαδή, επαναλαμβάνουν τη σκηνή της Δημιουργίας, κατά πολύ βελτιωμένη, πιο ζωντανή και με περισσότερη δράση, με σκοπό να σωθεί πάσει θυσία ο ανδρισμός του Θεού, αλλά και του «Ανθρώπου» – ευελπιστώντας ότι δεν θα δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην αντιφατικότητα αυτής της παραγράφου ως προς την προηγούμενη, μέσα στις χιλιάδες των παραγράφων.
Το ότι ο Θεός φέρεται να αντιφάσκει, δεν πειράζει. Είναι συνηθισμένο, απολύτως φυσικό: Αντιφάσκω γιατί είμαι απέραντος – όπως δηλώνει και ο Ουίτμαν για τον εαυτό του, και όπως ισχύει πάντα για τον οποιοδήποτε μεγάλο ποιητή.
Είχαν δίκιο οι συγγραφείς. Κανείς ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία…

Ας αντιπαρέλθουμε λοιπόν κι εμείς αυτή την πρώτη ζαβολιά με τον Θεό, ας αντιπαρέλθουμε και τη δεύτερη με τους αγγέλους. Τώρα πρέπει να επικεντρώσουμε στην τελευταία, που αφορά τον δαίμονα της Λογοτεχνίας και την πραγματική του φύση – εφόσον, βασικά, αυτό είναι το θέμα μας… Ή μάλλον, το θέμα σας. Εγώ, θα το καταλάβατε, το βαριέμαι λίγο, γι’ αυτό – όπως ακριβώς στο σχολείο – μπαινοβγαίνω και είμαι κυρίως εκτός θέματος. 

Τέλος πάντων, ας τεθεί για μια ακόμα φορά το ρητορικό ερώτημα αν πράγματι υπάρχει λογοτεχνία ανδρική και γυναικεία. Και ας απαντήσω, προς στιγμήν σοβαρά:

Η Λογοτεχνία, σε πείσμα των Πατέρων της Λογοτεχνίας – δεν είναι ούτε αντρική ούτε γυναικεία ούτε παιδική ούτε γκέι. Είναι, απλώς, κατά περίπτωση, καλή, μέτρια ή κακή.
Ο συγγραφέας, ούτως ή άλλως, αναγκάζεται να είναι πότε άντρας, πότε γυναίκες, πότε, πότε γέρος άφυλος. Ποτέ δεν υποδύεται ένα μοναδικό, ατόφιο πρόσωπο γιατί είναι ταυτόχρονα και ο δημιουργός και ο πρωταγωνιστής και οι κομπάρσοι και ο παρατηρητής και ο σχολιαστής του κόσμου του. Αλλάζει αδιάκοπα περσόνες – μάσκες τραγωδίας, καρνάβαλου, εντάφιες, παιχνιδιού, ληστείας, περσόνες που συνοψίζουν ανθρώπινες ψυχολογικές καταστάσεις, και μετακινεί διαρκώς τα διεστώτα στοιχεία, τα συναρμόζει και τα οργανώνει σχηματίζοντας κάθε φορά κάποιο άλλο, λίγο ή πολύ αναγνωρίσιμο, παζλ.

Μίλησα προς στιγμήν σοβαρά. Αν θέλω, όμως, να είμαι συνεπής προς το πνεύμα μου, πρέπει να κλείσω στο πνεύμα που άρχισα, χρησιμοποιώντας και πάλι κώδικες φύλου:
η προσωπική μου εμπειρία με κάνει να μη μπορώ παρά να παραδέχομαι κι εγώ τελικά πως ο δαίμονας της Λογοτεχνίας διαθέτει, εκτός των άλλων, και ένα απίστευτο αριθμό νοητών αναπαραγωγικών οργάνων– προς γονιμοποίηση ή προς απλή ευχαρίστηση. (Ο εξοπλισμός του αυτός περιγράφεται ως Η κατάρα και η ευλογία του δώρου του Λόγου.)
Διορθώνω, λοιπόν:
Η Λογοτεχνία είναι πανηδονήστρια. Εκδίδεται δε και συνουσιάζεται αμερόληπτα, ανεξαρτήτως του φύλου των συγγραφέων και των αναγνωστών, κατά τις επιθυμίες και κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός.


Ομιλία στο ΠΑΠΟΚ, 1988;







ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ ΠΟΤΕ: «Ο ΑΝΔΡΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ»;
Ή
Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

         
Τα περί «γυναικείας λογοτεχνίας» είναι από τα πράγματα που μου προκαλούν μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων: από αλλεργία και ανησυχία μέχρι κατάθλιψη και θυμό. Και για να το αντιμετωπίσω, αναγκάζομαι να επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις, δηλαδή το χιούμορ μου. Αυτό λοιπόν θα κάνω και τώρα, αφού επικαλεστώ πρώτα και το δικό σας χιούμορ…

Τι θα λέγατε, ας πούμε, να αντιστρέψουμε τους όρους του παιχνιδιού; Είμαι σίγουρη πως κι εσείς αισθάνεστε τόσο άσχημα όσο κι εγώ, διαπιστώνοντας ξαφνικά πως όλοι και όλες ασχολούνται αποκλειστικά με τη Γυναικεία Λογοτεχνία! Κανένα Συνέδριο δεν έχει γίνει ποτέ ούτε κι έχουν γραφτεί άρθρα, μελέτες, δοκίμια, διατριβές για την Ανδρική Λογοτεχνία και για τον Άνδρα Λογοτέχνη ή για τα προβλήματα της Ανδρικής Γραφής.
Δεν είναι άδικο; Κάποιος επιτέλους πρέπει να ασχοληθεί λίγο και μ’ αυτό το παραμελημένο, περιθωριακό και περίεργο είδος που οι καημένοι οι άνδρες καλλιεργούν με πείσμα, και που αγωνίζεται να υπάρξει, έστω και ως αδύναμη παραφυάδα στον κορμό του γραπτού λόγου, δηλ. της γυναικείας λογοτεχνίας.

Προσφέρομαι ιπποτικά να θέσω τα ερωτήματα και να παραθέσω τα επιχειρήματα, κατασκευάζοντας και τις απαντήσεις.

Ερώτημα πρώτο: Υπάρχει Ανδρική Λογοτεχνία;
Απάντηση: Ναι. Είναι σχεδόν σίγουρο πως υπάρχει. Παρόλο που, όπως είπαμε, δεν έχουμε στοιχεία ή μελέτες, και οι θεωρητικοί υποκρίνονται πως αγνοούν το θέμα, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε αυτή την πιθανότητα, βασιζόμενοι στα εξής επιχειρήματα:
Ένα: Το γράψιμο, ως γνωστόν, απαιτεί ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη.
Δυο: Το γράψιμο, ως γνωστόν, απαιτεί όρχεις.
Τρία: Το μολύβι ή το στυλό, ως γνωστόν, είναι καθαρά φαλλικά σύμβολα. Επίσης, το πληκτρολόγιο είναι δέκτης – υποκατάστατο παθιασμένων, καθαρά αρσενικών, δακτυλικών κινήσεων συνεχούς σεξουαλικής παρενόχλησης.

Ερώτημα δεύτερο: Υπάρχει Ανδρικός Λόγος;
Απάντηση: Και πάλι μπορούμε να πούμε, σχεδόν με βεβαιότητα, ναι. Είναι γνωστές οι εκφράσεις, «ο άνδρας έχει λόγο» και «ο άνδρας κρατά το λόγο του».

Ερώτημα τρίτον: Διαφέρει ο Ανδρικός λόγος απ’ τον Γυναικείο;
Απάντηση: Σίγουρα. Αλλά είναι κάτι σαν αυτό που περιγράφεται ως «ζωγραφική με το πόδι» ή «με το στόμα». Στην περίπτωσή μας το όργανο στο οποίο αναφερόμαστε είναι, προφανώς, κάποιο άλλο.
Και χρησιμοποιώ αυτή την παρομοίωση γιατί, όπως ξέρουμε, ο άνδρας είναι άτομο με ειδικές ανάγκες (λόγου χάρη έχει ανάγκη από την ησυχία του για να γράψει και ανάγκη άμεσης και διακριτικής ικανοποίησης των καθημερινών του αναγκών, προς αποφυγή περισπασμών).

Ερώτημα τέταρτο: Ποια είναι τα προβλήματα της Ανδρικής Γραφής;
Απάντηση: Είναι πολλά… Σκεφτείτε μόνο πως ο άνδρας ζει σ’ ένα ανελέητο, ανταγωνιστικό γυναικοκρατούμενο κόσμο (μητέρα, σύζυγος, πεθερά, κουνιάδες, θείες, κόρες, αδελφές, εξαδέλφες, ερωμένες, καθαρίστριες, μανικιουρίστες). Αντιμετωπίζεται σαν πολίτης β΄ κατηγορίας, δεν έχει τις ευκαιρίες που έχει μια γυναίκα να αναδειχτεί, είναι απομονωμένος, κλεισμένος συνήθως μέσα σ’ ένα γραφείο ή σ’ ένα αυτοκίνητο ή σ’ ένα καφενείο ή σ’ ένα γήπεδο, καταπιέζεται… Έχει ακόμα το δυσβάσταχτο βάρος της ευθύνης για την παρακολούθηση των πολιτικών εξελίξεων και της διεθνούς οικονομικής πολιτικής…
Όλα αυτά, επιδρούν βεβαίως στον ψυχισμό του, και εάν τελικά, παρά τις αντιξοότητες, καταφέρει να παράξει έργο, αυτό σίγουρα θα είναι προϊόν μιας βασανισμένης προσωπικότητας, με συναισθηματικές διαταραχές, και θα πρέπει να κρίνεται με συμπάθεια, συγκατάβαση και κατανόηση.

Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπουμε το κυριότερο, το πιο φοβερό πρόβλημα  του άνδρα λογοτέχνη: το ότι είναι αναγκασμένος να επιδίδεται στην ανδρική του γραφή χρησιμοποιώντας τη μητρική του γλώσσα κι όχι την πατρική!
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι που τον κάνει να αντιδρά κομπλεξικά και να επιζητεί ειδική μεταχείριση…

Αυτά, λοιπόν, είχα να πω με δικά μου λόγια.
Πάντως, σε περίπτωση που δεν έγινα κατανοητή, κλείνω εξηγώντας περαιτέρω – με δικά σας λόγια – και συνοψίζοντας:

Η Τέχνη είναι μία. Και την υπηρετούν εξίσου καλά, εξίσου κακά, εξίσου μέτρια και εξίσου απαράδεκτα οι εκπρόσωποι και των δυο – συγνώμη, και των τριών φύλων…

Κομοτηνή, 1992    



Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Το CANTUS FIRMUS εύχεται "ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ"!



"Στ' Όσιου Λουκά το Mοναστήρι"Σικελιανός Άγγελος
Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…
(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968) 

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Ο Διονύσιος Σολωμός και οι ανακρίβειες που λέγονται για τον εθνικό μας ποιητή!


Σκέψεις πάνω σε ζητήματα γλώσσας αλλά και προβληματισμοί πάνω στον μύθο γύρω από τον εθνικό μας ποιητή

Γράφει η Νότα Χρυσίνα


Ότι ο Σολωμός δεν γνώριζε ελληνικά είναι ανακρίβεια όπως έχω γράψει και στο παρελθόν. Ο μικρός Διονύσιος φοίτησε και σε ελληνικό δήμόσιο σχολείο μέχρι να γίνει 10 ετών όταν και αναχώρησε για σπουδές στην Ιταλία. Η μητρική του γλώσσα ήταν τα ελληνικά. Στη συνέχεια ήταν δίγλωσσος. Δίγλωσσοι όμως ήταν όλοι οι αριστοκράτες και αστοί Επτανήσιοι καθώς τα Ιόνια ήταν βενετική κτήση μέχρι το 1797.
Σύμφωνα με τα Άπαντα του Σολωμού, από τον  Σέργιο Χ. Ραφτάνη,  που εκδόθηκαν στη Ζάκυνθο το 1880, πρώτος δάσκαλος του Διονύσιου Σολωμού ήταν ο ιερέας παιδαγωγός Νικόλαος Κασιμάτης που δίδαξε στον μικρό τα βασικά γράμματα. Ο δεύτερος δάσκαλος ήταν ο ελληνιστής Αναστάσιος Καραβίας από την Ιθάκη. Αυτός του δίδαξε αρχαία ελληνικά και του ενστάλαξε το σεβασμό για τη σοφία των προγόνων και τη γλώσσα. Αργότερα τον ανέλαβε ο Santo Rossi που του δίδαξε ιταλικά. Αυτός τον συνόδεψε στην Ιταλία όπου σπόυδασε στην Κρεμόνα και πήρε το πτυχίο του από το Πναεπιστήμιο της Παβίας. 
Όταν επέστρεψε το 1818 συναντήθηκε με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη ο οποίος του ανέθεσε να γίνει ο σύγχρονος Δάντης. Ο Σολωμός κατάλαβε καθαρά πως έπρεπε να ακολουθήσει το ευρωπαϊκό ιδεώδες του έθνους που στηριζόταν στον λαϊκό πολιτισμό. Η εντολή δηλαδή ήταν να καλλιεργήσει τη γλώσσα. Στράφηκε στην Κρήτη και τον "Ερωτόκριτο" του Κορνάρου καθώς και το δημοτικό τραγούδι. Δημιούργησε με αυτόν τον τρόπο μια λογοτεχνική παράδοση ώστε να εντάξει μέσα σε αυτήν το δικό του έργο. Υμνώντας τους αγώνες των Ελλήνων για την ελευθερία θα γινόταν ο εθνικός μας ποιητής.

Η γλώσσα και η ελευθερία ήταν έννοιες αλληλένδετες. "«Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα;»γράφει στον "Διάλογο", το ποιητικό και γλωσσικό του μανιφέστο.

Έθνος ελληνικό και γλώσσα ελληνική

 Η ελληνική γλώσσα ήταν η γλώσσα των προγόνων μας δηλαδή  ο "Ερωτόκριτος" του Κορνάρου και όλη η κρητική λογοτεχνία καθώς και το δημοτικό τραγούδι αλλά και η επτανησιακή παράδοση, ρυθμός και μελωδία... Το κίνημα του ρομαντισμού και η ευρωπαϊκή λογοτεχνία είχαν δημιουργήσει όρους όπως τον όρο έθνος και η Ευρώπη βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό. Τα έθνη ζητούσαν ελευθερία και αυτοδιάθεση.

Ο Σολωμός τόλμησε να σηκώσει το βάρος της δημιουργίας της γλώσσας του νεοελληνικού κράτους. Ωστόσο, δεν ευτύχησε να δει τα Επτάνησα ενωμένα με το ελληνικό κράτος όσο ζούσε. Αποτελεί ύβρη προς τον Σολωμό να υποστηρίζουν κάποιοι, χάριν εντυπωσιασμού, πως δεν επισκέφτηκε ποτέ την Ελλάδα. Τα Ιόνια πέρασαν στο ελληνικό κράτος το 1864 ενώ ο Σολωμός πέθανε το 1857. Το γεγονός ότι δεν ταξίδεψε στο νεοελληνικό κράτος δεν θα πρέπει να το αποδώσουμε σε κάποια απαρέσκεια προς αυτό αλλά να λάβουμε σοβαρά υπόψη την προσωπική του περιπέτεια με τη δικαστική διαμάχη με τον ετεροθαλή αδελφό του, του οποίου το μέρος πήρε η μητέρα του, και την κλονισμένη του υγεία. Είχε πάθει δύο εγκεφαλικά.


Επίσης προβληματίζομαι πάνω στο γεγονός ότι τα βιβλία λογοτεχνίας γράφουν ότι ο Σολωμός έγραφε ανορθόγραφα. Ωστόσο θα πρέπει να επισημάνουν πότε ορίστηκε η επίσημη ορθογραφία του κράτους. Μέχρι την εποχή του Σολωμού δεν υπήρχε ορθογραφία με τους κανόνες που ακολουθούμε σήμερα. Αν και σήμερα ο καθένας ακολουθεί το λεξικό της προτίμησής του και δεν θεωρείται λάθος.
Παρατηρώντας τα χειρόγραφα του Σολωμού βλέπω πως γράφει με έναν τρόπο που θυμίζει απλογραφημένη γραφή δηλαδή γράφω όπως ακούω. Θυμίζει δε τον τρόπο γραφής του Κορνάρου, που επίσης θεωρείται "ανορθόγραφος" με τα σημερινά κριτήρια, και το ιδίωμα της επτανησιακής γλώσσας. 
Φωτο: Χειρόγραφο ποίημα για την όμορφη Φραγκίσκα, με τη φράση στο τέλος: «όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος» 


Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

«Μηχανισμοί Αντικυθήρων»: Ποιήματα του Πέτρου Στεφανέα


Εικόνες της καθημερινότητας, λεπτομέρειες ενός κόσμου που μας εμπνέει, αλλά ταυτόχρονα εμπνέεται για χάρη της καθημερινής του αναγέννησης, ως ζωογόνος πηγή, ως ένα «σύστημα» αλληλεπίδρασης μεταξύ οργανισμών –όχι απαραίτητα ανθρωποκεντρικό. Αυτή είναι η πρώτη εντύπωση που ενδεχομένως αποκομίζει κανείς από τη «συνάντηση» με τους στίχους του Πέτρου Στεφανέα.
Οι «Μηχανισμοί Αντικυθήρων» (Το Ροδακιό, 2015) είναι η πιο πρόσφατη ποιητική του συλλογή. Προηγούμενες συλλογές του είναι οι: «Σημείων Στιγμιότυπα» (Γαβριηλίδης, 2003), «Η παραλία της Καλαμάτας» (Το Ροδακιό, 2009) και «Το ψυγείο μας» (Το Ροδακιό, 2012). Από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» κυκλοφορεί επίσης το μυθιστόρημά του “Livewire: Η ευτυχής επανόρθωση” το οποίο συνέγραψε με τον Ρέννο Οιχαλιώτη.
Στους στίχους του Στεφανέα, όλα τα στοιχεία (έμψυχα ή άψυχα) συνομιλούν με σκοπό να συνθέσουν εικόνες. Και ό,τι δεν είναι ανθρώπινο, μέσα από προτάσεις, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως σημείο προέκτασης της ανθρώπινης φύσης, μόνο και μόνο επειδή συμβάλλει ισότιμα στην αφήγηση στιγμιότυπων με λέξεις. Πέρα από την πράξη της αφήγησης όμως, που η λειτουργία της ενεργοποιείται σχεδόν αυτόματα κατά την ανάγνωση, συντελείται και η πράξη της δήλωσης της παρουσίας, ευνοημένη από τα αντικείμενα, τα υποκείμενα ή τους τόπους.

Ρούχα στεγνωμένα προς αλλαγή
Πικρές οδοντόκρεμες και παντόφλες βιολογικές
Λευκό πόμολο αφημένο δίπλα στο φωταγωγό.
Οι λίμνες δίπλα στη Γενεύη
Αποτρέπουν τις προσθαλασσώσεις
Πατινάζ και βουτιές με γυαλιά μυωπίας
Στην περιφέρεια της δικής μου λίμνης
Η ποίηση χαλαρώνει.
Σημαντικότερο όλων όμως είναι, πως κατά αναλογία με τα καρέ του κινηματογράφου, η ποίηση του Στεφανέα εστιάζει σε λεπτομέρειες, που, με ένα άλλο εκφραστικό μέσο, ίσως να μην γινόντουσαν ορατές, τουλάχιστον όχι στο εύρος της στιγμιαίας «ακινησίας» τους, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται τελικά το πέρασμα στο άπειρο, το αχανές. Τα ποιήματα του διαβάζονται όπως «διαβάζεται», καμιά φορά, ένα μονοπάτι πολλαπλών κατευθύνσεων που μπορεί να σε οδηγήσει σε διαφορετικούς προορισμούς, ανάλογα με τις ερμηνείες του αναγνώστη.
Ο Πέτρος Στεφανέας σπούδασε μαθηματικά, λογική και πληροφορική στα πανεπιστήμια Αθηνών και Οξφόρδης και στο ΕΜΠ όπου και διδάσκει.
Το κείμενο συνοδεύεται από βίντεο της παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του «Μηχανισμού Αντικυθήρων», που πραγματοποιήθηκε στον πολυχώρο «Αίτιον», την Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΣΤΑΘΗ ΚΟΜΝΗΝΟΥ " ΧΡΟΝΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗ και ΤΕΧΝΗ"



Πρόλογος

Τον Φεβρουάριο τού 2012 ζητήθηκε η συμμετοχή μου σ’ ένα συνέδριο που οργάνωνε η Ένωση Ελλ. Φυσικών (ΕΕΦ) στο Χαροκόπειο πανεπιστήμιο. Το κείμενο που ακολουθεί συντάχθηκε για τον λόγο αυτό. Ωστόσο, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. Αυτή είναι η παρθενική του δημοσίευση, και φιλοξενεί κάποιες λίγες τωρινές προσθήκες και συμπληρώσεις. Δημοσιεύθηκε (βλ. http://www.academia.edu/2404342/%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A7%CE%A1%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%A3_ARTE_E_TEMPO_XAROKOPIO_UNIVERSITA_Philosophy_of_Art_and_Science_) ένα τμήμα του, που εδώ φυσικά δεν αναπαράγω πλην ελαχίστων απαραίτητων περιπτώσεων, το οποίο αποτέλεσε και το κείμενο τής τότε εισήγησής μου, παρότι δεν εκφωνήθηκε ολόκληρο στο συνέδριο. Η παρθενική αυτή, σήμερα, δημοσίευση τού αδημοσίευτου οργανικού μέρους του, που ακολουθεί εδώ, θα ήταν καλό να διαβαστεί συνδυαστικά με την προαναφερθείσα δημοσίευση. Επίσης, καλό θα ήταν να υπάρξει μια εξίσου συνδυαστική ανάγνωση με τμήματα τού έργου μου ΧΑΣΜΑ  ΕΝ ΛΟΓΩ ΚΑΙ ΡΥΘΜΩ (βλ.,http://www.academia.edu/2404553/%CE%A7%CE%91%CE%A3%CE%9C%CE%91_%CE%95%CE%9D_%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%A9_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A1%CE%A5%CE%98%CE%9C%CE%A9_%CE%91FORISMI_LIRICI_E_RAGIONEVOLI ) στα οποία παραπέμπω σε ορισμένα σημεία τού παρόντος κειμένου. Αφορούν στην πραγμάτευση τού Χρόνου, αλλά και σε συναφή θιγόμενα σημεία που σχετίζονται μ’ αυτήν. Το αρχικό κείμενο δεν είχε τη μορφή που παρουσιάζει αυτή η δημοσίευση. Πιθανότατα δεν θα την έχει ούτε και η τελική μορφή τού κειμένου. Προτίμησα να δώσω, μορφολογικά, ένα κείμενο «αφοριστικής», κατά το μάλλον ή ήττον, υφής, ώστε να υπάρξει καλύτερη πρόσληψη από τον αναγνώστη, να είναι αναγνωστικά πιο αυτόνομο και περισσότερο εύληπτο και, πάνω απ’ όλα, να μετέχεται με μεγαλύτερη άνεση. Το έπραξα κατανέμοντας το κείμενο σε παραγράφους. Μού φάνηκε η καταλληλότερη μορφολογική επιλογή για την επίτευξη τού στόχου τής άνετης αναγνωσιμότητας που είχα θέσει. Φυσικά, δόθηκαν αριθμήσεις στις παραγράφους αυτές, δηλώνοντας, με τον τρόπο αυτό, πως καθεμιά τους λειτουργεί και αυτοδύναμα, αυτόνομα, και, οπωσδήποτε, συνδυαστικά με τις υπόλοιπες. Αυτό εξυπηρετεί και έναν ακόμη σκοπό. Να απαλυνθεί η συχνά στρυφνή και έγκοπη γλώσσα τού κειμένου με την παρεμβολή ομαλότερων, γλωσσικά, παραγράφων μεταξύ εκείνων που με τη φιλοσοφική τους γλώσσα απαιτούν μόχθο από τον αναγνώστη. Μάλιστα, μόχθο ίσως όχι λιγότερο από εκείνον τού γράφοντος όταν πάλευε να διατυπώσει τις σκέψεις του και να τις εγκεντρίσει ευπειθώς στο μέγα δέντρο τής Γλώσσας. Μια καλή διακειμενική αναφορά, που θα αποτελούσε μορφολογική παράδοση για το παρόν κείμενο, με άλλα λόγια τού τρόπου σύνταξης φιλοσοφικών ή και θεολογικών πραγματειών, όπως εκείνη τού Νίτσε ή τού Βίτγκενστάιν, αλλά και των γνωστών, ειδολογικά, «εκατοντάδων» των Πατέρων, θα συνιστούσε ευπαρουσίαστα, κρίνω, την πραγματεία αυτή.

Μια και έκανα λόγο για αναγνωστικό μόχθο –νομίζω κάτι σχεδόν ενταφιασμένο σήμερα πια στις αναγνωστικές συνειδήσεις και στις συγγραφικές πρακτικές–, οφείλω να πω ότι από τη μια η γλώσσα τού κειμένου δεν θα μπορούσε να ήταν, εν πολλοίς, άλλη. Αφού παλεύει σχεδόν με το αόρατο και προσπαθεί όχι μονάχα να το συστήσει αλλά και να καινοτομήσει, πολυειδώς, πάνω του. Νεολογισμοί αρκετοί, όπως πάντα άλλωστε στα κείμενά μου, ως λεκτικές αγωνίες να σωματοποιήσουν τον κόσμο που μέσα μου φιλοξενώ  – μια επιπρόσθετη δυσκολία στην ανάγνωση και την πρόσληψη. Νεοπαγείς και αρτιγέννητοι φιλοσοφικοί όροι που μονήρης επινοώ, ώστε να λάβει το πρέπον σώμα η σκέψη μου – ακόμη ένα εμπόδιο, που απαιτεί, μάλιστα, ψυχοσωματικά τον αναγνώστη. Πιθανότατα, ίσως, όχι πάντα επιτυχείς. Αν και αυτό δεν θα το μάθω ποτέ. Ο κριτής γι αυτό είναι αποκλειστικά ο αναγνώστης και πάνω απ’ αυτόν ο… Χρόνος, η Ιστορία. …Αν, αμφότερα, υπάρξουν ποτέ για το κείμενο αυτό. Από την άλλη, η αντισυμβατική μου, ακόμη και νευρωτικά αν θέλετε, στάση να μην σκύβω αυχένα σε μυθεύματα τύπου «ο μέσος αναγνώστης», «ευπρόσληπτο και ρέον κείμενο», «βατό ανάγνωσμα» και πολλά παρόμοια, που αποτελούν ευφημισμούς και προκαλύμματα, ώστε να κρυφτεί πίσω τους η οκνηρία πραγματικής μετοχής (πραγματικού Έρωτα), που χαρακτηρίζει όλους μας. Το πράττω σεβόμενος απόλυτα το Γεγονός τού γράφειν και τής ανάγνωσης και, φυσικά, τον ίδιο τον αναγνώστη. Σιχαίνομαι την παγκοσμιοποιημένη φιλισταιϊκή ζωή των ημερών μου, τη γραφή και την ανάγνωση «καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια», όπως στην πλειονότητα των περιπτώσεων συμβαίνει στο δύσμοιρο τόπο μου, και μού βγαίνει, αθέλητα, ομολογουμένως, πολλές φορές, να το δείχνω προκλητικά και στη γλώσσα των κειμένων μου. Όχι προγραμματικά πάντως. Παιδιαρίσματα από μια σκοπιά. Ξεπερασμένα ήδη μέσα στη συνείδησή μου, ομολογώ, και κατά μιαν ολόσαρκη ποιητική αντίστιξη εκδηλούμενα στον εξωτερικό φλοιό τού προσώπου μου. Πάλι, αν το δει κανείς από μια εξαιρετικά απρόσμενη ποιητική οπτική, η γλώσσα μου αυτή έχει κάτι το γύφτικο. Μοιάζει με παρωχημένο ντεμοντέ Μπαρόκ ίσως, κοντολογίς ενέχει κάτι το αντισυμβατικό αστικά (και μικροαστικά) και γι αυτό σχεδόν προγραμματικά εξορίζεται (και αυτοεξορίζεται) πριν καν συντελεσθεί η περιπόθητη συνάντηση με τον αναγνώστη. Ο παντοειδής κοινωνικός αποκλεισμός είναι, θαρρώ, προδιαγεγραμμένη μοίρα και τέτοιων κειμένων και των συγγραφέων τους. Μπορεί, φυσικά, και να λαθεύω σ’ αυτές τι εκτιμήσεις μου και τους χαρακτηρισμούς. Ίσως να πρόκειται για κάτι «αλλιώς ωραίο» που δεν έχω μάτια εγώ να δω. Αυτοτιμωρούμενος – ήθελα να πω εξομολογούμενος, αλλά παρενέβη ο Μπωντλέρ στα χείλη και άλλαξε λεκτικά την πορεία…–, εκμυστηρεύομαι πως, όσο να ’ναι, επιζητώ να τσιγκλάω με μια τέτοια γλώσσα. Και μια που το γράφειν και αναγινώσκειν είναι έτσι κι αλλιώς Παίγνιον και το τσίγκλισμα αποτελεί συστατικό στοιχείο των Παιγνίων,νομίζω πως θα τύχω δικαιολόγησης και απαλλαγής.

Το μελέτημα αυτό – δεν ξέρω ποια θα ήταν επακριβώς η ονομασία του –, αισθάνομαι πως δεν ντροπιάζει την Ελλάδα. Διαισθάνομαι δε πως τής αξίζει. Και μάλιστα, αν δεν λαθεύω οικτρά, κρίνω πως η χώρα μου μπορεί με άνεση και από θέση ισχύος να μιλά στο εξωτερικό επί τού θέματος, έχοντας αυτό το προϊόν υπό μάλης, αν και είναι βέβαιο πως δεν θα το πράξει. Δεν είναι ένα επιπόλαιο προϊόν. Δεν είναι ευκαιριακό. Δεν είναι αβασάνιστο. Δεν είναι φοβικό. Δεν είναι σοβαροφανές. Δεν είναι, ΠΡΟΠΑΝΤΟΣ, μιμητικό. Δεν πιθηκίζει. Δεν αντιγράφει. Δεν αναπαράγει. Δεν μετακενώνει. Δεν προωθεί εισαγωγές με ελληνικό περιτύλιγμα. Δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από αντίστοιχες απόπειρες των ξένων στο θέμα αυτό. Τουναντίον μάλιστα. Καινοτομεί. Πρωτοτυπεί. Ενίοτε ή συχνά τις ξεπερνά. Πιθανόν κατά πολύ. Ανεβάζει τον πήχη. Βγάζει γλώσσα σε ιερά τέρατα και μη και δεν υπολογίζει, άτρομο, κανέναν. Ουδέναν. Φλέγεται να μιλήσει από τον τόπο του και μόνο, με το χώμα τού τόπου του, και να συναγωνιστεί, με όποιες δυνάμεις είναι προικισμένο, οικουμενικά. Να αρθρώσει εντόπιο λόγο που δεν αυταρέσκεται στην εντοπιότητα και διεκδικεί μέγεθος που την υπερβαίνει. Τουλάχιστον, αυτές είναι οι προθέσεις του και σαν τέτοιες, όπως και να το δει κανείς είναι αγαθές, ειδικά στην παρούσα Ελλάδα τού κοινού παρονομαστή των πιθήκων. Εξάγει. Παράγει. Δημιουργεί. Προτείνει. Υποδεικνύει. Συνιστά κάτι Νέο. Δεν εξιδιάζεται πασπαλίζοντας. Δεν ουραγεί. Δεν έπεται. Δεν τρέμει. Στην χειρότερη περίπτωση ισοτιμεί με το ποικιλώνυμο οθνείο. Διαλέγεται και ακούει τον Άλλον. Συνθέτει. Κινείται παραλλήλως. Ανακατασκευάζει. Εκτροχιάζει. Προσλαμβάνει. Αποποιείται. Μυκτηρίζει. Αγωνιά. Τελικά, πέφτει, ίσως, μαχόμενο σε ελληνικές Θερμοπύλες. Και πέφτοντας, και έχοντας τηρήσει τα παραδεδομένα των πατέρων του, δεν διστάζει στιγμή να τους επικρίνει, να τους μέμψει, να τους στηλιτεύσει, να τους ελέγξει. Άλλωστε, το ίδιο ακριβώς επιθυμεί διακαώς να πάθει και αυτό με τη σειρά του. Έχει «θέσεις», ασχέτως «σωστές» ή «λάθος», αναπτυγμένες ή μη, κατανοητές ή ακατανόητες, στρυφνές ή ομαλές, που διεκδικούν οικουμενική πρωτοπορία (και έχω την αίσθηση πως δεν υπερβάλλω). Όχι για κανέναν άλλο λόγο, ούτε εξαιτίας τής δήθεν ευφυίας τού στοχαστή, αλλά μόνο διότι ο στοχαστής θέλησε να σταθεί ολόγυμνος απέναντι σε κάτι και να συνομιλήσει μαζί του δίχως προκαταλήψεις και προπαντός ΒΙΩΜΑΤΙΚΑ. Προσπαθώντας να δανειστεί Γλώσσα από το Πέραν και όχι να στήσει είδωλα τού δώθε και τού εντός. Εκλιπαρεί, εν τέλει, ως παρακαταθήκη φιλοσοφικής πρακτικής, να τού δοθεί ο λόγος για να μιλήσει και όχι να μιλήσει πριν κοιτάξει τον Άλλον. Με μια λέξη, στοχάζεται ζώντας ποιητικά. Και μεταφέρει την ποιητική κατάσταση στο ίδιο το στοχάζεσθαι ως ΤΡΟΠΟ.

Το κείμενο δεν θα δεχθεί σχόλια. Δεν θα δει την ευτυχή στιγμή τής σωματοποίησής του, τού αισθητηριακού πανηγυριού για το οποίο προορίζεται κάθε λευκή κόλλα που γεμίζει μελάνι: τής έκδοσης. Δεν θα επιδειχθεί ενδιαφέρον ούτε και τυπικά. Δεν αναμένει να ζητηθούν διευκρινίσεις, να κληθεί σε απολογία, να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να δηλώσει, τελοσπάντων, πούθε κρατά η σκούφια του και τα στοιχεία ταυτότητάς του. Βέβαιο είναι πως δεν θα στηθεί κάποια συζήτηση γύρω απ’ αυτό. Ούτε καν επικριτική. Δεν θα τού απευθύνουν το λόγο γιατί απλά … δεν υπάρχει, δεν είναι μεταξύ ημών των ζώντων. Είναι νεκρό, θνησιγενές. Και ως τέτοιο, φυσικά, δεν θα αξιωθεί τού δώρου των αντεπιχειρημάτων και τής υγιούς πολεμικής. Εν τη γενέσει του, στο χώρο τής δημοσιότητας που συνιστά αυτή τούτη η δημοσίευσή του, θα καρατομηθεί και η ελάχιστη ελπίδα  Διαλόγου. Και η ελάχιστη αίσθηση, δηλαδή, ότι ανασαίνει και δεν εξέπνευσε πριν δει το φως τής μέρας. Ουσιαστικά, το κείμενο θα «υπάρχει» και θα κινείται ως μη ον. Σαν κάτι ανύπαρκτο. Θα υπάρχει ως κάποιο link, μεταξύ παμπληθών ομοαίματων άλλων τής ιδίας γραφίδας, ή μια συσκοτισμένη και μισοφωτισμένη ανάρτηση πληροφόρησης σε σελίδα κοινωνική δικτύωσης και η δυναμική του θα τρώει εκεί, αργά-αργά, τις σάρκες της. Γενικά, το σκοτάδι συνιστά τον αρχικό, αμυδρά ελπίζω μόνον αρχικό…, και κατεξοχήν τόπο του. Η έρριψή του εκεί συντελείται συνοδεία καθημερινών ήχων και χειρονομιών, φυσιολογικά, αυτονόητα, και με ήρεμες κινήσεις. Όπως, μετά πολλά ηλιοβασιλέματα και ανατολές, συνηθίζει κάποιος το ανεβοκατέβασμα τού ήλιου κι αδιαφορεί παντελώς γι αυτό, αφού πρέπει να γυρίσει σπίτι του και να τηγανίσει πατάτες. Ευθαρσώς : δεν αξίζει στο κείμενο αυτή η μοίρα. Τελεία και παύλα. Όπως και σε όλα τα προηγούμενα αδέλφια του, που πριν δουν τις διαστάσεις τού κόσμου και απολαύσουν τον ορίζοντα, εγκιβωτίστηκαν στο σχήμα τού φερέτρου των συρταριών. Κι αν το πρόβλημα φαίνεται περιπτωσιολογικό και ιδιωτικό, σάς βεβαιώ δεν είναι. Γιατί, αν μη τι άλλο, η Ιστορία βρίθει και μάλιστα επαναληπτικά (!), ως κραυγαλέα μαρτυρία παθογένειας, από μια τέτοια μοίρα. Κι αν έτσι, τότε αυτό το γεγονός δηλώνει ξεκάθαρα την αποτυχία των κοινωνιών και τη μίζερη ζωή τους. Κι αυτό, ασφαλώς, αφορά και ενδιαφέρει τους πάντες. Κι αυτό, οπωσδήποτε, δεν είναι κάτι ιδιωτικό…
Αυτή, ωστόσο, είναι η μια πλευρά τού νομίσματος, (από τις λίγες φορές που η λέξη «νόμισμα» αποκτά τέτοια ειδική σημασία και βαρύτητα νομίζω, καθώς αφορά άμεσα σε υπαρξιακό ιδρώτα και «οντολογικό» στοιχηματισμό…), αφού πάντα υπάρχει η αμφίπλευρη Δικαιοσύνη. Αν στρέψει κανείς, σοφισμένος γνώση, το βλέμμα θα δει πως η «μοναξιά το τρέφει», για να ξαναθυμηθούμε την επαναληπτική ομοιοπάθεια τής περίπτωσης Καρυωτάκη. Το σκοτάδι αποτελεί τόπο επώασής του κι αυτό, μέσα στην απόλυτη φυσικότητα των υγιών γεννήσεων, μετασχηματίζεται από κείμενο σε σπόρο! Γύρω του λυσσομανά η θάλασσα και η βοή, δηλώνοντας παντοειδή παρέλευση. Πλήθη και πράγματα συνωστίζονται εκεί που η θάλασσα γλείφει την άμμο και ματαιοπονούν ν’ ανοίξουν πανιά παρά θίν’ αλός ! Τα φώτα στροβιλίζονται σπασμωδικά όπου ξεμυτίσει γδούπος, ισόπεδο εμβατήριο, συναλλακτική κραυγή, παράφωνη μονωδία. Περισσότερο φως ελκύουν πάνω τους μια φωτογραφία ενός προσώπου σε κάποια καθημερινή ιδιωτική του στιγμή, λόγου χάρη όταν απλά γελά ή ψαρεύει, ή κοιμάται ή καπνίζει, παρά η κονταρομαχία, γεμάτη ιδρώτα και αίμα, ενός αγώνα για το ουσιώδες, που διεκδικεί το ψωμί όλων. Όμως, κι αυτά όλα συνιστούν, για τον σοφισμένο γνώση, μιαν ακόμη υγιή φυσιολογία. Μια …παθολογία ιδωμένη από την καταφώτεινη πλευρά τής υγείας. Κι αν έτσι, τότε έχει κάθε λόγο να γεννηθεί η ελπίδα. Η κυματοειδής βεβαιότητα. Η γαλήνη. Η ήρεμη ησυχία. Η ανεπιβεβαίωτη εδραίωση. Το φως από το μέλλον. Τελικά, η τεράστια και άρρητη ευτυχία να διέλθεις ως μη κατέχων, ακτήμων και πένης. Ησύχιος δηλαδή. Ατόκιστος. Αντιεμπορικός. Δίχως διαβρωτικές αναθυμιάσεις. Δίχως τον εμετό, κάποτε, τού καθρέφτη. Ξεκομμένος, μαεστρικά, από το μέρος τού εαυτού σου εκείνο που αρέσκεται σε ηνία. Έξοχα ! Τελικά έχουν και τη Δικαιοσύνη τους τα σκοτάδια, οι ημιφώτιστοι χώροι, τα φέρετρα των σελίδων, τα χώματα πάνω στους σπόρους, η ανυπαρξία για να εκκολαφθεί η Παρουσία τού μέλλοντος. Μακαριότης.
Κι όπως συλλογίζομαι τούτα, θέλω να εκμυστηρευθώ και τα μυστικά που δωρίζουν τέτοιου είδους καταστάσεις : γεμίζεις, λίγο-λίγο και καθημερινά, αναβαθμούς. Αφού, έτσι κι αλλιώς, όπως σε μορφώνει το Φως σε μορφώνει και το Σκότος. Η αχτίνα και η σκίαση. Η επιφάνεια και ο πυθμένας. Αληθώς : Θεός τού Όλου ο Θεός των Δυνάμεων. Ιδού ένας τελευταίος αναβαθμός που ταιριάζει με ό,τι λίγο πριν ακούστηκε περί ησυχίας : μέσα στο ανενόχλητο πια από τις παντοειδείς κυκλοφορούσες αναθυμιάσεις, στέκεσαι ενώπιον τού προϊόντος σου και με νηφαλιότητα, όσο είναι δυνατόν, αποτιμάς. Κι όταν το κάνεις προσθέτεις αυτογνωσία στην αυτογνωσία. Φως πάνω στο φως. Και τί είδα ; Πως δεν είμαι πια εγώ, για μια ακόμη φορά, για πολλοστή φορά…, που έγραψα τούτο το κείμενο. Είναι ένας άλλος. Ο παλιός εγώ. Ο, τώρα πια, μόλις ανεκτός. Ο περασμένος. Ηδονή ! Και το κείμενο πια μέσα μου απέκτησε την ευλογημένη διπλή ιδιότητα τής ασχήμιας και τής ομορφιάς που έχουν τα φυσικά ανθρώπινα πράγματα. Την ιδιότητα τού όλα και τού τίποτα. Τού είναι και τού μηδενός. Το ξερνώ και το κρατώ. Το προσπερνώ και παραμένω. Το διατηρώ και το ξεπερνώ. Το εκτιμώ και το απαξιώνω. Το υπολήπτομαι και το συνθλίβω. Αδιαφορώ και μεριμνώ. Αισθάνομαι δέος και το εμπαίζω. Έφτασα στο σημείο να στοχάζομαι πως δεν είναι ελλιπές. Δεν είναι λάθος. Δεν είναι αυθαίρετο και ό,τι άλλο, λογικά ή μη, θα μπορούσε πιθανώς να τού προσάψει κάποιος. Είναι σαχλό ! Ναι, σαχλό. Στη συνείδησή μου. Αποκλειστικά. Όχι για τον αναγνώστη, καθώς τού υπολείπονται ομοειδείς πορείες για να το πει ο ίδιος. Αλλιώς, δεν θα είχε νόημα η Γνωριμία δια τής Ανάγνωσης. Σαχλό. Ναι. Για μένα αποκλειστικά. Διότι, εγώ, ο γράφων, διοδεύω τα πυριφλεγή και υγιή σκοτάδια τού σπόρου. Τα μεταγωγικά. Τα διαβιβαστικά. Κι εγώ μορφώνομαι, αν μορφώνομαι…, απ’ αυτά. Σαχλό για μένα. Κι αυτή ακριβώς η θέαση μαρτυρεί πορεία, ξεπέρασμα, ρεαλισμό ταξιδιού, έστω μια κάποια κίνηση, που να πάρει η ευχή. Κι όσο περισσότερο σαχλό στη συνείδησή μου, αποκλειστικά επαναλαμβάνω, τόσο καλύτερα και καθαρότερα ξεδιακρίνεις πια το Πραγματικόν στις άπειρες και βαθιές του διαστάσεις. Τόσο περισσότερο διψάς Πραγματικότητα. Τόσο διαυγέστερα αντιλαμβάνεσαι τις αποστάσεις που σε χωρίζουν από την αγκαλιά της. Τόσο ακριβέστερα μετράς και μετριέσαι. Τόσο ασφαλέστερα γνωρίζεις, επιτέλους.
Ας μην επεκταθώ περισσότερο. Αν έχει να πει κάτι το κείμενο ας μιλήσει μονάχο του. Αν μπορεί να οδηγήσει κάπου ή να δείξει δρόμους ας το πράξει. Κυκλοφορώ νεκρός τού λοιπού.

Νοεμ. 2014                  
   ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ



Α
ναδημιουργώ το Χρόνο δια τού έργου Τέχνης (λόγου χάρη η Ιλιάδα). Εκεί  το «παρελθόν» αναβιώνει (στο παρόν) διαφωτιστικά. Αναφαίνονται, έρχονται στο φως, τα ενδεχόμενα ΝΟΗΜΑΤΑ των ενεργειών και πράξεων των όντων (άλλωστε, δεν έβλεπε κάτι άλλο ο Αριστοτέλης…, «πράξιν, κάθαρσιν δια των παθημάτων των τότε…, μια κάθαρση των ΝΥΝ ορωμένων, των νυν μετεχόντων κλπ). Όταν λέμε νοήματα αυτό μπορεί να εκληφθεί, σε άλλη γλώσσα (επιστημονική, λόγου χάρη, γλώσσα), ως : τα αίτια, τα αποτελέσματα, οι νόμοι, οι ενέργειες που διέπαν μια ορισμένη κίνηση/πράξη/φαινόμενο, με αποτέλεσμα ο νυν Χρονος να χρησιμεύει πια, να μεταλλεύεται, να χρηματούται (να γίνεται, δηλαδή, πράγμα, χρήμα, κατά ένα τρόπο σύμφωνα με το… καπιταλιστικό τού Νέου Κόσμου «ο χρόνος είναι χρήμα»),ως εμπειρική εμβίωση (παροντικά !!! και μόνο δια τού έργου Τέχνης) τού διαφωτισμένου πια παρελθόντος (δηλ., ίσως, όχι και κάτι απόλυτα φυσικού, αφού οι προσμίξεις δια τής Τέχνης, που έχει δεχθεί το παρελθοντικό γεγονός, δεν ήταν/είναι μεγάλες ακριβώς λόγω τού νοήματος, των αποκεκαλυμμένων αιτίων που ωθούσαν τις τότε οντότητες….), που κατά τούτο και ΜΟΝΟ αφορά ΑΜΕΣΑ στο ΝΥΝ και τον εκάστοτε ρεόντα ευθύγραμμο «αντικειμενικό» Χρόνο.

2.       Νομίζω δεν θα διαφωνούσε κανείς, σε όποιο επιστημονικό πεδίο κι αν βρισκόταν η διακονία του, πως η αρχή τού Χρόνου, το ότι μπορούμε να κάνουμε λόγο περί χρόνου, οφείλεται στην ύπαρξη ενός γεγονότος. Από το Γεγονός αυτό εκκινεί η Ιστορία. Δηλαδή, ο Χρόνος. Ή, εν πάση περιπτώσει, η έννοια (ψιλή ιδέα δηλονότι) τού Χρόνου στη συνείδησή μας. Έχει συντελεσθεί κάτι, έχει αρχίσει, αν προτιμάτε, κάτι. Καθότι  για να συντελεσθεί κάτι πρέπει να υποδηλώσουμε βουλητική κίνηση, στοχοθεσία, τελεολογία ίσως κλπ. Εννοώ πως το ζήτημα τής αρχής επ’ ουδενί δεν θα πρέπει να το εγκαταλείπουμε ανοημάτιστο ή αφιλοσόφητα αξιωματικό. Η αρχή καταδηλώνει ένα είδος προθετικότητας, έναν σχεδιασμό που, επιτέλους, τίθεται εν αρχή. Έτσι, έχει υπάρξει μια ΠΡΑΞΗ, έχει φανερωθεί ή…καταστραφεί κάτι, έχει τελοσπάντων κάτι ΣΥΜΒΕΙ και αρχόμεθα τού Χρόνου. Αν στρέψουμε το βλέμμα, τώρα, στη περίπτωση Kuhn και αναδιατάξουμε τη σκέψη μας ως προς τη θεώρησή του για τη φύση, τη δομή, των επιστημονικών επαναστάσεων, εν όψει πάντα τού ζητήματος τού Χρόνου, αυτό που φαίνεται να αξίζει, πέρα από την ορθότητα ή τη φυσιολογική, πιθανόν, προφάνεια των θέσεών του, είναι πως συνειδητά ή ασυνείδητα μοιάζει να δηλώνει ότι ο Χρόνος εκκινεί από μια ΠΡΑΞΗ, δηλαδή από μιαν ανατροπή, αναθεώρηση, κατάργηση, διαγραφή, ενός προϋπάρχοντος επιστημονικού κοσμοειδώλου και από μια θεμελιώδη ιδρυτική ΠΡΑΞΗ εγκαινίων ενός καινούργιου. Από εκεί, από αυτό το σημείο, ξεκινά η ΝΕΑ Επιστημονική Εποχή και συνεπώς, εμμέσως, η κουνική θεωρία μιλά για το Χρόνο. Δεν νοείται καμία θεώρηση τής Ιστορίας, δεν νοείται καν Ιστορία, χωρίς τη ΠΡΑΞΗ που τα επιστημονικά επιτεύγματα υποδηλώνουν. Δηλαδή, δεν νοείται Χρόνος δίχως το ΠΡΑΤΤΕΙΝ. ΠΡΑΤΤΕΙΝ στην «ουσία» του όμως, οντολογικά δηλαδή…και ΚΑΙΡΙΑ, σημαίνει ΠΟΙΕΙΝ, ΠΟΙΗΣΗ. ΣΥΝΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ στα… υψηλά κλιμάκια τού υπάρχειν… Δηλαδή ΤΕΧΝΗ. Ωστόσο, θα πρέπει ασφαλώς να διακριθούν δύο ειδών πράττειν : το καλλιτεχνικό και το επιστημονικό/φυσικό… Δηλαδή, αφενός το πράττειν που ενέχει και την υπέρβαση τής συστάσεως τού χρόνου που εμφανίζει και υποδηλώνει, και αφετέρου το πράττειν που φαίνεται να τον συνεχίζει, να τού προσφέρει σπονδές…

3.       Λέγοντας πληρότητα στην Τέχνη και την Επιστήμη τί εννοούμε ;

4.       Η Τέχνη (και η φιλοσοφία), δικαίως ή αδίκως, καταμαρτυρούσε αφέλεια στη φυσική οπτική και απομακρυνόταν με περιφρόνηση, όταν άκουγε πως διακηρύσσεται πλήρης γνώση (!) κάποιου συστήματος, ενός «αντικειμένου», αν είναι γνωστές «οι ιδιότητές του, π.χ. ταχύτητα, θέση, ενέργεια, διαστάσεις κλπ»[1]. Η Τέχνη έχει αποδείξει στην προϊστορική και Ιστορική της διαδρομή πως δεν τής αρκεί ο Φυσικός Κόσμος. Το τελικό προϊόν, το καλλιτέχνημα, είναι πάντα μια χ Φύση + χ υπερ-φυσικό (αφύσικο, διαστροφικά φυσικό, μετα-φυσικό, κλπ) στοιχείο (…μεταλλαγμένη φύση κατ’ ουσίαν, καθώς η Φύση είναι και το μοναδικό υλικό τού έργου Τέχνης και, πάνω απ’ όλα, η ΜΟΝΑΔΙΚΗ γλώσσα του, - μολονότι ποτέ ίσως ευκλείδεια -, από καταβολής Τέχνης. Τα σκουλαρίκια εξέπεμπαν φωταψίες κατά Όμηρο, και τα κύματα γελούσαν κατά Αισχύλο.).

5.       Υπάρχει μια τεράστια θεολογική ερμηνευτική παράδοση (το θεολογική, επιτρέψτε μου, το χρησιμοποιώ ως συμβατικό όρο, καθόσον η λεγόμενη «πνευματικότητα» είναι φυσικώς ΜΙΑ.), που σχολιάζει την, μετ’ εμφάσεως και επιμόνως, εκφραζόμενη στο διατεσσάρων Ευαγγέλιο, Ιστορικότητα[2], την χρονικότητα τού Όντος. Εκεί, προσδιορίζεται αμείλικτα η σημειακότητα τού Χρόνου. Αλλά και, παράλληλα, χρησιμοποιούνται άκρως ενδιαφέροντα χρονικά σχήματα, χρονικά κενά, και ύστεροι ερμηνευτικοί εμπλουτισμοί τού χ σημειακού χρονικού παρελθόντος, που, και αυτό και αυτά, παρουσιάζουν τεράστια, πολυεπίπεδη και άκρως αποκαλυπτική ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ (η έννοια να εκληφθεί χρονικώς). Έτσι, έχουμε την ευθύγραμμη οπτική, κατά φυσικό τρόπο, στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, με αφετηρία τον Αβραάμ - (αφετηρία όμως που ορίζεται βάσει ενός ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ, μιας βουλητικής επιλογής, μιας αξιακής προτίμησης, μιας ΠΡΑΞΕΩΣ-ΚΙΝΗΣΕΩΣ εμπιστευτικής, μιας υπαρξιακής ΕΚΛΟΓΗΣ με ΣΧΕΣΙΑΚΗ αναφορά, και ακόμη αν θέλετε, μιας διαισθήσεως [intuition κατά Poincare και Einstein…] ) - και τερματισμό ( τερματισμό…εκκινήσεως (!) τής ευαγγελικής εποχής, τής αποκαλύψεως τής Χάριτος, που προ-ευαγγελιζόταν και προσ-έβλεπε η παρελθοντική εποχή, εκείνη τής αφετηρίας, τού Αβραάμ [τού Dasein, ας πούμε, δηλαδή τού «είμαι ο χρόνος»…] ),τον Χριστό. Τερματισμό που δεικνύει «ο ην απ’ αρχής[3]» ! Και που η ευαγγελιζόμενη παροντική μας εν αυτώ  (Insein) μετοχή, μάς μεταποιεί σ’ αυτό που ΘΑ είμαστε (zukünftigsein, με διάφορο νόημα εδώ από το περιεχόμενο τού χαϊντεγκεριανού όρου) στο ΤΕΛΟΣ ή, κατά μία οπτική, φέρνει το ΤΕΛΟΣ από ΤΩΡΑ ΕΔΩ ! Με άλλα λόγια, οι υπαρκτικές κινήσεις και τα σχεσιακά ΓΕΓΟΝΟΤΑ είναι εκείνα που κάνουν να… «γεννηθεί» ο χρόνος. Στο Κατά Μάρκον, εγκαταλείπεται οποιαδήποτε χρονική θέαση και, κυρίως, ο σχολιασμός τού αξονικού ευαγγελικού γεγονότος τής Ενσάρκωσης τού Λόγου από την ιστορική αρχή, από τη Γέννηση δηλαδή, και προτείνεται μια μεταπήδηση σε αρκετά προχωρημένο χρόνο από τον αρχικό τής Γεννήσεως, σχεδόν στην ΑΡΧΗ τού ΤΕΛΟΥΣ τής επίγειας εμφάνισης τού Λόγου, με την υπογράμμιση πως ό,τι ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ  ΝΥΝ ήταν ΑΥΤΟ που είχαν δει βιωματικά και εκφράσει, λεκτικά, οι προφήτες. Ως ενός είδους μέτοχοι τού Μέλλοντος, στο δικό τους καθ’ έκαστον ΝΥΝ. Στο κατά Λουκάν, η αφήγηση (ας φορτίσουμε τον όρο ενθυμούμενοι εδώ τον Λυοτάρ) ξεκινά από το ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ την Γέννηση και υπογραμμίζει, με σαφή ονοματοθεσία που αφορά στον καίσαρα Αύγουστο (Οκταβιανός),την ΙΣΤΟΡΙΚΗ εμπλοκή τού Λόγου (ή Αχρόνου, για την παρούσα πραγμάτευση). Στο κατά Ιωάννην, η θέαση ξεπερνά κάθε προηγούμενο. Εκεί, ο συγγραφέας θεάται τον «χρόνο» και τα συμβαίνοντα επί των ημερών του ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. Ξεκινά μιαν αφήγηση ΠΡΙΝ από το λεγόμενο big bang[4] (!). Με μια ΠΡΟΧΡΟΝΙΚΗ «εξήγηση» τού παρόντος-συμβαίνοντος τής Ενσαρκώσεως, ακριβώς για να θεμελιώσει το Άχρονο και Υπέρχρονό της.

6.       Ο χρόνος αρχίζει με εμένα. Αρχίζει με την υποκειμενικότητα. Μια υποκειμενικότητα, όμως, που είναι όλοι οι άλλοι. Μια υποκειμενικότητα που είναι τέτοια, διότι συν-υπάρχει, συν-διαλέγεται, συν-ομιλεί με τους Άλλους, οικοδομώντας, μ’ αυτόν αποκλειστικά τον τρόπο, το υποκείμενό της, τον εαυτό της. Ακόμη και στη μοναξιά, αν θεωρήσουμε πως υφίσταται τέτοια, η υποκειμενικότητα διαλέγεται ή σιωπά με τον εαυτό της, ΟΜΙΛΩΝΤΑΣ τη …γλώσσα των Άλλων (!) με δική της, ασφαλώς, τονικότητα και ηχόχρωμα. Οι τελευταίοι «μουσικοί» όροι ας εκληφθούν υπαρξιακά. Τουλάχιστον. 
 
7.       Υπάρχει ένα ειδικό εισέρχεσθαι στην Ιστορία, στο Χρόνο, πέραν τού απλά φυσικού, που συμπορεύεται και κυλά μαζί του (αν μπορεί, όντως, ποτέ να υπάρξει ένα τέτοιο), το οποίο θα ονομάζαμε παραλλήλως-είναι ή nebenansein. Το εισέρχεσθαι αυτό επιχειρεί την ανακατασκευή τού Χρόνου ή, αν προτιμούμε πιο ριζοσπαστικούς και αδιάλλακτους όρους, την ακύρωσή του, τον εκμηδενισμό του, την εξ-όντωσή του. Επιζητεί να τον αποκαλύψει ως ΟΥΤΙΣ, ως κανέναν. Ο Χρόνος, δίχως αυτήν τη διείσδυση, επέλευση, βίαιη παρεμβολή, παραμένει αλύτρωτος, καθώς δεν έχει… πρόσωπο. Παίρνει πρόσωπο και χαρακτηριστικά από την παρέμβαση τού ΠΟΙΗΤΗ. Γι αυτό μιλούμε για εποχές στην Ιστορία που είναι αποκλειστικά πολιτισμικά παραδείγματα, δηλαδή τροπικές παρεμβάσεις ΝΟΗΜΑΤΟΣ στην αχρωμία τού Χρόνου. Ο Χρόνος γίνεται το πρόσωπο τής εποχής του. Δηλαδή, γίνεται οι πράξεις και οι σχέσεις των ανθρώπων, γίνεται ο άνθρωπος που συνομίλησε δυναμικά και βίαια μαζί του στην καθέκαστον χρονική στιγμή τής εμφανίσεώς του. Ο Χρόνος π.χ. από το 0 έως σήμερα, 2014, χαρακτηρίζεται, στο ήμισυ ας πούμε τής υφηλίου, ως χριστιανική εποχή. ΟΛΟΣ αυτός ο Χρόνος. Αυτό, ωστόσο, εξαιτίας ενός γεγονότος, μιας ΠΡΑΞΕΩΣ, που συνέβη στην αρχή, στο χρονικό σημείο 0 που είπαμε παραπάνω. Το άκρως παράδοξο και παράξενο είναι πως ακριβώς με την ανάληψη αυτή, εκ μέρους του Χρόνου, των χαρακτηριστικών τού ανθρώπου-ΠΟΙΗΤΗ και ακριβώς χάρη σ’ αυτά, ο Χρόνος καθίσταται αυτομάτως ΚΑΝΕΝΑΣ, Ούτις. Δηλώνει εκκωφαντικά το έρριζο ανυπόστατον του (ή, αν προτιμάτε, το δια τού ετεροντικού ενυπόστατόν του), την ίδια τη σύμβασή του, την «ιδιότητα» του να «είναι» ΟΥΤΙΣ. Δηλαδή, δίχως γνωρίσματα, χαρακτηριστικά, ΜΟΡΦΗ, αφού καθόσον (!) δεν εισέρχεται στη ροή του ο συν-δημιουργός, ο συν-εργός, συν-Ποιητής τής Κτίσεως, ο οποίος μπορεί να ονομάζεται Πτολεμαίος αλλά και Μένανδρος, Πλίνιος αλλά και Σενέκας, Κοπέρνικος αλλά και Μάρλοου, Αϊνστάιν αλλά και Βαλερύ, ο Χρόνος «είναι» μια άμορφη μάζα δίχως ταυτότητα. Όμως, και όταν την πάρει και λυτρωθεί από την ανωνυμία διακηρύσσει στεντόρεια πως δεν είναι κανείς, ως μια προσπάθεια κλήσεως περισσοτέρων ονοματοδοσιών (ΤΕΧΝΩΝ-ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ…) επ’ αυτού, ώστε να κορέσει την ακόρεστη δίψα του να είναι πρόσωπον, όντας όσα περισσότερα καταφέρει να καλέσει πάνω του, δηλαδή όσες πράξεις ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ υποκειμένων βιαιοπραγήσουν επ’ αυτού, θέτοντάς του τη σφραγίδα τους.. Στη Τέχνη, η διακριτή φωνή, το ύφος, η μοναδικότητα[5], από κάθε της πλευρά, είναι εκείνο που επιζητείται μανιωδώς και αναγνωρίζεται με τον ίδιο τρόπο, έστω κι αν όλες αυτές οι μοναδικότητες παίρνουν κάπως τα χαρακτηριστικά μιας εποχής[6]. Όσες πιο πολλές μοναδικότητες και προσωπικά ύφη, τόσο πιο εμφανές το ΠΟΛΥΠΡΟΣΩΠΟΝ τού Χρόνου και τόσο πιο εμφανές το ουσιωδώς ΑΠΡΟΣΩΠΟΝ του, το ΟΥΤΙΣ αυτού.

8.       Πως μπαίνει το έργο Τέχνης στην ΙΣΤΟΡΙΑ ; Αναδιατάσσοντας τις οντότητες. Ανακατασκευάζοντας  κοσμικά σχήματα και καλλύνοντάς τα, δι-ευθετώντας τα σε απηρτισμένο Κόσμο. 

9. Ο  Χρόνος φαίνεται να καλεί (…εκκλησία, συναγωγή,) εναγωνίως στην αποκάλυψη τού ΑΠΡΟΣΩΠΟΥ του δια τής ΠΟΛΥΠΡΟΣΩΠΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ των άκρως υποκειμενικών χρωματισμών (Τέχνη) που κατάγουν επ’ αυτού τα ΠΟΙΗΤΙΚΑ υποκείμενα τής Ιστορίας.

10.     Πώς αντιμετωπίζει η επιστημονική απόδειξις το Χρόνο ; Τον ακινητοποιεί ; Επιβάλλει την ίδια και αποτετελεσμένη πια ισχύ της από τού ΝΥΝ έως το Αεί του ; Το αποδεικνύειν (επιστημονικώς) εμφανίζει… αντιχρονική συμπεριφορά ; Αλήθεια, υπάρχει, μπορεί να υπάρξει, αμετάβλητο, αμετακίνητο, δηλαδή δια-χρονικό, επιστημονικό αποδεικνύειν ; Επιβάλλει αυτό, δηλ. αμετάκλητα, την χ αλήθεια στο Χρόνο, δεσμεύοντάς τον να την…επαναλαμβάνει, να την δεικνύει άφθαρτη ; Αν όχι, και αν επιπλέον συμφωνήσουμε πως αυτό το ΟΧΙ βρίσκει στέρεο έδαφος, με μιαν αξιωματική αν θέλετε κίνηση και στάση, επί τής εμπειρικής-ιστορικής συλλογικής πιστοποίησης, χωρίς πια περιθώρια αμφιβολιών, τότε αναδύεται ΛΟΓΙΚΑ, ΠΡΟΦΑΝΩΣ και Εμπειρικά, ένα ΚΟΙΝΟΝ ΣΗΜΕΙΟΝ μεταξύ Επιστήμης-Τέχνης επί ΚΟΙΝΟΥ εδάφους, ΚΟΙΝΟΥ ορίζοντα, ΚΟΙΝΗΣ γνωσιοδυνατής τάξης ; 
          Κάποτε ο νόμος (!) τής παγκόσμιας έλξης αντικαταστάθηκε ( ;… όντως και αμετάκλητα διαγραφικά ;…) από τον καμπύλο χωρόχρονο και ο από την εποχή τού Αριστοτέλη υπερδισχιλιετής αιθήρ τού διαστρικού χώρου, δέχθηκε άγριες πλαγιοκοπήσεις από την αϊνστάϊνεια Σχετικότητα. Λέτε, σε αντίθεση με τον Πλάνκ, η ενέργεια να διαδίδεται με τρόπο συνεχή και αυτό να διαπιστωθεί… «οριστικά» (=χωρίς άλλη εν χρόνω βελτίωση θέασης αυτής τής πραγματικότητας…) στον 22ο αιώνα ; Θα απομονωθούν τα κουάρκς κάποτε και τότε ίσως φθάσουν στον αριθμό 10 ; Σε ποιό Χρόνο τελούμε επιστημονικά ΤΩΡΑ, αυτήν τη ΣΤΙΓΜΗ, κατά την κούνεια θεώρηση ; Στο Χρόνο τής Φυσιολογικής/ Ομαλής/Κανονικής Επιστήμης ; Δηλαδή, στην «ύπνωση» που προσφέρει μια χ «αλήθεια», διαφημιζόμενη και επικρατούσα έως ότου ξεσκεπαστεί το εν μέρει ή ολοσχερώς σαθρό, ανυπόστατο και αντιπραγματικόν της ; Το ψέμα της, με άλλα λόγια. Και ο Χρόνος μας, σε τί και πού είχε δοθεί, αναλωθεί ; Στο νανούρισμα ενός ψεύδους καθεαυτόν; Οι νόες τού…γεωκεντρικού συστήματος (συγχωρείστε με, αλλά με όλο τον ιερό σεβασμό και το δέος που νιώθω για το ανθρώπινο γνωστικό επιχειρείν, πόσο γελοίοι, στο άκουσμα και μόνον, μοιάζουν σήμερα πια οι όροι «γεωκεντρικό» και «σύστημα»… Όμως έχω μιαν ερώτηση : είναι ουσιωδώς και ανεπιστρεπτί χαμένοι ; Ισχύουν κατά ένα ιδιαίτερο ΠΩΣ ; Και αν ναι, τότε αυτό το ΠΩΣ δείχνει να πραγματεύεται ευθέως το Χρόνο, με ειδική μεταχείριση ;) αναπαύονταν, υπνώττοντες και γνωστικά εφησυχασμένοι, στο εποχιακό ψέμα τους, στην εποχιακή τους ψευδαίσθηση ; Ακόμη και η πιο προηγμένη τώρα πια, ευφάνταστη, και επιστημονικά πιθανότατη ή και αποδείξιμη κοσμολογική θεώρηση, έχει ολοσχερώς απωλέσει από τον πυρήνα της, ουσιωδώς, την πτολεμαϊκή (και… ησιόδεια;) γεωκεντρική σκοπιά ;   
Υπάρχει ένα καθοριστικότατο ΠΩΣ, στο χάνεσθαι τής Τέχνης και τής Επιστήμης. Ας πούμε, η Τέχνη χάνεται κατά αισθητική προτίμηση (προς Θεού!, καθόλου ΑΒΑΣΙΜΗ, αθεμελίωτη, αναντίστοιχη με ζέουσες πραγματικές κοινωνικές ανάγκες). Η οποία Τέχνη, ωστόσο, είναι επανερχόμενη και διαχρονικά παρούσα. Η επιστήμη χάνεται κατά αναβαθμούς αποδεδειγμένης αντικειμενικής αλήθειας. Η οποία Επιστήμη είναι χρονικά μουσειακού είδους. Οι απλές ερωτήσεις : ΤΙ και ΠΩΣ χάνεται στα γνωστικά μεγέθη τής Τέχνης και τής Επιστήμης ; Τη θεωρώ μια καλή ερώτηση, υπό τον ορίζοντα πραγμάτευσης τού προβλήματος τού Χρόνου.

11.     Ο κόσμος είναι μια πρόκληση ΟΜΙΛΙΑΣ και ιδιαίτατα ΣΥΝ-ΟΜΙΛΙΑΣ. Ως ευκαιρία επιδέξιου (έντεχνου) συνουσιάζεσθαι. Ο Κόσμος έχει δοθεί ως προκλητική αφορμή έρωτα. Και αν έτσι, τότε θα πρέπει να ενσωματώσουμε την κατάσταση τού ΕΡΑΝ σε κάθε γνωσιακή μας λειτουργία. Αν κατεξοχήν η ΠΟΙΗΣΗ και γενικώς η Τέχνη, φαίνεται να ερωτεύονται τα όντα, τότε θα μπορούσε, ανέτως και δίχως ταμπού, να τεθεί το ερώτημα αν το ίδιο πράττει και η επιστήμη. Αν δηλαδή δεν αρκείται μόνο στο εξετάζειν αυτά, αλλά αν προχωρεί, γνωσιοθεωρητικά μάλιστα, στο ερωτεύεσθαι αυτά, ενσωματώνοντας αυτόν της τον Έρωτα στη γνωσιακή διαδικασία. Καθότι ο Έρωτας, αυτονοήτως κάποτε, είναι οδηγός στο γνωρίζειν. «Έγνω την γυναίκαν αυτού», κατά ένα αρχετυπικό γνωσιοθεωρητικό υπόδειγμα, που παίρνει ως βάση το ΕΡΑΝ και κάθε είδους εκδήλωσή του. Πρωτίστως δε τη σωματική. Και φυσικά, μόνο υπ’ αυτήν την παραδοχή έχει αξία η ενσωμάτωση τής κατάστασης τού ΕΡΑΝ γνωσιολογικά. Είναι ανάγκη να ομολογήσουμε μιαν κατάφαση στην υπόθεση αν ο έρωτας γεννά ΓΝΩΣΗ, για να προχωρήσουμε στην ενσωμάτωσή του στο επιστημονικό γνωρίζειν και στον τρόπο που θα παίξει ρόλο εκεί.
Ο Κόσμος είναι Κόσμος ως φανέρωση, εμφάνεια οντοτήτων. Ο Κόσμος είναι Κόσμος, καθότι στο «Χώρο» του εμφανίζει το όντα. Ο Χώρος αυτός, πλην τής φυσικής έννοιας, ας εκληφθεί και υπαρξιακά. Δηλαδή, ο Κόσμος είναι η ενδεχόμενη ΓΛΩΣΣΑ που φθάνει να ορίσει το ίδιο το γεγονός του ως ΚΟΣΜΗΜΑ, στολίδι, δηλαδή ως ΚΑΛΛΟΣ τελικά. Τα όντα, όμως, εν Κόσμω εμφανίζονται σε ΑΠΟΣΤΑΣΗ. Η ίδια η ΓΛΩΣΣΑ έχει τη ρίζα της στην απόσταση, ακόμη και κατά γραμματική και συντακτική κυριολεξία. Το όντα εν Κόσμω τελούν απομεμακρυσμένα και κατά το απομεμακρυσμένον αυτών, κατά το αφεστάναι, κατά το αποστήναι αυτών, αναδύεται, προκύπτει, η έννοια τού Χώρου. Κατ’ ακολουθία και συμφυία και η έννοια τού Χρόνου. Ωστόσο, η απόσταση δεν ευνοεί την επιθυμία τού συνουσιάζεσθαι των όντων. Η απόσταση τα κηρύσσει απομεμακρυσμένα, αδιαλόγητα, ασυναφή, μεμονωμένα διατελούντα, κεχωρισμένα, μοναχικά, ενικά και ουδέποτε ενοποιημένα, ενωτικά, ενωμένα. Το ομιλείν προκύπτει ως ανάγκη καλύψεως τού μεταξύ των κενού, τής μεταξύ των απόστασης. Αλλιώς, αν δεν υπήρχε η απόσταση και τα όντα συγγίνονταν αενάως και απρόσκοπτα, τότε η «Γλώσσα» (ας διαβαστεί εδώ «Τέχνη»…) κοινωνίας τους θα ήταν η Σιωπή, το μη συν-ομιλείν (που συνιστά κατεξοχήν όρο τού έργου Τέχνης, που είναι ΟΥΣΙΏΔΕΣ χαρακτηριστικό τής ίδιας τής Τέχνης). Η Σιωπή, νομίζω, είναι ένα ζητούμενο, ένας σκοπός στον οποίο πρέπει να τείνει το εγκόσμιο ταξίδι πάντα ΜΕΤΑ και πάντα, ως καύσιμο και προωθητικός πύραυλος που θα σε βγάλει από τη βαρύτητα και θα σε εγκαταστήσει στο διάστημα, στον ΚΟΣΜΟ, ΠΡΙΝ. Ποτέ δεν μπορεί να θεωρηθεί συστατικό τού ζέοντος ΝΥΝ. Για το πώς εδώ, στη συνάφεια αυτή, εννοείται η Σιωπή είναι χρήσιμο να φέρουμε στο νου μας τα λόγια τού Auden : “any act” (βλ. παρακάτω σημ. 30) ή, όπως εγώ θεωρώ αυτήν την κατάσταση οντολογικώς, το απλώς-ως-έχει ή ούτως-υπάρχειν των όντων. Κοντολογίς, η απλή (και σιωπηλή ;) ΕΜΦΑΝΕΙΑ των όντων ως η κατεξοχήν και ΠΛΗΡΗΣ Γλώσσα.  
Για να καλυφθούν οι αποστάσεις (και η κάλυψη πρέπει να έχει έναν χαρακτήρα. Δεν μπορεί να είναι ΟΥΔΕΤΕΡΗ. Συνεπώς, ο χαρακτήρας της, σε τελική ανάλυση, είναι το Κάλλος, είναι η ζέουσα κατάσταση έρωτος που αντιπροσωπεύει το έργο Τέχνης ;…), ανάγκη να προκύψει μια ΓΛΩΣΣΑ. Ο Κόσμος είναι ο γεννήτωρ κάθε γλώσσας και τής ΓΛΩΣΣΑΣ. Η γλώσσα αυτή, λοιπόν, ανάγκη[7] να παρουσιάζει, να έχει, την ισχύ να καταργεί τις αποστάσεις, τις χωρικότητες (δηλαδή τους χρόνους) μεταξύ των όντων και να τα συνάγει εις ΕΝ, παροντικά, εδώ (=χωροχρονικά). Άρα, ουσιαστικά να νικά το Χρόνο (δια τής κατάργησης τού Χώρου), ή αν προτιμάτε να τον υπερβαίνει. Καθότι, ουσιαστικά, κατάργηση τού Χώρου σημαίνει αυτομάτως σβήσιμο του Χρόνου.

© ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ






[1] Βλ.Αρ.Μέσκου, Η υπόθεση των λογικών κβάντων, εκδ. Αρμός, 2007, σελ.136.
[2] Ας θυμηθούμε, στη συνάφεια αυτή, την απόφανση Γ. Μπούρκχαρτ, (βλ. Σκέψεις για την Ιστορία, μετ. Θ. Λουπασάκης, εκδ. Printa, 2004, σελ. 18) «Η βαρβαρότητα έγκειται στην ανιστορικότητα και τανάπαλιν», με διάθεση να τονίσουμε την άκρα οντολογική σημασία τού γεγονότος τής Ιστορίας. Κατά μία έννοια, οι ΚΟΙΝΕΣ εμπειρικές πιστοποιήσεις, ψηλαφήσεις και συμμαρτυρίες, που έχουν ως μοναδικό πεδίο φανέρωσης την Ιστορία, δημιουργούν μιαν άκρως ενδιαφέρουσα «κεφαλαιοποίηση» τής Α-λήθειας. Δεν ενδιαφέρει τόσο, θα λέγαμε, η αποκαλυπτόμενη α-λήθεια. Ενδιαφέρει η ΚΟΙΝΑ μαρτυρούμενη και πιστοποιημένη, δηλαδή η πολυπληθώς μετοχική. Η α-λήθεια που αποτελεί το κυρίως πιάτο, το οποίο μπορεί να εμφανισθεί και να προσφερθεί μόνο στο τραπέζι που ονομάζεται Ιστορία.

[3] Βλ.Ιωαν.Α΄1.
[4] Χρησιμοποιώ τον τρέχοντα καθιερωμένο όρο (παρά τις αμφισβητήσεις που κατά καιρούς δέχεται…) ολότελα συμβατικά. Μ’ αυτόν δηλώνεται, απλά, στην πραγματεία μας αυτή, η φυσική έναρξη τού Κόσμου.  
[5] Βλ. Πωλ Ρικέρ, Δοκίμια ερμηνευτικής, μεταφρ. Α. Μουρίκης, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1990, σ.193. «Το έργο μιμείται τη ζωή στην ουσία της. Το έργο δεν επαληθεύεται είναι μοναδικό. Το έργο είμαστε εμείς» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Και δες, παραλλήλως, Στάθη Κομνηνού, Τριάς Εξαπατήσεων, Η νίκη τής ήττας, ζ  όταν γεννιέται ο άνθρωπος ένας καημός γεννιέται, εκδ. ΔΟΜΟΣ, 2009, σελ.80., όπου διαβάζουμε : «Δεν αποδεικνύεται ο Κόσμος/μηδέ η ζωή/ούτε ο Θεός/λατρεύεται νυχθημερόν μόνο./Χρυσοχόος ο λάτρης».
[6] Βλέπε και παρακάτω σημ. 18, όπου διατυπώνεται η συνήθης φαινομενοκρατική άποψη περί εποχής από τον Γ. Μπούρκχαρτ. Στην παρούσα πραγμάτευση αυτή η άποψη ελέγχεται άκρως κοντόφθαλμη, ρηχή και εύκολη τουλάχιστον.
[7] Αναφορικά με την παράμετρο τής Αναγκαιότητος, που κάποτε έντονα και ίσως κατ’ επανάληψη χρησιμοποιώ εδώ, και για να γίνει κατανοητότερο, κάπως, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιώ τον όρο ανάγκη στην Τέχνη, παραθέτω δυο λόγια τού Degas, όπως αυτά παρατίθενται στο βιβλίο τού Γιάννη Παππά, Κείμενα για την Τέχνη, εκδ. Νεφέλη, 1993, σελ.40 «Ένας ζωγράφος τού είπε :- Μήπως η ζωγραφική δεν είναι είδος πολυτελείας ; - Η δική σας, απάντησε ο Ντεγκά, η δικής μας είναι είδος πρώτης ανάγκης».