Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

"ΤΟ ΜΠΛΕ ΚΟΥΤΙ ΣΤΟ ΠΑΤΑΡΙ"



θεατρικό έργο αφιερωμένο στη μνήμη του Π.Σ.
της ΝΟΤΑΣ ΧΡΥΣΙΝΑ


           
           



ΤΙΤΛΟΣ ΕΡΓΟΥ: ΤΟ ΜΠΛΕ ΚΟΥΤΙ ΣΤΟ ΠΑΤΑΡΙ
(βασισμένο σε πραγματική ιστορία)

ΠΡΟΣΩΠΑ
Γιάννης Βενιέρι, 55 ετών, οδοντίατρος, σύζυγος Κατερίνας
Κατερίνα Βενιέρι, 50 ετών, σύζυγος Γιάννη
Μαίρη, 54 ετών, αδερφή Κατερίνας
Μάριος, 55 ετών, γιατρός, φίλος και κουμπάρος του Γιάννη
Τζένη, 55 ετών, σύζυγος Μάριου, κουμπάρα των Βενιέρι
Σουζάνα: μια ηλικιωμένη γειτόνισσα
Παιδιά: οι κόρες της Κατερίνας και του Γιάννη
Κλητήρας: ένας νεαρός
Λένα: 55 ετών, πρώην φίλη του Γιάννη


ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
 (Καθημερινό σαλόνι του πολυτελούς διαμερίσματος των Βενιέρι κάπου στα βόρεια προάστια. Ακριβά έπιπλα, κόκκινα χαλιά και λευκές λεπτές κουρτίνες. Αριστερά μια μεγάλη πόρτα με αψίδα, στη μέση ένα μεγάλο παράθυρο πλαισιώνει το φόντο πίσω από τον λευκό καναπέ που δεσπόζει στον χώρο και δεξιά του μια πόρτα που οδηγεί στο εσωτερικό του σπιτιού. Αριστερά από τον καναπέ, πάνω στο μικρό τραπεζάκι μια φωτογραφία ενός νεαρού ζευγαριού και δίπλα φωτογραφίες των παιδιών. Μπροστά από τον καναπέ στο τραπεζάκι του σαλονιού ένα βάζο με τριαντάφυλλα και απλωμένο το σερβίτσιο του καφέ. Ο Γιάννης, ψηλός, αθλητικός, ντυμένος με ένα κουστούμι με στιλ κάθεται στον καναπέ πίνοντας άκεφα τον καφέ του. Από τη δεξιά πόρτα μπαίνει η Κατερίνα, καλοφτιαγμένη, μα άχρωμη, ντυμένη ακόμη με μια αραχνούφαντη νυχτικιά)
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ –ΕΝΑ ΜΑΛΛΟΝ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΠΡΩΪΝΟ
Κατερίνα: (τεντώνεται) Καλημέρα, Γιάννη μου. Άργησα να ξυπνήσω. Πέρασε το σχολικό στην ώρα του; Εσύ, πώς και είσαι ακόμη σπίτι;
Γιάννης: (σαν να συνέρχεται από σκέψεις) Καλημέρα, αγάπη μου…Μην ανησυχείς τα παιδιά είναι τώρα στο σχολείο. Καθυστέρησα γιατί δεν έχω πρωϊνά ραντεβού σήμερα μέχρι τις 11:00 π.μ. (σιωπή) Θα περάσω από την κλινική να δω τον Μάριο. Εσύ κοιμήθηκες καλά;
Κατερίνα: (με νάζι) Παρακοιμήθηκα (πηγαίνει κοντά του, κάθεται και περνάει το χέρι της χαϊδευτικά στα καστανά του μαλλιά) Χθες είχε μια ταινία με τον Leonardo di Caprio. Ήταν πολύ συγκινητική. Μια οικογένεια ζούσε μέσα στην ψεύτικη εικόνα της ευμάρειας ώσπου αναγκάζεται, λόγω χρεών, να μετακομίσει στην Αμερική. Εκεί αντιμετωπίζουν τις αξίες μιας νέας χώρας. Το πιο δραματικό  στοιχείο του έργου ήταν ότι αποκαλύπτεται πως ζει το χαμένο τους παιδί, που το είχαν δώσει για υιοθεσία όταν ήταν πολύ νέοι. (απολογητικά) Νύσταξα, όμως, μετά και δεν σε περίμενα…(παιχνιδιάρικα) Άργησες χθες βράδυ. (με απορία) Γιατί θα πας από τον Μάριο. Αφού θα τον δούμε το βράδυ. Το ξέχασες;
Γιάννης: (σκεφτικός) Χθες, μετά το τελευταίο μου ραντεβού στο οδοντιατρείο, πήγα από την κλινική του να πάρω τα αποτελέσματα για το ετήσιο check up. Μου είπε να περάσω σήμερα να κάνω άλλη μία εξέταση… (σηκώνεται, παίρνει την τσάντα του από το πάτωμα, την φιλάει πεταχτά στο μάγουλο) Φεύγω. Εσύ τι θα κάνεις;
Κατερίνα: Σήμερα έρχεται η αδερφή μου. Η πτήση της, από Θεσσαλονίκη, φτάνει στη 1:00 μ.μ. ακριβώς. Θα πάω να πάρω τη Μαίρη από το αεροδρόμιο. Στην  επιστροφή θα περάσω από την τράπεζα να πληρώσω τη δόση για το δάνειο του σπιτιού και μετά θα πάμε για ψώνια. (χαρούμενα) Είδα τις προάλλες ένα μπεζ φόρεμα στην Κηφισιά που μου άρεσε πολύ αλλά δεν είχε στο νούμερό μου. Το παράγγειλα και θα το φέρουν σήμερα. Δεν σου είπα. Συνάντησα τη γειτόνισσα, τη ξινή, με μια φίλη της…να σου πω ποια να γελάσεις…
Γιάννης: (την διακόπτει) Βιάζομαι, αγάπη μου (προχωρώντας προς την πόρτα) Κάνε όπως νομίζεις. Θα σε δω το βράδυ.
Κατερίνα: Δεν μου είπες. Τι είπε ο Μάριος; Ποιος δείκτης;
Γιάννης: (προσπαθώντας να μην δείχνει ανήσυχος) Τίποτα. Ανησυχεί για όλους. Ξέρεις πώς είναι οι γιατροί, ψυχαναγκαστικοί. (χαμογελάει) Μην ξεχάσεις να κατεβάσεις εκείνο το μπλε κουτί από το πατάρι που σου έλεγα χθες. Εκεί θα είναι οι φωτογραφίες που είχαμε βγάλει στην φοιτητική μας εκδρομή με τον Μάριο και την Τζένη. Τότε που πήγαμε στο Μιλάνο και είχε χιονίσει. Θυμάσαι; (με μισάνοιχτη πόρτα) Θα τα πούμε το βράδυ. Όσο για τον Μάριο, θα έχεις την ευκαιρία να τον μαλώσεις η ίδια.
Κατερίνα: Θυμάμαι. (σχεδόν μονολογεί) Τότε που είμασταν συμφοιτητές…Τότε που είμασταν σαν μια οικογένεια!
Γιάννης: Πάντα θα είμαστε μια οικογένεια, όλοι μας! Οι φιλίες αυτές δεν τελειώνουν ποτέ…
(ο Γιάννης φεύγει από την αριστερή πόρτα, η μουσική κλιμακώνει την ένταση ώσπου επιστρέφει σιγά σιγά η σιωπή)
Κατερίνα: (τεντώνεται, προχωράει προς τον καναπέ, ανοίγει την τηλεόραση, χάνεται σε σκέψεις, ακούγονται διαφορετικές τηλεοπτικές φωνές καθώς αλλάζει τα κανάλια, χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας)
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ –  Η ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΑ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Κατερίνα: (ρίχνει πάνω της ένα σάλι και ανοίγει την εξώπορτα) Καλημέρα, κυρία Σουζάνα. Τι κάνει ο σκύλος σας ο Ιβάν;
Σουζάνα: (κοιτάζοντας διερευνητικά) Ακούσατε χθες τον καβγά στον επάνω όροφο;
Κατερίνα: Τι συνέβη; Όχι, δεν ακούσαμε κάτι.
Σουζάνα: (χαιρέκακα) Την εγκατέλειψε.
Κατερίνα: (σαστισμένη) Περάστε μέσα. Ποια;
Σουζάνα: (μπαίνει και κάθεται στον καναπέ) Θα σας τα πω στα γρήγορα γιατί έχω δουλειά. Ο κύριος του επάνω ορόφου. Την άφησε για μια που γνώριζε από τότε που ήταν συμφοιτητές. Την συνάντησε ξανά τυχαία και αναζωπυρώθηκε ο έρωτάς τους.
Κατερίνα: (σχεδόν αδιάφορα) Δεν τους γνωρίζω. Μετακόμισαν πρόσφατα.
Σουζάνα: (απογοητευμένη σηκώνεται να φύγει) Πάω να βγάλω βόλτα τον Ιβάν. (αλλάζει γνώμη) Θα της χτυπήσω να τη ρωτήσω τι κάνει. (εμπιστευτικά) Ο σύζυγος είναι ανιψιός της γνωστής οικογένειας των Αγγελόπουλων. Η κοπέλα είναι παρουσιάστρια, σε αυτές …τις εκπομπές που δείχνει το πρωί. (γυρίζει προς την τηλεόραση) Να, αυτή είναι. Κατά φωνή που λένε.
Κατερίνα: (κοιτάζει με έκπληξη στην οθόνη) Μα αυτή είναι η Ελένη Ακριβάκη!
 Σουζάνα: Ναι, αυτή. Την άφησε. Πήρε τις βαλίτσες του και έφυγε τα μεσάνυχτα. Όταν μάθω περισσότερα θα σας χτυπήσω το κουδούνι να σας πω (γυρίζει και λέει συνωμοτικά) Την γνώριζε κι εκείνη από τα φοιτητικά τους χρόνια και ήταν καλές φίλες.
(φεύγει)
Κατερίνα: (αμήχανη) Στο καλό! (βγαίνει από τη δεξιά πόρτα σε λίγο επιστρέφει ντυμένη με λευκό παντελόνι και πουκάμισο, μονολογεί)
Την εγκατέλειψε…για μια συμφοιτήτριά τους…(κοντοστέκεται)  Δεν πρόλαβα να ψάξω στο πατάρι…  (αλλάζει γνώμη κινείται προς την πόρτα, παίρνει την τσάντα της και  φεύγει από την αριστερή πόρτα)
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ- ΑΔΕΡΦΙΚΗ ΑΓΑΠΗ
(η Κατερίνα με τη Μαίρη μπαίνουν στο σπίτι κρατώντας σακούλες με ψώνια)
Κατερίνα: (αναψοκοκκινισμένη) Είδες δεν αργήσαμε στα μαγαζιά! Βόλεψε τα πράγματά σου στον ξενώνα και κάθισε να πιούμε ένα καφέ. Βάζω αμέσως την καφετιέρα. Ώσπου να αλλάξω και να ετοιμαστώ για το μάθημα pilates ο καφές θα είναι έτοιμος.
Μαίρη: (ανάβει τσιγάρο)
Κατερίνα: (επιστρέφοντας στο σαλόνι) Καπνίζεις πολύ. Έτσι και η μαμά. Κάπνιζε το ένα πακέτο μετά το άλλο. Από αυτό τη χάσαμε…
Μαίρη: (την διακόπτει) Είσαι υπερβολική. Εσύ που δεν καπνίζεις θα πεθάνεις από το άγχος  και τις φοβίες σου (με περιπαικτικό ύφος) Απορώ πώς σε αντέχει ο Γιάννης. Τρέχεις συνέχεια στα γυμναστήρια και τους γιατρούς.
Κατερίνα: Τώρα που το αναφέρεις, ο Γιάννης θα πήγαινε για μια εξέταση σήμερα.
Μαίρη: Τον κόλλησες τις φοβίες σου.
Κατερίνα: Σταμάτησε τις ειρωνείες… Μαίρη, ξέρεις ότι με εκνευρίζει αυτό το ύφος. Πάντα με ειρωνευόσουν.
Μαίρη: (αλλάζοντας ύφος την καλοπιάνει) Έλα βρε Κατερινάκι, πάμε μέσα να δοκιμάσεις το νέο σου φόρεμα με τα νέα σου πέδιλα να σε θαυμάσω (σβήνει το τσιγάρο στο τασάκι)
Κατερίνα: (χαμογελώντας αυτάρεσκα) Πάμε αμέσως.
(Βγαίνουν από τη δεξιά πόρτα. Ακούγεται μουσική, ένα  νοσταλγικό βαλς)
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ – ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΕΣ
(Σε λίγο επιστρέφουν από τη δεξιά πόρτα. Η Κατερίνα ντυμένη με μπεζ κομψό φόρεμα και τα μαλλιά της πιασμένα κότσο. Η Μαίρη την ακολουθεί)
Κατερίνα: (προχωράει αργά σαν μοντέλο) Πώς σου φαίνομαι;
Μαίρη: (με θαυμασμό) Υπέροχη. Μπορεί να συντηρείς τα μαγαζιά των βορείων προαστίων αλλά αξίζει τα λεφτά του.
Κατερίνα: (θιγμένη) Τα καλά πράγματα κοστίζουν. Άλλωστε ο Γιάννης κερδίζει πια πολλά λεφτά. Τα παιδιά μας πηγαίνουν στο καλύτερο ιδιωτικό σχολείο κι εμείς έχουμε τα πάντα. (με έπαρση) Ανήκουμε στους αριστοκρατικούς κύκλους. Μας καλούν σε δείπνα και…
Μαίρη: (την διακόπτει) Αυτό ήθελες πάντα. Αξίζει όμως τον κόπο να είστε βουτηγμένοι στα χρέη; Να μην βλέπεστε; Να δουλεύει ο άντρας σου όλη μέρα στο ιατρείο για να κομπάζεις εσύ πως ανήκετε στους αριστοκρατικούς κύκλους; (ειρωνικά)
Κατερίνα: (αυστηρά) Μαίρη, σε παρακαλώ!
Μαίρη: Κατερίνα, ξέρεις πολύ καλά ότι αυτό το ύφος γεμάτο έπαρση με ενοχλεί. Και ξέρεις ότι διαφωνώ μαζί σου σε πολλά. Παράτησες τις σπουδές σου στο πτυχίο ενώ θα μπορούσες να εργάζεσαι κι εσύ ως οδοντίατρος δίπλα στον άντρα σου και να τον βοηθάς…Πού θα σας οδηγήσει η σπατάλη και τα χρέη; Νομίζω ότι εσύ είσαι η ψηλομύτα. Ο Γιάννης ονειρεύεται να ζήσετε στη Θεσσαλονίκη σε ένα απλό σπίτι. Μου το είπε πολλές φορές. Εσύ θέλεις πολυτέλειες.
Κατερίνα: (με πείσμα) Ο Γιάννης συμφωνεί μαζί μου. Κι εκείνος ήθελε να διακόψω την ιατρική σχολή και να μείνω στο σπίτι να μεγαλώσω τα παιδιά μας. Εσύ δεν έχεις παιδιά και λείπεις όλη μέρα στο γραφείο για να υπερασπίζεις το δίκιο των πελατών σου ή για να παριστάνεις τη θεατρίνα τα Σαββατοκύριακα με περιπλανώμενους θιάσους. Να γιατί σε χώρισε ο άντρας σου!
Μαίρη: Μαίρη: (γελώντας) Κακίες!
Κατερίνα: Άκου ηθοποιός… Ζεις μέσα σε όνειρα και λες για εμένα…
Μαίρη: (απαγγέλει) «Όνειρο; Τι θα πει όνειρο; Και μήπως η ζωή μας δεν είναι όνειρο; Εγώ θα πλειοδοτήσω: ας μην πραγματοποιηθεί ποτέ, ας μη γίνει ποτέ να υπάρξει παράδεισος […] ε, ας είναι. Λοιπόν, εγώ, παρ’ όλα αυτά, θα κάνω το κήρυγμά μου[1]
 Εγώ είμαι ελεύθερη να ονειρεύομαι, αδελφούλα. Δεν πνίγομαι στα χρέη όπως εσύ…
Κατερίνα: Μαίρη, κράτησε τις διαφωνίες σου. Εμείς πάντοτε βλέπαμε τη ζωή διαφορετικά. Και τώρα θα μου επιτρέψεις να φύγω (κοιτάζει το ρολόι της) Βιάζομαι. Τρέχω ν’ αλλάξω! Πήγε 4:00 μ.μ., σε λίγο έρχεται το σχολικό με τα παιδιά. Μόλις φάτε να πάνε να διαβάσουν. Θα πάω πρώτα στο γυμναστήριο και μετά στο κομμωτήριο να φτιάξω τα μαλλιά μου (ξαφνικά θυμάται) Δεν πρόλαβα να κοιτάξω στο πατάρι.
Μαίρη: Τι λες;
Κατερίνα: Λέω. Τι καλά που ήρθες! Αν και παριστάνεις ότι βρίσκεσαι σε δικαστήριο και είσαι με το μέρος του αντίδικου…(με νάζι) Σ’ ευχαριστώ, αδελφούλα, που θα φροντίσεις για λίγο τις μικρές. Θα είμαι εδώ στις 6: 00 μ.μ. το αργότερο (την φιλάει στο μάγουλο)
Μαίρη: Παρακαλώ (γελώντας) Ήθελες μια baby sitter
Κατερίνα: Μαίρη (πειραγμένα)  Σε κάλεσα να μου κάνεις παρέα. Είσαι αδερφή μου αλλά και η καλύτερη φίλη μου. Ξέρεις πως εδώ δεν έχω φίλες. Όλες οι φίλες μου είναι στη Θεσσαλονίκη. Εκεί μεγάλωσα.
Μαίρη: Κατερίνα μου, σταμάτα να είσαι μυγιάγγιχτη. Σε πειράζω. Το ξέρεις ότι λατρεύω τα παιδιά σου σαν να είναι δικά μου. Πήγαινε. Θα αργήσεις.
(Η Κατερίνα βγαίνει από την αριστερή πόρτα, ενώ η Μαίρη κάθεται στον καναπέ καπνίζοντας)
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ – ΣΤΟ ΙΑΤΡΕΙΟ ΓΙΑ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
(ακούγεται κόσμος να πηγαινοέρχεται, το φως πέφτει στο γραφείο του Μάριου στην κλινική. Ο Μάριος κάθεται σκυμμένος πίσω από τον υπολογιστή του ντυμένος με την ιατρική λευκή ποδιά. Από την δεξιά πόρτα μπαίνει ο Γιάννης)
Μάριος: Καλώς τον! Πέρασε!
Γιάννης: Τι με κουβάλησες από εδώ; Αφού σου είπα πως είχα πάρει ασπιρίνη και δεν είναι σωστή η μέτρηση.
Μάριος: Γιάννη! (αυστηρά) Μπορεί να είμαι ο καλύτερός σου φίλος από τότε που είμασταν παιδιά αλλά δεν καταφέρνεις να μου κρυφτείς.
Γιάννης: (δήθεν αστεία) Πάντοτε παρίστανες τον ντεντέκτιβ. Απορώ πώς σπούδασες γιατρός. Δεν είπαμε να μην ανησυχείς. Θα περάσω από το αιματολογικό και θα επαναλάβω την εξέταση. Ευχαριστήθηκες τώρα;
Μάριος: (ανακουφισμένα) Έτσι μπράβο. Μόλις πάρω το αποτέλεσμα θα σου τηλεφωνήσω.
Γιάννης: (χαμογελαστά) Να φέρεις εκείνο το κρασί που αγοράσατε με την Τζένη στην Κρήτη. Σας περιμένουμε το βράδυ.
Μάριος: (χαλαρά) Θα το φέρω. Θα πω στην Τζένη να φτιάξει και τα αγαπημένα σου μυζηθροπιτάκια. Θυμάσαι;
Γιάννης: (νοσταλγικά) Μάριε, ξεχνιέται ο πρώτος έρωτας; Η μητέρα της Λένας μας έστελνε κάθε εβδομάδα μυζηθροπιτάκια. Τότε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη. Τρεφόμασταν με  μηζυθροπιτάκια και ρακή. Τότε νόμιζα ότι ήμουν ευτυχισμένος… Πολλές φορές αναρωτιέμαι τι θα γινόμουν αν δεν μου είχατε γνωρίσει την Κατερίνα. Σας ευγνωμονώ, κουμπάρε μου. Σας ευγνωμονώ!
Μάριος: Ξέρεις η Τζένη μίλησε με τη Λένα πριν μια εβδομάδα.
Γιάννης: (κάπως απότομα) Θα μου τα πεις άλλη φορά. Φεύγω.
Μάριος: Μόλις βγει το αποτέλεσμα, θα σου τηλεφωνήσω.
(Ο Γιάννης φεύγει βιαστικά από την δεξιά πόρτα)
ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ
(Στο σαλόνι του πολυτελούς διαμερίσματος, η Μαίρη καθισμένη με τα πόδια πάνω στον καναπέ συνεχίζει να καπνίζει ενώ κοιτάζει ένα περιοδικό. Τα παιδιά ακούγονται να παίζουν στο δωμάτιό τους. Η Κατερίνα μπαίνει από την αριστερή πόρτα. Είναι χτενισμένη άψογα αλλά δείχνει χλωμή μέσα στο λευκό πουλόβερ της.)
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ  – Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΓΕΝΝΑΕΙ ΤΕΡΑΤΑ
Κατερίνα: Να’ μαι κι εγώ! Πώς περάσατε; Έφαγαν;
Μαίρη: (χαρούμενα) Είναι μια χαρά! Έφαγαν, διάβασαν και τώρα κάνουν διάλλειμα. Παίζουν. Είναι αξιολάτρευτα τα πουλάκια μου! Έλα κάθισε. Έχει μείνει καφές.
Κατερίνα: Πάω να δω τα χρυσά μου και έρχομαι αμέσως (βγαίνει από τη δεξιά πόρτα. Ακούγονται φωνούλες. Μαμά! Μαμά! Αγαπούλες μου!)
(Χτυπάει το τηλέφωνο, η Κατερίνα μπαίνει τρέχοντας και απαντάει)
Κατερίνα: (χαρούμενα) Τζένη! Με πρόλαβες. Θα σου τηλεφωνούσα κι εγώ. Μόλις μπήκα στο σπίτι… Μα, Ναι! Απόψε σας περιμένουμε…Ήρθε και η αδερφή μου σήμερα από Θεσσαλονίκη…Όχι! Μην φέρετε τίποτα. Αγόρασα χθες σοκολατίνες όταν πέρασα για λίγο από το ιατρείο του Γιάννη. Είχε μια κίνηση φοβερή! Δεν έβρισκα να παρκάρω. Ξέρεις πώς είναι να ψάχνεις για πάρκινγκ στο Κολονάκι. Τι! (σιωπή) Πώς δεν την θυμάμαι. Τη Λένα δεν θυμάμαι…(θιγμένα) Σε ποιο καφέ ήσασταν; Στο Da Capo μάλιστα. Και πόσο θα μείνει στην Αθήνα η φίλη σου η Λένα; Τι! Χώρισε; Πότε;… Και θα μείνει στο Κολονάκι στο διαμέρισμα που της άφησε η μητέρα της στην οδό Σκουφά; Και η μικρή; Ναι, Ναι, θα μου τα πεις όλα σε λίγο. Χαιρετισμούς στον Μάριο. Ναι, στις 9:00. (το πρόσωπό της σκοτείνιασε)
μουσική ανεβάζει κλιμακωτά την ένταση)
Κατερίνα:  (τρέμουν τα χέρια της καθώς αφήνει το τηλέφωνο. Κάθεται στην πολυθρόνα με βλέμμα χαμένο) Μαίρη, ανησυχώ…ο Γιάννης και η Λένα είναι μαζί.
Μαίρη:  Μα τι λες; Έμαθες κάτι;
Κατερίνα:  Η Λένα, ο φοιτητικός έρωτας του Γιάννη (με ειρωνεία)… Μου το είπε η Τζένη. Χώρισε και ήρθε να ζήσει στην Αθήνα…
Μαίρη:  Και; Δεν πάει να ήρθε; Τι τρέλες λες; Πώς τρέμεις έτσι; Σύνελθε!
Κατερίνα:  (κοιτάζει σαν χαμένη, περνάει το χέρι της στα μαλλιά της σαστισμένα) Μαίρη θα μάθουν για το γράμμα. Πάω να δω αν βρήκε το γράμμα …(κάνει να φύγει ενώ μπαίνει μπροστά της η αδελφή της)
Μαίρη:  Στάσου, Κατερίνα. Πες μου τι συμβαίνει; Γιατί αναφέρεις αυτό το παλιογράμμα; Δεν το έσκισες τότε; Πες μου γιατί θα με τρελάνεις. Έχεις ακόμη το γράμμα της Λένας;
Κατερίνα:  (καθώς πάει να σηκωθεί σκοντάφτει και χύνεται το φλιτζάνι με τον καφέ πάνω της) Το λευκό μου πουλόβερ… Πάει το πουλόβερ μου… Μου το έκανε δώρο ο Γιάννης στο τελευταίο μας ταξίδι στο Παρίσι όταν γιορτάζαμε την επέτειό μας... (ξαφνικά κοιτάζει προς τον διάδρομο) Ο Γιάννης… χθες o Γιάννης έλεγε πως ήθελε να κατεβάσει κάτι από το πατάρι. Πριν φύγει μου είπε να κατεβάσω το μπλε κουτί από το πατάρι. Ένα γράμμα  κλειδωμένο μέσα στο μπλε κουτί στο πατάρι μπορεί να εμφανιστεί όπως τα ξωτικά που μας τρόμαζαν στα παραμύθια ή τα εξαφανισμένα παιδιά στα δάση. Πάω να δω στο πατάρι…
Μαίρη:  Κατερίνα, δεν σε πιστεύω! Κρατάς ακόμη ένα ενοχοποιητικό γράμμα; Δέκα χρόνια κρατάς αυτό το γράμμα ενώ έχετε έναν τόσο ευτυχισμένο γάμο; Τι να πω; Κι ο Γιάννης…δεν εμπιστεύεσαι τα συναισθήματά του; Αν την ήθελε δεν θα είχε ψάξει να…
Κατερίνα: (φαίνεται να μην την ακούει. Βγαίνει από το δωμάτιο)
Μαίρη:  (Μονολογεί) Από μικρή ανασφαλής. Πάντα έκανε όμως αυτό που ήθελε… Τα ήθελε όμως όλα. Ακόμη και τον Γιάννη τον κέρδισε κρύβοντάς του το γράμμα  της τότε κοπέλας του. Πάντα πετυχαίνει το δικό της…( βγάζει ένα καθρεφτάκι και διορθώνει το μακιγιάζ της, μετά ανάβει τσιγάρο)
(ακούγεται το τηλέφωνο)
Κατερίνα:  (Μπαίνει βιαστικά στο δωμάτιο και σηκώνει το τηλέφωνο, μιλάει τρυφερά) Ναι, έλα αγάπη μου. Μίλησα με την Τζένη…(έκπληκτη) Μα γιατί θέλεις να ακυρώσω το δείπνο με την Τζένη και τον Μάριο; Καλά, σε περιμένω. Ναι, θα φροντίσω να είμαστε μόνοι.
(κλείνει το τηλέφωνο και κοιτάζει μια στιγμή σαν χαμένη. Μετά γυρνάει προς την Μαίρη)
Κατερίνα: Να δεις που αυτή θα τον βρήκε και θα του τα είπε όλα. Θέλει να ακυρώσω το δείπνο. Αυτός τους κάλεσε. (κοιτάζει με απορία την αδερφή της) Ο Μάριος κι ο Γιάννης κάνουν πάρα πολύ καλή παρέα. Είναι βλέπεις κολλητοί φίλοι από τα φοιτητικά τους χρόνια. Από τα φοιτητικά μας χρόνια… Γιατί να θέλει να ακυρώσουμε το δείπνο; Έρχεται είπε… Είναι στον δρόμο… Θέλει να είμαστε οι δυο μας… Μαίρη, σε παρακαλώ πήγαινε με τα παιδιά στον κινηματογράφο…Γρήγορα να τους πούμε ότι θα πάτε στον κινηματογράφο.
Μαίρη: ( παίρνει βιαστικά τα τσιγάρα της) Μην ανησυχείς.
Κατερίνα: Τρέμω. Θα μου πει για τη Λένα…
Μαίρη: Μα γιατί βιάζεσαι. Μπορεί να συμβαίνει κάτι άλλο. Μην βγάζεις βιαστικά συμπεράσματα. Σκέψου λογικά. Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα![2]
Κατερίνα: Μαίρη, δεν καταλαβαίνεις… Όλα ταιριάζουν. Θα με εγκαταλείψει.
Μαίρη: Έτσι εγκαταλείπει ένας άντρας τη γυναίκα του; Σε ταινία το είδες;
Κατερίνα: Γιατί ο ένοικος του επάνω ορόφου πώς εγκατέλειψε την Ελένη, τη γνωστή παρουσιάστρια; Λίγο πριν έρθεις μου το είπε η γειτόνισσα. Ξαφνικά! Την εγκατέλειψε… (σαν ονειροπαρμένη)
Μαίρη: Σύνελθε. Τι σχέση έχεις εσύ με την παρουσιάστρια;
Κατερίνα: Την εγκατέλειψε για μια πρώην συμφοιτήτριά του…
Μαίρη: Κάθεσαι και ακούς ιστορίες. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ο Γιάννης, σε αγαπάει.
Κατερίνα: Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Εσύ, μόλις το είπες.
Μαίρη: Κατερίνα, γίνεσαι παράλογη. Κάνεις σαν παιδάκι. Σύνελθε! Είσαι μεγάλη γυναίκα. Μην φτιάχνεις κόσμους με τη φαντασία σου… Εγώ παίζω στο θέατρο ενώ εσύ είχες πάντα μια υπερβολή στον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τη ζωή. Ζεις σαν να παίζεις θέατρο. Σύνελθε! Πάω να πω στα παιδιά ότι θα πάμε στον κινηματογράφο (προχωράει προς την δεξιά πόρτα) Σίγουρα το έργο θα είναι λιγότερο δραματικό από αυτά που σκέφτεσαι…Έλα. Ψυχραιμία! (φεύγει)
(Η Κατερίνα στέκεται ακίνητη, από μέσα ακούγονται φωνούλες. Γιούπι! Η Κατερίνα συνέρχεται από τις φωνούλες και μαζεύει τα φλιτζάνια από το τραπέζι )
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ – ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ
(Η Κατερίνα χαιρετάει στην αριστερή πόρτα την αδερφή της και τα παιδιά)
Κατερίνα: Στο καλό! Καλή διασκέδαση!
(Κλείνει την πόρτα και αρχίζει να τακτοποιεί βιαστικά το σπίτι, σκύβει και παίρνει στα χέρια της τη φωτογραφία του γάμου της που είναι πάνω στο τραπεζάκι)
(Ακούγεται μουσική, ένα ρομαντικό βαλς)
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ – Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ
Γιάννης: (Ανοίγει η πόρτα μπαίνει ο Γιάννης φανερά λυπημένος) Καλησπέρα. (κουρασμένα) Είδα στην είσοδο την κυρία Σουζάνα με τον σκύλο της. Μου έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα. Πόσο κουραστική γυναίκα….
Κατερίνα: Πέρασε το μεσημέρι. Μου έλεγε για… (ξαφνικά χάνεται σε σκέψεις)
Η πρώην. Συμφοιτήτρια… Την εγκατέλειψε γι’ αυτήν. Η ίδια ιστορία. (ξαναμμένη)
Γιάννης: Κατερίνα, τι λες; (ταραγμένος) Νομίζεις πως σου τηλεφώνησα και ήρθα σπίτι να μιλήσουμε για όσα απασχολούν το μυαλό της γειτόνισσας; (αλλάζει ύφος σχεδόν συντετριμμένος) Κατερίνα  (σιωπή) Κάθισε… Να φανείς δυνατή!
Κατερίνα: (Τον κοιτάζει χωρίς να βγάζει μιλιά. Σαν πετρωμένη)
Γιάννης: (Την κοιτάζει με κουρασμένο βλέμμα αλλά με αγάπη, στοργικά) Κατερίνα, σήμερα πήρα τις απαντήσεις από τις εξετάσεις μου. Ο δείκτης που σου έλεγα το πρωί…
Κατερίνα: Γιάννη, τι συμβαίνει; Τι σου είπε ο Μάριος;
Γιάννης: Μου τηλεφώνησε πριν από μία ώρα. Η νέα μου εξέταση δεν βγήκε καλή. Απόψε πήγα ξανά από την κλινική. Έκανα μαγνητική τομογραφία…Καρκίνος… Η μαγνητική έδειξε όγκο στο κεφάλι.
Κατερίνα: (Βγάζει μια τρομαγμένη κραυγή. Τρέχει τον αγκαλιάζει) Γιάννη, εγώ… Σε αγαπώ τόσο πολύ. Φοβήθηκα... Φοβάμαι…νιώθω τόσο ανόητη! Νόμιζα ότι…
Γιάννης: Κατερίνα, πρέπει να μπω στο νοσοκομείο το συντομότερο δυνατό!
Κατερίνα: Θα τα καταφέρεις. Είσαι δυνατός σαν ταύρος. Πάντα τα καταφέρνεις. Σε όλα. Θα τα καταφέρεις ξανά. Θα παλέψουμε….
Γιάννης: Κατερίνα, να είσαι δυνατή, αυτό με νοιάζει μόνο να είσαι δυνατή. Δεν ήθελα…δεν θέλω να σε στενοχωρήσω για τίποτα στον κόσμο.
ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ – Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ
Κατερίνα: (φανερά ταλαιπωρημένη χλωμή σαν φάντασμα) Μαίρη μου, ευτυχώς που έμεινες γιατί με όσα συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες κοντεύω να τρελαθώ. Να τρέχω για τις χημειοθεραπείες του Γιάννη, τα έξοδα να τρέχουν, το ιατρείο κλειστό, να μην μπορώ να βοηθήσω τα παιδιά στο σχολείο ούτε να τα πηγαίνω στις υποχρεώσεις τους. Νιώθω απελπισμένη. Να μην μπορώ να βρω λίγη ώρα για τον εαυτό μου…
Μαίρη: (καθησυχαστικά) Είμαι εδώ. Μην  νοιάζεσαι… Ο Γιάννης πώς είναι σήμερα;
Κατερίνα: Δεν μιλάει. Υποφέρει αλλά δεν παραπονιέται. Σκέφτεται εμένα και τα παιδιά. Δεν του έχω πει ότι δεν έχω πληρώσει το δάνειο εδώ και μήνες. Μαίρη, ανησυχώ. Τι θα γίνει αν….
(χτυπάει το κουδούνι)
Κλητήρας: Η κυρία Βενιέρι;
Κατερίνα: Μάλιστα.
Κλητήρας: Είμαι από την τράπεζα. Πρέπει να υπογράψετε αυτό το χαρτί.
Κατερίνα: (απελπισμένη) Ευχαριστώ.
(Φεύγει ο κλητήρας)
Μαίρη, μου κάνουν κατάσχεση στο σπίτι. Τι θα απογίνουμε;









[1] Φ. Ντοστογιέφσκι, Το όνειρο ενός γελοίου, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, Αθήνα 1960, σ.85
[2] Ο γνωστός πίνακας του Γκόγια

"ΣΥΛΒΙΑ"





ΣΕΝΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ
της ΝΟΤΑΣ ΧΡΥΣΙΝΑ

ΣΚΗΝΗ 1 - ΕΣΩΤΕΡ. – ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΠΙΤΙΟΥ- ΜΕΡΑ
Η ΣΥΛΒΙΑ (ΠΛΑΘ) (24)σέρνεται σε ένα χαμηλοτάβανο δωμάτιο. Είναι ψηλή, κοκκινόξανθα μαλλιά, ωραίο σώμα, υποφέρει από διπολική διαταραχή. Είναι σε κρίση. Φαίνεται φρικαρισμένη.
Φοράει μια άσπρη φούστα λεκιασμένη και τσαλακωμένη και άσπρο πουκάμισο μισοσκισμένο. Το βλέμμα της είναι απόκοσμο. Τα χέρια της τρέμουν. Της πέφτει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που απεικονίζει ένα κοριτσάκι στα γόνατα ενός άντρα. Ανοίγει ένα μικρό μπουκαλάκι που η ετικέτα του γράφει επάνω ΥΠΝΩΤΙΚΑ. Ρίχνει στη χούφτα της τα χάπια και τα καταπίνει.
 (Ακούγονται ΣΩΛΗΝΩΣΕΙΣ να στάζουν)
ΣΚΗΝΗ 2 – ΕΣΩΤΕΡ. –ΣΠΙΤΙ- ΜΕΡΑ
Μια ηλικιωμένη γυναίκα (60) φωνάζει τη ΣΥΛΒΙΑ με αγωνία. Μοιάζει εξωτερικά με τη Σύλβια. Έχει το ίδιο ύψος και τα ίδια χαρακτηριστικά προσώπου
Η γυναίκα την φωνάζει με αγωνία. Την ψάχνει. Ανοίγει μία μία τις πόρτες του σπιτιού. Όταν την βρίσκει η κοπέλα είναι σχεδόν μισοπεθαμένη στο στενόχωρο δωματιάκι. 

ΣΥΛΒΙΑ
(παραμιλάει)
Ο πατέρας. Γρήγορα. Πεθαίνει-

ΣΚΗΝΗ 3 - ΕΣΩΤΕΡ.- ΧΩΛ ΣΠΙΤΙΟΥ- ΜΕΡΑ
Η γυναίκα τρέχει έντρομη στο χολ. Σηκώνει το τηλέφωνο και καλεί ασθενοφόρο.
ΜΗΤΕΡΑ
Γρήγορα. Η κόρη μου πήρε υπνωτικά χάπια να αυτοκτονήσει
(ακούγονται ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟΥ)

ΣΚΗΝΗ 4- ΕΣΩΤΕΡ. -ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ – ΜΕΡΑ (ΜΕΣΗΜΕΡΙ)
Οι ΤΡΑΥΜΑΤΙΟΦΟΡΕΙΣ μεταφέρουν τη ΣΥΛΒΙΑ τρέχοντας με φορείο στο χειρουργείο. Οι ΓΙΑΤΡΟΙ μπαίνουν κι αυτοί μέσα τρέχοντας.
 (Το ΡΟΛΟΙ ΤΟΙΧΟΥ δείχνει 4 μετά το μεσημέρι)

ΣΚΗΝΗ 5 – ΕΣΩΤΕΡ. – ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ- ΒΡΑΔΥ
 Το ΡΟΛΟΙ ΤΟΙΧΟΥ δείχνει 8. Η πόρτα της εντατικής ανοίγει. Βγαίνει ένας νεαρός γιατρός.
ΓΙΑΤΡΟΣ
(Μιλάει ήρεμα)
Σώθηκε. Μπορείτε να την δείτε στο δωμάτιό της σε λίγο.



ΣΚΗΝΗ 6 – ΕΣΩΤΕΡ. – ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ – ΜΕΡΑ (ένα μήνα μετά)
Η ΣΥΛΒΙΑ ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Δίπλα της, στο τραπεζάκι, υπάρχουν κόκκινα τριαντάφυλλα. Πάνω της σκυμμένος ο γιατρός της την εξετάζει. Του χαμογελάει.
ΣΥΛΒΙΑ
Γιατρέ πήρα την υποτροφία για το Κέμπρητζ

ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ
Μπράβο, Σύλβια. Πάλεψες σκληρά

ΣΚΗΝΗ 7 – ΕΞΩΤΕΡ. – ΑΥΛΗ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ- ΜΕΡΑ (δυο μέρες μετά)
Η ΣΥΛΒΙΑ αποχαιρετάει τον γιατρό της.
ΣΥΛΒΙΑ
Ευχαριστώ για όλα, γιατρέ

ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ
Πιστεύω σ’ εσένα, Σύλβια. Πρέπει να πιστέψεις όμως κι εσύ και να αφεθείς. Τόλμησε να αδράξεις τη μέρα. Καλή τύχη στο νέο σου ξεκίνημα

ΜΗΤΕΡΑ ΣΥΛΒΙΑΣ
Γιατρέ μιλήστε της κι εσείς. Το Λονδίνο είναι μακριά-

Ο γιατρός χαμογελάει και φεύγει χωρίς να πει τίποτα. Η μητέρα της Σύλβια κοιτάζει μια τον γιατρό μια την κόρη της σχεδόν με απόγνωση

ΣΚΗΝΗ 8-ΕΣΩΤΕΡ. – ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΧΗΘΡΟΟΥ- ΜΕΡΑ (το επόμενο ΠΡΩΙ)

Ακούγεται στο μικρόφωνο να αναγγέλλεται η άφιξη του αεροπλάνου από ΒΟΣΤΩΝΗ.
(Πανοραμική άποψη του αεροδρομίου)

Η ΣΥΛΒΙΑ δείχνει χαρούμενη. Το πρόσωπό της λάμπει. Περπατάει με σταθερό βήμα. Τα κοκκινόξανθα μαλλιά της ανεμίζουν καθώς προχωράει προς το σαλόνι των αφίξεων. (Ακούγεται ο ήχος ΑΕΡΟΠΛΑΝΩΝ να απογειώνονται και φασαρία από την κίνηση στο αεροδρόμιο).

ΣΚΗΝΗ 9 - ΕΞΩΤΕΡ. – ΈΞΟΔΟΣ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΧΗΘΡΟΟΥ- ΜΕΡΑ

Η ΣΥΛΒΙΑ βγαίνει από το αεροδρόμιο και κοιτάζει γύρω της. Την πλησιάζει η ΤΖΕΗΝ (24) και τρέχει να την αγκαλιάσει.
Η Τζέην, ψηλή με μεγάλα μάτια μπλε, ωραίο σώμα και βρετανική προφορά, είναι εντυπωσιακή κοπέλα και πρόσχαρη. (Είναι η κοπέλα με την οποία θα μοιραστούν το δωμάτιο στον ξενώνα του Πανεπιστημίου)



ΤΖΕΗΝ
Ήρθες! Θα περάσουμε τέλεια!

ΣΥΛΒΙΑ
(Με δήθεν σοβαρό και αυστηρό ύφος)
Εδώ δεν είναι Βοστόνη να ρωτάτε τον καθηγητή σας ποιος έγραψε το Λαίδη Λάζαρους[1] (γέλια)

ΤΖΕΗΝ
Θυμάσαι πόσο άσχετος ένιωσε ο κύριος Κέην στο μάθημα της Συγκριτικής λογοτεχνίας όταν τον ρώτησα;
(γέλια)


ΣΚΗΝΗ 10 -ΕΣΩΤΕΡ.- ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ – ΜΕΡΑ

(Η ΚΑΜΕΡΑ δείχνει φευγαλέα το βρετανικό τοπίο)

Ο ΟΔΗΓΟΣ του αυτοκινήτου (50) ντυμένος με στολή σοφέρ οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα. (Φαίνεται να ξέρει καλά τη διαδρομή) Καταπράσινα δέντρα, χορτάρι και λίγη ομίχλη στο φόντο.
 Οι κοπέλες κάθονται αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα μιας ακριβής Μερσεντές, γελούν και κοιτάζουν ένα περιοδικό.

ΤΖΕΗΝ
Γράφει για το μυθιστόρημά σου «Ο Γυάλινος Κώδων»[2]. Είσαι δυνατή. Σε θαυμάζω!

ΣΥΛΒΙΑ
(Η ΣΥΛΒΙΑ απαγγέλλει τους στίχους με στόμφο)
Το να πεθαίνεις / είναι μια τέχνη, όπως καθετί.[3]

Η ΤΖΕΗΝ πιάνει το χέρι της Σύλβια και το κρατάει σφιχτά.

ΤΖΕΗΝ
Μην τα σκέφτεσαι πια-

ΣΥΛΒΙΑ
Βγαίνω με τα κόκκινα μαλλιά μου στη μέρα
Και τρώω τους άντρες σαν αέρα.[4]
(γελάει πονηρά)

ΤΖΕΗΝ
Αλήθεια το αφιέρωσες στον ΣΑΣΟΥΝ;


ΣΥΛΒΙΑ
Μην μου τον θυμίζεις. Ο ΡΙΤΣΑΡΝΤ είναι βαρετός όπως όλοι τους. Η αυτοκτονία δεν είναι τίποτα μπροστά στη βαρεμάρα.

ΣΚΗΝΗ 11- ΕΣΩΤΕΡ. – ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΤΟ ΚΕΜΠΡΙΤΖ-ΜΕΡΑ

Η ΣΥΛΒΙΑ τακτοποιεί τα πράγματά της στο δωμάτιο.
Ανοίγει το παράθυρο. Ο ήλιος την τυφλώνει. Ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά της. (Τσούζουν)
Κοιτάζει τη θέα από το παράθυρο του δωματίου στον κήπο με τα λουλούδια και το καταπράσινο τοπίο. Παρατηρεί με θαυμασμό τα κτήρια του πανεπιστημίου
(τριώροφα κτήρια από κόκκινο τούβλο και λευκά παράθυρα, οι στέγες είναι στιλ αγγλικού μπαρόκ)
Ανοίγει το παράθυρο και παίρνει μια βαθιά ανάσα. Δείχνει ευχαριστημένη.
Η ΤΖΕΗΝ που στέκεται δίπλα της λέει με δήθεν σοβαρή φωνή

ΤΖΕΗΝ
Καλώς ήρθατε κυρία Πλαθ στο κολέγιο θηλέων του Νιούνχαμ.
(γέλια)
Οι δυο φίλες κάνουν γκριμάτσες σαν παλιάτσοι.

ΣΚΗΝΗ 12 -ΕΣΩΤΕΡ. – ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΕΜΠΡΙΤΖ- ΜΕΡΑ (ΑΠΟΓΕΥΜΑ)

Η Σύλβια σκυμμένη πάνω από το γραφείο μπροστά στο παράθυρο γράφει ασταμάτητα. Σχίζει πετάει χαρτιά. Ξαναγράφει.
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η Τζέην με φόρα. Έχει εύθυμη διάθεση
ΤΖΕΗΝ
Δεν πιστεύω να θέλεις να συνεχίσεις να γράφεις όλη την υπόλοιπη μέρα. Έλα ετοιμάσου να σε ξεναγήσω στο campus. Βιάσου, μπορεί να γνωρίσεις τον έρωτα της ζωής σου πριν γνωρίσεις τους πεθαμένους ποιητές στα μαθήματά μας

ΣΥΛΒΙΑ
Ο έρωτας είναι μια τεράστια έλλειψη[5]. Μα οι νεκροί είναι περισσότερο ενδιαφέροντες. Μην ξεχνάς πως ήρθα γι’ αυτούς

ΣΚΗΝΗ 13- ΕΞΩΤΕΡ.- ΠΑΡΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ –ΜΕΡΑ (ΑΠΟΓΕΥΜΑ)

Οι κοπέλες περπατούν ανάμεσα στα παλιά καλοδιατηρημένα κτήρια και το όμορφο πάρκο. Στέκονται για λίγο έξω από το κτήριο της βιβλιοθήκης. Συνεχίζουν τη βόλτα τους προς το κέντρο της πόλης. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες γυρνούν τριγύρω σαν το μελίσσι
(Ακούγονται ΓΕΛΙΑ, ΦΩΝΕΣ και ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ χωρίς να ξεχωρίζουμε τι λένε).


ΣΥΛΒΙΑ
Πω πω κόσμος! Σαν μελίσσι! Ο πατέρας μου θα ήταν εδώ στο στοιχείο του.[6]

Ξαφνικά η Σύλβια μελαγχολεί.
Η Τζέην αλλάζει αμέσως κουβέντα

ΤΖΕΗΝ
Έλα να σου γνωρίσω τον ΑΛΑΝ (25)
Όμορφος, αθλητικός, ο χαρακτηριστικός τύπος του γοητευτικού και γεμάτου αυτοπεποίθηση άντρα.
(Φαίνεται να αρέσει στην Νάνσυ)
 και τον ΑΜΙΣ [7] (25).
Ο Άμις ένας όμορφος, Καναδός, καλοντυμένος με ύφος ντροπαλό, σοβαρό και κάπως αφηρημένο. Σπουδάζει λογοτεχνία και γράφει λογοτεχνικές κριτικές. Κρατάει στα χέρια του ένα περιοδικό
ΤΖΕΗΝ
Ο Άμις γράφει στο περιοδικό «Saint Botolph’s review»[8]

ΣΥΛΒΙΑ
Χάρηκα!
(τον χαιρετάει με χειραψία)
Αυτό είναι που κρατάτε;

ΑΜΙΣ
To περιοδικό; Ναι.
(κάπως αφηρημένα)
Γράφετε;

ΣΥΛΒΙΑ
Σκαλίζω ποιήματα-
(ενώ μιλάει χαμογελάει πλατιά)

ΤΖΕΗΝ
-Γράφει καταπληκτικά!

Η ΣΥΛΒΙΑ ξεφυλλίζει το περιοδικό και το μάτι της σταματάει σε μερικά ποιήματα του ΤΕΝΤ ΧΙΟΥΖ. Διαβάζει δυνατά (V.O)
(Η ΚΑΜΕΡΑ ανοίγει το πλάνο στο τοπίο.)

ΣΥΛΒΙΑ
Η αρκούδα είναι ποτάμι/Όπου, όταν οι άνθρωποι σκύβουν για να πιούν,/Αντικρίζουν τον νεκρό εαυτό τους.
Η αρκούδα κοιμάται/Μέσα σε ένα βασίλειο τοίχων/Μέσα σε ένα δίκτυο ποταμών.
Αυτή είναι ο βαρκάρης/Για τη χώρα των νεκρών.
Η αμοιβή της είναι τα πάντα.

Ο Άμις δείχνει ενθουσιασμένος και γοητευμένος με τη Σύλβια

ΆΜΙΣ
Ελάτε αύριο στο πάρτι του περιοδικού. Θα είναι και ο ΤΕΝΤ
(εννοεί ότι έχει κάποια οικειότητα μαζί του)
 Τι λέτε;
Η Σύλβια δείχνει πανευτυχής.

ΣΥΛΒΙΑ
Τέλεια!
(ανασηκώνεται στις μύτες των ποδιών της σαν να θέλει να χορέψει)

ΆΜΙΣ
Αύριο θα σας περιμένω στην είσοδο του ξενώνα σας στις 9 ακριβώς.

ΣΚΗΝΗ 14- ΕΣΩΤΕΡ. –ΔΩΜΑΤΙΟ ΞΕΝΩΝΑ ΚΕΜΠΡΙΤΖ- ΒΡΑΔΥ

Οι κοπέλες ετοιμάζονται. Φορούν όμορφα βραδινά φορέματα. Η Σύλβια κόκκινο και η Τζέην πράσινο. Τα μαλλιά τους καλοχτενισμένα. Τα πλούσια κοκκινόξανθα μαλλιά της ΣΥΛΒΙΑ είναι χτενισμένα σαν της Κάθριν Χέπμπορν. Η Σύλβια διαθέτει την ίδια φινέτσα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Γυρίζει δεξιά αριστερά και κοιτάζει το φόρεμά της. Οι κινήσεις της θυμίζουν μπαλαρίνα. Διορθώνει το ντεκολτέ της.

ΤΖΕΗΝ
Κούκλα! Μοιάζεις σαν την Κάθριν Χέπμπορν. Έλα τώρα, βιάσου, Σύλβια! Ανυπομονώ να δω τον Άλαν
Η Τζέην χορεύει από τη χαρά της. Η Σύλβια σκύβει και βάζει κουτσαίνοντας το αριστερό της γοβάκι.
(Παριστάνει πως καθυστερεί)
 Σηκώνεται και βγαίνει καμαρωτή από την πόρτα.

ΣΚΗΝΗ 15 – ΕΞΩΤΕΡ.- ΕΙΣΟΔΟΣ ΞΕΝΩΝΑ ΚΕΜΠΡΙΤΖ- ΒΡΑΔΥ

Ο Άλαν και ο Άμις στέκονται στην είσοδο του ξενώνα.
(ντυμένοι με σικάτα κοστούμια, φρεσκοξυρισμένοι, με μαλλιά χτενισμένα άψογα τις περιμένουν συζητώντας χαλαρά).
Ο Άμις μόλις βλέπει τη Σύλβια την πλησιάζει και της δίνει το χέρι του κάπως αδέξια. Εκείνη του χαμογελάει.
 Ο Άλαν και η Τζέην περπατούν πιασμένοι από το μπράτσο συζητούν ψιθυριστά. Δίπλα τους η Σύλβια και ο Άμις περπατούν συζητώντας εύθυμα.






ΣΚΗΝΗ 16 – ΕΣΩΤΕΡ.- ΚΤΗΡΙΟ ΣΧΟΛΗΣ ΚΕΜΠΡΙΤΖ- ΒΡΑΔΥ

Τα ζευγάρια μπαίνουν στο κτήριο. Μόλις ανοίγει η πόρτα ακούγεται η ΜΟΥΣΙΚΗ να δυναμώνει σαν κύμα. Νέοι και νέες χορεύουν, πίνουν, γελούν, αστειεύονται.  Η Σύλβια κοιτάζει γύρω της ανυπόμονα.

ΣΥΛΒΙΑ
Τι λες Άμις, θα μου συστήσεις αυτόν τον ποιητή που σου διάβασα χθες;

ΆΜΙΣ
Τον Τεντ Χιούζ, βέβαια. Να τον. Μόλις τον είδα να έρχεται προς το μέρος μας.

Ο ΆΜΙΣ χαμογελάει στον ΤΕΝΤ (27) που πλησιάζει προς το μέρος τους και τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη.
(ψηλός, αθλητικός, όμορφος με λεπτά χείλη και καλοκουρεμένα μαλλιά όπως τα κλασικά κολεγιόπαιδα)
Η Σύλβια καρφώνει τον Τεντ με το βλέμμα της

ΆΜΙΣ
Να σου συστήσω μια θαυμάστριά σου, ποιήτρια. Τεντ, η Σύλβια. Σύλβια, ο Τεντ.
(Ακούγεται το τραγούδι του Κλιφ Ρίτσαρντ Move it[9])

ΣΥΛΒΙΑ
(απαγγέλει στίχους από το ποίημά του)
Η αρκούδα είναι ποτάμι/Όπου, όταν οι άνθρωποι σκύβουν για να πιούν,/Αντικρίζουν τον νεκρό εαυτό τους.

ΤΕΝΤ
Ώστε με διαβάζετε;
(της λέει με την γιορκσαϊρινή προφορά του. Η φωνή του βαθιά και βροντερή σαν κεραυνός, δείχνει κολακευμένος)

Όλο το βράδυ η ΣΥΛΒΙΑ του απαγγέλει στίχους του που είχε αποστηθίσει.
Χορεύουν, πίνουν μπράντι, τραγουδούν.
(Ξεχνούν εντελώς τους άλλους).

 ΣΚΗΝΗ 17- ΕΣΩΤΕΡ.- ΚΤΗΡΙΟ ΣΧΟΛΗΣ ΚΕΜΠΡΙΤΖ –ΝΥΧΤΑ

Ο Τέντ και η Σύλβια μεταφέρονται σε ένα χώρο δίπλα από το πάρτι όπου είναι εντελώς μόνοι. Κοιτάζονται.
 Συζητούν με ενδιαφέρον.
Χάνονται ο ένας στη συντροφιά του άλλου. Χορεύουν.
Κάποια στιγμή εκείνος κάνει ένα βήμα και τη φιλάει στον λαιμό κι εκείνη τον δαγκώνει στο μάγουλο με τόση δύναμη που τον ματώνει.[10] Βγάζει ένα μαντίλι και σκουπίζει τελετουργικά το αίμα. Μετά διπλώνει και φυλάει το μαντίλι προσεκτικά στην τσάντα της.
Εκείνος δεν φαίνεται να ξαφνιάζεται.
Πιάνει το χέρι της και το κρατάει πάνω στο μάγουλό του.


ΣΥΛΒΙΑ
Κάποια μέρα θα πεθάνω για εσένα
(του λέει  ξαφνικά, σχεδόν δραματικά, μισοζαλισμένη, αμέσως όμως ξεσπάει σε νευρικά γέλια)

Εκείνος την χαϊδεύει και την φιλάει. Μιλάει ψευδίζοντας. Φαίνεται λίγο μεθυσμένος. Και η Σύλβια ξεσπάει σε γέλια.
Φεύγουν από το πάρτι αγκαλιασμένοι.

ΣΚΗΝΗ 18-ΣΕΚΑΝΣ- ΕΞΩΤΕΡ. – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΕΜΠΡΙΤΖ- ΜΕΡΑ

Η Σύλβια και ο Τεντ είναι αχώριστοι.
-Διαβάζουν μαζί καθισμένοι πάνω στο γρασίδι του πάρκου. Ο ήλιος είναι ψηλά και η ατμόσφαιρα καθαρή.
-Τρώνε μαζί σε ένα μικρό εστιατόριο. Τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους. Το φως λούζει τον χώρο.
-Περπατούν στους κήπους του πανεπιστημίου πιασμένοι χέρι χέρι. Ο ήλιος έχει σχεδόν δύσει.
-Φιλιούνται. Είναι πια νύχτα.

ΣΚΗΝΗ 19 - ΕΣΩΤΕΡ.- ΔΩΜΑΤΙΟ ΧΙΟΥΖ- ΝΥΧΤΑ

Η Σύλβια και ο Τεντ κάνουν παθιασμένο έρωτα. (Η ΚΑΜΕΡΑ δείχνει το πρόσωπο της Σύλβια που αλλάζει εκφράσεις σαν να εκφράζει πόνο)
Ξαπλώνει δίπλα του και ανάβει τσιγάρο. Την απασχολεί κάτι. Ξαφνικά γίνεται απόμακρη. Κοιτάζει αδιάφορα το ταβάνι. Ο ΤΕΝΤ απλώνει το χέρι του να της χαϊδέψει τα μαλλιά. Εκείνη αποτραβιέται. Πάει να σηκωθεί από το κρεβάτι.
ΤΕΝΤ
Τι συμβαίνει, Σύλβια;

ΣΥΛΒΙΑ
Η Σύλβια σηκώνεται όρθια. Κοιτάζει γύρω της σαν να μην υπάρχει κανένας. Σαν να αποκόπηκε από την πραγματικότητα.
(Απαγγέλει μερικούς στίχους από το ποίημά του ΧΙΟΥΖ. Τους ίδιους ακριβώς στίχους που του είχε απαγγείλει τη μέρα που τον γνώρισε)

ΣΥΛΒΙΑ
Η αρκούδα είναι ποτάμι/Όπου, όταν οι άνθρωποι σκύβουν για να πιούν,/Αντικρίζουν τον νεκρό εαυτό τους.

ΣΥΛΒΙΑ
Κι αν όλα τελειώνουν γιατί να νιώθουμε ευτυχισμένοι;

Τα τελευταία λόγια τα λέει σχεδόν οργισμένη.
Κάθεται στην πολυθρόνα απέναντι από το κρεβάτι. Κουλουριάζεται στη στάση του εμβρύου.
Κοιτάζει προς το παράθυρο. Δίπλα στο παράθυρο είναι ένα μικρό γραφείο με ένα πράσινο φωτιστικό γραφείου. Καρφώνει τα μάτια της πάνω στο φωτιστικό. Δείχνει σοκαρισμένη. Το πρόσωπό της μεταμορφώνεται. Σκληραίνει. Μοιάζει σχεδόν αλλοιωμένο. Πονάει. Μοιάζει να ζει ένα δράμα

ΣΚΗΝΗ 20- ΣΕΚΑΝΣ -ΕΣΩΤΕΡ. ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΠΙΤΙΟΥ- ΝΥΧΤΑ (ΦΛΑΣΜΠΑΚ)

-Το μυαλό της ΣΥΛΒΙΑ (8)πηγαίνει στην παιδική της ηλικία. Η ίδια παίζει στον κήπο. Πειράζει τα μελίσσια του πατέρα της.
- Ο πατέρας την μαλώνει. (Βρίσκονται στο γραφείο του)
-Ο πατέρας της δουλεύει στο γραφείο του. Πάνω στο έπιπλο ένα ίδιο πράσινο φωτιστικό με αυτό στο δωμάτιο του Τεντ Χιουζ. Είναι αργά τη νύχτα.
-Μετά ο πατέρας της είναι νεκρός πάνω σε ένα τραπέζι. Εκείνη τον κοιτάζει. Κρατάει ένα βιβλιαράκι με σημειώσεις του πατέρα της. Πονάει. Έχει παγώσει.
(Ακούγεται μια παιδική φωνή O.S)

ΣΥΛΒΙΑ
Μήπως φταίω εγώ; Δεν θα πειράξω ξανά τις μέλισσες. Μην πεθάνεις. Μπαμπά σε χρειάζομαι.
(Η ΚΑΜΕΡΑ δείχνει το πράσινο φωτιστικό με διαστρεβλωμένες διαστάσεις)

ΣΚΗΝΗ 21- ΕΣΩΤΕΡ. ΔΩΜΑΤΟ ΧΙΟΥΖ- ΝΥΧΤΑ

Το πρόσωπο της ΣΥΛΒΙΑ μοιάζει να ξυπνάει από έναν βαθύ ύπνο. Γυρίζει προς τον ΤΕΝΤ και του απαγγέλλει λίγους δικούς της στίχους

ΣΥΛΒΙΑ
Το να πεθαίνεις / είναι μια τέχνη, όπως καθετί. / Κι εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά / Το κάνω έτσι ώστε να μοιάζει κόλαση. / Το κάνω έτσι ώστε να μοιάζει αληθινό. / Έχω το χάρισμα μπορείς να πεις[11]

Πώς σου φαίνονται; Δεν γράφω χαρισματικούς στίχους;
Ο Τεντ σηκώνεται και την πλησιάζει. Την αγκαλιάζει απαλά. Την σηκώνει, την φέρνει επάνω του και την φιλάει. Φαίνεται ψύχραιμος. Δεν καταλαβαίνει το εσωτερικό δράμα της Σύλβια.

ΤΕΝΤ
Έλα πάμε να δούμε την ανατολή του ήλιου πάνω στο οροπέδιο δίπλα στη λίμνη!

Αυτή η αναπάντεχη πρόταση την ξαφνιάζει και την συνεφέρνει

ΣΥΛΒΙΑ
Τεντ, είσαι τρελός!

ΤΕΝΤ
Δεν θέλεις να γίνεις ποιήτρια; Αυτό πρέπει να το δεις!

Η Σύλβια τον ακολουθεί. Εκείνος τη βοηθάει να ντυθούν γρήγορα.


ΣΚΗΝΗ 22 – ΕΞΩΤΕΡ. – ΑΥΛΗ ΞΕΝΩΝΑ ΤΕΝΤ- ΝΥΧΤΑ

Ο Τεντ και η Σύλβια ντυμένοι σε σπορ στιλ πλησιάζουν ένα κόκκινο αυτοκίνητο μάρκας Mini Cooper που είναι παρκαρισμένο στην αυλή.
ΤΕΝΤ
Από δω ο Τίγρης. Πώς σου φαίνεται;

ΣΥΛΒΙΑ
Γράφεις για αρκούδες, οδηγείς έναν τίγρη. Νομίζω ότι κινδυνεύω;
(το ύφος της είναι ελαφρά ειρωνικό)

ΤΕΝΤ
Μπες μέσα να το ανακαλύψεις. Σε μισή ώρα θα είμαστε στην κορυφή. Θα τα ξεχάσεις όλα. Αυτό που θα δεις είναι ύμνος στη ζωή. Μόλις που προλαβαίνουμε την ανατολή δίπλα στη λίμνη.

Η Σύλβια μπαίνει στο αυτοκίνητο και ο Τεντ πατάει το γκάζι.

ΤΕΝΤ
Φύγαμε.

ΣΚΗΝΗ 23 – ΕΣΩΤΕΡ.- ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ- ΝΥΧΤΑ

Η Σύλβια τραγουδάει σιγανά ένα παλιό τραγούδι του Κλιφ Ρίτσαρντ το Move it. Με το αριστερό της χέρι παίζει το ρυθμό πάνω στο παρμπρίζ ενώ με το δεξί χέρι της αγκαλιάζει τον ώμο του Τεντ που κοιτάζει με προσοχή τον δρόμο. Είναι απορροφημένος στην οδήγηση. Αλλάζει ταχύτητες και πατάει το γκάζι. Το παράθυρο του αυτοκινήτου από τη μεριά της Σύλβια είναι ανοιχτό. Το τοπίο είναι σκοτεινό. Μόνο οι προβολείς φωτίζουν τον δρόμο που έχει στροφές. Ο δρόμος μοιάζει σαν φίδι που σκαρφαλώνει σε δέντρο. Τα μαλλιά της ανακατεύονται από το πρωϊνό αέρα που φυσάει κάπως δυνατά καθώς το αυτοκίνητο τρέχει με ταχύτητα.


ΣΥΛΒΙΑ
Τεντ, θυμάσαι το τραγούδι που ακουγόταν το βράδι που γνωριστήκαμε στο πάρτι;

ΤΕΝΤ
Τι; Μίλα πιο δυνατά. Δεν ακούω από τον αέρα.

ΣΥΛΒΙΑ
Λέω το τραγούδι-

ΤΕΝΤ
(τραγουδάει το τραγούδι του Κλιφ Ρίτσαρντ Move it)
Ακούμε τη μουσική να έρχεται από κάπου στο βάθος ενώ ο Τεντ τραγουδάει
-C'mon pretty baby let's a move it and a-groove it/Well shake oh baby, shake oh honey, please don't lose it/The rhythm that gets into your heart and soul/Well, let me tell you baby, it's called rock 'n' roll/They say it's gonna die but please let's face it/Well, they just don't know what's a goin' to replace it/Yeah, ballads and calypsos they got nothin' on/Real country music that just drives along

Αρχίζει να τραγουδάει και η Σύλβια. Ο Τεντ της ρίχνει φευγαλέα τρυφερά βλέμματα. Παρατηρεί μια ένταση στα ρουθούνια της σαν φτερούγισμα μέλισσας. Το αυτοκίνητο φτάνει στο ύψωμα. Ο ΗΛΙΟΣ έχει αρχίσει να ανατέλλει. Οι ακτίνες ρίχνουν το χρυσό φως πάνω στη λίμνη η οποία αντανακλά το χρυσοκόκκινο πρωϊνό φως.

ΣΚΗΝΗ 24 - ΕΞΩΤΕΡ. –ΛΙΜΝΗ ΟΡΟΠΕΔΙΟΥ- ΜΕΡΑ (ΑΝΑΤΟΛΗ)

Η λίμνη έχει σχήμα μακρόστενο. Καμπυλώνεται μόνο στη μία άκρη. Στο πλάι του δρόμου υπάρχουν μικροί χώροι στάθμευσης με θέα τη λίμνη. Ο Τεντ διαλέγει έναν χωρίς καντίνα, πάνω από μια απότομη κατάφυτη πλαγιά που κατηφορίζει ως την όχθη.

ΤΕΝΤ
Ορίστε, λοιπόν. Εδώ είμαστε.

Η Σύλβια τον κοιτάζει γοητευμένη. Κοιτάζει γοητευμένη και το τοπίο με τον ΗΛΙΟ να ανατέλλει. Του χαϊδεύει τα μαλλιά. Το ίδιο κι εκείνος. Φιλιούνται. Μοιάζουν σαν να ανήκουν στο τοπίο. Φιλιούνται. Η φύση είναι καταπράσινη, η λίμνη λάμπει από φως και ο Ήλιος σηκώνεται λαμπρός εποπτεύοντας το τοπίο.

ΣΥΛΒΙΑ
Θα μπορούσα να ζήσω έτσι χωρίς να με νοιάζει ο θάνατος

Εκείνος την κοιτάζει απορημένος.

ΤΕΝΤ
Έρχομαι συχνά εδώ. Μελετώ το πέταγμα των αετών και αν είμαι τυχερός συναντώ και λύκους

Η ΣΥΛΒΙΑ γυρίζει το κεφάλι της απότομα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της συσπώνται.

ΣΥΛΒΙΑ
Κι εκείνος το ίδιο θα έκανε.

ΤΕΝΤ
(κάπως ενοχλημένος)
Ποιος απασχολεί το μυαλουδάκι σου ενώ είσαι μαζί μου;
ΣΥΛΒΙΑ
Ο Daddy[12] ποιος άλλος, Τεντ;

ΤΕΝΤ
Μην σκέφτεσαι τίποτα, Σύλβια. Είμαστε μαζί. Είμαι εδώ εγώ-


Ο ΧΙΟΥΖ την φιλάει. Αρχίζει να της απαγγέλλει στίχους από το ποίημά του Η αρκούδα


ΤΕΝΤ
Mέσα στο τεράστιο ορθάνοιχτο κοιμισμένο μάτι του βουνού/Η αρκούδα είναι η αναλαμπή της κόρης του ματιού/Έτοιμη να ξυπνήσει/Κι αμέσως να εστιάσει.
Η αρκούδα κολλάει/Την αρχή με το τέλος –
Η ΣΥΛΒΙΑ συνεχίζει

ΣΥΛΒΙΑ
-Με κόλλα από τα κόκαλα των ανθρώπων/Στον ύπνο της.
Η αρκούδα σκάβει/Όσο κοιμάται/Άπ' άκρη σ' άκρη τον τοίχο του Σύμπαντος/Μ' ενός ανθρώπου οστό.
Η αρκούδα είναι πηγάδι/Πολύ βαθύ για να λάμψει/Εκεί όπου η κραυγή σου/Χωνεύεται.
Η αρκούδα είναι ποτάμι/Όπου, όταν οι άνθρωποι σκύβουν για να πιουν,/Αντικρίζουν τον νεκρό εαυτό τους.
Η αρκούδα κοιμάται/Μέσα σε ένα βασίλειο τοίχων/Μέσα σε ένα δίκτυο ποταμών.
Αυτή είναι ο βαρκάρης/Για τη χώρα των νεκρών.
Η αμοιβή της είναι τα πάντα.

Την κοιτάζει με θαυμασμό. Γυρίζει απότομα και της λέει

ΤΕΝΤ
Σύλβια Πλαθ, σε χρειάζομαι. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;



[1] Το ποίημα Lady Lazarus (Λαίδη Λάζαρος) ανήκει στην Σύλβια Πλαθ
[2]   Το στοιχείο είναι ψευδές καθώς το μυθιστόρημα εκδόθηκε μετά τον θάνατό της. Αρχικά με το ψευδώνυμο «Βικτόρια Λούκας» και το 1967 με το πραγματικό της όνομα. Στην Αμερική εκδόθηκε το 1971.
[3] Στίχος από το ποίημα της Σύλβια Πλαθ Lady Lazarus (Λαίδη Λάζαρος)
[4] Οι τελευταίοι στίχοι από το ποίημα Lady Lazarus (Λαίδη Λάζαρος)
[5] Παραφράζοντας τον Σαρτρ
[6]   Αναφορά στον βιολόγο, εντομολόγο πατέρα της που είχε μελετήσει και αγαπούσε τις μέλισσες
[7] Ο Άμις ήταν ο νεαρός με τον οποίο πήγε η Σύλβια Πλαθ στο πάρτι που γνώρισε τον Τεντ Χιούζ
[8] Πρόκειται για το περιοδικό «Saint Botolph’s review» στο οποίο η Σύλβια Πλαθ διάβασε κάποια πολύ εντυπωσιακά ποιήματα του Τεντ Χιουζ
[9] https://www.youtube.com/watch?v=sKkqHL2-9nM
[10] Πραγματικό περιστατικό
[11] Απόσπασμα από το ποίημα Lady Lazarus (Λαίδη Λάζαρος)
[12] Υπαινιγμός στο ομώνυμο ποίημα της Σύλβια Πλαθ