Σάββατο, 27 Ιουνίου 2020

ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΘΕΑΤΡΟ



Μένουμε… ταπί
Επιθεώρηση
σε κείμενα του Δημήτρη Χαλιώτη


Με τους
Ελένη Γερασιμίδου, Αντώνη Ξένο,
Αγγελική Ξένου, Ανδρέα Βελέντζα


Από τις 8 Ιουλίου
στο ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΘΕΑΤΡΟ (αυλή)


Από τις 8 Ιουλίου το Από Κοινού Θέατρο παρουσιάζει στην όμορφη και δροσερή αυλή του την ξεκαρδιστική επιθεώρηση του Δημήτρη Χαλιώτη «Μένουμε… ταπί».
Η Ελένη Γερασιμίδου, ο Αντώνης Ξένος, η Αγγελική Ξένου και ο Ανδρέας Βελέντζας αλλάζουν ρόλους και προσωπεία στην εποχή του κορονοϊού και της καραντίνας σε μία πολιτικοκοινωνική επιθεώρηση με άφθονο γέλιο και αιχμηρή διάθεση για όσα παράλογα και τραγελαφικά ζούμε.
Μία ηλικιωμένη που επιμένει να… μένει σπίτι, η έμπιστη σύμβουλος της Υπουργού Παιδείας Θεοπίστη Προσκυνίδου, το «ανασυγκροτημένο» μέλος του ΣΥΡΙΖΑ Κικίτσα Σκρουμπέλη, ένας ΜΑΤατζής που έχει μάθει να δέρνει και να τον χειροκροτούν, μία φανατική θαυμάστρια του Σωτήρη Τσιόδρα, καθώς και ο Νίκος Χαρδαλιάς… αυτοπροσώπως μας δίνουν ραντεβού φέτος το καλοκαίρι στην αυλή του Από Κοινού σκορπίζοντας το γέλιο που τόσο έχουμε ανάγκη.
Σε μία εποχή που το να κάνεις θέατρο συνιστά πράξη πολιτική και γενναία, το Από Κοινού Θέατρο δίνει το «παρών» με μία επιθεώρηση που δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Με βιτριολικό χιούμορ, πολύ χορό και τραγούδι. Κόντρα στην ανασφάλεια και τον φόβο. Τηρώντας όλα τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης για την προστασία από τον κορονοϊό.
Στην αρχή μείναμε σπίτι, τώρα «Μένουμε… ταπί»!

Συντελεστές
Κείμενα: Δημήτρης Χαλιώτης
Σκηνοθεσία: Ελένη Γερασιμίδου
Χορογραφίες: Mia Molika
Ενδυματολογική επιμέλεια: Έβελυν Σιούπη
Σκηνικά: Ντίνος Παρηγόρης
Ενορχήστρωση: Γιώργος Θεοφάνους
Παίζουν: Ελένη Γερασιμίδου, Αντώνης Ξένος, Αγγελική Ξένου, Ανδρέας Βελέντζας

Φωτογραφίες: Φραντζέσκα Καλπακίδου
Γραφιστικά: Βάσια Μπρέστα

Πρεμιέρα: 8-7-2020
Παραστάσεις: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή στις 21:15
Διάρκεια παράστασης: 110΄
Γενική είσοδος: 15 € (με κρασί, μπύρα, αναψυκτικό)
Τηλέφωνο κρατήσεων: 211 4057249

Από Κοινού Θέατρο
Ευπατριδών 4, Γκάζι,
Τ.Κ. 11854
(μετρό: Κεραμεικός)
τηλ. 211 4057249
apokoinou4@gmail.com



                 

              

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2020

La puissance marine de Byzance et ses consequences sur l' economie


La flotte de pirates sarrasins se dirigeant vers la Crète. Image provenant du manuscrit de Jean Skylitzès à Madrid.


μετάφραση: Στάθης Κομνηνός

Προλογικό σημείωμα

Τα παρακάτω έγραφα πριν λίγο καιρό και ισχύουν απολύτως και για την παρούσα δημοσίευση :
«Ένα μέρος (πιθανόν το 1/6 όπως υπολογίζω) του αδημοσίευτου αρχείου μου αποτελείται από περίπου 80 δισκέτες, που εδώ και πολύ καιρό δεν είναι πια συμβατές με τη νέα μορφή υπολογιστών. Παρουσιάζεται, λοιπόν, ο κίνδυνος το αρχείο αυτό να χαθεί οριστικά και αμετάκλητα. Φυσικό είναι το ενδεχόμενο αυτό να μού προκαλεί ένα κάποιο άγχος, όχι τόσο στη σκέψη ότι στα κείμενα που θησαυρίζονται σ’ αυτό το τμήμα του αρχείου ενδέχεται να υπάρχει πιθανόν κάποιος εκπληκτικός πνευματικός «θησαυρός» (όλα τα  κείμενα εκεί είναι της πρώτης μου νεότητας, δηλαδή από 18-25 χρονών), όσο στο ενδεχόμενο κενό που μπορεί να υπάρξει με την απώλειά του σχετικά με την πνευματική μου πορεία και τους αναβαθμούς ωρίμανσης και επιρροών της, που ίσως μπορέσουν να διαφωτίσουν πληρέστερα το μελετητή του μέλλοντος – αν ποτέ, ασφαλώς, αναφανεί ένας τέτοιος. Άλλωστε, ουδείς γνωρίζει ποιο στοιχείο του δημοσιευμένου (και κατοπινού αυτών των κειμένων του αρχείου) έργου μου μπορεί να φωτιστεί ή να ερμηνευθεί προσφυέστερα, ακριβώς λόγω της διάσωσης αυτών των νεανικών παντοειδούς τύπου κειμένων. Στο νεανικό αυτό αρχείο έχουν αποθησαυριστεί πολλά κείμενα, τα οποία περιλαμβάνουν δοκίμια, μεταφράσεις, ποίηση, φιλοσοφία, μουσικολογία, θέατρο και θεολογία. Ελπίζω ότι στο επόμενο χρονικό διάστημα θα καταφέρω να αναγνώσω –πράγμα αρκετά δύσκολο – ολόκληρο ή έστω μέρος αυτού του αρχείου και να προχωρήσω στην άμεση δημοσίευσή του. Ασφαλώς, η απάντηση στην αναμενόμενη ερώτηση γιατί δεν είχε διασωθεί εξαρχής αυτό το αρχείο και δεν είχαν μεταφερθεί τα αρχεία του σε μορφή συμβατή με τη νέα τεχνολογία είναι ότι από τα εφηβικά μου ακόμη χρόνια ελάχιστα ποντάριζα στην … «αποταμίευση» και κεφαλαιοποίηση των κειμένων μου και ελάχιστη αξία τους έδινα, γι αυτό και αδιαφορούσα παντελώς για τη μοίρα τους. Η μετέπειτα διάσωσή τους και η κατά ένα τρόπο συγκεντρωτική τακτοποίησή τους σε ιστοσελίδες που πιθανόν να τα διασώσουν για καιρό, όπως π.χ. στο site https://independent.academia.edu/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%82%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CF%82 , γίνεται – σας διαβεβαιώ – από οχληρή, κουραστική και εξόχως πληκτική υποχρέωση …προς τρίτους, αφού …πολιτικόν ζώον ο άνθρωπος.». Αφορούσαν στη διάσωση κειμένων όπου πληροφορίες και κάποιες εξηγήσεις  βρίσκει κανείς εδώ : https://www.academia.edu/39295688/THOMAS_HOPKO_.
           
Το ακόλουθο κείμενο είναι, προφανώς, μια μετάφραση από τα ελληνικά στα γαλλικά. Διασώθηκε, κατά την μετατροπή των παλαιών δισκετών στη νέα τεχνολογία…, εν μέρει. Είναι εμφανές αυτό από την τελευταία σελίδα, όπου κάτω από τις διπλές διακεκομμένες γραμμές υπάρχουν θραυσματικές προτάσεις που υποσημαίνουν, σαφέστατα, απώλεια της υπόλοιπης μετάφρασης. Το χειρόγραφό αυτής της μετάφρασης λανθάνει. Δεν μπορώ να θυμηθώ

1. ποιος μου την είχε αναθέσει
2.από ποιο βιβλίο ή ανέκδοτο (;) κείμενο έγινε
3.αν εκδόθηκε ποτέ και από ποιόν και πού
4.αν δεν εξεδόθη, γιατί έγινε αυτό

Θυμάμαι, αμυδρά και μέσα σε αχλύ, πως έπληττα κατά την εκπόνησή της. Κι επίσης ότι επρόκειτο για ένα ακαδημαϊκό στεγνό και ξηρό κείμενο, δίχως καρδιά και αίμα μέσα του, τόσο που η ατμόσφαιρα γινόταν πνιγηρή όταν έγραφα μία – μία τις παρακάτω λέξεις. Σαφώς δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που ένιωθα έτσι για κείμενο που (αναγκαστικά) μετέφραζα (για καθαρά βιοποριστικούς και αδυσώπητους λόγους…).
Θυμάμαι καθαρά ότι για το ίδιο ελληνικό κείμενο μού είχε ζητηθεί και αγγλική μετάφραση (ίσως πρώτα αυτή και μετά η γαλλική…). Δεν την έχω βρει. Λανθάνει. Οι μεταφράσεις δόθηκαν στον παραγγέλοντα πιθανότατα ως χειρόγραφα, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Τα χειρόγραφα και τα δύο μεταφράσεων πιθανόν δεν κρατήθηκαν. Έχουν χαθεί ή λανθάνουν. Δεν τα έχω βρει εν πάση περιπτώσει. Με τον ίδιο τρόπο λανθάνουν ή είναι οριστικά απωλεσμένες κι άλλες μεταφράσεις μου διαφόρων ειδών. Πιθανότατα χάθηκαν ή λανθάνουν και οι αντίστοιχες, ίσως, δισκέτες στις οποίες είχαν αποθηκευτεί. Για κείμενα που δεν αγαπούσα η στάση μου ήταν κυρίως η αμεριμνησία για την τύχη τους. Ωστόσο, σεβόμουν τον κόπο της ώρας, της στιγμής, την ίδια την Ιστορία, όπως λέω παρακάτω, κι έτσι τελικά την τελευταία λέξη στην ψυχή μου είχε πάντα ο αποστασιοποιημένος σεβασμός για όλη αυτή την κατάσταση, για όλη αυτή την τυραννία (πάντα με τις φωτεινές της στιγμές…, δεν είναι μονολιθικά τα όντα…) αλλά και για το όποιο ευχάριστο, ενίοτε, αποτέλεσμα. Μάλιστα, υπέβοσκε σταθερά και μια υπόκωφη… επιθυμία να διασωθεί εν τέλει το παν, ακόμη και το σκουπίδι, όλα τα σκουπίδια, να ΜΗΝ χαθεί τίποτε. Ίσως μια ελληνική στάση τελικά αυτή, που υποσυνείδητα, έστω, κραύγαζε να μην απωλεσθεί κανένα ον… Κάτι αφόρητο αισθανόμουν πάντα στην προοπτική μιας τελεσίδικης απώλειας. Κάτι που με έκανε να ασφυκτιώ.
Το μεγαλύτερο μέρος των χαμένων, ίσως, μεταφράσεών μου έγινε κατά παραγγελίες ιδιωτών. Ίσως αυτές οι ιδιωτικές αναθέσεις αποτελούν μια σοβαρή αιτία τής …εξ αντικειμένου απώλειας των μεταφράσεων. Βλέπετε κατέφευγα, επ’ ελπίδι.., κάποτε στον ιδιωτικό τομέα με σκοπό να ξεφύγω από τη μέγγενη των εκδοτών. Ματαιοπονία…

Δεν έχω διαβάσει (εξαίρεση μοναδική στην πρακτική που ακολουθώ στις δημοσιεύσεις μου) ούτε γραμμή από το κείμενο της μετάφρασης. Ασφαλώς δεν έχω προβεί σε τυχόν απαιτούμενες διορθώσεις. Δεν ξέρω αν έχει λάθη, αν είναι ένα προσχέδιο ή η οριστική μεταφραστική εκδοχή για το μεταφραζόμενο κείμενο. Δεν ξέρω αν μπορεί να ενδιαφέρει κανέναν. Ειλικρινά θα απορούσα αν αυτό συνέβαινε. Δεν νομίζω να πρόκειται για κάτι έστω και ελάχιστα αξιόλογο για τις σκέψεις και τις ιδέες του (άγνωστου …!!!) συγγραφέα που εκφράζει. Κατά βάθος δεν ξέρω για ποιο λόγο το αναρτώ. Είναι, ίσως, το αίσθημα της ιστορίας και της διάσωσης των αποτυπωμάτων που με ωθεί όντας τόσο δυνατό μέσα μου. Μια υποχρέωσή μου στο παρελθόν μου, με άλλα λόγια, που με κουράζει και με απωθεί, ενίοτε, κι εμένα τον ίδιο. Σχεδόν αδιαφορώ, και να με συγχωρείτε για το θράσος μου αυτό.., για την όποια μελλοντική αποτίμηση ή συνυπολογισμό κι αυτού του κειμένου στο ιστορικό των πεπραγμένων μου. Εύχομαι, όμως, και ελπίζω, όπως πάντα, αυτό το ίχνος του παρελθόντος να έχει από μόνο του ένα γενικότερο ενδιαφέρον σχετικά με το τι αναγκάζεται στις «κοινωνίες» μας να κάνει ένας δημιουργός (ως άλλος Ηρακλής στους στάβλους….) για να προσποριστεί, κυριολεκτικά, κάποια ψίχουλα που πέφτουν από το λουκούλειο τραπέζι των εκδοτών για να ζήσει. Έτσι, αξία τελικά να έχει αυτή η ανάρτηση για την σαφέστατη πλήξη που δηλώνει για την τότε μεταφραστική ειλωτεία (εσαεί παρούσα στο εκάστοτε ΝΥΝ ως άλλη Μέγαιρα…) και την τωρινή διάσωση και δημοσίευσης της.

Να γράφεις αδιαφορώντας για τη διάσωση. Να γράφεις χωρίς ποντάρισμα… Λύτρωση. Δυσφορώ να σκεφτώ το μέλλον ακόμη και γι αυτό το προλογικό μου σημείωμα. Εκεί έχω φτάσει… Επιθυμώ να μην φροντίσω. Να μην μεριμνήσω. Σχεδόν προκλητικά. Γράφω δίχως να σκέφτομαι. Μονοκοντυλιά. …Ανακουφιστικό. Θέλω να αφήσω το κείμενο στη στιγμή που ΧΑΝΕΤΑΙ και να το πάρει το ποτάμι. Να επιμείνω στην αφροντισιά της ροής. Στο ρεύμα που δεν σκέφτεται ή μοιάζει, έστω, πως δεν σκέφτεται. Κάποτε γίνεται ενοχλητική πολύ η… «αθανασία». (Γελοιότητα η άλλη όψη του νομίσματός της, όπως και να το δει κανείς…, για να μην μιλήσω για τη ΝΑΥΤΙΑ της…). Η μέριμνα γι αυτήν, αν θελήσει να την … ξύσει κάποιος καλά, βγάζει σε… μιζέρια κι εμμονή, νεύρωση (…συγγραφική…), που στα χειρότερά της καταντά ψύχωση (…λογοτεχνική…). Καγχάζω. Αλίμονο μας, επιτέλους, αν η … «αθανασία» ή η … αθανασία εξαρτιόταν από τη μίζερη πρόθεσή μας ή την κουτσή πράξη μας ή τον κρυφό στα βύθια της ψυχής μας ρύπο αυτοσωτηρίας και αυτοδικαίωσης και τη διάθεσή μας να σχεδιάζουμε καταπιεστικά τη ζωή μας και λογιζόταν ως το αποτέλεσμα, δήθεν, του προσωπικού μας προγράμματος… Για γέλια τρανταχτά αυτοί οι συχνότατα απαντώμενοι πόθοι…
Μ’ αρέσει, έτσι, που η σημερινή ανάρτηση συμπλέει με τον άνεμο που περνά και χάνεται και σβήνεται μόλις φύγει από κοντά μας. Φωλεύει μέσα μου μια άγρια χαρά στη σιγουριά ότι στο βαθύ …ενδοκοσμικό μας μέλλον ούτε η κόνις θα ξενίσει και το ελάχιστο μόριό μας. Είναι σαν να γίνεται πραγματική η ζωή μου στην προοπτική αυτή. Σαν να αληθεύω. Σαν να έχω πολιτογραφηθεί στη χώρα του πραγματικού, κάτι που άλλωστε ήταν πόθος μου διακαής και κυρίαρχος από παιδί. Σκέφτομαι : (ανακουφιστικά) η Ιστορία οφείλει να σβήνεται. Ίχνος και χνάρι ουδένα. Αγαλλίασις αυτό. Και νίκη. Λύτρωση και ελευθερία. Ανασαμιά. Ειρήνη γομολάστιχας. Κι από την άλλη, που να πάρει η ευχή στον κόσμο αυτό, που είναι όπως είναι, η Ιστορία οφείλει και να διασώζεται, ας είναι ακόμη και σε τεφτέρια μπακαλικής. Ο γνωστός και βαρετός όμορφος κόσμος μας…
Το έσχατο μέλλον μου, στο οποίο σφόδρα ελπίζω, έχει καταστήσει, πιστεύω, από του νυν (…), λευκή ολόκληρη τη σελίδα μου στο χρόνο για να μπορέσει να λειτουργήσει με τους όρους της μεταχρονίας. Νομίζω...

 ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ 

La  puissance marine de Byzance et ses consequences sur l'economie
           
   Des lAntiquite jusqua nos jours, les pays entoures de la mer presentent des avantages et des desavantages differents si l’ on les compare aux autres pays, les pays appeles terrestres, lesquels  ne se trouvent pas au voisinage de la mer.                     
   Pourtant, cette differente attitude des pays navals a pour consequence un different service fiscal, de sort que ces pays-la jouissent leurs privileges et evitent des desavantages, comme pays entoures de la mer.
   L’ Empire des Romains ou Byzance etait a base permanente un pays qui avait, pendant toute la duree des onze siecles, des limites ou meme des confins etendus du cote de la mer.
   Proportionnellement alors aux periodes chroniques ces confins-la  s’ etendaient aux mers de deux ou trois continents.
   On est ainsi a meme de se realiser dans quelles difficultes ou meme des impasses se trouvait l’ Etat Byzantin, puisqu’ il devait avoir continuellement sous controle les mers qu’ il avait besoin pour la navigation, le commerce, l’ economie, mais en dessus de tout cela et avant tout, la defence de ce grand ou quelquefois immense etat. De plus, en rapport aves les periodes chroniques les confins d’ etat Byzantin et les cotes de mer connaissaient tantot une particulierement grande extension et tantot un amoindrissement en rapport avec le controle que la puissance marine necessaire devait disposer pour que les activites economiques des populations s’ accomplissent sans obstacles.
   Pourtant, la question fondamentale qui se pose ici c’est comment on pourrait dissocier ou meme isoler la necessite de la presence de la puissance marine aux regions insulaires ou littorales.
   Alors, la protection maritime vers n’ importe quelle direction est presupposition diachronique afin que la vie, les fortunes et les activites des habitants de Byzance soient assurees, puisque conformement a l’ ordre etabli une nation navale sans Marine militaire ne peut pas exister, elle se renverse, elle s’ abolit.
   Acceptant cette version, on doit lier a tout cela un element nouveau qui constituait presque toujours une pratique de la realite Byzantine.
   L’ Etat Byzantine etait pour le plus grand nombre des peuples de cet epoque-la la cible centrale, le but objectif auquel visaient selon GELZER , les barbares du Nord et de l’ Est; c’ etait la terre de promise aux tresors inepuisables.
   Cela se confirme par les expeditions qui s’ organisaient, sans cesse, par de plusieurs directions visant a sa conquete. C’est pourquoi, sous telles conditions, la puissance marine d’ une nation obtient une priorite directe. Sans elle l’ hypostase, l’ existence de la Nation devient problematique et conduit a la disparition. Andre Andreadis ecrit d’ une maniere caracteristique: la pluralite et la variete des ennemis imposerent a Byzance l’ organisation d’ une flotte equivalente a l’ armee. Quand la flotte se paralysait, de grands malheurs se produisaient.
   On cite ici un premier incident concernant a la deuxieme capitale de Byzance, Thessalonique qui a cause d’ inexistence d’ armee de mer en Egee, selon Andre Stratos, connut vers 620 les "pirogues" slaves, les monoxyles slaves dans son port. Les monoxyles slaves alors ancrerent pres de la ville, les murs de laquelle avaient ete quittes, et commencerent le siege qui dura quatre jours. Ainsi aiderent-ils les puissances terrestres des Slaves qui aspiraient a l’ occupation de Thessalonique.
   Quelques decennies plus tard, vers 673, comme Runciman nous en informe, les Arabes s’ etaient installes a la mer de Marmara, ils avaient construit des navires et pendant la duree des quatre annees, ils faisaient des invansion piratiques jusqu’ aux murs de Constantinople.
   Par consequent, la negligence de la flotte provoquait des situations negatives. Une des pires qu’ on peut citer ici c’est le manque de Sicilie ainsi que de la Crete sous Michel II le Begue 820-9 (Dynastie d’ Amorion).                                               
 Quelques siecles plus tard, quand l’ etat Byzantin se trouva dans une situation inadmissible qu’ on ne peut pas decrire facilement, il s’ est conduit a la premiere prise de 1204. A cet epoque-la, selon Choniatis, non seulement y avait - t - il une negligence criminelle mais aussi une prostration a tel point qu’ un parent de l’ empereur devint riche en vendant des depuilles piratiques, des ancres, et des accessoires des navires.
   Un autre ennemi permanent de Byzance s’ avera la piratie. Il n’ y a pas de periode chronique determinee mais des periodes peudant lequelles la puissance marine des Byzantins reculait;  c’ etait alors que la piratie faisait son apparition d’ une facon dynamique aux mers qui apportaient d’ une maniere ou d’ autre de benefices economiques chez les pirates et resultats descrutifs chez les populations et l’ economie des regions littorales ou insulaires de Byzance.
   De plus, deux autres evenements facheux viennent affirmer l’ absence de la puissance navale de Byzance a sa mer, l’ Egee. Ces incidents-la ombragent l’ Empire Byzantin au debut du dixieme siecle quand Leon XI le Sage etait Empereur de Byzance.
   Le premier evenement c’ est le cas de Lemnos qui en 902 s’ est occupee par les Arabes et ses habitants se sont fait prisonniers.
   Cette entreprise-la constitut un avertissement pour la capitale de l’ Empire, qui ne se situait pas loin. Et c’est Constantinople qui etait, peut-etre, son but final. Mais le renegat fameux qui s’appelait Tripolitis, a decide de changer sa route ayant peut-etre peur de rester excluse a Hellespont. C’ est pourquoi on pretend, que le changement de route ne visait pas a un but sans importance, mais a la deuxieme capitale, Thessalonique ou Tripolitis savait qu’ il y avait de limitees possibilites de defense. Ainsi, on a une explication peut-etre du fait qu’ il n’ avait pas comme but un autre ou d’ autres iles mais la grande cite de Egee, la ville de Cassandre. C’ est a ce moment-la qu’ il a change de direction et est arrive a Thessalonique.
   On a ainsi, le deuxieme triste evenement, l’ occupation de Thessalonique en 904, par ce pirate impassible qui occupa la ville avec les Sarrasins et provoqua des scenes de terror et de folie qui sons decrites comme uniques.
   Pour avoir un image plus representant qui nous permettra  de faire une comparaison entre les pouvoirs marins de Byzance et de navires piratiques de Tripolitis, on note que l’amiral de la flotte byzantine evita d’ avoir une rencontre avec lui pres de Thassos car les navires piratiques etait plus nombreux et l’ aborgage avec eux n’ aurait pas eu le resultat attendus pour les puissances byzantines. Tripolitis inspirait la peur et la terreur partout, etant donne que la Marine byzantine etait efficacement reduite en tant que puissance et aussi bien en tant que presence.
   Tripolitis avait intention de bruler la ville, mais finalement il  se retira et prefera la solution proposee par Symeon qui a offert une considerable quantite d’ or, lequel destinait pour un but pareil,  mais certainement vers une autre direction.  
   Pourtant apres tout ce qui avait lieu, Tripolitis etait souverain de Thessalonique et a provoque une telle situation qui, selon plusieurs depassait en cruaute meme les evenements de la prise de Constantinople en 1453. Tripolitis alors, apres les pillages et les catastrophes qui accumula a la ville, il rassembla son fardeau precieux de 22,000 d’ habitants, il les chargea sur les navires piratiques et les conduisit a Crete. C’ etait la qu’ il les a decharges en ayant comme but de les echanger contre quelques otages que Byzance guardait ou de les delivrer  en vue d’ une recompense considerable. Pour cet evenement, on a le temoignage personnel de Kameniatis qui s’ est fait prisonnier a Thessalonique et a rachete sa liberte a Crete. Les milliers d’ esclaves qui sont restes, sont recharges sur les piratiques et sont promulgues aux marches d’ esclaves d’ orient, ou le trafic des esclaves etait effectue par les affreux marchands d’ esclaves.
   On compend alors que la presence ou l’absence des puissances navales byzantines avait un contre-coup direct non seulement sur la sauvegarde de l’ Empire mais aussi sur celle de ses populations. Les consequences sur les activites economiques et tout d’abord sur la production etaient proportionnees. Peut-on  imaginer comment la production pourrait se realiser sous le menace de la piratie ? Ou peut-on accepter qu’ une autre activite directement liee a la mer, la navigation resta intacte des activites piratiques? En fin de compte, peut-on accepter que le commerce existe et est vivant, qu’ il s’ agisse de commerce interne, exterieur, ou de commerce de transit sans la navigation?  Peut-on accepter aussi n’ importe quelle forme de modification a un niveau artisanal. Toutes ces activites qui etaient l’ object des populations de l’ Empire affrontaient de graves  epreuves et s’ etaient meme aneanties, quand la Marine reculait.
   Les consequences sur la vie economique etaient directes. Le manque de la production agricole posait de plusieurs questions puisque, au moins pour la periode chronique ici examinee, elle constituait le bien le plus grand et le plus important. Non seulement parce qu’ elle satisfaisait les besoins de vie, mais parce qu’ elle etait la plus important source d’ occupation pour la population et en plus le revenu le plus considerable pour le Tresor byzantin. Il est vrai que l’ economie agricole etait le soutien de l’ economie et meme des Finances publiques de la societe byzantine.
   La question qui se revele en ce qui concerne les puissances marines de Byzance c’ est si celle - ci est liee aux extensions politiques, administratives et particulierement aux extensions fiscales ou seulement a l’ une de ces categories.
   Les puissances navales de Byzance qui avaient une telle inductive et complexe mission non seulement pour la defense de la Nation, mais aussi pour la societe en general, n’ avaient pas  simplement une liaison fiscale avec la nation byzantine mais tout premieurement une liaison et une dependence politiques. Ensuite vienntent la liaison administrative et fiscale parallement a la liaison financiere.
   La dependence politique sous une forme graduee s’ atteste de la differente affrontation du theme par les divers Empeureurs. Ainsi, pour exemple, comme raison essentielle de differanciation se referent l’ eclat et la puissance que les recentes victoires ou encore le sauvetage de la capitale donnaient a la Marine. Dans ce - cas la on assistait a un renversement de la dependence politique et par consequent a l’ imposition de la Marine aux affaires publiques; en d’ autres mots, la Marine etait le regulateur de la vie publique. Une exemple caracteristique nous donne la situation apres la victoire contre les Arabes. Alors, quand on a repousse et eloigne les Arabes de Constantinople, l’ Armee de mer joua le premier role pour detroner l’ Empereur Leon en 698 et plus tard l’ Empereur Justinien II. Tout ce qui se passait lors de la dynastie d’ Heraklius a influence les empereurs suivants et on se rend temoigne d’ une politique diametralement opposee de leur part. Lors de la dynastie des Isauriens le danger arabe avait recule  et la Marine arabe ne menacait plus l’ Empire. C’ est pourquoi, les Isauriens ont abaisse le grade de l’ Amiral de la flotte mais en realite ils l’ ont annule et en meme temps ils ont abaisse les themes navales de l’ Empire et meme le nombre des navires. Ces actions inadmissibles des Isauriens visaient tout d’ abord au retablissement et a l’ imposition de l’ ordre politique a la nation, chose qui signifiait le retablissement des affaires a la situation precedente et deuxieumement la dependence politique de la puissance navale de l’ etat. On dit que les Isauriens abouttirent  a cette action sous la pression d’ un autre evenement. La Marine affrontait amicalement l’ iconolatrie a laquelle etait opposee la dynastie des Isauriens. Mais, ici il ne faut pas oublier que les puissances de mer de Byzance avaient depuis toujours un caractere plus grec comparativement aux puissances de terre.
   Dans notre cas, comme dans pareils cas au passe la dependence administrative de puissances maritimes n’ etait rien d’ autre que l’ expression des preferences et directions economiques des Empereurs.
   L’ administration etait tantot centralisatrice et tantot decentralisatrice. Dans le premier cas, si on pourrait former  une opinion, on soutiendrait que la decision de l’ Empereur de suivre l’ une ou l’ autre direction ne devait pas etre une simple preference mais une estimation de plusieurs facteurs qui avaient comme pivots essentiels la promptitude defensive parallelement au controle direct des puissances navales. Il suffit d’ estimer que l’ Empereur est parfois renverse apres l’ intervention des armes, soit de l’ armee de mer soit de l' armee de la terre. De plus, ces intimes pensees d’ autoprotection s'exteriorisaient  meme a la simple organisation de l’ administration de l’ Etat et conduisaient a la creation de plus ou moins nombreux themes. En pensant ainsi on pourra peut-etre expliquer les motifs qui poussaient l’ un empereur a la creation de plusieurs themes navals et un autre a leur unification. Andre Stratos nous donne une analyse globale en ce qui concerne les themes administratifs et puis les themes militaires et OSTROGORSKY affirme qu’ il y a avait dans une region tantot un drougar et tantot deux. Cela dependait de la pensee centraliste on decentraliste de l’ Empereur.
   Et maintenant, essayons d'approcher le cote substantiel et dynamique de la question presente d’ une point de vue fiscal.
   Comment, la Marine Byzantine etait-elle organisee? Cette question est fondamentale car elle nous conduit aux importantes acceptations fiscales mais aussi aux consequences economiques proportionelles. L’ organisation des puissances navales de l’ Etat Byzantin etait correspondante a celle de l’ armee de terre byzantine; c’est - a- dire une section constituait la flotte imperiale connue comme ploimo royal et une autre la flotte provenciale ou ploimo thematique.
   Selon les sources historiques, les deux autorites maritimes etaient independantes l’ une de l’ autre.
   Les navires de la flotte imperiale etaient construits a la capitale et les depenses de fonctionnement chargeaient l’ administration centrale, le Tresor public. Au contraire, les navires de la flotte thematique etaient construits aux divers themes et en consequence les depenses operationelles etaient thematiques aussi.
   Les "stratiotopia", comme il est connu,  font ici leur apparition aussi, puisque ceux qui etaient charges d’ exploiter la terre royale  etaient obliges d' etre toujours a la disposition de l’ administration byzantine c’est - a- dire, a la disposition des themes navales. Le choix de l’ equipage de la flotte thematique s’ appuyait sur cette relation-la, qui facilitait le Tresor byzantin, etant donne que les salaires payes ataient une fraction des salaires que tous ceux qui etaient au service de la flotte (ploimo) imperiale recevaient.
   Par cette tactique, l’ Etat byzantin a essaye de controler ses mers, de dominer le trafic maritime, de garder les cotes, d’ assurer ses populations en ayant le plus bas possible coute fiscal. Alors, visant a limiter le service fiscal de ses puissances marines, Byzance a suivi tous les moyens et toutes les procedures possibles afin d’ aider a la limitation de depenses.
   C’ est pourquoi proportionnellement aux periodes, aux risques ou aux besoins apparus, Byzance aboutissait, pour se defendre ou parfois pour attaquer contre les flottes piratiques, a louer les services des autres mercenaires ou meme encore des autres pirates.
   Par conclusion, on peut soutenir, que quand les puissances  marines de Byzance se reculaient, l’ Etat restait expose, puisque ses deux cotes a droite et a gauche etaient entoures de la mer; de plus, le comportement destructif et gaspilleux des Anges, par rapport a tout ce qui est dit et fonde au detriment de Strifnos, a  entraine la dissolution de la flotte royale, dissolution qui sous d’ autres conditions serait impossible et de la flotte provenciale aussi, a cause de la cupidite d' un parent de l’ Empereur Alexios III (1195-1203).
   On finit notre petit rapport a ce theme de grande importance, en soulignant la difficulte insurmontable de definir les mesures economiques pour se realiser les consequences que la limitation de la puissance marine de Byzance avait sur l’ economie de la periode ici examinee.
   Notre effort d’ approcher et d’ examiner cette periode chronique, lequel a commence il y a vingt-trois ans, n’ a pas abouti a un eclaircissement des themes concernant cette periode, de sorte que nous avons d' elements suffisants pour avancer aux pensees en ce qui concerne de precises mesures economiques.
   Pour cette raison on prefere de rester dans le doute et l’ espoir au lieu de se conduire, par l’ utilisation d’ elements isoles et de provenance incertaine, aux generalisations, lesquelles du point de vue scientifique et deontologique, sont inadmissibles.
    Et c’est exactement cette these qui constitue notre conclusion finale, parce que differement nous devrions repondre sans avoir ancun sense de responsabilite, a centaines de questions qui se rapportent a cette theme tres important.
   Nous desiderions de soumettre au jugement de tous les participants au Congres une priere: examinons un peu les themes economiques et fiscals d’ Etat byzantin, puisque comme il est largement connu, toutes les activites de la vie ont une relation avec eux. 
Il est dommage qu’il n’ y ait pas d’autres a continuer l’exemple d’ Andre Andreadis (malgre son grand offre) et a eclaircir un peu ces themes-ci.

===============================================
e a celle de l’ armee de terre byzantine; c’est - ici leur apparition

aus[    ]ient charges d’ exploiter la terre royale  etaient obliges d’ etre toujours a la disposition de l’ admin

A navales. Le choix de l’ equipage de la flotte thematique s' app[ ]n-la, qui facilitait le Tresor byzantin,

etant donne que les salaires payes ataient une fraction des sal

© ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ








Κυριακή, 21 Ιουνίου 2020

Δημήτρης Πολυχρονάκης , "Ο κριτικός ιδεαλισμός του Ιάκωβου Πολυλά. Ερμηνευτική παρουσίαση του αισθητικού και του γλωσσικού του συστήματος"

   

Αναδημοσίευση από: http://www.potheg.gr

Σήμερα ο Ιάκωβος Πολυλάς αναγνωρίζεται ως «ο γενάρχης της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής» ή ως «ο πατέρας της ελληνικής κριτικής σκέψης». Είναι γεγονός ότι πολύ πριν αποσαφηνιστεί και καθιερωθεί ο όρος «λογοτεχνία» στα νεοελληνικά γράμματα, ο Πολυλάς προσέγγισε το λογοτεχνικό κείμενο με έναν τρόπο που ούτε το εξαρτούσε από στενά ηθικιστικά κριτήρια (λόγου χάριν, τη χρηστοήθειά του), ούτε το αξιολογούσε στη βάση των γλωσσικών (γραμματικο-συντακτικών) επιδόσεών του, όπως συνέβαινε στην περίπτωση της πανεπιστημιακής κριτικής. 
Η κλασικιστική αντιμετώπιση της λογοτεχνίας ως μιας κατηγορίας που συνδυάζει το «τερπνόν» μετά του «ωφελίμου» παύει να έχει ισχύ στην περίπτωση του Πολυλά, ο οποίος αντικρίζει στην ποίηση την έκφραση ενός αυτοΰπαρκτου κόσμου με εγγενή κριτήρια και εσωτερικές αρχές. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι η λογοτεχνία αποκόπτεται από το ηθικό αίτημα της αναμόρφωσης και του εξευγενισμού του σύγχρονου αλλοτριωμένου ανθρώπου. 
Αν, όπως διαπιστώσαμε στο πρώτο κεφάλαιο της παρούσης εργασίας, «η πολιτική δεν πλάττει τους ανθρώπους, αλλά τους μεταχειρίζεται ως τους ευρίσκει φκιαγμένους από τη φύση», τότε η αισθητική καλλιέργεια είναι εκείνη που μπορεί να ανυψώσει τον άνθρωπο από το επίπεδο της φύσης στο επίπεδο της ηθικότητας, χωρίς να ζημιώσει την αισθητή φύση του (όπως στην περίπτωση της επιστήμης ή της φιλοσοφίας). Μια τέτοια ανάταση δεν εντοπίζεται στα άμεσα ηθικά περιεχόμενα ή μηνύματα των ποιημάτων, αλλά στο συνολικό μορφοπλαστικό εγχείρημα του ποιητή, ήτοι στην «υπόταξη» της θεματικής ή περιεχομενικής «ύλης» στη «μορφή» (στο «καθαρό κάλλος της πλαστικής μορφής»).  
Στην κριτική σκέψη του Πολυλά, η τέχνη δεν μπορεί να συγκροτηθεί ούτε ως μια «τέχνη για την τέχνη», ήτοι ως κενός αισθητισμός που αποστερεί τη λογοτεχνία από το ηθικό της υπόστρωμα, ούτε όμως και ως «στρατευμένη» τέχνη, που τη μετατρέπει σε μέσον για κάτι άλλο εκτός του ίδιου του εαυτού της. Μόνο ως αυτοσκοπός δύναται η λογοτεχνία να αποτελέσει μέσον ή όχημα της ηθικής ανάπλασης του ανθρώπου.
                Ασφαλώς οι κριτικές προσεγγίσεις του Πολυλά δεν έχουν σχέση με το «μορφολογισμό» της νεότερης «κειμενικής» ανάλυσης. Αυτή η διαπίστωση, ωστόσο, δεν αναιρεί σε τίποτα το οξυμμένο μορφολογικό κριτήριο του Πολυλά. Όταν ο Πολυλάς κρίνει «ανάξια», κατά τη γνώμη του, ποιήματα, όπως στις περιπτώσεις του Ζαμπέλιου, του Βαλαωρίτη ή των Ραγκαβήδων, τότε ακολουθεί την οδό μιας σχολαστικής ανάλυσης η οποία αισθητοποιεί εναργέστερα τη φιλολογική του κατάρτιση. Σε αυτές τις αρνητικές κρίσεις, ο Πολυλάς ελέγχει τα προσωδιακά σχήματα και την καταλληλότητά τους. το ύφος του λόγου με βάση τα ρητορικά και ποιητικά σχήματα, την επάρκεια των λεκτικών σχημάτων και επινοήσεων, τον τρόπο με τον οποίο ο ποιητής μεθοδεύει τη νοηματική αλληλουχία και την αναφορική πιστότητα των λεγομένων του. Στις περιπτώσεις των ποιητικών επικρίσεων, λοιπόν, αποδεικνύεται ότι ο Πολυλάς έχει μια οξυμμένη αίσθηση του λογοτεχνικού ύφους και μια ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς τη μορφική οργάνωση του ποιητικού λόγου. Το γεγονός ότι ο Πολυλάς αποφεύγει αυτόν τον τύπο της λεπτομερούς υφολογικής ανάλυσης στις αναγνώσεις του Σολωμού ή του Shakespeare είναι ευεξήγητο. Όταν ο Πολυλάς κρίνει έργα που δεν ικανοποιούν το αισθητικό του κριτήριο, τότε μεταχειρίζεται σχολαστικές μεθόδους για να τα απογυμνώσει από κάθε είδος πνευματικότητας· με βάση την ορολογία της επίκρισης του Βαλαωρίτη, θα λέγαμε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις ο Πολυλάς παραμένει εσκεμμένα στην «επιφάνεια» της ποιητικής «ουσίας» και αρνείται να εισέλθει στο αντίστοιχο «βάθος» της, διότι απώτερος στόχος του είναι να αντιμετωπίσει τα συγκεκριμένα ποιητικά έργα ως μηχανικές κατασκευές που μπορούν να αναλυθούν στα στοιχεία από τα οποία έχουν συντεθεί. Όταν όμως ο Πολυλάς αντιμετωπίζει υψηλά ποιητικά έργα, τότε η «εκ του σύνεγγυς» ανάγνωση και η λεπτή υφολογική ανάλυση υποχωρεί, καθώς υπερισχύει η ρομαντική λογική της οργανικότητας που δεν επιτρέπει την αντιμετώπιση του λογοτεχνικού έργου ως «αντικειμένου». Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρυτανεύει ένας τύπος «θεματικής» κριτικής, όπως τον σχηματοποιήσαμε στο πρώτο κεφάλαιο της παρούσης εργασίας· το λογοτεχνικό έργο, δηλαδή, θεωρείται ως «απάντηση» σε ένα ευρύτερο ανθρωπολογικό «ερώτημα» —όπως, λόγου χάριν, είναι η προβληματική της αναγνώρισης του ηθικού λόγου στην αυθαιρεσία της φύσης—, το οποίο δεν εξαρτάται ούτε από την ατομική στοχοθεσία ή τις προθέσεις του καλλιτέχνη, ούτε από τα μεμονωμένα ενδιαφέροντα ή προτιμήσεις του αναγνώστη, αλλά είναι όρος για την ίδια την ύπαρξη του αισθητικού φαινομένου, είτε ως καλλιτεχνικής δημιουργίας, είτε ως αναγνωστικής ανταπόκρισης. Αν και η ρομαντική αισθητική έχει θεωρηθεί υπεύθυνη για ένα είδος κριτικού «ιμπρεσιονισμού», ήτοι για ένα είδος μυσταγωγικής ή μεθεκτικής συνεύρεσης του αναγνώστη με τον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού, εντούτοις, όπως αναγνωρίζει ο Abrams, στην περίπτωση του γερμανικού ρομαντισμού (αρχής γενομένης από την καντιανή θεώρηση του ωραίου ως μιας «σκοπιμότητας χωρίς σκοπό»), κυριαρχεί ένα είδος «απρόσωπης» προσέγγισης του έργου που το αφήνει να υπάρξει στην αυτοτέλειά του, χωρίς να το εξαρτά από οτιδήποτε εξωτερικό, είτε αυτό είναι η εμπειρική προσωπικότητα του δημιουργού, είτε το κοινό γούστο, είτε η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, είτε οι ηθικοί κώδικες μιας ορισμένης εποχής.
                Σε μια εποχή, όπου ο όρος «κριτική» είναι συνδεδεμένος με την έκδοση των αρχαίων κειμένων, διατηρώντας ακόμη το νόημα είτε της αντιβολής και διόρθωσης των διαθέσιμων γραφών της χειρόγραφης παράδοσης, είτε τον γραμματικό υπομνηματισμό των εκδόσεων, η κριτική θεωρία και πρακτική του Πολυλά προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό τη νεότερη αντίληψη περί της λογοτεχνικής κριτικής. Αν και προηγήθηκαν του Πολυλά μεμονωμένα κείμενα, τα οποία ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά της νεότερης λογοτεχνικής κριτικής (επί παραδείγματι, η κριτική του Λάμπρου από τον Στάη το 1853), γεγονός είναι ότι ο Πολυλάς συστηματοποίησε αυτόν τον τύπο προσέγγισης των κειμένων πολύ πριν εμφανιστεί στον ορίζοντα ο Κωστής ΠαλαμάςO ίδιος ο Παλαμάς, άλλωστε, το 1891 θεωρούσε τον Πολυλά ως «ξεχωριστόν όλως κι αξιοθαύμαστον φαινόμενον εν τη φιλολογία της νεοτέρας Ελλάδος» που έδωσε ένα διαφορετικό και συνάμα πιο αυθεντικό νόημα στον όρο «κριτική»: «Ο Πολυλάς είναι κριτικός, κατά την ευρυτάτην σημασίαν της λέξεως· κατέχει το δώρον του συλλαμβάνειν τας γενικάς εννοίας των πραγμάτων και η εργασία του δεν είναι ή υψηλή τις απόπειρα προς εφαρμογήν αυτής». Αντίστοιχα, ο Κ.Θ. Δημαράς υπογράμμισε το 1939 ότι τα πολυλαϊκά «Προλεγόμενα» του 1859 υπήρξαν το «όριο της νεοελληνικής συστηματικής κριτικής».
                Ωστόσο, η υψηλή εκτίμηση για τα «πρωτεία» και την αξία του κριτικού έργου του Πολυλά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν εξαρχής αυτονόητη ή δεδομένη, καθώς ως άποψη άρχισε να διαμορφώνεται σταδιακά μόλις στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Όπως ο ίδιος εξομολογήθηκε στον Παλαμά το 1893: «εργάσθηκα σχεδόν μισόν αιώναν αφανής». Στο πλαίσιο του παρόντος και τελικού κεφαλαίου της εργασίας μας θα επιχειρήσουμε να δώσουμε ένα ιστορικό διάγραμμα της συγκεκριμένης «αφάνειας».
                Η μετάφραση της Τρικυμίας το 1855 συνιστά την πρώτη αυτοτελή έκδοση μετάφρασης ολόκληρου σαιξπηρικού έργου στην Ελλάδα. Υπ' αυτή την έννοια, ο Πολυλάς θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας πρωτοπόρος όχι μόνο στην υπόθεση της συστηματικής ανάγνωσης του Σολωμού αλλά και της εμφάνισης του σαιξπηρισμού στην Ελλάδα. Κι ωστόσο η αποτυχία στην εξεύρεση συνδρομητών για την έκδοση της μετάφρασης δείχνει ότι η υποδοχή της θα πρέπει να υπήρξε μάλλον ισχνή και χλιαρή, ματαιώνοντας έτσι και το σχέδιο του Κερκυραίου κριτικού για μια μελλοντική μετάφραση του Μάκβεθ. Θα πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι οι μεταφραστικές εργασίες του Πολυλά (και ιδιαίτερα οι σαιξπηρικές) δεν πέρασαν απαρατήρητες στο εξωτερικό, προκαλώντας μάλιστα το ενδιαφέρον της Επετηρίδας της Γερμανικής Σαιξπηρικής Εταιρείας. Έτσι το 1877, ο Wilhelm Wagner, αν και επεσήμαινε τα μεταφραστικά λάθη ή την ανεπάρκεια του πεζού λόγου και της ιδιωματικής δημοτικής στη μετάφραση απαιτητικών κειμένων όπως η Τρικυμία, εντούτοις εγκωμίαζε το συνολικό εγχείρημα του Πολυλά ως «μιαν αρκετά αξιοσέβαστη και αξιόλογη εργασία», θεωρώντας ότι με την Τρικυμία «αφυπνίστηκε το ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού για τον Shakespeare» και ότι «έκτοτε οι μεταφράσεις σαιξπηρικών έργων άρχισαν να διαδέχονται γρήγορα η μια την άλλη». Αρκετά πιο ενθουσιώδης από τον συγκαταβατικό Wagner ήταν ο August Boltz, ο οποίος το 1883 επεσήμανε ότι με τη χρήση της «χαριτωμένης και της παντού κατανοητής λαϊκής γλώσσας της ιονικής διαλέκτου», η μετάφραση της Τρικυμίας παρέμενε παραδειγματική, καθώς «ακόμη και μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια μεγαλύτερης πνευματικής κίνησης, καμία ανάλογη εργασία, ακόμη και αυτές που γράφτηκαν στη λόγια γλώσσα (Hochsprache), δεν μπόρεσε να την αντικαταστήσει». Ωστόσο, παρά τον έπαινο, ο Πολυλάς δεν θα συμμεριζόταν τον αφελή δημοτικισμό του Boltz και μάλιστα σε ένα κείμενο το οποίο ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον Δημήτριο Βικέλα ως τον «κατεξοχήν μεταφραστή του Shakespeare στην Ελλάδα». Η αφάνεια, την οποία ο Πολυλάς επεκαλείτο στον Παλαμά, δεν αφορούσε μόνο τη φήμη ή την αποδοχή του, αλλά πολύ περισσότερο την ορθή κατανόηση του έργου του. Υπ' αυτή την έννοια, ο Καλοσγούρος το 1890 απέρριπτε ως απλοϊκή την άποψη του Boltz ότι η πολυλαϊκή μετάφραση του Αμλέτου ήταν γραμμένη σε μικτή γλώσσα ή ότι το πολυλαϊκό γλωσσικό σύστημα ήταν διαλεκτικό.
                Ωστόσο αν υπάρχει ένα κείμενο στο οποίο ο Πολυλάς οφείλει την κριτική του φήμη και υπόσταση, αυτό ασφαλώς δεν είναι άλλο από τα «Προλεγόμενα» της έκδοσης του 1859. Είναι γνωστό όμως ότι τα Ευρισκόμενα στην εποχή τους αντιμετωπίστηκαν με αμηχανία, επιφυλακτικότητα και άρνηση, καθώς τα αποσπασματικά έργα του ώριμου Σολωμού διέψευσαν οικτρά τις ελπίδες και τις προσδοκίες του έθνους. Υπ' αυτή την έννοια, τα ερμηνευτικά σχήματα του Πολυλά για την «αδιάκοπη πρόοδο» του ποιητή και για την «επιμονή του εις την τελειοποίησιν των πλασμάτων της έμπνευσης» καταδικάστηκαν για μια τριακονταετία σχεδόν στην «αφάνεια». Ο τρόπος κατανόησης του σολωμικού έργου και οι αισθητικές αρχές του Πολυλά ήταν διαφορετικές από εκείνες των συγχρόνων του, και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο στην περίπτωση ενός παραδοσιακού «εχθρού», όπως ήταν η καθαρολογική σχολή των Αθηνών, όπου το όνομα του Πολυλά δεν μνημονεύεται καθόλου (λόγου χάριν στην Ιστορία της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Ραγκαβή), αλλά και στην περίπτωση κριτικών οι οποίοι ήταν ευνοϊκά διακείμενοι απέναντι στον Σολωμό. Το κριτικό κύρος του Πολυλά, άλλωστε, είχε υπονομευθεί σχεδόν ταυτόχρονα με την εμφάνιση των Ευρισκομένων από έναν Επτανήσιο κριτικό και αλλοτινό μαθητή του Σολωμού, τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, ο οποίος τον χαρακτήρισε «πανηγυριστή» του Σολωμού και το κείμενό του «βιογραφικά επιτηδεύματα και τεχνάσματα». Έτσι, επί μία τριακονταετία (μέχρι την εμφάνιση του Καλοσγούρου το 1890), ακόμη και στις πιο ευνοϊκές κρίσεις για τον Σολωμό, το όνομα του Πολυλά, είτε δεν αναφέρεται καθόλου, είτε εμφανίζεται σε κριτικά συμφραζόμενα, που ο ίδιος ούτε θα αναγνώριζε, ούτε θα επιδοκίμαζε.
                Η επιρροή του Ζαμπέλιου ήταν εμφανής στην έκθεση του Δημήτριου Βερναρδάκη για τον ποιητικό διαγωνισμό του 1863· περιορίζοντας την ποίηση στα στενά όρια της «καθαράς», «άμικτης» και «γνήσιας δημοτικής γλώσσας», της οποίας το «μυστήριον» μόνο ο Γ. Ζαλοκώστας είχε «ανακαλύψει», ο Βερναρδάκης αντιτάχθηκε σε κάθε υπόθεση αναβιβασμού της δημώδους γλώσσας με νοήματα και περιεχόμενα, τα οποία δεν ήταν «ανάλογα και ομογενή προς την μορφήν ταύτην». Για τον Βερναρδάκη, οι επίδοξοι μιμητές του Σολωμού ως «Πήγασοι αιθεροβάμονες και ανεμοτραφείς, πώλοι του Chateubriand, του Λαμαρτίνου, του Hugo ή του Goethe και Schiller θέλωσιν να εισβιάζωσιν εις την πτωχήν και απλοϊκήν γλώσσαν του ελληνικού έθνους τον Μομφρέδον του Byron ή την μεταφυσικήν ποίησιν του Scelley», χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι «η τοιαύτη γλώσσα καταντά δεινόν καποφώλιον τέρας, χίμαιρα ανύπαρκτος» και ότι «διά τούτο δε και τα τοιαύτα ποιήματα, όσον άλλως και αν έχωσιν ύψος, βάθος και πλάτος καταδικάζονται εν τη ανυπαρξία». Από την άλλη πλευρά, ο Δημήτριος Αργυριάδης το 1861, αν και προσπαθούσε να υπερασπίσει τον Σολωμό από τη γνωστή κατηγορία της γλωσσικής ένδειας που του είχε αποδώσει ο Αλέξανδρος Σούτσος, εντούτοις και ο ίδιος υποχρεωνόταν να αναγνωρίσει το «πτωχό ένδυμα» των ποιημάτων του Σολωμού. Περισσότερο χαρακτηριστική όμως ήταν η περίπτωση του Γ.Δ. Κανάλε, ο οποίος με δύο άρθρα του το 1869 και το 1872 προσπάθησε να υπερασπίσει τον Σολωμό από τις αρνητικές κρίσεις που είχε διατυπώσει εναντίον του η Δώρα Δίστρια το 1859 με το βιβλίο της Αι Ιόνιοι νήσοι και η εν αυταίς ελληνική ποίησις. Ήταν χαρακτηριστικό ότι στην υπεράσπισή του, ο Κανάλε, προσπαθώντας να πείσει για την ποιητική αξία του Σολωμού, επεκαλείτο μια σειρά από κείμενα και μαρτυρίες που περιελάμβαναν τον Κοραή, τον Φαρμακίδη, τον Ψύλλα, τον Π. Σούτσο, τον Αντωνιάδη, τον Στρατούλη, τον Fauriel, τον Φέλτων, κ.ά. Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στον Πολυλά ή έστω στον Τυπάλδο ήταν βεβαίως ένα δείγμα της φθοράς που είχε υποστεί από τον Ζαμπέλιο ο σολωμικός κύκλος ως μια ολιγαρχική συμμορία μυστικοπαθών μεμυημένων. Ωστόσο η απλοϊκότητα της υπερασπιστικής γραμμής του Κανάλε είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, όταν προσπαθεί να πείσει για την καλλιέργεια του Σολωμού επικαλούμενος μαρτυρίες περί της «αρχαιογνωσίας» του. Οι απολογητικοί τόνοι στην υπερασπιστική γραμμή του Κανάλε ήταν από μόνοι τους καταδικαστικοί για τον Σολωμό, κι ασφαλώς σε μια τέτοιου τύπου επιχειρηματολογία ο Κανάλε δεν θα μπορούσε να προσφύγει στα «Προλεγόμενα» ακόμη κι αν το επιθυμούσε, καθώς η τάση του να θεωρεί τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν «εξ όλων των ποιητικών έργων του Σολωμού ως το αριστούργημά του» ήταν διαμετρικά αντίθετη με τα όσα είχε υποστηρίξει ο Πολυλάς. Αντίστοιχη στάση (αν και σαφώς ωριμότερη από εκείνη του Κανάλε) διαπιστώνει κανείς σε κείμενο της Εστίας το 1879, που αν και ρητώς στηριγμένο στα «Προλεγόμενα» του Πολυλά, εντούτοις συνοψίζει την ποιητική κορύφωση του Σολωμού στον Ύμνο και τον Λάμπρο, ήτοι σε δύο έργα τα οποία ο Πολυλάς τοποθετούσε στην πρώτη και κατ' ουσίαν περισσότερο ατελή και αδιαμόρφωτη ποιητική περίοδο του Σολωμού.
                Το συμπέρασμα που προκύπτει από τη θεώρηση των παραπάνω κρίσεων είναι ότι η «αφάνεια» του Πολυλά οφειλόταν στην αμήχανη απώθηση του αποσπασματικού έργου του ώριμου Σολωμού. Για την εποχή η ποιητική ουσία του Σολωμού συνοψίζεται στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν κι όχι στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, οι οποίοι αποτελούσαν για τον Πολυλά το «κυριότερον έργον της ζωής» του ποιητή. Η συγκεκριμένη εποχή δεν αναγνωρίζει ούτε το σχήμα της «αδιάκοπης προόδου» του ποιητή, ούτε την «επιμονήν εις την βελτίωσιν των πλασμάτων της εμπνεύσεως» ως ουσία της ποιητικής δημιουργίας. Υπ' αυτή την έννοια, δεν βρίσκεται μόνο σε ευθεία αντίθεση με τον Πολυλά, αλλά συνάμα καταδικάζει και τον Σολωμό ως ποιητή ενός και μόνο έργου. Οσοδήποτε υψηλή εκτίμηση κι αν χαίρει το συγκεκριμένο ποίημα ή οι εν γένει δημιουργικές αρετές του ποιητή, εντούτοις η προβολή ενός ποιητή χωρίς έργο ήταν από μόνη της υποτιμητική κι αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ο Σολωμός εθεωρείτο ένας ποιητής ισάξιος του Γ. Ζαλοκώστα ή του Αλ. Σούτσου, αλλά σαφώς κατώτερος του Α. Βαλαωρίτη. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, η σχέση του ώριμου Σολωμού με τον κριτικό Πολυλά μπορεί να εννοηθεί ως αμφίδρομη. Η αναγνώριση των αποσπασματικών έργων του Σολωμού ως «πολύτιμων συντριμμάτων» προϋπέθετε τη βαθύτερη κατανόηση κι άρα ουσιαστική αποδοχή των πολυλαϊκών «Προλεγομένων». Αντίστροφα, μόνο με την καθιέρωση και αναγνώριση του κριτικού κύρους του Πολυλά μπορούσε να δικαιωθεί και να τύχει συλλογικής αναγνώρισης το αποσπασματικό έργο του ώριμου Σολωμού.
                Η αφάνεια του Πολυλά γίνεται ακόμη πιο απτή στα «Προλεγόμενα» του Σπυρίδωνος Δε Βιάζη το 1880, ήτοι σε ένα κείμενο το οποίο θεωρήθηκε σχεδόν πιστή αντιγραφή και ανάπλαση των πολυλαϊκών «Προλεγομένων» εξαιτίας ακριβώς των εγκωμιαστικών αναφορών του Δε Βιάζη στον Πολυλά αλλά και των συνεχών παραθεμάτων του από το κείμενο του 1859. Κι εντούτοις η εικόνα που αποκομίζει κανείς για τον Σολωμό μέσα από τα «Προλεγόμενα» του Δε Βιάζη είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από εκείνη του Πολυλά. Η εμμονή του Δε Βιάζη στον σολωμικό Ύμνο είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Στον πρόλογο του κειμένου του, ο Δε Βιάζης συνδέει τον Ύμνο όχι μόνο με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων αλλά και με τα ευρωπαϊκά συμφραζόμενα της Γαλλικής Επανάστασης, εξαίροντας έτσι την ιδεολογική και ιστορική σημασία του συγκεκριμένου ποιήματος. Στην καθαυτή και λεπτομερέστατη εργοβιογραφική εξιστόρηση του Σολωμού, ο Δε Βιάζης επιμένει στον Ύμνο αφιερώνοντάς του δεκατέσσερις ολόκληρες σελίδες με εκτενή παραθέματα κι από άλλες επαινετικές κρίσεις του ποιήματος. Το στοιχείο που φαίνεται να εντυπωσιάζει τον Δε Βιάζη είναι ότι ο σολωμικός Ύμνος, σε σχέση με άλλα εθνικοαπελευθερωτικά άσματα του Αγώνα (όπως ο Θούριος του Ρήγα), επέδειξε αξιοσημείωτη αντοχή και επιβίωσε στη συλλογική συνείδηση του έθνους ακόμη και στα τέλη του 19ου αιώνος. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι όταν ο Δε Βιάζης φθάνει στα πρώτα αποσπασματικά έργα του Σολωμού, τον Λάμπρο και τον Κρητικό, διακόπτει την αφήγησή του και επιστρέφει εκ νέου στον Ύμνο και την πρόσληψή του (μεταφράσεις και κριτικές). Η απουσία αναφορών στην κερκυραϊκή περίοδο του Σολωμού δεν θα πρέπει να θεωρηθεί μόνο ως αποτέλεσμα μιας υποβόσκουσας σύγκρουσης της Ζακύνθου και της Κέρκυρας για τη διεκδίκηση της δόξας του Σολωμού. Η αμηχανία του Δε Βιάζη απέναντι στα αποσπασματικά έργα του Σολωμού δεν καταδεικνύεται μόνο από τις λιγοστές, σκόρπιες και αοριστολογικές νύξεις του για τον ώριμο Σολωμό, αλλά από το γεγονός ότι για να δικαιολογήσει το θέαμα της αποσπασματικότητας δεν καταφεύγει στον Πολυλά αλλά σε έναν ανιψιό του τελευταίου, ήτοι τον Γεώργιο Μαρτινέλη και το δοκίμιό του Βραχεία αισθητική εκ παραλλήλου κρίσις περί των τεσσάρων κατ' εξοχήν ποιητών της νεωτέρας Ελλάδος, Χριστοπούλου, Σολωμού, Ζαλοκώστα και Βαλαωρίτου. Ο Μαρτινέλης θεμελιώνει το φαινόμενο των αποσπασμάτων στην ιταλική παιδεία κι άρα στην περιορισμένη γνώση της νεοελληνικής από τον Σολωμό: «Αλλ' ατυχώς ουχί πάντοτε εδύνατο και να εξωτερικεύη καλλιτεχνικός τον χείμαρρον των ιδεών του μεθ' όσης ευκολίας συνελάμβανε, τούτο δε διότι συνήθως δεν εσκέπτετο διά της αυτής γλώσσης εις ην εστιχούργει». Ο Σολωμός αρχικά συλλάμβανε τις ποιητικές εμπνεύσεις του στην ιταλική γλώσσα, έπειτα τις μετέφραζε σε νεοελληνικό πεζό λόγο και εκ των υστέρων επιχειρούσε να μετατρέψει το πεζό μετάφρασμα σε ποίημα· έτσι, όμως, «ο στίχος, ο μετά πολλάς διαδοχικάς κατασκευασθείς, ουχί δε πλέον υπό το κράτος και επιρροήν της πρώτης και αληθούς ψυχικής διαθέσεως, δηλονότι της εμπνεύσεως, δεν δύναται να διατηρήση ει μη ελάχιστον μέρος της αρχικής μορφώσεως της ιδέας. Εις την δυσκολίαν δε ταύτην, την δεινώς τον ποιητήν δεσμεύσασαν, αποδοτέαι αι πλείσται των στίχων και των στροφών παραλλαγαί και οι αέναοι περί την εκλογήν δισταγμοί του». Όσο κι αν ο Δε Βιάζης στη διαμάχη του Πολυλά με τον Ζαμπέλιο τάσσεται με το μέρος του πρώτου, εντούτοις είναι προφανές ότι τα «Προλεγόμενα» του 1880 με την αναπαραγωγή των απόψεων του Μαρτινέλη αποβαίνουν περισσότερο καταδικαστικά για τον ώριμο Σολωμό από ό,τι τα κείμενα του Ζαμπέλιου. Ο Μαρτινέλης φθάνει στο σημείο να εξορίσει τον Σολωμό από τον Ελληνικό Παρνασσό θεωρώντας ότι αν ο ποιητής παρέμενε στην Ιταλία, «η κλεινή Ζάκυνθος θα έδιδε εις την Ιταλίαν και εις τον κόσμον της τον δίδυμον του Φώσκολου». Ό,τι τελικά διασώζει τον Σολωμό ως νεοέλληνα ποιητή είναι ο Ύμνος, καθώς κανένα άλλο σολωμικό έργο «δεν δύναται να παραβληθή προς τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν (...) όστις και μόνος ήρκει να τον αποθανατίση». Είναι προφανές ότι ο απλοϊκός ιστοριοδίφης της Ζακύνθου Δε Βιάζης δεν θα μπορούσε να κερδίσει την εκτίμηση του πολυλαϊκού κύκλου, κι αυτό εξηγεί γιατί ο Μαβίλης θεώρησε «μεγάλη οπισθοδρόμηση» το γεγονός ότι ο Παλαμάς στα «Προλεγόμενά» του για τον Σολωμό το 1901 στηρίχτηκε στα αντίστοιχα «Προλεγόμενα» του Δε Βιάζη.
                Ο νεαρός Παλαμάς δεν αποτέλεσε εξαίρεση στο παραπάνω κλίμα, καθώς θεωρούσε και εκείνος τα «παραδεγμένα» και «δημώδη» νεανικά έργα του Σολωμού ανώτερα από τα αντίστοιχα αποσπασματικά της ωριμότητάς του, όπως και τον Βαλαωρίτη ανώτερο ποιητή του Σολωμού. Η στάση του άλλαξε μετά την ανάγνωση των Κριτικών Παρατηρήσεων του Καλοσγούρου, η οποία του επέτρεψε μια πληρέστερη κατανόηση των «Προλεγομένων» του Πολυλά κι άρα του ώριμου Σολωμού. Σύμφωνα με τη δική του ομολογία, «αλλά ενώ τοιουτοτρόπως ήδη εξαίρω το έργον του Πολυλά, ανειλικρινής θα ήμην, αν δεν ομολόγουν ότι ατελή ιδέαν της σημασίας του θα είχα και κατά μέγα μέρος θα παρεγνώριζα τον χαρακτήρα, αν δεν ανεγίγνωσκα τας Κριτικάς Παρατηρήσεις περί της μεταφράσεως του Αμλέτου, τας οποίας έγραψε και εδημοσίευσε προσφάτως ο εν Κέρκυρα λόγιος κ. Γεώργιος Καλοσγούρος», ο οποίος «δεικνύει το μέτρον, εις ο διά του νόμου της εξελίξεως ανυψώθη εν τη Εσπερία η κριτική επιστήμη και οποίον είναι και πρέπει να είναι πράγματι το έργον του κριτικού». Διδασκόμενος από τον Πολυλά και τον Καλοσγούρο «το έργον του κριτικού», ο Παλαμάς μπορούσε πλέον να αναγνωρίσει την ουσιαστική ανωτερότητα έργων όπως οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι και ο Πόρφυρας έναντι της ωδής Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον και των υπόλοιπων νεανικών δοκιμίων του Σολωμού.
                Ο Καλοσγούρος στο κείμενο του 1890 είχε πιστοποιήσει την «αφάνεια» του ώριμου Σολωμού και του Πολυλά στα προηγούμενα χρόνια ως εξής: «Η υψηλή αύτη εργασία του Σολωμού, η τοσούτον λαμπρώς διαφωτισθείσα υπό του κ. Πολυλά εν τοις Προλεγομένοις της Εκδόσεως, δυστυχώς, αν θα κρίνωμεν εκ των πλείστων των μεταγενεστέρων εν δημοτική γλώσση εργασιών, ούτε εξετιμήθη, ούτε ίσως κατενοήθη ως έδει»· ενώ και σε άλλο σημείο του κειμένου του διαπίστωνε ότι «αι τελευταίαι εργασίαι του Σολωμού και έτι μάλλον αι τολμηρότεραι τούτων του κ. Πολυλά δεν εξετιμήθησαν μέχρι τούδε ως έδει». Αν και στη θετική επαναξιολόγηση του ώριμου Σολωμού και του μεταφραστή Πολυλά είχε προηγηθεί ο Μαβίλης με το κείμενο του 1884 για την πολυλαϊκή μετάφραση της Οδύσσειας, η παρέμβαση του Καλοσγούρου το 1890 υπήρξε πιο καταλυτική, εξαιτίας της μεγάλης απήχησης και επίδρασης που άσκησε το Κριτικοί Παρατηρήσεις στα κριτικά ανακλαστικά της νεότερης αθηναϊκής σχολής. Με ένα νέο κείμενό του για τον Πολυλά το 1892 στην Εστία, ο Καλοσγούρος θεμελίωσε και ισχυροποίησε τη θέση του Πολυλά ως του «προσεκτικότερου από όλους» του σολωμικού κύκλου αναγνώστη του Σολωμού. Χαρακτηριστικό για το κλίμα της συντελούμενης μεταστροφής ήταν και ένα άρθρο στην ανώνυμη στήλη της Εστίας, τον «Αντίλαλο» (τον οποίο στη συγκεκριμένη περίοδο έγραφε μάλλον ο Γρηγόριος Ξενόπουλος): «Η γνωριμία του κ. Πολυλά μάς ενθουσίασε. Τον εύρομεν οίον τον ανεπλάσαμεν εκ των έργων του, οίον μας τον παρουσίασεν ολίγον πρότερον διά της εν τη Εστία σκιαγραφίας του ο κ. Καλοσγούρος [...]. Ηγωνίσθη να αποδείξη και να γνωρίση εις την συνείδησιν του έθνους ο κ. Πολυλάς τον μέγαν ποιητήν (και το γλωσσικόν και ποιητικόν του σύστημα), ο οποίος κοινώς εθεωρείτο μέχρις εσχάτων και θεωρείται ακόμη υπό των μη μελετησάντων αυτόν υπό το φως της κριτικής κατώτερος αν όχι του Σούτσου, αλλά αφεύκτως του Ζαλοκώστα και του Βαλαωρίτου. Διότι ευθύς εξ αρχής η μέθοδος του ποιητή παρεξηγήθη». Γίνεται αντιληπτή στις παραπάνω αράδες η μεταστροφή που έχει συντελεσθεί· η επαναξιολόγηση του κριτικού Πολυλά μέσω του Καλοσγούρου επιδρά και στον θετικό επαναπροσδιορισμό του ώριμου Σολωμού, ο οποίος μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1890 εθεωρείτο ένας ποιητής ισάξιος του Σούτσου ή έστω του Ζαλοκώστα αλλά ασφαλώς κατώτερος του Βαλαωρίτη. Όσο ειρωνικό κι αν μοιάζει, η καθιέρωση του ώριμου Σολωμού —κι άρα η συνολική αποδοχή του ως ποιητή— δεν είναι έργο του Πολυλά αλλά ενός μαθητή του. Για την ακρίβεια μόνο μέσω του Καλοσγούρου στάθηκε δυνατή η καθιέρωση του Πολυλά ως κριτικού, η οποία με τη σειρά της συνέβαλε στον επαναπροσδιορισμό της ποιητικής αξίας του ώριμου Σολωμού.
                Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι η μετάφραση του Αμλέτου και το Κριτικοί Παρατηρήσεις του Καλοσγούρου καθιέρωσαν τον Πολυλά ως κριτικό υψηλού επιπέδου στη συνείδηση του φιλολογικού κόσμου. Η θετικότατη ανταπόκριση των πρωτεργατών της νεότερης αθηναϊκής σχολής (Παλαμάς, Ξενόπουλος, Δροσίνης) προκάλεσε μάλιστα αρκετές αντιδράσεις. Έτσι, ο Αχιλλέας Παράσχος το 1893, αφού χαρακτήρισε τον Πολυλά «σαχλό» και «ηλίθιο», έκανε λόγο για μια «συμμορία» που περιστρεφόταν γύρω από τον Κερκυραίο κριτικό και στην οποία είχε παρασυρθεί και ο Ξενόπουλος. Αντίστοιχα, ο Ιωάννης Πολέμης έκρινε ότι αν και ο Γ. Δροσίνης είναι «ο μόνος Ρωμιός που έχει γούστο», εντούτοις δυστυχώς και αυτός «ξιπάζεται με τους Πολυλάδες», ενώ και ο Γ. Στρατήγης θεώρησε ότι τόσο ο Πολυλάς όσο και ο Καλοσγούρος (ιδιαίτερα μετά τη θετική κριτική του τελευταίου για τα Μάτια της Ψυχής μου του Παλαμά) είχαν συγκροτήσει μαζί με τους υπόλοιπους της Εστίας μια φιλολογική «κλίκα». Στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης προς τη νεότερη αθηναϊκή σχολή (και ιδιαιτέρως προς τον Παλαμά) θα πρέπει να ενταχθεί και η δυσπιστία του Κ.Π. Καβάφη απέναντι στον Πολυλά. Ως γνωστόν, ο Καβάφης, όχι μόνο τήρησε αποστάσεις από την πολυλαϊκή προσωδία, αλλά, επιπρόσθετα, μεταφράζοντας μια εγκωμιαστική κρίση του Άγγλου κριτικού SBlackie για τον πολυλαϊκό Αμλέτο, θεώρησε σκόπιμο να απαλείψει όλα τα χωρία στα οποία αναφερόταν το όνομα του Πολυλά. Οι παραπάνω αρνητικές αντιδράσεις αισθητοποιούν, ωστόσο, την αποδοχή του Πολυλά από τη νεότερη αθηναϊκή σχολή. Έτσι, ο Ξενόπουλος χαρακτήρισε τον Πολυλά «λαμπρό κριτικό», ο Καρκαβίτσας αναφέρθηκε στη «μεγάλην εργασία που έχει κάμει», ενώ ο Παλαμάς το 1896 θεώρησε τα «Προλεγόμενα» ως «αριστούργημα κριτικής εν ταυτώ αναλύσεως (...) το περιφανέστερον μέχρι τούδε πνευματικόν μνημείον το ανεγερθέν προς δόξαν του Σολωμού». Πέραν όμως των αρνητικών ή θετικών αντιδράσεων που προκάλεσαν ο Αμλέτος και η κριτική του Καλοσγούρου, θα μπορούσε κανείς —κρίνοντας εκ των υστέρων— να ισχυριστεί ότι το πιο σπουδαίο κληροδότημα του Πολυλά στα νεοελληνικά γράμματα μετά την κριτική διάσωση του σολωμικού έργου ήταν ο δεκατρισύλλαβος. Ο συγκεκριμένος στίχος —έτσι όπως διαμορφώθηκε από τον Πολυλά—, έχει μιαν αξιοσέβαστη παρουσία στη μακρόχρονη ιστορία του νεοελληνικού λυρισμού, καθώς δεν αποτέλεσε όχημα έκφρασης μόνο για τους Επτανήσιους (Μαβίλης, Καλοσγούρος, Κογεβίνας) ή για τους εκπροσώπους της νεότερης αθηναϊκής σχολής, αλλά και για τους συμβολιστές του Μεσοπολέμου (με χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο τον Καρυωτάκη), όπως, επίσης, και για τους «προσωδιακούς» ποιητές της σύγχρονης εποχής (Καψάλης, Κοροπούλης, Λάγιος).
                Ενδεικτική της κριτικής καθιέρωσης του Πολυλά ήταν η αντίδραση που προξένησε τόσο στην Αθήνα όσο και στην Επτάνησο η απόφαση του Παλαμά να συγγράψει δικά του «Προλεγόμενα» στην έκδοση των Απάντων του Σολωμού από τη Βιβλιοθήκη Μαρασλή το 1901. Οι αμφιβολίες του Παλαμά για την «αντικειμενικότητα» των πολυλαϊκών «Προλεγομένων», αλλά και ενθουσιώδεις κρίσεις σαν κι εκείνες του Γρηγόριου Ξενόπουλου, ο οποίος θεωρούσε τον Παλαμά ως τον «μόνο ειδικό και μόνο ενδεδειγμένο μελετητή» του Σολωμού, αντιμετωπίστηκαν από την εποχή σαν ένα είδος αντιποίησης των κριτικών σκήπτρων και πρωτείων που έχαιρε στην ανάγνωση του Σολωμού ο Πολυλάς. Έτσι την ίδια χρονιά (1901) το περιοδικό Διόνυσος σε μια προφανή κίνηση αντιπερισπασμού προς την έκδοση Μαρασλή προχώρησε στην αναδημοσίευση των πολυλαϊκών «Προλεγομένων», την πρώτη μετά το 1859, πιστοποιώντας έτσι μεταξύ άλλων και τον δυσεύρετο χαρακτήρα της κερκυραϊκής έκδοσης σαν συνέπεια της πολυλαϊκής αφάνειας. Ο κύριος συντάκτης του Διονύσου Δημήτριος Χατζόπουλος κατακεραύνωσε το κριτικό σύστημα του Παλαμά συγκρίνοντάς το με το αντίστοιχο του Πολυλά: «Μετά τα «Προλεγόμενα» παρά του Ιακώβου Πολυλά εις την έκδοσιν των ποιημάτων του Σολωμού το 1859 τα προλεγόμενα αυτά δεν προσθέτουν διά το πνεύμα του ποιητού κανένα νέον ορίζοντα, υπολείπονται μάλιστα της κριτικής σκέψεως του Πολυλά εις κατασταλάγματα ορισμένων αντιλήψεως και εννοιών». Οι επικλήσεις στον Σολωμό και τον Πολυλά ως αντίβαρο στον ρητορικό μεγαλοϊδεατισμό του Παλαμά εντάθηκαν τα αμέσως επόμενα χρόνια (με κύριο εκφραστή τον Κ. Χατζόπουλο), με αποτέλεσμα μια δεκαετία μετά την ενθουσιώδη κριτική υποδοχή του Πολυλά από τον Παλαμά ο τελευταίος να θεωρείται πλέον «προδότης» του πρώτου. Παραμένει, ωστόσο, ένα ερώτημα αν αυτή η αντίδραση των νεοτέρων Αθηναίων λογίων προερχόταν από μια βαθύτερη κατανόηση και αποδοχή του Πολυλά ως κριτικού ή υπαγορευόταν απλώς από την ανάγκη της αποδέσμευσής τους από τη βαριά σκιά και τον ρητορικό μεγαλοϊδεατισμό του Παλαμά. Στην περίπτωση των Επτανησίων κριτικών το θέμα έμοιαζε να τίθεται με στενά τοπικιστικά κριτήρια και όρους διαχείρισης της σολωμικής κληρονομιάς. Ο Θ. Μακρής το 1908 με αφορμή την άρτια έκδοση του Βαλαωρίτη από τις εκδόσεις Μαρασλή επιτέθηκε στον Παλαμά για την έκδοση του 1901, όπου «ο κ. Παλαμάς επέταξεν, ενώ κάλλιστα ημπορούσε να την αφήσει, την εμβριθή και ωραίαν αισθητικήν μελέτην του Πολυλά επί του έργου του Σολωμού και αντ' αυτής έθεσεν ίδιον πρόλογον από τον οποίον ο Σολωμός δεν μας παρουσιάζεται, όπως τον γνώρισε και τον εννόησεν ο Πολυλάς, ικανός προς τούτο υπό πάσα άποψιν». Από τη στιγμή που ο Παλαμάς διέθετε επιστολές του Πολυλά, με τις οποίες ο τελευταίος τον ευγνωμονούσε για τη συμβολή του στην πρόσληψη του Σολωμού, θεώρησε ως αγνωμοσύνη και αχαριστία την επιθετική στάση των νεότερων κριτικών εναντίον του. Στην απάντηση του στον Μακρή, επανέλαβε την εκτίμηση του για τα πολυλαϊκά «Προλεγόμενα», αλλά υπερασπίστηκε και την αυτονόητη αλήθεια ότι η οπτική του Πολυλά το 1859 δεν θα έπρεπε να δεσμεύει εσαεί τη νεοελληνική φιλολογία κι ότι ήταν προφανές δικαίωμα για όποιον αισθανόταν «ικανός» να επιχειρήσει τη δική του ανάγνωση του Σολωμού· θεώρησε τέλος την αγιοποίηση του Πολυλά ως κριτικού του Σολωμού αταίριαστη και άδικη για τον ίδιο τον Πολυλά, του οποίου «δεν του χρειάζεται το μάρμαρο, αλλά το βιβλίο».