Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2021

Μίκης Θεοδωράκης: Διονύσιε Σολωμέ, σε σέ κράζω!…

 Αναδημοσίευση από: https://mikisguide.gr/


Προλογικό σημείωμα του Μίκη Θεοδωράκη στην έκδοση του ΒΗΜΑΤΟΣ για τον Διονύσιο Σολωμό «Οι ποιητές της Ρωμιοσύνης», 19.1.2014

Ήταν ένας κόκκινος τόμος: ο Διονύσιος Σολωμός με πρόλογο του Πολυλά. Ένα βιβλίο που μεγάλωσα μαζί του. Το θυμάμαι, παιδί στο Αργοστόλι, σε περίοπτη θέση της βιβλιοθήκης του πατέρα μου, που την είχαμε πάντοτε μαζί μας όταν μετακομίζαμε από πόλη σε πόλη, σε κάθε μετάθεσή του ως διευθυντή νομαρχιών ανά την Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Έτσι ήταν που ο Σολωμός βρέθηκε από τότε, και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα αδιάλειπτα να βρίσκεται, μέσα στην καρδιά και τη σκέψη μου. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι το έργο του με σημάδεψε. Ήταν, μαζί με τον Παλαμά, η πλατιά πόρτα που άνοιξε για μένα στην ελληνική αλλά και την παγκόσμια γραμματεία. Αλλά, ταυτόχρονα, ήταν και η πρώτη οδός της μύησής μου στα μεγάλα ιδανικά για τα οποία πάλεψα σε όλη μου τη ζωή: αυτά της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της πατρίδας.

Ακόμα θυμάμαι, σαν να είναι τώρα, παιδί στην Τρίπολη, όταν πια είχαν μπει οι Γερμανοί, πόση δύναμη έπαιρνα από την ποίησή του και πόσο αυτή οδήγησε από τότε τις πράξεις μου. Ήταν ο δάσκαλός μου. Διάβαζα ασταμάτητα τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε, τον Αντρέγεφ, τον Νίτσε, τον Σοπενχάουερ, άρχιζα μετά να μελετώ τον Μπαχ, τον Μπετόβεν και τον Μπραμς, αλλά ο Καρυωτάκης, ο Παλαμάς και, κυρίως, ο Σολωμός, ήταν οι πραγματικοί δάσκαλοί μου. Διάβαζα μαζί τις Γραφές και, με όλους αυτούς τους οδηγούς, αναζητούσα το ιδεατό. Αλλά θυμάμαι και τις γεμάτες υπερηφάνεια διηγήσεις του παππού μου τα βράδια στα Γιάννενα: «Κάναμε την ίδια διαδρομή με τους Σολωμούς», έλεγε ο Μιχαήλ Θεοδωράκης στον πατέρα μου καθώς συζητούσαν τις κρύες νύχτες του χειμώνα πλάι στη σόμπα. «Στην πρώτη επανάσταση του τάδε έτους, πήγαμε στη Σύρο. Στη δεύτερη, στη Ζάκυνθο. Οι Τούρκοι καίγανε τα σπίτια μας, τα δέντρα, τα κτήματα. Μετά γυρίζαμε και φτου και απ’ την αρχή».

Ο Σολωμός, παιδί στην Κέρκυρα, πήγαινε στην εκκλησία και έψελνε το «Κύριε Ελέησον», με μοναδικό, λέγανε από γενιά σε γενιά, τρόπο. Αυτό ήταν και το κύριο επιχείρημα του πατέρα μου για να τον ακολουθώ τις Κυριακές στην εκκλησία: το γεγονός ότι ο μικρός Σολωμός όχι μόνον πήγαινε, αλλά και έψελνε. Και το έκανα· εκεί βυθίστηκα μέσα στο απέραντο μεγαλείο της βυζαντινής μας μουσικής παράδοσης. «Ο Σολωμός σπούδασε νομικά», ήταν η επόμενη συζήτηση. «Όμως δεν δικηγόρησε ποτέ», απαντούσα. «Σπούδασε κι εσύ, και μην δικηγορήσεις!» ανταπαντούσε ο πατέρας μου. Το έκανα κι αυτό. Κι όταν εν μέσω της Κατοχής άκουσα για πρώτη φορά την Ενάτη του Μπετόβεν στην Τρίπολη, στον κινηματογράφο, σε ένα φιλμ της γερμανικής προπαγάνδας, τότε κατάλαβα βαθιά μέσα μου το νόημα των στίχων του: «Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του». Είχαν πια όλα συντελεσθεί.

Όμως εγώ είχα αποφασίσει ότι θα πήγαινα ένα ουσιαστικό βήμα πιο πέρα: ο Σολωμός έγραψε μεν ένα αριστούργημα για την πολιορκία του Μεσολογγίου, έκλαψε γι’ αυτήν, αλλά δεν συμμετείχε. Εγώ, δεν ενέκρινα αυτή τη στάση. Ήθελα να συμμετέχω. Ήθελα να είμαι εκεί. Και αυτό έκανα. Πάντα. Έτσι, λίγο καιρό αργότερα, έχοντας πια βγει στην Αντίσταση, κυνηγημένος και κρυμμένος στην αρχή στην Αθήνα, στην Πλάκα και, στη συνέχεια, στο συνοικισμό της Καλλιθέας, θα έγραφα την Πρώτη Συμφωνία μου και στο τέλος της θα προσέτρεχα στον Σολωμό: «Αύριο θα κόψουμε / κάτι λουλούδια / αύριο θα ψάλουμε / κάτι τραγούδια / εις την πολύανθη / Πρωτομαγιά». Αλλά ένα σφίξιμο στο μέρος της καρδιάς επέμενε να μου λέει ότι δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει ποτέ πολύανθη Πρωτομαγιά.

Στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, όπως πάντα στα έργα του, ο Σολωμός “παγίδευσε” τη μουσική μέσα στο στίχο του. Τη μουσική που ο Μάντζαρος τη βρήκε, την ανέσυρε, την έκανε κτήμα όλων μας, με τον τρόπο που μόνον η μεγάλη μουσική, το ιερό αυτό μυστήριο, μπορεί να το πετύχει. Ολόκληρη η ποίηση του Σολωμού, άλλωστε, ήταν αυτός ο αγώνας, να γράψει μουσική με σκέψη και με λόγο. Και ίσως γι’ αυτό υπήρξε τόσο δύσκολος στην τελική διατύπωση. Το ένα σχέδιο ακολουθούσε το άλλο. Έψαχνε για την τελειότητα. Όμως ποια; Μήπως προσπαθούσε το ακατόρθωτο, να μετουσιώσει το λόγο σε μουσική; Εγώ, μελετώντας τον αδιάκοπα, ανακάλυπτα διαρκώς νέα μουσική: μια παράξενη αρμονία γέμιζε το πνεύμα μου. Και θα περνούσαν δεκαετίες ασταμάτητης επαφής και αναζήτησης του “ήχου” μέσα στον σολωμικό στίχο, μέχρι την Τρίτη Συμφωνία μου, στην οποία θα μελοποιούσα εκείνη τη στροφή που χτύπησε βαθιά μέσα μου στα 1940: «Τώρα που η ξάστερη / νύχτα μονάχους / μας ηύρε απάντεχα / και εκεί στους βράχους / σχίζεται η θάλασσα / σιγαλινά»… Και δεν ήταν οι μόνοι στίχοι του για τους οποίους έγραψα μουσική, καθώς την ίδια παγκόσμια αρμονία, το ίδιο ηθικό αίτημα με τον Σολωμό αναζητούσα και αναζητώ σε όλη μου τη ζωή και με όλη μου την τέχνη.

Στις αρχές του έτους 1950 είχα βρεθεί με τον Μιχάλη Κατσαρό στην Αθήνα, στη Ζαλοκώστα, στον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, όπου ο Μιχάλης προσπαθούσε να πάρει άδεια για να κάνει μία ποιητική εκπομπή. Ο υπεύθυνος ταγματάρχης τον ρώτησε τι θα λέει. Κι ο Μιχάλης άρχισε να απαγγέλει τον Εθνικό Ύμνο, αυτό το μέγα αριστούργημα του Σολωμού. Εγώ, για να τον βοηθήσω, άρχισα αμέσως να τραγουδάω μαζί την Ενάτη του Μπετόβεν, το τελευταίο μέρος, το ποίημα του Σίλερ. Ο ταγματάρχης φούσκωσε από εθνικό παλμό και προσέλαβε ευθύς τον Κατσαρό. Αργότερα, τον έκανε διευθυντή του Δελτίου των Ειδήσεων. Εγώ υπηρετούσα τότε στο σταθμό ως μουσικός. Αυτό, μέχρι να έρθει στο Α2 ο φάκελός μου. «Πώς είναι δυνατόν ένας κουμμουνιστής να υπηρετεί στο σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων!» είπε τώρα ο ίδιος ταγματάρχης, που μου ανακοινώνει περιφρονητικά πως τον ξεγέλασα – όμως οι υπηρεσίες αγρυπνούν και το φύλλο πορείας είναι έτοιμο. Κι έτσι, από τη Ζαλοκώστα, στις 10 Ιανουαρίου 1950, βρέθηκα ξαφνικά στην Αλεξανδρούπολη…

Με όλα αυτά, μπορεί λοιπόν να καταλάβει κανείς πώς ένιωσα όταν ο παλιός συνεξόριστος και φίλος μου στη Δάφνη της Ικαρίας Φώτης Φωτόπουλος, που είχε βρεθεί πια στο Ανατολικό Βερολίνο την εποχή που εγώ βρισκόμουν ήδη στο Παρίσι, σε ένα γράμμα του μου ζήτησε να στείλω έργα μου για να τα δείξει στον διάσημο μαέστρο Όλαφ Κοχ, αυθεντία στον Μπαχ, διευθυντή της Ορχήστρας Δωματίου του Βερολίνου. Η αδελφή του Φώτη, η Πόπη, ασχολιόταν με τη μουσική και ήταν δική της πρόταση. Έστειλα την Τρίτη Σουίτα μου, έφτασε στον Κοχ, κι εκείνος είπε πώς του άρεσε. Ήθελε να την παρουσιάσει. Όμως, έπρεπε πρώτα να εγκρίνει το κείμενο η αρμόδια “Ιδεολογική Επιτροπή” του Βερολίνου. Το κείμενο ήταν «Η τρελή μάνα» του Σολωμού. Οπότε ο Φώτης, για να τους συγκινήσει, έκανε τη σολωμική μάνα του 1830 μάνα αντάρτισσα του 1948, που χάνει στον πόλεμο τα δύο παιδιά της, αντάρτες-κομμουνιστές! Απογοητευμένος ο Φώτης μού γράφει στο Παρίσι: «Μόλις διάβασε το αναπλασμένο κείμενο ο υπεύθυνος, μου είπε: “Μόνο δύο νεκροί; ” Και το απέρριψε…»

Έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από την Τρίπολη, αλλά και σαράντα χρόνια από μία άλλη μεταγενέστερη “διαμονή” μου στα αρκαδικά βουνά με… έξοδα του ελληνικού κράτους, από την εποχή που ένα ολόκληρο τάγμα χωροφυλάκων της Χούντας με φύλαγε κλεισμένο στη Ζάτουνα, μη επιτρέποντάς μου να δω άνθρωπο, χωρίς να μπορώ να μάθω τι συμβαίνει και, κάθε μέρα, χωρίς να ξέρω αν η επομένη μέρα το πρωί θα με έβρισκε ζωντανό… Διάβαζα και έγραφα ασταμάτητα, αν και δεν μπορούσα να παίξω αυτά που έγραφα: υπήρχαν σοβαρές υποψίες ότι θα ενεργοποιούσαν το διάταγμα του Αγγελή που απαγόρευε να παίζεται η μουσική μου, κυρίως από εμένα τον ίδιο που είχα… απαγορευτεί ολόκληρος, και θα με οδηγούσαν νύχτα σε έκτακτο στρατοδικείο. Ανάμεσα στα έργα εκείνης της εποχής, και τα Θούρια. Και ανάμεσα στα Θούρια, η επιστροφή μου στον Σολωμό, που ήταν πάλι εκεί, μαζί μου: «Διονύσιε Σολωμέ, σε σέ κράζω!»…

Όπως λοιπόν και τότε στη Ζάτουνα, έτσι και σήμερα γυρίζω πάλι προς τον Σολωμό, στους Ελεύθερους Πολιορκημένους που είμαστε ξανά, στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν που πρέπει και πάλι να διαβαστεί και να ακουστεί, περισσότερο από ποτέ. Ως Έλληνας, συγκινούμαι όσο κάθε Έλληνας και κάθε Ελληνίδα στο άκουσμα του Εθνικού Ύμνου, που είναι ολόκληρος αφιερωμένος στην Ελευθερία και γι’ αυτή μιλά. Είναι ολόκληρος αφιερωμένος στην Ελλάδα και στα ιδανικά της, στην αποτίναξη κάθε ξένης εξάρτησης, παρέμβασης και δουλείας, που, όπως από πολύ νωρίς είχε δει ο Σολωμός, ήταν πηγή καταστροφών γι’ αυτό τον τόπο και για το λαό του, όπως ακριβώς πάντοτε πίστευα και πιστεύω, όπως σήμερα το βλέπουμε να συμβαίνει με τον πιο καταστρεπτικό για την πατρίδα μας τρόπο.

Πέρα από τη μέγιστη λογοτεχνική του αξία, το συναρπαστικό ποίημα του Σολομού που αργότερα, με την ευκαιρία της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, έγινε ο Εθνικός Ύμνος της πατρίδας μας, είναι, από κάθε άποψη, ένα από τα πιο προοδευτικά ποιητικά έργα που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα. Ως συνθέτης δε, θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ο Μάντζαρος, ο οποίος είχε δώσει μαθήματα μουσικής στον Σολωμό, ανακάλυψε και έφερε στο φως την εσωτερική μουσική του ποιήματος, όταν το μελοποίησε για τετράφωνη ανδρική χορωδία και πιάνο. Και νιώθω ευτυχής και δικαιωμένος, γιατί εκείνο που έκαναν ο Μάντζαρος με τον Σολωμό ήταν εκείνο που, τόσες γενιές αργότερα, κάναμε με τον Ρίτσο στον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, με τον Ελύτη στο Άξιον Εστί, με τον Σεφέρη στο Μυθιστόρημα

Μπορεί να φανταστεί κανείς την ελληνική συνείδηση και την ελληνικότητα χωρίς αυτά τα λόγια του Σολωμού για την Ελευθερία να είναι κτήμα όλων των Ελλήνων εδώ και τόσες γενιές; Όχι. Ο Σολωμός και ο Μάντζαρος έβαλαν τη μεγάλη τους σφραγίδα στην έννοια και τη συνείδηση της ελληνικότητας. Η ποίηση και η μουσική, χέρι χέρι, στην πιο μεγάλη τους ώρα, ενέπνευσαν γενιές Ελλήνων να αγωνιστούν, τους έδειξαν και τους άνοιξαν το δρόμο προς την Ελευθερία, όπως πάντοτε συμβαίνει. Και όπως, ασφαλώς, θα τον ανοίξουν και πάλι.

Μίκης Θεοδωράκης

Δεκέμβριος 2013

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2021

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

 

​Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού υπό τον συντονισμό της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς διοργανώνει για μία ακόμη χρονιά τις εκδηλώσεις της Αυγουστιάτικης Πανσελήνου προσφέροντας τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία στο κοινό με ελεύθερη είσοδο για να απολαύσουν το φως του φεγγαριού, την Κυριακή 22 Αυγούστου.

Για το 2021,  200 χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση, επιλέχθηκε ως θέμα της αφίσας το οχυρωματικό συγκρότημα Τρουπάκηδων -Μούρτζινων στην Καρδαμύλη, το οποίο αποτέλεσε στις αρχές του 1821 χώρο φιλοξενίας του οπλαρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Μάνη, στο πλαίσιο προετοιμασίας της αρχής της επανάστασης.

Την Κυριακή 22 Αυγούστου 2021, εκατόν είκοσι ένας (120) αρχαιολογικοί χώροι και μουσεία σε όλη τη χώρα θα υποδεχθούν το κοινό για να θαυμάσει  την Πανσέληνο. Πενήντα τρεις (52) από αυτούς θα φιλοξενήσουν ποικίλες εκδηλώσεις. Η φετινή διοργάνωση, εκτός από τη νύχτα της 22ας Αυγούστου, θα πλαισιωθεί και από εκδηλώσεις που έχουν προγραμματιστεί για τις 20, 21, 23 και 25 Αυγούστου.

Οι εκδηλώσεις που θα πραγματοποιηθούν φέτος είναι κυρίως μουσικές συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, παραστάσεις χορού, ποιητικές απαγγελίες, προβολή ντοκιμαντέρ, εικαστικές εκθέσεις, αστροπαρατήρηση και ξεναγήσεις. Οι περισσότερες εκδηλώσεις θα πραγματοποιηθούν σε συνεργασία με φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης καθώς και πολιτιστικούς, εξωραϊστικούς συλλόγους.

Οι εκδηλώσεις και η επίσκεψη του κοινού στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία θα διεξαχθούν σύμφωνα με τα ισχύοντα πρωτόκολλα ασφαλείας που έχουν καταρτισθεί για κάθε αρχαιολογικό χώρο και μουσείο στο πλαίσιο περιορισμού διασποράς του κορωνοιού  COVID 19  και σύμφωνα με τα ισχύοντα μέτρα ασφαλείας κατά την περίοδο πραγματοποίησής τους.

Για μία ακόμη, δύσκολη υπό τις συνθήκες της πανδημίας χρονιά, ευχαριστούμε τις Περιφερειακές και Ειδικές Περιφερειακές Υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς και το ακάματο προσωπικό τους που συνεχίζουν τον επιτυχή θεσμό της Πανσελήνου του Αυγούστου και με την πίστη ότι "το Φως του Φεγγαριού θα υπερισχύσει της σκιάς της πανδημίας",  σας προσκαλούμε όλους στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία την ωραιότερη νύχτα του  ελληνικού καλοκαιριού, την Κυριακή 22 Αυγούστου.

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ "ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΣΠΙΤΙ" (2020)

 



50 χαϊκού για την καραντίνα

Βουβές οι χορδές.
Η μουσική το ξέρει
αυτό που νιώθω.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
(μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης)

-1-

Έχω σαλτάρει.
Σκέφτομαι ποιήματα
γράφω ταξίδια.

-2-

Υποπτεύομαι
πως με κατασκοπεύει
μια νεκρή φύση.

-3-

Ούτως εχόντων
κρατάω αποστάσεις
απ’ τους καθρέφτες.

-8-

Όσο βραδιάζει
οι τοίχοι πλησιάζουν
επικίνδυνα.

-9-

Τι να διαβάσω;
τα βιβλία μου ζουν
σε άλλο κόσμο.

-10-

Φορώντας μάσκα
βουλιάζω μες στη νύχτα.
Βυθός ονείρων.

-13-

Έχει ξεφύγει
ο άλλος εαυτός μου.
Δεν μιλιόμαστε.

-14-

Λάθος το λήμμα
ανοσία αγέλης.
Ανο-η-σία.

-15-

Φιγούρες
χορεύουν στη βεράντα.
Θέατρο σκ-ιών.

-16-

Τούτες τις μέρες
δεν τρώω τίποτ άλλο
απ’ τα νύχια μου.

-17-

Δεν έχω μάτια
παρά για το ματάκι
της εξώπορτας.

-18-

Μ’ έχει μαγέψει
μια Κίρκη στο ντιβάνι.
Του Μοντιλιάνι.

-19-

Τέρμα τα μέτρα.
Αλλάζω χειραψίες
με τα πόμολα.

-22-

Φυλακισμένος
ψάχνω ένα φιλί σου
να ξεκλειδώσω.

-23-

Πριν πέσω, μπαίνω
στη φωτογραφία σου.
Βγάζει στον κήπο.

-27-

Άλλη μια μέρα
που πρέπει να κατέβω
απ’ το κρεβάτι.

-28-

Εγκλωβισμένος
δεν ελπίζω τίποτα.
Γι’ αυτό φοβάμαι.

-31-

Βρήκα μια λέξη
νεκρή στο λεξικό μου.
Αλληλεγγύη.

-36-

Σήμερα πάλι
θα σκοτώσω μια μέρα.
Πόσες μου μένουν;

-37-

Σπρώχνω τις νύχτες
να στείβω την ελπίδα
στην παράταση.

-40-

Βάψτε τα πιόνια
στο κίτρινο του τρόμου.
Τα χρόνια μαύρα.

-41-

Ανοίχτε δρόμο
να περάσουν οι νεκροί.
Θα μας πατήσουν.

-46-

Πώς θα περάσω
τα διόδια του χολ
χωρίς έγγραφα;

-47-

Λέω να παίξω
πόκερ με τα μάλλινα.
Θα τα μαδήσω.

-48-

Έμεινα σπίτι
να βρω τον εαυτό μου.
Με αγνόησε.

-49-

Ήρθε το ψέμα
και μου ’πε την αλήθεια.
Είμαστε μόνοι.

-50-

Άγνωστο πλέον
τι θα επικρατήσει.
Πλήξη ή θλίψη;

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2021

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ "ΕΠΙΛΟΓΟΣ"




Αλήτη! Απόψε ειν' η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ'ενα παγκάκι Αλήτη!
Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
που 'κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν: σπίτι.

Δεν έχεις δάκρυα να θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονείς,
ούτε κραυγές υστερικές να βγάνεις πέρα ως πέρα.
Είσ’ ένα κύμα σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτινής,
που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχην εσπέρα.

Κι όταν θα βρεις το λυτρωμό σ’ ένα παγκάκι ξαπλωμένος,
και θα σιγήσει ο σίφουνας κι η θύελλα της ζωής σου,
Αλήτη! δεν θα πεις ποτέ πως ήσουν κουρασμένος
απ’ τον αγώνα τον σκληρό της άρρυθμης ψυχής σου.

Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, Αλήτη!
Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
που ’κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν: σπίτι.

 ( Από την ποιητική συλλογή του Τεύκρου Ανθία - μια από τις πιο σημαντικές- "Τα σφυρίγματα του Αλήτη")

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2021

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ "Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ" "PIETA"

 




Εύκολο είναι να στοιβάζεις

λέξεις πάνω σε λέξεις

στίχους πάνω σε στίχους

στροφές σελίδες συλλογές, 

              συλλογιζόταν ο Ριμάχο

Το δύσκολο είναι ν' αφαιρείς

και να κρατάς μονάχα ό,τι χρειάζεται

τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο

μόνο που για να το πετύχεις

πρέπει, αλίμονο, να υποβάλλεσαι

στην πιο σκληρή δοκιμασία 

τη δοκιμασία της φωτιάς

να καίγονται τα άχερα

να μένει το χρυσάφι.


Κόπιασε τότε αν σου βαστά,

                     του φώναξε η Ριμαχόνα

χορεύοντας χλωρή μες τη φωτιά

ολάνθιστη, ολοκόκκινη, ολόδροση

τριανταφυλλιά.


Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021

Διονύσιος Σολωμός "Η τρελή μάνα" - Λεύκιος Ζαφειρίου "Η μάνα του Πατή,ΙΙ"

 Μια συγκλονιστική συνομιλία του νεότερου ποιητή, της γενιάς του' 70 ή γενιάς της αμφισβήτησης Λεύκιου Ζαφειρίου με τον γενάρχη Σολωμό! Συγκεκριμένα "Η τρελή μάνα" του Σολωμού εμφανίζεται στο ποίημα του Ζαφειρίου θρηνώντας τα νέα δεινά και το χαμένο γιο. Η μνήμη επιστρέφει τον θρήνο μέσα από τον αντίλαλό της μέσα στα χρόνια!


Η τρελή μάνα
[ή]
Το κοιμητήριο

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

[19]


1

Τώρα που η ξάστερηνύχτα μονάχουςμας ηύρε απάντεχα,και εκεί στους βράχους5σχίζεται η θάλασσασιγαλινά.

2

Τώρα που ανοίγεταικάθε καρδίαστη λύπη, ακούσετε10μίαν ιστορία,που την αισθάνονταιτα σωθικά.

3

Σε κοιμητήριοείναι στημένα15δύο κυπαρίσσιααδελφωμέναπου πρασινίζουνεμες στους σταυρούς.

4

Όταν μεσάνυχτα20καταβουίζουνοι ανέμοι, αν τα ’βλεπεςπώς κυματίζουν,έλεες πως κράζουνετους ζωντανούς.

5

25Δύο αδέλφια δύστυχακοιμούνται κάτουτον ανεξύπνητονύπνον θανάτου,κι έχασε η μάνα τους30τα λογικά.

6

Τα μαύρα! επαίζανεεκεί όπου στέκειο πύργος, κι έπεσετ’ αστροπελέκι,35κι άψυχα τ’ άφησετα θλιβερά.

7

Ροδοστεφάνωτα,ασπροεντυμένα,τα κατεβάσανε40αγκαλιασμέναμέσα εις την ύστερηαλησμονιά.

8

Δεν άκουες βάβισμαχαμένου σκύλου·45πουλιού δεν άκουεςλάλημα, ή χείλου,ή κλωνοφλίφλισμανα πνέει τερπνά.

9

Νερομουρμούρισμα50οπού αναβρύζεικαι τσ’ επιτύμβιεςπέτρες δροσίζειμόλις αντίσκοβετη σιγαλιά.

10

55Θανής δεν έμνεσκανάλλα σημείαπάρεξ του λίβανουη μυρωδίαοπού εχυνότουνε60στην ερημιά.

(Η δύστυχη μητέρα έρχεται εκεί τρέχοντας) *
11

Στέκει, μυρίζεταιεις τον αέρα,και συλλογίζεται—μαύρη μητέρα!—65σαν κάτι να ’θελενα θυμηθεί.

12

Στον τοίχο σύρριζασκύφτει, κοιτάει,γλυκολυπούμενη70χαμογελάεικατά τα εντάφιαχόρτα πικρά.

13

Κατά τα σύγνεφα,κατά τ’ αστέρια,75τρεμομανιάζονταςρίχτει τα χέρια,και κλαίει και ρυάζεταιτρομαχτικά.

14

Της πέφτουν έπειτα80και ληθαργίζει,και πάλε αρχίναενα τριγυρίζειτο περιτείχισμαπασπατευτά.

15

85Γύριζε, γύριζε,τέλος εμπαίνειστο σημαντρήριοκαι τ’ ανεβαίνειτα ίχνη αλλάζοντας90σπουδαχτικά.

16

Ήτον στην άλαλητη μοναξίαστρογγυλοφέγγαρηφωτοχυσία,95σαν τη λαμπρόπλαστηπρωτονυχτιά·

17

όμως η δύστυχη,ξεφρενωμένη,κοιτάζει ολόγυρα100τετρομασμένη,πράχνει τα σήμαντρα,κράζει σφιχτά.

18

«Γλήγορα ας φύγουνεαπ’ τα λαγκάδια105κεια τα φριχτόταταπυκνά σκοτάδια·αχ! με πλακώνουνεμες στην καρδιά.

19

»Γλήγορα ας φύγουνε,110δεν τα πομένω,μοιάζουνε, μοιάζουνεμε το σχισμένορούχο που σκέπασετα δύο παιδιά.»

20

115Γκλαν γκλαν τα σήμαντρατης εκκλησίας,γκλαν γκλαν οι αντίλαλοιτης ερημίαςαποκρινόντανε120φριχτά φριχτά.

21

«Από την έρημηΑναφωνήτρα,που ’ναι εις τους δύστυχουςπαρηγορήτρα,125είχαν δυο ξέμετρατα δυο παιδιά·

22

»τα ’χω στον κόρφο μουκαι τα φυλάω·με αυτά τα ξέμετρα130θε να μετράωτα δυο τους μνήματακαθημερνά.»

23

Γκλαν γκλαν τα σήμαντρατης εκκλησίας,135γκλαν γκλαν οι αντίλαλοιτης ερημίαςαποκρινόντανεφριχτά, φριχτά.

24

«Βραχνό το ψάλσιμο·140τα κεριά αχνίζουν·του νεκροκρέβατουτα ξύλα τρίζουν·αργά τα σήμαντρακαι τρομερά.

25

145«Ναι, ναι, απεθάνανε·μέσα στο σκότοτα κατεβάσανε—ακούω τον κρότο—τα κατεβάσανε150βαθιά, βαθιά.»

26

Γκλαν γκλαν τα σήμαντρατης εκκλησίαςγκλαν γκλαν οι αντίλαλοιτης ερημίας155αποκρινόντανεφριχτά φριχτά.

27

«Γιατί τινάζετεπάνω τους χώματα;Μη, μη σκεπάζετε160τα μικρά σώματαπου αποκοιμήθηκανγλυκά, γλυκά.

28

»Αύριο θα κόψουμεκάτι λουλούδια,165αύριο θα ψάλουμεκάτι τραγούδιαεις την πολύανθηΠρωτομαγιά.»

29

Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα170της εκκλησίας,γκλαν γκλαν οι αντίλαλοιτης ερημίαςαποκρινόντανεφριχτά φριχτά·

30

175γκλαν γκλαν παράδερνεμε τα γλωσσίδια,κι εματαρχίναε,κι έλεε τα ίδια,ώς οπού εβράχνιασε180θανατερά.

* * *
31

Νά, που δροσόβοληαύρα ξυπνάει,και ψιθυρίζονταςμοσχοβολάει185από τα αρώματατα αυγερινά·

32

στα φύλλα επέρναεκαι της καρδίας,σαν τα κινήματα190της φαντασίας,που ζωγραφίζουνετην ευτυχιά·

33

εκείν’ η δύστυχητραβάει την άχνα,195βαθιά τα αισθάνθηκεμέσα στα σπλάχνααχ! κι εκατέβηκεστην ερημιά.

* * *
34

Με λύπη εγκάρδια200εθεωρούσεόλα τα μνήματακαι τα μετρούσεμε τ’ αργό κίνηματης κεφαλής.

* * *
___
στ. 29-30
κι έμεινε η μάνα τους
στη συφορά.
στ. 36
ελεεινά.

στροφή 7
Κατόπι αυτής της στροφής ευρίσκεται σβημένη η εξής:*
Σιωπή τα σήμαντρα
οπού τα κλάψαν,
σιωπή τα σύνεργα
οπού τα θάψαν,
σιωπή τα ψάλματα
τα λυπηρά.

στροφή 14
Νά μπει, αλλά μάταια—
πισθοδρομίζει,
και παίρνει απέξωθε,
και τριγυρίζει
το περιτείχισμα
πασπατευτά.

στροφή 17
στ. 97-98
Και αυτή από λύπηση
Τετυφλωμένη

στροφή 24
Βραχνό το ψάλσιμο
του καλογήρου,
αχνά τα εντάφια
κεριά τριγύρου·
αργά τα σήμαντρα
και τρομερά.

Διονύσιος Σολωμός "Ο Λάμπρος" 







Λεύκιος Ζαφειρίου

Η μάνα του Πατή,ΙΙ



Κύλησε ο καιρός σαν τροχός
ποδηλάτου στην άσφαλτο
κι ο Πατής ερχόταν
στα μεσοδιαστήματα των αστραπών
οι επίδεσμοι κρέμονταν
απ' το σπασμένο κεφάλι του
βγαλμένα τα μάτια του 
κύκλοι και πίσω άλλοι
κύκλοι και στο βάθος αντηχούσε
η σιωπή όπως η πέτρα
σ' άδειο πηγάδι
στον κάμπο της Παναγιάς
της Πετούντας- κι η μάνα του
τσίριζε - γιέ μου!
Τα μαλλιά της πέφτανε στο πρόσωπο
πίσω απ' τα μαλλιά
δυό μάτια υγρά
οι βολβοί τους έτοιμοι να πεταχτούν 
απ' τις κόχες- τι γύρευε
η τρελή μάνα του Διονύσιου
Σολωμού στους δρόμους
της Λευκωσίας,
γιε μου! τσίριζε και έτρεχε
πίσω από' να σύννεφο
η μορφή του Πατή τότε
που λεχώνα τής τον έφερναν 
στο χαμόσπιτο - η μπόχα διαπερνούσε
την ατμόσφαιρα κι η λάμπα
στο ξύλινο τραπέζι
έριχνε παράξενες σκιές στο ταβάνι
που σε τρόμαζαν...

Επάλληλοι κύκλοι οι κραυγές της
πάνω απ' τις πέντε κορφές του βουνού
κι η Κύπρος ασύνορη μνήμη φονικού
στην άκρη της Μεσόγειος.


Σχεδόν μηδίζοντες, Λευκωσία, Τα τετράδια του Ρήγα 1981