Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ



Το Σπίτι της Κύπρου (Ξενοφώντος 2Α, Σύνταγμα) σας προσκαλεί
την Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020 και ώρα 19:00
στην εκδήλωση

ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΜΕΛΑΝΗΣ


Ο Γιώργος Χουλιάρας συζητά για το ποιητικό έργο του με τους ποιητές Γιάννη Ζέρβα, Δημήτρη Καλοκύρη και τη Μορφωτική Σύμβουλο της Πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας Νάντια Στυλιανού και διαβάζει ανατρέχοντας σε λήμματα μιας ζωής που συνιστά ΛΕΞΙΚΟ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

 

Ο Γιώργος Χουλιάρας είναι ποιητής, δοκιμιογράφος, πεζογράφος και μεταφραστής. Το 2014 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για την καινοτόμο γραφή του και το σύνολο του έργου του. Η ποίησή του σε μετάφραση έχει δημοσιευτεί σε κορυφαία αμερικανικά περιοδικά και ανθολογίες -όπως Harvard Review, The Iowa Review, Ploughshares, Poetry, World Literature Today και Modern European Poets -- και σε άλλες χώρες, όπως Βουλγαρία, Γαλλία, Ιαπωνία, Ιταλία, Κροατία, Λιθουανία, Τουρκία. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε και εργάστηκε κυρίως στη Νέα Υόρκη πριν επιστρέψει στην Αθήνα από το Δουβλίνο. Έχει εργαστεί ως πανεπιστημιακός λέκτορας, σύμβουλος πολιτιστικών φορέων, ανταποκριτής και Σύμβουλος Τύπου σε Πρεσβείες. Έχει εκλεγεί Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων και στο Δ.Σ. άλλων πολιτιστικών και επιστημονικών φορέων.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

ELISABETH BISHOP



Ερωτήματα του ταξιδιού
Υπάρχουν τόσοι καταρράκτες εδώ˙ στριμωγμένα ποτάμια
σπεύδουν τόσο βιαστικά κάτω στη θάλασσα,
κʼ η πίεση από τόσα σύννεφα στις κορυφογραμμές
που τα κάνει να χύνονται στις πλαγιές σʼ απαλή, αργή κίνηση,
αλλάζοντάς τα σε καταρράκτες εμπρός στα ίδια μας τα μάτια.
‒ Κι αν αυτές οι φλέβες, αυτοί οι μίλια μακριοί, στιλπνοί, δακρυλεκέδες
δεν είναι ακόμα καταρράκτες
σε μια κοντινή εποχή ή έτσι, όπως οι εποχές περνούν εδώ,
πιθανώς θα γίνουν.
Μα κι αν ποτάμια και σύννεφα συνεχίζουν να ταξιδεύουν, να ταξιδεύουν
τα βουνά μοιάζουν με τα καύκαλα μπαταρισμένων πλοίων
στη λάσπη βουτηγμένα και κολλημένα.
Σκέψου το μακρύ ταξίδι από το σπίτι.
Έπρεπε να είχαμε μείνει στο σπίτι και να τα σκεφτόμαστε αυτά εδώ;
Πού θα έπρεπε να βρισκόμαστε αυτήν την ημέρα;
Είναι σωστό να είμαστε θεατές ξένοι σʼ ένα έργο
σε αυτό το πιο παράξενο των θεάτρων;
Τι παιδαριώδες είναι αυτό όσο υπάρχει ανάσα ζωής
στα σώματά μας, είμαστε αποφασισμένοι να βιαστούμε
να δούμε τον ήλιο της άλλης πλευράς ολόγυρα;
Το πιο μικροσκοπικό κολιμπρί στον κόσμο;
Να σταθεί το βλέμμα μας σε κάποια δυσερμήνευτη παλαιά πέτρινη
κατασκευή,
δυσερμήνευτη και απόρθητη,
από κάθε άποψη,
ευθύς μόλις ιδωθεί και παντοτινά, παντοτινά απολαυστική.
Ω, πρέπει να ονειρευόμαστε τα όνειρά μας
και να τα κατακτούμε επίσης;
Κι έχουμε χώρο
για ένα επιπλέον στολισμένο ηλιοβασίλεμα, ακόμη αρκετά θερμό;
Μα σίγουρα θα ήταν κρίμα
να μην έχουμε δει τα δέντρα παραπλεύρως αυτού του δρόμου,
αληθινά σπουδαία για την ομορφιά τους,
να μην τα έχουμε δει να λικνίζονται
σαν αριστοκράτες της παντομίμας, ντυμένα στα ροζ.
‒ Να μην έχουμε σταματήσει για βενζίνη και νʼ ακούσουμε
τον λυπημένο, σε δύο νότες, ξύλινο ρυθμό
των ανόμοιων ξυλοπάπουτσων
που ανέμελα χτυπούν γύρω
από ένα βενζινάδικο γεμάτο λεκέδες μηχανόλαδων.
(Σε μιαν άλλη χώρα όλα τα ξυλοπάπουτσα θα δοκιμάζονταν.
Κάθε ζευγάρι εκεί θα είχε πανόμοιο βήμα).
‒ Κρίμα να μην έχουμε ακούσει
την άλλη, τη λιγότερο πρωτόγονη μουσική της χοντρής, καφετιάς καρδερίνας
που τραγουδά πιο πάνω από την ταραγμένη αντλία βενζίνης
μέσα σʼ ένα περίτεχνο, ιησουίτικο εκκλησάκι από μπαμπού:
τρία καμπαναριά, πέντε ασημένιοι σταυροί.
‒ Ναι, κρίμα να μην έχουμε αναλογιστεί,
θαμπά και ατελέσφορα,
πάνω στη σχέση που μπορεί να υπάρχει για αιώνες
ανάμεσα στα πιο ακατέργαστα ξυλοπάπουτσα
και, προσεκτικά και σχολαστικά,
στις πελεκημένες φαντασίες των ξυλοπάπουτσων
και, προσεκτικά και σχολαστικά,
στις πελεκημένες φαντασίες των ξύλινων κλουβιών.
‒ Ποτέ να μην έχουμε μελετήσει Ιστορία μέσα
στην ασθενική καλλιγραφία των κλουβιών των ωδικών πτηνών.
‒ Και ποτέ να μην έχουμε ακούσει τη βροχή
τόσο πολύ όσο τους λόγους των πολιτικών:
δύο ώρες αδυσώπητου ορατόριου
και μετά μια θλιβερή χρυσαφένια σιωπή
όταν ο ταξιδιώτης παίρνει ένα σημειωματάριο, γράφει:
Είναι η ελλιπής φαντασία που μας φέρνει
σε φανταστικούς τόπους κι απλά δεν μένουμε στο σπίτι;
Ή μπορεί ο Πασκάλ να μην έχει ολότελα δίκιο
σχετικά με το απλά να κάθεσαι ήσυχα μέσα σʼ ένα δωμάτιο;1
Ήπειρος, πολιτεία, χώρα, κοινωνία:
η επιλογή δεν είναι ποτέ πλατιά και ποτέ ελεύθερη.
Κι εδώ ή εκεί… Όχι. Θα έπρεπε να έχουμε μείνει στο σπίτι,
οπουδήποτε αυτό κι αν ήταν;
1. «Η μοναξιά φέρνει στον άνθρωπο δυστυχία γιατί δεν ξέρει πώς να καθίσει ήσυχα στο δωμάτιό του», Pascal, Pensées (1670)

Μετάφραση Γιώργος Παναγιωτίδης

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

W.H. AUDEN

Pieter Brueghel, The Fall of Icarus

Musée des Beaux Arts

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης


Ποτέ δεν έκαναν λάθος οι Παλιοί ΤεχνίτεςΠάνω στον ανθρώπινο πόνο: πώς την καταλαβαίνανΤη θέση του στη ζωή· πως έρχεται να μας εύρειΚαθώς τρώει ο άλλος ή ανοίγει ένα παράθυρο η ακόμη περπατά βαριεστημένος·Πως, όταν οι γέροντες με πάθος, με κατάνυξη προσμένουνΤο θαύμα της γέννησης, πρέπει πάντα να υπάρχουν παιδάκιαΠου δεν πολυγυρεύουν να γίνει τέτοιο πράγμα, πατινάρονταςΣε μια δεξαμενή στην άκρη του δάσους.Ποτέ δεν ξέχασαν πως ακόμηΚαι το φριχτό μαρτύριο πρέπει να πάει το δρόμο τουΟπωσδήποτε σε μια γωνιά, σε κάποιον ανοικοκύρευτο τόποΌπου οι σκύλοι συνεχίζουν τη σκυλίσια ζωή τους και τ’ άλογο του βασανιστήΞύνει τ’ αθώα του καπούλια σ’ ένα δέντρο.
Στον Ίκαρο του Μπρέγκελ λόγου χάρη: πώς καθετί γυρνά τη ράχηΠολύ νωθρά στον όλεθρο· μπορεί ο ζευγάςΝ’ άκουσε την πλαταγή στη θάλασσα, την έκθετη κραυγή,Όμως γι’ αυτόν δεν ήταν σπουδαίο ατύχημα· κι ο ήλιος τη δουλειά τουΈλαμπε στα πόδια τ’ άσπρα που βουλιάζαν στο πράσινοΝερό· και τ’ αλαφρύ δαπανηρό καράβι που είδε ασφαλώςΚάτι εκπληχτικό, τ’ αγόρι που έπεφτε απ’ τον ουρανό,Έπρεπε κάπου να φτάσει κι αμέριμνο τράβηξε ανοιχτά.
Δεκέμβρης 1938

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

WALLACE STEVENS



 ΘΛΙΜΜΕΝΟΙ ΗΧΟΙ ΕΝΟΣ ΕΥΘΥΜΟΥ ΒΑΛΣ     
Η αλήθεια είναι πως έρχεται η ώρα
Που δεν πενθούμε άλλο πια τη μουσική
Τόσο ακίνητος ήχος που είναι.
Έρχεται η ώρα που το βαλς
Δεν είναι τρόπος πια επιθυμίας,  τρόπος
αποκαλυπτικός επιθυμίας, κι είναι άδειο από σκιές.

Τόσα πολλά τα βαλς που έχουν τελειώσει.  Κι έπειτα
Υπάρχει αυτός ο Χουν με τη βουνίσια σκέψη,
Το βαλς δεν ήτανε γι αυτόν  ποτέ επιθυμία,
Αυτός που  βρήκε  κάθε φόρμα κάθε  τάξη μες στη μοναξιά,
Που τις μορφές δεν ταύτισε ποτέ με σχήμα ανθρώπων.
Τώρα,  έχουν  και  γι αυτόν χαθεί,  οι φόρμες οι δικές του.
Ούτε στη θάλασσα ούτε στον ήλιο υπάρχει τάξη.
Οι μορφές έχασαν τη λάμψη τους.
Είναι αυτή η  αιφνίδια συρροή  ανθρώπων,
Αυτά τα αιφνίδια σύννεφα προσώπων και χεριών,
Μια πίεση τεράστια, απελευθερωμένη,
Αυτές οι φωνές  που κραυγάζουν μη ξέροντας γιατί,
Μόνο να είναι ευτυχείς, χωρίς να ξέρουν  πώς,
Επιβάλλοντας φόρμες που δεν μπορούν να περιγράψουν,
Απαιτώντας την τάξη έξω απ' τα λόγια τους.
Τόσα πολλά τα βαλς που έχουν τελειώσει. Αλλά οι μορφές
για τις οποίες οι φωνές κραυγάζουν, κι  αυτές,  μπορεί να είναι
Τρόποι επιθυμίας, τρόποι που αποκαλύπτουν την επιθυμία.
Τόσα πολλά τα βαλς-  Ο λόγος της αμφιβολίας
Εκκωφαντικός πιο συχνά και σύντομα ,  θα είναι σύντομα συνεχής.
Κάποιος μουσικός στοχαστής σύντομα σε μια μουσική στοχασμών
Θα ενώσει τις ανθρώπινες φιγούρες και οι μορφές τους
Θα λάμψουν πάλι με κίνηση, η μουσική
Θα είναι κίνηση  και γεμάτη σκιές.
ΙΔΕΕΣ ΤΑΞΗΣ )

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ MΠΛΕ ΚΙΘΑΡΑ
                         XIV
Πρώτα μια λάμψη, μετά μια άλλη, μετά
Ως χίλιες  ακτινοβολούν στον ουρανό.
Η κάθε μια άστρο μαζί και σφαίρα- κι η μέρα
Ο πλούτος είναι της ατμόσφαιρας τους.
Η θάλασσα προσθέτει σκόρπια τα χρώματα της.
Οι ακτές είναι όχθες πυκνής ομίχλης.
Ένας   Γερμανικός πολυέλαιος, λέει κάποιος-
Ένα κερί είναι αρκετό για να φωτίσει τον κόσμο.
Τον φανερώνει.  Ακόμα και το μεσημέρι
Λάμπει σε ουσιώδες σκοτάδι.
Τη νύχτα, φωτίζει το φρούτο και το κρασί,
Το βιβλίο και το ψωμί, τα πράγματα όπως είναι,
Σ' ένα σκιόφως όπου
Κάποιος κάθεται και παίζει τη μπλε κιθάρα.

(Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ MΠΛΕ ΚΙΘΑΡΑ)


Μετάφραση: Μάρω Παπαδημητρίου

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2020

William Ernest Henley "Invictus"



Invictus

Out of the night that covers me,
Black as the Pit from pole to pole,
I thank whatever gods may be
For my unconquerable soul.

In the fell clutch of circumstance
I have not winced nor cried aloud.
Under the bludgeonings of chance
My head is bloody, but unbowed.

Beyond this place of wrath and tears
Looms but the Horror of the shade,
And yet the menace of the years
Finds, and shall find, me unafraid.

It matters not how strait the gate,
How charged with punishments the scroll.
I am the master of my fate:
I am the captain of my soul.

[Μετάφραση ανωνύμου από το διαδίκτυο: 

Μέσα στη νύχτα που με σκεπάζει,
μαύρη σαν πίσσα όπως είναι,
ευχαριστώ όποιον Θεό υπάρχει
για την ελεύθερη ψυχή μου.

Υπό το βάρος των περιστάσεων
ποτέ δε λύγισα ούτε ούρλιαξα δυνατά.
Όταν το βάρος της τύχης έπεσε πάνω μου
Το κεφάλι μου μάτωσε, αλλά δεν έσκυψε.

Πέρα απ'αυτό τον τόπο της οργής και των δακρύων
βρίσκεται ο τρόμος της σκιάς,
Κι όμως, παρά τις απειλές όλων των χρόνων
θα με βρει, μα θα με βρει χωρίς να φοβάμαι.

Σημασία δεν έχει πόσο στενή είναι μια πύλη,
πόσο γεμάτη με τιμωρίες η περγαμηνή,
εγώ διαφεντεύω τη μοίρα μου:
αφέντης της ψυχής μου είμαι εγώ.]


Η ταινία Invictus (Ανίκητος / σκηνοθεσία Κλιντ Ίστγουντ, 2009), επιχειρεί να βιογραφήσει τον Nelson Mandela (τον οποίον υποδύεται ο Morgan Freeman) και θεωρούμε ότι το κατορθώνει με ρεαλιστικό τρόπο και συνάμα συγκινητικό. 


MARIANNE MOORE



Η ποιήτρια Marianne Moore έζησε για λίγο διάστημα στη Ρόδο όταν ο αδερφός της υπηρετούσε εκεί ως καθολικός παπάς. Η Moore ήταν επίσης κόρη ιερέα και προσπαθώντας να αποτινάξει τον συντηρητισμό της οικογένειας και των αξιών της αφοσιώθηκε στην ανίχνευση της αμερικανικότητας που είναι η άλλη όψη της πυρηνικής οικογένειας.
 Στην ποίησή της προχώρησε πέρα από τα συμβατικά όρια του λυρισμού και είναι εκπρόσωπος του μοντερνισμού (από τις σημαντικότερες). 
Το ποίημά της "Ο Τάφος" είναι από τα ωραιότερα ποιήματα που έχω διαβάσει. Το βρήκα μεταφρασμένο στα ελληνικά από την Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου ως "Το Νεκροταφείο". Το ποίημα αυτό το έστειλε στον Ezra Pound και εκείνος της είπε να αλλάξει την έμφαση στις λέξεις συνείδηση και βούληση. Η Moore του απάντησε ότι θα το κάνει αλλά δεν το έκανε. Για εκείνη η συνείδηση ήταν σημαντικότερη της βούλησης που της πρότεινε ο Pound.
Η Moore έζησε όλη τη ζωή της με τη μητέρα της και ακόμη και στην ποίησή της ακούγεται η φωνή της μητέρας της που ταυτίζεται με τη δική της φωνή. Οι δυο τους ενωμένες σε μια φωνή. 


Το Νεκροταφείο

Άνθρωπε, που κοιτάζεις μέσα στη θάλασσα –
στερώντας τη θέα από εκείνους που έχουν πάνω της το ίδιο δικαίωμα όσο έχεις κι εσύ για τον εαυτό σου –
είναι φύσει ανθρώπινο να σταθείς στη μέση ενός πράγματος,
αλλά δε γίνεται να σταθείς εν μέσω αυτής:
η θάλασσα δεν έχει τίποτα να σου προσφέρει παρά έναν καλοσκαμμένο τάφο.
Τα έλατα στέκονται σε πομπή – έκαστο με ένα σμαραγδένιο τρίγωνο στην άκρη – εσωστρεφή όπως τα περιγράμματά τους – λέγοντας τίποτα·
η απώθηση, ωστόσο, δεν είναι το πιο εξόφθαλμο χαρακτηριστικό της θαλάσσης·
η θάλασσα είναι ένας συλλέκτης, ταχύς στο να επιστρέψει το αδηφάγο βλέμμα.
Υπάρχουν κι άλλοι πέρα από εσένα οι οποίοι ενδύθηκαν αυτό το βλέμμα –
η έκφραση των οποίων έπαψε να είναι μία διαμαρτυρία –
τα κόκκαλα των οποίων έπαψαν να είναι το αντικείμενο της έρευνας για τα ψάρια
εφόσον δεν έχουνε αντέξει·
άντρες ρίχνουν τα δίχτυα, δίχως επίγνωση πώς βεβηλώνουν έναν τάφο,
και κωπηλατούν γρήγορα μακριά· όμοια με τα πόδια της αράχνης στην επιφάνεια
κινούν συγχρονισμένα τα πτερύγια λες και δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα
όπως ο θάνατος.
Οι κυματισμοί αναδιπλώνονται εις εαυτόν σε μία φάλαγγα – υπέροχοι κάτω από ένα αφρώδες δίκτυο,
και καταλήγουν ξέπνοα ενώ η θάλασσα θροΐζει μέσα κι έξω από τα φύκια·
τα πουλιά βουτούν στον αέρα με τη μέγιστη ταχύτητα, γιουχάροντας κατά το σύνηθες–
τις ρίζες των βράχων γδέρνει το καύκαλο μιας χελώνας, ανάμεσά τους εν κινήσει κι ο ωκεανός, κάτω από τον παλμό των φάρων και τον ήχο των σημαδούρων,
όπως πάντα προελαύνει, δείχνοντας λες και δεν είναι αυτός ο ίδιος ωκεανός
μες στον οποίο όλα τα πεταμένα πράγματα δεσμεύονται να βουλιάξουν –
μες στον οποίο το αν αναδεύονται ή αν θα στροβιλιστούν, δεν θα ‘ναι
από δική τους βούληση ή συνείδηση.



A Grave

Marianne Moore - 1887-1972
Man looking into the sea,
taking the view from those who have as much right to it as you have to yourself,
it is human nature to stand in the middle of a thing,
but you cannot stand in the middle of this;
the sea has nothing to give but a well excavated grave.
The firs stand in a procession, each with an emerald turkey-foot at the top,
reserved as their contours, saying nothing;
repression, however, is not the most obvious characteristic of the sea;
the sea is a collector, quick to return a rapacious look.
There are others besides you who have worn that look—
whose expression is no longer a protest; the fish no longer investigate them
for their bones have not lasted:
men lower nets, unconscious of the fact that they are desecrating a grave,
and row quickly away—the blades of the oars
moving together like the feet of water-spiders as if there were no such thing as death.
The wrinkles progress among themselves in a phalanx—beautiful under networks of foam,
and fade breathlessly while the sea rustles in and out of the seaweed;
the birds swim through the air at top speed, emitting cat-calls as heretofore—
the tortoise-shell scourges about the feet of the cliffs, in motion beneath them;
and the ocean, under the pulsation of lighthouses and noise of bellbuoys,
advances as usual, looking as if it were not that ocean in which dropped things are bound to sink—
in which if they turn and twist, it is neither with volition nor consciousness.




ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΜΠΡΟΥ "ΦΩΤΕΙΝΟ ΚΕΝΤΡΟ"