Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

"Εφραίμ του Σύρου" του ΣΤΑΘΗ ΚΟΜΝΗΝΟΥ



Εφραίμ του Σύρου, ΥΜΝΟΙ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ*

Επιλογή μετάφραση ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ [Η μεταφραστική άποψη συνοδεύεται, όχι τυχαία…, και από μιαν ενδιαφέρουσα διακειμενική προσέγγιση, που διευρύνει, θέλω να πιστεύω, την οπτική μας στα πράγματα…]




1
Ένας μήνας
που η χαρά είναι ολόκληρη
γκαστρωμένος άπληκτη νίκη
για όλους  - Αυτός !
Βρέχει αγάπη
απ’ τον ουρανό της Θεότητας
Βηθλεέμ, ω Βηθλεέμ !
Πρίγκηπας σπαργανωμένος ράκη
σπαργανώνει τη δόξα μας
ανταλλάσει με αισχύνη τη λαμπρότητα
μεγαλόπρεπα Ταπεινός
ως Θεός   ως Θεός
Αυτός
μέσα στην τρέλα των Σοδόμων μας
Ω Πρωτότοκε !
θησαυροφυλάκια έκανες τις γιορτές
να μπει ο πάμφτωχος ξαναμμένος
να διαγουμίσει
να βιάσει λάφυρα ζωής !
Ντροπή σε όποιον δεν φανεί ληστής !
Ντροπή στα άδεια χέρια[30] !
Κεραυνοφωνές εξαπολύουν τα στόματα βρεφών
κι αγαλλιά ο Χρισμένος στη γιορτή Του
Ήλιος κατακτητής χαράζει σύμβολα
στα σκαλοπάτια της εγέρσεώς Του
Δωδεκάβαθμος  Δωδεκάμερος
και σήμερα δεκατριήμερος[31]
Τέλειο Σύμβολο
της Γέννησης του Γιού με τους δώδεκα φίλους.
Ιωσήφ πώς χαϊδεύεις το μωρό-Θεό σου ; Πώς ;
Με καταδίωξε ένα στέμμα και με φόρεσε ολόκληρο
κρατώντας το στην αγκαλιά μου !
Μαρία, ω Μαρία τραγούδησε,
της Θεότητας Σου είμαι η δούλα
και Μάνα της ανθρώπινής Σου φύσης
Γιε και Κύριε !
Ω, Εσύ υπερήλικο βρέφος μπροστά μου !
Πτυχωμένη σε κύματα η έκπληξη.
Μιλά η σιωπή Σου όπως Θεός !
Ποιός ξανάδε ποτέ βρέφος που θωρεί το παν ;
Ω, πανάρχαιε νιόκοπε !
Πώς ν’ ανοίξω του γάλακτος πηγή στην Πηγή την ίδια ; Πώς ;


2
Της άγνοιας στόμα
Χείλη που τρέμουν
Πώς, Γιέ του Ζώντος, πώς να σε πω[32] ;
Γιε του Ενός
και τώρα των πολλών Γιε
μυριάδες ονόματα
Άφωνε Κύριε πώς γίνεσαι του Λόγου Κύριος[33] ;
Εραστή    Εραστή,   ιδού καταδιώκομαι
λέει η Μαρία, εγώ που
την Καταφυγή γέννησα. Πού να προσφύγω, πού ;
Αστρόφως[34], του ήλιου μικρότερο
κι ωστόσο μεγαλύτερο
στο σύμβολό του Φως.
Φως μέγα, μόνο Φως
προσφορές ποιμενικές
Ζωή που λατρεύεται
γη που πρεσβεύει ουρανό
πνεύμα που δείχνει σώμα
Συμεών ω Συμεών σ’ αγκαλιάζει
σε παραδείσιο τόπο
Εκείνος που αγκάλιασες !
Κόλλησαν Πνεύμα τα χείλια της Άννας
ω Βασιλόπαιδο, ω Περιφρονημένε, Μισούμενε !
Σιωπάς κι ακούς, κρύβεσαι βλέπεις, καλυμμένος γνωρίζεις
Ευλογητέ !
Βρέφος, που γεμίζεις γη κι ουρανό
αναπαύεται το φως στο πρόσωπό Σου
κι η Κτίση στόμα γίνεται, ένα στόμα
που αδιάκοπα κραυγάζει  ιδού ιδού Εκείνος !
Σχισμένοι ουρανοί
νερά
που λαμπυρίζουν
φτερούγισμα περιστεριού
μια φωνή κεραυνός που λέει
ο Αγαπημένος Μου  -Αυτός!
Ωσαννά ωσαννά
που πάντα θα το λεν παιδιά.


3
Η πρώτη Σου μέρα ιδρύει γιορτές, Ευλογητέ
Κύριε μου
Σου μοιάζει η μέρα
αφού έρωτα ξημερώνει για όλους
Τελειώνει τη ζωή στο χάραμά της
βρεφοποιώντας τους υπέργηρους[35]

(επωδός)                       Απρόσκλητος μάς παραδόθηκες Κύριε, Κύριε

Την ξανανιώνει ο έρωτας που έχει,
ενδύει δύναμη τα γέρικα κορμιά μας
Περνά και παραμένει
φεύγει και στέκεται
αποχωρεί και επισκέπτεται
επιστρέφει αέναα ελεητική
προσκαλώντας, προσκαλώντας
Χθαμαλόν το ανθρώπινο

(επωδός)                       Απρόσκλητος μάς παραδόθηκες Κύριε, Κύριε

Την εκκόλαψη της μέρας Σου εκλιπαρεί η κτίση
διψά   διψά   διψάει[36]
Μια μέρα να γέρνει το χρόνο
να τον αλυσοδένει στη λευτεριά του
να μην του διαθέτει παράκαμψη
Η μέρα σου ίδια Εσύ
δυνατή του Δυνατού
διακλαδούμενη μονάδα
όπως Εσύ, μόνο Εσύ
Κύριε μου, Κύριε
κοντά μας η μέρα Σου,
τη Γέννησή Σου είδαμε
αυτήν την απόμακρη…


4
Με μπόλιασε στον έρωτα να συμμετέχω
Αυτός Αυτός
εμένα τον περίκλειστο !
και στ’ άσματα λοιπόν ξεσπώ και στα τραγούδια τα ολόλευκα
γεμίζοντάς Τον αλληλούια
και μελωδίες εύστοχες,
- με τη δική Σου λύρα
ω Εσύ βρέφος-απολυτρωτή
να σε αινέσω
χαρίτωσέ με.

Μ’ ανύψωσες στο ύψος του ιλίγγου
στου κόσμου να σε δοξάζω το εύρος
που το γεμίζεις ένδοξα
κι ανίκανο είναι το εύρος Σου να συγκρατήσει
Ω Κύριε, το πώς και το γιατί μάθε μου
ανάλλαχτα συχνάζουν οι εκλάμψεις Σου
στη στένωση μιας Μήτρας,
σε κάθε τι παράδοξο,
σ’ ανύπαντρες μητέρες,
σε άσπορες Γεννήσεις
Θυγατέρα Δαβίδ
Θυγατέρα Δαβίδ
Μνηστή του Ιωσήφ

Της αμφιβολίας Ιωσήφ
και τώρα έμπιστε, ησύχιε, προστάτη…

Ελλιμενίστηκαν τα καλά νέα στον μυχό της δέησης
Η στέρφα κι παρθένα αγαλλιάσαν,
η μια γεννώντας τον εξ ύψους Λόγο
κι η άλλη, μια κατάμονη φωνή στην έρημο[37]
Ω καταλύτη της σύγχυσης
γέμισες μια μήτρα,
όπως ο σπόρος τον κήπο μας
όπως μια αχτίδα φωτός τα βλέφαρά μας
και σκίρτησε Δαβίδ και Αβραάμ
Ήρθε επιτέλους τέλος
τέλειωσε ο χρόνος[38]
έπαψε η αρίθμηση
συνέκλιναν οι γενεές στην αφετηρία
ακίνητες πια μέσα Σου
Γιε του Δαβίδ, Μόνε !




5
Ανακαινίζεις την ανθρωπότητα Νεογέννητε, δόξα Σοι
Καρπέ Εσύ, Ευλογητέ
κόβεσαι να κορέσεις την πείνα μας
Παραβιαστή του Σαββάτου που το σώζεις, αινώ Σε
Δόξα Σοι Σιωπηλέ που έστειλες τη φωνή Σου
Υπέρτατε που φανερώθηκες με τον Αστέρα Σου, δόξα Σοι
Κρυμμένε Δόξα Σοι που φανερώθηκες βρέφος
Εσύ Ζωντανέ που αναλαμβάνεις θνητότητα
Νήπιε Νήπιε
Ευλογητέ σταυρωτή της λευτεριάς ως το θελήσεις
Ευλογητέ που το ξύλο σε υπέμεινε ως το επέτρεψες
Κλεισμένε στο μνήμα Αυτονεκρούμενε Ευλογητέ
Αυτοσμικρούμενε
που το σώμα μας, Μακάριε, έπλασες σκήνωμα του κρυφτού Σου
που με τη γλώσσα μας ξεσκέπασες τα μυστικά Σου
Δόξα Σοι Δέσμιε της απελευθέρωσής μας
Γεννήτορα του Φωτός Σου στο σκότος
Αλυσοδεμένε που διασπάς τις αλυσίδες της αιχμαλωσίας μας

Αδύναμος ο νους μας
μικρή η καρδιά
για Σένα Αχώρητε
παράδοξα Μετρούμενε
Δόξα Σοι
Παντογνώστη που μαθητεύεις σ’ όσα ήδη γνωρίζεις
που αποκαλύπτεις θησαυρούς ρωτώντας
Σιωπηλέ Λοιδορούμενε δόξα Σοι
που τη ζωή αποκαθιστάς και με τα δυό,
πανίσχυρη η σιωπή Σου κι ελεγκτική, δόξα Σοι
Ευλογητέ που βαδίζεις στο δρόμο
και Είσαι ο Δρόμος για το δρόμο[39]
Αμπέλι που γίνεσαι κούπα σωστική
Θεραπευτικό Κλήμα ζωής
Γεωργέ που σπέρνεσαι
που θανατώνεις το θάνατο με τον θάνατο
δέξου αντίδωρο τραγούδι ευχαριστίας
φορτωμένο τις αδυναμίες μας
Θάλασσα Εσύ δόξας
Ω  Ανενδεή
μια σταγονίτσα δέξου ευχαριστίας
αφού με τα δώρα σου καθύγρανες τη γλώσσα μου για Αίνο.





6
Η Μαρία
Μια Βηθλεέμ
Εμμανουήλ ! Εμμανουήλ !
Καταγράφεσαι ο Καταγράφων τη θάλασσα !
Μετρητή της άμμου Γεννήθηκες.

Σ’ ένα χωριουδάκι η εκπλήρωση ενός τραγουδιού, Δαβίιιιδ !
Κατήλθε το κρυμμένο Φως
κι η μορφιά Του έλαμψε σε Σώμα
Βρέφος γεννιέται σήμερα με τ’ όνομά Του θάμβος
ένα μυστικό βρήκε τον εαυτό του στο φως της μέρας
Όλα ανοιχτά
Όλα ανοιχτά
Θάμαρ Θάμαρ κλέβε
κλέβε τα θαύματα !
Ραχάβ δες, δες Τον
εσύ που γεύτηκες στα σύμβολα Αλήθεια.

Φάρμακο ζωής
γλυκόπιοτο φάρμακο ζωής, Γιέ
Μαρτυρούν χαρά οι βλέποντες
Άγγελοι
Άγγελοι
επέδραμε ο Διεγείρων τους αποκοιμισμένους
Κανείς για ύπνο, κανείς
Νυχτέρια, μόνο νυχτέρια[40] ολοφώτεινα
ολόλαμπρη νύχτα
μαύρο χρώμα
εκτυφλωτική δύναμη
Εμπρός, εμπρός, οξεία η θωριά του ματιού
τ’ αυτί μουσικότατο
όσιος ο στοχασμός της καρδιάς
καθάριες οι λέξεις
Ω νύχτα συναρμογής[41], νύχτα σύνδεσης
δώρο που δεν ζητήθηκε προσφέρεται
αυτή τη μέρα, αυτή τη νύχτα
Τί δίνουμε ; Τί δίνουμε ; Τί ;
Μέσα στα όρια η θέληση, κατάφρακτη με σύνορα
κι ωστόσο παίρνει όλα τα μεγέθη
ας δώσουμε αχαλίνωτα

Σφραγίζεται ο Θεός τον άνθρωπο
κι η σφραγίδα Του λαμβάνει στόλισμα !


7
Αυτός ! Μια σταλιά βρέφος[42] που κρατώ
και με βαστάζει σύγκορμη, σύψυχη !
ψιθύριζε η Μαρία.
Προσγείωσε τα φτερά Του,
μ’ άρπαξε
και μ’ έταξε αγύριστα, πετώντας πάλι,
στο ύψος και στο βάθος !

(επωδός)                                Εραστή, Εραστή, Γιέ της Αγάπης δόξα Σοι

Μάτια αρχαγγέλου,
μάτια πρεσβύτη,
οι διεσταλμένες κόρες των Μάγων[43],
κοιτούν το Αόρατον !

(επωδός)                                          Εραστή, Εραστή, Γιέ της Αγάπης δόξα Σοι

Αίγυπτε, δέξου με φυγάδα
…κυνηγούν τον Κυνηγό
σμάρι άστοχοι…
Ω Εσύ που στ’ αγκάλιασμά Σου
πήζεις στην Ομορφιά τον κόσμο,
λάβε στόλισμα το Σώμα
στολίσου το Σώμα μας.
Γίνε ψωμί   Είσαι ψωμί
νυφικό δωμάτιο
Είσαι,
Εσύ  Εσύ το ρούχο της δόξα μας
με Σώμα
στο Σώμα.
Ω αρτιοποιέ
που αποκαθιστάς
κατάγματα και ρήγματα
τ’ ατέλειωτο καθημερινό μας σχίσιμο !

(επωδός)                                          Εραστή, Εραστή, Γιέ της Αγάπης δόξα Σοι

Μα ναί, πλησίασε   πλησίασε αδίστακτα
έλα λοιπόν
Τώρα, ασταμάτητα Τώρα
Αυτός
ένα μωρό ελεύθερο
αδέσμευτο
Άναρχος
υποδέχεται ζυγό σκλαβιάς
- ξέρεις, μικρή του λαού μου κόρη κι εσύ παλικαράκι μου[44],
το ζυγό της ασχήμιας μας.
Δοσίματα, δοσίματα
διπλά και τρίδιπλα,
αδούλωτοι οι δούλοι πια,
κυριευόμενοι τώρα οι κύριοι
βάρη ως ευλογίες !
Ανακούφιση κρυφής ελευθερίας.

(επωδός)                                          Εραστή, Εραστή, Γιέ της Αγάπης δόξα Σοι

Ανακαινίζεται ο ουρανός
ο ρυτιδιασμένος Αδάμ αναπλάθεται
σώμα και νους λαμβάνουν κάθετη διακόσμηση.
Απλήρωτο Φως
Αχρέωτο
αρπάξτε,
διαμοιράζεται !
Αισθητική μορφή η σκόνη μας !
Η πρώτη Αρχή μεταμορφώνει την επαγγελία σε Σώμα
αθόρυβα
αθόρυβα
ακούραστα,
ξένος εκείνος που τον βλέπει Ξένο
από Τον καταρράκτη της ζωής.

©  ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ



( Τα επισυναπτόμενα παραπάνω αποσπάσματα των πρωτοτύπων, ατάκτως εδώ ερριμμένα λόγω μέγαλου όγκου ύλης, για μιαν απλή δημοσίευση σ’ ένα ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό, μα και ως μια απλή οπτική εξοικείωση του αμύητου έλληνα αναγνώστη στις σημιτικές γραφές, προέρχονται από την έξοχη έκδοση του SEBASTIAN BROCK, απαράμιλλου ανατολιστή, που και μόνο που του έσφιξα κάποια στιγμή το χέρι και μου αφιέρωσε το βιβλίο του, γράφοντας την αφιέρωση στα αραμαϊκά, είναι για μένα τιμή που θα τροφοδοτεί γόνιμα τη ΜΝΗΜΗ εσαεί… )

* Θεωρώ απαραίτητες ορισμένες διευκρινίσεις. Οι ύμνοι στη Γέννηση του Χριστού του Αγ. Εφραίμ του Σύρου είναι, κατά βάση, πολύστιχοι. Κυμαίνονται από περίπου 50 έως και παραπάνω από 400 στίχους. Η αιτία γι αυτό, θεωρώ, είναι πως, πέρα από την υιοθέτηση μιας ποιητικής φόρμας υπό της επιταγές μιας συγκεκριμένης αισθητικής ή με βάση τα κύματα της έμπνευσης για τη συγκεκριμένη θεματική, οι στίχοι αυτοί προορίζονται να ακουστούν ή να τραγουδηθούν εντός του λατρειακού χώρου. Ας θυμηθούμε, στη συνάφεια αυτή, το πολύστιχο κάθε ομηρικής ραψωδίας και το γεγονός πως ο ραψωδός θεωρείτο ιερό πρόσωπο (Βλ. ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ, περιοδικό περι-Ποίησης, τεύχος 2, σελ.85, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2010.), που απαγγέλει Ποίηση δημοσίως και εν κοινότητι προσώπων, όπως επίσης και τους πινδαρικούς στίχους που ακούγονται δημοσίως και υμνούν τους άθλους των νικητών αθλητών, ή τους πολιτειολογικούς (με φανερή σκοποθεσία) στίχους του Σόλωνα, ή ακόμη τους σωματοποιημένους (=θεατρικούς) στίχους εν μέση οδώ, δηλαδή στο κατάμεστο θέατρο του Διονύσου, της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας.        Η ελληνική αντίληψη και, μιμητικά, η αραμαϊκή/συριακή συγγενής της, καθώς φαίνεται, δηλώνει σαφέστατα το κοινοτικόν της Ποιήσεως, τον ακραιφνώς κοινωνικό χαρακτήρα και λειτουργία της, την επαγγελία της προς σύσταση ήθους (ο όρος και με την ηρακλείτεια έννοια). Η Ποίηση δεν αφορά στο ιδιάζειν (ας θυμηθούμε εδώ τις ηρακλείτειες μομφές γι αυτήν τη στάση..), ούτε στο ιδιάζειν εντός κλειστού κύκλου μυημένων, ούτε στο ιδιάζειν σε μιαν ασαφή, ίσως αυτάρεσκη ή και αυτοϊκανοποιούμενη,… φυγόκοσμη «πνευματικότητα», ούτε στο αβάσιμο, ανεξέλεγκτο και αυθαίρετο μεταρσιωμένων φαντασιοκοπημάτων, που έχουν ως βάση τους συναισθηματισμούς, προτιμήσεις και φυγόκεντρες, συμπλεγματικές και αγοραφοβικές εξαϋλώσεις του υλώδους πραγματικού Κόσμου. Η Ποίηση αφορά στο Πραγματικόν του Κόσμου και στην υλώδη απόσπαση στοιχείων του, προς μετοχή της κοινότητας. Η Ποίηση δοκιμάζεται (εξετάζεται και κρίνεται, αν προτιμάτε, αλλά και καθίσταται ακολούθως δόκιμη, εγκεκριμένη, καθιερωμένη. Ας μην χάσουμε από τα μάτια μας το πλάτος της έννοιας δοκιμάζω και τη σημαντική, κοινωνικά, σημασία της.) δημοσίως. Όπως κάθε άλλο, ελπίζω, προϊόν – ναι ΠΡΟΪΟΝ χωρίς ίχνος υποτίμησης και απαξιωτικής σημασιοδότησης του όρου -, του Χειρωνακτικού, Γεωργικού, Οικιστικού Μόχθου (μια διαγώνια, ανορθόδοξη μαρξιστική θέση και θέαση,…που αφορά στο καταγωγικό Κοινόν της ποιητικής Πράξης με τα παραπάνω ;…) του ανθρώπου. Κατοικοεδρεύει παραπλησίως της Αγοράς του Δήμου ή και εντός της ακόμη. Την κρηπιδώνει, μάλιστα, ώστε να την διασώζει παραπέμποντάς την στο Αλλού, από τον προφανή τόπο της. Την απαλλάσει λυτρωτικά από τον αυτοεγκλεισμό, την αυτονοηματοδότηση και την αυτοδέσμευσή της.Και για να επανέλθω, αυτό είναι το πρωτεύον στην ποιητική στάση του Εφραίμ και αυτό ενδέχεται να αφορά στις σύγχρονες ανάγκες μας. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε, λοιπόν, πως η ποίηση του Εφραίμ είναι λατρευτική. Έχει σκοπό της να θωπεύσει δια της Ποιήσεως κάτι που είναι ταυτόχρονα και η Ιδρυτική πράξη του ποιητικώς ζην, αλλά και που υπερβαίνει απόλυτα την Ποίηση. Ως εκ τούτου η σκοποθεσία, εδώ, είναι να εμπλακεί το μόνο πρόσφορο μέγεθος, η μοναδική δυνατότητα τελεστικής επάρκειας, η μοναδική ελπίδα μανικής αυτοεξαντλήσεως του προσώπου, το εξοχότατο Μουσικό ενδιαίτημα : το ΣΩΜΑ. Το πολύστιχο της ποιητικής φόρμας στερεώνει, εμπηγνύει, εγκαθιστά το Σώμα στην λατρευτική του λειτουργία και προοπτική. Ο στίχος, συνεπώς, στοχεύει στο Σώμα, το οποίο «δένει», δια της Τέχνης, στην κατεύθυνση, προοπτική και κατάσταση του εμμένειν και διάκεισθαι ερωτικώς εν στάση αεικίνητη. Γι αυτό και δια του πολύστιχου, επιδιώκεται η διάρκεια, η οποία αναπτύσσει το στιγμιαίο της ποιητικής έμπνευσης. Η επιθυμία αυτή δεν πέθανε. Καθώς οι αρχαίοι και, θα έλεγα, κοινωνικά θεσμοθετημένοι χώροι δημοσιοποιήσεως της ποιητικής δημιουργίας, εξέλειπαν πια, υποκαταστάθηκε η ανάγκη να Σωματοποιηθεί η Ποίηση, να ορισθεί ο (ποιητικός) Λόγος στα όρια του Σώματος, στην απαγγελία ποίησης σε λογοτεχνικά περιβάλλοντα και χώρους, όπου η φωνή, το άκουσμα, η σύναξη και σωματική συνάθροιση των ανθρώπων, διασώζει κάτι από τα αρχαία ποιητικά ήθη και όπου με τη συνήθη κλήτευση ηθοποιών για την απαγγελία ποίησης, υποδηλώνεται η άμεση συζυγία Ποίησης και Σώματος (καθότι ηθοποιός και θέατρο σημαίνουν, πρωταρχικά, εκφράζεσθαι εν Σώματι και δια του Σώματος), με τη συστράτευση, πλειστάκις, της μουσικής υπόκρουσης (συνήθως πιάνου ή, κάποτε, κάποιων εγχόρδων συνοδεία μερικών κρουστών), να συμπληρώνει τη μίμηση της αρχαίας πρακτικής. Με άλλα λόγια, η Ποίηση δεν εξαντλείται στην ποιητική συλλογή, που περνώντας από χέρι σε χέρι, αναγινώσκεται σε κλειστά δωμάτια, βουβά και συνηθέστατα κατά μόνας. Ούτε και αφορά στην αποκλειστικά έντυπη μορφή και διακίνησή της. Κοντολογίς, δηλώνεται πως το προτεσταντικό σύνθημα sola scriptura (ως Ποίηση δωματίου και αυτοφωτισμού και ως απόλυτου χαρακτήρα πρακτική..), αφορά σε μια μόνον πτυχή από την πολύπτυχη λειτουργία της Ποίησης και θα ήταν καίριο πλήγμα στο Σώμα Της, αν υποβιβάζαμε τις ενέργειές Της σ’ ένα τόσο περιορισμένο χώρο δράσης. Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει η παλαιά αυτή εμμονή των αρχαίων μας ή του Εφραίμ, να εντάσσεται σε ευρύτερα πολιτισμικά και υπαρξιακά περιβάλλοντα η Ποίηση. Κρίνω πως η πιστή, αλλά και πλήρης μετάφραση των επιλεγμένων ύμνων, θα ανήκε σε άλλον χώρο από εκείνον ενός ποιητικού περιοδικού και επιφυλάσσομαι να τους αποδώσω εκ νέου, κάποια άλλη στιγμή, με προορισμό τους τον λατρειακό χώρο και με ανάλογη, φυσικά, μετάφραση. Ακόμη και η μεταφραστική ένταξή τους σε άλλους γνωστικούς χώρους, όπως φερ’ ειπείν ο θεολογικός ή και ο φιλολογικός, αμιγώς, χώρος, και σε άλλα συμφραζόμενα (π.χ. άλλου είδους έντυπα), θα απαιτούσε διαφορετική, ριζικά, αναθεώρηση της απόδοσης των ύμνων του Εφραίμ στη γλώσσα μας. Προέκρινα, λοιπόν, να επιλέξω στίχους από κάθε ύμνο και να τους αποδώσω μετριοπαθώς ελεύθερα, καθώς πιστεύω, πως με καθαρά ποιητικούς όρους, αλλά και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το πρόβλημα του χώρου, λόγω της προαναφερθείσας εκτάσεως κάθε εφραιμείου ύμνου, και της υφής του ανά χείρας περιοδικού, αυτό και ενδείκνυται, και μπορεί να μιλήσει με περισσότερο συγχρονική ποιητική γλώσσα (υπό τη λογική της άπιστης και όμορφης ερωμένης και όχι της πιστής και άσχημης συζύγου), και μπορεί να φέρει χρήσιμα και ευχάριστα αποτελέσματα που να πληρούν αρμονικά τις παραπάνω διαπιστώσεις κοινοτικής μετοχής, και να κινητοποιήσει τους θεράποντες της ποιητικής τέχνης για μια δροσερή γνωριμία με την παράδοση, έξω από τα συμβατικά ποιητικά πεδία. Αυτή η μεταφραστική πολιτική έχει κι έναν άλλο στόχο : να διαφυλάξει την ακεραιότητα εκάστου χώρου, όπου φυσικά υπάρχει πάντοτε μια σχετική αυτοδυναμία και εγγενής εκφραστική, και εννοώ τους χώρους της (συμβατικά λεγομένης) «θύραθεν» παιδείας και των (άλλη μια ακόμη σύμβαση) «ιερών γραμμάτων», στους οποίους αναφερθήκαμε στην εισαγωγή. Όμως παράλληλα, με μόνη την ένταξη των ύμνων του Εφραίμ στην ύλη ενός καθαρά ποιητικού περιοδικού, που κάνει τα πρώτα του βήματα και ανασαίνει στα χρόνια του ποιητικού μεταμοντερνισμού και της ανυπαρξίας κυριαρχικού ποιητικού ρεύματος ή σχολής (με ευτυχή, έγκοπη και ενίοτε δυστυχή συνέπεια να είναι όλα τα σχήματα ανοικτά), να καταδείξει και την ουσιαστική και ριζική ενότητά των χώρων αυτών, η οποία έχει υποστεί πολλά δεινά, όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, από μονόπλευρες και μονοδιάστατες θεωρήσεις της «πνευματικότητας», του ωραίου και της τέχνης. Ελπίζω να εγκαινιαστούν οι αντιδόσεις με ρυθμό καταιγιστικό και να θρυμματισθούν τα αυτασφαλισμένα στεγανά.
Από την άλλη πλευρά, θεωρώ, πως η μεταφραστική μου πολιτική κρύβει μια παραδοσιακότητα, που λανθάνει του αναγνώστη ίσως. Η μετάφραση ακολουθεί, κατά έναν πιστότατο τρόπο, την πρακτική του Αγ. Ιωάννη του Δαμασκηνού, ο οποίος ερανίζεται και ανακατατάσσει στίχους από τον εγγενώς ποιητικό λόγο (…) του Γρηγορίου του Θεολόγου εις το Πάσχα (Βλ. PG 35, PG 36), για να συνθέσει ένα νέο ποίημα μέσα από το λόγο-ποίημα. Ο αναστάσιμος κανόνας του Πάσχα, του Ιωάννη Δαμασκηνού, είναι μια ανασύνθεση του (ποιητικού) λόγου του Γρηγορίου του Θεολόγου. Υπ’ αυτή την έννοια, η μετάφραση των ύμνων του Εφραίμ θα μπορούσε να λάβει τον χαρακτηρισμό : ανασυνθετική ή ανασυνθετικά αντιγραφική. Θα ίσχυε, ακόμη, κι ο όρος ποιητική μεταγραφή (με την προτροπή να μην φορτισθεί καθόλου σεφερικά ο όρος), αφού, καθώς η ποίηση του Εφραίμ είναι διάσπαρτη μεταγραμμένες ελληνικές λέξεις, η μετάφραση αυτή είναι μια απόπειρα να ξαναγραφεί ο Εφραίμ σε οικεία προς αυτόν γλώσσα, με εκφραστική και σχήματα που θα υιοθετούσε, πιθανώς, αν ζούσε τώρα και έγραφε ελληνικά. Με τον τρόπο αυτό, πιστεύω, η μετάφραση επιζητεί να λειτουργήσει σε δύο επίπεδα : του σύγχρονου ποιητή (με ενδεχόμενη θεματική του και τη θεολογία) και του εκκλησιαστικού ποιητή (με ενδεχόμενη πρόσληψη και χρήση, εκ μέρους του, «θύραθεν» ποιητικών σχημάτων και τρόπων, ολότελα γι αυτόν θεμιτών, επιθυμητών και αρεστών για τους σκοπούς του), ο οποίος οφείλει να γνωρίζει πως ζωή σημαίνει άνοιγμα και άνοιγμα σημαίνει μεταμόρφωση, ecclesia semper reformanda. Θέλω να ελπίζω πως η μετάφραση είναι πιστή στο πνεύμα του πρωτοτύπου και γόνιμα άπιστη στο γράμμα του. Επιπλέον, δεν με έχει εγκαταλείψει η αρχική σκέψη μου να ενοποιήσω τμήματα στίχων ή στίχους από διαφορετικούς (με την ίδια θεματική ;…) ύμνους, δομώντας έναν ύμνο που να ανήκει στον Εφραίμ κι εντούτοις να του είναι ξένος. Η αυθαιρεσία να υπάρξει ποίημα από διάσπαρτους στίχους του εφραιμείου έργου και μάλιστα, είτε πιστά είτε άπιστα, ελευθεριάζοντες, είναι τόσο ελκυστική και προκλητική, που επιφυλάσσομαι να της δοθώ ανεπιφύλακτα στο μέλλον.

[30] Βλ. C. Baudelaire, Les Fleurs du mal, CXXII L’Horloge, (τέταρτη στροφή), Oeuvres completes I, par Claude Pichois, bibliotheque de la pleiade 1976. Βλ.επίσης, την άρτια, άκρως εμπεριστατωμένη, αισθητικά άψογη και πληρέστατη ελληνική έκδοση του κυρίως σώματος του μπωντλερικού έργου, Σαρλ Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, δίγλωσση έκδοση (σελ.208), μετ. Δ. Καρούσου, εκδ. ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ,1990.
[31] Στην αρχαία εκκλησία τα Χριστούγεννα εορτάζονταν πάντα μαζί με τα Θεοφάνεια. Η παράδοση αυτή έχει από μακρού χρόνου εγκαταλειφθεί.
[32] Βλ. Τ. Βαρβιτσιώτη, Τα δώρα των μάγων, Ανερμήνευτε Λόγε, σελ. 501, Ποιήματα 1941-2002, εκδ. Καστανιώτη 2003.
[33] ενθ.αν.
[34] Βλ. Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα Α΄, Χριστούγεννα του σταλαγμίτη, σελ.90, εκδ. Ίκαρος 1993.
[35] Βλ. T.S.Eliot, Poems 1920, Gerontion (σελ.37), The Complete Poems and Plays, faber and faber, 1985
[36] ενθ.αν.
[37] Βλ. Ζωής Καρέλλη, Τα ποιήματα, Ιωάννου του Βαπτιστού, τομ. α΄(σελ.315), εκδ. Οι εκδόσεις των φίλων, 2000. Επίσης, ενθ.αν., τα ποιήματα των σελίδων 46, 47, 165.
[38] Βλ. (κατά ένα τρόπο), Fr. Hölderlin, Gedichte, Die Zeitgeist, (σελ. 228), Sämtliche Werke und Briefe, Band I, Carl Hanser Verlag 1992. Κυκλοφορούν και ελληνικές μεταφράσεις του ποιήματος. Επίσης βλ. W.Blake, Auguries of Innocence (αρχική στροφή). Μεταφράσεις του W.Blake έχουν γίνει από τους Ζ.Λορεντζάτο, Γ.Μπλάνα και Χ.Βλαβιανό, στις οποίες μπορεί να προστρέξει ο αναγνώστης.
[39] Βλ. (κατά έναν τρόπο και μια συνομιλούσα, αντιστικτική ανάγνωση), Antonio Machado : “He andado muchos caminos” (μεταφράζω : βάδισα πολλούς δρόμους), και το περίφημο “caminante, no hay camino, / se hace camino al andar” (μεταφράζω : οδευτή δεν έχει δρόμο / γίνεται ο δρόμος προχωρώντας).
[40] Βλ. Α. Ρεμπώ, Illuminations, Veillees, Soir Historique, Nocturne vulgaire (σελ.121-154), Oeuvres Completes, ed. par Antoine Adam, Gallimard 1972. Υπάρχει πλήθος ελληνικών μεταφράσεων.
[41] Βλ. San Juan de la Cruz, Noche Oscura, Poesias Completas (σελ.3), Edicion de Raquel Asun, ed. PLANETA, 1989. Δες και ελληνική έκδοση : Πέντε διάσημα μεσαιωνικά και αναγεννησιακά ποιήματα, μετ. Ρήγας Καππάτος, εκδ.ΕΚΑΤΗ 2005. Επίσης, Сергей Есенин, Стихотворения (σελ. 401), какая ночъ, минск харвест 2003, απ’ όπου μεταφράζω, κάπως ελεύθερα, την α΄ στροφή : Τι νύχτα ! Τα γόνατά μου λύνονται. / Μη με μεθάς, μη. Τι σεληνόφως, όμοιο της. / Ως να ’ταν στην όχθη της ψυχής / εωθινή Νεότητα. Δες ακόμη, Στάθη Κομνηνού «Τριάς Εξαπατήσεων», КАКАЯ НОЧЬ ! ТАКАЯ ЛУННОСТЬ (σελ.79), εκδ. Δόμος 2009.
[42] Βλ.W.H.Auden, Mundus et Infans, Selected Poems (σελ.123),ed. Faber and faber, 1979.  Επίσης ενθ. αν., Horae Canonicae I Prime, σελ.216.
[43] Βλ. Τ.Κ.Παπατσώνη, Εκλογή Α΄ Ursa minor, Εκλογή Β΄, εκδ. Ίκαρος 1988, και συγκεκριμένα τα ποιήματα των σελίδων 88, 89, 105, 179 (το ωραιότερο εξ αυτών, κατά τη γνώμη μου), 295, 338.
[44] Βλ. Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Ο αδελφός Ιησούς, σελ. 164 Η γέννηση, τομ. γ΄, εκδ. Κέδρος1988. Επίσης, ένθ.αν. Συνομιλίες, και ειδικότερα, ίσως, το ποίημα 3, σελ.149.