Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2019

‘A Poem for Doom’ A Poem by Matthew Zapruder From Father's Day



Τα πουλιά δεν βρίσκονται
δεν χάνονται ποτέ
πάνω από τη γη
ποτέ δεν σκέφτονται
Έκλεψα αυτή τη μορφή
ή το μπλε είναι το καλύτερο
Τα ακούω
να τραγουδούν, γέρο μου
είναι πολύ μακριά
τραγουδούν αμερικάνικα
τραγούδια κλεμμένα
από εκείνους που έζησαν
σε αυτό που είναι τώρα
αλλά δεν ήταν πριν
το πάρκο που με κάνει
να τον αγαπώ
Τρώω ένα πορτοκάλι
Που κάποιος άρπαξε
από τη φύση
πάνω μου ακούω
ελεγχόμενες μηχανικές
μαύρες λιβελλούλες
σε αναζήτηση αναρχικών
για πολύ καιρό
Πήγαινα στο σχολείο
κρατούσα στην παλάμη μου
κουβαλούσα μια πέτρα
υπακούοντας στον νόμο
της ομοιότητας
τώρα κάθε βράδυ
Την πάω πίσω
στη γη
που οι ασφόδελοι σκεπάζουν
τότε ξυπνάω
και βγάζω το γιο μου
έξω στη βεράντα
να πούμε ένα γεια
σε όλα γεια
τους πράσινους λόφους που κοιμούνται
γεια στο δέντρο
στο πλάι
ενός λευκού φορτηγού
που εξωφρενικά μαρσάρει
σε κάποια τρύπα
γεια στη μανόλια
της οποίας τα ροζ
και λευκά άνθη
την εγκατέλειψαν
για πού
ω γλυκιά μοίρα
όλοι φεύγουμε
τότε πίσω μας
κλείνουμε
τη μαύρη πόρτα
με το χρυσό ρόπτρο
και καθόμαστε
στη μεγάλη
καρέκλα το φως της Αυγής
στις αποχρώσεις
που πάντα το κάνουν
να μοιάζει με όνειρο
-θρόνος του δάσους-
ολόγυρα
τα υποκείμενα
τα σκιερά δέντρα
να ανυψώνουν
τις ιδιωτικές τους σκέψεις
γεμίζοντας το δωμάτιο
Τα περνώ
όπως ένα ζώο
σε μια ευγενική
αχάριστη τελετή
ή σαν ένα φύλλο
που παίρνει δροσιά
‘A Poem for Doom’
A Poem by Matthew Zapruder
From Father's Day
μετφρ. Νότα Χρυσίνα

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ

από το χρονολόγιο του Γεώργιου Μητά*


Φωτογραφία, από αριστερά προς τα δεξιά: Άλαν Ρος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Νάνος Βαλαωρίτης

Έφυγε χθες ο Νάνος Βαλαωρίτης, πλήρης ημερών, στα 98 του χρόνια. Μαζί του τελειώνει πραγματικά μια ολόκληρη εποχή, ένας «κόσμος του χθες». Αντιγράφουμε από το περιοδικό «Χάρτης» του 1985, όταν ο Βαλαωρίτης έγραφε για τον θάνατο του Ανδρέα Εμπειρίκου, που είχε γεννηθεί 20 χρόνια πριν από τον Νάνο και είχε μόλις κλείσει 10 χρόνια πεθαμένος: 
……………………..
Για μας, ο Ανδρέας Εμπειρίκος ήταν και θα είναι πάντοτε, όπως ένας Θεός… Η παρουσία του στο ελληνικό έδαφος ήταν μια Επιφάνεια Διονυσιακή. Ο πλούτος του ο λεκτικός και διανοητικός, ένας οργασμός του πνεύματος, εκεί που τείνει ακριβώς να σβήσει. Η ανθρώπινη παρουσία του μια παρηγοριά, ένα πανηγύρι, ένα βροντερό όχι στο παραμάζωμα, ένα ναι στη δημιουργία.
Δεν γνώρισα στη ζωή μου κανέναν σαν αυτόν… Και γνώρισα πολλούς σπουδαίους ποιητές, τον Έλιοτ, τον Ντίλαν Τόμας, τον Μπρετόν, τον Περέ, τον 'Οντεν και ένα σωρό άλλους. Κανένας δεν άφησε μέσα μου το χνάρι που άφησε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Το αίσθημα αυτό της απόλυτης, αδίστακτης και ανυστερόβουλης γενναιοδωρίας του πνεύματος. 
Όταν πέθαινε τον επισκέφθηκα. Ο θάνατός του είχε κάτι από τον θάνατο ενός αγίου. Ήταν χαρούμενος, πρόσχαρος όπως πάντα. Με πήρε κοντά του και ζήτησε να με κοιτάξει έντονα, μια και καλή για την αιωνιότητα… Το πνεύμα του ήταν και τότε απόλυτα παρόν, σφριγηλό, ζωντανό. Η παρουσία του ακόμα κι εκεί ήταν συντριπτική. Ήταν ένας οραματιστής που πέθαινε, όπως διαβάζαμε γι΄αυτό στα ρωσικά μυθιστορήματα. Έδινε μιαν άλλη έννοια στον θάνατο. Μια έννοια θριάμβου, νίκης, υπέρβασης.
Για μένα ο Ανδρέας Εμπειρίκος ζει και θα ζει πάντοτε. Είναι ένας αθάνατος. Έστω κι αν πέθανε ένα μέρος του, όπως του Ηρακλή το θνητό μέρος, το άλλο, το αθάνατο πνεύμα που πάλλεται επάνω απ΄τον γαλανό ουρανό, την καφετιά γη, και την θάλασσα του Αιγαίου, όπου είχε τη ρίζα του, δεν θα χαθεί ποτέ. Είναι στις ψυχές μας το υπό- και το υπέρ- συνειδητό στοιχείο που ξυπνάει μέσα μας τη νοσταλγία της αγωνίας ενός έρωτα καθολικού, για ό,τι υπάρχει και για ό,τι δεν υπάρχει ακόμα, αλλά μπορεί να υπάρξει κάποτε μέσα στην ανάπτυξη των δυνατοτήτων της οικουμένης, στο σφύζον εκείνο σύμπαν που το βλέπουμε και το μαντεύουμε γύρω μας.

(Αύγουστος 1985)
Χάρτης 17/18
Αφιέρωμα στον Ανδρέα Εμπειρίκο
Αθήνα, Νοέμβριος 1985


* Ο Γεώργιος Μητάς είναι συγγραφέας

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

Κώστας Καρυωτάκης "Στροφές"

1

Είκοσι χρόνια παίζονταςαντί χαρτιά βιβλία,είκοσι χρόνια παίζοντας,έχασα τη ζωή.5Φτωχός τώρα ξαπλώνομαι,μιαν εύκολη σοφίαν’ ακούσω εδώ που πλάτανοςγέρος μού τη θροεί.

2

Απ’ όλα θέλω ελεύτεροςνα πλέω στα χάη του κόσμου.Αν ένας φίλος μού ’μεινε,να φύγει, να περάσει.5Κι όταν ζητήσει ο θάνατοςτα πλούτη πὄχω μάσει,σένα, πικρία μου απέραντη,μονάχο να ’χω βιος μου.

3

Για τη ζωή σου μου ’λεγες,για το χαμό της νιότης,για την αγάπη μας που κλαίειτον ίδιο θάνατό της,5κι ενώ μια ογρή στα μάτια σουπερνούσε αναλαμπή,ήλιος φαιδρός απ’ τ’ ανοιχτόπαράθυρο είχε μπει.

4

Τί χάνω εγώ τις μέρες μουτη μία κοντά στην άλλη,κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιάξινίζει το κρασί,5αφού μονάχα όταν περνώτο βλέμμα από κρουστάλλι,με νέα ρετσίνα ολόγεμοβλέπω τη ζωή χρυσή;

5

Η νύχτα μάς εχώρισεναπό όσους αγαπάμεπριν μας χωρίσει η ξενιτιά.(Να ’ναι όλοι εκεί στο μόλο;)5Σφύρα, καράβι αργήσαμε.Κι αν φτάσουμε όπου πάμε,στάσου λίγο, μα ύστερασφύρα να φεύγουμε όλο.

6

Λεύκες, γιγάντοι καρφωτοίστα πλάγια εδώ του δρόμου,δέντρα μου, εστέρξατε ο βοριάςτα φύλλα σας να πάρει.5Σκιές εμείνατε σκιώνπου ρέουν στο μέτωπό μου,καθώς πηγαίνω χάμου εγώκι απάνω το φεγγάρι.

7

Χαρά! Η χαρά! Στα νέα χαράπαιδιά! Τραβούνε —ωραίοιμαύροι ληστές— την κόρη ζωήδεμένη ν’ αγαπήσουν.5Μα το βιβλίο σου ολάνοιχτο,στα φύλλα του αύρα πνέει,τρελέ, τρελέ, που εγέρασεςκαι νέος ποτέ δεν ήσουν.

8

—Ποιητή, κυλάει το γέλιο μουμέλι και χλεύη, αλλάδεν παύεις να σφυροκοπάςτων ήχων τα στεφάνια5—Κόρη, δουλεύω ανώφελα,μα η στείρα τί ωφελάκαι σιωπηλή του αχάτινουματιού σου υπερηφάνεια;

9

Αντίο! Αντίο! Με τα ουρανιάμάτια σας και με βιόλεςστο λαιμό, εφύγατε, ξανθέςερώτων νέων ελπίδες.5Αντίο, κι εσύ που στρέφοντας,όταν χαθήκανε όλεςπάλι να παίρνω το βαθύ,σκοτεινό δρόμο μ’ είδες!

10

Μπρούτζινος γύφτος —τράλαλα!—τρελά πηδάει κει πέρα,χαρούμενος που εδούλευετο μπρούτζον ολημέρα5και που ’χει τη γυναίκα τουχτήμα του και βασίλειο.Μπρούτζινος γύφτος —τράλαλα!—δίνει κλοτσά στον ήλιο!

Η ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝΝΗΠΕΝΘΗ


(1921)

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2019

ΚΑΙ ΤΙ ΦΡΙΚΤΗ Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΝΔΙΔΕΙΣ...



του Τάκη Σπετσιώτη*



O πνευματικός άνθρωπος μπορεί ν' αποτελέσει περιουσιακό στοιχείο σε μια ομάδα. Δείχνοντας την ικανότητά του για βαθιά σκέψη, είναι σίγουρο ότι θα εντυπωσιάσει τους άλλους, για να μην πούμε ότι θα φτάσει να αλλάξει και τις απόψεις τους ακόμη, πάνω σ' ένα θέμα. Αυτά σκεφτόμουν έχοντας τελειώσει μία ακόμη ανάγνωση του '' Συμποσίου'' του Πλάτωνος, και φέρνοντας στον νου την συγκινητική ανάλυση του Συκουτρή πάνω στον λόγο του Αλκιβιάδη, του αποστάτη μαθητή του Σωκράτη, που έχει απομακρυνθεί από την κηδεμονία του διδασκάλου φιλοσόφου, μιας και η δόξα, η τύχη και οι ερωτικές επιτυχίες τον ανέβασαν ψηλά. ''Η ζωή γύρω γελά εις το χαιδεμένο παιδί της τύχης'', γράφει ο Συκουτρής για τον Αλκιβιάδη, ''και όμως εις το αντίκρυσμα του Σωκράτους ευρίσκει τόσην αθλιότητα μέσα του, ώστε αισθάνεται πως δεν αξίζει καν να ζη.... Και όμως αισθάνεται πως ήτο καμωμένος δια τα ύψη, διά την αλήθειαν του κάλλους, όχι δια τα είδωλα, δι' αυτό είναι και σπαρακτικωτέρα η αυτοκαταδίκη του. Διότι τραγικόν δεν είναι να παλεύης προς εξωτερικά εμπόδια, αυτό είναι δυστυχία μόνον.Τραγικόν είναι να κάμνης κάτι, που το αισθάνεσαι ως καταστροφήν της ηθικής σου ισορροπίας, και όμως να πρέπη να το κάμης, ν' αντικρύζης ως επιταγήν ό,τι είναι συμφορά σου....'' Πόσους Αλκιβιάδηδες μετρούμε καθημερινώς στον πλανημένο τους δρόμο εις το απόγειον της δόξης τους και πριν αρχίσει ''η κάτω οδός;'' - επώνυμους κι ανώνυμους, ονόματα δεν λέμε. Μακρυά από την αλήθεια, για καιροσκοπικούς λόγους, για εφήμερη δημοσιότητα και υλικά αποκτήματα - η εποχή μας ξεγελά με τη μορφή του Αλκιβιάδη, ωστόσο, στο τέλος, έρχεται πάντα ο λογαριασμός. Αλλά δεν είναι εύκολο ν' αλλάξεις όταν χαλάσεις εντελώς, όπως τραγούδησε κι ο ΄Ακης Πάνου.

*Ο Τάκης Σπετσιώτης είναι λογοτέχνης και σκηνοθέτης

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ "Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ 'ΡΘΕΙ"



The Angel Of Death by Evelyn De Morgan


Ο θάνατος θά 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου –
Αυτός ο θάνατος που μας συνοδεύει
Από το πρωί μέχρι το βράδυ, άγρυπνος,
Κουφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια ανόητη εμμονή. Τα μάτια σου
θα είναι μια μάταιη λέξη,
μια σιωπηρή κραυγή, μια σιγή.
Όπως τα κοιτάζεις κάθε πρωί
Όταν μόνη σκύβεις
Πάνω από τον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
Εκείνη τη μέρα θα ξέρουμε κι εμείς
Πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θα 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου.
Θα είναι σαν παραίτηση από μια εμμονή,
Σαν να βλέπεις στον καθρέφτη
Να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
Σαν να ακούς χείλη σφραγισμένα.
Θα κατεβούμε στην Άβυσσο βουβοί.

μτφρ. Νότα Χρυσίνα 




Verrà la morte e avrà i tuoi occhi


questa morte che ci accompagna
dal mattino alla sera, insonne,
sorda, come un vecchio rimorso
o un vizio assurdo. I tuoi occhi
saranno una vana parola,
un grido taciuto, un silenzio.
Cosí li vedi ogni mattina
quando su te sola ti pieghi
nello specchio. O cara speranza,
quel giorno sapremo anche noi
che sei la vita e sei il nulla.
Per tutti la morte ha uno sguardo.
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi.
Sarà come smettere un vizio,
come vedere nello specchio
riemergere un viso morto,
come ascoltare un labbro chiuso.
Scenderemo nel gorgo muti.




 Ο θάνατος θά 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου -
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ' το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θα' ναι μια άδεια λέξη,
κραυγή που έσβησε, σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θά 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου.
Θα 'ναι σαν ν' αφήνεις μια συνήθεια,
σαν ν' αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν' ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.


μτφρ. Σωτήρης Τριβιζάς




Θ Α Ρ Θ Ε Ι Ο Θ Α Ν Α Τ Ο Σ…
ΘΑΡΘΕΙ ο θάνατος και θάχει τα δικά σου μάτια –
τούτος ο θάνατος που μας συνοδεύει
από το πρωί ως το βράδυ, ακοίμητος,
κουφός, σα μια παλιά τύψη
ή σαν κάποιο ανόητο ελάττωμα. Τα μάτια σου
θα είναι ένας μάταιος λόγος,
μια αποσιωπημένη κραυγή, μια σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί
όταν πάνω από τον εαυτό σου μόνη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
κείνη την ημέρα θα ξέρουμε και μεις
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θάρθει ο θάνατος και θάχει τα δικά σου μάτια.
Θάναι σα να εγκαταλείπουμε ένα ελάττωμα,
σα να βλέπουμε στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα νεκρό πρόσωπο,
σα νʼ ακούμε ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο άφωνοι.

μετφρ. Μιχαήλ[Λίλης] Ι. Δεσύλλας





Ο θάνατος θά ‘ρθει και θά ‘χει τα μάτια σου-
ο θάνατος που ‘ναι μαζί μας
απ’ το πρωί ως το βράδι, άγρυπνος,
άφωνος σαν παλιά τύψη
ή κάποιο ανόητο πάθος. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια μάταιη λέξη,
μια πνιγμένη κραυγή, μια σιωπή.
Σαν κι αυτή που κάθε πρωί
βλέπεις, όταν σκύβεις μόνη σου
πάνω απ’ τον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα που κι οι δυο θα μάθουμε
πως είσαι ζωή και τίποτα.

Ο θάνατος έχει ένα βλέμμα για όλους.
Ο θάνατος θά ‘ρθεί, και θά ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σα να παρατάς ένα πάθος,
σα να βλέπεις ένα πεθαμένο πρόσωπο
ν’ αναδύεται απ’ τον καθρέφτη,
σα ν’ ακούς χείλια κλειστά να μιλούν.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.

μτφρ. Αλέξης Τραϊανός


Ο θάνατος θαρθεί και θάχει τα μάτια σου-
αυτός ο θάνατος που ακοίμητος
απʼτο πρωί ως το βράδυ μας ακολουθεί,
ανελέητος σαν παλιά τύψη,
σαν ένα ακατανόητο πάθος.
Τα μάτια σου θάναι ένας λόγος ανώφελος,
μια κραυγή που χάθηκε, μια σιωπή.
Έτσι, την ώρα που μονάχη σκύβεις
κάθε πρωί στον εαυτό σου
τα βλέπεις στον καθρέφτη. Και τη μέρα αυτή,
ω προσδοκία πολύτιμη, θα ξέρουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή, πως είσαι η άβυσσο.
Για τον καθένα ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θαρθεί και θάχει τα μάτια σου.
Θάναι σα νʼαπαρνιόμαστε ένα πάθος,
σα να κοιτάζουμε στο βάθος του καθρέφτη
το ανέβασμα καποιου προσώπου πεθαμένου,
ή σα νʼακούμε ψιθυρους από χείλη κλειστά.
Σιωπηλοί, κατεβαίνουμε μέσα στην άβυσσο

μτφρ. Τάκης Σινόπουλος


Ο θάνατος θά’ ρθει και θά’ χει τα μάτια σου-
αυτός ο θάνατος που απ’ το ξημέρωμα
ως το βράδυ μας συνοδεύει, άγρυπνος
κι αμείλικτος, σαν μια πανάρχαιη τύψη
ή ένα ελάττωμα παράλογο. Τα μάτια σου
θά ‘ναι μια ανώφελη λέξη,
μια κραυγή θρυμματισμένη, μια σιωπή.
Έτσι, τα βλέπεις κάθε πρωί
Όταν λυγίζεις μόνη σου
μπρος στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και η ανυπαρξία.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θά ‘ρθει και θά ‘χει τα μάτια σου.
Και τότε θα ‘ναι σα ν’ αφήνουμε ένα ελάττωμα,
σαν ν’ αντικρύζουμε μες στον καθρέφτη
ν’ αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
ή σαν ν’ ακούμε ένα κλειδωμένο χείλι.
Αμίλητοι θα πάρουμε τον δρόμο για την άβυσσο.

μτφρ. Διομήδης Βλάχος


Θα έρθει ο θάνατος και τα μάτια σου θα έχει (Τσέζαρε Παβέζε)
Θα έρθει ο θάνατος και τα μάτια σου θα έχει
Αυτός ο θάνατος που μας συνοδεύει από το πρωί ως το βράδυ,
άγρυπνος, αμίλητος, σαν μια παλιά τύψη, ή ένα άλογο βίτσιο.
Τα μάτια σου θα είναι μια άσκοπη λέξη
Μια πνιγμένη κραυγή, μια αποσιώπηση.
Έτσι θα τα βλέπεις κάθε πρωί, καθώς ολομόναχη
θα κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Ω, λατρευτή ελπίδα,
ποια μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και πως είσαι το τίποτα;
Για τον καθένα ο θάνατος έχει ένα βλέμμα
Θα έρθει ο θάνατος και τα μάτια σου θα έχει
Θα ʼναι σαν να εγκαταλείπεις ένα βίτσιο
σαν να βλέπεις να επανεμφανίζεται στον καθρέφτη
ένα νεκρό προσωπείο
σαν νʼ αφουγκράζεσαι σφραγισμένα χείλη.
Άφωνοι, θα βυθιστούμε στην άβυσσο.

μτφρ. Σπύρος Δόικας


ΘΑ ΄ΡΘΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
ΚΑΙ ΘΑ ΄ΧΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ
Θά ΄ρθει ο θάνατος και θά ΄χει τα δικά σου μάτια-
εκείνος πλάι εκεί ο συνοδίτης
ο από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός ακοίμητος
και απηνής και αδιάφορος, σαν γριαφαφούτα Ερινύα
ή σαν τ΄άραχνα κρίματα τα παράλογα. Τα μάτια σου
θα είναι μάταιο ρήμα,
κραυγή πνιγμένη θα είναι, θά ΄ναι σιωπή.
Και έτσι δα, έτσι θαν τα βλέπεις κάθε που ξυπνάς το πρωί
και σκύβεις και κοιτιέσαι στον καθρέφτη
μονάχη. Ω γλυκιά ελπίδα,
την ημέρα εκείνη θα δούμε και θα μάθουμε όλοι
ότι του βίου είσαι το πλήρωμα και το κενό της αβύσσου.
Για όλους έχει ο θάνατος μια ματιά φυλαγμένη.
Θά ΄ρθει ο θάνατος και θά ΄χει τα δικά σου μάτια.
Θά ΄ναι σαν να ξεπλένεις κρίμα παλιό,
σαν να κοιτάς μές στον καθρέφτη και να βλέπεις
όψη νεκρή που αναδύεται,
και σαν ν΄ακούς να σου μιλάνε χείλη σφαλιστά.
Άλαλοι θα καταδυθούμε στα τάρταρα.

μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής


ΘΑΡΘΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΘΑΧΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
Θα ʽρθει ο θάνατος, και θα ʽχει τα μάτια σου
αυτός ο θάνατος που μας ακολουθεί
πρωί και βράδυ
άγρυπνος και αφανής
όπως η παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια.
Τα μάτια σου άδεια λέξη
κραυγή πνιγμένη
σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί
όταν κοιτιέσαι στον καθρέφτη.
Γλυκιά ελπίδα, κείνη τη μέρα
που θα μάθουμε
πως είσαι η ζωή
κι είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος
έχει ένα βλέμμα.
Θα έρθει ο θάνατος
και θα ʽχει
τα μάτια σου.
Όπως αφήνεις μια συνήθεια
όπως βλέπεις στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα νεκρό πρόσωπο
όπως ακούς δυο κλειστά χείλη.
Θα βυθιστούμε σιωπηλοί στην άβυσσο.

μτφρ. Ευριπίδης Κλεόπας


ΘΑ ʽΡΘΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΘΑ ʽΧΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
Θα ʽ ρθει ο θάνατος και θα ʽχει τα μάτια σου-
¬αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
από το πρωί ως το βράδυ, ακούραστος,
σιωπηλός, σαν μια παλιά τύψη
ή ένα παράλογο ελάττωμα. Τα μάτια σου
θα είναι μια κενή λέξη
μια σιωπηλή κραυγή, μια σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί
όταν εσύ μόνη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα ʽρθει ο θάνατος και θα ʽχει τα μάτια σου.
Θα είναι σαν να σταματάς μια κακή συνήθεια,
σαν να βλέπεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται εκ νέου ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν νʼ ακούς ένα κλειστό χείλι.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο σιωπηλοί

μτφρ. Γιάννης Η. Παππάς



Θα έρθει ο θάνατος και θα ʽχει τα μάτια σου
Θα έρθει ο θάνατος και θα ʽχει τα μάτια σου
αυτός ό θάνατος πού μας συντροφεύει
από το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κουφός, σαν μια πανάρχαιη οφειλή,
μια διαστροφή δίχως άκρη. Τα μάτια σου
θα είναι μια μάταιη λέξη, μια πνιγμένη
κραυγή, σιωπητήριο σάλπισμα.
Κάπως έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί,
όταν σκύβεις επάνω τους, μόνη σου,
μες στον καθρέφτη. Αχ, καημένη μου ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πώς σαν την ίδια τη ζωή, είσαι κι εσύ, ένα τίποτα.
Ο θάνατος διαθέτει ένα βλέμμα για τον καθένα μας.
Θα έρθει ό θάνατος και θα ʽχει τα μάτια σου.
Θα ʽναι σαν περίοδος αποτοξινώσεως,
σαν να βλέπεις να αναδύεται ένα νεκρό
πρόσωπο μεςʼ από τον καθρέφτη,
και να μιλάει με σφραγισμένο στόμα.
Αμίλητους θα μας καταπιεί ό Άδης.

μτφρ. Σωτήρης Παστάκας


Θα έρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου
Θα έρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
από το πρωί ως το βράδυ
άγρυπνος και κουφός
σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια.
Τα μάτια σου θα είναι μια άδεια λέξη
ένα πνιχτό ουρλιαχτό, μια σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί
όταν μονάχη κοιτάζεσαι στον καθρέφτη.
Ω ελπίδα αγαπημένη, εκείνη τη μέρα
θα ξέρουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα έρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου.
Θα είναι σα ν’ αφήνεις μια συνήθεια
σα να βλέπεις στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα νεκρό πρόσωπο,
σα ν’ ακούς δυο σφαλιστά χείλη.
Θα καταλήξουμε στη δίνη άφωνοι.

μτφρ. Μαριάννα Τζανάκη



Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ ‘ΡΘΕΙ, ΘΑ ‘ΧΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
Ο θάνατος θα ‘ρθει, θα ‘χει τα μάτια σου –
ο θάνατος που αυτός μας συνοδεύει …απ’ το πρωί ώς το βράδυ ξαγρυπνώντας,
ανάκουστος σαν κάποια παλιά τύψη
ή ένα πάθος παράλογο. Τα μάτια σου
όμοια θα είναι με μια κούφια λέξη,
μια πνιγμένη φωνή, κλειστό ένα στόμα.
Κάθε ξημέρωμα έτσι τα αντικρίζω
όταν προς τον εαυτό σου μόνο γέρνεις
μες στον καθρέφτη. Ω ελπίδα αγαπημένη,
θα ξέρουμε κι εμείς τη μέρα εκείνη
ότι εσύ είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θα ‘ρθει, θα ‘χει τα μάτια σου,
θα ‘ναι σαν να τελειώνεις μ’ ένα πάθος,
σαν να αντικρίζεις πάλι στον καθρέφτη
πρόσωπο να αναδύεται νεκρό,
σαν να ακούς ένα χείλι σφαλισμένο.

Αμίλητοι στην άβυσσο θα πάμε.

μτφρ. Κάρολος Τσίζεκ – Μαρία Καραγιάννη


Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΙΛΙΑΔΑΣ


Αγαπητοί φίλοι και φίλες, θα συνεχίσω τη Λέσχη ανάγνωσης της Ιλιάδας αλλά με εγγραφές όσων παρακολουθήσουν τις συναντήσεις μας που θα γίνουν υπό μορφή σεμιναρίου και με καλεσμένους κλασικούς φιλολόγους, αρχαιολόγους, αλλά και πολλούς άλλους που θα καλύψουν θέματα από τα κείμενα μέχρι τη γεωγραφία. 
Το πρόγραμμα των σεμιναριακών συναντήσεων θα ανακοινωθεί τον Οκτώβριο!

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

Δημήτρης Νικηφόρου "Dasein"

Auguste Rodin (1840–1917) The Thinker

Dasein
Τι να 'σαι αν κιόλας είσαι;
στον αμυδρό κυμματισμό
του τίποτα γεννήθηκες 
ή ανέκαθεν υπήρχες αναλλοίωτος;
Ξέρουμε πια, έτσι μας είπαν,
πως χέρι φανοκόρου
δεν άναψε ούτε θα σβήσει τ' άστρα
όμως εσύ τι να 'σαι
αν είσαι κιόλας που δεν ξέρω
αν προσπερνάς, γερνάς, ζαρώνεις
κι αν, σαν τα ευθύβολα των Πάρθων βέλη,
πάντα μπροστά πετάς
μα νιώθω σίγουρα σχεδόν
πως κάπου τριγυρνάς εδώ
αδιάφορος για τους περαστικούς
που έρχονται, ρωτούν και φεύγουν.