Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Κορυφαίοι Κριτικοί Λογοτεχνίας των αρχών του 20ου αιώνα on line από το ΕΚΕΒΙ

Πόσοι από τους νεότερους γνωρίζουν ότι πίσω από το ψευδώνυμο ‘Αλκης Θρύλος, βρισκόταν η Ελένη Ουράνη, ότι ο Τέλλος Άγρας πέθανε σε ηλικία 45 μόλις ετών από αδέσποτη σφαίρα στο πόδι και ότι ένας από τους μεγαλύτερους κριτικούς λογοτεχνίας ο Ανδρέας Καραντώνης είχε εργαστεί στους Ελληνικούς Σιδηροδρόμους;
Ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή και κυρίως για το έργο έξισπουδαίων και ιστορικών Ελλήνων κριτικών λογοτεχνίας, παρουσιάζονται στον  νέο κόμβο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου με τον κωδικό  critics.ekebi.gr  . Ένας κόμβος που δίνει τη δυνατότητα σε σύγχρονους, λογοτέχνες, κριτικούς λογοτεχνίας, λογοτεχνίζοντες, σπουδαστές, ερευνητές, μελετητές και εκδότες να έλθουν σε επαφή γνωριμίας με προσωπικότητες που καθόρισαν το λογοτεχνικό γίγνεσθαι της νεότερης Ελλάδας. Και το κυριότερο; Μέσα από την ανθολόγηση των κριτικών τους κειμένων, δίνει τη δυνατότητα στο σημερινό μελετητή αλλά και στον κριτικό λογοτεχνίας, να κατανοήσει με ποιο τρόπο και με ποιες παραμέτρους εξασκούσαν τη λογοτεχνική κριτική κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

Τέλλος Άγρας, Άλκης Θρύλος (Ελένη Ουράνη), Ανδρέας Καραντώνης, Κλέων Παράσχος, Πέτρος Χάρης, Αιμίλιος Χουρμούζιος, είναι οι κορυφαίοι έξι κριτικοί λογοτεχνίας που παρουσιάζονται on line, προσφέροντας μια πραγματικά πολύ σπουδαία νέα ενότητα πληροφοριών για τον χρήστη του διαδικτύου, η οποία ελπίζουμε να συνεχιστεί και να διευρυνθεί. Στο αναδυόμενο με ρυθμούς καταιγιστικούς νέο ψηφιακό περιβάλλον, η καταχώρηση τέτοιου είδους δεδομένων  στο διαδίκτυο, δεν είναι απλά υπόθεση αρχείου, αλλά  αποτελεί κυριολεκτικά ζήτημα ζωής ή θανάτου για το μέλλον ενός πολιτισμού.
Κριτικοί με γνώσεις για αναγνώστες με απαιτήσεις
Το Αρχείο Κριτικών Λογοτεχνίας αποτελεί τη βάση για τη μελέτη, την ανίχνευση και την προβολή των πνευματικών προσωπικοτήτων που προσέφεραν καθοριστικά στα επόμενα βήματα της νεοελληνικής γραμματείας μέσα από το κριτικό έργο τους. Διατρέχοντας κανείς τα κριτικά τους κείμενα διαπιστώνει αμέσως την οξύνοια, την τεράστια φιλολογική και λογοτεχνική τους υποδομή και την ευρυμάθεια που τους ανέδειξε σε καθοριστικούς παράγοντες για την εξέλιξη της ποίησης, της λογοτεχνίας και του δοκιμίου στην Ελλάδα. Από τις γραμμές των κειμένων αναδεικνύεται μια τέχνη που είχε απαιτήσεις όχι μόνο από τον συγγραφέα αλλά και από τον αναγνώστη. Και δεν μπορεί να μην αισθανθεί κανείς έκπληξη από την πλήρη αλλαγή του σκηνικού στην εποχή μας, όπου θεωρείται υποχρέωση μεγάλης μερίδας των κριτικών να γράφουν απλά ή και απλοϊκά για να γίνονται κατανοητοί καταλήγοντας να επισημοποιούν και να επιβραβεύουν την έλλειψη παιδείας….

Το Αρχείο Κριτικών Λογοτεχνίας βρίσκεται στον κόμβο του ΕΚΕΒΙ (www.ekebi.gr). Παραθέτει μια σειρά από κατατοπιστικά στοιχεία (χρονολόγιο, αποσπάσματα βιβλιοκρισιών, δείγμα λογοτεχνικής γραφής, καταλόγους εργοβιογραφίας) για κριτικούς που προσέφεραν με την πένα τους στην επισκόπηση της λογοτεχνίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Τα κείμενα προέρχονται μέσα από περιοδικά, επιθεωρήσεις, στήλες εφημερίδων, αφιερωματικούς τόμους. Όπως ανακοινώνει το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, στόχος του είναι η παρουσίαση περισσότερων κριτικών με στόχο τον εμπλουτισμό του αρχείου και τη συνολική κάτοψη της ελληνικής βιβλιοκριτικής. Εκλαμβάνουμε την ανακοίνωση αυτή ως υπόσχεση…

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Κριτικοί Λογοτεχνίας - Δημήτρης Νικολαρεΐζης (1908-1981)

Μοναχικός και μοντέρνος

Ολόκληρο το έργο ενός κριτικού που συνδέθηκε με τη Γενιά του ’30 και υπερασπίστηκε τον μοντερνισμό, σε δύο τόμους
ΠΗΓΗ:
Μοναχικός  και μοντέρνος

Κριτικός συνδεδεμένος άρρηκτα με τις αναζητήσεις της πολύκροτης Γενιάς του '30, ο Δημήτρης Νικολαρεΐζης (1908-1981) ακολούθησε έναν μάλλον μοναχικό και ολιγόλογο δρόμο, μένοντας μακριά από την τύρβη της αγοράς και αποφεύγοντας επίμονα την οποιαδήποτε κίνηση εντυπωσιασμού. Συγκεντρωμένο σε δύο όλους κι όλους τόμους (Ούγος Φώσκολος και Ανδρέας Κάλβος, 1961, και Δοκίμια κριτικής, 1962), το έργο του Νικολαρεΐζη έρχεται τώρα ξανά στην επιφάνεια χάρη στην πρωτοβουλία των εκδόσεων Αγρα και του Χ. Λ. Καράογλου, που μας δίνουν την ευκαιρία να πιάσουμε επαφή με την ευρυμάθεια, τον αδογμάτιστο στοχασμό και την εξαιρετικά επιμελημένη γραφή του, από την οποία θα πρέπει να πω ότι δεν λείπει και μια λεπτή ποιητική αύρα.
Τα ενδιαφέροντα του Νικολαρεΐζη είναι πολλαπλά: ο Αντρέ Ζιντ (η πορεία του από τη θρησκευτική πίστη προς την ατομική εξέγερση και από την τεχνοτροπία του συμβολισμού προς τη γυμνή έκφραση), η σχέση μνήμης και χρόνου στον Μποντλέρ και στον Προυστ διά μέσου του Μπερξόν, ο ιμπρεσιονισμός και ο κυβισμός (με ποιον τρόπο οδηγούν στην αποσύνθεση ή και στην έκλειψη του εικαστικού αντικειμένου), η παλαιά και η νέα ποίηση (από τον αρχαίο λυρισμό στη μουσική γλώσσα του Μαλαρμέ και στη ρηγματική μέθοδο των υπερρεαλιστών), ο ηδονισμός και ο αισθησιασμός του Καβάφη (ένας καλλιτέχνης της υποβλητικής αναπόλησης, που ξέρει πώς να αντλεί το υλικό του από την κοινή ανθρώπινη εμπειρία), ο Τζέιμς Τζόις και η πεζογραφία του ελληνικού «εσωτερισμού» (Στέλιος Ξεφλούδας, Γ. Δέλιος, Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος), η παρουσία του Ομήρου στον Σολωμό, στον Καζαντζάκη, στον Σικελιανό και στον Σεφέρη (ο καθένας ανασυγκροτεί την αρχαία πηγή σύμφωνα με τις ανάγκες της τέχνης του και του καιρού του) και το μοναδικό ύφος του Κάλβου (ο ποιητής του υψηλού φρονήματος και των ανορθωτικών αισθημάτων).
Σε όλες τις παρεμβάσεις του ο Νικολαρεΐζης θα υπερασπιστεί με μεγάλη σταθερότητα και συνέπεια τις αρχές του μοντερνισμού. Αντί όμως να ταυτιστεί με τον μοντερνισμό και να αναλάβει εργολαβικά την προώθηση του καινούργιου και του διαφορετικού απέναντι σε ένα ούτως ή άλλως χρεοκοπημένο παρελθόν, ο κριτικός θα προσπαθήσει να ερμηνεύσει συστηματικά τους πολύπλοκους παράγοντες που προετοίμασαν και έκαναν αναγκαία τη μετάβαση από την παράδοση στη νεωτερικότητα. Μολονότι γνήσιο τέκνο της εποχής του, ο Νικολαρεΐζης θα κατορθώσει να συλλάβει τις κοσμογονικές μεταβολές της από τη δέουσα απόσταση, προτιμώντας να εμπιστευτεί όχι τη σημαία του πολεμιστή, αλλά την οξυδερκή ιστορική του αίσθηση.

Η ιδεώδης κριτική
Ενα άλλο σημαντικό στοιχείο της δοκιμιογραφίας του Νικολαρεΐζη είναι η ισχυρή κριτική της αυτοσυνειδησία: η ανάγκη με άλλα λόγια του κριτικού να σκεφτεί διεξοδικά πάνω στα όρια και στους σκοπούς της δουλειάς του σε μια περίοδο κατά την οποία ανάλογοι προβληματισμοί βρίσκουν πρόσφορο έδαφος και ανθούν σε ολόκληρη την Ευρώπη (βλ. και τις σχετικές παρατηρήσεις του Καράογλου στα επιλεγόμενά του). Ο Νικολαρεΐζης θα απορρίψει την επιστημονική (φιλολογική) κριτική επειδή είναι ικανή με τα θεωρητικά συστήματα και τις αφηρημένες ιδέες της να βιάσει το λογοτεχνικό κείμενο, ενώ θα καταδικάσει και τη δημοσιογραφική κριτική (τη βιβλιοκρισία) εξαιτίας της βιασύνης και του ασυστηματοποίητου λόγου της.
Η ιδεώδης κριτική για τον Νικολαρεΐζη είναι η κριτική που βρίσκεται ανάμεσα στην επιστήμη και στη δημοσιογραφία: το κριτικό δοκίμιο, το οποίο από τη μία πλευρά διατηρεί τη δυνατότητα της συνθετικής προσέγγισης και της τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας και από την άλλη μπορεί να βασιστεί στην ατομική ευαισθησία και στο προσωπικό γούστο, προχωρώντας σε μια εις βάθος ανάγνωση της λογοτεχνίας: σε μιαν ανάγνωση που θα εξασφαλίζει τα αντικειμενικά της εχέγγυα χωρίς να πνίγει την υποκειμενικότητά της. Αλλά, κακά τα ψέματα, ένα τέτοιο είδος κριτικής δεν θα θέλαμε και σήμερα;

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Ενας κριτικός συγγραφέας


* Ο Θεοτοκάς μπορεί να μην ήταν ένας συστηματικός ή εξ επαγγέλματος κριτικός, ήταν ωστόσο ένας από τους πιο ειλικρινείς, που δεν δίσταζε να διατυπώσει ανεπιφύλακτα τις απόψεις του, να τις αναθεωρήσει αργότερα και να παραδεχτεί πως έσφαλε, όπως συνέβη στην περίπτωση του Καβάφη
Ενας κριτικός συγγραφέας





* Τολμηρός διανοούμενος
Ο Θεοτοκάς ήταν πάντα ένας πολυσχιδής συγγραφέας και τολμηρός διανοούμενος ο οποίος δεν δίσταζε να γράφει για ποικίλα θέματα, από τη Ρωσική επανάσταση και τα μεσαιωνικά μνημεία της Ελλάδας μέχρι τον υπερρεαλισμό και το λογοτεχνικό ύφος. Προσπαθούσε πάντα να πάρει θέση, να εκφέρει άποψη, να προβλέψει εξελίξεις και δεν είναι τυχαίο ότι ήταν ένας από τους πρώτους Ελληνες που μίλησαν για την ενωμένη Ευρώπη. Ανεξάρτητα από τη διεισδυτικότητα των παρατηρήσεών του, ο Θεοτοκάς υπήρξε ο πεζογράφος που έγραψε ίσως τα περισσότερα δοκίμια και άρθρα πολιτικού στοχασμού αλλά και κοινωνικής ανάλυσης, προσπαθώντας να συλλάβει τα χαρακτηριστικά του νεοελληνικού χαρακτήρα αλλά και τις αδυναμίες, τις τάσεις και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας. Μια τέτοια διαρκής ενασχόληση με τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα δεν θα μπορούσε να αφήσει ανέπαφο τον προβληματισμό του γύρω από τη λογοτεχνία και την κριτική.
Για τούτο στην κριτική του ανάλυση ο Θεοτοκάς δεν ήταν ποτέ φορμαλιστής, δεν τον ενδιέφερε δηλαδή η υφή του κειμένου αλλά τα γενικότερα ζητήματα. Τον είλκυαν πνευματικές φυσιογνωμίες που ήταν ηγετικές, πρωτοποριακές, που είχαν βάρος και όραμα για την εποχή τους. Δεν είναι νομίζω τυχαίο το γεγονός ότι στο Ελεύθερο Πνεύμα υποστηρίζει ότι οι σπουδαιότεροι πεζογράφοι «δεν είναι καθαροί λογοτέχνες αλλά κριτικοί συγγραφείς: Ψυχάρης, Ροΐδης», διευκρινίζοντας ότι χωρίς να θέλει να υποτιμήσει την καλλιτεχνική τους αξία θεωρεί την κριτική και αναθεωρητική διάθεση δυνατότερη από την καθαρά δημιουργική. Τα δοκίμια του Θεοτοκά δεν είναι ούτε σαν τις Δοκιμές του Γιώργου Σεφέρη ούτε σαν τις Μελέτες του Ζήσιμου Λορεντζάτου, είναι πιο μαχητικά, πιο επίκαιρα καθώς προσπαθούν να συλλάβουν τον παλμό της εποχής τους και να συμβάλλουν στις εκάστοτε συζητήσεις και αναζητήσεις.
* Δίκαιος και ειλικρινής
Από την εποχή της Πνευματικής Πορείας (1961) ο κριτικός και δοκιμιογράφος Θεοτοκάς δεν προσέχτηκε, σε αντίθεση με τον θρησκευτικό (Η Ορθοδοξία στον καιρό μας [1975]), τον πολιτικό (Πολιτικά Κείμενα [1976], Στοχασμοί και Θέσεις - Πολιτικά Κείμενα 1925-1966[1996]), τον επιστολογράφο (Γιώργος Θεοτοκάς & Γιώργος Σεφέρης, Αλληλογραφία (1933-1966) [1975], Γ. Θεοτοκάς - Ν. Κάλας, Μια αλληλογραφία [1989]) ή τον ημερολογιογράφο (Τετράδια Ημερολογίου (1939-1953) [1987], Ημερολόγιο της «Αργώς» και του «Δαιμονίου»[1989]). Ο μυθιστοριογράφος και ο θεατρικός Θεοτοκάς ήταν πάντα λίγο πολύ στο προσκήνιο όχι μόνο με τις επανεκδόσεις των έργων του ή τις σχετικές μελέτες, αλλά και με τη διασκευή των μυθιστορημάτων του για την τηλεόραση ή με το ανέβασμα των θεατρικών του από διάφορους θιάσους, με «Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας» να είναι το πιο προσφιλές. Ως ποιο βαθμό όμως μπορούμε να μιλήσουμε για τον Θεοτοκά ως κριτικό; Ο Κ.Θ. Δημαράς στην εισαγωγή του στο Ελεύθερο Πνεύμα παρατηρεί τα εξής για τη σχέση του Θεοτοκά με την κριτική: «Ας μην ξεχνούμε, άλλωστε, ότι ο Θεοτοκάς πάρεργα μόνο ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική κριτική, και σε καμμία περίπτωση μέσα στην αισθητική θέαση της λογοτεχνίας».
Ο Θεοτοκάς μπορεί να μην ήταν ένας συστηματικός ή εξ επαγγέλματος κριτικός, ήταν ωστόσο ένας από τους πιο ειλικρινείς που δεν δίσταζε να διατυπώσει ανεπιφύλακτα τις απόψεις του, να τις αναθεωρήσει αργότερα και να παραδεχτεί πως έσφαλε, όπως συνέβη στην περίπτωση του Καβάφη. Για τον Θεοτοκά η κριτική συνιστά και μια μορφή αυτοβιογραφίας και σε ένα κείμενό του αναλογίζεται τη φράση του Οσκαρ Ουάιλντ ότι η υψηλότερη καθώς και η χαμηλότερη μορφή της κριτικής είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας. Η ειλικρίνεια της κριτικής του και η διάθεση για αναθεώρηση καθιστούν τα κριτικά του κείμενα αυθεντικά τεκμήρια όχι μόνο των απόψεων του ίδιου αλλά και της γενιάς του, γιατί ο Θεοτοκάς λειτούργησε αρκετές φορές ως εκπρόσωπός της, συνομιλώντας με ομοτέχνους του ή αντιδικώντας κατά καιρούς με υπό διαμόρφωση τάσεις, ιδέες και γνώμες.
Ο Θεοτοκάς θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ο σύνδεσμος της γενιάς του '30. Με αρκετούς εκπροσώπους της είχε στενή σχέση και αλληλογραφία (Σεφέρης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Κάλας) και στο σπίτι του τραβήχτηκε η περιβόητη φωτογραφία της γενιάς το 1963. Ηταν όμως και εκείνος που δεν δίσταζε να διαφωνήσει με τους συνοδοιπόρους του, όπως συνέβη με τον Καραντώνη για την περίπτωση του Περικλή Γιαννόπουλου αλλά και με τον Ελύτη για τον υπερρεαλισμό. Οι διαφωνίες του δεν διαπνέονται από μισαλλοδοξία ούτε μικροψυχία αλλά από την αντίληψη, όπως γράφει στον Ελύτη, ότι «αφού πρόκειται για πνεύμα και για τέχνη, όλα αυτά πρέπει να γίνουνται ακριβώς με κάποια τέχνη, με κάποιο ιπποτισμό, με κάποιο ύφος».
* Οι ωφέλειες της αμφιβολίας
Ο Θεοτοκάς δεν ήταν ένας αναλυτικός κριτικός που έσκυβε συστηματικά πάνω στα κείμενα και τα ανέλυε λεπτομερειακά αλλά ένας κριτικός-χρονογράφος γιατί μέσα από την κριτική του προσπαθεί να δει ιστορικά τις εξελίξεις και να διακρίνει τους αντιπροσωπευτικούς τύπους κάθε εποχής, όπως κάνει στο κείμενό του για τον Καρυωτάκη. Οντας πνεύμα ανήσυχο και αντιδογματικό, πίστευε ότι κάποια διάθεση αμφιβολίας ωφελεί και καλό είναι συγγραφείς και κριτικοί να αυτοελέγχονται και να μην ικανοποιούνται. Ο αντιδογματισμός τον οδηγεί και στη σχετικότητα των κριτικών αξιολογήσεων: «Το φαινόμενο των πνευματικών έργων που δεν έχουν απήχηση στον καιρό τους, που συχνά καταδικάζουνται από τη σύγχρονή τους κριτική και που, τελικά, αναγνωρίζουνται σαν έργα αξίας από μεταγενέστερες γενεές δεν είναι βέβαια σπάνιο στην ιστορία των γραμμάτων». Οι απόλυτες γνώμες τον απωθούν, όπως και οι βιαστικές και μεροληπτικές εντυπώσεις ενώ πάντοτε βλέπει περιθώριο για το εφετείο της κριτικής όσον αφορά φαινομενικά αμετάκλητες κρίσεις.
Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος υποστηρίζει ότι η κριτική του είναι υποκειμενική και έχει συναισθηματικά ερείσματα, εντούτοις αναζητεί τη στερεότητα, τη σαφήνεια και την ξεκάθαρη σκέψη. Στα κείμενά του της δεκαετίας του 1930, ο Θεοτοκάς προβάλλει το ιδεώδες ενός νέου κλασικισμού που συνδυάζει το δωρικό ύφος, τη διαύγεια του ελληνικού τοπίου και την ιδέα της δυναμικής συνέχειας. Στο δοκίμιό του «Η διαύγεια» (1931) τονίζει ότι η νεοελληνική σκέψη και πεζογραφία «όταν σημάνει η ώρα τους θα έχουν τη λιτότητα και τη διαύγεια των δωρικών ναών». Δεν τον ενδιαφέρει η «αυθόρμητη» και «πηγαία» τέχνη αλλά αυτή που συλλαμβάνει τον τραγικό ρυθμό της ιστορίας, μια λογοτεχνία πιο ουσιαστική και πνευματική στην οποία όμως προσάπτουν το στίγμα του εγκεφαλισμού.
Θεωρεί την περίπτωσή του μια ανωμαλία στα ελληνικά γράμματα γιατί δεν μπορούν να τον κατατάξουν: «Είμαι άραγε ένας κριτικός που γράφει και λογοτεχνικά βιβλία για να εφαρμόσει δεν ξέρω ποιες θεωρίες; Ή μια φύση διπλή, μυθιστοριογράφου και στοχαστή;». Η κριτική δραστηριότητα του Θεοτοκά γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ μυθιστοριογράφου και στοχαστή, αντλώντας από την τέχνη και την αισθαντικότητα του πρώτου και από τον προβληματισμό του δεύτερου πάνω σε εθνικά και κοινωνικά ζητήματα. Η μια ιδιότητα είναι σαν να τροφοδοτεί την άλλη, ώστε οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ λογοτέχνη, στοχαστή και κριτικού να μην μπορούν να διαγραφούν με σαφήνεια. Ισως για τούτο ο χαρακτηρισμός «κριτικός συγγραφέας», που χρησιμοποίησε ο ίδιος για τον Ψυχάρη και τον Ροΐδη, να του ταιριάζει καλύτερα.
Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας.

ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ _ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ (1910-1982)





Πηγή: http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=208

Ο Ανδρέας Kαραντώνης γεννήθηκε στην Άνδρο και σε ηλικία δεκατριών χρόνων εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο και σπούδασε στη Νομική Σχολή χωρίς να αποφοιτήσει. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1927 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στο παράρτημα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1929 δημοσίευσε τη μελέτη Εισαγωγή στο Παλαμικό έργο. Ακολούθησαν μια μελέτη για το Σεφέρη και μια ακόμη για τον Παλαμά. Τόσο η ποίηση όσο και η δοκιμιογραφία του ως το 1935 κινήθηκε στα παραδοσιακά πλαίσια γραφής. Τομή στο έργο του σημειώθηκε γύρω στο 1935 με τη συγγραφική δραστηριότητά του από τη θέση του διευθυντή του περιοδικού Νέα Γράμματα. Την περίοδο αυτή ο Καραντώνης στράφηκε προς την υπερρεαλιστική θεωρία της τέχνης και μετάφρασε έργα των Απολλιναίρ, Βαλερύ, Μπρετόν, Ελυάρ και άλλων. Μετά τη γερμανική κατοχή ανέπτυξε δημοσιογραφική δραστηριότητα με επίκεντρο την αντίθεσή του στον κομμουνισμό και την αριστερή διανόηση στην Ελλάδα. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσονται θεατρόμορφα κείμενά του με τίτλους όπως τα Σπουδή στο Κρεμλίνο και Ο Καραγκιόζης βγαίνει από το καλύβι του. Συνεργάστηκε με το περιοδικό Αγγλοελληνική Επιθεώρηση (1945-1952) και από το 1949 ως το 1974 πραγματοποίησε ραδιοφωνικές εκπομπές κριτικού περιεχομένου στην ΕΙΡ. Υπήρξε μόνιμο μέλος της επιτροπής απονομής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, μέλος της Ομάδας των 12 και γενικός γραμματέας του ιδρύματος Παλαμά. Τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων (1957), το Βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των 12 (1959), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Κριτικής (1971) και το Μέγα Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1972). Ογκώδης είναι η κριτική παραγωγή του Καραντώνη ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση. Τα ποιήματά του συγκεντρώθηκαν σε οχτώ τόμους. 

1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ανδρέα Καραντώνη βλ. Αργυρίου Αλ., «Καραντώνης Ανδρέας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Χατζηφώτης Ι.Μ., «Καραντώνης Αντρέας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
1

• Αργυρίου Αλ., «Καραντώνης Ανδρέας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985.
• Βιβλιογραφικά Αντρέα Καραντώνη1• Α΄Βιβλιογραφία Α.Καραντώνη (1927-1953) – Β΄Εργογραφία Α.Καραντώνη (1929-1987) – Γ΄ Αναλυτική βιβλιογραφία Α.Καραντώνη από τη Νέα Εστία (1929-1983). Γενική εποπτεία: Φώτης Δημητρακόπουλος – Πρόλογος: Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Αθήνα, Επικαιρότητα, 1988
• Γιάκος Δημήτρης, «Ανδρέας Καραντώνης», Νέα Εστία112, ετ.ΝΣΤ΄, 1/8/1982, αρ.1322, σ.1028-1030.
• Δανόπουλος Κωστής, «Συμβολή στη σχέση Σεφέρη - Καραντώνη · Παρουσίαση μιας άγνωστης επιστολής και άλλων στοιχείων από τη βιβλιοθήκη Σεφέρη», Παλίμψηστον9/10 (Ηρακλείου), 12/1989 - 6/1990 Παράρτημα, σ.171-180.
• Δεσποτόπουλος Κωνσταντίνος, «Ανδρέας Καραντώνης (1910-1982)», Φήμη Απόντων, σ.116-119. Αθήνα, Καστανιώτης, 1995.
• Δημητρακόπουλος Φώτης (επιμέλεια), Βιβλιογραφικά Αντρέα Καραντώνη. Αθήνα, Επικαιρότητα, 1988.
• Ζήρας Αλέξης, «Το πάθος της ποίησης και η εμπάθεια της πολιτικής (σχόλιο για τον Αντρέα Καραντώνη)», Χρονικό ’82, σ.192-193. Αθήνα, έκδοση του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου Ώρα, 1982.
• Μενδράκος Τάκης, «Αντρέας Καραντώνης: Ευθύνες και προσφορά», Επίκαιρα, 8/7/1982 (τώρα και στον τόμο Μικρές δοκιμές· Κριτικά σημειώματα & άρθρα, σ.111-113. Αθήνα, Σοκόλης, 1990).
• Σταματίου Κώστας, Κριτική για τις Τυμπανοκρουσίες, Τα Νέα, 24/5/1980.
• Χατζηφώτης Ι.Μ., «Καραντώνης Ι.Μ.», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
• Χατζηφώτης Ι.Μ., «Αντρέας Καραντώνης (Ιστορίες Φαντασμάτων)», Ανιχνεύσεις [Νεοελληνικά μελετήματα και κριτικά δοκίμια], σ.155-160. Αθήνα, Αλκαίος, [1973].
Αφιερώματα περιοδικών
• Πνευματική Κύπρος182, ετ.16, 11/1975.
• Νέα Εστία112, ετ.ΝΣΤ΄, 1/11/1982, αρ.1328.
• Δώμα8, Φθινόπωρο 1986. 1. Για περισσότερα βιβλιογραφικά στοιχεία του Αντρέα Καραντώνη βλ. Βιβλιογραφικά Αντρέα Καραντώνη1• Α΄Βιβλιογραφία Α.Καραντώνη (1927-1953) – Β΄Εργογραφία Α.Καραντώνη (1929-1987) – Γ΄ Αναλυτική βιβλιογραφία Α.Καραντώνη από τη Νέα Εστία (1929-1983). Γενική εποπτεία: Φώτης Δημητρακόπουλος – Πρόλογος: Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Αθήνα, Επικαιρότητα, 1988
Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Ωροσκόπιο· Ποιήματα. Αθήνα, Δίφρος, 1957.
• Βίος και αέτωμα· Ποιήματα. Αθήνα, Δίφρος, 1959.
• Το τρίτο στερέωμα. Αθήνα, Το ελληνικό βιβλίο, 1961.
• Το χαλί της Ερμίνης. Αθήνα, Το ελληνικό βιβλίο, 1962.
• Επεισόδια. Αθήνα, Το ελληνικό βιβλίο, 1964.
• Δείκτες. Αθήνα, 1966.
• Ιστορίες φαντασμάτων. Αθήνα, Δίφρος, 1972.
• Τυμπανοκρουσίες· Ποιήματα. Αθήνα, Παπαδήμας, 1980.
ΙΙ.Μελέτες - Δοκίμια
• Εισαγωγή στο Παλαμικό έργο. Αθήνα, τυπ.Εστία, 1929.
• Ο ποιητής Γ.Σεφέρης. Αθήνα, τυπ.Εστία, 1931 (και εκδοση έκτη συμπληρωμένη, Αθήνα, Παπαδήμας, 1984).
• Γύρω στον Παλαμά. Αθήνα, τυπ.Εστία, 1932.
• Πνευματική ελευθερία· Τέχνη και πολιτική. Αθήνα, Άλφα, 1947.
• Θέματα του καιρού μας. Αθήνα, 1950.
• Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση. Αθήνα, Δίφρος, 1958.
• Γύρω στον Παλαμά• Πρώτη σειρά. Αθήνα, Εστία, 1959.
• Φυσιογνωμίες. Αθήνα, Δωρικός, 1966.
• Φυσιογνωμίες·Σειρά πρώτη. Αθήνα, Δίφρος, 1959 (και έκδοση τρίτη, συμπληρωμένη, Αθήνα, Παπαδήμας, 1977).
• Φυσιογνωμίες· Σειρά δεύτερη. Αθήνα, Εστία, 1960 (και έκδοση τρίτη, συμπληρωμένη, Αθήνα, Παπαδήμας, 1977).
• Γύρω από τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Αθήνα, Φέξης, 1961 (και έκτη, συμπληρωμένη έκδοση, Αθήνα, Παπαδήμας, 1984).
• ΠροβολέςΑ’. Αθήνα, 1965.
• Φυσιογνωμίες• Κριτικά δοκίμια. Αθήνα, Δωρικός, 1966.
• Προσωπικό (Με την Ποίηση του Παπαδίτσα). Αθήνα, Δωδώνη, 1976 (και έκδοση β΄συμπληρωμένη, Αθήνα, Γνώση, 1981).
• Η ποίησή μας μετά το Σεφέρη. Αθήνα, Δωδώνη, 1976.
• Πεζογράφοι και πεζογραφήματα της γενιάς του ΄30. Αθήνα, Φέξης, 1962 (και δεύτερη, συμπληρωμένη έκδοση, Αθήνα, Παπαδήμας, 1977).
• Από το Σολωμό στον Μυριβήλη. Αθήνα, Εστία, 1969.
• Γύρω στον ΠαλαμάΒ΄. Αθήνα, Γκοβόστης, 1971.
• Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση. Αθήνα, Γαλαξίας, [1971] (και έκτη συμπληρωμένη έκδοση Αθήνα, Παπαδήμας, 1984).
• Προσωπικό - Αναφορές στον Υπερρεαλισμό. Αθήνα, Δωδώνη, 1976.
• Η ποίησή μας μετά το Σεφέρη. Αθήνα, Δωδώνη, 1976.
• Ποιητικά (κριτικά κείμενα). Αθήνα, Νικόδημος, 1977.
• Για τον Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Παπαδήμας, 1979.
• 24 σύγχρονοι πεζογράφοι. Αθήνα, Νικόδημος, 1978.
• Ξένη λογοτεχνία• ΦυσιογνωμίεςΓ΄. Αθήνα, Παπαδήμας, 1979.
• Κωστής Παλαμάς• Από τη ζωή και το έργο του. Αθήνα, Νικόδημος, 1980.
• Για τον Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Παπαδήμας, 1980.
• Κριτικά ·Απόψεις για πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα, 1981.
• Μια φυσιογνωμία και μια εποχή · Συνολική θεώρηση του έργου του Πέτρου Χάρη · πρόλογος Δ. Π. Παπαδίτσα. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1985.
• Φαναριώτικη και Επτανησιακή ποίηση. Αθήνα, Επικαιρότητα, 1987.
• Η περιπέτεια της γραφής (γραφτά 1954-1994). Αθήνα, 1994.
• Οι πειρασμοί του Έρωτα· Στοχασμοί. Αθήνα, 1994.
• Στην εξωτική Ασία με τον Ι.Βασιλείου· Κριτικά μελετήματα. Αθήνα, χ.χ.
ΙΙΙ. Ταξιδιωτική λογοτεχνία - Πεζογραφία
• Ελληνικοί χώροι· Ταξιδιωτικές εικόνες και στοχασμοί. Αθήνα, Εστία, 1979.
• Μύκονος - Δήλος. Αθήνα, Πεχλιβανίδης & Σία, 1958.
• Νησιά του Σαρωνικού. 1960.
• Θυμάμαι την ΑμερικήΑ΄. Αθήνα, Το ελληνικό βιβλίο, 1963.
• Αττίλας και Ταμερλάνος. Αθήνα, Δωδώνη, 1979.
ΙV. Μεταφράσεις - Διασκευές
• Jules Supervielle, Ποιήματα· Εισαγωγή και απόδοση Αντρέα Καραντώνη. Αθήνα, 1938.
• Andre Gide, Η επιστροφή του ασώτου· Κι ένα ακόμα διήγημα μεταφρασμένο από τον Αντρέα Καραντώνη . Αθήνα, Ίκαρος, 1946.
• Ο κολοσσός του Μαρουσιού του Χένρυ Μίλλερ. Αθήνα, Γαλαξίας, 1965.
• Robert Flaceliere, Ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα. Αθήνα, Παπαδήμας, 1977.
• Λέοντος Μελά• Ο μικρός Πλούταρχος• Μεταφορά στη δημοτική Ανδρέα Καραντώνης – Εικονογράφηση Ρούλας Κανάκη. Αθήνα, Αστήρ, 1978.
• Ερρίκου Ίψεν, Η κωμωδία του έρωτα. Αθήνα, Νικόδημος, 1979.
• Σατωμπριάν, Οδοιπορικό· Η Ελλάδα του 1806 – Από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ· Πρόλογος – μετάφραση Ανδρέα Καραντώνη. Αθήνα, Δωδώνη, 1979.
• Αντρέ Ζιντ, Η επιστροφή του ασώτου. Αθήνα, Κάκτος, 1980.
• Πρότυπα μεγάλης κριτικής• Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ανδρέα Καραντώνη. Αθήνα, Γνώση, 1981.
• Ηχώ· Μεταφράσεις ποιημάτων. Αθήνα, Γνώση, 1982.
• Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Οι έμποροι των εθνών• Μεταφορά στη δημοτική Ανδρέα Καραντώνη• Εικονογράφηση Βυρ.Απτόσογλου. Αθήνα, Αστήρ, 1983.
• Ταξιδεύοντας με τον Ηρόδοτο• Εικονογράφηση Βύρωνα Απτόσογλου. Αθήνα, Αστήρ, 1985.
V. Θέατρο
• Σπουδή στο Κρεμλίνο. Αθήνα, 1950.
• Παπουτσής στη λαοκρατία – Μαύρος κόσμος· Θεατρικοί διάλογοι. 1948 (και δεύτερη έκδοση Αθήνα, 1950).
• Ο Καραγκιόζης βγαίνει από το καλύβι του (Θεατρική σάτιρα σε δυό πράξεις). Αθήνα, 1950 (έκδοση β΄).
Επιπλέον Πληροφορίες
Αρχείο του λογοτέχνη υπάρχει στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Θεοτοκάς Γιώργος


Ο Γιώργος Θεοτοκάς
[πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου].

Ο ρόλος που ο Γιώργος Θεοτοκάς (1906-1966) θα αναλάμβανε ανάμεσα στους συνομηλίκους του προαναγγέλλεται το 1929, με τη δημοσίευση ενός φυλλαδίου που είχε γράψει στο Παρίσι, με τίτλο Ελεύθερο πνεύμα. Το αγέρωχο ύφος, η αυτοπεποίθηση, η βεβαιότητα με την οποία διατυπώνει τους στίχους του συνέτειναν ώστε το δοκίμιο αυτό να φαντάζει αργότερα σαν ένα μανιφέστο. Ο νεαρός που πέρασε δύο χρόνια στη Γαλλία μετά τις σπουδές νομικών στην Αθήνα, επισκοπεί την τρέχουσα κατάσταση και την αποτιμά. Απορρίπτει τον δογματισμό του Βάρναλη και του Φώτου Πολίτη («μαρξιστές και εθνικιστές μικραίνουν τα ζητήματα»), καταδικάζει την ηθογραφία, τη φτηνή ψυχολογία, δυσπιστεί απέναντι στον Καβάφη («Ο κύριος Καβάφης είναι ένα τέλος κ’ η πρωτοπορία είναι αρχή»), καταδικάζει την εύκολη τέχνη και όχι μόνο· υποστηρίζει ότι επείγει να είσαι αληθινά νέος, ρωμαλέος, τολμηρός, ν’ αγαπάς την ταχύτητα (με αυτοκίνητο, με αεροπλάνο)· και πάνω απ’ όλα να είσαι διαθέσιμος: το πνεύμα πρέπει να είναι ελεύθερο κάθε στιγμή, αδέσμευτο, αντιδογματικό, αποφασισμένο οποτεδήποτε να προβεί στις σωστές επιλογές.
 Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 404-405.


[…] Πραγματικά, χρονολογημένο τον Ιούλιο του 1929, λίγα χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή, το Ελεύθερο Πνεύμα έχει κάθε λόγο να εκλαμβάνεται ως μαχητική διακήρυξη που έχει στόχο α) να καταγγείλει την πνευματική και ιδεολογική καχεξία της δεκαετίας του 1920 και β) να υποδείξει την ανάγκη μιας αφύπνισης ή ανόρθωσης ως πρώτιστο έργο της νέας ελληνικής γενιάς. Μανιφέστο, λοιπόν, και αγωνιστικό προσκλητήριο, που αναφέρεται σε δύο κατηγορίες προσώπων: αφενός στους ενόχους της παρακμής και αφετέρου στους εγγυητές της προόδου.
Αλλά αναρωτιέμαι: γιατί άραγε, ενώ καταγγέλλεται λ.χ. ο Καβάφης ως «επίδραση αρνητική», αποσιωπάται εντελώς ο Καρυωτάκης και ο αρχόμενος τότε «καρυωτακισμός»; Τυχαία παράλειψη; Δεν το πιστεύω. Απεναντίας φρονώ ότι, άτομο καλής αγωγής, ο Θεοτοκάς αποφεύγει συνειδητά να αναφέρει τον αυτόχειρα ποιητή, έναν χρόνο μετά το θάνατό του. Πράγμα που δεν σημαίνει διόλου ότι αγνοεί ή παραβλέπει την αρνητική του επίδραση. Γι’ αυτό νομίζω ότι, έστω και αόρατο, το φάντασμα του Καρυωτάκη πλανιέται επίμονα πάνω από τις σελίδες του Ελεύθερου πνεύματος (οι αναγνώστες του 1929 το αντιλαμβάνονταν ίσως καλύτερα), υποβάλλοντας κατά κάποιον τρόπο την παρουσία του με τη σιωπή του.
Δεύτερη περίπτωση. […] Αν το Ελεύθερο Πνεύμα αναφέρεται επαινετικά σε ορισμένους παλαιότερους πεζογράφους (τους «κριτικούς συγγραφείς» Ροΐδη και Ψυχάρη, τον Κ. Θεοτόκη ή τον Ίωνα Δραγούμη), παραλείπει εντελώς τους κατεξοχήν διηγηματογράφους: ούτε ο Βιζυηνός ούτε ο Παπαδιαμάντης ούτε ο Καρκαβίτσας έχουν θέση στις σελίδες του. Άλλωστε και ο απορριπτικός υπαινιγμός στα «ήθη της ταβέρνας και του πορνείου» υπονοεί διηγηματογράφους: τον Δημοσθένη Βουτυρά και τον Πέτρο Πικρό. Έτσι θεωρώ ότι, χαρακτηρίζοντας την ελληνική πεζογραφία στο σύνολό της ως «μυωπική» και αναιμική ηθογραφία, ο Θεοτοκάς εκφράζει πριν από όλα την αντίθεσή του προς το ελληνικό διήγημα. Αλλού στρέφονται οι συμπάθειες (και οι προσδοκίες του). Λίγα χρόνια αργότερα, με το άρθρο του «Η νέα λογοτεχνία» (περιοδικό Ιδέα, 1934), θα είναι σαφέστερος: το μυθιστόρημα, το «κατ’ εξοχήν λογοτεχνικό είδος του αιώνα μας», και το δοκίμιο, επίσης «είδος που μπορεί να χωρέσει τα πάντα», κατέχουν την πρώτη θέση στις προτιμήσεις του, ενώ, καθώς προβλέπει, το διήγημα «θα χάσει τα πρωτεία», θα γίνει «ένας πλανήτης του μυθιστορήματος και θα γυρίζει γύρω απ’ αυτό το κεντρικό πεζογραφικό είδος».
Επιστρέφοντας ωστόσο στο Ελεύθερο Πνεύμα σημειώνω ακόμη ένα ενδεχόμενο «κενό»: ο Θεοτοκάς δεν επικαλείται διόλου ως «σύμμαχό» του, όπως θα περίμενε κανείς, το πρόσωπο, το ποιητικό έργο ή την επίκαιρη δελφική προσπάθεια του Σικελιανού. Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ; […] Ρεαλιστής και λογοκρατούμενος, χωρίς ιδεοληψίες, εξάρσεις και μεγάλες ή εντυπωσιακές χειρονομίες, [ο Θεοτοκάς] εμπνέεται λιγότερο από την αρχαιότητα και περισσότερο από τις πολιτισμικές και πολιτικοκοινωνικές συνθήκες του παρόντος. […]
 Παν. Μουλλάς, «Οι σιωπές του Ελεύθερου Πνεύματος», περ. Νέα Εστία, 158 (2005) 974-975.


[…] Ως συγκροτημένος πνευματικός άνθρωπος ο Θεοτοκάς προσδιοριζόταν, σε εξαιρετικό βαθμό, από δυο γενικά πλέγματα ιδεών τα οποία αφορούσαν την παράδοση και το παρόν. Στην περίπτωσή του παράδοση σήμαινε Ελληνισμός (ιδεώδη της κλασικής Αρχαίας Ελλάδας), Χριστιανισμός (Ορθοδοξία, βυζαντινή κληρονομιά) και λαϊκές μορφές πολιτισμού (δημοτικά τραγούδια, λαϊκές παραδόσεις, Μακρυγιάννης). Ενώ το παρόν είχε κατεξοχήν την έννοια της ευρωπαϊκής εξέλιξης από την περίοδο του Διαφωτισμού κι εδώθε. Μια εξέλιξη στην οποία προείχαν το ορθολογιστικό πνεύμα του Διαφωτισμού, οι ιδέες του Διαφωτισμού, οι ιδέες της γαλλικής επανάστασης και οι πνευματικές κατακτήσεις της Ευρώπης κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια εκδοχή της παράδοσης και του παρόντος, σε γόνιμο διάλογο μεταξύ τους, θα έπρεπε να είναι κατά το Θεοτοκά το απαραίτητο βάθρο για τον εκσυγχρονισμό της ελλαδικής κοινωνίας. […] Σχετικά εξάλλου με τις πνευματικές και ειδικότερα τις λογοτεχνικές αναζητήσεις της Ευρώπης ήταν ουσιαστικά προσηλωμένος στο 19ο αιώνα. Τις αντίστοιχες κατακτήσεις της πρώτης 30-ετίας του εικοστού αιώνα φαίνεται πως δεν τις αφομοίωσε, μολονότι είχε πάρει από νωρίς ευρωπαϊκή παιδεία και ταξίδεψε νέος στο Παρίσι και στο Λονδίνο. […]
Από τα είδη του λόγου που καλλιέργησε ευνοήθηκε ιδιαίτερα, λόγω ιδιοσυγκρασίας, η δοκιμιογραφία του. Εκεί ο συγγραφέας κατάφερε να διαμορφώσει ένα ευλύγιστο, εναργές και απλό γράψιμο, με όργανο μια εκπληκτικά στρωτή δημοτική, που είναι, καθώς πιστεύω, από τα κορυφαία επιτεύγματα της νεοελληνικής δοκιμιογραφίας. Μολαταύτα φαίνεται πως ο Θεοτοκάς έβλεπε τον εαυτό του πάνω απ’ όλα πεζογράφο με σαφή προτίμηση στο μυθιστόρημα. […] Πρόκειται για το αστικό μυθιστόρημα εποχής, που βασίζεται στη θεματική διάρθρωση του υλικού, στη δημιουργία χαρακτήρων και στην αιτιατή πλοκή. Από την άποψη αυτή η πεζογραφία του Θεοτοκά προϋποθέτει το έργο του Σταντάλ, του Μπαλζάκ, του Φλομπέρ, του Τολστόι κλπ. Δεν προϋποθέτει όμως τις κατακτήσεις του είδους κατά τα πρώτα 30 χρόνια του 20ού αιώνα. Δεν προϋποθέτει λ.χ. τον Προυστ, τον Τζόις, τη Γουλφ, τον Κάφκα, τον Μούζιλ. […]
 Γιώργος Αράγης, «Γιώργος Θεοτοκάς. Παρουσίαση-Ανθολόγηση». Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τ. Δ΄, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1992, 11-12.


Έχει παρατηρηθεί με έμφαση από τον Γιώργο Αράγη ότι το μυθιστόρημα του Θεοτοκά στηρίζεται στο ευρωπαϊκό του 19ου αιώνα. Τις καινοτομίες του 20ού αιώνα ο συγγραφέας μας δεν τις αφομοίωσε, όσο και αν διάβασε Τζόυς και Βιρτζίνια Γουλφ, Ζιντ και Κάφκα. Ο καθένας διαλέγει τους προγόνους του έστω και ασυνείδητα: ο Θεοτοκάς τους διάλεξε ανάμεσα στους συστηματικούς ανατόμους της κοινωνίας και όχι ανάμεσα στους ταραγμένους ανιχνευτές της ανθρώπινης ψυχής. Ακόμα και την εποχή που ενστερνίστηκε τον χριστιανισμό και ενδιαφέρθηκε για μυστικιστικά βιώματα, ο τρόπος σκέψης του παρέμεινε ορθολογικός.
 Αγγέλα Καστρινάκη, «Κατασκευάζοντας την έμπνευση», περ. Νέα Εστία, 158 (2005) 919.


Ένα πρώτο χαρακτηριστικό της μυθιστορηματικής πορείας του Θεοτοκά είναι οι διάρκειες και οι παύσεις. Τα δύο μεγαλύτερα μυθιστορήματά του ολοκληρώνονται σταδιακά. Χρειάστηκε τρία χρόνια (1933-1936) για να τελειώσει την Αργώ και δεκατέσσερα για να συμπληρώσει την Ιερά Οδό (1950), ενσωματώνοντάς τη στους Ασθενείς και Οδοιπόρους (1964). Επίσης, ανάμεσα στον Λεωνή (1940) και την Ιερά Οδό μεσολαβεί ένα διάστημα μυθιστορηματικής σιωπής, κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε αν αυτά τα διαλείμματα αντιπροσωπεύουν και κάποιες τομές στο πεζογραφικό του έργο.
Σε ένα αυτοβιογραφικό και βιβλιογραφικό σημείωμα με χρονολογία 11 Ιουνίου 1946 ο Θεοτοκάς διαγράφει τις περιόδους της λογοτεχνικής του πορείας. Η πρώτη καλύπτει την περίοδο μέχρι το 1940, η δεύτερη την περίοδο της Κατοχής, ενώ για την τρίτη δεν μπορεί να κάμει καμιά πρόβλεψη (γράφει άλλωστε το 1946), μα νιώθει ότι θα είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Αυτό το σημείωμα δείχνει ότι και ο ίδιος ο Θεοτοκάς έβλεπε διάφορα στάδια στη συγγραφική του πορεία και θεωρούσε την Κατοχή ως τομή στο έργο του. Στο ίδιο σημείωμα επίσης παρατηρεί ότι ορισμένα σύμβολα επανέρχονται επίμονα στα κείμενά του όπως το καράβι, το νησί, το Γεφύρι της Άρτας, και καταλήγει:
Επίσης βασικό θέμα τους είναι η ελευθερία, η ανάγκη της ελευθερίας, η αναζήτησή της σε διάφορα επίπεδα. Στα νεανικά χρόνια η διάθεση αυτή εκφράζεται με χαρά και ξενοιασιά. Κατόπι πλουτίζεται με την οδυνηρή πείρα που μας έδωσε η σύγχρονη ιστορία. Το περιεχόμενο της έννοιας «ελευθερία» αλλάζει συχνά: ο γενικός προσανατολισμός μένει.
Όντως η ανάγκη της ελευθερίας διατρέχει το έργο του και θα μπορούσαν να διακριθούν τρεις κλίμακες: ελευθερία του ατόμου, ελευθερία από το άχθος της ιστορίας και ελευθερία από τα αδιέξοδα του βιομηχανικού πολιτισμού. Με αυτό το σκεπτικό θα έβλεπα τρεις φάσεις το έργο του Θεοτοκά με άξονες: το άτομο, την ιστορία και τη μεταφυσική, και αντίστοιχα σύμβολα το δαιμόνιο, τις σημαίες στον ήλιο και τις καμπάνες. […]
 Δημήτρης Τζιόβας, «Η μυθιστορηματική πορεία του Γιώργου Θεοτοκά: Άτομο, Ιστορία, Μεταφυσική», περ. Νέα Εστία, 158 (2005) 857-858.


Τα κύρια σημεία αναφοράς στο αφηγηματικό έργο του Γιώργου Θεοτοκά παραμένουν η Αργώ και οι Ασθενείς και οδοιπόροι, έργα γραμμένα με διαφορετικές αφορμές και ιδεολογική άποψη και υλοποιημένα με αφηγηματικά μέσα που πραγματοποιούν τη μια ή την άλλη θεματική: είτε τη ρεαλιστική αναπαράσταση της ζωής στην Αργώ, το φιλόδοξο μυθιστόρημα της γενιάς του μεσοπολέμου, είτε την οπτική της μετάπλασης του ένδοξου παρελθόντος μέσα από εναλλαγές αφηγητών που ή πρωταγωνιστούν ή όχι στην υπόθεση, πράγμα που πραγματοποιείται στουςΑσθενείς και οδοιπόρους, μια καλλιτεχνική ανάπλαση του Αλβανικού έπους, της Κατοχής, του πολέμου στη Μέση Ανατολή και των μεταπολεμικών εξελίξεων. Και στα δύο αυτά έργα ο θεωρητικός της γενιάς του ’30, που υποστήριξε με πάθος ότι η γοητεία του μυθιστορήματος βρίσκεται «στην ποίηση του χρόνου και τον επικό του ρυθμό που αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του μυθιστοριογράφου», και που θεωρούσε την αξία και επομένως τη διάρκεια ενός μυθιστορήματος εξαρτημένη από τη δυνατότητά του να επιβάλει τους ήρωες στη συνείδηση του αναγνώστη, εργάστηκε συνειδητά προς την κατεύθυνση ενός έκδηλου μετασχηματισμού των ηρώων του κατά τις ανάγκες του έργου. Πολλοί, αμφισβητώντας το είδος της μυθιστορηματικής γραφής του, δεν φάνηκαν ικανοποιημένοι από την ανταπόκριση του ίδιου του συγγραφέα στα όσα με σαφή επιχειρήματα τεκμηρίωνε. Μερικοί θεώρησαν πως τους έλειπε η «μαγεία», απαραίτητο προσόν του αφηγητή, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζουν το έργο «άτυχο»· κι άλλοι πάλι πίστεψαν ότι ο Θεοτοκάς παγιδεύτηκε από τον ίδιο τον ορθολογισμό του, του οποίου τελικά υπήρξε θύμα.
 Νένα Ι. Κοκκινάκη, Η ανήσυχη αναζήτηση και η δικαίωση. Ξαναδιαβάζοντας Γιώργο Θεοτοκά. Κριτικό δοκίμιο στα 30 χρόνια από το θάνατό του, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1996, 18-19.


Αν όμως, από τη μια, το δοκιμιακό έργο του Θεοτοκά, γνώρισε την επιδοκιμασία της κριτικής, παρά τις όποιες ιδεολογικές διαφωνίες της, από την άλλη, η πλέον αμφιλεγόμενη ή αμφισβητούμενη πλευρά της προσωπικότητάς του ήταν και είναι αυτή του μυθιστοριογράφου. […]
Ας πάρουμε για παράδειγμα την Αργώ, το πρώτο μυθιστόρημα του Θεοτοκά· ο συγγραφέας μόλις είχε κλείσει τα 28 του χρόνια. Ήταν, θα λέγαμε, ένα φιλόδοξο μα και πειραματικό εγχείρημα ενός νέου που δοκίμαζε τις δυνάμεις του σ’ ένα νέο γι’ αυτόν είδος. Αυτό εξηγεί ασφαλώς μερικές από τις αδυναμίες του έργου. Τί όμως είδε η κριτική σε αυτό; Τί την είλκυσε ή τί την απώθησε; Τέσσερις από τους κριτικούς του Μεσοπολέμου που ανήκουν στηνπροηγούμενη γενιά, οι Τέλλος Άγρας, Άλκης Θρύλος, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος και Πέτρος Χάρης, την έκριναν αρνητικά. Όμως από αυτήν ακριβώς την αρνητική τους κρίση αναδεικνύεται εναργέστερα η σημασία που έχει ηΑργώ στην ιστορία των γραμμάτων μας.
Και οι τέσσερις κριτικοί, παρά τις διαφοροποιήσεις τους και παρά τα επιμέρους θετικά τους σχόλια, συνέκλιναν σ’ ένα σημείο: στο ότι ουσιαστικά η Αργώ δεν είναι μυθιστόρημα. […]
Είναι γνωστό ότι το πεζογραφικό είδος που εξέφραζε την προηγούμενη γενιά, αυτό που ανταποκρινόταν στις ενδιάθετες τάσεις και στις αισθητικές τους προτιμήσεις, δεν ήταν το μυθιστόρημα αλλά το διήγημα. Ό,τι ακριβώς τους ενδιέφερε είναι, όχι η «σύνθεση» που, κατά τον Πέτρο Χάρη, χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα, όχι η εξωτερική δράση των ηρώων, αλλά η εσωτερική ζωή τους. Γι’ αυτό έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην ψυχογραφική ικανότητα του συγγραφέα, χάρη στην οποία ο αφηγητής εισδύει στα άδυτα της ταραγμένης ψυχής των ηρώων, στις μύχιες σκέψεις τους, και αναδεικνύει τα αδιέξοδά τους. Ας μην ξεχνούμε ότι η γενιά αυτή, η «χαμένη γενιά» όπως αυτοχαρακτηρίστηκε, έβγαινε συντετριμμένη από τον Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή και δεν διέθετε μεγάλα αποθέματα δυνάμεων. Η ορμητικότητα της νιότης, με τη δυναμική και την αισιοδοξία της, την πίστη στο μέλλον για ένα νέο ξεκίνημα, είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη γενιά του Θεοτοκά — όχι τους κριτικούς του.
Η Αργώ, τόσο θεωρητικά (στον πρόλογό της) όσο και στην πράξη βρισκόταν (σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό) έξω από τον ορίζοντα προσδοκίας του αναγνώστη της εποχής. Μολονότι, όπως έχει επισημανθεί, από άποψη τεχνικής είναι λιγότερο νεοτερική από το μυθιστόρημα του εσωτερικού μονολόγου που καλλιέργησε η ομάδα της Θεσσαλονίκης με τους Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο, Στέλιο Ξεφλούδα, Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη κ.ά., δεν παύει να ανήκει στην πρωτοπορία της εποχής, να απέχει από το ψυχογραφικό ή το ηθογραφικό διήγημα που καλλιέργησαν οι παλαιότεροι πεζογράφοι μας. Ο Θεοτοκάς, έχοντας διαμορφώσει μια θεωρία του μυθιστορήματος διαφορετική, συνειδητά δεν θέλησε να γράψει ψυχογραφικό μυθιστόρημα. Πρόθεσή του ήταν η δημιουργία όχι ατομικοτήτων αλλά χαρακτήρων, γενικών κοινωνικών τύπων, ώστε το μυθιστόρημα ν’ αποτελεί πειστική απόδοση της σύνθετης και πολύπλοκης ατμόσφαιρας της εποχής, των ιδεολογικών αντιθέσεων και των συγκρούσεών της — ένα μυθιστόρημα «μωσαϊκό».
 Χ.Λ. Καράογλου, «Προλεγόμενα & Μερικές διαπιστώσεις». Χ.Λ. Καράογλου – Ναταλία Δεληγιαννάκη (συνεργασία: Αλκμήνη Ριζοπούλου),Βιβλιογραφία Γιώργου Θεοτοκά 1974-2002, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, 19-20.


[…] θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τουλάχιστον δύο ακόμη έργα που ακολουθούν την κλασική δυτικοευρωπαϊκή παράδοση του είδους [Bildungsroman] στην Ελλάδα. Πρόκειται για τον Λεωνή (1939) του Γιώργου Θεοτοκά και τους Παραστρατημένους (1935) της Λιλίκας Νάκου, δύο σημαντικά έργα για πολύ διαφορετικούς λόγους. Ο νεαρός ήρωας του Θεοτοκά διαγράφει εν σμικρώ την πορεία των Ευρωπαίων συντρόφων του από το άτομο στην ολότητα, από την οικογενειακή εστία στην ιστορία, μόνο που το ταξίδι του δεν πραγματοποιείται από το χωριό στην πόλη, αλλά από την Πόλη, την Κωνσταντινούπολη, και από την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρά της στη μικροαστική προπολεμική Αθήνα, η οποία όμως είναι το κέντρο, ο πυρήνας, της εθνικής ιδέας για μια Ελλάδα έστω συρρικνωμένη μετά τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά όχι και φτωχότερη σε πατριωτική έξαρση και πνευματικό ενθουσιασμό. Το μυθιστόρημα αυτό, γραμμένο τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου από έναν συγγραφέα που οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί του είχαν διατυπωθεί ήδη προγραμματικά στο «μανιφέστο» της γενιάς του ’30, το Ελεύθερο πνεύμα (1929), δίνει όλους τους σταθμούς της πνευματικής αναζήτησης του ήρωα, που διαπλάθεται μέσα από την αντιπαράθεση κόσμων, όπως τους περιγράψαμε, στην αναζήτηση μιας αληθινής ζωής, δηλαδή της ορθής ή ορθόφρονης ένταξης, που συμφιλιώνει το άτομο με τον κόσμο. Κόσμος στην περίπτωση αυτή είναι η πατρίδα και το ιδεώδες της μια σταδιοδρομία που την υπηρετεί, ευθυγραμμισμένη κοινωνικά με το πνεύμα του φιλελεύθερου αστισμού, γλωσσικά με αυτό του δημοτικισμού, αλλά στο επίπεδο της επιθυμίας, δηλαδή ερωτικά, με έναν βραχύβιο σαρκικό πρώτο έρωτα αφενός, με έναν συμβατικό γάμο αφετέρου.
 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Αυτοβιογραφικός λόγος: ιστορικοί και μυθιστορηματικοί βίοι στο μυθιστόρημα εφηβείας». Η γραφή και η βάσανος. Ζητήματα λογοτεχνικής αναπαράστασης, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2000, 69-70.


Η αποτίμηση του μυθιστοριογράφου Θεοτοκά από τη φιλολογική κριτική εξακολουθεί να ταλαντεύεται μεταξύ επιδοκιμασίας και απόρριψης. Όμως ο αναγνώστης ας προσέξει δύο ακόμη στοιχεία της Βιβλιογραφίας: τις μαρτυρίες αναγνωστών, από τον Ελύτη […] και τον Πανσέληνο […] μέχρι τον αυτόχειρα φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Νίκο Λαδά […]. Επίσης, ας προσέξει κυρίως την τεράστια εκδοτική επιτυχία των δύο μυθιστορημάτων του, της Αργώς και του Λεωνή. Τα στοιχεία είναι εντυπωσιακά: Η Αργώ, το 1979, βρισκόταν στην 7η έκδοση και το 2000 έφτασε στη 17η· δηλαδή 11 ανατυπώσεις σε 22 χρόνια και πάνω από 30.000 αντίτυπα. ΟΛεωνής από την 6η έκδοση το 1976 βρέθηκε, το 2002, στην 20ή· δηλαδή 15 ανατυπώσεις και 42.000 αντίτυπα. Δεν θα επιχειρήσω να αιτιολογήσω την ευρεία κυκλοφορία των δύο έργων, τα οποία, όσο γνωρίζω, δεν διανέμονται στο πλαίσιο της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων των πανεπιστημιακών μαθημάτων. Ούτε βέβαια το ότι αποσπάσματά τους υπάρχουν στις ανθολογίες νεοελληνικής λογοτεχνίας της Μέσης Εκπαίδευσης αποτελεί επαρκή εξήγηση. Οπωσδήποτε ο Θεοτοκάς ανήκει πλέον στους κλασικούς της λογοτεχνίας μας, στον κανόνα της — κι αυτό, μαζί με άλλα στοιχεία της προσωπικότητάς του, πέρα από οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις, του εξασφαλίζει εξέχουσα θέση στην ιστορία των γραμμάτων μας. Αναμφίβολα τα μυθιστορήματα του Θεοτοκά έχουν, σήμερα, πολλούς αναγνώστες — και μάλιστα μεταξύ των νέων· κι αυτό, χωρίς ν’ αποτελεί λαϊκισμό, είναι, πιστεύω, ό,τι περισσότερο επιθυμεί κάθε συγγραφέας και ό,τι έχει μεγαλύτερη σημασία.
 Χ.Λ. Καράογλου, «Προλεγόμενα & Μερικές διαπιστώσεις». Χ.Λ. Καράογλου – Ναταλία Δεληγιαννάκη (συνεργασία: Αλκμήνη Ριζοπούλου),Βιβλιογραφία Γιώργου Θεοτοκά 1974-2002, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, 22.

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρης Ραυτόπουλος: «Η λογοτεχνία πρέπει να διαρρήξει το κλειστό της σύμπαν»

Κριτικός ο οποίος αντιστρατεύτηκε την προσπάθεια της μεταπολεμικής Αριστεράς να χειραγωγήσει πολιτικά τη λογοτεχνία, μέσα από την αρθρογραφία του στην «Επιθεώρηση Τέχνης», ένα περιοδικό που προερχόταν από τους κόλπους της αριστερής διανόησης, ο Δ. Ραυτόπουλος -στην ένατη δεκαετία της ζωής του- λέει πως ο Εμφύλιος δεν τελείωσε ποτέ για τη λογοτεχνία, σημειώνοντας πως το εμφυλιακό μυθιστόρημα ξεκινάει με την τριλογία του Στρατή Τσίρκα «Ακυβέρνητες πολιτείες».

Ο κριτικός συμπληρώνει πως οι συγγραφείς που βρέθηκαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου δεν τόλμησαν ποτέ να μιλήσουν για την πολιτική τους εξορία επειδή δεν μπορούσαν να τα βάλουν με την τρομοκρατία του υπαρκτού σοσιαλισμού: τρομοκρατία η οποία είχε βάλει στο στόχαστρο όχι μόνο την τέχνη, αλλά και την ίδια τη σκέψη.

Το μυθιστόρημα αποτελεί προϊόν του αστισμού και είναι από τη φύση του ανοιχτό και επικοινωνιακό. Ο σημερινός εγκλωβισμός των συγγραφέων στην εσωστρέφεια του φορμαλισμού αποκόπτει τη λογοτεχνία από το κοινό της και οδηγεί το τελευταίο στην αγκαλιά της μαζικής κουλτούρας. Αυτά τονίζει μεταξύ άλλων ο κριτικός λογοτεχνίας Δημήτρης Ραυτόπουλος σε συνέντευξη την οποία παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ με αφορμή το βιβλίο του «Εμφύλιος και λογοτεχνία», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Πατάκη.

-Κεντρικό θέμα του βιβλίου σας είναι η λογοτεχνία που έχει εστιάσει την προσοχή της στον Εμφύλιο, αναψηλαφώντας, όπως σημειώνετε στον πρόλογό σας, τον ιστορικό, τον μνημονικό και τον ανθρωπολογικό του ορίζοντα. Ποια διαφορά βλέπετε ανάμεσα στα έργα που μίλησαν για τον Εμφύλιο ενόσω βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη και σε εκείνα που επιστρέφουν σ' αυτόν σήμερα, πενήντα ή και εξήντα χρόνια μετά;

Επειδή για τα παλαιότερα έργα ο Εμφύλιος αποτελούσε ζέουσα επικαιρότητα ήταν πολύ δύσκολο να αντιμετωπιστεί με τα μέσα του ρεαλισμού. Έτσι, οι συγγραφείς που ξεχώρισαν, ο Ανδρέας Φραγκιάς με τον «Λοιμό», ο Άρης Αλεξάνδρου με το «Κιβώτιο» και ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης με τους «Συνυπάρχοντες», στράφηκαν προς μεταφορικές και αλληγορικές συνθέσεις. Τα σημερινά έργα δεν έχουν ακριβώς στο κέντρο τους τον Εμφύλιο, αλλά κάποια ιδιαίτερη μνήμη του ή έναν λογαριασμό που παραμένει για τον έναν ή τον άλλο λόγο ανοιχτός, με πρωταγωνιστές πρόσωπα τα οποία προέρχονται από το οικογενειακό δέντρο του συγγραφέα. Ο Εμφύλιος εμφανίζεται στη σύγχρονη λογοτεχνία με τρόπο κληρονομικό και επιβιωτικό. Σκέφτομαι στο σημείο αυτό τον Μανόλη Αναγνωστάκη, που έλεγε για τον Εμφύλιο ότι είναι ένας πόλεμος ο οποίος δεν τελείωσε ποτέ.

-Σε ό,τι αφορά τα παλαιότερα λογοτεχνικά έργα, στο βιβλίο σας παρατηρείτε πως δεν κατόρθωσαν να δώσουν έναν συνολικό πίνακα για τον Εμφύλιο, για να προσθέσετε πως οι συγγραφείς που βρέθηκαν στην πολιτική εξορία αμέσως μετά το τέλος του απέφυγαν να μιλήσουν γι' αυτήν.

Ο θάνατος του μύθου ως συλλογικής φαντασίωσης και η σταδιακή ανάπτυξη των κοινωνιών της μαζικής κουλτούρας δεν επέτρεψαν στους συγγραφείς της γενιάς του Εμφυλίου να τον αποτυπώσουν με όρους τοιχογραφίας, υποχρεώνοντάς τους, όπως το είπα και πρωτύτερα, να καταφύγουν στην αλληγορία και τη μεταφορά. Ο μόνος ο οποίος κατόρθωσε να προσεγγίσει τοιχογραφικά τον Εμφύλιο είναι ο Στρατής Τσίρκας αφού με τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» πήγε στις απαρχές του, που είναι το στρατιωτικό κίνημα του 1943 στη Μέση Ανατολή. Είναι άλλο ζήτημα αν ο ίδιος δεν πίστεψε ποτέ πως τα γεγονότα του 1943 αποτέλεσαν τη βάση για τη γέννηση του Εμφυλίου κι αν κατέληξε με τη «Χαμένη άνοιξη» να ενταχθεί εκ νέου στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Ως προς τους συγγραφείς που έζησαν μεταπολεμικά στις κοινωνίες της Ανατολικής Ευρώπης, κανένας τους δεν θέλησε να μιλήσει για την εμπειρία της πολιτικής εξορίας. Η Μέλπω Αξιώτη και ο Δημήτρης Χατζής δεν έγραψαν το παραμικρό υπό το κράτος του φόβου ότι θα προκαλούσαν τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Κι αυτό οφείλεται στην τρομοκρατία την οποία άσκησε ο τελευταίος όχι μόνο εναντίον της λογοτεχνίας, αλλά και της ίδιας της σκέψης.

-Η «Ορθοκωστά» του Θανάση Βαλτινού, που δημοσιεύεται εν έτει 1994, είναι μια γέφυρα ανάμεσα στα παλαιότερα λογοτεχνικά έργα για τον Εμφύλιο και τα σημερινά;

Έπρεπε να διαβάσουμε την «Ορθοκωστά» για να καταλάβουμε τι πραγματικά επιζητούσε ο Βαλτινός με την «Κάθοδο των εννιά». Χρειάστηκε να διαβάσουμε το ύστερο για να κατανοήσουμε το προγενέστερο: το πώς ένας στρατός που ονομαζόταν δημοκρατικός βρέθηκε στην «Κάθοδο των εννιά» σαν να βάδιζε σε μια ξένη, απολύτως εχθρική χώρα, που είχε κινητοποιηθεί με όλες τις δυνάμεις της εναντίον του. Και τι έκανε η Αριστερά όταν κυκλοφόρησε η «Ορθοκωστά»; Το μόνο πράγμα που ήξερε να κάνει πάντοτε: την καταδίκασε γιατί δεν ήταν πρόθυμη να εκτελέσει τις πολιτικές εντολές της, γιατί δεν θέλησε να υιοθετήσει ένα θυματικό-ηρωικό μήνυμα και να επικαλεστεί μια δήθεν απελευθέρωση.

-Ο Εμφύλιος μπορεί να ερμηνεύσει τη σημερινή παρακμή;

Ασφαλώς. Η αρχή της παρακμής δεν είναι η μεταπολίτευση, αλλά ο Εμφύλιος. Ο Εμφύλιος διαμόρφωσε τις παρατάξεις της Δεξιάς και της Αριστεράς και την αναμεταξύ τους σύγκρουση, από τον Εμφύλιο ξεκίνησαν η ανομία, ο σαλταδορισμός και ο ατομικιστικός αναρχισμός, που έμαθε να αγνοεί την κοινωνία και να αφήνει τους ανθρώπους να μην έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον για τη συμμετοχή τους σε οποιαδήποτε συλλογική διαδικασία.

-Υπογραμμίζετε στο βιβλίο σας το γεγονός πως στις ημέρες μας έχουν κατά κόρον ενοχοποιηθεί ο ρεαλισμός και η αναπαράσταση την ώρα που οι συγγραφείς οδηγούνται σε όλο και πιο κλειστά και εσωστρεφή σχήματα. Δυσκολεύει κάτι τέτοιο την ικανότητά μας να κατανοήσουμε σφαιρικά την πραγματικότητα;

Ο φορμαλισμός και η αυτοαναφορικότητα απομονώνουν τη λογοτεχνία από το κοινό της και το ρίχνουν στην αγκαλιά της μαζικής κουλτούρας. Η λογοτεχνία, όμως, δεν μπορεί να περιχαρακώνεται στον εαυτό της. Το μυθιστόρημα αποτελεί προϊόν του αστισμού και στοχεύει πρωτίστως στον διάλογο και την επικοινωνία. Το σύμπαν του δεν είναι μια κλειστή και αδιαφανής σφαίρα: ξεκινάει από τον κόσμο για να καταλήξει και πάλι σ' αυτόν.

-Τι πιστεύετε πως μπορεί να κάνει η λογοτεχνία για την κρίση;

Ο συγγραφέας δεν είναι σε θέση να μιλήσει για την οικονομία ούτε να συντάξει πολιτικά μανιφέστα. Μπορεί, όμως, σίγουρα να βοηθήσει στο να ειπωθούν πράγματα που αποκρύπτει ο κυρίαρχος πολιτικός και κοινωνικός λόγος.