Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΙΡΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΙΡΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Ακυβέρνητες Πολιτείες

1. Η Λέσχη 1961
2. Η Αριάγνη 1962
3. Η νυχτερίδα 1965
Στρατής Τσίρκας

Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα καλύπτουν, κατά κύριο λόγο, τα γεγονότα της περιόδου 1942-1944, την πιο κρίσιμη, δηλαδή, περίοδο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ενώ, ταυτόχρονα, το έργο περιλαμβάνει σκηνές από την ιστορία της αποικιακής Αιγύπτου, τον 19ο αιώνα, καθώς επίσης και από την μετεμφυλιακή Ελλάδα του δεκαετίας του '50. Ο χρόνος και ο τόπος της αφήγησης εναλλάσσεται γύρω από τρεις πόλεις στις οποίες εξελίσσεται η μυθιστορηματική δράση. Στην Ιερουσαλήμ της Λέσχης, στο Κάιρο της Αριάγνης και στην Αλεξάνδρεια της Νυχτερίδας παρακολουθούμε τις μετακινήσεις των μυθιστορηματικών προσώπων, τα οποία παρασύρονται από τις "τύχες του πολέμου", την προσφυγική διασπορά και τον αντιφασιστικό αγώνα. Σταθμοί της αφήγησης, η επίθεση του Ρόμελ και η αναγκαστική προσφυγιά των πληθυσμών της Μέσης Ανατολής στην Ιερουσαλήμ, το καλοκαίρι του 1942 (Λέσχη), τα γεγονότα της διάλυσης της Β΄ Ταξιαρχίας των ενόπλων δυνάμεων τον Ιούλιο του 1943 (Αριάγνη), και το κίνημα του Απρίλη του 1944 (Νυχτερίδα). Ο συγγραφέας συντάσσει μια λογοτεχνική μαρτυρία με στόχο την αποκατάσταση της αντίστασης στη Μέση Ανατολή αλλά και την παράλληλη ανάδειξη των «κομμένων κεφαλών», των προσώπων και των μηχανισμών που συντέλεσαν στην περιθωριοποίηση και στο στιγματισμό των πρωταγωνιστών του Απρίλη του 1944. Ιστορία, έρωτας και πολιτική: ένα τρίγωνο, που ενώνει τα ανθρώπινα πάθη με τους κοινωνικούς αγώνες. Η περιπλάνηση των ηρώων στον καινούριο, κάθε φορά, χώρο των "ακυβέρνητων πολιτειών" φέρνει στο προσκήνιο την οπτική γωνία του ξένου, του πρόσφυγα, του εξόριστου, του κυνηγημένου. Ένας μικρόκοσμος, που αποτυπώνει όλη την παθολογία του πολέμου: το φόβο του θανάτου και την αγωνία της επιβίωσης, τις ψυχικές αντιστάσεις και το αγωνιστικό φρόνημα, τις ανθρώπινες αδυναμίες, τη συνάντηση και την αναμέτρηση με τον ?λλο. Κεντρικός ήρωας της τριλογίας, ο Μάνος Σιμωνίδης· ένας τριαντάρης αριστερός διανοούμενος που έρχεται μετά το αλβανικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή, και συνδέεται με τις παράνομες αντιφασιστικές οργανώσεις. Παντού «περαστικός και ξένος», θα ακολουθήσει τους δρόμους της καρδιάς και θα βαδίσει πάνω στα ίχνη της μνήμης. Εστιάζοντας το ιστορικό του βλέμμα στις ακυβέρνητες πολιτείες του 20ού αιώνα, ο Τσίρκας δεν μάς προσφέρει μόνο μια τοιχογραφία των ιστορικών περιπετειών που γνώρισε η μεταπολεμική Ελλάδα, αλλά μάς προσφέρει κι ένα σπουδαίο λογοτεχνικό διαβατήριο για να ταξιδέψουμε στο σήμερα. «Γεροσόλυμα, Κάιρο, Αλεξάνδρεια... Μεσ' στις μεγάλες πολιτείες της Ανατολής τριγυρνάμε, δίνουμε ραντεβού, ξαναχωρίζουμε, κι από πάνω μας το ίδιο φεγγάρι· μας κυνηγάει σα να μας μάχεται». Διάλογο με την Ιστορία χαρακτήρισε ο συγγραφέας το έργο του. Μέσα από τον σχολιασμό της νέας έκδοσης της τριλογίας, που φωτίζει τα ιστορικά δρώμενα, αναδεικνύεται επίσης και ο διάλογος του συγγραφέα με τη μεγάλη λογοτεχνική ευρωπαϊκή παράδοση και τον μοντερνισμό.

Μ' αυτό το ιστορικό υλικό δε γράφεται βέβαια το χρονικό της Αντίστασης αλλά ένα έργο φαντασίας. Η γλώσσα του, πειραματική, ρηξικέλευθη, πρόκειται κι αυτή να ξαφνιάσει. Σπάνια βρίσκουμε στις Ακυβέρνητες Πολιτείες την άμεση αφήγηση ενός γεγονότος, κι αυτό σε περιπτώσεις όπου η επική αναπαράσταση έρχεται να συμπυκνώσει πολλές ατομικές συμπεριφορές, να τις σχολιάσει αντιστικτικά ή να δημιουργήσει δραματική κορύφωση. Η επική αφήγηση δηλαδή γίνεται στοιχείο της αισθητικής οικονομίας. Το ιστορικό γεγονός φιλτράρεται μέσα από τις συνειδήσεις των ηρώων. Το παρακολουθούμε, πολυδιάστατο, στις διαφορετικές εκδοχές και τις προεκτάσεις του να εν-σωματώνεται σε πολλές ζωές. Οι απηχήσεις του στον ψυχισμό των ηρώων, οι αλλοιώσεις που φέρνει στις σχέσεις τους οργανώνουν και τη μυθιστορηματική πλοκή. Μια πλοκή που το άλλο νήμα της είναι ο έρωτας. Με καταλύτη τον πόλεμο, ο έρωτας βιώνεται σαν αίσθηση οξυμένη - ακαριαία και αιώνια. Ο συγγραφέας πλέκει έτσι τα δυο νήματα, ώστε, βάζοντας μεγάλα σύνολα σε κίνηση, να καταγράφει τους ελάχιστους ψυχικούς κραδασμούς.
Η λαίλαπα του φασισμού δημιουργεί μια κατάσταση κατακλυσμιαία. Διάσπαση των μετώπων, διάσπαση των συνειδήσεων, ένας κόσμος που καταρρέει, «ακυβέρνητος», σχετικοποίηση της αλήθειας. Διασταύρωση ανθρώπων με τις πιο διαφορετικές καταβολές και εμπειρίες, απόψεις, ηθικές αξίες. Και μέσα σ' όλα αυτά, η προβολή σ' ένα μέλλον, το όνειρο και το όραμα. Η γραφή αντιστοιχεί σ' αυτές τις ποικιλότροπες κοινωνικές και ψυχικές καταστάσεις. Ο ρεαλισμός εναλλάσσεται με τη φαντασίωση, το επικό στοιχείο με τον εσωτερικό μονόλογο της αυτοανάλυσης, ο νατουραλισμός με το λυρισμό. Αλλά προπάντων, τις διαφορετικές και αντιφατικές προσλήψεις της πραγματικότητας θα τις εκφράσουν οι τρεις φωνές, στο πρώτο πρόσωπο η φωνή του «κεντρικού» ήρωα-μάρτυρα, στο δεύτερο, τα «εις εαυτόν», η εσωτερική φωνή των ηρώων, στο τρίτο η φωνή του συγγραφέα αφηγητή. Η δομή του μυθιστορήματος, το τεμάχισμά του, ανταποκρίνεται στην ανάγκη μιας τέτοιας σύνθεσης. Τις ακυβέρνητες πολιτείες μάς τις γνωρίζουν πολλοί. Καθένας από τη δική του σκοπιά, με την υποκειμενική, μερική του σύλληψη συμβάλλει στο να κυκλωθεί το ίδιο γεγονός, προωθώντας παράλληλα τη μυθιστορηματική δράση. Οι φωνές εναλλάσσονται ρυθμικά στους τρεις τόμους του βιβλίου. Αλλά τα πρόσωπα που τις δανείζονται δεν είναι τα ίδια. Έτσι, ήρωες και εκδοχές πολλαπλασιάζονται. Άλλωστε το τριαδικό αυτό σχήμα σπάζει ουσιαστικά κι από άλλες καινοτομίες του συγγραφέα. Κάποτε το αφηγηματικό τρίτο πρόσωπο υιοθετεί την οπτική κάποιου ήρωα, αυτό γίνεται στην περίπτωση της Αριάγνης που, ενώ δε μιλάει ποτέ η ίδια, έχουμε την αίσθηση πως την ακούμε, ο τόνος είναι εμποτισμένος από τον ψυχισμό της, ακολουθεί τις χειρονομίες της, ζεσταίνεται με τη φωνή της. Άλλοτε πάλι το τρίτο πρόσωπο είναι το προσωπείο κάποιου ήρωα, όπως το αποκαλύπτουμε π.χ. στις «υπηρεσιακές» εκθέσεις του Ρούμπυ Ρίτσαρντς. Οι καινοτομίες είναι πιο εντυπωσιακές στα κεφάλαια όπου χρησιμοποιείται το δεύτερο πρόσωπο. Μονόλογοι που ζητούν να εκφράσουν κάποια εσωτερική σύγκρουση, είτε πρόκειται για τη σχιζοφρενική υστερία της φράου Άννας, είτε για τον Παράσχο, διχασμένο ανάμεσα στο «χλωρό παράδεισο» των παιδικών ονείρων και στην τρεχάμενη ζωή του - διαγράφουν τα «κινήματα της φαντασίας». Συνειρμικοί δαίδαλοι, σιωπές, ανολοκλήρωτες σκέψεις μέσα σ' ανολοκλήρωτες φράσεις, απότομες μεταπτώσεις αισθημάτων, άρα και τόνων, δίνουν την εσωτερική προοπτική με μια ποιητική άνεση γραφής. Ένα ένα αυτά τα στοιχεία μπορεί και να μην είναι πρωτότυπα, αν το αίτημα είναι η πρωτοτυπία. Το επίτευγμα εδώ είναι η σύνδεσή τους, το χώνεμά τους σε μια αριστοτεχνική και ρωμαλέα σύνθεση, με τελικό αποτέλεσμα ένα μυθιστόρημα ρεαλιστικό, οριακό, με συνεχείς απογειώσεις, και μια ποίηση που δένει την παράδοση του έπους και του λυρισμού. Όπως και να 'ναι, ένας καινούργιος λόγος μέσα στα νεοελληνικά γράμματα.
Χρύσα Προκοπάκη

Ο Τσίρκας για τον Τσίρκα

Ο Στρατής Τσίρκας (δεξιά) με τον Κώστα Βάρναλη (κέντρο) και τον κριτικό Μ. Μ. Παπαϊωάννου (αριστερά).


Από το εργαστήρι του συγγραφέα

Τι πιάνω να κάμω κι εγώ καλά καλά δεν ξέρω. Θα ήθελα, βέβαια, ένα μυθιστόρημα. Άσε όμως που καταλαβαίνω την τρομερή μου φτώχεια από την άποψη της τεχνικής, είναι και το ζήτημα του καιρού, η ανάγκη ν' απορροφηθώ από το θέμα για να μπορέσω να δώσω κάποια συνοχή, του καιρού που δε μου μένει, που δεν τολμώ να τον πάρω με το έτσι θέλω. Τότε τι πάω να κάμω;
Ίσως ένα συμβιβασμό. Μια μεγάλη νουβέλα, να πούμε; Κάτι όπως την Πανώλη στη Δέλγκα, που θα έπιανε την ίδια θέση σ' ένα τόμο με νέα διηγήματα, όση εκείνη στους Αλλόκοτους Ανθρώπους; Βέβαια, ελπίζω σε κάτι παραπάνω. Να, ένα ρομάντσο-νουβέλα, όπως του Φώκνερ (Ιερό) ή της Έλσας Τριολέ (Αλέξης Σλάβσκυ) ή ακόμη κι ένα από τα μεγάλα της διηγήματα (Ανρύ, δεν ξέρω τι, στο Μιλ Ρεγκρέ).
Η αλήθεια είναι πως δεν ξεκινώ από καμιά φιλοδοξία να γράψω «μυθιστόρημα». Πάντα το ελπίζω αυτό, αλλά τώρα, τουλάχιστο, το τοποθετούσα κάπως μακρύτερα («Όταν θα πάμε στην Ελλάδα»). Καταπιάνομαι, λοιπόν, με τούτο το πράμα, που ακόμα δεν μπορώ να πω τι θα βγει κι αν θα βγει, γιατί νιώθω να πνίγομαι από τους περιορισμούς που έβαλα στον εαυτό μου μ' εκείνα τα μικρά διηγήματα του αντιφασιστικού αγώνα στη Μέση Ανατολή. Κι αυτό όχι γιατί εξάντλησα τις δυνατότητες που προσφέρει αυτή η τεχνική, μα γιατί νομίζω πως και για τέτοια μικρά διηγήματα χρειάζεται τ' ωρίμασμα, τ' αποξεδιάλεγμα που κάνει το καλλιτεχνικό ένστιχτο, έτσι που ένα μικρό διήγημα να είναι μικρό όχι γιατί το θέλησε ο συγγραφέας του, αλλά γιατί δεν μπορούσε να είναι μεγάλο. Μετά που έγραψα τέσσερα μικρά - Ρύζι και άμμος, Ούτε τόσο λίγο (αργότερα έγινε Συσκοτισμός), Το παράπονο του Δαβλέλλα (έγινε αργότερα Γαβρέλα) και Ο μπεχλιβάνης με το γαϊδούρι κλπ. - ένιωσα να με κυριεύει μια πλήξη, μάλλον αηδία, με τα δυο τούτα απριόρι: Συντομία και απεικόνιση οπωσδήποτε του αντιφασιστικού αγώνα. Λέω πως δεν είναι αυτό τέχνη. Τέχνη είναι να δείξεις ζωή, ζωντανούς ανθρώπους. Κι αφού θα τους πάρεις από το σημερινό περιβάλλον, κι αφού θα το έχεις αποφασίσει να τους βάλεις να κινούνται σ' ορισμένο πολιτικό διάστημα χρόνου, μοιραία στην περιγραφή των περιπετειών τους θα ζωγραφίσεις, θα δώσεις και τον αντιφασιστικό αγώνα.




8 Αυγ. 1945, Ημερολόγια, σσ. 11-12.
Αυτά έγραφα την τελευταία φορά. Αν μ' άκουε κανείς θα νόμιζε πως να, τώρα αμέσως θα καθίσω και θα γράψω το μυθιστόρημα. Τώρα ξεθύμανα. Τι νάταν που μου άλλαξε τη διάθεση; Πρώτα πρώτα η κούραση. Εκείνη τη μέρα ξαφνικά κουράστηκα. Νύσταζα. Δεν είχα κέφια. Τις επόμενες μέρες όλο και πιο πολύ απομακρυνόμουν από την ατμόσφαιρα των βιβλίων που με είχαν κάμει να πιστέψω πως θα έγραφα ένα παρόμοιο μυθιστόρημα. Τέλος, η πολιτική με ξανάφερε πιο κοντά στην πραγματικότητα πάλι (μα είναι η πραγματικότητα;).

19 Αυγ. 1945, Ημερολόγια, σ. 15.
Πέρασε πολύς καιρός που δεν έγραψα σε τούτο το τετράδιο, αν και ήρθα εδώ πέρα [ένα μοναχικό σπιτάκι κοντά στη θάλασσα] καμιά δυο φορές. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που έδιωξε από μέσα μου την όρεξη για γράψιμο. Σκέφτομαι πως θάπρεπε να ριχτώ λιγάκι στα σοβαρά στη δουλειά, να γράψω τέσσερα πέντε διηγήματα και να βγάλω ένα τόμο πριν από το τέλος του χρόνου.
Εκείνο που κάθε φορά με αποθαρρύνει είναι η διαπίστωση που κάνω διαβάζοντας τα καλά διηγήματα τα καλά διηγήματα από την Ελλάδα - της Αλεξίου, της Αξιώτη, του Καστανάκη, τη σειρά από εντυπώσεις του Ρώτα κλπ. Πόσο ξώπετσα, πόσο φτιαχτά είναι αυτά που γράφω, ενώ εκείνα έχουν τόσο πηγαία τη φλόγα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Δεν μπορεί να νοηθεί τέχνη δική μας αυτόν τον καιρό αν δε δίνει τον αγώνα του λαού, και να τον δίνει βιωμένα. Κάποτε, όπως στο Γαβρέλα, στο Ρύζι και άμμος, το καταφέρνω. Στα άλλα - Ο μπεχλιβάνης ή στο Η πράσινη αχτίδα το ηλιόγερμα, που θέλω να γράψω - νιώθω πως δεν τα πιάνω από μέσα, πως είναι επιφανειακή λογοτεχνία.
Τι θα γίνω;
Αυτόν τον καιρό διάβασα και το βιβλίο του Γιώργου Φιλίππου Βαμβακάδες, με πολλές χάρες, με πολλές ικανότητες. Και του Ιορδάνου Το Βιβλίο του Πολέμου? πολύ μέτριο.
Να τ' ομολογήσω; Όταν διαβάζω έργα γνωστών μου που αποδείχνεται πως είναι κατώτερα απ' ό,τι τα περίμενα, παίρνω κουράγιο. Λέω: Εγώ τουλάχιστο αυτού δε θα έκανα λάθος ή θα τόγραφα καλύτερα. Όταν όμως κάνω τη σύγκριση με το συναισθηματικό και τεχνικό πλούτο άλλων ελλήνων δόκιμων συγγραφέων, τότε χάνω το κουράγιο μου, όχι ολωσδιόλου βέβαια, γιατί ταυτόχρονα νιώθω και το γαργάλεμα: Αχ, να κάμω κάτι καλό, να μπει πλάι σε τούτο το όμορφο πράμα.
Σκέφτομαι πως αν δεν είχα αυτή τη χρονιά τεμπελιά, να περιμένω την «έμπνευση» και την «ανάγκη» να γράψω, και κρατούσα σημειώσεις για όλες τις σκηνές, τις εικόνες, τις στροφές, τις φράσεις που μου περνούν απ' το μυαλό κάθε μέρα, αν κρατούσα ένα καρνεδάκι και σημείωνα - όπως κάνουν, όπως πρέπει να κάνουν, οι ευσυνείδητοι συγγραφείς - τότε σιγά σιγά θα μαζευόταν το υλικό. Δε θα έμενε παρά να βρεθεί η «καλή μέρα», κάποια διακοπή? και τότε θα σκάρωνα όμορφα πράματα. Δεν υπόσχομαι στον εαυτό μου να κρατήσω καρνεδάκι, γιατί κι άλλη φορά το υποσχέθηκα και δεν το έκαμα.
Πόσα όμορφα πράματα χάθηκαν έτσι. Άραγε χάθηκαν όμως; Ίσαμε να πεθάνω, δε θα ελπίζω πως μια μέρα θα τα γράψω, πως όσα ξεχνώ είναι γιατί δεν άξιζαν τον κόπο να γραφτούν, πως το καλό πράμα μένει μέσα μου και περιμένει κάποτε την κατάλληλη στιγμή για να βγει; Το ίδιο ή μετασχηματισμένο, ζυμωμένο, εξιδανικευμένο;

19 Σεπτ. 1945, Ημερολόγια, σσ. 18-20.
Προχωρώ αργά. Έγραψα ίσαμε αυτή τη στιγμή μόνο 40 σελίδες - σαν τούτο το χαρτί. Απ' αυτές οι μισές θα φύγουν. Όλο, το βλέπω να πιάνει 200 σελίδες. Όμως όταν τελειώσω το πρώτο χέρι, όπου προχωρώ τώρα με τη διστακτικότητα του ανιχνευτή, θα πρέπει όλο να το ξαναχύσω. Να του δώσω μια φόρμα αδερφέ, δεν μπορεί να είναι σαν άρθρο εφημερίδας! Μ' έπιασε λοιπόν πανικός. Πότε θα τελειώσω; Εσύ δεν μπορείς από κει να φανταστείς τις ελλείψεις μου. Δεν είμαι ταχυγράφος. Δεν έκανα πανεπιστημιακές σπουδές για να έχω μια μέθοδο. Δεν ασχολήθηκα σοβαρά, συστηματικά με τη φιλοσοφία και την αισθητική. Δεν έχω την ευχέρεια, τον αυτοματισμό της γλώσσας που έχετε σεις που ζείτε στην Ελλάδα. Ένα πράμα μπορεί να το βλέπω κατακάθαρα μέσα στο μυαλό μου. Όμως σε ποια γλώσσα το σκέφτομαι; Λίγο ελληνικά, λίγο γαλλικά, λίγο αγγλικά, λίγο αράπικα! Άντε τώρα να το διατυπώσεις ελληνικά! Με καταλαβαίνεις; Χάνω τεράστιο καιρό εκεί που εσείς τα γράφετε νεράκι. Και πάντα, πάντα έχω την αίσθηση πως σας μιλώ μια γλώσσα με ξενική προσφορά. Αυτό είναι το μεγάλο μου εμπόδιο κι ο καημός μου.



Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου για την εργασία του πάνω στον Καβάφη, 29 Αυγ. 1955.
Για το καινούργιο που ζητάς από μένα. Μεγάλο πρόβλημα. Ποιος μου λέει πως έχω τα κότσια να δώσω καινούργιο; Κάτι διαισθανόμουν κάποτε μέσα μου, κυρίως όταν έγραφα διηγήματα όπως «Για 'να ζευγάρι ρόδα»... Μα το καινούργιο θέλει πολλή αυτοσυγκέντρωση, θέλει καβαφισμό, σκάψιμο προς τα μέσα, κλείσιμο στον έξω κόσμο που διαρκώς επεμβαίνει και αποσπά την προσοχή σου. Θέλει να τα χτυπήσω κάτω όλα και ν' απομονωθώ με την τέχνη. Μπορώ; Μπορούμε σήμερα πια;

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 5 Ιαν. 1956.
Η κριτική του Ραυτόπουλου για το Νουρεντίν με γέμισε από χαρά και θάρρος. Ήταν μια δυνατή ένεση που τόνωσε το ηθικό μου ακριβώς την ώρα που χρειαζόταν. Πολύ συγκινήθηκα γιατί κατάλαβε και διατύπωσε τόσο πετυχημένα τις σχέσεις του ήρωά μου με την δική μου πνευματική εξέλιξη και την εξέλιξη της ίδιας της Αιγύπτου.
Ένα πράμα για το οποίο πάντα είχα αμφιβολίες και που με βασάνιζε, ήταν αν έχω προσωπικό ύφος. Ο Ραυτόπουλος είναι κατηγορηματικός. Αλλά και μόνο αν έχει δίκιο 50% αυτό με φτάνει, μου δίνει φτερά. Γιατί από δω και πέρα δεν θάχω να βασανίζομαι, θ' αφήνομαι στον εαυτό μου και θα σκέφτομαι τα άλλα, τα πιο σοβαρά και βαθιά.

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 13 Ιουλ. 1957.
Πάει ακριβώς ένας χρόνος που έγραψα τη λέξη «τέλος» κάτω από την τελευταία σελίδα του Καβάφη. Από τότε καμιά δημιουργική εργασία. Θέλω να ριχτώ με τα μούτρα σε μια ιστορία, να μ' απορροφήσει βαθιά για να μην τρώγομαι... Τους τελευταίους μήνες έκαμα δυο τρία σχέδια για ένα μυθιστόρημα. Πότε τα παιδικά μου χρόνια στο δρόμο με το τζαμί [Α], πότε το Ράμλι [Ν]. Τώρα κατασταλάζω στην πανσιόν της Φέλντμαν [Λ]. Για να δούμε. Πάντως τούτη τη στιγμή αισθάνομαι φοβερά άδειος κι ανίκανος.

27 Απρ. 1959, Ημερολόγια, σ. 34-35.
Δεν είμαι ευχαριστημένος, πηγαίνω αργά, και προπαντός δεν ξέρω τι θα γίνουν τα πρόσωπά μου. Δεν έχω δηλαδή υπόθεση. Έχω, αλλά δεν αποφασίζω για τον κεντρικό μου ήρωα, τι θα τον κάμω, χωμένο μέσα στην πολιτική ή θα τ' αφήσω να μαντεύεται δίχως ποτέ να το αναφέρω;
Πάντως, ούτε λόγος, τούτο εδώ δεν τελειώνει μια κι όξω - όπως τον Νουρεντίν Μπόμπα [που γράφτηκε μέσα σε δέκα μέρες: δέκα καθισιές, δέκα κεφάλαια]. Μάλιστα πρέπει να προσέχω - με παρασύρει μια φιλολογίτιδα (π.χ. Χαίλντερλιν ή Άσμα Ασμάτων). Χρειάζεται πολύ τακτ, πραγματική μαεστρία μυθιστοριογράφου. Δεν είμαι καθόλου ικανοποιημένος.

21 Μαΐου 1959, Ημερολόγια, σ. 37-38.
Διαβάζω του κερατά του Laurence Durrell την τετραλογία που λέγεται Alexandrian Quartet (Justine, Balthazar, Mountolive, Clea) μυθιστορήματα αλεξανδρινά - γρήγορα θ' ακούσεις πως του δώσανε το Νόμπελ. Και σκάω από λύσσα. Γιατί αυτά ήταν τα θέματά μου. Είναι της παρακμής ο άθλιος αλλά έχει πολύ ταλέντο. Το λοιπόν τι κάθομαι και τρώγομαι με το Μαλάνο όταν ακόμα κι ένας Αυγέρης δεν καταλαβαίνει τι λέω; Θα γυρίσω στη δουλειά μου: Διήγημα, μυθιστόρημα.

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 22 Μαρτ. 1960.
Αυτό που λες: «Πρέπει να κινείσαι πια, χωρίς να σ' απασχολεί η τεχνική» είναι πολύ σωστό. Όταν τελείωσα τη «Λέσχη» ξαφνικά μια μέρα πήρα και ξαναδιάβασα τον «Νουρεντίν». Διαπίστωση: Μ' άρεσε πιο πολύ για τους εξής λόγους: Αν και «κακογραμμένος» είχε δικό του χου, δική του (δηλαδή δική μου) φωνή. Στη «Λέσχη» άκουα τώρα τη φωνή του James Joyce («Ulysses») - και ξαναδιαβάζοντάς τον βρήκα πως ναι, όχι μόνο ήταν η φωνή του σ' όλα τα κομμάτια της Άννας, αλλά μια φωνή αδυνατισμένη, ευνουχισμένη, στερημένη από χυμούς, μια χλωρή μίμηση. Αυτή τη διαπίστωση τη σημείωσα και γράφοντας τώρα το καινούριο προσέχω να είμαι εγώ αλλά όχι αχτένιστος, όπως δυστυχώς είμαι στο «Νουρεντίν».
Ότι πρέπει κάποτε κανείς να σταματήσει να διαβάζει συμφωνώ: Όταν βρει τη φωνή του. Ο Καβάφης, ο Βουτυράς, έπαψαν από νωρίς να διαβάζουν. Μα είχαν βρει τη φωνή τους. Εσύ λες πως η φωνή μου είναι στο Νουρεντίν. Ας περιμένουμε να τελειώσω αυτό που γράφω και το ξανασυζητάμε. Ίσως να έχεις δίκιο. Ξέρεις τι ονειρεύομαι; Ένα ύφος γοργό, νευρώδικο (όπως τα καλά μέρη του Νουρεντίν, ας πούμε) αλλά φοδραρισμένο με μια λανθάνουσα πνευματικότητα -όχι συμβολισμό για τ' όνομα του Θεού!- που να υψώνει το κείμενό μου από την περιοχή του ρεαλιστικού ρεπορτάζ αλλά και να μην το πηγαίνει στο «καλλιτεχνικό» γράψιμο (Χρηστομάνος, Νικολαΐδης, Μυριβήλης) ούτε στο συμβολιστικό (Κοσμάς Πολίτης ή Βενέζης). Εξηγήθηκα;

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 3 Νοεμ. 1960.
Τώρα περιμένω τις αντιδράσεις. Αυτές τις μέρες διαβάζω τ' απομνημονεύματα της Simone de Beauvoir που καλύπτουν τα χρόνια 1930-1950 και τους προβληματισμούς της σα μυθιστοριογράφος. Όσο τη διαβάζω τόσο καταλαβαίνω πως βρίσκομαι (ευρωπαϊκά) στο σωστό δρόμο. Ελληνικά, βέβαια, είμαι μάλλον στο περιθώριο - δύσκολα θα μπορούσε ένας κριτικός να συνδέσει την εργασία μου με την παράδοση. Μα φταίω εγώ; Αφού εδώ γεννήθηκα; Αφού τρέμω να γράψω για πράγματα που δεν τα έζησα ο ίδιος;

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 26 Δεκ. 1960.
Το μυθιστόρημα -Η Λέσχη- γράφτηκε, τυπώθηκε, κυκλοφόρησε, από τις 22 Δεκεμβρίου 1960. Και τώρα κάθομαι σαν τον κούκο -ο ανόητος!- και περιμένω γράμματα και κριτικές!
Απελπίστηκα να περιμένω. Ο Μ. από τις 20 Δεκέμβρη δε μου ξανάγραψε. Ένα σωρό γράμματα που περίμενα από διάφορους που τους έστειλα τη Λέσχη δεν ήρθαν -εκτός από του Β. και του Λ. και κάτι κάρτες (Π.Δ.Μ.Κ.Π.). Κάτι συμβαίνει. Ή μήπως εγώ νόμισα πως θα τους αρέσει κι έπεσα έξω;
Απόψε ξανάπιασα το δεύτερο μυθιστόρημα. Είχα προχωρήσει ώς το δεύτερο κεφάλαιο και κώλωσα. Γιατί; Γιατί περίμενα τις κριτικές του πρώτου, ή γιατί ακόμα δε βρήκα την υπόθεση; Πάντως μ' ένα μικρό διόρθωμα (προσθήκη) που έκαμα στο πρώτο κεφάλαιο νομίζω πως τώρα μπορώ πάλι να ξεκινήσω γρήγορα για το δεύτερο.

10 Φεβρ. 1961, Ημερολόγια, σ. 47.
Νομίζω, Τάσο, πως δεν φτάνει να μην σου αμφισβητούν οι άλλοι τον τίτλο του συγγραφέα. Πρέπει κι ο ίδιος να πιστεύεις πως είσαι για να μπορείς να λες εκείνο το καβαφικό για το πρώτο σκαλί. Εγώ, όταν κοιτάζω πίσω μου, λέγω πως ακόμα δεν είμαι, πως θα μπορούσα να είμαι αν δούλευα σκληρά. Και είχα όλη την όρεξη να δουλέψω, βάζοντας στόχο ένα βιβλίο το χρόνο. Να γιατί με απέλπισαν τα καμώματα περί «Λέσχης». Ήρθαν να μου κόψουν τις φτερούγες πάνω στο πέταμά μου. Οι παρεξηγήσεις, οι βρισιές, η λάσπη, όλα ξεχνιούνται και συγχωρούνται. Μα να φας μια σφαίρα στο φτερό την ώρα που ανεβαίνεις αυτό δεν είναι πια ζήτημα συγχώρεσης ή λησμοσύνης. Η σφαίρα υπάρχει και το πέταμά σου απέτυχε. Χρειάζεται τώρα τεράστια θέληση για να δοκιμάσεις ξανά. Γράφω, γράφω, το δεύτερο τόμο. Χτες βράδυ άρχισα το πέμπτο κεφάλαιο. Να δούμε τι θα βγει.

Επιστολή στον Τάσο Βουρνά, 15 Δεκ. 1961.
Σαν αντίδραση στη «δογματιστική» λογοτεχνία που πολύ μας ζημίωσε, θέλησα να εξαφανίσω από το μυθιστόρημα την προσωπική άποψη του συγγραφέα, να δώσω καταστάσεις, αντικειμενικά, και ν' αναγκάσω τον αναγνώστη να σκεφτεί πάνω τους. Βέβαια, κατά βάθος, αυτό είναι ένας ψευτοαντικειμενισμός, η ιδεολογία του συγγραφέα υπάρχει και το εκφράζει με χίλιους τρόπους: με τα νέα θέματα που εισάγει, με τις πλευρές που φωτίζει, με την κλίμακα αξιών που υποδηλώνει όταν αντιπαραθέτει τους δύο κόσμους και γενικά με την εποπτεία, τη φιλοσοφική ματιά που κυβερνάει ολόκληρο τον κόσμο του βιβλίου.

Επιστολή στη Φούλα Χατζιδάκη, 12 Δεκ. 1962.
Ήταν, θυμάμαι, ύστερα από το πρώτο μου μπάνιο, Απρίλη του 1964, στη θάλασσα του Αγίου Κοσμά. Πλάγιασα στην άμμο, ο ήλιος ζέσταινε δίχως να καίει. Ήρθαν οι αναμνήσεις από αγαπημένα πρόσωπα, οι μεταμέλειες, οι πίκρες, οι δυσκολίες της εγκατάστασής μας, το άγχος από τα προβλήματα με το μυθιστόρημα και με κουκούλωσαν. Γύρισα μπρούμυτα κι έκανα ένα γερό κλάμα. Αυτό ήταν? σηκώθηκα πήγα σπίτι και στρώθηκα στη δουλειά.

Ημερολόγια, σ. 67.
Η πρόβλεψή σου για χτύπημα ένεκα το Ανθρωπάκι έρχεται καθυστερημένη. Ήδη για τη Λέσχη σηκώσανε οι φίλοι μου έναν ωκεανό λάσπης και συκοφαντίας και με σκέπασαν. Στην πιο κρίσιμη (επαγγελματικά) περίοδο της ζωής μου κι ακριβώς πάνω στο θάνατο της μάνας μου. Το Δεκέμβρη του 1961 νόμισα πως είμουν τελειωμένος, λογάριαζα να σκοτωθώ, ο Κωστής με κράτησε στη ζωή. Έσφιξα τα δόντια, ακόμα τα σφίγγω στον ύπνο μου, τόσο που πολλά ράγισαν. Το γράψιμο με παρηγόρησε. Και ξαναστάθηκα στα πόδια μου.

Επιστολή στον Πέτρο Φρυδά, 17 Φεβρ. 1963.
Να ξαναγράψω τις τρεις σελίδες σε μορφή διαλόγου, όπου ο Γαρέλας έχει τον επιθετικό (ρόλο) ή μάλλον την πρωτοβουλία.
Η αλλαγή του -συνέπεια της διαφοροποίησης στο στράτευμα κλπ. να μη βγαίνει για τον αναγνώστη μέσα από τη σκέψη του Μάνου- αλλά να βγαίνει σα συμπέρασμα για τον αναγνώστη μέσα από τα λόγια του Γαρέλα.
Να κάμω ένα διάλογο κάπως βίαιο, όπου ο Γαρέλας να διατηρείται στο επίπεδο που τον γνώρισε ώς τώρα ο αναγνώστης κι όχι εκεί που τον κατέβασα (στις 3 σελίδες) για ευκολία μου.
Δες αν μπορείς να βάλεις το Γαρέλα να κάνει κάτι μέσα στο δωμάτιο. Να ψήνει λ.χ. καφέ ή να ράβει τα κουμπιά του ή να διορθώνει το πρίμους.

7 Ιουλ. 1965, Ημερολόγια, σ. 80.
Τέταρτος τόμος; Γιατί όχι; Μια φούγκα: Εξομολόγηση του Μπρουξ, Εξομολόγηση του Ανθρωπάκι: Όλα, τα πιο χυδαία πάθη προβάλλονται σ' ένα σκηνικό (βασικά αγαθό) μιας ανθρωπότητας που συνεχίζει την πορεία της.

17 Απρ. 1965, Ημερολόγια, σ. 81-82.
Πολύ αργότερα, ξαναδιαβάζοντας τον Προυστ, κατάλαβα γιατί με γέμισε ένα δυνατό αίσθημα ανακούφισης όταν πραγματοποίησα, μέσα στο μυθιστόρημα, το σμίξιμο των τριών παραποτάμων. Ο μέσα μου άνθρωπος, ο νοσταλγός του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων κι ο έξω άνθρωπος, ο λογιστής των δραματικών γεγονότων στη Μέση Ανατολή, είχαν συγχωνευτεί, άρα συμφιλιωθεί, μέσα σ' ένα έργο Τέχνης, που παρέμενε, ό,τι κι αν έλεγα, η ακοίμητη έγνοια μου.

Ημερολόγια, σ. 67-68.
Δεν εμίλησα ποτέ. Σώπασα για την πολεμική που μου έγινε. Άφησα τους άλλους να... Γιατί; Διότι ήτανε πολύ γλιστερό το έδαφος. Είδαμε ανθρώπους που διαφώνησαν με το κόμμα τους, και τελικά κατάντησαν στην αντίδραση. Ήξερα ότι ήτανε πάνω απ' τις δυνάμεις μου για να μπορέσω να βρω δίκιο. Τ' άφησα λοιπόν. Έχοντας εμπιστοσύνη ότι μια μέρα δεν μπορεί παρά αυτά τα πράγματα να βρούνε τη σωστή τους εξήγηση. Όμως, πρέπει να πω ότι αυτή η εχθρική στάση απέναντί μου, μου έκοψε τα φτερά. Δηλαδή χρειάστηκε να περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να μπορέσω να αποχτήσω τέτοια αυτοπεποίθηση ώστε να δοκιμάσω άλλο μυθιστόρημα, που είναι Η Χαμένη Άνοιξη. Πολύ μου εκόστισε. Όχι γιατί περίμενα τα «εύγε», δεν είναι γι' αυτό, αλλά να βλέπεις ανθρώπους που αγωνίστηκες μαζί τους και σε κοιτάζουνε σαν ύποπτο... Φοβερό! Πάντως, πρώτη φορά μιλάω τώρα.

Από τη συζήτηση μετά την ομιλία του στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Υμηττού, 13 Μαρτίου 1979 («Στρατής Τσίρκας: Στο εργαστήρι του μυθιστοριογράφου», επιμ. Χρύσα Προκοπάκη, Διαβάζω, τχ. 171/1987, σ. 33.

Πηγές:
- Ε.Λ.Ι.Α.
- Στρατής Τσίρκας, Τα ημερολόγια της τριλογίας «Ακυβέρνητες Πολιτείες», Κέδρος, Αθήνα 1973.
- Μίλτος Πεχλιβάνος, Από τη Λέσχη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Η στίξη της ανάγνωσης, Πόλις, Αθήνα 2008.


Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

«Ο Απατηλός Γέρος» - Στρατής Τσίρκας


Ο Στρατής Τσίρκας (δεξιά) με τον Κώστα Βάρναλη (κέντρο) και τον κριτικό Μ. Μ. Παπαϊωάννου (αριστερά).

ΑΠΟ ΤΑ 1911 ΩΣ ΤΑ 1933
«Θα ήταν, φαντάζουμαι, σε στιγμές μεγάλης ποιητικής ευαισθησίας και συγκινημένου θαυμασμού, όταν ο κ. Γ. Σεφέρης όρισε το αλεξαντρινό στοιχείο στον Καβάφη παρομοιάζοντάς τον με τον απατηλό γέρο της αλεξαντρινής θάλασσας, τον Πρωτέα, που ολοένα ξέφευγε αλλάζοντας μορφές. «Γι' αυτό», πρόσθετε αμέσως, «πρέπει να φυλαγόμαστε, με πολλή περίσκεψη, όχι μόνο από τη δική μας ροπή να παρασυρθούμε στα πράγματα που μας αρέσουν, αλλά και από το να παίρνουμε πάντα τοις μετρητοίς την επιφανειακή σημασία των λόγων ή των διαλεκτικών τεχνασμάτων του Καβάφη» (1). Θα σκανδαλιστούν ίσως μερικοί αν βεβαιώσω πως σ' όλη την έκταση της εργασίας αυτής προσπάθησα να συμμορφώνουμαι τόσο με τη δεύτερη -αυτό δα φαίνεται και χωρίς να το πω- όσο προπαντός με την πρώτη σύσταση του στοχαστικού ποιητή της «Κίχλης». Αλλού όμως ήθελα να καταλήξω. Πόσο βαθειά θα κολακευόταν ο Καβάφης αν άκουγε να τον παρομοιάζουν με τον Πρωτέα... Αυτό είχε φτάσει να αισθάνεται για τον εαυτό του προς το τέλος της ζωής του. Όταν στα 1930 μου έλεγε -κι εδώ νομίζω πως μπορώ να επικαλεστώ μια προσωπική μου μαρτυρία, αφού υπάρχει καταγραμμένη χρόνια τώρα από τον κ. Μαλάνο (2): «Είμαι κι εγώ Ελληνικός», μέσα στη σκέψη του δουλεύονταν οι στίχοι που θα γράψει τον επόμενο χρόνο:
Κι απ' την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
...........................................
........................... βγήκαμ' εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.
Εμείς· οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ' οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,
κ' οι εν Μηδία, κ' οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.

   «Στα 200 π.Χ.» (1931)
Ο Καβάφης και πριν και μετά τα 1910 εκφράζει την εποχή του, κοιταγμένη μέσα από το πρίσμα ενός τομέα της: του παροικιακού ελληνισμού. Το σύμπλεγμα Πρωτέας-ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών, το μυστικό δηλαδή της επιβίωσης του ελληνισμού της διασποράς, το έκαμε πυρήνα της βιοθεωρίας του, όταν μετάθεσε τις ελπίδες της προέκτασής του μέσα στο χρόνο από το ηθικοκοινωνικό στάδιο στο ποιητικό. Αυτό εξηγεί και το μεγάλο του πόθο να ξαπλωθεί η «Ελληνική Λαλιά» «ως μέσα στην Βακτριανή». Θα εξασφαλιζόταν μ' αυτό τον τρόπο το πλήθος των αναγνωστών που δεν έπαψε να ονειρεύεται για το έργο του (3). Η βιοθεωρία όμως τούτη δεν είναι μόνο δική του. Την υιοθέτησε με τον καιρό από την «περιρρέουσαν ατμοσφαίραν». Να ένα δείγμα:
« ... τον νεώτερον Έλληνα του εσωτερικού της Αιγύπτου και ιδία της Σαρκίας, τον αυταπάρνητον και φιλόδοξον συνάμα, τον ριψοκίνδυνον και πρακτικώτατον, τον συντηρητικόν και προοδευτικώτατον, τον προς πάσαν περίστασιν προσανατολιζόμενον, τον πολυσύνθετον και εύκαμπτον, τον κατωρθούντα να αφομοιωθή μετά του φελλάχου ούτως ώστε να είναι «αδελφωμένοι στο κρασί και σύντροφοι στο βόλι». Πας τις θα έλεγε ότι ανεβίωσεν ο θαλάσσιος εκείνος θεός Πρωτεύς ο παρά την Αίγυπτον διατρίβων και δυνάμενος να μεταβάλληται εις ό,τι ήθελε, και αγιάζων πάντα τα μέσα επ' αγαθώ του σκοπού.» (4)
Η ηρωική αδιαλλαξία, το περήφανο Όχι στο συμβιβασμό και στον καιροσκοπισμό, που εξαίρονται με το «Θερμοπύλες», οδηγούσαν σε αδιέξοδο. Η ζωή, η πραγματική ζωή, συνέχιζε τη ροή της, σέρνοντας λάσπες και διαμάντια, σμίγοντας το καινούριο με το παλιό, παντρεύοντας το ναι με το όχι, ανοίγοντας νέους ορίζοντες, γεννώντας νέες ελπίδες, νέους πόθους αλλά και νέες αγωνίες, νέα πάθη. Στο «Θερμοπύλες» ο φυλετισμός εκφραζόταν μ' ένα ηθικό κανόνα στωικό κι απελπισμένο, δηλαδή αριστοκρατικό. Έτσι καθρεφτιζόταν η πραγματικότητα μέσα στη συνείδηση ενός πρωτοκλασάτου που τον πολιορκούσε η παρακμή. Στο «200 π.Χ.» ο κανόνας του φυλετισμού του έχει αλλάξει. Συνοψίζεται στις λέξεις «των στοχαστικών προσαρμογών». Είναι το καθρέφτισμα της νέας πραγματικότητας στη συνείδηση του «ιστορικού», όπως την παρουσιάζουν τα πορίσματα μιας πείρας αποχτημένης στο σούρουπο του βίου του. Πιστεύει μάλιστα πως η νέα οπτική του ίσως είναι ανώτερη από την παλιά. Ο θαυμαστής, τώρα, του Ανατόλ Φρανς, ο σκεπτικιστής και σκωπτικός, σ' αυτό ίσα-ίσα, το «Στα 200 π.Χ.» θα θυμηθεί τις αγωνίες του παλιού Καβάφη, τους τριακόσιους του Λεωνίδα, τις Θερμοπύλες:

.......... Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας.........
Μα...
Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!
Μετά την επανάσταση του Γουδιού και κάτω από την αιγίδα των συμφερόντων του χρηματιστικού κεφαλαίου της Αγγλίας, οι σχέσεις του παροικιακού αστισμού με την αστική τάξη της Ελλάδας, που ανέβαινε ακράτητη, γίνονται πολύ στενές. Οι ανταλλαγές δεν περιορίζονται στον οικονομικό τομέα, αγκαλιάζουν τον πνευματικό, τον πολιτικό. Στα 1911 ο Εμ. Μπενάκης, που είχε γίνει πρόεδρος της Κοινότητας μετά το θάνατο του Κ. Μ. Σαλβάγου, εκλέγεται βουλευτής κι ο Βενιζέλος τον κάνει υπουργό της Γεωργίας και του Εμπορίου. Παραιτείται από την Κοινότητα και φεύγει για να εγκατασταθεί οριστικά στην Αθήνα· θα γίνει για έναν καιρό και δήμαρχός της. Στο διάστημα της προεδρείας του, οι κληρονόμοι του Σαλβάγου με δαπάνη τους ιδρύσανε την Επαγγελματική Σχολή εις μνήμη του πατέρα τους... Σε λίγα χρόνια όμως θα μετατραπεί σε Εμπορική, γιατί το αγγλικό κεφάλαιο χρειάζεται γραμματικούς κι αποθηκάριους για το βαμπάκι, όχι τεχνίτες μιας βιομηχανίας που δεν μπαίνει στα σχέδιά του να την αναπτύξει. Ο ίδιος ο Μπενάκης μ' έξοδά του ιδρύει για την Κοινότητα Ορφανοτροφείο και Οικονομικό Συσσίτιο. Κι άλλοι ευεργέτες, όπως ο Γ. Ζερβουδάκης λίγο πριν από την καταστροφή του, συμπληρώνουν τα έργα ευποιϊας των παλιών ιδρυτών. Η θέση όμως του ελληνικού στοιχείου, σε σχέση με τις άλλες παροικίες, σε οικονομική δύναμη και πολιτικοκοινωνική άιγλη, σε πνευματικές και πολιτιστικές πραγματοποιήσεις, δεν είναι πια η πρώτη μήτε καν η δεύτερη για η τρίτη. Μόνο αριθμητικά εξακολουθεί να υπερτερεί, γιατί δεν έπαψαν να καταφτάνουν κάθε χρόνο μετανάστες από την υπόδουλη κι από την ελεύθερη Ελλάδα:
«Οπωσδήποτε αληθές είναι ότι παρά τα θύματα των αποτυχιών και τους ναυαγούς, ο ελληνικός πληθυσμός της Αιγύπτου σχεδόν εδιπλασιάσθη κατά την περίοδον την από της αγγλικής κατοχής αρχομένην. [...] Εις την ταχείαν ταύτην πρόοδον του Ελληνισμού εν Αιγύπτω αναμφισβητήτως συνετέλεσεν η αγγλική κατοχή τα μέγιστα. Αι πρώται παρανοήσεις εξέλιπον τάχιστα και η θαυμασία ελαστικότης του ελληνικού χαρακτήρος προσηρμόσθη προς την νέαν κατάστασιν των πραγμάτων μετά γοργότητος οίαν συνηθίζει να καταβάλλη η ημετέρα φυλή εν τοις αφορώσιν ιδία εις τον κατ' άτομον βίον αυτής. Οι μετά καχυποψίας προσβλεπόμενοι το κατ' αρχάς Έλληνες εκέρδισαν πλήρη νυν την εμπιστοσύνην των Άγγλων, δεν υπάρχει δε εν Αιγύπτω νομοταγέστερον στοιχείον των Ελλήνων μεταξύ των αξιολογωτέρων αλλοεθνών ομάδων αποίκων. »

Όπως θα πρόσεξε ο αναγνώστης, η ίδια έννοια της λέξης «προσαρμογή» βρίσκεται μέσα σ' αυτή την περικοπή, που είναι ένα απολογητικό κήρυγμα της Κατοχής. Είναι το «νέον πνεύμα». Δυστυχώς ο Φ.Φ. Όδδης το αναδημοσιεύει στο «Διάκοσμό» του (σελ. 124 κ.ε.) με τον τίτλο: «Η Αίγυπτος και ο Σύγχρονος Ελληνισμός», δίχως να δίνει πηγή. Συνήθιζε κάτι τέτοιες λεηλασίες ο περίεργος εκείνος ιταλο-έλληνας «λόγιος».
Στη σκέψη του Καβάφη ωστόσο «προσαρμογή» είναι ομόλογο του «παρακμή». Ο αναγνώστης θα θυμάται την περικοπή που δώσαμε στην Εισαγωγή μας από την Ιστορία του κ. Αθ. Γ. Πολίτη. Εκεί ο Καβάφης έλεγε πως «ο τότε ελληνορωμαϊκός κόσμος δύναται να παραβληθή προς τον του 19ου και 20ού αιώνος μας. Εν περιλήψει ό,τι χαρακτηρίζει την εποχήν ταύτην, τούτο είναι προ πάντων η έλλειψις πατρίδος ιδιαιτέρας και εθνικισμού στενού». Την ίδια περίπου εποχή, τα ίδια πράγματα, αλλά περισσότερο αναλυτικά, θα τα υπαγορεύσει στον «πειθήνιο φίλο του» Γ. Βρισιμιτζάκη, που θα τα παρουσιάσει για δικούς του στοχασμούς. Το λέγω με βεβαιότητα αυτό, γιατί η περικοπή που ακολουθεί, χρονολογημένη από τα 1926, δεν είναι παρά η κεντρική ιδέα του ποιήματος «Στα 200 π.Χ.» που βρήκε την τελειωτική του μορφή στα 1931:

«Η ιδέα όμως της προσαρμογής έρχεται ακριβώς για να μετριάσει την απογοήτευσι του ιστορικού και ποιητού. Δεν είναι αλήθεια, η ιστορία η ίδια δεν μας δείχνει πώς ένας ολόκληρος κόσμος, ο Ελληνικός, από την εποχή της Μακεδονικής κατακτήσεως έως την δύσι του, δηλ. για μια περίοδο σχεδόν οκτώ αιώνων (από τον θάνατον του Μ. Αλεξάνδρου έως την τελευταία λάμψη του νεοπλατωνισμού) κατόρθωσε, συνεχώς προσαρμοζόμενος σε καινούριες περιστάσεις, να διατηρηθεί με ακμαίες πολλές από τες δημιουργικές του δυνάμεις -το μαρτυρούν η φιλοσοφία, η επιστήμη, η πολυγνωσία (erudition) της εποχής- χωρίς αυτός ο κόσμος να έχει ως στήριγμα καμμιά εδραίαθρησκευτική πίστι, καμμιά δογματική ηθική, καμμιά έννοια πατριωτισμού (στερημένος ως ήταν μιας φυλετικής πολιτικής); [...] Η πολιτική του Καβάφη είναι μια πολιτική παρακμής, ή τουλάχιστον λαών που όπως είπα επεράτωσαν πλέον την κατάκτησί τους είτε δια λόγους γεωγραφικούς, είτε, το περισσότερο, διότι η κατακτητική ορμή τους εκορέσθη πλέον, ή εστείρεψε [...] Την ηθική του Καβάφη, μια ηθική όχι δογματική, ηθική καθαρώς συνειδήσεως του ατόμου, την βλέπομεν λοιπόν σφιχταγκαλιασμένη με μια πολιτική διαγωγή προσαρμογής. » (5)

Θα είχα να υπογραμμίσω μερικές λέξεις πολύ δηλωτικές, αλλά θα μπερδευτούν με τις υπογραμμίσεις του Βρισιμιτζάκη. Για μένα, σ' αυτή την περικοπή, βρίσκεται ένα «μήνυμα» του Καβάφη, καταστάλαγμα της πείρας και της ιστορικής ματιάς του. Ο Καβάφης, σε τελική ανάλυση, εγκολπώνεται τώρα την ιστορική άποψη για τον ελληνισμό της Αιγύπτου, που διατύπωνε ο πολιτικός Πράκτωρ Γρυπάρης για χρήση των μεγαλοτραπεζιτών, όταν ρητόρευε στο γεύμα του υπουργού των Οικονομικών της Ελλάδας Σιμόπουλου στα 1901.
Η εικόνα του διπλωμάτη ήταν μόνο ένα φραστικό πυροτέχνημα, ενώ ο ποιητής εκφράζει πείρες, πορίσματα από μελέτες. Η σκέψη τους ωστόσο δε διαφέρει βασικά, γιατί λειτουργεί με τον ίδιο μηχανισμό. Στη θέση των πραγμάτων βάλανε «ιδέες» - τη Μεγάλη Ιδέα ή κάποια της παράλληλη. Κι έτσι η ιδεολογική καμπύλη του Καβάφη συμβαδίζει, αν και με κάποιο περιθώριο πότε μπρος και πότε πίσω, με την ιδεολογική γραμμή της επικρατέστερης κάθε τόσο μερίδας του παροικιακού αστισμού. Ιδεολογία ακμαστική όταν ο παροικιακός αστισμός ζούσε την ανεξάρτητη, δημιουργική του περίοδο· ιδεολογία του συμβιβασμού και της φυγής από την πραγματικότητα, όταν το ελληνικό κεφάλαιο υποτάζεται στο μεγάλο ευρωπαϊκό, κυρίως το βρετανικό, κι εκτελεί χρέη «πολύτιμου υπηρέτη».
Η «ανακάλυψη» από τον Καβάφη του «ελληνικού κόσμου» μετά τα 1910 δεν ήταν τυχαία· ήταν αναπόφευχτη. Ας αφήσουμε που είναι ο παράδεισος της «ελευθερίας των φύλων» που ονειρεύεται ο παραστρατημένος ερωτισμός του. Μεταφέροντας εκεί μέσα το εγώ του, το γλύτωνε από τη μονοτονία και την πεζότητα της ζωής του, το παρηγορούσε με την ψευδαίσθηση της δυνατότητας μιας ευτυχίας που είχε φθαρεί μέσα στα σοκκάκια της σύγχρονης Αλεξάντρειας. Ταυτόχρονα όμως, με τα πρόσωπα και τις σκηνές που δανειζόταν από τον μακρινό εκείνο κόσμο, ικανοποιούσε την εσωτερική του ανάγκη για ρεαλισμό, για όσο γίνεται πιο σφιχτό πιάσιμο της πραγματικότητας - αν και η πραγματικότητα που τον ενδιαφέρει βασικά τώρα, κομματιάζεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις κι ο ρεαλισμός του δεν έχει πια το πλάτος και την πνοή των πρώτων, των έντονα καβαφικών ποιημάτων. Είναι ένας ρεαλισμός εις ελάσσονα τόνο, ένας ρεαλισμός της παρακμής. Εκείνο που τον απασχολεί δεν είναι πια η πράξη, το μεγάλο έργο, αλλά η υστεροφημία, το εγκώμιο, το επιτάφιο επίγραμμα. Έτσι, μιλώντας με σύμβολα, πίσω από τα προσωπεία των αποτυχημένων, των κουρασμένων και των νικημένων ηρώων του, ιστορικών ή φανταστικών, ελευθερώνει την κλίση του να κριτικάρει τη συγκαιρινή του πραγματικότητα, δίχως να θίξει τα θεμέλια του κόσμου του, δίχως να κόψει τις γέφυρες με την τάξη του. Δεν ξέρω μάλιστα αν η σεξουαλική ελευθεροστομία των ποιημάτων του, από ορισμένη εποχή και δώθε, δεν είναι για το Καβάφη ένας ακόμη τρόπος για να ευθυγραμμίζεται, να βρίσκεται στον ίδιο τόνο με την ηγετική μερίδα του παροικιακού αστισμού.
Όπως και νάναι, η «προσαρμογή» γίνεται παράλληλα στον πρακτικό και στο θεωρητικό του βίο. Η εγκατάστασή του στο σπίτι της οδού Λέψιους σημαίνει πως παύει να διεκδικεί τη θέση αριστοκράτη· πάνε τα μόνιππα, τ' ακριβά ρούχα, οι συχνές δεξιώσεις. Καθόλου όμως δεν αποτραβιέται από τη ζωή της Αλεξάντρειας, τα ρεστωράν, τα καφενεία, τις λέσχες, τους διανοούμενούς της. Έχει γνωριστεί με τους νέους που βγάζουμε τη «Νέα Ζωή» και -ω ειρωνεία της τύχης- η «προσαρμογή» του, η παραδοχή δηλαδή της πραγματικής κοινωνικής του μοίρας, εκφράζεται στις φιλίες του με τους γόνους εκείνων των δευτεροκλασάτων που εγκαλούσε μέσα στα ποιήματά του της πρώτης περιόδου: Αντώνη Μπενάκη, Παύλο Α. Πετρίδη, Γ. Βαλασόπουλο... Σφραγίδα και κορώνα της προσαρμογής του θα είναι η πρόσκληση να παραστεί στους γάμους του εγγονού του Σαλβάγου στα 1926, πρόσκληση που πετυχαίνει με τη μεσολάβηση του Χριστόφορου Νομικού. (6)
Από τη στιγμή που αποφασίζει να προσαρμοστεί, το πραγματικό περιεχόμενο, το περιστασιακό-κοινωνικό, των ποιημάτων της πρώτης καβαφικής περιόδου γίνεται επικίνδυνο. Είναι «τα τρωτά του μέρη». Αυτά θα σκεπάσει με «πανοπλίες». Θα τα σχολιάζει με πολλή περίσκεψη κι αργότερα θ' αποφεύγει να τα σχολιάσει ολότελα. Χαρακτηριστικό είναι πως στο Γ. Λεχωνίτη δεν ανάφερε τίποτε για τα «Τείχη», το «Che fece... il gran rifiuto», το «Περιμένοντας τους βαρβάρους», το «Απιστία», το «Θερμοπύλες», το «Τρώες». Αλλά και τα «Μονοτονία», «Η πόλις» και «Η σατραπεία» τα σχολιάζει μόνο για να τα απαλλάξει από την υποψία μιας γενικευτικής πεσιμιστικής φιλοσοφίας. Μόνο...



. . . . . . . . . . . . . . εμείς οι μυημένοι
γνωρίζουμε για ποιόνα εγράφησαν οι στίχοι.
«Τέμεθος Αντιοχεύς· 400 μ.Χ.» (1925)
Οι ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν, Εμονίδην.

Πιο καθαρά η αλλαγή φαίνεται στο στυλ που υιοθετεί για να πει μια γνώμη του. Δεν υπάρχει πια εκείνη η ειλικρίνεια και η ευθύτητα που γνωρίσαμε μέσα στα σημειώματα του Φάκελλου Αναστασιάδη ή στα δημοσιευμένα πεζά του. Ο λόγος του κινείται από επιφύλαξη σ' επιφύλαξη. Τυπικός του βηματισμός είναι τώρα το: «Αν και... πλην όμως...». Σ' αυτά, στο φόβο δηλαδή μήπως κάποιος εμβαθύνει στο πραγματικό νόημα των «επικίνδυνων» ποιημάτων του, προστίθεται από τότε κι ο φόβος του σκανδάλου. Οι νέες του συντροφιές, η κοινωνική τάξη με την οποία αποφάσισε επιτέλους να εξισωθεί, δεν έχουν το τακτ και την κατανόηση, δεν αναγνωρίζουν τη σιωπηλή συμφωνία της αμοιβαίας ανοχής των παραλογισμών της σάρκας. Κι ωστόσο η ανάγκη να προβάλει τη δική του έκφανση του ωραίου, να γοητέψει και να καταχτήσει, τον πιέζει... Όλο και πιο ελευθερόστομα εκφράζεται στα νέα ποιήματά του. Προκαλεί τη μοίρα του, αλλά και ξέρει χίλιους τρόπους για ν' αμύνεται. Κι έτσι, αντιφατικός, πολύπλοκος, ευμετάβολος κι απατηλός σαν το γέροντα της αλεξαντρινής θάλασσας, θα περάσει τις Συμπληγάδες της «προσαρμογής».
Ειπώθηκε πολλές φορές, προπαντός από λόγιους της Ελλάδας, πως ο ελληνισμός της Αλεξάντρειας γνώρισε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα μια περίοδο πνευματικής άνθησης και πως ο Καβάφης ήταν η κορυφή της. Και συμπεραίνουν: Φυσικά, αφού κι ο παροικιακός αστισμός περνούσε τότε μέρες μεγάλης ακμής.
Θα έβγαινα πολύ από τα πλαίσια αυτής της εργασίας, αν δοκίμαζα να κάμω εδώ τον απολογισμό και την αποτίμηση της προσφοράς των χρόνων της «Νέας Ζωής», του «Σεράπειου» και των «Γραμμάτων». Αυτό μόνο θα πω: Τα πνευματικά φαινόμενα δε βαδίζουν πάντοτε παράλληλα με τα οικονομικά. Συμβαίνει να προπορεύονται κι άλλοτε να βραδυπορούν. Τα ποιήματα του Καβάφη, εκείνα που ο ίδιος χώρισε από τα υπόλοιπά του με το σύνορο του 1911, είναι άνθη μιας ιδιόμορφης ακμής, που υπήρξε μισό περίπου αιώνα πριν από την εποχή των περιοδικών. Αυτό, βασικά, εξηγάει και τις τόσες παρερμηνείες τους. Φωτισμένα με τον προβολέα της υποτιθέμενης «ακμής» του 1900-1920 ή με τον άλλο της καβαφικής ποίησης του 1911-1933, της αναμφισβήτητα παρακμαστικής, τα «Τείχη»«Η πόλις», το «Περιμένοντας τους βαρβάρους», το «Θερμοπύλες» κ.α. αποχτούν μια παράξενη, σφιγγώδικη όψη. Όψη που πολλούς γοήτεψε, πολλούς προβλημάτισε και πολλούς ξεγέλασε. Ξανατοποθετημένα όμως μέσα σε μια διαλεκτική προοπτική αχτινοβολούν αλήθεια· ίσως να μην τη λένε όλη, πάντως αυτή που λένε είναι μια αλήθεια θετική. Ελέγχει την κοινωνία της εποχής εκείνης, τη σαπίλα της, τις σκληρότητές της. Είναι μια γερή μαρτυρία, για τη διάλυση μιας κάστας και μιας τάξης.
Σαν παράγοντας πολιτισμού, ο Καβάφης βρισκόταν έξω από την εποχή του· στάθηκε ουδέτερος για τους γύρω του. Μεταχειριζόταν μόνο τα εκδοτικά μέσα και τις πρόθυμες πέννες που ένα παρασιτικό «ξεχείλισμα πλούτου» έβαζε στη διάθεσή του.
Αυτός μόνο είχε βαθειές ρίζες στο παροικιακό παρελθόν. Ήταν το στοιχειό της Αλεξάντρειας του 19ου αιώνα. Όπως ο Γ. Αβέρωφ έδινε την αίσθηση παλαιολιθικού μεγαθήριου στους διαλυμένους αριστοκράτες της εποχής του, κι ο Καβάφης, σκεύος μια πλατύτερης καλλιέργειας και μιας φυλετικής ιδεολογίας, έτσι έπρεπε να φαντάζει στα μάτια των νέων του φίλων της «Νέας Ζωής» και των «Γραμμάτων». Μονάχα που αυτός, με μια πρωτεϊκή ευκινησία, διαρκώς προσαρμοζόταν. Κάποτε του τύχαινε να ξεχαστεί· τότε μιλούσε για την Αλεξάντρεια της «χρυσής εποχής». Μα κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν ενδιαφερόταν να ρωτήσει, να ερευνήσει, να του αποσπάσει περισσότερα. Εκείνων ο νους ήταν προσηλωμένος στα μοντέρνα αισθητικά δόγματα, στον Μαίτερλινγ, το Νίτσε, τον Ουάϊλδ... Και στις ορμές της σάρκας τους. Γι' αυτό κι η περιέργειά τους εντοπίστηκε κυρίως στον αισθησιασμό του Καβάφη, στην ερωτική του ανομοιότητα.
Μερικοί τους αγνόησαν με κάποια δόση ανεμελειάς τα πρώτα πενήντα χρόνια του ποιητή, τα διαβάσματά τους, τις πείρες του, τις απογοητεύσεις του. Πίστεψαν πως ο Καβάφης ήταν μόνο και πάντοτε γέρος· πως άρχισε να υπάρχει σαν άνθρωπος και σαν τεχνίτης από τη στιγμή που τον γνωρίσανε. Άλλοι, στριμωγμένοι στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής από τον «πολιτισμό» του χρηματιστικού κεφαλαίου, που όλα τα κάνει χρεώγραφα και συναλλαγή, ξεσπούσαν -όπως η γενιά του Γκωτιέ με τα κόκκινα γελέκα κι η γενιά του Μαγιακόφσκη με τα κίτρινα πουκάμισα- τρώγοντας μακαρονάδες στα υπόγεια της οδού Αναστάση, σφάζοντας καρπούζια πάνω στην κοιλιά κάποιας δυστυχισμένης, «διαπιστώνοντας τη ζωή», όπως λέγανε, μέσα στα πορνεία. Ήταν οι «Απουάνοι», που εκστρατεύσανε κάποτε να υπερασπίσουν την καβαφική ποίηση «ενάντια στη ρουτίνα» (7). Μα ο Καβάφης δεν πολυερχότανε στα τέτοια. Αυτός ο «εκκεντρικός» -όπως τον χαρακτήρισαν σαν ποιητή και σαν τύπο- συντηρούσε μέσα του το πατρικό πνεύμα του μέτρου, στη γλώσσα, στα εκφραστικά μέσα, στην κοινωνική του συμπεριφορά. Ζητούσε βέβαια το απόλυτο δόσιμο του ποιητή στην τέχνη του, αλλά εννοούσε το ξόδεμα σε βάθος όχι το σκόρπισμα σ' επιφάνεια.
Ρυτιδωμένος από την πείρα, υπολογιστικός, χαριτολόγος κι ερμητικός, αινιγματικός και είρωνας, τυπικικός, ευγενικός ως την υπερβολή -δείγμα κι αυτό της μεγαλοαστικής του υπεροψίας- γλυστρούσε μέσα από τις παγίδες, τα σκώμματα και τις ύβρεις, κολάκευε, υποχωρούσε, συμβιβαζόταν, έκανε το φοβισμένο κι ύστερα γινόταν άγρια θάλασσα, κερδίζοντας τις μέρες, κερδίζοντας τα χρόνια, μ' έναν πια και μοναδικό σκοπό στη ζωή του: να κρατήσει το έργο του, τα Ποιήματά του, πάνω από το τέλμα της μετριότητας, πάνω από τους κινούμενους άμμους της ξεπεσμένης Αλεξάντρειας.»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
  1. Γ. Σεφέρης, «Κ.Π. Καβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι» περ. Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, αρ. 2, Ιούνιος 1947, σελ. 34.
  2. Τ. Μαλάνος, Περί Καβάφη (Συμπληρωματικά σχόλια), Αθήνα 1935, σελ. 56.
  3. «Κρίμα που χάσαμε την Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Θα ήσαν μεγάλα κέντρα και οι Έλληνες λόγιοι θα μπορούσαν να διαθέτουν τα έργα τους!», βλ. Γλαύκος Αλιθέρσης: Το πρόβλημα του Καβάφη, Αλεξάνδρεια 1934, σελ. 63
  4. Φ.Φ. Όδδης, Ελληνικός Διάκοσμος, Αλεξάνδρεια 1911, Άρθρο «Ζαγαζίκιον», σελ. 222.
  5. Γ. Βρισιμιτζάκης, Η Πολιτική του Καβάφη, Αλεξάνδρεια, «Γράμματα» 1926, σελ. 11-14.
  6. Τ. Μαλάνος, Από τα καβαφικά μου τετράδια, Αλεξανδρινή Λογοτεχνία, 1950, σελ. 33.
  7. Τέχνη και Ρουτίνα, φυλλάδα πρώτη, την τύπωσαν οι «Απουάνοι» με τα «Γράμματα», Αλεξάντρεια 1917. Πολεμική εναντίον του Τ. Μαλάνου που κατηγόρησε την ποίηση του Καβάφη. Γράφουν οι: Β. Αθανασόπουλος, Πόλυς Μοδινός, Νίκος Σαντορινιός, Σ. Γιαννακάκης, Πέτρος Αλήτης, Γ. Βρισιμιτζάκης, Α. Σεγκόπουλος. Ο τελευταίος, λιγόλογος, επιφυλαχτικός και δηκτικός, φέρνει την καβαφική νότα στον αλαλαγμό.

Στρατής Τσίρκας - 1958