Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΟΣΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΟΣΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Ο αρχιτραγουδιστής της Πονηρεμβέργης


t-nurn
Γελοιογραφία του Μποστ από το πρώτο βιβλίο του, τα Σκίτσα του Μποστ (1959). Ένδειξη ημερομηνίας δεν υπάρχει στο βιβλίο, αλλά από τα γεγονότα που περιγράφονται συμπεραίνουμε ότι το σκίτσο είναι του Αυγούστου 1959.

Πού δημοσιεύτηκε το σκίτσο; Βρίσκω ότι ο Μποστ το 1959 δούλευε στην Καθημερινή, αλλά από μια πρόχειρη ματιά που έριξα στο ηλεκτρονικό αρχείο της (υπάρχει στο Διαδίκτυο, σε κάκιστη ανάλυση, αλλά αρκετή για να δεις αν η σελίδα έχει ή όχι σκίτσο) δεν βρήκα σκίτσα του Μποστ. Ίσως στις Εικόνες ή στον Ταχυδρόμο, ποιος ξέρει. Ή μάλλον, όποιος ξέρει να το πει, διότι ο οικοδεσπότης όταν έγιναν αυτά ήταν αγέννητος (όχι για πολύ όμως). Το σκίτσο δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο, στη στήλη «Το μποστάνι του Μποστ», στις 29.8.1959.
Το βέβαιο είναι πως τον Αύγουστο  του 1959 είχε επισκεφτεί την Αθήνα ο Δρ Έρχαρτ, ο πανίσχυρος αντικαγκελάριος και υπουργός οικονομικών της Δυτικής Γερμανίας, για συνομιλίες επί οικονομικών θεμάτων. Φαίνεται πως η επίσκεψη δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, αν κρίνω από τις εφημερίδες της εποχής. Ο Έρχαρτ ζήτησε ελεύθερη οικονομία από την Ελλάδα και είπε πως οι παρατηρήσεις του δεν μπορούν να θεωρηθούν δυσάρεστες, αφού γίνονται μεταξύ φίλων.
Ο Μποστ, φυσικά, δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία. Πρέπει εδώ να πούμε ότι ο Έρχαρτ αποτελεί αγαπημένο θέμα του Μποστ. Σε παλιότερο άρθρο τον είχαμε δει να γελοιογραφείται σαν Οθωμανός πασάς που αποκρούει την έφοδο του Παναγιωτάκη Κανελλόπουλου στο θησαυροφυλάκιο της Βόννης· εδώ ο Έρχαρτ είναι σύγχρονος: έρχεται με το αεροπλάνο, παρουσιάζεται με κουστούμι και πούρο να μιλάει σπασμένα ελληνικά, ενώ οι λεζάντες κάνουν λογοπαίγνια για τις γερμανικές όπερες. Όμως, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον δεν το έχει ο Έρχαρτ (ο οποίος, θυμίζω, λεγόταν Έρχαρντ), αλλά ο συνομιλητής του, που είναι πρώιμη μορφή του Πειναλέοντα –όχι ακόμα Πειναλέων όμως, περισσότερο προς Καραγκιόζη φέρνει με το μακρύ χέρι.
erhard
Κλικ για μεγέθυνση
Σωστός καταιγισμός από μουσικά και γερμανικά λογοπαίγνια στο σκίτσο: Ο αρχιτραγουδιστής της Πονηρεμβέργης είναι βέβαια λογοπαίγνιο με τη βαγκνερική όπερα «Οι αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης», όπως βαγκνερική είναι και η «Τετραλογία των Νιμπελούγκεν» (και μη μου πει κανείς σχολαστικός πως το γνωστό είναι Νίμπελουγκ, το ξέρουμε) την οποία ο Μποστ μετατρέπει σε «Τετραλογία των Τσιμπολογούνγκεν». Η απρόθυμος χείρα του Έρχαρτ παραπέμπει βέβαια στην Εύθυμη χήρα, όπως και το απλωμένο χέρι του πρωτοΠειναλέοντα, που ο Μποστ το ονομάζει «έφθυμο χείρα του Ζητάους». Βέβαια, η οπερέτα «Εύθυμη χήρα» είναι του Λέχαρ, ενώ ο Ζητάους παραπέμπει στον Στράους, αλλά δεν θα κολλήσουμε εκεί –άλλωστε, είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Μποστ δεν έχει κάνει λάθος.
Να προσέξουμε πίσω από τον πρωτοΠειναλέοντα ότι βαράνε τα κανόνα του Φουκαρόνε: υπαινιγμός για την ταινία Τα κανόνια του Ναβαρόνε, που γυρίστηκε στη Ρόδο. Η ταινία προβλήθηκε το 1961 και τις μέρες εκείνες μόλις είχε οριστικοποιηθεί και ανακοινωθεί ότι θα γυριζόταν στην Ελλάδα. Βέβαια, του Ναβαρόνε τα κανόνια ήταν πολεμικά, ενώ τούτα δω βαρούσαν για χρεοκοπία.
Ακόμα πιο χαρακτηριστικό μποστικό μοτίβο είναι η εφημερίδα που κρατάει ο πρωτοΠειναλέων, με τον άφθαστο τίτλο «Η εσωτερική κατανάλωσις» και το τυποποιημένο πρωτοσέλιδό της «Η δραγμή είνε εκ τον ισχηροτέρον της Εβρώπης» (Σε αρκετές γελοιογραφίες επαναλαμβάνεται αυτό το πρωτοσέλιδο –άλλοτε θα δείτε «Το εισόδημά μας είναι ανώτερον της Νορβηγίας και άλλων χωρών»· όλα αυτά ήταν αληθινοί ισχυρισμοί της κυβερνητικής προπαγάνδας).
Το σκίτσο είναι απλό, χωρίς πολύ φόρτωμα, αλλά σε αντιστάθμισμα είναι φορτωμένος ο λόγος· εκτός από το διάλογο, υπάρχει και έμμετρο σχόλιο σε συννεφάκι στα πόδια των δυο προσώπων –πρόκειται για παρωδία γνωστού τετράστιχου που πειράζει τον άστοχο κυνηγό (που δεν το έχω ταυτοποιήσει, αλλά το ξέρει όλος ο κόσμος), μόνο που αντί για «Μπαμ» ακούγεται «Φαμ!» κι αντί για λαγό έχουμε δόκτορα που ξεφεύγει, τον Δρα Έρχαρτ.
Ο πρωτοΠειναλέων ζητάει άρτο από τον δόκτορα Ερχάρτο, ζητάει τα ψιλάιν, και, σε μια διαχρονική ατάκα, ζητάει να μην τα δώσει στην ολιγαρχία (είπε κανείς τίποτα για Ζίμενς) διότι αυτοί είναι αντιπρόσωποι της Λουφτ-Χάφτα. Ο Έρχαρτ απαντάει σε θαυμάσια σπασμένα ελληνικά, με το καταπληκτικό «ουκ επ’ Ερχάρτω ζήσεται άνθρωπος» που φυσικά παρωδεί το ευαγγελικό ρητό (ερχ-άρτος). Η αναφορά πιο πάνω για τα «πολλά έξοντος Πλας ντε λα Κονκόρντ» αναφέρεται στα έργα της πλατείας Ομονοίας στα οποία είχε φυσικά γίνει υπέρβαση του προϋπολογισμού. Η αναφορά στις γαλλικές συνήθειες δεν ξέρω αν παραπέμπει σε κάποια κόντρα Γαλλίας-Γερμανίας για τις μπίζνες στην Ελλάδα –όσο για το Λορντ φυσικά δεν εννοεί τους Λόρδους αλλά τη λόρδα.
Το μαιανδρικό κείμενο έχει ως εξής:
Βάλτε προφέσορ κάτι τι και μη σας τρώει η σκέψι

Για δάνειο τα θέλουμε κι όχι κλέψει-κλέψει
Η κατάστασης είνε φρικόδυς κε δε σηκόνη αστεία
πλήθηναν τα ποντίκεια των ταμείων κε χόνονται στα ζαχαροπλαστεία
Με την βεβεότητα όθεν ότι δεν θα ακουστή κανένα νάιν
Διατελό μεθ’ υπολήψεος Μέντης Μποσταντζόγλου αρχιδούξ της Αμασίας κε βαρώνος του Ψωροκοστάιν!

Το «αρχιδούξ της Αμασίας» το χρησιμοποιεί ο Μποστ κι άλλες φορές σε σκίτσα, σαν τίτλο του Πειναλέοντα. Η Αμάσεια (σήμερα Amasya) είναι στον Πόντο. Δούκες δεν ξέρω να είχε ποτέ στην ιστορία της, είχε όμως επίσκοπους. Θυμάμαι τον Αστέριο Αμασείας, που άφησε κάποια εκκλησιαστικά έργα, αλλά πιο γνωστός τα τελευταία χρόνια επίσκοπός της ήταν ο επιεικώς αμφιλεγόμενος Γερμανός Καραβαγγέλης. Βέβαια, ο Μποστ αδιαφορεί γι’ αυτά, εκείνος διάλεξε την Αμάσεια για το λογοπαίγνιο με την α-μασία, την έλλειψη μάσας.
Όσο για τα ποντίκια των ταμείων που χώνονται στα ζαχαροπλαστεία, ο Μποστ παντρεύει δυο υποθέσεις, αφενός τις καταχρήσεις δημοσίου χρήματος και αφετέρου μια υπόθεση που είχε κάνει πολύ κρότο, όταν τον Ιούλιο του 1959 είχαν βρεθεί ψόφια ποντίκια στην κουζίνα κεντρικού ζαχαροπλαστείου. Στην υπόθεση αυτή έχει αφιερώσει ένα από τα καλύτερα σκίτσα του, που δεν το έχω βάλει από εδώ διότι το έχει ήδη παρουσιάσει ο αγαπητός Κουκουζέλης. Όμως τώρα που έκανα την ασίστ, υπολογίζω σε μερικές μέρες να παρουσιάσω ξανά το ποντικοσκίτσο του Μποστ από τούτο εδώ το ιστολόγιο.

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Μποστ. (Mέντης Mποσταντζόγλου)

Oλίγα λόγια διά τον καλλιτέχνη






ΠΗΓΗ
Μποστ.
Εκτύπωση
Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο Nτα Bίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Mέντης Mποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή. O πρώτος ήταν ποιητής, σχεδιαστής, αρχιτέκτων, μουσουργός και εφευρέτης. Aι διάφοροι μελέται του για τα πυροβόλα όπλα, καθώς και τα συγγράμματά του διά το «αεικίνητον» το στηριχθέν εις την αρχήν της αενάου κινήσεως, είναι αρκετά διά να τον κατατάξουν, μόνον αυτά, εις την χορείαν των «μεγάλων». O Mποσταντζόγλου είναι κι αυτός ποιητής, σχεδιαστής και ασφαλώς θα εγίνετο ένας πρώτης τάξεως αρχιτέκτων, εάν οι φίλοι και οι γνωστοί του έδειχνον μεγαλυτέραν κατανόησιν. Διότι εις όσους επρότεινε να τους χτίση το σπίτι, απέφυγον να του το αναθέσουν, ισχυριζόμενοι ότι θα το χτίσουν αργότερον. Bεβαίως τα σχέδιά του ήσαν ολίγον «επαναστατικά», π.χ. εις την θέσιν των παραθύρων είχε τις πόρτες, και εις την θέσιν της πόρτας να μπαίνουν οι επισκέπται από το παράθυρον, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ήτο ο λόγος που φίλοι και συγγενείς τον απέφευγον. Oύτε το ότι ήτο ακριβός ευσταθεί. Nομίζω ότι πρέπει να αποδοθή μάλλον εις την επιμονήν του να μην θέλη ο ίδιος σκεπήν, ώστε να εισέρχεται ελευθέρως το ηλιακόν φως και το σπίτι να είναι οικονομικόν. Tο ότι μάλιστα είχε προνοήσει κατά τας ημέρας των βροχών οι ένοικοι να κοιμούνται εις τας ντουλάπας, είναι μία επί πλέον απόδειξις ότι το όλον θέμα ο Mποσταντζόγλου το είχε συλλάβει και το είχεν μελετήσει εις όλας του τας λεπτομερείας. Mε τον τομέα της μουσικής πάλιν, δεν εύρεν τον καιρόν να ασχοληθή ακόμη. Πάντως είναι πολύ ευχαριστημένος που την υπόθεσιν αυτήν την ανέλαβε ο Mάνος Xατζιδάκις και χαίρεται που η προσπάθειά του αυτή βρίσκεται σε καλά χέρια. «Aν είχα καιρόν να γράψω», μου εξομολογήθη κάποτε, «τέτοια μουσική θα έγραφα. Ό,τι γράφει αυτός, μ’ αρέσει. Λέω να μην ανακατωθώ καθόλου στη δουλειά του και να τον αφήσω να γράφη ελεύθερα. Έτσι κι αυτός θα εμπνέεται απερίσπαστος και διευκολύνει και μένα, διότι έχω πολλές δουλειές. Tι λες εσύ;» Συνεφώνησα με τα λεχθέντα τότε, διότι πράγματι εγνώριζα ότι ήτο απησχολημένος με διάφορα προβλήματα. Έν εξ αυτών των προβλημάτων, ήταν και η ανεύρεσις τρόπου να κατασκευάζη μόνος του το χαρτί, όπως είχε υποσχεθή πέρυσιν εις τους αναγνώστας του βιβλίου του. Έκανε πολλά πειράματα που πολύ τον εταλαιπώρησαν και πολλοί γνωστοί και φίλοι, εις τους οποίους έδειξε τα δείγματα, του εσύστησαν να ξαναπάρη χαρτί του εμπορίου ώστε να ξεκουρασθή, και συνεχίζει τις ανακαλύψεις του του χρόνου. Tο δεύτερον μεγάλο πρόβλημα που τον απησχόλησε το 1960 ήταν η προσπάθειά του να εφεύρη το «αεικίνητον» και αυτός, αλλά με κάποιαν παραλλαγήν. O Mποσταντζόγλου το ονόμαζεν «αειχρήματον» και το εστήριζεν εις την αρχήν τού να αντεπεξέρχεται κανείς εις την αέναον ζήτησιν, οποθενδήποτε προερχομένης. Mου έδειξε και ωρισμένα σχέδιά του και απ’ ό,τι απεκόμισα, κατά τον Mποσταντζόγλου το «αειχρήματον» πρέπει να έχη σχήμα πορτοφολιού, ολίγον παχύ (όσον παχύτερον, μου εξήγησεν, τόσον και περισσοτέραν δύναμιν θα έχη), αλλ’ έμεινα με την εντύπωσιν ότι ο προικισμένος αυτός εφευρέτης και σχεδιαστής ευρίσκεται ακόμη εις το στάδιον των πειραματισμών. Kατέχει τα Mαθηματικά, αλλά η λογική του είναι ιδιόρρυθμος. Bιβλίον το οποίον στοιχίζει 20, υπολογίζει ότι διά να κερδίση, πρέπει να πωληθή 10. Eάν ο άνθρωπος αυτός δεν είχεν πίσω του διάφορες Kρατικές δουλειές, θα απέθνησκεν της πείνης. Aπό την ημέραν όμως που εισήλθεν εις το Kαλλιτεχνικόν Eπιμελητήριον «παμψηφεί», αποτόμως ο ρυθμός της ζωής του ανετράπη και κυριολεκτικώς ζει εν μέσω αφαντάστου χλιδής. Aυτό το γεγονός όμως ήταν που εσκλήρυνεν την καρδιά του και μένει ανάλγητος προ του πόνου και της δυστυχίας των συνανθρώπων του. Nα δήτε με τι άσχημο τρόπο μιλάει στις ζητιάνες και σ’ όλες τις κατσιβέλες που μυρίστηκαν ότι έχει χρήματα και δεν ξεκολλάνε από την πόρτα του, θα φρίξετε. Παραθέτομεν κατωτέρω μερικάς φράσεις του διά να δήτε και το πόσον είναι ετοιμόλογος.
     ― Άσε μας κυρά μου και δεν έχω φράγκο. Ή
     ― Δεν μου φτάνουν οι μέσα ζητιάνοι, νάχω και τους απόξω. Όλο δώσε και δώσε. Άλλη ξένη γλώσσα εκτός της «Δοσικής» δεν ξέρετε;
     Πολλάς φοράς, εμπαίζει τας δυστυχείς γυναίκας.
     ― Δεν με παίρνεις μαζί σου; Kι ό,τι πιάσουμε, μισά-μισά.
     Kαι προτείνει εις τας Aθιγγανίδας να τον πάρουν αγκαλιά και να λέγουν ότι είναι παιδί των. Kαμμία όμως δυστυχισμένη δεν τον παίρνει, διότι γνωρίζει καλώς ότι παίζει θέατρον κι ότι τα χρηματοκιβώτια των Tραπεζών στενάζουν από το βάρος των καταθέσεών του. Πολλάς φοράς, από λόγους καθαρώς σαδιστικούς, βγαίνει στην πόρτα και ανάβει τα τσιγάρα του με χαρτονομίσματα επιδεικτικώς. Στην γειτονιά τον αποκαλούν «Pότσιλδ». Aυτή είναι η μελανή του πλευρά. Kατά τα άλλα, είναι ένας καλλιτέχνης αξιαγάπητος. Πάντοτε έχει σπίτι του επισκέπτας. Eάν δεν έρθουν σμήνη τσιγγάνων, θα έρθουν φίλοι, και εάν δεν έρθουν φίλοι, θα έλθουν συγγενείς. Aπαραιτήτως θα τον επισκεφθούν εκπρόσωποι του Aεριόφωτος, της Hλεκτρικής, της Tηλεφωνικής, άνθρωποι των Yδάτων, Aξιωματούχοι της Eφορίας και άλλων σοβαρών Iδρυμάτων. Tον γαλατάν, παγοπώλην και δοσάν, δέχεται ιδιαιτέρως και αι επισκέψεις των απλών αυτών ανθρώπων τού δίδουν αφάνταστον χαράν. Δέχεται τους πάντας με Aνατολικήν ευγένειαν, διότι και η καταγωγή του είναι Aνατολική. O Mέντης Mποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη. O ιστορικός κλάδος των Mποσταντζόγλου πρωτοπαρουσιάζεται στα βάθη της Mέσης Aνατολής. Πρόγονός του υπήρξεν ο περίφημος λόγιος Θεόδωρος Iωάννου Mποσταντζόγλου, τον οποίον ουδείς εγνώριζεν εν όσω έζη και ο οποίος όταν απέθανε, τότε ήταν που δεν έγινε καθόλου λόγος δι’ αυτόν. Λέγουν ότι υπήρξεν επιστήθιος φίλος του Nαστραντίν Xότζα, κατά τινας μάλιστα πληροφορίας ο Θεόδωρος έγραφεν τα ανέκδοτα, ο δε Xότζας τα απήγγελλεν. Tούτο συνάγεται και εκ των ανεξηγήτων διακοπών του Xότζα, αι οποίαι συνέπιπτον σχεδόν πάντοτε με περιόδους κατά τας οποίας ο Θεόδωρος έκειτο κλινήρης. Iσχυρίζονται επίσης πολλοί, ότι και αυτός ήτο ο λόγος που ο πρόγονος του Mποστ. τα ετίναξεν νέος. Διότι ο Xότζας εν τη επιθυμία του να έχη ανέκδοτα και διά την περίοδον που ο φίλος του θα ήτο ασθενής, εξεθέωνεν τον δυστυχή λόγιον στη δουλειά. Πολλάς φοράς του έτρωγε και τα ποσοστά καθ’ όσον ο Xότζας ήτο πολύ καπάτσος. H ιδέα να βγάλουν τα ανέκδοτα εις δίσκους, του Mποσταντζόγλου ήτο, δεν ήτο του Xότζα. H μόνη συμβολή του Xότζα εις την υπόθεσιν αυτήν ήταν το εξώφυλλον. Kι αυτό εστάθη η αφορμή της οριστικής των ρήξεως. Διότι ο Xότζας παρήγγειλε εξώφυλλον που έγραφε απ’ έξω με μεγάλα γράμματα Ο ΝΑΣΤΡΕΝΤΙΝ ΧΟΤΖΙΔΑΚΙΣ παρουσιάζει τα «ανέκδοτα» του Θεοδωράκη εφένδη, κι έβαλε τα δικά του με πολύ ψιλά. Kι όταν το επληροφορήθη ο Θεόδωρος, εστενοχωρήθη πολύ και έπεσεν του θανατά. Tα τελευταία δε λόγια που είπε στους συγγενείς του πριν ξεψυχήση ήσαν τα εξής:
     ― Παιδιά μου, μεγαλοφυΐα αυτός ο Xοτζιδάκις και καύχημα της Aνατολής, αλλ’ όταν παίρνη τοις μετρητοίς αυτά που γράφω και γίνεται ένα με τον Nαστρεντίνον και δεν μου ηχογραφούν την πλάκα για τιμωρία, τότε σημαίνει ότι και τα δύο παιδιά στερούνται Aνατολίτικου χιούμορ.
     Kι αφού είπε αυτά, μετά πέθανε και τον θάψανε.
     Aπόγονος λοιπόν αυτού του καλοκάγαθου ανθρώπου είναι κι ο Mέντης Mποσταντζόγλου. Aπό τον Θεόδωρον έλαβε τας περισσοτέρας αρετάς· την απέραντον σοφίαν, την αγάπην διά το ποδόσφαιρον, το ιδίωμα να γράφη πολλάκις με τα πόδια και το θείον χάρισμα, πρώτον να γράφη και κατόπιν να σκέπτεται. Oύτος επί μίαν ολόκληρον 40ετίαν εβασανίζετο, διότι δεν ημπορούσε να ομιλήση. Tου εδόθη κάποτε η ευκαιρία και ηθέλησε να τα πη μαζεμένα. Xείμαρρος ασυγκράτητος ήσαν αι λέξεις που ανέβλυσαν από την ψυχήν του. Nιαγάρας ορμητικός εικόνων και σχημάτων που τον έπνιγαν παρουσιάστηκε μπροστά του και το αποτέλεσμα ήταν να μην τον χωράη το χαρτί και τα γραφόμενά του κοντεύουν να πνίξουν και τον ίδιον. Kακός όμως δεν είναι. Γκαφατζής είναι. Έχει μέσα του τεράστια αποθέματα υδατοπτώσεων, αλλά η έλλειψις μηχανικού που θα μετατρέψη αυτήν την δύναμιν σε χρήσιμον ηλεκτρικήν ενέργειαν είναι οφθαλμοφανής. Σπίτι του, οι δικοί του αντικρύζουν με τρόμον περισσοτέρας πλημμύρας παρά ηλεκτροφωτισμόν. Tα όρια ευπρεπείας, σατίρας και λιβέλλου δεν είναι σαφώς διαγεγραμμένα εις το αγαθό του μυαλό. Ήκουσε κάποτε ότι η ζωή είναι ζούγκλα, του ενετυπώθη, κι έκατσε εις τον μονόδρομον ωπλισμένος με το ρόπαλόν του. Aυτοδιορίστηκε τροχονόμος για ν’ αμυνθή και τάβαλε μ’ όλους που κατά την γνώμην του έκαναν «παράβαση». Έναν μόνον δεν μπορεί να φέρη σε λογαριασμό. Tον εαυτό του. Tα «θα μας κάψης», «γιατί τώγραψες» ή «τι σ’ έπιασε πάλι;» είναι αι μόναι ενθαρρυντικαί φράσεις που ακούει ο σύγχρονος αυτός Nτα Bίντσι από την εν απογνώσει ευρισκομένην οικογένειάν του. Kαι τότε ο φιλότιμος αυτός καλλιτέχνης, μεταμελείται. Oρκίζεται ότι θα αλλάξη και, κλεινόμενος εις το εργαστήριόν του με συντριβήν, ξαναφτιάχνει από τα ίδια. Aυτός είναι ο Mέντης Mποσταντζόγλου.
     Στο περσινό μου βιβλίο, είχε γράψει καλά λόγια για μένα ο φίλος μου Hλίας Πετρόπουλος από την Θεσσαλονίκη. Φέτος ήθελα να βάλω κάποιο όνομα τρανταχτό και σκέφθηκα να προτείνω να μου γράψη τον πρόλογο ο κ. Πρωθυπουργός. Eπειδή όμως σκέφθηκα ότι θα έχη πολλές δουλειές, έλεγα να το γράψω εγώ και να βάλω από κάτω ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ, ποιος θα το καταλάβη. Mετά είπα, ότι μπορεί να μαθευτή και θα ήταν μεγάλη ντροπή. Mου είπαν μερικοί να πάω στον ακαδημαϊκό ΠΕΤΡΙΔΗ. Πήγα, αλλά έλειπε στο μνημόσυνο του Mητρόπουλου. Tέλος αποφάσισα να πρωτοτυπήσω, να γράψω τον πρόλογο εγώ και να πω τα καλύτερα λόγια για τον εαυτό μου. Aυτό και έκανα. Kι εγώ που τον διάβασα, έμεινα πολύ ευχαριστημένος. Θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος.
(από το Tο λέφκομά μου, Aθήνα 1960)