Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

ΣΤΑΘΗ ΚΟΜΝΗΝΟΥ "ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ"


Προδημοσίευση τμημάτων του ίδιου έργου μου στο CANTUS FIRMUS μπορεί ο αναγνώστης να βρει στον ακόλουθο σύνδεσμο : http://cantfus.blogspot.com/2016/12/blog-post_29.html.
Για μια πληρέστερη προδημοσίευση τμημάτων του έργου ο αναγνώστης μπορεί να καταφύγει στον ακόλουθο σύνδεσμο : https://www.academia.edu/20001770/.

 
ΑΣΜΑ ΕΝΑΤΟ

           Ερήμου κατοίκησις

     Ή ο πειρασμός της ακινησίας 
     1
Και μια φωνή σε βγάζει εκτός

Λες κι ο Έρωτας τοξεύοντας ελιάς ρίζες να βγάλει
Από τις πόλεις έξω τον τροχό σου παρασέρνει
Για να σε πλάσει αυτοκίνητο των περιθωρίων
Των άκρων
Κόκκινο κήπο
Των σιωπών
Αρμοσμένο σπέρμα
Του αφουγκρασμού
Πελεκάνο σαρκοβόρο

Ναι, Η φωνή σε βγάζει εκτός
Κι ενίοτε πολύ…

   2
Κι αυτός όπως οι πρόγονοί του
Την έρημο κάνει αυλή
Αυλίζεται ο αυλητής
Καταυλη[σ]τής
« Μακρύνθηκα.
Μακρύνομαι,
Μακρύνθηκες Αντώνιε !

Πιο μέσα σπρώχνει η φωνή, πιο μέσα
Ενδότερα, ενδότερα
κράζουν τ’ αγκίστρια των χορδών
ν’ ανοίξει η φυλλωσιά τ’ απόλυτου μια στιγμούλα
για να διψάσει η δίψα σου
να πυρωθεί η φωτιά σου
ν’ ανεμιστεί τ’ αγέρι σου
να χωματίσει η γη σου
ω ! και τ’ αερόστατό σου να κόψει τότες τα σχοινιά,
δεμένα όπως είναι στων μορφών την παλίρροια,
να συλληφθείς εσύ μεμιάς στην Πέρα Πόλη,
πολίτης στην πολιτεία του Ακόρεστου,
χέρι που γρατζουνάει τον άνεμο
να τ’ αποσπάσει σάρκα !

Γι αυτό πλάστηκ’ η έρημος :
Να καθιερωθείς ποτήρι δίχως πάτο.  
Και μάθε το καλά : οφείλεις πριν το άνοιγμα των φύλλων
ολόκληρη μια σκουπιδιάρα να γεμίσεις,
στη μία που σου δόθηκε ζωή,
μ’ όλα σου τα καλούδια
με κάθε υπασπιστή σου
μ’ όλο το καθετί σου, δεξί κι αριστερό,
μ’ όλους τους τρούλους τους εικονισμένους
που χρωματίσαν οι ερωτικοί σου χρόνοι !
Έγινες διψασμένος, μη πίσω πια στραφείς !
Προσμένεις τ’ Ακαθόριστο, μη ζωγραφίζεις άλλο ! »,

   3
ανάσα παίρνει στο σχήμα του σκαμνιού
γοργά όμως πάλι,
σαν λάστιχο ασκημένο,
ονοματίζει τους καημούς σαν να τους χαιρετάει…
« Πίσω μου πια ο ήλιος μέσα στο χέρι των νησιών
Πίσω μου πια η δίκαιη δάφνη
η κατάστικτη με το δέρμα μου
και οι βραστήρες του νου
με τις ατμίδες τους ν’ αρτ-οπ[ο]ιούνε χείλια
Πίσω μου πια το σελάγισμα των ιχνευτών νυχτών
Πίσω μου η μουσική των γήινων σβόλων
Η μυρωδιά των χωριών που χάνονται στη λήθη
Η ανάπαυση του δειλινού στο τζάκι
Οι στιγμές που καμπυλώνουν σαν σταγόνες
Πίσω μου όλα τα «εδώ» των ιερών
Όλες μου οι σκηνές για να σκηνώσει
η μαστόρισσα επιθυμία μου
Πίσω οι ρυθμικές επάλξεις των ονείρων
που γαλαξίες φυτεύαν σε δωμάτια
Πίσω ακόμη τα φτερά όλων μου των αγγέλων 
Οι αστικές ουρές των ξιφομαχιών,
οι γεμάτες μόλους κι οσμές στεριών
ανικανοποίητες, περιφραγμένες  
Πίσω μου τα αγκωνάρια που με βαστούνε
Πίσω μου κάθε χρώμα ίσως
Πίσω μου το παν.
Σωριάσματα πολλά πίσ’ απ’ την πλάτη μου…».

   4
«Ναι, Η φωνή σε βγάζει εκτός»,
Μονολογεί ο ερημίτης.
«Άχρηστο τώρα να στραφείς, αδύνατον.
Σε προδικάζουν οι αρχές αν τους δοθείς, αν τις πιστέψεις
κι είναι δεμένοι οι δρόμοι μες στην αρχή του νήματος
κι εκεί ζωγραφισμένο στέκει το τέλος που θα σ’ έβρει.

Η έρημος σε πλάθει δέντρο.
Τα δέντρα δεν οπισθοβατούν.
Τα δέντρα δεν υποχωρούν.
Η έρημος σε πλάθει δέντρο.
Δέντρο γίνε γεμάτο μόνο μάτια.

Ανάγκη πια, το ξέρεις…,
Τα χρώματ’ όλα να χαθούν για να στηθεί παλέτα.
Και το γνωρίζεις πια καλά :
κρεμάστρες και πατήματα η λευτεριά δεν δίνει
όντας κρεμάστρα μόνη της και πάτημα που τρέμει.

Ναι, Η φωνή σε βγάζει εκτός…
Δέντρο γίνε λοιπόν γεμάτο μόνο μάτια.
Γεμάτο μάτια δέντρο.
Γίνε.
Γίνε το εκτός που προσδοκάς.

   5
Κάθισμα.
Κάθεται.
Κάθισμα ξυλουργεί τον ερημίτη η φωτιά
από τις φλόγες του εκτός
Κι ο χρόνος παίρνει σειρά και κάθεται
κι αυτός στο κάθισμα του.
Όταν εκτός προσμένεις.
Τα σχήματα και οι μορφές γίνονται μία πάχνη,
κι αντιλαμπίζουν άλλοτε μια γλώσσα
μυστική που ενοχλεί με το αδιάβατό της
και το λοξό συντακτικό και τη γραμματική της
το δίκοπο μαχαίρι της και τον περιπαιγμό της.

Οι λόφοι σταγονίδια
Αγιάζι τα πράγματα στο χώρο
Νότισμα θολώνει το κορίτσι των μεσημεριών
Λάμψεις παλιές που μοιάζουν ίσως νέες
Κι άλλοτε νέες διάστικτες από παλιό επιχωματωμένο
Ιδρώνουν και μέσα σου ψυχρομετρούν.

Είσαι στην παρτιτούρα και όμως τραγουδάς εκτός
Γίνεται ο Αντώνιος Julia Hamari
Τσόφλια αυγών τα πράγματα για σένα
Που καθισμένος δίχως αφή τ’ αγγίζεις
Τα πονάς, τα νοιάζεσαι, μα δεν σε κλείνουν διόλου
Τσόφλια αυγών
που οι κρόκοι τους ζουν πίσω από τον Ουρανό.
Ταλαίπωρε Αντώνιε !  Ποτήρι δίχως πάτο !
Erbarme dich ! Erbarme dich !
Ακόμη και το νέο παρηχεί, κράζει σαν καρακάξα,
στ’ αυτιά που το Μετά και Πέρα λάξεψε
ή το Πολύ Εδώ που λεν σε πιο γήινη γλώσσα.    

Ταλαίπωρε Αντώνιε !  Του πόθου πικραμένε !
Περιγελάς τη διάταξη καλόγνωμα
Κι είσαι για κάτι που δεν γνωρίζεις διόλου
Και κάτι άγνωστο ποθείς
Κι ο πόθος σου ο ίδιος άγνωστος στα βάθη του σου είναι !
Κουνάς μαντήλι μες στην ακινησία.

Μην όλα (δήθεν) προχωρούν κι εσύ κάθεσ’ ασάλευτος
ή μήπως έφυγες ήδη μακριά
κι ο κόσμος πίσω σου πολύ μαρμάρωσε σε κύκλο ;
Άπιστε της πραγματικότητας !
Θυρωρέ που ειρηνικά τη θεωρεί και κλείνει την απέξω !
Παρκαρισμένε στην αναμονή !
Νυχτοφύλακα του Ανίδωτου !
Ποια η πραγματικότητα : το κάθισμα που έγινες
Ή των πραγμάτων η αφή κι η θεωρία των ματιών ;

Κάθισμα.
Κάθεται.

Ναι, Η φωνή βγάζει εκτός
Τόσο που τα καθίσματ’ ασχημαίνουν
Βαραίνουν
Τσιμπούν
Λούζονται μ’ αφρόλουτρο μονότονο
Ντύνονται έλη
Γίνονται έλος
Για τι ;

Η φωνή βγάζει εκτός

Κάθισμα.
Κάθεται.
Ο Αντώνιος.

   6
Ποιο κατσαβίδι βίδωσε τις μέρες μου ;
Ποιο κατσαβίδι μάς βιδώνει στο ξύλο της λαχτάρας μας ;
Κι η βίδα είναι ο καημός ;

Βιδωμένες στη ματαιότητα οι μέρες μου.
Καρφωμένες.
Βιδωμένες.

Βιδωμένες στη ματαιότητα οι μέρες μου.
Βιδωμένες στη ματαιότητα οι μέρες μου.
Στη ματαιότητα !
Οι μέρες μου !

Εξέλιπον
Καρφωμένες. 
Πού ’ναι το άλμα στο κενό ;
Πότε ;
Γιατί χρονίζει η αρπαγή ;

Είμαι μια διαστροφή ;
Είμαι η διαστροφή ;
Είμαι παραχαράκτης ;

Βοήθεια !

   7
Σκυμμένο το κεφάλι του στο κάθισμα

Ανακατώστρα έρημε !
Γυρνάς το τριαντάφυλλο σε άγριο πουρνάρι
Τη θάλασσα κάνεις στεριά και το βουνό ισιάδι
Και περιγέλιο τα που οι καρδιές κάποτε αγαπήσαν
Σβήστρα !
Που τις γραμμές του χάρτη μας μες στα νερά ’ποθέτεις
Και που παρκάρεις άσπλαχνα της τόλμης μας τα ελάφια 
Ανακατώστρα έρημε !
Σβήστρα !

Η έρημος μονωδεί σταθερά
Με μια γαλήνη από μακριά φερμένη
Που σ’ ενοχλεί να ακούς τη συγχορδία της στη ψυχή σου :
«Του καθαρισμού στο σφουγγάρι λέγεται ανα-μόρφωση.
Άλλοτε ανα-σχηματισμός.
Τέλος ανα-κατάσταση, όπως ανα-κατάταξη.
Όσο τρίβεται το σφουγγάρι μου στο δέρμα σου
Και πέφτει λέπι-λέπι το παρελθόν κι αναποδογυρίζει
Πλέκονται τα πίσω μπρος σε μια διαφάνεια
Που εσύ δεν την κατέχεις, κι όμως είσαι !...
Καθαρίζεις. »

Ο Αντώνιος-κάθισμα επαναληπτικά αντιγυρίζει :
« Μα όχι ! Είμαι μια παραχάραξη.
Είμαι η διαστροφή ! »

Σκυμμένο το κεφάλι του στο κάθισμα

«Κάθομαι και κοιτώ πια.
Μονάχα βλέμμα.
Σα μεθυσμένος σπρίντερ.
Σα ναρκωμένος εραστής.
Σαν διαστροφέας.
Βίδωσε το βλέμμα μου στο κενό.
Για ένα άλμα κατά κει.
Σάλτο, κι εγώ να βγω πια από μένα
Στην αγκαλιά του ακαθόριστου που είμαι αφημένος… 
Πήδημα στο κενό και πια… απεριόριστος !
Όμως το κάθισμα γεννά μονάχα υπομονή
Σπέρνει την καρτερία.

Μα ο Αντώνιος είναι ένας κάβος λυτός σ’ ακίνητο καράβι !
Όχι ! Είμαι μια παραχάραξη.
Είμαι η διαστροφή !
Κι αν κάποτε ανοίγεις την κουρτίνα σου βγάζοντας
ένα μικροσκοπικό λαγό για να με ηρεμήσεις
λέγοντας σωρό το ψέμα πως μου αρμόζει πούπουλα ο λαγός για ένα μέλλον
άγνωστο απόλυτα, πια δεν θέλω ν’ ακούσω.

Είμαι απελπισμένος !
Με πνίγουνε τα όρια, με πνίγει κι η βρωμιά μου !
Είμαι μια παραχάραξη.
Είμαι η διαστροφή !
Είμαι ένα κάθισμ’ αδειανό ! »

Στην έρημο γεννιούνται όστρακα, κοχύλια
Ψάρια φυτρώνουν στην άμμο της
Και συνεργάζονται στη σύνθεση μιας συμφωνίας σε άγνωστο μινόρε.
Ορχήστρα τα κοχύλια,
Λογογραφούν τα ψάρια
Στους λαβυρίνθους τού καθισμένου Αντώνιου :
«Σπάσε το κάθισμα που είσαι !
Ρήμαξε τη στέρφα προσμονή
Που στείρωση τής ορίστηκε πάντα στα μέρη τούτα.
Σπάσε το κάθισμα που είσαι !
Και φόρεσε πατίνια
Και κύλα μέσα στη ροή.
Είναι κι αυτό ευσέβεια !
Και κύλα μέσα στη ροή
Μαζί με τ’ άρματά σου.
Γύρνα την πλάτη στο κενό
Πάψε το άλμα να ποθείς
Και τίμα καθεμιά μορφή.
Είναι τα πράγματα χρώμα γεμάτα,
Σώσε τον πίνακά τους !
Fata morgana η έρημος, δεν εξανθίζει κρίνος.
Θα μείνεις ένα κάθισμα μέχρι να ξεψυχήσεις
Και τότε οι έγχρωμες μορφές που έσβησες στην άμμο
Πικρά θα σε εκδικηθούν
Χορό αιώνιο στήνοντας στο κέντρο της καρδιάς σου…
Σπάσε το κάθισμα που είσαι !
Σπάσε το κάθισμα που είσαι ! »

Με το κεφάλι του στο κάθισμα σκυμμένο
Και ξέψυχος σχεδόν από την πανηχία
Το νου του στύλωσε στο σταυρουδάκι
Που κρεμόταν και σαν άγκυρα το ’συρε
Στη θάλασσα ολόγυρά του που αστραφτοβόλαγε
Και την εξαφάνισε σαν Fata morgana !
«Αντώνιε, απελπισία.
Κάθισμα μείνε στην προσδοκία των ερήμων.
Σ’ αυτά που έκαμες αρχή προδότες δεν θα βρεις.
Πρόσμενε.
Κάθισμα.
Ρίζωσες πια σε γόνιμο χωράφι : απελπισία !
Δηλαδή, ξέφυγες απ’ τα είδωλα ! Για πάντα !
Να ένας απ’ της ερήμου τους ανθούς !
Ο άλλος είν’ η άγνοια, που ρίζα σου κι εκείνη… 
Κι αν όντως ρίζα σου καλέ
Γνωρίζεις πια πως κάτοχος εκπλήξεων δεν είσαι
Ούτε και ιδιοκτήτης βλαστών και κήπων…
Αντώνιε μείνε κάθισμα.
Αντώνιε μείνε κάθισμα. »

© ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου