Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ " ΜΗ - ΗΡΩΑΣ"





ΜΗ - ΗΡΩΑΣ

Αυτός, που, ακούγοντας το βήμα των συντρόφων του
να ξεμακραίνει πάνω στα χαλίκια, μες τη μέθη του,
αντί να κατεβεί τη σκάλα που 'χε ανέβει, πήδησε ίσα
τον τράχηλό του κόβοντας, έφτασε πρώτος
μπροστά στο μαύρο στόμιο. Κι ούτε που άγγιξε
το αίμα του μαύρου κριαριού. Το μόνο που ζήτησε
ήταν μια πήχη τόπος στ' ακρογιάλι της Αιαίας
κ' εκεί να στήσουν το κουπί του - εκείνο που 'λαμνε
πλάι στους συντρόφους του. Τιμή, λοιπόν, και δόξα
στ' όμορφο παλικάρι. Αλαφρόμυαλο το 'παν. Ωστόσο
μήπως δε βοήθησε κ' εκείνο κατά δύναμη
στο μεγάλο ταξίδι τους; Για τούτο, κιόλας, ο Ποιητής
το μνημονεύει χώρια, αν και με κάποια περιφρόνηση,
κ' ίσως γι' αυτό ακριβώς με πιότερο έρωτα.

Γιάννης Ρίτσος, "Μη-ήρωας", Μαρτυρίες. Σειρά δεύτερη, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, [7]1977, σ. 102.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Το μυθολογικό στοιχείο στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου

Του Βίκτορα Σοκολιούκ





Εξετάζοντας τα πολυάριθμα μυθολογικά στοιχεία στους ποιητικούς κύκλους και τα μεγάλα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, ο ερευνητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, η συνειρμική απομάκρυνση του απεικονιζόμενου από τον ποιητή επεισοδίου από το μυθολογικό θέμα, ο τονισμός ότι η ελληνική μυθολογία έχει τη βάση της στην ίδια τη ζωή, η χρησιμοποίηση συμβολισμού πανανθρώπινης σημασίας, οι συνειρμικές γέφυρες από τη σύγχρονη εποχή στη μυθολογία και η δημιουργία στα ποιήματα καταστάσεων που εσωτερικά είναι συγγενικές με τις μυθολογικές, όλα αυτά μαζί εξυπηρετούν με συγκεκριμένο τρόπο τους καλλιτεχνικούς στόχους.

Στις σκέψεις του ποιητή για τη μυθολογία, στην πληθώρα των μυθολογικών λεπτομερειών, μοτίβων και προσώπων, ο αναγνώστης συναντά συνέχεια κάτι πιο σημαντικό που δεν έχει εφήμερο χαρακτήρα και που ανοίγει το δρόμο για τα απόκρυφα μυστικά της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης. Αιώνια είναι σύμφωνα με τον Ρίτσο η προσμονή της Πηνελόπης (Μαρτυρίες, Σειρά δεύτερη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1974, σ. 39· "Επαναλήψεις", Αθήνα, 1972, σ. 69), τα μητρικά αισθήματα της Νιόβης (Επαναλήψεις, σ. 62), η αγάπη της Αλκμήνης {Επαναλήψεις, σσ. 54, 76), η πορεία των Αργοναυτών προς το σκοπό τους (Μαρτυρίες, Σειρά δεύτερη, σ. 85) κλπ.
Σύμφωνα με τον ποιητή αυτά και πολλά άλλα ανθρώπινα συναισθήματα, βιώματα, αισθήσεις που απεικονίστηκαν στη μυθολογία, εμφανίζονται απαράλλακτα σε διάφορες ιστορικές εποχές σε διάφορες συγκεκριμένες μορφές. Παρά τις «προόδους στα καπέλα, στα ενδύματα, στις ομπρέλες, στα αμάξια, στα βιολοντσέλα, στη μαγειρική, στις φυλακές, στα αερόπλοια» («Χρυσόθεμις», σ. 180), κάποιες θεμελιώδεις αρχές του ανθρώπου παραμένουν χωρίς ουσιαστικές αλλαγές:

Ευτυχώς, - είπε - κάτι τέτοια μας μένουν,
παρηγορητικά, αναλλοίωτα, ενωμένα,
έτσι σαν να 'μαστε αναλλοίωτοι κ' εμείς
(«Απόσταγμα», Επαναλήψεις, σ. 79)

Όπως υποθέτει ο ποιητής, δεν αλλάζουν μόνο τα συναισθήματα και τα βιώματα, αλλά και μερικά σύνολα, συστήματα κοινωνικών φαινομένων και διαπροσωπικών σχέσεων, μερικές καταστάσεις από τη ζωή που το πρότυπο τους υπάρχει μέσα στη μυθολογία:

Κουράστηκα να λέω χρονολογίες - 590,447, 356· -
αλλάζουν οι αριθμοί, και οι άνθρωποι ίδιοι, οι πόλεμοι ίδιοι.
(«Δελφοί», σ. 303)

Η παραγωγική ανάπλαση των μυθολογικών καταστάσεων, στα ποιήματα στο επίπεδο της σύγχρονης εποχής, μοιάζει να εικονογραφεί αυτή τη θέση. Όπως κάποτε η Δήμητρα αναζητούσε την Περσεφόνη, η γριά από το ποίημα «Ανασκαφές, Ι» (Διάδρομος και Σκάλα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1973, σ. 91) αναζητά την κόρη της Άννα. Για να υπογραμμιστεί ακόμη περισσότερο το αιώνιο της κατάστασης, ο ποιητής δείχνει πως η σύγχρονη γριά μητέρα προσπαθεί να αναζητήσει την κόρη της στον τόπο των ανασκαφών (θα έλεγε κανείς στην ιστορία). Σε άλλο ποίημα της ίδιας συλλογής υπάρχει μια άλλη "αιώνια" κατάσταση:

Κι αυτός, ασάλευτος,
δεμένος στον τροχό, με την ιδέα πως ταξιδεύει τάχα,
νιώθοντας τον αγέρα να χτενίζει προς τα πίσω τα μαλλιά του,
παρατηρώντας τους συντρόφους του, πετυχημένα μεταμφιεσμένους σε πολυάσχολους ναύτες, να τραβούν ανύπαρχτα κουπιά, να βουλώνουν τ' αυτιά τους με κερί, ενώ οι Σειρήνες είχαν πεθάνει εδώ και τρεις χιλιάδες τουλάχιστον χρόνια.
(«Η σκάλα»)

Εδώ, όπως και σε όλη τη μυθολογική ποίηση του Ρίτσου, συναντάμε μία σειρά περιεκτικές φόρμες που δεν έχουν κοινωνικό και χρονικό προσδιορισμό, στις οποίες αντανακλάστηκαν τα περισσότερο θεμελιακά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κατανόησης του κόσμου, της προσωπικής και κοινωνικής του συμπεριφοράς. Αυτές τις φόρμες θα τις ονομάζουμε μυθολογικά μοντέλα.

Δεν είναι δύσκολο να προσέξουμε ότι στα πλαίσια των μυθολογικών μοντέλων ο Ρίτσος ξεχωρίζει μερικές σταθερές ιδιαιτερότητες της ανθρώπινης αντίληψης του κόσμου, καθώς επίσης και κάποιες μοναδικές καταστάσεις από τη ζωή. Σχετικά με αυτό ξεχωρίζουμε μέσα στα μυθολογικά μοντέλα τους μυθολογικούς τύπους και τους μυθολογικούς ρόλους.

Με το μυθολογικό τύπο εννοούμε τις γενικές μορφές σκέψης, φαντασίας, βιωμάτων, τα κοινά συναισθήματα, τις ηθικές έννοιες κλπ. Με το μυθολογικό ρόλο εννοούμε τον τύπο της κοινωνικής συμπεριφοράς, τη συγκεκριμένη παραλλαγή επίλυσης της κατάστασης μιας κοινωνικοψυχολογικής σύγκρουσης που περιέχεται στο μύθο. Ο μυθολογικός ρόλος, ως συνήθως, προϋποθέτει το πρόβλημα της εκλογής.

Έχοντας σαν στόχο την ποιητική έρευνα «του οξύτατου και βαθύτατου και αποφασιστικού προβλήματος, του δυσμετάβλητου της ανθρώπινης ύπαρξης, της φύσης του ανθρώπου και της σχέσης του με τις κοινωνικές συνθήκες» («Περί Μαγιακόβσκη», "Μελετήματα", εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1974, σ. 29), ο ποιητής επιδιώκει να "παρουσιάσει" τα πιο "αντικειμενικά" μυθολογικά μοντέλα. Μ' αυτό το σκοπό συνδυάζει συχνά στα ποιήματα του στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας και της χριστιανικής θρησκείας:

»Τη νύχτα, πλάι στις ροδοδάφνες, - έλεγε -

περπατούν ο Χριστός με τον Απόλλωνα [...].
Ο Απόλλωνας σωπαίνει.
Ο Χριστός σωπαίνει. Ο Ευρώτας κυλάει».


(«Κυκλική δόξα». Ποιήματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1972, τόμ. 3, σ. 76)

*Ο τόσο πρόωρα χαμένος ελληνιστής λογοτέχνης Βίκτωρ Σοκολιούκ, υπήρξε από τους σημαντικότερους μεταφραστές νεοελληνικής λογοτεχνίας στα ρωσικά αλλά και από τους μελετητές του έργου του Γιάννη Ρίτσου.


Ο ποιητής κάθε Πρωτομαγιάς....
Παρότι πέρασε τόσος καιρός από το θάνατο του Γιάννη Ρίτσου, στα 1990, το έργο του πορεύεται, όπως όλα τα έργα των δημιουργών που ταξιδεύουν ασυνόδευτα από τη φυσική παρουσία τους. Ο χρόνος που χρειάζεται για να διαγνωσθεί, εκ του ασφαλούς, κατά πόσο το έργο του Ρίτσου θα αντέξει στο χρόνο, είναι ακόμα μακρύς. Ίσως θα πρέπει να «ξεχαστεί» κι άλλο μέχρι να «ανακαλυφθεί» ξανά. Ίσως άλλοι, απρόβλεπτοι παράγοντες, να συμβάλουν προς τη μια ή προς την άλλη εξέλιξη. Ίσως, τέλος, η αδιαμφισβήτητη αξία του να το κάνει, ώστε να ξεπεράσει τη συνωμοσία σιωπής που εξυφαίνεται γύρω του.

Η αναφορά στη λέξη συνωμοσία γίνεται συνειδητά, και όχι για να κάνουμε κυνήγι μαγισσών. Μα, δεν μπορούμε και να παραβλέψουμε τις αιτίες. Πως οι φίλοι και οι εχθροί τον θεωρούν κομμουνιστή, πράγμα που τους κάνει να τον αντιμετωπίζουν εξαρχής με μια ετικέτα, η οποία λειτουργεί αλλιώς στην κάθε πλευρά. Και πως το έργο του έχει μεγάλη έκταση. Που δεν αποτρέπει τον αφοσιωμένο λάτρη της ποίησής του. Όλους τους υπόλοιπους, όμως;

Ο Γιάννης Ρίτσος δεν προσήλθε στην Αριστερά με τις αποσκευές της συμβατικότητας. Συντάχθηκε με το κομμουνιστικό κίνημα στην εξαιρετικά δύσκολη δεκαετία του '30, αφού πριν, στα σανατόρια απ' τα οποία πέρασε (ως άπορος, αυτός, το πρώην αρχοντόπουλο), σπούδασε τις μαρξιστικές ιδέες και συγχρωτίστηκε με τους επαναστατημένους της εποχής.

Ο Γ. Ρίτσος εξεγειρόταν σε όλη του τη ζωή κατά της αδικίας, με το γόνιμο τρόπο του ανυπότακτου. Ήταν εναντίον της εξουσίας, όσο κι αν του στοίχισε αυτό. Πιστός στην κομμουνιστική ιδεολογία του και ασυμβίβαστος, αρνούνταν ό,τι καταστρέφει και υποβαθμίζει τη ζωή και υπηρετούσε ό,τι την έκανε να αξίζει.

Η ανιδιοτέλεια της ποίησής του.....
Σε καιρούς που το πρόσωπο της Επανάστασης προβάλλει μερικές φορές χαρακωμένο, ίσως οι επαναστατικές του δημιουργίες να μη συνεγείρουν όπως παλιά. Κι όμως. Πάντοτε, υπάρχει το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Αυτό που παρουσιάζει την ανθρώπινη αγωνία του ποιητή. Την ωραιότητα της πίστης του. Την ανιδιοτέλειά του. Την ποιητική του. Πιστεύει κανείς ή όχι στα οράματα του Γιάννη Ρίτσου, αρκεί η συναίσθηση ότι ο κόσμος του ήταν ένας κόσμος, για τον οποίο «γίνεσαι ικανός να πεθάνεις», όπως σημείωνε ο Τάσος Λειβαδίτης, για να συγκινηθείς. Κι εν πάση περιπτώσει, η δημιουργία του είναι πολυσήμαντη, δεν περιστρέφεται όλη γύρω από έναν άξονα.

Οι αστοί - με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως του Παντελή Πρεβελάκη - δεν του συγχώρησαν ποτέ την ιδεολογική και πολιτική ένταξή του. Αυτή είναι η πρώτη εμμονή τους. Δεν του συγχωρούν και σήμερα ότι δεν είχε αμφιβολίες και, ταυτοχρόνως, ότι «στράτευσε» μέρος της ποιητικής του δραστηριότητας στις αξίες της Επανάστασης. Δεν αντιμετωπίζουν το έργο του στην ολότητά του.

Δέχονται έναν Ρίτσο διαφορετικό από αυτόν που είναι στην πραγματικότητα. Παραλείπουν να ασχοληθούν με το όλον του έργου του (οι φωτεινές εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά δεν είναι, αριθμητικά, αντάξιες ενός τέτοιου έργου). Ανακρίβεια;

Θυμήθηκε κανείς, πως πέρσι, την Πρωτομαγιά, συμπληρώθηκαν τα ενενήντα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή; Θα θυμηθεί κάποιος ότι φέτος, την Πρωτομαγιά ακριβώς, συμπληρώνονται 91, κι ας μην είναι στρογγυλή η επέτειος; Ας το σκεφτεί τουλάχιστον ο καθένας από μας και ας του αποδώσει τις τιμές που του αξίζουν, με το να βυθιστεί, έστω και για λίγο, στο «σώμα» της ποίησής του.

Η «οφειλή» των συντρόφων του...
Δε θα έλεγε κανείς πως και οι σύντροφοι ξέρουν καλά το έργο του. Πως είναι σε θέση να το υπερασπίσουν, να το προασπίσουν, να το διαδώσουν, όπως του αξίζει. Όσο ο ποιητής βρισκόταν ανάμεσά μας, συγκινούνταν πολύ να τον γνωρίζουν με τις δυο του ιδιότητες και μόνο (του συντρόφου και του ποιητή), κι ας μην το ξέρουνε καλά καλά - γιατί τον αποδέχονται - αν και η αποδοχή αυτή ήταν πλήρης. Τώρα, όμως; Φτάνει αυτό; Δεν ήρθε ο καιρός να σκύψουμε και πάλι στο έργο του, να το μελετήσουμε, να το κατανοήσουμε, να μας συνεγείρει;

Η δεύτερη εμμονή των αστών είναι και η πλέον διαδεδομένη. «Έγραφε πολλά», ακούς. Και υπονοούν ότι η ποσότητα δε συμβαδίζει με την ποιότητα. Κι ακόμα: «δεν έσκιζε», επιμένουν, κι ας ξέρουν - και οφείλουν όσοι μιλούν γι' αυτό να ξέρουν - ότι έσκισε, κι έκαψε δεκάδες έργων και εκατοντάδες σελίδων.

Ο Ρίτσος σμίλεψε την ασπίδα της ποίησης («ωραία ασπίδα, πιο ωραία ακόμα κι απ' του Αχιλλέα») πιο πολύ από τη μέθη της δημιουργίας. Η ποίηση για εκείνον ήταν πράξη έρωτα, απαραίτητη τροφός, συνοδός, σύντροφος. Έγραφε «από ανάγκη», μένοντας πολύ συχνά ξάγρυπνος, πεινασμένος, διψασμένος, δουλεύοντας δέκα, δώδεκα και μερικές φορές δεκαοκτώ και είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο. Περηφανευόταν αυτός «ο πολυγράφος, ο ακόρεστος» για την παραγωγή του, φέρνοντας πάντοτε παράδειγμα τον Σοφοκλή, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Αγαπούσε πολύ ωστόσο και τον Καβάφη, με τα 154 μόλις ποιήματα.

Ποιητής ήταν και όταν δεν έγραφε. Παρατηρούσε, σε θέση μάχης πάντα και ποτέ σε θέση ανάπαυσης, μήπως και χάσει το απειροελάχιστο χρώμα από τα πράγματα. Έκανε ατέρμονες αγώνες δρόμου για να αιχμαλωτίσει τη στιγμή, λαχταρούσε μη και δεν την αθανατίσει. Μέσω της ποίησης, προσελάμβανε τα πάντα, μέσω αυτής ήθελε και να τα μοιράζεται («το πιο βαρύ φορτίο είναι το φως που δεν μπορούμε να το δώσουμε»).

Ήταν, λοιπόν, όλα τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου ισάξια; Κανείς δεν το ισχυρίζεται αυτό. Όμως, όλα είναι απαραίτητα για να συγκροτήσουμε σωστά το σώμα της Ποιητικής του. Να δούμε τις κάμψεις και τις ανόδους της. Να παρατηρήσουμε τις αλλαγές και τις στροφές που κάνει. Κι αν τέλος πάντων για τον αμύητο αναγνώστη χρειάζεται ίσως μια ανθολογία (καλό θα έκανε στο έργο του ποιητή μια σοβαρή ανθολόγηση ή και περισσότερες, από ανθρώπους όμως που ασχολούνται χρόνια με αυτό), για τον μελετητή δεν είναι απαραίτητη. Αν δεν ξέρεις το όλον, δεν μπορείς να ασχοληθείς με το μέρος.

Παρηγορητής του κόσμου
Ο Γιάννης Ρίτσος, αυτός ο «απαρηγόρητος παρηγορητής του κόσμου», πρόσφερε παραμυθία σε πολλούς από μας αμέτρητες φορές. Κι όσο κι αν είναι δυστύχημα που στα τελευταία χρόνια όλο και σπανιότερα διαβάζουμε κάτι για τον ποιητή (με την έννοια ότι όσα γράφονται συνήθως βοηθούν στην εκ νέου ανακάλυψη ή και στην καλύτερη γνωριμία), έρχονται πολλές νέες γενιές, που πιστεύουν στον Έρωτα και στην Επανάσταση και που «δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό».

Όταν φτάνεις να αισθάνεσαι την ανάγκη πως πρέπει «να λες: ουρανός. Κι ας μην είναι», τότε ο Γιάννης Ρίτσος είναι έτοιμος να μπει στην ψυχή σου. Και, δεν μπορεί, κάπου θα συναντηθείτε.

Θα συναντηθείτε στις δύσκολες κορφές και στα μονοπάτια του αγώνα, εκεί όπου έδωσε τις ωραιότερες μάχες για να επικρατήσει το Δίκιο. Θα συναντηθείτε στην καθημερινότητα, που πάντα την αντιμετώπιζε σαν κάτι το ξεχωριστό. Θα διασταυρωθούν οι σκέψεις σας για τον Κόσμο, για τα Πράγματα, για την Ελευθερία. Θα συγκινηθείτε με τις επιλογές του, με τα μεγαλοφυή του πετάγματα, με τις σταθερές του και με τις αμφιβολίες του. Θα συμφωνήσετε μαζί του, πως εκείνο «που επιζεί του θανάτου σου είναι αυτό που στερήθηκες στη ζωή σου» («Γραφή Τυφλού»). Θα επαναλάβετε με πείσμα: «Ζωή - ένα τραύμα στην ανυπαρξία» («Πέτρες - Επαναλήψεις - Κιγκλίδωμα»). Και θα θαυμάσετε τον τρόπο, με τον οποίο τα έλεγε όλα. Ενδεικτικό μονάχα, το ποίημα «Πραγματικά χέρια» από τη «Γραφή Τυφλού», γραμμένο μέσα στη χούντα:




«Αυτός που χάθηκε ανεξήγητα ένα απόγευμα (ίσως/ και να τον πήραν) είχε αφήσει στο τραπέζι της κουζίνας/ τα μάλλινα γάντια του σα δυο κομμένα χέρια/ αναίμακτα, αδιαμαρτύρητα, γαλήνια, ή μάλλον/ σαν τα ίδια του τα χέρια, λίγο πρησμένα, γεμισμένα/ με το χλιαρόν αέρα μιας πανάρχαιης υπομονής. Εκεί,/ ανάμεσα στα χαλαρά, μάλλινα δάχτυλα,/ βάζουμε πότε - πότε μια φέτα ψωμί, ένα λουλούδι/ ή το ποτήρι του κρασιού μας, ξέροντας καθησυχαστικά/ ότι στα γάντια τουλάχιστον δεν μπαίνουν χειροπέδες».

Στα δικά του χέρια πάντως, όσες φορές κι αν τις φόρεσαν, ήταν σαν να μην υπήρχαν. Συνέχισε να γράφει όπως αισθανόταν, με την ωραία βεβαιότητα: «αυτό το χαμόγελο κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν». Και ποτέ δεν μπόρεσαν.

( Το κείμενο αυτό της Αντιγόνης Καρατάσου, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» στις 29-4-2000)


Η μεγάλη στροφή στην ελληνική ποίηση...
Όταν το 1963 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί Γιάννη Ρίτσο και εκδίδει τον "Επιτάφιο", μια σελίδα της ιστορίας έχει γυρίσει. Ένα στοίχημα ξεκινάει και, αν δεν μεσολαβούσε η Δικτατορία, θα κερδιζόταν νωρίτερα από το '74. Γιατί ο Μίκης συνεχίζει ακάθεκτος: 1964 "Άξιον Εστί" (Οδυσσέας Ελύτης), 1966 "Μικρές Κυκλάδες" (Οδυσσέας Ελύτης) αλλά και "Ρωμιοσύνη" (Γιάννης Ρίτσος). Τέσσερα χρόνια αργότερα και στο εξωτερικό πια θα συνεχίσει τη μελοποίηση ποιητικών κειμένων με την "Κατάσταση Πολιορκίας" (Ρένα Χατζηδάκη) και το "Πνευματικό Εμβατήριο" (Άγγελος Σικελιανός), για να ακολουθήσουν το 1973 τα "18 Λιανοτράγουδα της πικρής Πατρίδας" (Γιάννης Ρίτσος) και το 1974 ο "Ήλιος κι ο Χρόνος" (Γιώργος Σεφέρης).

Δύο χρόνια μετά το Θεοδωράκη, το 1965, ο Μάνος Χατζιδάκις κυκλοφορεί το δίσκο "Ματωμένος Γάμος Παραμύθι χωρίς όνομα", με τραγούδια από τα έργα των Λόρκα και Καμπανέλλη αντίστοιχα, σε στίχους του ποιητή και σταθερού συνεργάτη του Νίκου Γκάτσου το πρώτο, και του ίδιου του συγγραφέα το δεύτερο. Το παιχνίδι με την ποίηση ο Χατζιδάκις θα το κερδίσει πανηγυρικά το 1972 με το "Μεγάλο Ερωτικό", ένα δίσκο-σταθμό στην ελληνική δισκογραφία και από άποψη μουσικής φόρμας και λόγω του σπουδαίου λόγου που ενεδύθη το μέλος: Καβάφης, Ελύτης, Μυρτιώτισσα, Σολωμός, Λόρκα ­πάλι σε μετάφραση Γκάτσου Σολομών κ.ά.

Το παράδειγμά τους θα ακολουθήσει το 1969 ο Γιάννης Μαρκόπουλος ("Ήλιος ο Πρώτος", ποίηση Οδυσσέα Ελύτη), ενώ ο νεοαφιχθείς από τη Γαλλία Γιάννης Σπανός θα εκδώσει τις τρεις "Ανθολογίες" του (1967, 1968 και 1975 κατά σειρά), γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία με την Τρίτη. Το 1975 θα εκδώσει και ο Δήμος Μούτσης την "Τετραλογία" του σε ποίηση Σεφέρη, Καβάφη κ.ά., ένα δίσκο-τομή για την εποχή, κυρίως ως προς τις μουσικές φόρμες που δοκιμάζει ο συνθέτης, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα ο Θάνος Μικρούτσικος θα βάλει στα χείλη όλων τον παραγνωρισμένο τότε Νίκο Καββαδία με τον κλασικό πλέον "Σταυρό του Νότου".

Αυτό που συνέβη τότε ήταν πολύ τολμηρό. Μιλάμε για μια εποχή που τα τραγούδια τραγουδιόνταν, στις ταβέρνες, στις παρέες, στους δρόμους, στα μπαλκόνια. Φυσικά, το "Άξιον Εστί" ή ο "Μεγάλος Ερωτικός" ουδέποτε τραγουδήθηκαν εκεί ­δεν ήταν, άλλωστε, ο φυσικός τους χώρος ούτε γνώρισαν την επιτυχία που τους επεφυλάχθη δέκα-δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή τους. Ωστόσο, υπέδειξαν μια αισθητική εντελώς διαφορετική από την κρατούσα και απέδειξαν ότι το τραγούδι μπορεί να είναι μια τρίλεπτη υπόθεση μεγάλης σημασίας. Αλλά όλα αυτά ο πολύς κόσμος τα κατάλαβε και τα τίμησε αργότερα.


Η σχέση του Γιάννη Ρίτσου με το Καρλόβασι Σάμου.....
Ο Γιάννης Ρίτσος, ο μεγάλος ποιητής του Ελληνισμού, είχε ιδιαίτερη σχέση με το Καρλόβασι της Σάμου, η οποία αρχίζει το 1954, όταν παντρεύεται την καρλοβασίτισσα γιατρό κυρία Γαρουφαλίτσα, το γένος Γεωργιάδου. Τον επόμενο χρόνο γεννιέται εκεί η κόρη του, Έρη.

Η οικογένεια Ρίτσου εγκαθίσταται στο Καρλόβασι και ο ποιητής ζει μεγάλα χρονικά διαστήματα στην πόλη. Το 1968 βρίσκεται στο Καρλόβασι σε κατ' οίκον περιορισμό. Μετά το 1974, οι επισκέψεις του είναι συχνές και η σχέση που αναπτύσσει με το Καρλόβασι γίνεται πιο στενή. Το 1982 ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης του Δήμου Καρλοβασίων.

Όλοι οι Καρλοβασίτες τον θυμούνται να κάθεται τα απογεύματα στην παραλία θαυμάζοντας το ηλιοβασίλεμα.

Από τις πιο αγαπημένες του ασχολίες ήταν να ζωγραφίζει πέτρες και αντικείμενα σε πηλό στο αγγειοπλαστείο του Βασίλη Κοντορούδα. Πολλά απο τα ποιήματά του είναι γραμμένα στο Καρλόβασι. Στην ποιητική του συλλογή "Χρονικό", (1957), απεικονίζεται εμμέσως πλήν σαφώς το Καρλόβασι της δεκαετίας του 1950.

Η πρώτη του αναφορά στη Σάμο (1955)
Έχω ένα πουκάμισο
απ' τα φώτα των νερών
έχω ένα χρυσό σακκάκι
απ' το λιόγερμα της Σάμος
έχω μια δόξα
απ' τα πρώτα σου χαμόγελα.

Και μια από τις τελευταίες του (1979)
Βαθύ Καρλοβασίτικο φεγγάρι
πάνω απ' τις κραυγές των εραστών βατράχων.

Γιάννη Ρίτσου «Το Εμβατήριο του ωκεανού»



Η Συλλογή «Το Εμβατήριο του ωκεανού» γράφτηκε από τον Γιάννη Ρίτσο στα 1939 – 1940. «Όσοι έζησαν μέσα σε ερείπια έχουν ακροαστεί τα δόντια του χρόνου να σαρακίζουν τα ξύλα: χρόνου διαφορετικού από εκείνον που ακούγεται μπροστά στο πέλαγο. Ο ένας είναι ο σταθμητός χρόνος της Ιστορίας, ο άλλος, ο άπειρος χρόνος της αιωνιότητας. Ο Ρίτσος γνώρισε και τον ένα και τον άλλο. Αυτή η αρχική αίσθηση προοιωνίζει – για να μην πω προδικάζει – τη διπολικότητα του βίου του: του επαναστάτη που λυτρώνεται μέσα στην Ιστορία, του ποιητή που αγωνίζεται για την αιωνιότητα» γράφει ο Παντελής Πρεβελάκης στο βιβλίο του «Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος», Εκδόσεις Κέδρος, 1981, σσ. 103 – 104.

Ο τίτλος («Το Εμβατήριο του ωκεανού») σχετίζεται άμεσα με την μουσική, όπως άλλωστε και κάποιοι άλλοι τίτλοι έργων του Ρίτσου αυτής της περιόδου («Το τραγούδι της αδελφής μου» - 1937, «Εαρινή συμφωνία» - 1938, «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» - 1943). Αυτή η άμεση σχέση της Σύνθεσης με τη μουσική φανερώνεται μέσα από πολλούς στίχους:

Κηδέψαμε προχτές το πρώτο χελιδόνι

με τα θλιμμένα φ λ ά ο υ τ α των λουλουδιών.




…και τ ρ α γ ο υ δ ά μ ε τη θάλασσα

κοιτώντας το ασημένιο σύννεφο

πλάι στ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι.




Ακούσαμε το τ ρ α γ ο ύ δ ι της θάλασσας

και δε μπορούμε πια να κοιμηθούμε.




…μετέωρο κατάφωτο ασίγαστο

το τ ρ α γ ο ύ δ ι της θάλασσας…


Έξω από τα παράθυρα το γαληνό κ ι θ ά ρ ι σ μ α του μπάτη…




Φτιάξαμε τον α υ λ ό μας

με τα κόκκαλα που πέταξε χτες βράδι

μπρος στην αυλή μας η φουρτούνα τ ρ α γ ο υ δ ώ ν τ α ς.



Άκουσε το τ ρ α γ ο ύ δ ι μας μητέρα

το τ ρ α γ ο ύ δ ι του νέου ταξιδιού…

Η θάλασσα δεν κλαίει.



Τ ρ α γ ο υ δ ά ε ι.


Μες στη ματιά των κοριτσιών τρεμίζει ο ήχος

ενός μεγάλου δάσους πρωινού

μια μ ο υ σ ι κ ή διαύγειας

κι εμπιστοσύνης.




Στο παιδικό προσκέφαλο γυαλιστερά κοχύλια

κυανές φωνές του ωκεανού

οι Σειρήνες με λ ύ ρ ε ς από κόκκαλα ψαριών.




…κι αν μ ε λ ω δ ο ύ ν τον ύπνο της ωχρής γαλήνης…




…τα παιδικά μας μάτια οσφραίνονταν τη σιωπή

άκουγαν την έλευση της νύχτας

άκουγαν το φ λ ά ο υ τ ο της ομορφιάς…




Αν είναι το κύμα ζεστότερο απ’ την αγάπη

και το καράβι ζεστότερο απ’ το λιμάνι

εσύ το ξέρεις

καθώς τ ρ α γ ο υ δ ά ε ι στα μαλλιά σου η φυγή…




Πού πήγε η ο ρ χ ή σ τ ρ α των μικρών κοριτσιών

στον παραθαλάσσιο κήπο…




Ας φύγουν όλα. Ας φύγουν όλα.

Εγώ θα μείνω πάλι

άντικρυ στον πλατύ ουρανό

άντικρυ στη μεγάλη θάλασσα

δίχως πικρία και παράπονο

να τ ρ α γ ο υ δ ώ.




Μας πήραν το θαλασσινό τ ρ α γ ο ύ δ ι

μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια.




…θυμάσαι το γέρο καπετάνιο

που ξέχασε το λιμάνι κοιτάζοντας τ’ αστέρια

για να κερδίσει τη νιότη τ ρ α γ ο υ δ ώ ν τ α ς τη θάλασσα;




Η μεγάλη ά ρ π α του λυκόφωτος

αφημένη στην πυκνή σκιά του δάσους.




Τ ρ α γ ο ύ δ ι βραδινό πάνω απ’ τους πόντους

συντροφευμένο με την απουσία των πραγμάτων

που ανθίζουν στον αιώνιο κύκλο

της σιωπής και της αγάπης.




…για κάποιους Άγγελους ξανθούς

που αρραβωνιάστηκαν τη θάλασσα

και ξέχασαν το θεό

παίζοντας σ ά λ π ι γ γ ε ς αλλόφρονες…




Το αιώνιο τ ρ α γ ο ύ δ ι του πόντου απαντά στο κενό

και γεμίζει το μηδέν με καρδιά και με ήλιο.




Αδέλφια μου

ακούστε τη φωνή σας, τη φωνή μου

ακούστε το τ ρ α γ ο ύ δ ι του ήλιου και της θάλασσας.





Όπως δηλώνεται από τον τίτλο, κύριο θέμα της Συλλογής είναι η θάλασσα… Η απόφαση για ένα ταξίδι μακρινό, η φυγή από τη στυγνή πραγματικότητα, η επιστροφή στην αγνότητα των παιδικών χρόνων αποτελούν θέματα που ήταν συνηθισμένα στην εποχή του μεσοπολέμου. Αναμφισβήτητα, στο «Εμβατήριο του ωκεανού» το όνειρο… του μεγάλου ταξιδιού τρέφεται με μνήμες από τον βράχο της Μονεμβασιάς, γενέτειρας του Γιάννη Ρίτσου.

«…Η μέθη της νιότης και του έρωτα, η ασυγκράτητη δίψα της ζωής, η αίσθηση ευδαιμονίας εναρμονίζονται με το φυσικό περιβάλλον όπου κυριαρχούν οι βασικές μεσογειακές συνισταμένες – ο ήλιος και η θάλασσα. Άλλο κοινό σημείο, επίσης πυλώνας της ελληνικότητας, είναι, το μοτίβο του ταξιδιού, και σ’ αυτό πολύ ενδεικτική είναι η σύγκληση του Ρίτσου (“Εμβατήριο του ωκεανού”) με τον Σεφέρη (Μυθιστόρημα και σειρά ποιημάτων που δημοσιεύονται, το 1938, στα “Νέα Γράμματα” και θα συμπεριληφθούν, το 1940, στο “Ημερολόγιο καταστρώματος”). Το ταξίδι, ο δρόμος λειτουργούν ως σύμβολα της πορείας, ατομικής και συλλογικής, του Ελληνισμού, που στον Ρίτσο προβάλλει προς το παρόν περισσότερο στη μυθοποιούμενη, συμβολική διάσταση, ενώ στον Σεφέρη είναι πολύ αισθητός ο ιστορικός, φιλοσοφικός αναστοχασμός, χρωματισμένος με οδύνη...» γράφει μεταξύ άλλων η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Σόνια Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου, η οποία υπογραμμίζει πως «Τα δύο συνθετικά λυρικά ποιήματα του Ρίτσου –“Εαρινή συμφωνία” (1937-1938) και “Το εμβατήριο του ωκεανού” (1939-1940)– είναι το “αστείρευτο άσμα” για την αγάπη και την ομορφιά της ζωής, που αναβλύζουν “απ’ τη πληγή”, για το “ρίγος της αιώνιας διάρκειας”…».

«Η έννοια “χρόνος” έχει προβληματίσει τον Ρίτσο· τη λέξη τη συναντούμε συχνά στην ποίησή του υπό διάφορες εκδοχές, αλλά πάντα με τον τελικό σκοπό να εννοηθεί το μυστήριο που κρύβει: διάρκεια, ημερολογιακός χρόνος, ψυχολογικός χρόνος, ροή και αναστολή του χρόνου, στιγμή και αιωνιότητα, συνεχής χρόνος… Μια έμμονη ιδέα!» σημειώνει εύστοχα ο Παντελής Πρεβελάκης (σ. 104).

Το εκπληκτικό είναι ότι στη Συλλογή «Το Εμβατήριο του ωκεανού» καλύπτεται συμβολικά ένα τεράστιο χρονικό διάστημα· συγκεκριμένα από τον Τρωικό Πόλεμο και τις περιπέτειες του Οδυσσέα μέχρι σήμερα…

Έξω στο λιακωτό σιμά στη θάλασσα

το βραδινό τραπέζι μας λιτό.

Μούσκευε στο κρασί ψωμί σταρένιο η Άνοιξη

και το φεγγάρι μυστικά ζωγράφιζε

στα ελληνικά χωματένια λαγήνια

σκηνές από την Τροία.





Το «Εμβατήριο του ωκεανού» είναι κατά βάση ένα ποίημα με καθαρά συμβολικό χαρακτήρα, και συμβολίζει τη φανταστική αποδημία που έχει ήδη επιχειρήσει ο Γιάννης Ρίτσος. Το μακρινό ταξίδι, και μάλιστα ο διάπλους του ωκεανού, είναι η πύλη της ελευθερίας, τόσο για τα μικρά παιδιά όσο και για τους ποιητές. Και ο ομηρικός Οδυσσέας, ο «πολύτροπος» ήρωας της «Οδύσσειας», είναι ο ενσαρκωτής της θαλασσινής περιπέτειας…
Καθώς Εκείνος έβγαινε απ’ τη θάλασσα γυμνός

χρυσός απ’ τ’ αυγινό νερό…


«Ο Οδυσσέας κινείται σε χρόνο μυθικό· διασκελίζει τις εποχές και τα έτη, ή ενδιατρίβει σε μια στιγμή. Ο χρόνος του Ρίτσου είναι ανθρώπινος…» γράφει ο Παντελής Πρεβελάκης (σ. 105).

Εκτός από τον Οδυσσέα, ο οποίος εμφανίζεται στο ποίημα είτε ως «Εκείνος» (Καθώς Εκείνος έβγαινε απ’ τη θάλασσα γυμνός…), είτε με το όνομά του (…και στα περβάζια του νησιού στενάζαν τα κορίτσια / που αρραβωνιάστηκαν τον Οδυσσέα), στο «Εμβατήριο του ωκεανού» συναντάμε και δυο ακόμη πρόσωπα από τον μυθικό χώρο του ομηρικού έπους, τον Λαέρτη (Ο Λαέρτης με το σκύλο του πάνω στο βράχο / θα περιμένει μάταια) και τη Ναυσικά (…φεύγαν η Ναυσικά κ’ οι ωραίες παρθένες έντρομες / πίσω απ’ τα δέντρα…). Παρούσες και οι Σειρήνες και η Ιθάκη (Πελαγίσια πουλιά στο φως και την αλμύρα / όνειρα ταξιδιών, μεγάλα ιστία / τ’ αυτιά μας ασφράγιστα στις φωνές των Σειρήνων / τα μάτια μας άγρυπνα. / Δεν υπάρχει καπνός μήτε Ιθάκη. / Άλλον ορίζοντα δεν έχουν πια οι ορίζοντες).
Η λατρεμένη φιγούρα της μητέρας εμφανίζεται συχνά στη Συλλογή…



Είχαμε τον κήπο μας στην άκρη της θάλασσας.

Απ’ τα παράθυρα γλυστρούσε ο ουρανός

κ’ η μητέρα καθισμένη

στο χαμηλό σκαμνί

κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης

με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών

με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη

γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια.




Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.

Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα

- μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου

- ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.



Η μητέρα μού κρατούσε τα χέρια.

Μα εγώ

πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο

πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά

στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής κ’ ευγένειας

κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.




Ένας γλάρος με φώναζε

στο βάθος της εσπέρας

εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών.



Πολύ συχνά μάλιστα, ο ποιητής απευθύνεται στη μητέρα, καθώς η λέξη «μητέρα» επαναλαμβάνεται ως συνήθης κλητική προσφώνηση στο έργο…



Μητέρα, ποιος χτυπάει

τη γαλάζια καμπάνα του ορίζοντα;




Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας

και δε μπορούμε πια να κοιμηθούμε.

Μητέρα

μη μου κρατάς το χέρι.




Άκουσε το τραγούδι μας μητέρα

το τραγούδι του νέου ταξιδιού.

Εσύ που κλαις το θάνατο

δε μας γνωρίζεις.

Η θάλασσα δεν κλαίει.

Τραγουδάει.




Το ’ξερες πως θα φύγουμε μητέρα

κι αλάτιζες το δείπνο μας με δάκρυ

σκυφτή και λυπημένη κάτω απ’ τ’ άστρα…




Ένας χορός παιδικός

έρχεται πίσω απ’ το βράδι

γυμνώνει τη σιωπή

ανασταίνει την άνοιξη.

Όμως ακόμη κρυώνω μητέρα.




Μητέρα, μητέρα

που αρνηθήκαμε

την τρυφερή σοφία των δακρύων σου

που ’ναι το μακρόθυμο χέρι σου

με την έκφραση της καρτερίας

που ’ναι το χέρι σου

ν’ ακούσουμε την αυγή και τη θάλασσα

να ζεστάνουμε τη μοναξιά;

Μητέρα

ο ουρανός γκρεμίστηκε

στα δάκρυα των αθώων.




Μητέρα δε μας μένει τίποτα.

Πού θ’ απαγγιάσουμε;

Πού θα κοιμηθούμε;


Οι εικόνες της θάλασσας και γενικότερα του φυσιολατρικού στοιχείου, τις οποίες ο Ρίτσος «ζωγραφίζει» με την ξεχωριστή δεξιοτεχνία του σε ολόκληρη τη Συλλογή, μας μαγεύουν και μας αφήνουν άφωνους…

Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.




Σύννεφο ασημένιο πλάι στο φεγγάρι.




Χρώματα πρωινά διαλυμένα στο νερό

πυρκαϊές δειλινών στους ώμους των γλάρων…




Εμείς το σπίτι μας το χτίσαμε στη θάλασσα.

Είναι μαργαριτάρια στα κοχύλια

κ’ είναι μεγάλα δάση κοραλλιών στους έρημους βυθούς.




Πίσω απ’ τους βράχους έρπει ερημική

η ασημένια σκέψη της σελήνης.




Φτερούγισμα θαλασσινών πουλιών

στις άφωνες σπηλιές των βράχων…




Νύχτα. Η αόρατη βουνοσειρά στο βάθος.

Στέκω στο μελανό κάδρο της πόρτας

και φωνάζω τ’ όνομα του θεού

μέσα στη χιονοθύελλα των άστρων…




Στα γλυκά μάτια των πουλιών

θ’ ακινητεί τ’ όραμα των πεδιάδων

με τις άλικες παπαρούνες

και τη χρυσή πλησμονή των σταχυών.




Η μεγάλη άρπα του λυκόφωτος

αφημένη στην πυκνή σκιά του δάσους.

Ένα τριανταφυλλένιο νέφος φλέγεται

στην πυρκαϊά της δύσης.



Ο επίλογος της υπέροχης αυτής ποιητικής σύνθεσης είναι κυριολεκτικά συναρπαστικός· ο ποιητής απευθύνεται κατ’ αρχάς στον Ήλιο – το δεύτερο βασικό μοτίβο μετά τη θάλασσα –, στη φλόγα του οποίου «προσφέρεται», και στους συνανθρώπους του, στ’ «αδέλφια» του, στα οποία απευθύνει παραίνεση – παράκληση ν’ ακούσουν «το τραγούδι του ήλιου και της θάλασσας»…
Ήλιε, Ήλιε

που βάφεις μ’ αίμα τη θάλασσα

γυμνός προσφέρομαι στη φλόγα σου

να φωτίσω τα μάτια των ανθρώπων.




Αδέλφια μου

ακούστε τη φωνή σας, τη φωνή μου

ακούστε το τραγούδι του ήλιου και της θάλασσας.

Από Palmografos.com: Palmografos.com - Γιάννη Ρίτσου «Το Εμβατήριο του ωκεανού» 

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

"Ο Φιλοκτήτης" του Ρίτσου

της Νότας Χρυσίνα




Διαβάζω τον "Φιλοκτήτη" του Ρίτσου και στέκομαι σε μια ερμηνεία- ανάλυση γνωστού φιλολόγου με περγαμηνές. Ο Φιλοκτήτης, πρόσωπο βουβό, μετά από την σκηνοθετική οδηγία του Ρίτσου, τόσο με την σιωπή του όσο και με την δήθεν προηγούμενη ομιλία του, στέκει στην "σκηνή" του ποιήματος όπως τα βουβά πρόσωπα στις τραγωδίες του Σοφοκλή. -Ο ρόλος τους ήταν σημαντικότατος καθώς προχωρούσαν την δράση στο έργο. Να προσθέσω την πληροφορία ότι ο Ρίτσος είχε εργασθεί ως ηθοποιός και είχε γράψει θεατρικά έργα.- Εδώ, η φαντασία παραστέκει στο βουβό πρόσωπο και με την συνέργεια του ποιητικού λόγου, σκηνοθετικά τοποθετημένου σε έναν χρόνο απροσδιόριστο, μεταξύ παρελθόντος -παρόντος,  σπρώχνει την δράση στο παρόν.
Ας πάρουμε το θέμα από την αρχή ή σχεδόν από την αρχή κι ας ξετυλίξουμε τον νέο μύθο που δημιούργησε ο Ρίτσος με πρόφαση τον παλιό του Σοφοκλή. 
Καθώς στο υπό εξέταση πο'ιημά μας ο Νεοπτόλεμος μιλάει προς τον Φιλοκτήτη με μια εξομολογητική διάθεση, ο Φιλοκτήτης ακούει βουβός όπως ένας ψυχαναλυτής οφείλει να ακούει τον ασθενή του σε μια επώδυνη αναδρομή του στο παρελθόν. Συγκεκριμένα στην παιδική του ηλικία με τις εικόνες του πατέρα και της μητέρας προσώπων που κυριαρχούν στο ψυχικό σύμπαν του παιδιού. Ο Νεοπτόλεμος νεαρό παιδί και ο Φιλοκτήτης ώριμος και γεμάτος κατανόηση άνδρας.
Αυτή η ψυχαναλυτικού τύπου προσέγγιση θα μπορούσε να ερμηνεύσει τον "Φιλοκτήτη" του Ρίτσου. Μα εμένα φανερώθηκε καθαρά στα μάτια μου μια άλλη προσέγγιση του ποιήματος πολύ περισσότερο ουσιαστική.
Ο Ρίτσος εκεί μπροστά μου με την πρόφαση του μύθου του Φιλοκτήτη του Σοφοκλή ξεδιπλώνει τον εαυτό του. Φοράει το προσωπείο του Νεοπτόλεμου και κάνει αναδρομή στην ζωή του μπροστά στον Φιλοκτήτη το δεύτερο δικό του προσωπείο που είναι ο Ρίτσος την στιγμή αποφασίζει να δει τον νέο εαυτό του μέσα από τον παλιό εαυτό του και να αποδεχθεί τον ίδιο του εαυτό παρατηρώντας τον από μέσα ως ο ποιητής Ρίτσος και ακόμη πιο βαθειά ως ο Φιλοκτήτης Ρίτσος ώστε να μπορέσει να κοιτάξει αυτό που τον διαμόρφωσε σε Φιλοκτήτη- Ρίτσο δηλαδή το προσωπείο του ως Νεοπτόλεμος.
Με λίγα λόγια ο Φιλοκτήτης και ο Νεοπτόλεμος είναι το ίδιο πρόσωπο και μάλιστα ταυτίζεται με το πρόσωπο του ποιητή Ρίτσου.
Ο Ρίτσος δεν αλλοίωσε τον μύθο αλλά τον χρησιμοποίησε ως ένα καλούπι για να χύσει μέσα του την ποιητική ύλη που είχε ως πηγή τον προσωπικό του μύθο.
Ο ατομικός μύθος μέσα στον μύθο. Μυθοποιώντας το δικό του παρελθόν το κάνει αντικείμενο "δόξας" το αποκαθαίρει από τον προσωπικό πόνο και αλήθεια και τον ανυψώνει σε μια ιερή διάσταση που του επιτρέπει να τον αντικρίζει από απόσταση πετυχαίνοντας έτσι την αποδοχή άρα και την εσωτερική ειρήνη.
Η "ανάλυσή " μου αυτή είναι πρόχειρη και έγινε μέσα στα πλαίσια του ελεύθερου συνειρμού ώστε έχει ανάγκη και μελέτης αλλά και σωστής διατύπωσης. Ζητώ συγνώμη για τυχόν λάθη ή "σκοτεινά" σημεία. Υπόσχομαι να επανέλθω σύντομα.

Ο Φιλοκτήτης του Σοφοκλή εδώ

Ο Φιλοκτήτης του Ρίτσου 

Γιάννης Ρίτσος, Φιλοκτήτης (απόσπασμα)

[...]

Σεβάσμιε φίλε, είμουνα βέβαιος για τη βαθειά σου κατανόηση. Εμείς οι νεότεροι
που κληθήκαμε, όπως λένε, την ύστατη στιγμή για να δρέψουμε τάχα
τη δόξα την ετοιμασμένη με τα δικά σας όπλα,
με τις δικές σας πληγές, με το δικό σας θάνατο,
γνωρίζουμε κ' εμείς κι αναγνωρίζουμε, κ' έχουμε, ναι, κ' εμείς τις πληγές μας
σ' άλλο σημείο τού σώματος — πληγές αθώρητες,
χωρίς το αντίβαρο της περηφάνειας και του αξιοσέβαστου αίματος
του χυμένου ορατά, σε ορατές μάχες, σε ορατά αγωνίσματα.

Μια τέτοια δόξα ας μας έλειπε∙ — ποιος τους την ζήτησε;
Μήτε μιαν ώρα δεν είχαμε δική μας, πληρώνοντας
τα χρέη και τις υποθήκες άλλων. Μήτε καν προφτάσαμε
να δούμε μιαν αυγή ένα ήσυχο χέρι ν' ανοίγει το παράθυρο απέναντι
και να κρεμάει απ' έξω, στην πρόκα τού τοίχοι, ένα κλουβί καναρίνια
με τη σεμνότητα μιας περιττής κι αναγκαίας χειρονομίας.

Όλες οι ομιλίες των μεγάλων, για νεκρούς και για ήρωες.
Παράξενες λέξεις, τρομερές, μας κυνηγούσαν ως μέσα στον ύπνο μας
κερνώντας κάτω απ' τις κλεισμένες πόρτες, απ' την αίθουσα των συμποσίων
όπου άστραφταν ποτήρια και φωνές, κ' ένας πέπλος
αόρατης χορεύτριας κυμάτιζε αθόρυβα
σαν ένα διάφανο, στροβιλιζόμενο χώρισμα
ρυθμική διαφάνεια του πέπλου, παρηγορούσε κάπως
τις παιδικές μας νύχτες, αραιώνοντας τις σκιές των ασπίδων
που γράφονταν στους άσπρους τοίχους με τ' αργό φεγγαρόφωτο.

Μαζί με τη δική σας τροφή ετοιμάζανε
και την τροφή των νεκρών. Την ώρα τού γεύματος
έπαιρναν πάνω απ' το τραπέζι υδρίες με μέλι και με λάδι
και τις μετέφεραν σ' άγνωστους τάφους. Δεν ξεχωρίζαμε
τους αμφορείς τού κρασιού απ' τις νεκρικές ληκύθους. Δε γνωρίζαμε
ποιο το δικό μας και ποιο των νεκρών. Ένας χτύπος
του κουταλιού μες στο πιάτο, είταν ένα άξαφνο δάχτυλο
επιτιμητικό, που μας χτυπούσε στον ώμο. Στρέφαμε να δούμε. Τίποτα.

Απ' έξω απ' τις κρεββατοκάμαρές μας τύμπανα και σάλπιγγες,
κόκκινες σπίθες και μουγγές σφυριές σε μυστικά σιδηρουργεία
όπου νυχτοήμερα σφυρηλατούσαν ασπίδες κι ακόντια,
κι άλλες σφυριές σε υπόγεια εργαστήρια
για προτομές κι ανδριάντες πολεμικών θεών, πολεμικών ανθρώπων, κι όχι διόλου
αθλητών και ποιητών∙ μαζί κ' εκατοντάδες επιτύμβιες στήλες
με ωραίους, γυμνούς εφήβους, πάντοτε όρθιους,
μεταμφιέζοντας, με την κάθετη στάση τους,
το αιώνιο οριζόντιο της νεκρότητας. Μονάχα, πότε - πότε,
έγερναν το κεφάλι, καμπυλώνοντας ελαφρά τον αυχένα,
σαν άνθος σε χείλος γκρεμού∙ κι ο γκρεμός δε φαινόταν∙ — οι τεχνίτες
είχαν μάθει (ή μήπως τάχα τους το επέβαλλαν;)
να παραλείπουν γκρεμούς και κάτι τέτοια.

Είταν ένας μακρύς, λευκός διάδρομος (κι απόμεινε έτσι)
ντυμένος όλος μ' επιτύμβιες στήλες. Κι ούτε επιτρεπόταν
ν' αργοπορήσουμε για λίγο το βλέμμα στα εύγραμμα μέλη τους
ή στους μαρμάρινους βοστρύχους που έπεφταν κάποτε στο μέτωπό τους
σαν φυσημένοι απ' τα χείλη ενός αιφνίδιου, μυροφόρου ανέμου
σ' ένα πάγχρυσο, θερινό μεσημέρι, — θαρρώ, ναι, πως ευώδιαζε
λεμονανθούς και ζεσταμένη απ' τον ήλιο λυγαριά. Μεγάλα πρότυπα
μας κληροδότησαν∙ — ποιος τους τα ζήτησε; — ας μας άφηναν
μέσα στο ελάχιστο, στο δικό μας ελάχιστο∙ δε θέλουμε
να μετρηθούμε μ' αυτά∙ — τι κερδίσατε άλλωστε; τι κερδίσαμε;

[...]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Στ' Τόμος] (1978)


Διαβάστε και εδώ

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Γιάννης Ρίτσος, "Υπερώον"




ΜΥΣΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Ιδιοκτήτες της νύχτας –
άστεγα άστρα,
δυο δίφραγκα στην τσέπη μας,
το σφύριγμα του τραίνου
κάτω απ’ το πουκάμισό μας
κατάσαρκα.
Μοναχική ευτυχία,
κι ένα ποτήρι νερό
λάμποντας
μέσα στο κλειδωμένο σπίτι.


                                     Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85



ΣΤΟ ΥΠΕΡΩΟΝ

Μετά την παράσταση
έμεινε κρυφά στο υπερώον
στα σκοτεινά.
Η αυλαία ολάνοιχτη.
Εργάτες επί σκηνής,
φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
ξεστήνουνε τα σκηνικά,
μετέφεραν στο υπόγειο
ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
σβήσαν τα φώτα,
έφυγαν,
κλείδωσαν τις πόρτες.
Σειρά σου τώρα,
χωρίς φώτα,
χωρίς σκηνικά και θεατές,
να παίξεις εαυτόν.


                                     Αθήνα, 4.ΙΙΙ.85



ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες,
για σιωπηλά εφόδια,
για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες
όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ’ το παράθυρο,
όταν δυο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο
λαθραία υφάσματα,
όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη, με ριγέ πιτζάμες,
κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,
κι η θάλασσα μάς πλησιάζει
όλους ανεξαιρέτως
διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.


                                     Αθήνα, 13.ΙΙΙ.85



ΑΠ’ ΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ

Ωραίοι καβαλάρηδες
πέρασαν με τα κόκκινα άλογά τους,
ο πιο ωραίος μ’ ένα μαύρο,
ο ακόμη πιο ωραίος μ’ ένα λευκό.
Κορίτσια στα μπαλκόνια
τους πέταξαν λουλούδια.
Ωραίες γυναίκες ξεπλέξαν τα μαλλιά τους.
Μέσα στα σπίτια λάμψαν οι καθρέφτες.
Οι οπλές των αλόγων δοξάσαν τον ανήφορο.
Η σκόνη στο βάθος του ηλιογέρματος
έπλασε έναν Άγγελο. Εγώ, απαρατήρητος,
μάδησα ένα φτερό του Αγγέλου
και σας γράφω χαρούμενος τη λύπη μου.


                                     Αθήνα, 14.ΙΙΙ.85



ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ

Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.
Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της
λάμπουν ωραία. Όμως, προπάντων,
αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημά σου
να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.


                                     Αθήνα, 19.ΙΙΙ.85




Από τη συλλογή «Υπερώον», εκδ. Κέδρος 2013