Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

Kωστὴς Παλαμᾶς - "Ἡ Φοινικιά"

Στὸ Δροσίνη, ποὺ τὸ πρωτάκουσε.

Mέσα σ᾿ ἕνα περιβόλι, γύρω στὸν ἴσκιο μιᾶς φοινικιᾶς,
κάποια γαλανὰ λουλουδάκια, ἐδῶ κατάβαθα,
καὶ κεῖ πιὸ ἀνοιχτά, μιλούσανε.
Πέρασ᾿ ἕνας ποιητής, (ποὺ πέθανε τώρα),
καὶ ρύθμισε τὸ μίλημά τους ἔτσι:


Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔρριξεν ἐδῶ ἕνα χέρι·
τὸ χέρι τό ῾βαλε καταραμένη Μοῖρα;
τὸ πῆγε νοῦς καλοπροαίρετος; Ποιὸς ξέρει!
Ἀπὸ ἑνὸς ὕπνου κάτου τὸν καταποτήρα
ποιὰ ὁρμὴ μᾶς ἄδραξε καὶ ποιὸς μᾶς ἔχει φέρει;
Τάχ᾿ ἀπὸ χαλαστῆ γιὰ τάχ᾿ ἀπὸ Σωτῆρα;
Νά μας ἀσάλευτα στὸν ἴσκιο σου ἀποκάτου·
ὁ ἴσκιος σου εἶναι τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου;
Τὰ καταχώνιαζε ὅλα γύρω τὸ λιοπύρι,
ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ ψάχνανε λαίμαργες ἀκρίδες,
κ᾿ ἦρθε βροχή· καὶ τ᾿ ἄνθια, ποὺ εἶχαν ἀχνογύρει,
ξυπνοῦνε καὶ ποτίζονται δροσοσταλίδες·
κ᾿ ὕστερ᾿ ἀκόμα πιὸ γλαυκὸ τὸ πανηγύρι
τοῦ ξάστερου οὐρανοῦ ξαναρχισμένο τὸ εἶδες·
τρικυμιστὴ μόνο ἡ κορφή σου ἀνάρια ἀνάρια
σταλοβολάει ἁδρὰ βροχομαργαριτάρια.
Λαμποκοπάει ἀνάσταση τὸ περιβόλι,
κάθε πουλὶ ὀνειρεύεται πὼς εἶναι ἀηδόνι,
μονάχα πέφτει ἀπὸ τὰ ὕψη σου σὰ βόλι
τὸ μαργαριταρένιο στάλαμα, καὶ ―ὢ πόνοι―!
ὅλων κορῶνα τοὺς φορεῖ τὸ δροσοβόλι,
ὅλα τὸ γάργαρο νερὸ τὰ μπαλσαμώνει·
γιατί σ᾿ ἐμᾶς ἡ θεία τῶν ὅλων καλωσύνη
γίνεται λάβωμα κι ἀρρώστια καὶ καμίνι;
Πόσο σκληρὰ χτυπάει τὸ βόλι τὸ δικό σου!
Κανέν᾿ αὐτὶ ψηλά, κανένα μάτι ἐμπρός μας.
Ζοῦμε στὸν ἴσκιο σου, ἕνας κόσμος ὁ κορμός σου,
τὸ στέμμα σου οὐρανὸς μὲ τ᾿ ἄστρα· ὁ οὐρανός μας.
Θεὸς ἀλύπητος ἂν εἶσαι, φανερώσου.
Ἂν ὄχι, γνέψε μας, καὶ μία γαλήνη δός μας,
καὶ μὴ σκοτώνῃς μας ἀγάλια ἀγάλια, ἢ δρᾶμε
καὶ ρῖξε μας νεροποντὴ μὲ μιᾶς νὰ πᾶμε!
Σὰν πληρωμὴ εἶν᾿ ὁ πόνος μας καὶ σὰ βρετήκι,
τῆς ἁρμονίας μας σφράγισεν ἡ χρυσὴ βούλλα,
ἐνῷ μᾶς ῾γγίζει ὁ Χάρος, μᾶς θεριεύει ἡ Νίκη,
τρέμομε, χαῖρε, τοῦ ρυθμοῦ ἱερὴ τρεμούλα!
Καταχωμένο ἀνήλιαγο ζῇ τὸ σκουλῆκι
γιὰ νὰ χαρῇ μεταξοφτέρουγη ψυχούλα
μίαν ὥρα τὴν ὡραία ζωή, καὶ νὰ πεθάνῃ.―
―Τὸ χάσμα τῆς πληγῆς γίνεται συντριβάνι.
Τὰ σταχτερά, τὰ διάφανα, τὰ χίλια μύρια
πράσινα, τ᾿ ἀναβρύσματα· καὶ τὰ μαμούδια
καὶ τὰ δετὰ τῆς γῆς· τ᾿ ἀνάερα τρεχαντήρια,
τὰ σκουληκάκια, οἱ μέλισσες, τὰ πεταλούδια,
λουλούδια, ὦ δισκοπότηρα καὶ θυμιατήρια!
Χάιδια τῆς χλόης, παντοῦ φιλιά, τοῦ μούσκλου χνούδια,
τοῦ κάτου κόσμου ἀχός, αἰθέρια μαντολίνα·
στὰ φύλλα μία λαχτάρα, λίγωμα στὰ κρίνα!
Ἄνθια, ὅσα ξέρετε, δὲν ξέρουν τὰ τρυγόνια,
ὡραίων ἐρώτων εἶστ᾿ ἐσεῖς τὰ διαλεμένα,
σαλέματα, φιλιά, ταιριάσματα στὰ κλώνια,
μιᾶς πλάσης εἶναι αὐγὴ τοῦ καθενὸς ἡ γέννα·
τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς χαρᾶς τὰ παναιώνια
τὰ ξέρετε, ὦ λιγόζωα σεῖς καὶ ὦ δακρυσμένα!
Ἐμεῖς, ―ὢ τὰ χρυσά της ρίζας σου πλεμάτια!―
μοιάσαμε τὰ στοχαστικὰ καὶ τ᾿ ἄυλα μάτια.
Ἂς εἶστ᾿ ἐσεῖς, ἄπλεροι ἀνθοί, μεστὰ ἀνθοκλάδια,
ἀπὸ τὰ χρυσολούλουδα ὡς τὰ χαμομήλια,
σὰν ἀναμμένα κάρβουνα καὶ σὰν πετράδια,
σὰν τὰ παρθένα μάγουλα καὶ σὰν τὰ χείλια,
σὰ χέρια ἂς γλυκανοίγεστε, γιομάτα ἢ ἄδεια,
χαράματα κι ἂς εἶστε αὐγῆς, βραδιοῦ καντήλια,
τῆς νεράιδας δροσιᾶς ἂς εἶστε τὰ παλάτια·
τὰ μάτια εἴμαστ᾿ ἐμεῖς, εἴμαστ᾿ ἐμεῖς τὰ μάτια.
Σ᾿ ἐμᾶς, μικρά, κόσμο ξανοίγετε μεγάλο,
καὶ σύγνεφ᾿ ἀπὸ ἔγνοιες καὶ καημοὺς λαγκάδια,
καὶ τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀσάλευτο σ᾿ ἐμᾶς, τὸ σάλο
τοῦ πέλαου γύρω στὰ καράβια πρὸς τὰ βράδια,
τὸ δάκρυ ἀκύλιστο, κι ἀξήγητο κάτι ἄλλο…
Ποιᾶς φυλακῆς νά ῾μαστ᾿ ἐμεῖς τὰ συγγενάδια;
Ἦρθε καὶ κλείστη μέσα μας, ―ποιὸς νὰ πιστέψῃ!―
μιὰ κολασμένη καὶ μία θεία· ἡ Σκέψη, ἡ Σκέψη!
T᾿ ἀνάστημα ἔχετε, τὸ παίξιμο, τὸ νάζι,
καὶ κάποιο ἀμίλητο περήφανο καμάρι,
καὶ κάποιο μάγεμα ποὺ ρίχνεται κι ἁρπάζει,
κι ἀπ᾿ τὴν πρωτόπλαστη ὀμορφάδα ἔχετε πάρει.
Σὰν εἴδωλα χλωμὰ σᾶς δείχνει τὸ μαράζι,
καὶ τὸ πουλὶ σᾶς δίνει κάποτε τὴ χάρη,
καὶ τὸν ἀέρα μία νεράϊδα ἀνεμοπόδα,
ὢ μὲ τὰ μύρια θεία χαμογέλια, ὢ ρόδα!
Τὸ πρόσταξε θεὸς Ἀπρίλης ἀνθομάλλης·
―ὦ μοσκοβόλισμα, ἄλλαξε καὶ λάμψη γίνε!
Γιὰ τοῦτο ἀμύριστα εἶστε, ρόδα τῆς Βεγγάλης,
ὅλων τῶν ἄλλων ἡ εὐωδιὰ σ᾿ ἐσᾶς φῶς εἶναι.
K᾿ ἐσὺ ποὺ στέκεις, τῶν ἀνθὼν ὡς νὰ εἶσαι ὁ κράλης,
ἀπὸ ποιὸν κόσμο παραστράτισες, ὦ κρῖνε;
Ἀπὸ τῆς εὐωδιᾶς τὴ μάννα, ἀπὸ τ᾿ ἀστέρι
τὸ πιὸ λευκόν;
    Ὦ Φοινικιά, κ᾿ ἐμεῖς; Ποιὸς ξέρει!
Τῆς εὐωδιᾶς αἰθεροπόταμο, κρατήσου·
δὲν ἔτρεξες, δὲν πότισες τὴν ἄνθησή μας·
τῆς εὐωδιᾶς εἴπαμε: πάψε τὴν ὁρμή σου,
μὴ χύνεσαι ἀπὸ μᾶς, μὴ γίνεσαι πνοή μας,
βυθίσου μὲς στὰ φυλλοκάρδια μας, καὶ κλείσου
ἀκάτεχη ἀπ᾿ τὸ μύρισμα, μὲς στὴν ψυχή μας·
ψάξε νὰ βρῇς τὴ σκέψη μας, καὶ ὁμάδι ζῆσε.
Ἂς εἶναι ἡ μέλισσα, κ᾿ ἐσὺ τὸ μέλι ἂς εἶσαι!
Ἀπὸ τὸ βιὸς τοῦ ἥλιου ὅλα ἀραδιάστε τὰ ὄξω,
λουλούδια, ὅλα τὰ χρώματα, καὶ στολιστῆτε.
K᾿ εἴπαμε στ᾿ ἀδερφάκια μας: τὸ οὐράνιο τόξο
φορεματάκια κάμετέ το, καὶ ντυθῆτε!
K᾿ εἴπαμε τὸ καθένα μας: «Ψυχή, θὰ διώξω
κάθε λαμπράδα, μήτ᾿ ἡ αὐγή, καὶ ἡ δύση μήτε·
μοῦ φτάνει κάτι ἀπὸ τὴ θάλασσα, κι ἀκόμα
κάτι σὰ γέλιο, ποὺ γελᾷ τὸ οὐράνιο στόμα!»
Σύγνεφο γίνε, μίλα μὲ τ᾿ ἀστραποβόλι,
κορυδαλλός, καὶ λάλησε, Πόθε μεγάλε,
καὶ ὑψώσου πρὸς ἀστέρινο ἄλλο περιβόλι.
Ὅλη τη μουσικὴ μὲς στὴν ἀγάπη βάλε,
καὶ βάλε τῶν παιδιῶν τὴν ἀθῳότητα ὅλη,
καὶ βάλε κι ὅλη σου τὴν ὀμορφιά, καὶ πάλε
θά ῾χῃς τὸν ἴσκιο τῆς ἀγάπης· ὄχι ἐκείνη·
ἐκείνη λάμπει, καίει, φωτίζει καὶ δὲ σβήνει!
Ἀπὸ μία τρίδιπλη ψυχὴ τὸ περιβόλι,
συρτὴ καὶ ριζωτὴ καὶ φτερωμένη, πλέκει
τὸ εἶναι· ἡ κάμπια ὁλόβαθα χτίζει μία πόλη,
καὶ τὸ πουλὶ χτίζει ἕναν ἔρωτα παρέκει
πρὸς τὸν αἰθέρα· καὶ ἡ χλωράδα γύρω σου ὅλη
δὲν ἔχει νόημα, δὲν ὑπάρχει, ἢ γιὰ νὰ στέκῃ
καὶ νὰ εἶναι, ἀκροπρεπίδι σου, στὴ δούλεψή σου·
ὤ! πῶς ὑψώνεται στὸν ἥλιο τὸ κορμί σου!
Δὲ σταματάει κισσός, δὲν κόβει παρακλάδι
τοῦ κορμιοῦ σου χυτὴ κ᾿ ἐλεύτερη τὴ γύμνια·
ὅμως, γυμνή, μὲ ὀνειροΰφαντο μαγνάδι
σκεπάζεις τὰ χλωρὰ τοῦ κήπου στενορρύμια.
Λαμποκοπάει τῆς βασιλείας σου σημάδι
κορῶνα ἀχτίδων ἀπὸ σμάραγδα κι ἀσήμια
κρεμάμενη, τρεμάμενη ἀπὸ τὴν κορφή σου·
ὤ! τί ρυθμὸς ποὺ κυβερνάει τὸ θεῖο κορμί σου!
Ἔτσι δὲν εἶναι ὡραῖο τὸ νέο κυπαρίσσι
λιγώντας αὐροσάλευτο πρὸς τὸν αἰθέρα,
ἔτσι δὲν εἶναι ὡραία ἡ χλοϊσμένη βρύση
ποὺ ψέλνει σὰν ποιητὴς καὶ θρέφει σὰ μητέρα,
ἔτσι δὲν εἶν᾿ ἡ ἀνατολή, δὲν εἶναι ἡ δύση·
ἀπ᾿ τὴν κορφή σου κρέμεται ἄλλου κόσμου μέρα·
ἔτσι ὄμορφη δὲν εἶν᾿ ἡ ἀναπαμένη λίμνη·
στὰ πόδια σου οἱ θεοὶ κ᾿ οἱ θεολάλητοι ὕμνοι!
Ἀγγέλου φάντασμα στὴ σκήτη τοῦ ἐρημίτη,
στῆς νύχτας τὴ σιωπὴ τῆς ἁρμονίας τὸ στόμα,
ἡ σκέψη, ἐκεῖ ποὺ πρωτοστράφτει στοῦ τεχνίτη
τὸν πλατυμέτωπο οὐρανό, καὶ πρὶν ἀκόμα,
ὄνειρο ἀσκλάβωτο κι ἀπάρθενο, εὕρῃ σπίτι
καὶ γίνῃ λόγος, μουσική, μάρμαρο, χρῶμα,
σὰν τὴν ἰδέα σου δὲν εἶναι, καθὼς πέφτει
κι ἀντιχτυπάει στοῦ λογισμοῦ μας τὸν καθρέφτη.
Μέσα σου ρέει τὸ διάφανο, τ᾿ ἀθάνατο αἷμα,
ἢ ὁ χυμὸς ὁ ἀνήμπορος νὰ σὲ ξυπνήσῃ
ἀπό ῾ναν ὕπνο δίχως μίλημα καὶ βλέμμα
σὲ μιᾶς ἀθόλωτης ζωῆς τ᾿ ὡραῖο μεθύσι;
Τὸ στέμμα τῆς κορφῆς σου εἶν᾿ ἕνα ξένο ψέμα
ἢ τὰ μαλλιά σου, ποὺ ἡ πνοὴ σὰν τὰ χτυπήσῃ,
γίνονται λύρες γιὰ νὰ εἰποῦν ὁλόγυρά σου
τὴ συμφωνία τῶν ὅλων καὶ τῆς ὀμορφιᾶς σου;
Μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά. Φτερὰ εἶν᾿ ἐκεῖνα,
καὶ δοκιμάζεις τα καὶ τὰ τρεμοσαλεύεις.
Φτερά; δὲν εἶναι, γίνονται· σὲ τρώει μία πεῖνα,
καὶ σὲ μία πλάση ἀνώτερη νά ῾μπῃς παλεύεις.
Μιὰ πολιτεία, μίαν ἠλιοστάλαχτην Ἀθήνα
δεξιά, ζερβά, μακριά, στὰ ὕψη, ὅλο γυρεύεις,
καὶ στέκεσαι νὰ φύγῃς πρὸς τὰ μισουράνια
πετώντας μὲ τοὺς κύκνους καὶ μὲ τὰ γεράνια.
Λείψανο εἶσαι ἀπὸ νεκρὸ μεγάλο αἰῶνα,
ζωῆς, ποῦ γίνεται, εἶσαι ἡ πρώτη δροσεράδα;
Πότε ἀπὸ μέσα σου κοιτάει, τραβάει ἀγῶνα
γιὰ νὰ χυθῇ στὸ φῶς μία νύφη Ἀμαδρυάδα,
πότε σὰν τελευταῖα ὑψώνεσαι κολῶνα
ναοῦ, ποὺ κάποτ᾿ ἔστεκε σὲ μίαν Ἑλλάδα.
Τέλος ἢ ἀρχή, βραδιὰ ἢ πρωί, σὲ δένει κάτι
μὲ τοὺς ὁρίζοντες ποὺ χάνεται τὸ μάτι.
Ὡσαννὰ χύνουν οἱ βλαστοί σου καὶ τὰ βάγια
καὶ τὸ βασιλικὸ ὡσαννὰ τ᾿ ἀνάστημά σου
πρὸς ἄγνωστου θεοῦ διαβατικοῦ τὰ μάγια,
φανερωμένου πρῶτα πρῶτα στὴ ματιά σου.
Ἐσὺ ὡσαννά, ὡσαννὰ ἀποκρίνονται τὰ πλάγια.
Ὤ! ποιὰ τὰ ὁράματα καὶ ποιὰ τὰ μυστικά σου;
Σφάζει τὰ λυγερὰ λουλούδια καὶ τὰ φύλλα
ἀπὸ καινούργιους οὐρανοὺς ἀνατριχίλα.
K᾿ ἐμεῖς; Ἦρθε ὡς ἐμᾶς τὸ μακρινὸ πουλάκι,
τ᾿ ἀγεράκι μας ἄγγιξε μὲ τὰ φτερά του,
καὶ κονταστάθηκε τὸ βιαστικὸ τὸ ρυάκι,
καὶ τὸ παιδί μας ἔρριξε τ᾿ ἀνάβλεμμά του,
καὶ τὸ περήφανό μας ἔγνεψε ζαμπάκι,
καὶ τὸ φεγγάρι ἦρθε γιὰ μᾶς ὡς ἐδῶ κάτου,
κ᾿ εἶδε καθεὶς τ᾿ ἀπόξω μας, κανεὶς τὰ βάθη·
ὁ κόσμος γλίστρησεν ἀπάνω μας κ᾿ ἐχάθη.
Πορτοκαλλάνθια, τί σᾶς ρώτησαν τ᾿ ἀηδόνια;
Ὁ τζίτζικας τί θέλει ἀπὸ τὰ μεσημέρια;
Κι ὅσα βογγοῦνε σὰν ἀπὸ τὰ καταχθόνια,
κι ὅσα ἀνεβαίνουνε τραγούδια πρὸς τ᾿ ἀστέρια,
τοῦ σαρακιοῦ ἡ φωνή, τ᾿ ἀνήσυχα τριζόνια,
τ᾿ ἀρώματα, οἱ πνοές, τὰ ἕρμα καὶ τὰ ταίρια,
ὅσα πετοῦνε, σέρνονται, λιγιένται, σκύβουν,
κάτι γνωρίζουνε γιὰ σὲ καὶ μᾶς τὸ κρύβουν.
Μέσα μας μιὰ ψυχὴ ἀπὸ μπόρα κι ἀπὸ πίσσα
τὸ πονηρὸ γιὰ σὲ στὸ λογισμό μας βάζει.
Στὴ νυχτερίδα ὅλο γιὰ σὲ μιλοῦσε ἡ κίσσα
κ᾿ ἡ ἀκρίδα τὸ παινεύτηκε μ᾿ ἐσὲ πὼς μοιάζει,
κ᾿ ἡ σφῆκα ηὗρε χαρὰ στὴ σκέπη σου περίσσα,
κι ὁ νυχτοκόρακας μ᾿ ἐσένα ἀναγαλλιάζει·
μιὰ πλάση ―Ἐσὺ ποὺ ἀτάραχη τραβᾶς πρὸς τ᾿ ἄστρα,
παραμονεύει σὲ κακὴ κι ἀναγελάστρα!
Ὦ φυσημένη ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ τοῦ πεύκου, Ὑγεία!
Πατᾷς, παντοῦ οἱ καρποὶ στ᾿ ἀγκάθια, στὰ τριφύλλια,
κυλᾷς μὲ τὰ νερά, καὶ λάμπουν τὰ στοιχεῖα,
γιὰ τ᾿ ἄδολο κρασὶ τρυγᾷς τὰ ὡραῖα σταφύλια,
ὅπου σταθῇς, θ᾿ ἀναστηθῇ μία πολιτεία,
πάντα ὁ μαστός σου γάλα ρέει, δροσιὰ τὰ χείλια.
Ὦ μάννα στρογγυλὴ καὶ καρπερὴ καὶ ἀκέρια,
μᾶς λυών᾿ ἡ ἀρρώστια· μοιάσαμε τὰ νεκροκέρια.
Κλαδιά, μαλλιά, φτερά. Ἴσκιοι, ποὺ ἡ θεία της χάρη
παίζει κι ἁπλώνει, πρῶτε, δεύτερε καὶ τρίτε,
ἀπὸ τὸ στοιχειωμένο τὸ σκληρὸ φεγγάρι
―μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά, καὶ φτερὰ μήτε!―
Προψὲς μίαν ὄψη τέταρτην εἴχατε πάρει·
σπαθιά! καὶ καρτερούσατε γιὰ νὰ χυθῆτε.
Νυχτοπετοῦσα πεταλούδα, ἔλεος κᾶμε·
ἀπάνω στὰ φτερά σου πᾶρε μας νὰ πᾶμε!
Ἡ ἀρρώστια μᾶς τυράγνησε μὲ τὴν ἀγρύπνια,
ὦ Φοινικιά, καὶ σὲ εἴδαμε νὰ κρυφογέρνῃς,
οἱ δρακοντιές, τὰ σκυλοβότανα, ὅλα ξύπνια,
νύχτα εἴταν, ἄμοιαστο χορὸ μ᾿ αὐτὰ νὰ σέρνῃς,
καὶ σ᾿ εἴδαμε ὄνειρο βαρὺ στὰ πρωτοΰπνια
μὲ φλόμους καὶ μὲ χαμαιλιοὺς νὰ παραδέρνῃς,
καὶ γύρω σ᾿ ἔπνιγαν ἀζώηρων περιβόλια,
κι ἀπὸ σκληρὲς ἀλόες λαὸς κι ἀπὸ τριβόλια.
K᾿ εἴσουνα, τῆς ζωῆς ὡς νὰ ζητοῦσες φόρο
αἱματοπότιστο, κι ὀλάγρια ἀντιχτύπα
πεῖνα στὸ εἶναι σου, καὶ κάποιο σαρκοβόρο
ηὗρε σ᾿ ἐσὲ καὶ φώλιασε, κ᾿ ἔσκαψε τρῦπα,
κ᾿ ἔγινε σπήλαιο τὸ κορμὶ τὸ φτεροφόρο,
καὶ τῆς κορφῆς σου γιὰ κορφὴ φόρεσες γύπα·
σὰ φλόγες καὶ σὰν κύματα καὶ σὰ λεπίδια
συρμένα ἀπὸ τὴ ρίζα ὡς τὴν κορφή σου φίδια.
Ποιὸς τὸ στοχάστηκε, ποιᾶς Μοίρας εἶναι τάμα,
ἀπὸ τὰ κακομύριστα καὶ τ᾿ ἀπορρίμια
νὰ ὑψώνωνται τὰ ὁλόχλωρα, καὶ ἁγνὸ τὸ θάμα
τοῦ Μάη κι Ἀπρίλη ἀπ᾿ τὴν ἀκάθαρτην ἀσκήμια;
Γι᾿ αὐτὸ γαλάζια μέσα μας καὶ μαῦρα ἀντάμα,
καὶ στὴν ψυχή μας ὠκεανοὶ καὶ στενορρύμια,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς μὲ τὰ ὑπέρτατα παλεύει,
κάτι πανάθλιο μᾶς κρατεῖ καὶ μᾶς μολεύει.
Ἥλιε, τὰ μαῦρα ὀνείρατα πάρ᾿ τα καὶ πνίχ᾿ τα,
θολοὶ εἶν᾿ ἀχνοί, κ᾿ εἶναι κακόπραγα τελώνια.
Θρέψε τὰ ὡραῖα καὶ τ᾿ ἀγαθά, τὰ πάντα δεῖχ᾿ τα,
σὰν ἀχτιδοπαιξίματα καὶ σὰν ἀηδόνια.
K᾿ ἐσύ, φεγγάρι ξάπλωσε στὴν ἄγρια νύχτα
διάφανη σκέπη ἀπὸ καρδιὰ καὶ ψυχοπόνια,
τῆς Καλλονῆς παντοῦ κυμάτισε, ὢ πορφύρα,
κ᾿ ἡ πλάση ἂς γίνῃ ἀγάπη κι ἂς χτυπάῃ σὰ λύρα!
Ξημέρωσε. Τὸ φῶς χίλια σου σπέρνει μάτια,
γιὰ ν᾿ ἀγκαλιάζεις τὰ βουνὰ καὶ τὰ ρουμάνια,
στὰ δέντρα τὶς φωλιές, στὶς χῶρες τὰ παλάτια,
καὶ τὰ καράβια στ᾿ ἀνοιχτὰ καὶ στὰ λιμάνια.
Τὴ νύχτα ὡραῖα ξωτικὰ σὲ ἀχτίδων ἄτια
νὰ σὲ δουλέψουν ἔρχονται ἀπὸ τὰ οὐράνια.
Χέρια φυτρώνει ἡ λεῦκα καὶ στ᾿ ἁπλώνει πλείσια
σὲ νανουρίζουν ἥσυχα τὰ κυπαρίσσια.
Μιλᾷς μὲ τὸν ἀϊτὸ καὶ μὲ τὸν πελεκάνο,
ρουφᾷς τὴ μουσικὴ τοῦ κόσμου στάλα στάλα,
βλέπεις τὰ μακρινά, τὰ γύρω καὶ τ᾿ ἀπάνω,
τ᾿ ἀπέραντα καὶ τ᾿ ἄπιαστα καὶ τὰ μεγάλα,
ἀνταποκρίνεσαι μὲ κάθε ἀεροπλάνο,
μὲ ἀχτίδες, μὲ φτερά, μὲ τὴν παγκόσμια σκάλα.
K᾿ ἐμεῖς γυρτὰ στὴ γῆ, δαρμέν᾿ ἀπὸ μία λύπη,
ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.
Ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.
Νέο τραγούδι ἀφάνταστο ποὺ δὲν εἰπώθῃ,
ἦχος ποὺ τίποτ᾿ ἀπὸ μέσα του δὲ λείπει·
μέσα του ρυάζεται ἄγγελος ποὺ κεραυνώθη,
κι ὅλοι γλυκανασαίνουνε τ᾿ Ἀπρίλη οἱ κῆποι·
κρυφοὶ ἀναπάντεχοι μέσα του κλαῖνε πόθοι,
καὶ τρίζει μία φωτιά, ποὺ κόσμους θὰ χαλάῃ·
κάτι ποὺ μένει ἀξήγητο καὶ σὲ περνάει!
Πές μας τὴ φωτερὴ τ᾿ ἀέρινου ἱστορία,
τοῦ μαύρου θὰ σοῦ ποῦμ᾿ ἐμεῖς τὸ συναξάρι,
κ᾿ ἔλα νὰ τὰ ταιριάσουμε τὰ δυὸ στοιχεῖα,
τὴ δύναμή σου ἐσὺ μὲ τὴ δική μας χάρη.
Στ᾿ ἄφαντα, στὰ μικρά, στ᾿ ἀνήλιαγα, στὰ κρύα
ζοῦν ἕνας κόσμος δουλευτάδες καὶ κουρσάροι,
κ᾿ ἔχουν οἱ δρόμοι καὶ τὰ ἔργα τους καὶ οἱ μέρες
κι ὅσα δὲν ἔχουν τῶν ἀπέραντων οἱ αἰθέρες.
Τὴ ζωή του μᾶς εἶπε τὸ μελισσολόι
κι ἄστραψαν ὡς ἐμᾶς καινούργια νιάτα·
θάματ᾿ ἀνυποψίαστα σκεπάζ᾿ ἡ χλόη,
στὸ πλάϊ μας τὸ μυρμῆγκι ἀνοίγει βαθιὰ στράτα,
μιὰ σαύρα ἀργοσυρμένη μέσ᾿ ἀπὸ κατώι,
χωρῶν, ἐθνῶν, τεχνῶν ἔφερ᾿ ἐδῶ μαντάτα.
Μιὰ πεταλούδα, ποὺ ἔτρεχε γιὰ νὰ παντρέψη
τὰ λουλουδάκια, μᾶς ἐπλάτυνε τὴ σκέψη.
Ἀπάντρευτη, ἄκαρπη, κι ἀξήγητη καὶ ὡραῖα!
Παράξενη εἴταν ὥρα, ποιὸς θὰ τὸ πιστέψη;
Βουλήθη ὁ θεῖος κόσμος, κ᾿ ἔγινεν Ἰδέα,
καὶ στὴ δική μας φανερώθηκε τὴ σκέψη.
Τώρα σ᾿ αἰνίγματα καὶ σὲ σκοτάδια νέα
εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ ζωούλα μας γιὰ νὰ μισέψῃ.
―Ὦ Φοινικιά, ἀποκρίσου· νά! φυλάει καρτέρι,
πρὶν πῇς τὸ λόγο τὸν ὑπέρτατο, ἕνα χέρι.
Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔσπειρεν ἐδῶ ἕνα χέρι,
καὶ θὰ ξαναπλωθῇ, καὶ θὰ μᾶς ξερριζώσῃ,
καὶ θὰ πεθάνουμε· τὸ κῦμα καὶ τ᾿ ἀγέρι
καὶ τὸ νερὸ ἀνελεήμονα θὰ μᾶς σαρώσῃ,
καὶ δὲ θὰ κλάψῃ μας τ᾿ ὁλόανθο καλοκαῖρι,
κ᾿ ἡ πλατιὰ πλάση τὸ χαμό μας δὲ θὰ νιώσῃ,
καὶ κάτου ἀπὸ τοῦ ἴσκιου σου τὰ μάγια πάλι
θ᾿ ἀναστηθῇ μοσκόπνοη μιὰ βλάστηση ἄλλη.
Καὶ μήτε θὰ βρεθῇ γιὰ μᾶς κανένα μνῆμα
τοῦ διάβα μας τὸ φάντασμα νὰ συγκρατήσῃ·
μονάχα ὁλόφωτο τριγύρω σου ἕνα ντύμα
μὲ νέα μία λάμψη ἀχάλαστη θὰ σὲ στολίσῃ,
καὶ θὰ εἶναι ἡ σκέψη μας κι ὁ λόγος μας καὶ ἡ ρίμα.
Καὶ θὰ φανῆς ἐσὺ στὴν ξαφνισμένη χτίση
σὰν ἕνα χρυσοπράσινο καινούργιο ἀστέρι.
Καὶ μήτ᾿ ἐσύ, μήτε κανεὶς δὲ θὰ μᾶς ξέρῃ…

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2020

Κωστής Παλαμάς, «Σολωμός»


Τόσω σε νοιώθω μέσα ’ς την καρδιά μου,
Που τόρα τρέμω μήπως και σε χάσω,
’Σ των στίχων μου τη γύμνια, ποιητά μου,
Απ’ τα ζεστά μου στήθη αν σ’ ανεβάσω.
Βαθειά κ’ εσύ μέσα ’ς το νου κλεισμένη
Έκρυβες την ιδέα, λάμψι θεία,
Κ’ εκύτταζες με στίχους καμωμένη
Για να της πλάσης άξια κατοικία.
Γι’ αυτό ’ς των τραγουδιών σου το βιβλίο
σκόρπιοι, ριγμένοι ’σαν από την τύχη,
μισόπλαστοι, ένας ένας, δύο δύο,
μαζή αστράφτουν και σβύνουν τόσοι στίχοι!
Στίχοι ’σαν περιστέρια χωρίς ταίρι,
στίχοι, ταιράκια, μα χωρίς φωλιά,
στίχοι ’σά’ ρόδου φύλλα που τ’ αγέρι
τα σκόρπισε από την τριανταφυλλιά.
Μα μέσα σου εξύπναε ξαφνικά
Η φαντασία, δύναμι γεμάτη,
Κι’ ό,τ’ έχτιζες εσύ πονετικά,
Τα γκρέμιζε ’σά’ χάρτινο παλάτι.
Γιατί για την ιδέα, λάμψι θεία,
Δεν έφταναν των στίχων σου τα κάλλη·
Και ήταν η ’δική σου φαντασία,
Παράξενη, ανυπόταχτη, μεγάλη.
’Σ της θάλασσας επάνω τα νερά
Ένας τεχνίτης με μυαλό και γνώσι
Βαρύν αγώνα είχε μια φορά
Παλάτι ξακουστό να θεμελιώση.
Το ξακουστό παλάτι την ημέρα
’Σ τα κύματα χτιστό θαμποβολούσε,
Μα όταν η νύχτ’ απλώνοταν ’κεί πέρα,
Νεράιδα πεισματάρα το χαλούσε.
Ενίκησ’ ώς το τέλος ο τεχνίτης
Κ’ ερρίζωσε το θαύμα του ’ς το κύμα...
— Εσύ πριν να νικήσης την ορμή της,
Αχ! η νεράιδα σ’ έβαλε ’ς το μνήμα!

[πηγή: Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τόμος πρώτος, Μπίρης, Αθήνα χ.χ., σ. 136-137]

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Κωστής Παλαμάς – Διονύσιος Σολωμός

Πηγή: http://www.e-kere.gr/βιβλία/Κωστής-Παλαμάς-Διονύσιος-Σολωμός
Κωστής Παλαμάς – Διονύσιος Σολωμός


Πρόκειται για μελέτη στην οποία ο Παλαμάς κρίνεται γενικότερα ως κριτικός και ειδικότερα ως κριτικός του Σολωμού. Ο τόμος περιλαμβάνεται ανάμεσα στους πρώτους με τους οποίους εγκαινιάσθηκαν τότε οι γνωστές εκδόσεις «Ερμής». Χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο Β΄(σ.33-200) συγκεντρώνονται όλα τα πεζά και ποιητικά κείμενα του Παλαμά που αναφέρονται στον Σολωμό, αυτοτελή και αποσπασματικά, διατεταγμένα χρονολογικά. Στο Α΄(σ.5-32), ως Εισαγωγή και υπό τον τίτλο « Ο Παλαμάς κριτικός του Σολωμού», γίνεται αναλυτική προσέγγιση της κριτικής πρόσληψης του Σολωμού από τον Παλαμά για να διαπιστωθεί ότι, ενώ ο Παλαμάς επέβαλε τον Σολωμό στο εθνικό σύνολο, ο ίδιος έμεινε τελικά ξένος στο ποιητικό του δίδαγμα.

[Αναδημοσιεύονται εδώ το Πρώτο Μέρος της Εισαγωγής, χωρίς τις Σημειώσεις, με τις γενικές επισημάνσεις για τα γενικότερα γνωρίσματα του κριτικού στοχασμού του Παλαμά και το Τρίτο, το συμπερασματικό, με τις Σημειώσεις του, το οποίο ο εκδότης άφησε εκτός. Το τελευταίο έχει κατατεθεί από τότε , πολυγραφημένο, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αθήνας με τον ταξινομικό αριθμό MGL 869.291]

Μέρος Πρώτο Ο κριτικός: η τοποθέτηση και τα γνωρίσματα

Από μια πρώτη σύνθετη θεώρηση, η κριτική και η ποίηση αποτελούν δύο ομόλογες λειτουργίες του πνεύματος. Παρόλη, φυσικά, την αναντίρρητη αυτονομία τους υπόκεινται, ταυτόχρονα, σε αμοιβαίες εξαρτήσεις και στενούς συσχετισμούς. Πάντοτε σχεδόν η μεγάλη ποίηση (και γενικότερα κάθε μορφή υψηλής δημιουργίας) υποκρύπτει μιαν οξύτατη κριτική διάνοια, ενώ, από τη δική της πλευρά, η εμπνευσμένη κριτική προϋποθέτει, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, βαθύ και πλούσιο ποιητικό αίσθημα. Εντούτοις, στον πρακτικό απολογισμό, η δόκιμη κριτική πράξη τείνει να αποδειχθεί εξάρτημα του ποιητικού νου. Οι σημαντικότεροι κριτικοί, που διέγραψαν αποφασιστικά την οριακή καμπύλη της νεώτερης (τουλάχιστον) λογοτεχνίας, υπήρξαν ως επί το πλείστον ποιητές (Edgar Allan Poe, Paul Valéry, T.S.Eliot). Στον ορισμένο, μάλιστα, ελληνικό χώρο, η ταύτιση αυτή δικαιώνεται πλήρως με την εύγλωττη παράθεση δύο ακραίων ονομάτων, του Σολωμού και του Σεφέρη. Η άποψη, ωστόσο, φωτίζεται ακόμα πιο πολύ με το παράδειγμα, στη συγκλίνουσα χρονική αιχμή, του Κωστή Παλαμά.
Πράγματι, οι βασικότερες εκδηλώσεις του πνεύματός του υπήρξαν η κριτική και η ποίηση. Με τη διπλή δράση του ο Παλαμάς εύρυνε αποφασιστικά, σ΄ένα διάστημα μισού αιώνα (1880-1930), τα κλειστά όρια της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Οι σύγχρονοί του, φυσικά, αιστάνθηκαν περισσότερο την επιβολή του ποιητή, με την κυρίαρχη αντήχηση του ρυθμού και του στίχου. Αλλά την εγκωμιαστικήν αποδοχή διαδέχθηκε αργά ο γόνιμος σκεπτικισμός. Η σφοδρή υπερβολή της αντιπαλαμικής στάσης του Γιάννη Αποστολάκη και η ταυτόσημη θέση του Φώτου Πολίτη (δύο ιδεολόγων δημοτικιστών) έθρεψαν γρήγορα τις πρώτες σοβαρές σπερματικές αμφιβολίες. Το χάσμα ευρύνθηκε απροσδόκητα με τις αντίρροπες αναζητήσεις και το συνακόλουθο επίτευγμα μιας άλλης ποιητικής. Έτσι, ο ποιητικός λόγος του Παλαμά (όχι, πάντως, ο ποιητής) έμεινε ξαφνικά ξένος, μετεωρισμένος στην αιχμή μιας παράδοσης. Η πλατυρημοσύνη του αναλυτικού στοχασμού, η συνάλληλη πομπική έξαρση, ο φραστικός αλαλαγμός, η εξώστρεφη κραυγή και ο στόμφος, οδήγησαν, αν όχι στην καταδίκη, τουλάχιστο στην άρνηση. Ήταν, επομένως, αναπόφευκτο το ποιητικό δίδαγμα του Παλαμά να μείνει χωρίς βιώσιμη καρποφορία. Με τον καιρό, η αλλοτρίωση μεγάλωσε, ενώ ο ίδιος παραμένει πάντα ποιητής αντιλεγόμενος.
Αντίθετα, ο κριτικός Παλαμάς επισημάνθηκε αργότερα, η δε αναγνώριση της ομολογημένης υπεροχής του ακολούθησεν αντίστροφο δρόμο. Τις πρώιμες διαπιστώσεις, αόριστες και δειλές, σφράγισε σύντομα η ανεπιφύλακτη ομολογία ότι «ο Κωστής Παλαμάς [...] είναι ως τα σήμερα [1941] ο πιο σημαντικός κριτικός της νέας ελληνικής λογοτεχνίας». Ωστόσο, τα σχετικά δοκιμιογραφήματα της ίδιας εποχής εξετάζουν, ως επί το πλείστον, τον κριτικό διαμέσου του καθιερωμένου ποιητή. Η τολμηρή αντιστροφή του Τέλλου Άγρα, στηριγμένη σε οξύτατην αίσθηση, πραγματοποιήθηκε σταδιακά και σε άλλες δόκιμες συνειδήσεις, στις οποίες η πρόκριση του κριτικού Παλαμά πέρασε άνετα από την ισοτιμία στο προβάδισμα. Η γνώμη αυτή φαίνεται η επικρατέστερη σήμερα, ενισχυμένη και δικαιωμένη από το συγκεντρωμένο (το γνωστό και άγνωστο) υλικό των Απάντων. Η έκδοση έδωσε καινούργια διάσταση στην κριτική φυσιογνωμία του Παλαμά, χωρίς αυτό να μειώσει τη σημασία του ποιητή, ο οποίος, εξάλλου, στέκεται πολύ πιο κοντά στο ευρύτερο κοινό απ΄ ό,τι ίσως, κανείς υποψιάζεται.
Η νέα αξιολόγηση στηρίζεται, προφανώς, σε αντικειμενικότερα δεδομένα. Απεναντίας, η παλαιότερη φαίνεται αρκετά επηρεασμένη από τον πληθωρικό όγκο τής ποιητικής παραγωγής και την προσωπική πίστη του ίδιου του Παλαμά. Παρόλη τη βαθιά επίγνωση για τη συλλειτουργική υπόσταση κριτικής και ποίησης, σπεύδει να διακηρύξει απερίφραστα ότι «εγώ δεν είμαι φιλόσοφος, δεν είμαι κριτικός» . Η βιωμένη αυτή θέση εξηγεί επαρκώς την υπηρετική, κατά κάποιον τρόπο, σκοπιμότητα που επιτελεί η κριτική στο συνολικό του έργο. Εδώ, ίσως, πρέπει να αναζητηθεί και η πρώτη αιτία γιατί ο Παλαμάς, ποιητής της Φλογέρας και του Δωδεκάλογου, δεν έδωσε ανάλογα κριτικά έργα, με πλατιά δηλ. σύνθεση και αυτάρκεια. Ωστόσο, το διασπαθισμένο κριτικό του έργο, το οποίο διέπει στο βάθος όντως παραδειγματική συνέπεια και ενότητα, αποκαλύπτει την αξιοσύνη της κριτικής διάνοιας και δίνει, στο μέτρο του εποπτικού συνδυασμού, αυθεντικά και πλούσια τα γνωρίσματα της παλαμικής κριτικής.
Τέσσερα είναι, προπάντων, τα πεδία στα οποία ασκείται διαρκώς η κριτική αντοχή του Παλαμά: α) Το ίδιο του το έργο. Είναι μοναδική, ίσως, περίπτωση στα νεοελληνικά γράμματα δημιουργού, ο οποίος γίνεται ταυτόχρονα, σε κάθε περίσταση (σε προλόγους, σε αυτοτελή δημοσιεύματα, σε επιστολές, παντού), ακαταπόνητος υπομνηματιστής και εξηγητής του ποιητικού, κυρίως, έργου του. Εδώ, φυσικά, δεν αξιολογεί, πράγμα άλλωστε ανέφικτο· απεναντίας διαφωτίζει, αναλύει, ερμηνεύει, επιχειρεί πρωτότυπους συσχετισμούς και εύστοχες ιστορικές τοποθετήσεις. β) Η ελληνική πραγματικότητα της εποχής του, στην εθνική, κοινωνική και πνευματική της δομή. Στον χώρο αυτόν αποδεικνύεται ο μαχόμενος στοχαστής και ο οξύς δημοσιογράφος. Προσπαθεί να καθοδηγήσει και αγωνίζεται να επιβάλει στη συνείδηση του Έθνους αξίες ζωντανές και αυτοδύναμες. Εδώ αξιολογεί, κατευθύνει, γίνεται ορθός κριτής και, κάποτε, ο ευαίσθητος δέκτης μιας επερχόμενης κοσμογονίας. γ) Το εθνικό παρελθόν, αποκλειστικά σχεδόν στη λογοτεχνική του πραγμάτωση. Είναι η περίπτωση όπου αναδεικνύεται απερίφραστα ο πρώτος άξιος ιστορικός της νεώτερης λογοτεχνίας, συστηματικός γραμματολόγος και κριτικός πρωτοποριακής αυθεντίας. Το επίτευγμα συνδυάζει έξοχα τη φιλολογική ενόραση με την ένστικτη σχεδόν κριτική ευστοχία. δ) Ο ευρωπαϊκός χώρος. Η πλατιά υπερελληνική αγωγή του πνεύματός του, η έντονη ευρωπαϊκή συνείδηση και η συναφής γνώση του δυτικού πολιτισμού επρόσφεραν γερά στηρίγματα στην κριτική του ενδυνάμωση και, ταυτόχρονα, άφθονο υλικό σε ανάλογη έρευνα. Στο σημείο αυτό παρουσιάζει, συγκρίνει, προβάλλει και, όχι σπάνια, επιβάλλει ιδέες, πρόσωπα, ρεύματα. Η σημασία του, ωστόσο, εξαντλείται στην επιτυχημένη προσπάθεια για μιαν αμεσότερη και πιο γόνιμη επικοινωνία του ελληνισμού με τη Δύση.
Η εποπτική διερεύνηση σε όλη αυτή την εκτενή δημιουργία (με ειδική αναγωγή κυρίως στην προτελευταία) προσφέρει τη δυνατότητα για μια χρήσιμη, κεφαλαιώδη αναγραφή των επιμέρους βασικών αρχών και των άλλων ιδιοτήτων της κριτικής του Παλαμά.
Εν πρώτοις, η προηγούμενη σχηματική διαίρεση δείχνει καθαρά το πρώτο, εξωτερικό, χαρακτηριστικό της κριτικής του: την πολυμέρεια και την άνεση. Και τα δύο είναι σύμφυτα με την πλατιά ανάπτυξη και τη διάσπαση. Η εξωτερική, ωστόσο, έκταση συνυπάρχει παντού με μιαν εσωτερική καθολικότητα, η οποία οδηγεί στην πρώτη αρχή για τη σύνθεση. Πράγματι, η συνθετική έφεση, εκδηλωμένη εμφανέστερα στο ποιητικό έργο, κυριαρχεί εξίσου σ΄όλες τις κριτικές δοκιμές του Παλαμά. Ακόμα και οι απλές απόπειρες προδίδουν την τάση για οργανωμένη μεθόδευση και ανάπτυξη του κεντρικού θέματος. Ό,τι όμως προέχει, παρόλη την απουσία μεγάλων έργων, είναι η συνθετική εποπτεία στην ενοραματική σχεδόν σύλληψη των πνευματικών εκδηλώσεων και των άλλων εκφραστικών μορφών του νεοελληνικού λόγου. Από την άποψη αυτή, ο Παλαμάς είναι η πρώτη συνθετική κριτική διάνοια του νεωτέρου ελληνισμού (αντίθετος ακριβώς από τον Πολυλά και τον Καλοσγούρο).
Η πολυμέρεια και η ευρυμένη εποπτεία συμβαδίζουν στην πράξη με την αναλυτική απόδοση του επιμέρους στοχασμού. Ο πλατυασμένος αυτός λόγος, ρητορικός και αφρόντιστος, ενισχυμένος μάλιστα από τον εκπληκτικό πλούτο και την παρεπόμενη ευκινησία της γλώσσας, δημιουργεί ύφος εντελώς ιδιότυπο και προσωπικό. Την ιδιοτυπία του ύφους αυξάνει η στενή συγγένεια προς το ποιητικό και η πλούσια σατιρική διάθεση. Γενικότερα, επισημαίνεται μια περίεργη και ερμαφρόδιτη παρουσία: στην κριτική εισβάλλει, κάποτε, ακατάσχετα το γνώριμο ποιητικό ύφος της μεγαληγορίας και της έξαρσης· αντίθετα, στην ποίηση συνοδοιπορεί, αθόρυβα ίσως αλλά εμφανώς, η κριτική διάνοια που υποτάσσει όμως περισσότερο την ιδέα και ολιγότερο τη φαντασία. Ωστόσο, η ανεξάντλητη ευαισθησία και ο πληθωρισμός των ιδεών δίνουν στον κριτικό λόγο μόνιμη δύναμη και ένταση μοναδική
Πέρα, όμως, από τα εξωτερικά γνωρίσματα, μεγαλύτερη σημασία έχουν τα εσωτερικά δεδομένα, τα κύρια τεκμήρια της κριτικής. Το σημαντικότερο εν προκειμένω είναι ο βαθύς και εμπερίστατος ιστορισμός, συνδυασμένος άριστα με τη φιλολογική γνώση και μέθοδο. Το πράγμα υπογραμμίζεται συχνά και αποτελεί, ταυτόχρονα, βασικό συστατικό του καθόλου ποιητικού του έργου. Η έντονη ιστορική συνείδηση (ισχυροποιημένη από τις συναφείς τάσεις της εποχής) και η παράλληλη κριτική οξυδέρκεια βοήθησαν αποφασιστικά στο να αξιολογήσει ορθά και σχεδόν αμετάθετα όλες τις εκδηλώσεις (πρόσωπα και κινήματα) της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Στην κριτική θεώρηση του Παλαμά τα πράγματα δεν έχουν μόνο αισθητική αλλά και ιστορική σημασία, σε μια προέκταση, ιστορικήν αναγκαιότητα. Έτσι, με επαναστατική τόλμη και σπάνια κριτική αυτοπεποίθηση, ανατρέπει το παραδομένο και καθιερώνει τις νέες λογοτεχνικές αξίες:δικαιώνει ιστορικά τη λόγια παράδοση της Τουρκοκρατίας, επιβάλλει τους Επτανησίους και τον αγνοημένο Σολωμό (χωρίς, ωστόσο, να αρνείται τα θετικά επιτεύγματα του ρομαντισμού), καταξιώνει τη σύγχρονή του δημοτική λογοτεχνία, θαυμάζει τον Ερωτόκριτο και τα άλλα Κρητικά έργα, ανακαλύπτει πρώτος σχεδόν τον Κάλβο, εξαίρει τον Παπαδιαμάντη, ενώ εγκωμιάζει απροκάλυπτα την πεζογραφική ιδιοφυΐα του Μακρυγιάννη. Μοναδικήν αντίρρηση προκαλεί σήμερα η υπερβολή στην εκτίμηση του Βαλαωρίτη και η άρνηση του Καβάφη· ακόμα, η αδυναμία στην κατανόηση της σύγχρονης ποιητικής, παρόλη την καίρια κρίση για τη Στροφή του Σεφέρη.
Όλα τα προηγούμενα συνεπάγονται πλειάδα ολόκληρη άλλων εσωτερικών γνωρισμάτων. Με βάση αυτά αιτιολογείται, κατ΄ αρχήν, η άκρα αντικειμενικότητα, η οποία δεσπόζει στα επιμέρους έργα και στις γενικότερες τοποθετήσεις. Είναι πολύ αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι σε μια εποχή, γεμάτην από γλωσσικούς αγώνες και φανατισμούς, η κριτική γνώμη του Παλαμά δεν υποτάσσεται ποτέ στο γλωσσικό του πιστεύω. Η ίδια ανεξαρτησία άλλωστε παρατηρείται και στην έμπρακτη εφαρμογή της δημοτικής, όπου αρνείται τις γλωσσικές ακρότητες του Ψυχάρη. Ένα άλλο χαρακτηριστικό σημείο στην ιστορική και κριτική επισκόπηση είναι η έλλειψη εκλεκτισμού. Δεν μένει δηλ. μόνο στους μεγάλους σταθμούς, όπως π.χ. ο Σεφέρης, αλλά καταξιώνει ιστορικά και τους πιο ασήμαντους. Εκείνο, όμως, που υποφαίνεται παντού είναι ο έντονος διδακτισμός του. Η διαφώτιση και η διδαχή (απροκάλυπτη κάποτε) αποτελούν τις δυο κινητήριες δυνάμεις για την καθόλου κριτική του προσπάθεια. Πρόκειται για έναν κοινωνικό και, προπάντων, εθνικό διδακτισμό, ο οποίος είναι περισσότερο εμφανής στο ποιητικό έργο και, φυσικά, εντελώς διαφορετικός από τον υπαρξιακό του Καβάφη. Στον Παλαμά η κριτική πράξη υπηρετεί την ολότητα και έχει, επομένως, ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος που επιτελείται. Έτσι, σαν τελευταίο, πρέπει να αναφερθεί το ανώτερο ήθος του κριτικού λόγου, που συνυπάρχει έντονα με τη βαθιά πνευματικότητα και αξιοπρέπεια.
Η σύντομη αυτή ανασκόπηση έδωσεν, οπωσδήποτε, μια γενική και κατατοπιστική εικόνα του κριτικού Παλαμά. Έδειξε ακόμα, έστω ιδεογραφικά, ότι τον ποιητή και κριτικό συνακολουθούν ο ιστορικός, ο λαογράφος, ο γλωσσολόγος, ο σταχαστής. Οι ιδιότητες αυτές, συνδυασμένες με τη φιλέρευνη ανησυχία και ομολογημένη έμφυτη κλίση προς τη ζωή και το έργο των μεγάλων μορφών, τον οδήγησαν, πολλές φορές, στην ανάγκη να επισκοπήσει μικρά καθέκαστα, να ερευνήσει λεπτομέρειες και, άλλοτε, να δώσει σύντομες ή εκτενείς δοκιμές για βιογραφικά θέματα του άμεσου ενδιαφέροντός του. Τα σκόρπια αυτά κείμενα, όταν τυχόν αναφέρωνται στο ίδιο πρόσωπο, αθροιζόμενα, περέχουν έμπρακτα συστατικά μιας συμβατικής βιογραφίας, δοσμένης μάλιστα από διαφορετικές χρονικές και οπτικές γωνίες. Τέτοια κείμενα υπάρχουν μόνο για τον Βαλαωρίτη και τον Σολωμό. Για τον πρώτο έχει δοθεί από τον ίδιο τον Παλαμά η πρακτική συνέκδοση· για τον Σολωμό το κενό εξακολουθεί να παραμένει. Εντούτοις, ένα πλήθος από μελέτες και άρθρα, αυτοτελή ή παρεκβατικά, μορφοποιούμενα σε σώμα βιβλίου, έχουν πολλά να προσφέρουν και για τον κριτή και για τον κρινόμενο. Γραμμένα, ως επί το πλείστον, σε μια εποχή γεμάτην ανακατατάξεις και σύγχυση, και στην έκταση περίπου μιας πεντηκονταετίας (1885-1933), φωτίζουν πολλαπλώς τις εξωτερικές τύχες και την ίδια την ουσία του σολωμικού έργου, ενώ, από την άλλη, γίνονται σιωπηρά δοκίμια της κριτικής αλκής του Παλαμά.

Μέρος Τρίτο Γενικές διακριβώσεις και συμπεράσματα


Κωστής Παλαμάς – Διονύσιος Σολωμός
Στη διαδοχική, λοιπόν, προσέγγιση του Σολωμού η κριτική πορεία του Παλαμά ακολουθεί, τουλάχιστον εξωτερικά, μια τεθλασμένη καμπύλη με δύο κύριες κορυφώσεις: την πρώτη στην καμπή του αιώνα και την άλλη στις αρχές του τριάντα. Η κίνηση αυτή συνδέεται στενά με την παράλληλη κριτική τοποθέτηση απένανατι στον Βαλαωρίτη. Η δημιουργική προσφορά των δύο ποιητών συναγωνίζεται διαρκώς για την πρώτη θέση στην αξιολογική εκτίμηση του κριτικού. Εντούτοις, η άνετη επική εκτέλεση, τα άφθονα ρομαντικά στοιχεία, πιθανόν η διχασμένη γλωσσική έκφραση (έστω στην αρχή) και, προπάντων, ένας αναμφισβήτητος ομοιοπαθητικός ψυχισμός, έδεσαν τον Παλαμά στενότερα με την ορμητική ποίηση του Βαλαωρίτη. Ο δεσμός αυτός ερμηνεύει καθαρότερα την αναμφιταλάντευτη ποιητική πρόκριση,(1) η οποία πάντως παρουσιάζει δυο ενδιάμεσες κάμψεις, και μάλιστα στα αντίστοιχα χρονικά σημεία της έμπρακτης υπεροχής του Σολωμού. Τη διαπίστωση βεβαιώνει, ταυτόχρονα, ανάλογος καθοριστικός λόγος του Παλαμά: «Αλήθεια ο Βαλαωρίτης. Όποιος πρωτοδιαβάσει το Σολωμό και μπει στο νόημά του, τον ξεχνά το Βαλαωρίτη. Ύστερα ωριμάζει ο νους, τον ξαναδιαβάζεις το Βαλαωρίτη και βρίσκεις ό,τι στον άλλο δέ βρίσκεις: την ποίηση της λεπτομέρειας κι ένα ζωγραφικό πραγματισμό [...]. Τον βάζεις παράπλευρα του μεγάλου, στη θέση που του αξίζει».(2) Εδώ, ωστόσο, η δυαδική σύγκριση καταλήγει τελικά σε κραυγαλέα εξισορρόπηση.

Στενά εξαρτημένη από την προηγούμενη είναι μια άλλη, αναμφισβήτητα πιο σημαντική, παρατήρηση: ότι δηλαδή ο Παλαμάς έμεινε ποιητικά ξένος στην επαναστατική κατάκτηση του Σολωμού. Ο λόγος αφορά ταυτόχρονα την ποιητική πράξη και την κριτική θεώρηση. Η έντονη αυτογνωσία της προνομιακής διαδοχής έχει μονάχα ιστορική, όχι ουσιαστική σημασία.(3) Η ενδιάθετη ή εσκεμμένη απομάκρυνση από το δίδαγμα του Σολωμού είναι ολοφάνερη σ΄ ολόκληρο το ποιητικό έργο. Η σιωπηρή αυτή άρνηση γίνεται, απεναντίας, ομολογία απερίφραστη στις κριτικές διερευνήσεις. Στο υπαινισσόμενο πεδίο, η πορεία του στοχασμού ακολουθεί προοδευτικά, όπως έγινε ήδη φανερό, μιαν εντεινόμενη παρρησία με διπλή, τελικά, κατάληξη: την ενστικτώδη αμφιβολία μπροστά στο αρμονικό επίτευγμα των τελευταίων στίχων και, κυρίως, την έλλογη αποστροφή στην ανερμήνευτη αποσπασματική πραγματικότητα. Τα δύο αυτά σημεία συνδέονται άρρηκτα με την ορμέμφυτη ποιητική ιδιοσυγκρασία, όχι, βέβαια, την ανεπάρκεια του κριτικού νου. Η δαιμονική μανία του ρυθμού(4) οδήγησε οπωσδήποτε τον Παλαμά στο να συλλάβει και να τονίσει επανειλημμένα τη βαθιά μουσική υπόσταση του σολωμικού έργου, αλλά η πολυφωνική αρμονία των ανομοιοκατάληκτων στίχων, όπως τη συνέλαβε ο Πολυλάς, έμεινε απροσδόκητα ξένη στην κατά τα άλλα έντονη ευαισθησία του.(5) Πιο εμφαντική (και περισσότερο συνεπής με την ποιητική διδαχή του) είναι η απροκάλυπτη άρνηση των αποσπασμάτων. Το ζήτημα πρέπει να σχετισθεί με ένα ανάλογο θεωρητικό δοκίμιο («Τα μεγάλα τα ποιήματα»(6)), στο οποίο αντιμάχεται με πάθος την ποιητική θεωρία του Edgar Allan Poe για την υποβλητική δύναμη της πυκνής συντομίας. Η προδικασμένη ή απολογητική θέση για την πλατιά επική εκτέλεση εμπόδισε, αναμφισβήτητα, τον Παλαμά να δει και να κηρύξει την απλή συγκινητική αλήθεια: ότι ο Σολωμός, την ίδια περίπου εποχή και σε τόσο αλλότρια περιοχή, πειθαρχεί ανεπίγνωστα και πραγματώνει, κατά κάποιο τρόπο, το επαναστατικό ιδανικό του Poe. Για τον Σολωμό παραμένει ατύχημα το ότι η ποιητική πράξη δεν δικαιώνει ενσυνείδητα μιαν αντίστοιχη θεωρητική σύλληψη. Δεν είναι, λοιπόν, παράδοξο το γεγονός ότι ο Παλαμάς συνορά πάντοτε τις μεγάλες επικές συλλήψεις του Σολωμού με τις ασυντέλεστες προεκτάσεις τους. Η αντιμετρική ιδιοσυγκρασία (ποιητική και, ακόμα, ανθρώπινη) κράτησε, προφανώς, ασυμφιλίωτα τα δύο αυτά κορυφαία πνεύματα. Εδώ βρίσκεται, ίσως, το μέγιστο όριο διαφοράς τους. Σε γενική εκτίμηση, ο Παλαμάς (τουλάχιστο για την ελληνική πραγματικότητα) είναι το τέρμα μιας μεγάλης ευθείας, ο Σολωμός (χωρίς εθνικούς περιορισμούς) η αρχή νέας καμπύλης.
Ανεξάρτητα, ωστόσο, από τα σημεία αυτά ο Παλαμάς αποκάλυψε, πράγματι, στο Έθνος την ιστορική σημασία του Σολωμού. Εν πρώτοις, είδε με ζηλευτή κριτική οξύτητα όλα σχεδόν τα μεγάλα φιλολογικά ζητήματα που συνθέτουν το πολύπλευρο σολωμικό πρόβλημα. Παράλληλα, η εσωτερική σπουδή των θεμάτων συμβαδίζει, στην πράξη, με τη γενική αξιολογική ένταξη στον ιστορικό εθνικό χώρο. Πρώτος ο Παλαμάς διέβλεψε ορθά την αποφασιστική (ποιητική και γλωσσική) σημασία του σολωμικού έργου για την όλη εξελικτική παράδοση της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Η προσωπική αυτή πίστη, εντεινόμενη με την ωρίμανση, έγινε αργότερα, ύστερα από επίμοχθη προσπάθεια, κοινή αποδοχή. Γι΄ αυτό η προσφορά του Παλαμά στη γνώση και τη διάδοση του έργου του Σολωμού πρέπει να θεωρηθεί μοναδική. Αλλά και η γενικότερη επιρροή που άσκησε το σολωμικό δίδαγμα στην ευρύτερη εθνική ζωή και δημιουργία δεν είναι ξένη από το κριτικό κήρυγμα του Παλαμά, ο οποίος σε διάστημα μισού αιώνα (1885-1933), κατόρθωσε να επιβάλει προοδευτικά και αμετάκλητα την εθνική μορφή του ποιητή. Μάλιστα, από κάποια στιγμή και πέρα, προκάλεσε ο ίδιος γόνιμες αντιδράσεις και ποικίλες άλλες δραστικές αναθεωρήσεις. Έτσι, στην καμπή του τριάντα ο Σολωμός δεσπόζει, από κάθε άποψη, στην κοινή εθνική συνείδηση. Η έμπρακτη, άλλωστε, επιστροφή στο ποιητικό δίδαγμα του Σολωμού είναι η αναπότρεπτη κατάληξη αυτής της μακροχρόνιας διαφωτιστικής προεργασίας. Εντούτοις, αξίζει να υπογραμμισθεί εδώ, σαν κατακλείδα, μια περίεργη ειρωνεία: ο Παλαμάς, που γνώρισε και επέβαλε στους άλλους τον Σολωμό, έγινε ουσιαστικά το πρώτο ποιητικό θύμα της επιστροφής στο δικό του δίδαγμα. Το τίμημα ήταν, πράγματι, βαρύ: οι άλλοι βρήκαν εκεί αυτό που η ποιητική του ιδιοσυγκρασία στάθηκε αδύνατο να καταλάβει.

Σημειώσεις [Τρίτου Μέρους]


Σημειώσεις [Τρίτου Μέρους]

  1. Βλ. π.χ. Άπαντα, τόμ. Η΄, σελ.178-179 (κρίσεις μιας δεδομένης στιγμής): «Η ποίηση του Βαλαωρίτη είναι η πιο γερή που δόθηκε ως την ώρα της νέας Ελληνικής ψυχής να χαρεί» - «Η γλώσσα του Βαλαωρίτη είναι η πλουσιώτερη γλώσσα που ευτύχησε ποιητής λυτρωμένος από το λογιωτατισμό να χρησιμοποιήσει για το έργο του» - «Ο Βαλαωρίτης [...] είναι ο πρώτος αγνός, και σε πολλά ασύγκριτος, επικός που δοξάζει τη νέα λογοτεχνία μας» (χρονία κειμένου: 1910)
  2. Άπαντα, τόμ. Ι΄, σελ. 70 (από τα Σημειώματα στο περιθώριο). Ο λόγος διατυπωμένος περίπου το 1908, δημοσιεύεται το 1928 (πρβλ. στο Βιβλίο, σελ. 133 σημ. 1).
  3. Μια τολμηρή φαντασία θα έβλεπε, πιθανότατα, την αυτογνωσία της διαδοχής να προβάλλεται συμβολικά στον Ένατο Λόγο («Το Βιολί») του «Δωδεκάλογου». Δεν είναι, ίσως, συμπτωματικό ότι το νέο τραγούδι με το παλιό βιολί (η κομμένη παράδοση) ανελίσσεται πάνω στο ρυθμό και στο μέτρο του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν». Την ίδια αυτογνωσία υπαινίσσεται το σολωμικό παράθεμα του Λόγου «Άστραψε φως και γνώρισεν ο νιος τον εαυτό του».
  4. Βλ. για το θέμα την ειδική μελέτη του Λίνου Πολίτη «Ο στίχος του [του Παλαμά] (Μετρικά και ρυθμολογικά)», περ. Γράμματα (Τεύχος Επιμνημόσυνο του Κωστή Παλαμά), Αθ. 1943, σελ. 209-238.
  5. Πρβλ. Ζ. Λορεντζάτου Δοκίμιο Ι, Αθ. 1947, σελ.96-101. Πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα ότι ο Παλαμάς εξαίρει διαρκώς τη μουσικότητα, όχι την αρμονία του σολωμικού έργου: «[...] από το μουσικώτατα μα και φανταχτερώτατα κομματιαστό του έργου του» (Άπαντα, τόμ. Ι΄, σελ. 424) – «[...] και με λιγοστά αποκόμματα στίχων ατέλειωτων και ασύνδετων, που όσο κι αν είναι εξαίσια μουσικοί, [...]» (Άπαντα, τόμ. ΙΔ΄, σελ 207), κλπ.
  6. Άπαντα, τόμ. ΣΤ΄, σελ. 205-217 (χρονία κειμένου: 1901).


Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Το μουσικό θρόισμα της «Φοινικιάς»

Συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τότε που ο Κωστής Παλαμάς έγραψε τη «Φοινικιά», ένα εκτενές ποίημα το οποίο περιλαμβάνεται στη συλλογή «Η Ασάλευτη Ζωή» και ξεχωρίζει για τον πηγαίο λυρισμό του, τους φυσιολατρικούς τόνους και τον συμβολικό του χαρακτήρα


Το 2000, επετειακό έτος Γ. Σεφέρη και δραστικό προέτος Α. Εμπειρίκου, συμπληρώθηκαν τα πρώτα 100 χρόνια από τότε που ο Κωστής Παλαμάς συνέθεσε το «τελειότερο ποίημά» του, ένα έργο «βαλερικό πριν από τον Βαλερί» κατά την κρίση του Γ.Κ. Κατσίμπαλη, το οποίο έχει αξιολογηθεί ως «το πρώτο μεγάλο ποιητικό μας έργο έπειτα από τον Σολωμό και τον Κάλβο» (Ν. Βαγενάς). Ο ποιητής Ηλίας Λάγιος μάλιστα που προλογίζει την πιο πρόσφατη επανέκδοση της «Φοινικιάς» («Ιδεόγραμμα», 1997) θεωρεί το ποίημα ως «πυρήνα της "Ασάλευτης Ζωής" (αλλά και όλης της παλαμικής ποιήσεως)». Και κατά τη διατύπωση της νωπής σχετικής μελέτης που διαθέτουμε, το ποίημα αποτελεί «την έσχατη και ιδεώδη απόληξη της αναμέτρησης του Παλαμά με τον Σολωμό· αποτελεί την απάντηση στα σολωμικά αποσπάσματα» (Αγορή Γκρέκου). Και μπορεί το Ετος Παλαμά να παρήλθε ανεπιστρεπτί (το 1993 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από τον θάνατό του), δεν είναι μάταιο ωστόσο να τελέσουμε την υποτυπώδη εκατονταετηρίδα για το μείζον συμβολιστικό ποίημα της ελληνικής γλώσσας και τον δημιουργό του.

Αναγνωστική λήθη

Ο Παλαμάς, από διαμορφωτής του φιλολογικού γούστου και της λογοτεχνικής κριτικής στην εποχή του, κατά τη μεταπολεμική περίοδο πέρασε στη χορεία των ποιητών που ξεμένουν αζήτητοι στο ράφι και στις ημέρες μας διαβάζονται ελάχιστα. Και μολονότι όσο ζούσε ο ποιητής είχε ευνοηθεί από τη συγκυρία (από την εθνική και κοινωνική ανάταση πριν και μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους ιδιαίτερα), πρέπει να παραδεχθούμε ότι είναι άδικο να μαζεύει σήμερα ατίναχτη σκόνη στα ράφια των βιβλιοθηκών. Οι αιτίες της αναγνωστικής λήθης του παλαμικού ποιητικού έργου (ασφαλώς εξαιρούνται οι φιλολογικές μελέτες που μεστώνουν μέσα στα πλαίσια της ενδοπανεπιστημιακής κυρίως έρευνας) είναι πολλαπλές και τις νύσσω ανάκατα: η μεγάλη σε όγκο παραγωγή, που στις ημέρες μας οπισθογραφείται ως μειονέκτημα οποιουδήποτε ποιητικού έργου· η παλαμική αισθητική, που από το τρέχον γούστο μας κρίνεται παρωχημένη· η ποιητική ιδιόλεκτος η στρατευμένη στο δημοτικιστικό αξίωμα της εποχής με τόση μαχητικότητα, ώστε οι υπερβολές της να την κάμνουν να ακούγεται σήμερα πεποιημένη· το ύφος που δεν αποφεύγει πάντα τον αδικαίωτο στόμφο· προπαντός όμως η φιλοτιμία του ποιητή να ανταποκρίνεται στις σειρήνες της συγκυρίας (επετειακές και άλλες) καθώς και η ενδοτικότητά του να δημοσιεύει («Τίποτε δεν πετάει ο Παλαμάς, τίποτε!» σχολίαζε ο Κ. Π. Καβάφης), όλα τούτα σε συνεργία με την ηθικολογική και απόλυτη (αλλά ενδιαφέρουσα!) απόρριψη του έργου του από τον Γιάννη Αποστολάκη και με τις μικρόχαρες και μεγάθυμες έριδες και υπονομεύσεις μεταξύ των «παλαμιστών» και των «καβαφιστών», είναι μερικές από τις αιτίες της βαριάς αναγνωστικής νάρκης του έργου του.

Μάστορας του στίχου

Σε κάθε περίπτωση, και μολονότι ο ίδιος εγκατέλειψε ομολογημένα το ιδεώδες του «άδολου λυρισμού» για να ενδυθεί το σχήμα του εθνικού ταγού, εν τούτοις στον Κωστή Παλαμά πρέπει, νομίζω, να προσγραφεί η διάκριση του καλύτερου τεχνίτη. Κανένας δεν είναι καλύτερος μάστορας του ρυθμού και του στίχου από τον βραχύσωμο γέροντα· μάστορας με τη σημασία ενός υπαρκτού μέσου όρου: του φυσικού ταλάντου, της ισχυρής βούλησης, της θεωρητικής κατάρτισης, της εμπειρικής αποθησαύρισης και της εκτεταμένης εφαρμογής που σκληραίνει τον κάλο στο μεσιανό δάχτυλο του στιχουργούντος χεριού. Στίχοι σαν τους ακόλουθους της «Φοινικιάς» σπανίζουν στις σελίδες της υψηλής ποίησης: «Λαμποκοπάει ανάσταση το περιβόλι, / Κάθε πουλί ονειρεύεται πως είναι αηδόνι, / Μονάχα πέφτει από τα ύψη σου σα βόλι / Το μαργαριταρένιο στάλαμα και ω πόνοι! ».

Ο καλός ποιητής (ή ο συγγραφέας) προσέχει τον δεύτερο στίχο (ή κεφάλαιο του μυθιστορήματός του)· με τον πρώτο στίχο αναβλύζει το τάλαντο, ενώ από τον συνδυασμό του με τον δεύτερο προδιαγράφεται η αντοχή και παρέχεται η ένδειξη για τη μέση ποιοτική στάθμη του όλου έργου. Στο πιο πάνω τετράστιχο του Παλαμά οι λέξεις απογειώνονται από την καθημερινή τονικότητα χωρίς καμία να απεμπολήσει την κοινόχρηστη σημασία της: η «ανάσταση» σημαίνει, κατ' αρχήν και κατά βάση, το ίδιο και μέσα στο τετράστιχο και στην εξωποιητική της χρήση. Και με την ένταξή της μέσα στο ποίημα η λέξη προσπορίζεται τις σημασίες που γεννιούνται από τις γειτνιάσεις (λ.χ. «λαμποκοπάει ανάσταση») ή αναθρώσκουν από τη συνύφανση της «ανάστασης» με το συνολικό λεκτικό που έχει χρησιμοποιηθεί για τη σύνθεση της «Φοινικιάς». (Το ίδιο ισχύει και στο δημοτικό τραγούδι, όπου οι λέξεις απογειώνονται σε σύμβολα χωρίς να κόψουν τον ομφάλιο λώρο τους με τη σημασία που έχουν στην καθημερινή χρήση, λ.χ. η «κάτω γης» στον ακόλουθο στίχο της Μάνης: «Θάρρεψες 'τ' είν' η κάτω γης μήλο να τη γυρίσεις».)

Ο Σεφέρης επιχείρησε την ανάλογη δηλαδή μουσικόλογη, συμβολιστική σύνθεσή του με τη «Στέρνα», που είναι ωστόσο «ποίημα εμφανώς κατώτερο της "Φοινικιάς"», κατά τη γνώμη του Ν. Βαγενά. Με τους 15σύλλαβους του «Ερωτικού λόγου» πάντως το σεφερικό εγχείρημα ανεβάζει τη στάθμη και γίνεται πιο αποτελεσματικό· γενικώς και έτσι όπως καθιζάνουν μέσα μας με τον καιρό (τα ποιήματα αναδιατάσσονται ακόμη και όταν δεν τα ξαναδιαβάζουμε), έχω την εντύπωση πως τα καλύτερα του Σεφέρη είναι τα ρητώς έμμετρά του. Είχα αποτολμήσει να εκθέσω την άποψή μου στον μελετητή και φίλο του ποιητή Γ. Π. Σαββίδη οπότε, εκεί που θαρρούσα πως θα με παραμάζευε, μου χαμογελάει: «Και γιατί δεν τα γράφεις αυτά που λες;». Ο Σεφέρης βρίσκεται πιο κοντά στην αισθητική του Παλαμά παρά στη δική μας· είναι προπολεμικός ποιητής.

Το «γοερό θολόρεμα» της Φοινικιάς, γραμμένο σε ιαμβικό 13σύλλαβο και στο στροφικό σύστημα της ομοιοκατάληκτης οκτάβας (συνολικά: 312 στίχοι σε 39 στροφές), το αφιερώνει ο ποιητής «στο Δροσίνη, που το πρωτάκουσε». Ποια είναι η υπόθεση, ο μύθος του έργου; Οπως το βεβαιώνει ο Λάγιος, «μόνη δομή της Φοινικιάς είναι η Φοινικιά», που κρατιέται και αλληλέγγυα και αμιλλητήρια με το έργο του Διονυσίου Σολωμού στο λεξιλόγιο όσο και στις ιδέες, όπως γίνεται φανερό από τους στίχους: «Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ' έφθασε μ' ασπούδα, / έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, / που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· / το σκουληκάκι βρίσκεται σ' ώρα γλυκιά κι εκείνο. / Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη []». Σ' αυτό το κάλεσμα ο Παλαμάς ανταποκρίνεται: «Καταχωμένο ανήλιαγο ζη το σκουλήκι / Για να χαρή μεταξοφτέρουγη ψυχούλα / Μιαν ώρα την ωραία ζωή, και να πεθάνη / Το χάσμα της πληγής γίνεται σιντριβάνι», για να επιμείνει στην επόμενη στροφή: «Τα σταχτερά, τα διάφανα, τα χίλια μύρια / Πράσινα, τ' αναβρύσματα· και τα μαμούδια / Και τα δετά της γης· τ' ανάερα τρεχαντήρια, / Τα σκουληκάκια, οι μέλισσες, τα πεταλούδια, / Λουλούδια, ω δισκοπότηρα και θυμιατήρια!». Η Φοινικιά είναι έργο μουσικής τέχνης συνθεμένο προτού ο Παλαμάς υιοθετήσει οριστικά τον ρομαντικό ρόλο του βάρδου.

«Δώρο» στον 21ο αιώνα

Το κατόρθωμα του Παλαμά κατανοείται και σε γόνιμη αντιβολή με τον τρόπο του Καβάφη: στον πρώτο στίχο του αρχικού παραθέματος χρησιμοποιούνται τρεις λέξεις (λαμποκοπάει - ανάσταση - περιβόλι) που ο Καβάφης δεν τις περιλαμβάνει στη δόκιμη ποίησή του, ίσως επειδή χαρακτηρίζονται από μια διάχυση που τις καθιστά πολύ δημοτικές για τον Αλεξανδρινό: «Ο κήπος ήταν έκδοτος στην ανάσταση» θα εικάζαμε την καβαφική εκδοχή· διαθέτουμε άλλωστε τον συναφή στίχο και ενός άλλου, εξίσου ενδοτικού στις διαχύσεις αλλά και εφεκτικού στις λέξεις, ποιητή: «Απόψε ο κήπος μού μιλεί με νέα μελαγχολία» (Κ. Γ. Καρυωτάκης). Αλλά πέρα από τις εικασίες, τέτοιες δεσπόζουσες παλαμικές λέξεις (και οι σημασίες τους) βρίσκονται έξω από την ποιητική περιοχή του Καβάφη. «Ο καθείς [ποιητής] και τα όπλα του», όπως το έγραψε ο Ελύτης.

Η Φοινικιά συνιστά ύψιστο επίτευγμα της ελληνικής συμβολιστικής ποίησης (όπου επιγραμματικά: η μουσικότητα του λόγου υποβάλλει με ηχοχρώματα αντί συναισθημάτων και αντί για τη στράτευση των λέξεων στο νόημα προκρίνεται η υποτέλεια των σημασιών στις ηχητικές φόρμες). Τούτο το έργο του Κωστή Παλαμά, σολωμικότερο του Σολωμού θα λέγαμε, μας χαρίζει την εντελέστερη εκδοχή του σολωμισμού· ένα από τα ωραιότερα δώρα του έτους 1900 προς τους ελληνοπαθείς αναγνώστες του 21ου αιώνα. *

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ Ο μεγάλος «άγνωστος»


Δε θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε ότι ο Παλαμάς αποτελεί σήμερα «ταμπού» για την εκπαίδευση, αλλά και για ορισμένους φιλολογικούς κύκλους. Η πολιτεία στέκεται μάλλον αμήχανα μπροστά στο έργο του, όπως κάνει και με το έργο άλλων μεγάλων ποιητών, η δημιουργία των οποίων «αρνείται» να «κοπεί» στα «μέτρα» των ιδεολογικών αναγκών του κράτους.
Ειδικά η παλαμική δημιουργία, η τόσο πολύπλευρη σε μορφή και περιεχόμενο, που αντανακλά τις ιδεολογικές και πολιτικές περιπέτειες της Ελλάδας στο μεταίχμιο δύο αιώνων, αναφερόμενη ταυτόχρονα σε όλη την ιστορία του ελληνικού έθνους προκάλεσε μεγάλα προβλήματα στους μελετητές της. Αυτό, όμως, από μόνο του δε θα μπορούσε να αποτελέσει την αιτία για την ουσιαστική αγνόησή του από το εκπαιδευτικό σύστημα. Ισως η αιτία να βρίσκεται στη διαπίστωση του Νίκου Ζαχαριάδη, ότι ο Παλαμάς είναι ο μόνος που «άντεξε στο λαϊκό - κοινωνικό κριτήριο». Με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από το θάνατο του μεγάλου ποιητή, ο «Ρ» παραθέτει σήμερα αποσπάσματα από τη σημαντική και αποκαλυπτική μελέτη του καθηγητή, Γεώργιου Κ. Μωραΐτη (που «έφυγε» πρόσφατα από κοντά μας), «Ο Παλαμάς που δε διδάσκεται στην εκπαίδευση» (εκδόσεις «Παπαδήμα»).
Η «βαριά σκιά του Παλαμά»
«Το βιβλίο (...) αναφέρεται στην ουσιαστική αγνόηση ενός έργου σύγχρονου, του έργου του Κωστή Παλαμά, που για άλλους λαούς η ύπαρξή του και το έργο του θα περιποιούσε τιμή και θα γινόταν αντικείμενο εξαντλητικής μελέτης.
Βέβαια, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τη στρεβλότητα της ανάπτυξης της ελληνικής πνευματικής ζωής, που, από λόγους κοινωνικοπολιτικούς, διαμορφώθηκε κάτω από την επιβολή μιας ιδιόμορφης πνευματικής κηδεμονίας - γεγονός που από μόνο του μπορεί να ερμηνεύσει και τη μεγάλη ανισότητα στην προβολή των έργων της αρχαιότητας και την υποτίμηση των καρπών της σύγχρονης πνευματικής μας ζωής. Είναι μια κατάσταση, βέβαια, που δεν είναι στατική και σε κάποια σημεία ανατρέπεται τα τελευταία χρόνια.
28 Φλεβάρη 1943: Η κηδεία του Κ. Παλαμά στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών
Είναι απελπιστικό να ακούς από εκπαιδευτικούς, που μάλιστα μερικοί υποτίθεται ότι είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία στη διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, να δηλώνουν με πολύ μεγάλη ευκολία πως ο Παλαμάς δεν τους "πάει" (σαν το πρόβλημα να είναι αν αρέσει σε κάποιους ή σαν να διδάσκουν για το δικό τους το κέφι και όχι για να βοηθήσουν τα παιδιά να προσεγγίσουν τις αξίες της ζωής και της τέχνης) ή ότι ο Παλαμάς δεν έχει να τους δώσει τίποτε. Να υποθέσουμε ότι είναι τόσο νωθροί και ανιστόρητοι, ώστε να μην καταλαβαίνουν τι έδωσε και τι ακόμα μπορεί να δίνει το έργο του Παλαμά, που είναι ανεξάντλητο; Οτι δεν έχουν την ευαισθησία να προσεγγίσουν μια μεγάλη δημιουργία; Κι όταν βρεθούν μπροστά στο πρόβλημα, έχουν έτοιμη την απάντηση. Στη θέση του Παλαμά αντιπαραθέτουν τη "Γενιά του '30", σαν το "άκρον άωτον" της γνήσιας, της καθαρής τέχνης και δημιουργίας. Κανείς, φυσικά, δεν αμφισβητεί την πνευματική δημιουργία των μεταγενέστερων (αλίμονο, αν μετά τον Παλαμά δεν ερχόταν τίποτε!). Αλλά, αν επιχειρήσει κανείς να αναλύσει το έργο της γενιάς αυτής, θα διαπιστώσει πως όλοι αυτοί αναπτύχθηκαν κάτω από τη "βαριά σκιά του Παλαμά". Γιατί, αν και ο συναγερμός της γενιάς του 1880 τελειώνει κάπου στα μέσα της 10ετίας του '20-'30, κάποια πλευρά του παλαμικού έργου βρίσκεται μέσα στο έργο αυτών των μεταγενέστερων. Αλλαξε, βέβαια, η εποχή και όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά, πολύ νωρίτερα, και για την Ευρώπη. Περάσαμε σ' αυτό που τόσο εύστοχα είχε δηλώσει ο Μακρυγιάννης, από το "εμείς" στο "εγώ" και συνεπώς άλλαξε η οπτική γωνία των διανοουμένων. Δε βλέπουν πια με το μάτι του συνόλου, αλλά με τη διάθεση της υποκειμενικότητάς τους και της ατομικότητάς τους. Κι αυτός ο Ελύτης, αν εξαιρέσει κανείς τα μεγάλα του ποιήματα ("Το Αξιον Εστί", π.χ., το "Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας"), που γράφηκαν κάτω από εξαιρετικές στιγμές ανθρώπινης ανάτασης, δεν είναι με το "εγώ"; Και ο Σεφέρης με τις συλλογές του δεν τραγουδάει ατομικά, προσωπικά βιώματα; Ή μήπως οι πεζογράφοι, που μηρυκάζουν τον πόνο και τη νοσταλγία τους για τις χαμένες πατρίδες, στο "εγώ" δε βρίσκονται; Και ο μεγάλος Σικελιανός, ποιητής - φιλόσοφος με βαθιά ιστορική συνείδηση, ένα άλμα δεν κάνει με το παιγνίδι των Δελφικών Γιορτών, μια υποκειμενική σύλληψη που δυνάμωσε το ιδεαλιστικό αντίκρισμα της αρχαίας ελληνικής ζωής; Βέβαια, υπάρχουν και ποιητές που στέκονται πιο κοντά στο "εμείς", και εννοώ τους δύο Λάκωνες, το Ρίτσο και το Βρεττάκο και λιγότερο κάποιους άλλους. Δεν αναφέρομαι στο Βάρναλη, που ανεμίζει τη σημαία της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αυτός είναι ένα άλλο μάτι, μια άλλη σκέψη και μια άλλη φωνή».
«Δημιουργικός ιστορισμός»
«Η πιο πάνω παρατήρηση δεν έχει την έννοια της μείωσης της προσφοράς της γενιάς που ακολούθησε την παλαμική γενιά του '80. Απλά δηλώνει πως η τελευταία, όπου δε λειτουργεί με εσωστρέφεια, αν μη τι άλλο εμπνέεται από επικαιρικά κίνητρα δημιουργίας.
Με τον Παλαμά πάλι συνέβη ό,τι και με το Σολωμό και με τις πολυεδρικές προσωπικότητες. Οι "μαθητές" θήτευσαν σε μια μόνο πλευρά του έργου του δασκάλου και μέσα στους καιρούς τους έδωσε ο καθένας έργο, που έχει τη θέση του στην πνευματική ζωή του τόπου. Είναι κάτι που επιβεβαιώνεται μέσα στην πνευματική ζωή επανειλημμένα. Με τον Πλάτωνα το ίδιο δε συνέβη; Ετσι, τον πατριωτισμό του Παλαμά τον αντικατέστησε η αντίληψη της "ελληνικότητας", την αρχαιολατρία του Παλαμά την υποκατέστησε ο ρεμβασμός απάνω σε ακρωτηριασμένες μορφές και προσωπίδες, το φως της Αττικής μετατοπίστηκε ανατολικότερα στο Αιγαίο, η γοητεία όμως και η ομορφιά της ελληνικής φύσης έμεινε, έστω και σαν απλή βιωματική έκφραση. Γι' αυτό θεωρώ πως είναι πολύ σοβαρή η κρίση του Κ. Θ. Δημαρά, όταν επιγράφει το 9ο μέρος της Ιστορίας του της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (β' έκδοση): "Στη βαριά σκιά του Παλαμά".
Ο Κωστής Παλαμάς είναι μια φυσιογνωμία διανοουμένου με καθολική αξία. Μέσα στο λόγο του μιλάει δημιουργικά ολόκληρη η ελληνική παράδοση από τα πανάρχαια χρόνια ως την εποχή μας. Ο Κωστής Παλαμάς, στο επίπεδο της τέχνης, πραγμάτωσε με απόλυτη επιτυχία αυτό που την ίδια περίπου εποχή ο Δημήτρης Γληνός, αναλύοντας την αξία της παράδοσης, ονόμασε "δημιουργικό ιστορισμό". Αυτό το δημιουργικό ιστορισμό εκφράζει η ποίηση του Παλαμά. Ανασυνέθεσε δηλαδή δημιουργικά μέσα στην ποίησή του τις παραδόσεις και την ιστορία όλου του ελληνικού πολιτισμού σε μια διαλεκτική ενότητα δίνοντάς μας μεγάλες συνθέσεις (Ο Υμνος της Αθηνάς, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, Η Φλογέρα τον Βασιλιά, Βωμοί κ.ά.), οι οποίες θα μπορούσαν να είναι εντοιχισμένες ζωφόροι όχι απλά στις σελίδες της ιστορίας μας, αλλά και της ανθρώπινης ευαισθησίας και των σκιρτημάτων της ζωής, ή μια τεράστια ζωφόρος στο στερέωμα των συνειδήσεων. Ανάστησε μέσα από τα ερείπια, που ξεφυτρώνουν σε κάθε πτυχή της γης μας, έναν κόσμο, ο οποίος έχει την πειστικότητα του αληθινού και του ανθρώπινου. Δεν κατασκεύασε πλαστές εικόνες, όπως οι ψευτο-κλασικιστές και οι καθαρευουσιάνοι, για να λαμπυρίζουν απλά στις κουρασμένες συνειδήσεις διανοουμένων και να τους ξεκουράζουν.
Σε όλο το σχολείο, σήμερα τουλάχιστο, διδάσκονται: Α) Στο Γυμνάσιο, στην α' τάξη τα: "Πάει το ταξίδι, φτάσαμε" και "Ο Ολυμπιακός ύμνος" από την Ασάλευτη Ζωή, το "Ελληνόπουλο" του Β. Ουγκώ από τηνΞανατονισμένη Μουσική. Στη β' τάξη το "Μια πίκρα" από τους Καημούς της Λιμνοθάλασσας - από την Πολιτεία και τη Μοναξιά τα "Σχολειά χτίστε!", "Παύλος Μελάς", "Οσο περνάν τα χρόνια μου", και "Ο Διγενής Ακρίτας" από τη συλλογή Ιαμβοι και Ανάπαιστοι. Στη γ' τάξη το "Μεσολόγγι" από την Ασάλευτη Ζωή, "Το σπίτι που γεννήθηκα" από Τα Παράκαιρα, "Πατέρες" από τους Βωμούς, ένα απόσπασμα από τον Τάφοκαι άλλο ένα από το Δωδεκάλογο του Γύφτου. Β) Στο Λύκειο, στην α' τάξη δεν υπάρχει κανένα ποίημά του. Στη β' το "Πανηγύρι στα σπάρτα" από την Ασάλευτη Ζωή, απόσπασμα από το Δωδεκάλογο του Γύφτουκαι επιλογή από τα Σατιρικά Γυμνάσματα. Στη γ' τάξη "Σαν των Φαιάκων το καράβι" και το "Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό" από τις Πατρίδες και το "Αγορά" από την Ασάλευτη Ζωή. Αυτά περιλαμβάνονται στα τελευταία Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πόσα και πώς διδάσκονται είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.
Η απάντηση είναι ότι για τον όγκο του παλαμικού έργου είναι λίγα και η επιλογή τους όχι αντιπροσωπευτική ή έστω ότι γίνεται κάθε φορά με περιστασιακά κριτήρια. Αλλά και για το διδακτικό έργο η επιλογή είναι το ίδιο ανεπιτυχής. Η δεύτερη ερώτηση είναι ποια θα πρέπει να είναι η επιλογή. Αν η ανταπάντησή μας θα ήταν ότι αντί για το τάδε θα έπρεπε να είναι το τάδε, κι αντί για το δείνα θα έπρεπε να είναι το δείνα, θα ήταν λάθος. Το θέμα δεν είναι ο αριθμός των επιλεγομένων (έχουν κι αυτά την αξία τους) αλλά η τοποθέτηση του ίδιου του ποιητή μέσα στο φάσμα της διδασκαλίας και της ιδεολογικής παρέμβασης στο μάθημα».
«Παλαμάς και εργάτες»
«Ο Παλαμάς, ο άνθρωπος του γραφείου, δεν είναι ούτε εγκεφαλικός ούτε αποκομμένος από την οδυνηρή πραγματικότητα που, ακόμα και αν ο ίδιος δεν την έζησε, τη συλλαμβάνει όμως με τις κεραίες της ευαισθησίας του και της ανθρωπιάς του, όπως στο ποίημα "Εμείς οι Εργάτες", γραμμένο το 1913 (τ. 9, σ. 165), και δημοσιευμένο στη συλλογή Δειλοί και Σκληροί Στίχοι (α' έκδοση 1928 και β' έκδοση 1933). Η δημοσίευσή του είναι συνειδητή επιλογή του ποιητή, έστω και αν γράφηκε το 1913. Η περίοδος 1928-1933 είναι περίοδος, στην οποία κορυφώνεται σε διεθνές και ελληνικό επίπεδο η μεγάλη κρίση, και είναι έκδηλη η δεινή κατάσταση των εργαζομένων. Ο Παλαμάς αντιλαμβάνεται την κατάσταση της εργατικής τάξης. Το πρόβλημα δεν είναι αν ο Παλαμάς είναι ή δεν είναι (και πραγματικά δεν είναι) κομμουνιστής. Το πρόβλημα είναι αν ο ποιητής συλλαμβάνει το νόημα των καιρών και αν απαντάει σ' αυτό. Και, βέβαια, απαντάει στο σύνθημα: "Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε", όχι ως πολιτικός ή φιλόσοφος αλλά ως ποιητής, που ο λόγος του παίρνει και άλλες διαστάσεις. Τι όμως διαφορετικό λέει όταν γράφει:
Αγκαλιαστείτε, αδέρφια, ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη, Δικαιοσύνη, βρόντηξε, και λάμψε, Προκοπή!;
Και όταν λέει:
Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας
ποτίζουμε τη γη για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ' αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας·
φτωχή, αλουλούδιαστη, άκαρπη, μονάχα η αργατιά,
δεν αναδεικνύει ο ποιητής το πρόβλημα της κοινωνικής αδικίας;
Είναι αυτό που ο μαρξισμός ονομάζει αλλοτρίωση του εργάτη από τα αγαθά που παράγει. Ποιος παράγει και ποιος χαίρεται τα αγαθά της δουλειάς; Οι παραγωγοί των αγαθών, η εργατιά μένει φτωχή, αλουλούδιαστη και άκαρπη. Και προχωρώντας, όταν δηλώνει πως:
Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί,
πιο δυνατά κι απ' τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και μ' όλο το αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί,
ο ποιητής αισθάνεται την υποδούλωση της εργατικής τάξης. Υπάρχει ποιητικότερη παρουσίαση της θεωρίας για την αλλοτρίωση του ανθρώπινου μόχθου, όταν, συνεχίζοντας, γράφει:
Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη, νόμοι
στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή;
Οπου θέλετε τοποθετήστε ιδεολογικά τον Παλαμά, εκείνο όμως που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς, όχι μόνο στο ποίημα αυτό αλλά και σε ολόκληρο το έργο του, είναι ότι ο Παλαμάς έχει την ειλικρίνεια και την ευθύτητα ενός ιδεολόγου επαναστάτη, που έχει εγκλωβιστεί στον ιδεαλισμό της εποχής του. Αυτό ακριβώς διαδηλώνει στο επόμενο ποίημα της συλλογής του «Ο Γκρεμιστής» (αφιερωμένο στον Ιωνα Δραγούμη).
Επίσης, Ο Κύκλος των Τετραστίχων, δημοσιευμένος το 1929, όταν η κοινωνική κρίση βρισκόταν στο κορύφωμά της, είναι ενδεικτικός της στάσης του ποιητή. Στο τετρ. 118 (τ.9, σ. 274) φωνάζει:
Εργάτη, είδα το δίκιο σου κ' έλεα να ξεκινήσω
να σταθώ πλάι σου... Μια φωνή μου έκραζε πάντα: Πίσω!
Να είταν το αίμα μέσα μου που ρέει του νοικοκύρη;
Να είταν η Μούσα ρηγικό που μου 'δωκε ψαλτήρι;
Δε θα πω πως στο τετράστιχο αυτό δηλώνεται το αίσθημα της ενοχής, επειδή δεν περπάτησε στη ζωή του για τον αγώνα του εργάτη. Ηταν πάντως ένας βαθύς προβληματισμός του ίδιου γιατί έμεινε θεατής σ' έναν αγώνα που ήταν δίκαιος. Αλλά και το 113 τετρ. (σ. 273) εκφράζει τα αισθήματα απαξίωσης του εαυτού του, όταν λέει:
Εργάτη, οκνός όταν περνώ που τρως και σε κοιτάζω,
ντροπαλά στέκω, ευλαβικά, και σα να τα δοξάζω,
με της δουλιάς τον κάματο και με τον ίδρωτά σου
μυρωμένα το μαύρο σου ψωμί και την ελιά σου.
Ο ποιητής διατυπώνει το σεβασμό και το θαυμασμό του μαζί για την εργατιά. Και στο τετρ. 117 (σ. 274) γράφει:
Στην αργατιά, στη χωριατιά το χιόνι, η γρίππη, η πείνα,
οι λύκοι,
ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη.
Χειμώνας άγριος. Κ' η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά
μου.
Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.
Η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή του ξωμάχου και του αποκατεστημένου αστού γεννάει στον ποιητή αισθήματα ντροπής.

Βέβαια, Ο Κύκλος των Τετραστίχων, που αποτελείται από 136 διαμάντια (και ίσως άξιζε να μελετηθούν, καθώς είναι προϊόντα άμεσης ευαισθητοποίησης), αντανακλά και άλλα συναισθήματα, που σχετίζονται με την πολιτική και την κοινωνική ζωή. Και δείχνει όλη τη σύγχυση τη δική του και της εποχής του γύρω από το κοινωνικό πρόβλημα. Είναι η έκφραση της διάχυτης δυσαρέσκειας και αγανάκτησης για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στον κόσμο».