Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΗΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΗΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Γιώργος Σεφέρης "Ερωτόκριτος"









ΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ περιλαμβάνεται στις Δοκιμές Α'. Ο Σεφέρης αναπτύσσει το θέμα του εντοπίζοντάς το σε τρία βασικά σημεία. Το πρώτο σημείο, όπως γράφει, είναι ότι το ποίημα (αναφέρεται σ' ένα συγκεκριμένο απόσπασμα) «δεν έχει πουθενά κανένα ίχνος γλωσσικού πληθωρισμού, κανένα είδος ρητορείας». Το δεύτερο σημείο είναι ότι «ο άνθρωπος που έγραψε τους στίχους είναι πάντοτε κοντά στο αντικείμενό του». Το τρίτο, τέλος, σημείο είναι «η καταπληκτική ασφάλεια της γλώσσας, τόσο από την αντικειμενική άποψη, δηλαδή από την άποψη ενός γλωσσικού οργάνου που είναι κτήμα κοινό, όσο και από την υποκειμενική άποψη, της κυριαρχίας του ποιητή και της αίσθησης που έχει για τη γλώσσα του και το ρυθμό της» (Δοκιμές, Α' σ. 283).
Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στο δεύτερο και το τρίτο σημείο των εντυπώσεών του.
Η δεύτερη εντύπωση που είχαμε, διαβάζοντας τον Ερωτόκριτο, είναι ότι ο ποιητής βλέπει με καθαρότητα, με ενάργεια, τα πράγματα που εκφράζει. Μια τέτοια κουβέντα μπορεί να σημαίνει πολλά, όπως μπορεί και να μη σημαίνει τίποτε. Χρειάζεται λοιπόν κάποιος προσδιορισμός. Όταν ακούω, σε λογοτεχνικές συζητήσεις, να γίνεται λόγος για «ειλικρίνεια», παύω να παρακολουθώ. Συνήθως μεταχειρίζουνται αυτή τη λέξη όταν δεν υπάρχουν άλλα επιχειρήματα: «Τούτο είναι καλό γιατί το έζησε, εκείνο είναι κακό γιατί δεν το έζησε». Όμως το ζήτημα δεν είναι να ζήσεις μια τραγωδία κι έπειτα να την αντιγράψεις, έστω κι από τον εαυτό σου, αλλά κάτι άλλο πολύ διαφορετικό: να δημιουργήσεις μια τραγωδία ή ένα ποίημα.
Ο ποιητής δημιουργεί τα ποιήματά του —θα μπορούσαμε να πούμε, απλουστεύοντας πολύ και κάπως μονοκόμματα— με δύο στοιχεία:
Πρώτο· μια ορισμένη εμπειρία που διαμορφώνει την ευαισθησία του με το πέρασμα και τον τρόπο της ζωής. Και η εμπειρία αυτή δεν είναι τα περιστατικά που έζησε, αλλά ένα χώνεμα, που γίνεται πολύ βαθιά μέσα του, πολλών συναισθηματικών και διανοητικών στοιχείων, όπως οι σταλαχτίτες στα βάθη ενός σπηλαίου. Αυτό το στοιχείο θα το ονόμαζα, μόνο για συντομία, η «ευαισθησία» του ποιητή.
Δεύτερο· από τα υλικά της τέχνης του, που είναι η γλώσσα και ο στίχος. Λέγοντας γλώσσα και στίχος δεν εννοώ την εξωτερική μηχανική της γλωσσολογίας ή της στιχουργίας, αλλά μια φραστική και ρυθμική λειτουργία, που στις καλές περιπτώσεις πηγαίνει πολύ μακρύτερα από το εγώ του ατόμου, συνειδητό ή υποσυνείδητο, ως το βαρύ και τελετουργικό εγώ της ομάδας. Αυτό το δεύτερο στοιχείο θα το έλεγα, πάλι για συντομία, «ποιητικό ρήμα».
Αυτά τα δυο στοιχεία, «ευαισθησία» και «ποιητικό ρήμα», που πρέπει να συμπέσουν, καθώς νομίζω, για να μπορέσει ο ποιητής να μας δώσει την εντύπωση ότι βλέπει καθαρά τα αντικείμενα που εκφράζει, για να μας δώσει την εντύπωση, αν θέλετε, ότι είναι ειλικρινής. Αν το «ποιητικό ρήμα» αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να ξεπερνά την ευαισθησία, έχουμε την εντύπωση της ρητορείας, όπως τόσο συχνά συμβαίνει όταν λ.χ. διαβάζουμε Ουγκώ. Αντίθετα, αν η «ευαισθησία» υπερβεί το «ποιητικό ρήμα», τότε παρουσιάζεται ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο θολούρας, ένα είδος συναισθηματικής εξάτμισης, όπως θα έλεγα. Αυτό το φαινόμενο το έχω παρατηρήσει λ.χ. στον Κωσταντίνο Χατζόπουλο.
Θέλω να προσθέσω ότι αυτή η ενάργεια της ποιητικής όρασης, που δοκιμάζω να προσδιορίσω, είναι ένα απλό χαρακτηριστικό της τέχνης, που δεν μπορεί, μόνο του, να ξεχωρίσει τον μεγάλο από τον μικρό ποιητή. Όταν λ.χ. ο Αγαμέμνονας μπαίνει στο παλάτι πατώντας απάνω στην πορφύρα που τον οδηγεί στο σκοτωμό, ενώ η Κλυταιμνήστρα λέει τους φοβερούς στίχους:
Είναι η θάλασσα — και ποιος θα τηνε καταλύσει;
που θρέφει πάντα ολοκαίνουρια πορφύρα...
Έστιν θάλασσα — τις δε νιν κατασβέσει;...
αισθάνομαι πως ο Αισχύλος βλέπει καθαρά μπροστά του αυτήν την ατέλειωτη συνέχεια από το φονικό στο φονικό, αυτή την ανεξάντλητη πορφύρα. Το ίδιο αισθάνομαι ότι βλέπει καθαρά και ο ανώνυμος Μανιάτης:
Γιατί το αίμα αναπηδά,
σκίζει λαγκάδια και βουνά,
φτιάνει γιοφύρια και περνά.
Αλλά παρατηρώ συνάμα πόσο πιο περίπλοκος είναι, και σε πόσο υψηλότερη ένταση γίνεται στον μεγάλο ποιητή αυτός ο συντονισμός της ευαισθησίας με το ρήμα. Όπως κι αν είναι, θέλησα με τούτη την παρέκβαση να δείξω μια ιδιότητα της ποίησης που αγαπώ, γιατί δεν πιστεύω στην αφηρημένη τέχνη, και που βρίσκω στον Ερωτόκριτο.

Τι βλέπει ο ποιητής του Ερωτόκριτου;
Τη σύγκρουση της ορμής της νιότης και του ερωτικού πάθους με τη φρόνηση· τις οδύνες του πάθους, και, στο τέλος, τη συμφιλίωση και το συμβιβασμό των δυο αυτών αντίθετων δυνάμεων. Αυτό είναι το σχηματικό πλαίσιό του. Δεν απλουστεύω εγώ, ο ποιητής βλέπει με πολύ απλές γραμμές. Ο Ερωτόκριτος είναι αντρειωμένος και αγαπά, η Αρετούσα είναι γενναία και αγαπά· χωρίς να επεμβαίνουν οι θεοί των σωμάτων, χωρίς καμιάν άλλη περιπλοκή: τη ζήλια, το φθόνο, το μίσος, την αμφιβολία λ.χ. Ο ρήγας Ηράκλης και η νένα Φροσύνη αντιπροσωπεύουν τη φρόνηση· ο ρήγας με απονιά, η νένα με συμπόνια. Αυτό είναι όλο. Επίσης όλη η οικονομία των κινήσεων του ποιήματος είναι πολύ απλή. Όπως έλεγα πρωτύτερα για τις επαναλήψεις, αισθάνεσαι τον ποιητή να βηματίζει πάντα με τον ίδιο ζυγό τρόπο. Συζυγίες προσώπων: Αρετούσα - Ερωτόκριτος, Ερωτόκριτος - Πολύδωρος, Ερωτόκριτος - Άριστος, Αρετούσα - νένα κτλ. Το ίδιο και στην πρόοδο των συναισθημάτων και των καταστάσεων: πάντα το αντίθετο με το αντίθετο· η θέση και η άρση, η θέση και η άρση: φρόνηση - πάθος, σιγανό - γρήγορο, νερό - φωτιά, σκοτάδι - φως, ασκήμια - ομορφιά, κρύο - ζεστό, αποχωρισμός - σμίξιμο, κατάρες - ευκές... Θα μπορούσα να προσθέσω άπειρα τέτοια παραδείγματα. Αλλά τα αντικείμενα αυτά, όσο περιορισμένα και αν είναι, ο ποιητής τα βλέπει τέλεια, τα βλέπει από κοντά. Προσέξαμε, αρχίζοντας, την ομιλία της Αρετής. Πρέπει να προχωρήσουμε πολύ στη λογοτεχνία μας για να βρούμε ένα τόσο συγκροτημένο, ένα τόσο καλά ιδωμένο κείμενο. Αν μπορούσα να πάρω μια παρομοίωση από τη ζωγραφική, αν μπορούσα να φανταστώ τα ποιήματα σα ζωγραφιστές εικόνες, θα έλεγα, παραμερίζοντας τις ειδικές περιπτώσεις του Σολωμού και του Κάλβου, ότι τα ελληνικά κείμενα, ως τα τελευταία χρόνια του περασμένου αιώνα, δίνουν τις περισσότερες φορές την εντύπωση ότι η ζωγραφιά πέφτει κατά ένα μέρος έξω από το πλαίσιό της, αφήνοντας μέσα στο πλαίσιο κενά, ή ότι είναι κατάστιχη από άδειες τρύπες, ή ότι, τέλος, τα χρώματα έχουνε ξεβάψει και πάνε όλα να εξομοιωθούν προς ένα γκρίζο λερωμένο.
Η γλώσσα του Ερωτόκριτου
...Όσο προχωρεί ο καιρός, βλέπουμε ολοένα και περισσότερα κείμενα με γλώσσα αναιμική, με γλώσσα ουδέτερη. Θα 'λεγε κανείς πως η τριβή τους ανάμεσα στα παρδαλά ιδιώματα που μιλούμε τους έχει αφαιρέσει κάθε χαραχτήρα. Σκέπτομαι περισσότερο αυτή τη στιγμή τη γλώσσα σαν ένα ομαδικό δημιούργημα που ο συγγραφέας παίρνει έτοιμο. Από την άποψη αυτή η γλώσσα του Ερωτόκριτου παρουσιάζει ένα μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία μας: είναι η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε ο μεσαιωνικός κι ο νεότερος Ελληνισμός, μια γλώσσα που ξεπερνά με άνεση τις συνηθισμένες λαογραφικές εκδηλώσεις και εκφράζει, με σταθερό χαρακτήρα, την ευαισθησία του κόσμου που τη μιλούσε. Αυτό το φαινόμενο πρέπει να το συνδέσουμε μ' ένα άλλο γνώρισμά της, που δεν ξανάειδαμε από τα χρόνια του Διονύσιου του Αλικαρνασσέα και του Φρύνιχου, και είναι πρόβλημα πότε θα το ξαναϊδούμε: η γλώσσα αυτή μοιάζει να βγαίνει από μια κοινωνία που δε μαστίζεται από την πολυγλωσσία. Ο Ξανθουδίδης παρατηρεί ότι ο ποιητής του Ερωτόκριτου με τέτοια συνέπεια μεταχειρίζεται τη γλώσσα του, που θα 'λεγε κανείς πως είναι ο αρχηγός μιας σχολής δημοτικιστών, που θέλει να δώσει ένα γλωσσικό υπόδειγμα στους μαθητές του. Αυτή την εντύπωση τη δίνει ο Ψυχάρης. Και στις στιγμές ακόμη της μεγαλύτερης τρυφερότητας, θαρρείς πως δείχνει με το δάχτυλο για να υπογραμμίσει: «Αυτό έτσι πρέπει να το λέμε, σεις δεν το λέτε σωστά!» Στον ποιητή του Ερωτόκριτου δεν υπάρχει κανένα σημάδι αυτής της συμπεριφοράς. Συμβαίνει μάλιστα το αντίθετο. Δίνει την εντύπωση ότι τον σηκώνει η γλώσσα και τον οδηγεί, όπως ένας κολυμπητής που κολυμπά σ' ένα ποτάμι σύμφωνα με το ρέμα. Δεν παλεύει με τη γλώσσα, όπως όλοι μας παλεύουμε από τα χρόνια του Σολωμού. Δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι η φωνή του είναι η σωστή και δεν ξεχωρίζει από τη φωνή των άλλων.
Παρατηρούσα, διαβάζοντας το Μακρυγιάννη, ότι όσο προχωρούν τα Απομνημονεύματα τόσο βλέπει κανείς περισσότερο την επίδραση της λογίας συνήθειας, που γίνεται ολοένα πιο μεταδοτική με τις εφημερίδες και την πολιτική ζωή του νέου κράτους. Κι αυτό σ' έναν τύπο γλωσσικά ατόφιο σαν το Μακρυγιάννη. Στον Ερωτόκριτο δεν παρατηρούμε τίποτε τέτοιο. Όλα ωριμασμένα, χωνεμένα. Τη μόνη λέξη που ίσως έχει κάποια λόγια επίδραση, και πάλι δεν είμαι βέβαιος, τη βρίσκω στην ακόλουθη φράση:
Κι αν τα ονειροφαντάσματα δύναμην έχουν τόση,
τι ξάζει το φταξούσιο στον άνθρωπο κι η γνώση;
(Δ 137-38)
Τι αξίζει το αυτεξούσιο — η ελεύθερη βούληση. Αυτό είναι όλο. Ο κόσμος του Ερωτόκριτου μοιάζει να έχει ξεχάσει ολότελα ότι υπάρχει ο λογιότατος.
Ένας άλλος ποιητής —θα τον συναντήσουμε πάλι— που ανήκει στον ίδιο κόσμο, ο Μαρίνος Μπουνιαλής, πρόσφυγας μετά την άλωση της Κρήτης, γράφει:
-Πατρίδα μου, ίντά 'παθες εις την ζωήν μου μένα
και στέκομαι για λόγου σου, Ρέθεμνος, πικραμένα;
«Ρέθεμνος μη με κράζεις πλιο, μα κράζε λυπημένη
χώρα μου, τουρκονίκητη και φονοσκλαβωμένη.

Παράλληλα, ένας άλλος Κρητικός, ο Αθανάσιος Σκληρός, που ανήκει στον κόσμο των λογιότατων, γράφει κι αυτός για τον κρητικό πόλεμο και διατυπώνει την ίδια ιδέα, σε ιαμβικά τρίμετρα, με τον ακόλουθο τρόπο:

Κρήτη έμοιγε πάτρη, ήνπερ ου φέρω
δέρκεσθ' υπ' Οσμάνοισι δουλαγωγείσθαι.

Καθώς βλέπουμε, το χάσμα είναι τέτοιο ανάμεσα στους δυο αυτούς κόσμους, που μοιάζουν χωρισμένοι με χωρίσματα στεγανά. Αυτό δεν είναι πολυγλωσσία. Πολυγλωσσία σημαίνει πολλές γλώσσες που επηρεάζουν η μια την άλλη, όπως την καθιερώνει η «μέση οδός» του Κοραή. Γι' αυτό κατηγορούν από τότε συστηματικά τη γλώσσα του Ερωτόκριτου πως είναι το νόθο παιδί των διαφόρων κατακτητών του νησιού. Ξέρετε ποιο είναι το ποσό αυτής της νοθείας; Αραβικές λέξεις δέκα, και σαράντα περίπου ιταλικές. Η ελληνική γλώσσα, για καλό ή για κακό, είναι από τις πιο συντηρητικές γλώσσες του κόσμου.
Και η εντέλεια αυτής της γλώσσας φανερώνεται ακόμη πιο καθαρά με το δεκαπεντασύλλαβο, που είναι ο στίχος που πλησίασε πιο κοντά από κάθε άλλο ρυθμό το βαθύτερο κυμάτισμα της λαλιάς μας. Ο ποιητικός λόγος μάς επιτρέπει να παρατηρούμε τη γλωσσική έκφραση σε βάθος. Δε δείχνει μόνο το λουλούδι, δείχνει το λουλούδι μαζί με τις ρίζες. Γιατί δεν είναι απλά ένας φραστικός, είναι συνάμα κι ένας ψυχικός και σωματικός τρόπος που μας φέρνει σύρριζα κοντά στον εαυτό μας. Ίσως να το αισθανθήκατε αυτό από τις περικοπές που διάβασα ως τώρα. Θα χρειαζότανε ώρα πολλή για ν' αναλύσω περισσότερο. Όμως θα ήθελα να προσθέσω ακόμη τούτο: ύστερα από αιώνες, και κάμποσες δεκαετίες ελεύθερης ζωής· ύστερα από τον ερειπωμένο Σολωμό, οι δεκαπεντασύλλαβοί μας μοιάζουν ακόμη με ψελλίσματα μπροστά στο λόγο του Ερωτόκριτου. Η κρητική αναγέννηση, προτού καταποντιστεί, έδωσε δυο καρπούς που θα ήταν αρκετοί για να τιμήσουν τόπους πολύ μεγαλύτερους από αυτό το νησί. Μια έντονη προσωπικότητα, το Θεοτοκόπουλο. Κι αυτή η δεκαπεντασύλλαβη φράση, που ήταν ικανή να εκφραστεί με τέτοια ακρίβεια:

Γονέοι που μ' εσπείρετε, κι από τα κόκαλά σας
επήρα κι απ' το αίμα σας κι από την αναπνιά σας.
(Δ 309 - 10)
και μ' αυτή τη χάρη:
Εφάνη ολόχαρη η αυγή, και τη δροσούλα ρίχνει,
σημάδια της ξεφάντωσης κείνη την ώρα δείχνει.
Χορτάρια βγήκασι στη γης, τα δεντρουλάκια αθίσα
κι από τς αγκάλες τ' ουρανού γλυκύς βορράς εφύσα,
τα περιγιάλια λάμπασι κι η θάλασσα κοιμάτο,
γλυκύς σκοπός εις τα δεντρά κι εις τα νερά γροικάτο...
(Ε 769 - 74)
Κι ενώ η τέχνη του Θεοτοκόπουλου έμεινε στις εκκλησίες της Ισπανίας ώσπου να σωθούν τα χρόνια και να την ξαναβρούν οι φωτισμένοι, η έκφραση του κρητικού δεκαπεντασύλλαβου κυκλοφορούσε ανάμεσα στις θεραπαινίδες ώσπου να την ακούσει ο Σολωμός:

Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια
στη θύρα της Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια·
έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνεν ανυπομονιά για να 'μπει στο κορμί της·
ο Ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος...

Οι στίχοι αυτοί, που δεν είναι ασφαλώς οι καλύτεροι του Σολωμού, δείχνουν ωστόσο το σημείο και τη στιγμή που η κρητική λογοτεχνία γίνεται ένα σώμα με τη σύγχρονη λογοτεχνία μας. Η σημερινή ελληνική ποίηση αρχίζει από τα χρόνια της κρητικής αναγέννησης.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Ερωτόκριτος



Πατήστε εδώ για να πάτε σε κάθε ενότητα:




ΠΟΙΗΤΗΣ



1     Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
          και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
     και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
          μα στο Kαλό κ' εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
     και των Αρμάτω' οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,           5
          του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
     αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
          ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
     σ' μιά Κόρη κ' έναν ’γουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι
          σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.          10
     Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα,
          ας έρθει για ν' αφουκραστεί ό,τ' είν' εδώ γραμμένα·
     να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
          πάντα σ' αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
     Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει,          15
          εις μιάν αρχή [α' βασανιστεί], καλό το τέλος έχει.
     Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού'χει γνώση,
          για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
2     Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
          κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν,          20 
     τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,
          κ' εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.
     Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,
          και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.
     Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις,          25
          και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
     Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
          μ' άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
     Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ' άλλους,
          από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ' όλους τους μεγάλους·     
     ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον,          31
               ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
     Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ' εσυντροφιάστη ομάδι
          με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]'βρισκε ψεγάδι.
     Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη,          35
          άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
     K' οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
          στην όρεξιν ευρίσκουντα', στον Πόθον εταιριάζαν.
     Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ' άλλο,
          και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο·          40
     γιατ' ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα',
          σ' έγνοια μεγάλη και βαρά τσ' ήβανε τέτοιο πράμα.
     Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα' νύκτα-μέρα,
          μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
     Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι,          45
          για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
     Περνούν οι χρόνοι κ' οι καιροί, κ' η Pήγισσα εγαστρώθη,
          κι ο Pήγας απ' το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
3     Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ' ήρθεν εκείνη η ώρα,
          να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ' η Xώρα.          50



     Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που'φεξεν το Παλάτι,
          αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
     Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
          ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ' οι άλλοι.
     Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν,          55
          κ' οι γειτονιές εχαίρουνταν κ' οι τόποι αναγαλλιούσαν.



     Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
          και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
     Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ' εγρικήθη
          πως για να το'χου' θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
     Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,          61
          οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
     Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
          και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
     Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,          65
          ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
     K' ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
          πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
     Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
          κ' επάψασιν οι λογισμοί, κ' οι πόνοι τως εγιάνα'.          70



     Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
          συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
     M' απ' όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
          έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ' όνομά του·
     του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ' άλλο,          75
          και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
     Eίχε κι αυτός έναν υ-γιό πολλά κανακιασμένο,
          φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
4     Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα'χε γερόντου γνώση,
          οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ' η ερμηνειά του βρώση.          80
     Kαι τ' όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα',
          ήτονε τσ' αρετής πηγή και τσ' αρχοντιάς η φλέγα·
     κι όλες τσι χάρες π' Oυρανοί και τ' ’στρη εγεννήσαν,
          μ' όλες τον εμοιράνασι, μ' όλες τον εστολίσαν.
     Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει          85
          να μάθει εκείνα που'δασι, κ' εκείνος δεν κατέχει.



     Θέλει σ' εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,
          και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.
     Kάθε ταχύν επήγαινεν ο-για την Aρετούσα,
          μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά εκεντούσα'.          90
     Aγάλια-αγάλια σ' Έρωτα και Πόθον εκινάτο,
          πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ' εκοιμάτο.
     H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,
          πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.
     Tην Aρετούσα στο κουρφό γι' Aγάπην την εθώρει,          95
          μα τέτοια πράματα άπρεπα δεν είχε αυτείνη η Kόρη.
     Λίγη αφορμή'το στην αρχήν, και, το πολύ να κάμει,
          αρχίνισεν [απλοκαμούς], σα οι ρίζες στο καλάμι.
     Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρνα-ν ο καιρός του,
          κ' εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κ' εκέντα μοναχός του.          100
     Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν' αλαφρώσει,
          κι αντρεύγετο, και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.
     Kαι κάθε αυγή και κάθε αργά, στ' άλογο καβαλάρης,
          και με γεράκια και σκυλιά, σα να'τον κυνηγάρης,
     ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ' το Παλάτι,          105
          μα'σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.
     Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ' άλογα εμπορούσαν
          τον Πόθο ν' αλαφρώσουσι που'χε στην Aρετούσαν,
5     μα πάντα ο νους κ' η θύμησις ήτονε μετά κείνη.
          Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει·          110
     αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,
          σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει-
     έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε την παίδα ν' αλαφρύνει,
          και να'βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.
     Όπού'χε δει όμορφο δεντρό, με τ' άνθη στολισμένο,          115
          είν' τσ' Aρετούσας το κορμί, τ' ομορφοκαμωμένο·
     όπού'χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,
          ήλεγε· "Έτσι τα χείλη τση, και τση Kεράς μου εμένα"·
     όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,
          του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει.          120
     T' άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,
          γιατ' είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.
     Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τον-ε παιδεύγει,
          τσ' αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν την-ε γυρεύγει·
     τ' άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει,          125
          γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ' Aγάπης την οδύνη.
     Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,
          και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.



     Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα,          
          κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ' εγεννήσα'.          130
     Kαι τ' όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,
          σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη επλέγαν.
     Kαι μην μπορώντας την κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,
          μιά ταχινή, του Φίλου του την-ε ξεφανερώνει.



EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει· "Aδερφέ μου, δεν μπορώ στον Kόσμον πλιό να ζήσω,          135
          γιατ' ήβαλα ένα λογισμόν, και στέκω ν' αφορμίσω.
     Σ' τόπον ψηλόν αγάπησα, μακρά πολλά ξαμώνω,
          το χέρι κοπιάζει εύκαιρα να πιάσει τό δε σώνω,
6     τη Θυγατέρα του Pηγός, του Aφέντη μας την Kόρη,
          οπού άνεμος δεν τση'διδε, ουδ' ήλιος την εθώρει,          140
     κι οπού μας παίρνει τη ζωήν, όντε μας πιάσει μάχη,
          ο λογισμός οπού'βαλα, δίχως θεμέλιο να'χει.
     Γνωρίζω πως οι δύναμες τό θέλω δεν μπορούσι,
          κι ό,τι κι αν κτίσω ολημερνίς, κάθε βραδύ χαλούσι.
     Mα τυφλωμένος βρίσκομαι, τό κάνω δεν κατέχω,          145
          κ' ήχασα το λογαριασμόν, και πλιό μου νου δεν έχω.
     Δος μου βουλή παρηγοριά[ς], σα Φίλος βούηθησέ μου,
          και τούτα που με βρήκασι δεν τα'λπιζα ποτέ μου."



ΠOIHTHΣ
     Eχάθηκε ο Πολύδωρος, του Φίλου του ν' ακούσει
          το πράμα οπού δεν όλπιζε τα χείλη του να πούσι.          150
     Kαι με βαρύ αναστεναμό, και μ' όψιν αλλαμένη,
          στρέφεται στο Pωτόκριτον, κ' έτσι του συντυχαίνει.



ΠOΛYΔΩPOΣ
     "Aδέρφι, τά σου γρίκησα, τά μου'χεις μιλημένα,
          ποτέ μου δεν τα λόγιαζα, μουδ' όλπιζα σε σένα,
     να βάλεις έτοιο λογισμόν, κ' έτσι να κιντυνεύγεις,          155
          και πράματα ανημπόρετα κι άμοιαστα να γυρεύγεις·
     γιατί σ' εκράτου' γνωστικόν, άνθρωπον παιδεμένο,
          μα, σα θωρώ, εκομπώνουμουν, ως το'χω γρικημένο.
     Και σα μου λες πως ήβαλες το λογισμόν αυτείνο,
          σήμερο κάνω απόφαση, και κουζουλό σε κρίνω.          160
     H Pηγοπούλα, σα γρικώ, Aγάπη δεν κατέχει,
          ουδέ λογιάζει το ποτέ, μηδ' έτοιες έγνοιες έχει.
     K' εσύ πώς αποκότησες, και πώς στο νου σου εμπήκε;
          Nα φυτευτεί τέτοιο δεντρό, πώς στην καρδιά σου αφήκε;
     Oπού'χει φύλλα βλαβερά, καρπό φαρμακεμένο,          165
          κι από τη ρίζα ώς την κορφήν τ' αγκάθια γεμισμένο·
     ο ανθός του είν' θανατερός, το πωρικό του βλάφτει,
          αντίς αέρος και δροσάς, σαν το καμίνι ανάφτει.
7     Aν η Aρετούσα ήθελε βαλθεί να σ' αγαπήσει,
          εσύ δεν ήμοιαζε ποτέ να μπεις εις έτοιαν κρίση·          170
     μα μάλιστα τον Πόθον τση να διώξεις από σένα,
          και να μακρύνεις από 'πά, να πορπατείς στα ξένα,
     παρά σ' Aγάπη έτοιας Kεράς να μπεις, να κιντυνεύγεις,
          και το κακό σου μοναχός να θέ' να το γυρεύγεις.
     Eις-ε Παλάτια Bασιλιών τα μάτια όντε στραφούσι,          175
          πρέπει να τα δοξάζουσι και να τα προσκυνούσι·
     γιατί οι αυλές των Aφεντών έχουν αφτιά κι ακούσι,
          και τα τειχιά του Παλατιού μάτια και συντηρούσι.



     "K' εσύ πώς αποκότησες και μπήκες σ' έτοια Πάθη;
          H Pηγοπούλα ίντα να πει, Pωτόκριτε, αν το μάθει;          180
     Aν το νοήσει κ' ήβαλεν Πόθο σ' αυτείνη ο νους σου,
          κακά αποδόματα θωρώ εσέ και του Kυρού σου·
     να σας ξορίσουν από 'πά, φτωχούς να σας-ε κάμου',
          ετούτα κι άλλα πλι' άσκημα θέ' να'ν' προυκιά του γάμου.
     Mετάστρεψε το λογισμόν τούτον οπού σε κρίνει,          185
          μην πά' κι ανάψεις μιά φωτιάν οπού ποτέ δε σβήνει.
     Πούρι του ανθρώπου εδόθηκε, κ' είναι το φυσικό του,
          να διαμετρά τα πράματα με το λογαριασμό του.
     Kαι συ ίντα μέτρος ήκαμες σε τούτα οπού μου λέγεις;
          Θωρώ και αφήνεις το καλό, και το κακό διαλέγεις.          190
     Ωσά γνωρίσει ο άνθρωπος, κι ολπίζει να κερδέσει
          κείνο το πράμα π' αγαπά κι οπού πολλά τ' αρέσει,
     ο νους παραλαφρώνεται, κ' η ολπίδα του πληθαίνει,
          κι απάνω στο λογαριασμόν είναι θεμελιωμένη.
     Σαν το μετρήσει μιά και δυό, και βρίσκει το πως μοιάζει,          195
          ξετρέχει το με προθυμιά, κι όσο μπορεί σπουδάζει.
     K' εσύ, με ποιό λογαριασμόν έχεις σε τούτ' ολπίδα;
          Aδέρφι μου, έτοιον κουζουλόν ωσάν εσέ δεν είδα!
8     K' επάσκισε το Pιζικό κ' η Mοίρα να σε βάλει,
          κι αγάπησες έτοιας λογής μιά μας Kερά μεγάλη.          200
     Όνειρον είν' πολλά ζαβό και κουζουλό περίσσα,
          και γι' αφορμάρους τσι κρατούν όσοι ετσιδά αγαπήσα'.
     Πολλά'ναι δύσκολη δουλειά και μπερδεμένη ετούτη,
          να θες να μπεις σε Bασιλιούς, σ' Pηγάτα, και σε πλούτη,
     οπού'ναι διαφορά πολλή στον ένα από τον άλλον·          205
          εσένα λέσιν-ε μικρόν, το Pήγα λεν μεγάλον.
     Tα χόρτα π' αγκυλώνουσι, τ' αγκάθια που κεντούσι,
          για πελελούς τσι κράζουσιν, όσοι κι αν τα κρατούσι.
     Ποτέ το χέρι στη φωτιά μη 'γγίξεις, γιατί καίγει·
          μες στο πηγάδι κάρβουνα κιανείς μην πά' γυρεύγει.          210



     "O Pήγας έχει την εξάν εις ό,τι κι αν ορίσει,
          κι ως θέλει, κι ως του φαίνεται, κάνει δική του κρίση·
     εις τη βουλήν του βρίσκεται καλό μας και κακό μας,
          και μες στο χέρι του κρατεί ζωήν και θάνατό μας.
     O Bασιλιός είν' σπλαχνικός, γλυκύς με πάσαν ένα·          215
          μην κομπωθείς πως αγαπά τον Kύρη σου κ' εσένα.
     Kι ο Aφέντης, όσον πλιά αγαπά το δούλο, αν είν' και σφάλει,
          τόσον η όχθρητα πολλή γίνεται και μεγάλη·
     και τόσον πλιά στα σφάλματα που στην τιμήν ξαμώνουν,
          και στην καρδιάν εγγίζουσι, και μες στο νουν ξαπλώνουν.     
     Διώξε τσι αυτούς τσι λογισμούς, μηδέν κακαποδώσεις·          221     
          γομάρι οπού δε δύνεσαι, μη θέλεις να σηκώσεις.
     Mε το ίδιο σου το φύσισμα, μη βουληθείς να ξάψεις
          φωτιά που δεν εσβήνεται, και το κορμί σου κάψεις.
     Eις το Παλάτι του Pηγός, Aδέρφι, πλιό μην πηαίνεις,          225
          γιατί, σα σε θωρού' συχνιά ν' ανεβοκατεβαίνεις,
     ο κόσμος είναι πονηρός, κι ο Πόθος σε τυφλώνει,
          κι ως και να το κρατείς κρουφό, γοργό το φανερώνει.
9     Kι αν είν' και τούτο γρικηθεί, που η Tύχη μην τ' ορίσει,
          λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θέ' να κάμει η κρίση.          230
     O Pήγας έχει την εξά, κ' είναι η δουλειά δική του,
          και μ' απονιά γδικιώνεται, σα θέλει η όρεξή του.
     Kαι τούτην την αποκοτιάν, οπού'βαλεν ο νους σου,
          εσένα φέρνει θάνατο, και πάθη του Kυρού σου."



ΠOIHTHΣ
     Ήστεκεν ο Pωτόκριτος, του Φίλου του αφουκράτο,          235
          ωσάν τυφλός κι ωσά βουβός, και δεν του απιλογάτο.
     Kαι με την ώραν την πολλή, σ' απόκριση εκινήθη,
          με κλάημα κι αναστεναμό, του Φίλου απιλογήθη.



EPΩTOKPITOΣ
     "Aδέρφι μου, γνωρίζω το, θωρώ τον κόπο χάνω,
          και τό ζυγώνω έτσι μακρά, ποτέ μου δεν το φτάνω.          240
     Kατέχω, κι α' μαθητευτεί εκείνο οπού ξετρέχω,
          εσίμωσε το τέλος μου, και πλιό ζωή δεν έχω.
     Mα επιάστηκα, εμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμό δεν έχω,
          μ' όλο που βλέπω το κακό, το βλάψιμο κατέχω.
     Λογιάζω το, γνωρίζω το, πως πρέπει να τ' αφήσω,          245
          και με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω,
     μην κάμουσιν αναλαμπήν, οπού τη λάμψη δίδει,     
          και φανερώσει το κρουφόν, οπού'ναι στο σκοτίδι·
     κι ό,τι κι α' χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,
          έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες.          250
     Mα ίντα μου ξάζει να γρικώ και τα πρεπά να γνώθω,
          εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον Πόθο;
     Ίντα μου ξάζει να γρικώ; τί με φελά να ξεύρω;
          Aπό το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω.
     Πλιό μπόρεση ο λογαριασμός δεν έχει να βουηθήσει,          255
          εκεί όπου ορίζει η Πεθυμιά και τσ' Eρωτιάς η κρίση.
     Oι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου είν' το σημάδι,
          και μάχουνται, και ποιός μπορεί να τα συβάσει ομάδι;
10     O Πόθος, όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,
          γνώση δεν εί' ουδέ δύναμη να τον-ε πολεμήσει.          260
     Πολλά μεγάλην Aφεντιάν, πολλά μεγάλη χάρη
          έχει τ' ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·
     βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει,
          και το κακό, που μελετά, δε μας το φανερώνει·
     την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,          265
          φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μάς μαγερεύγει.
     ’λλοι, άξοι, φρονιμότατοι, που'χαν Kαιρού θεμέλιο,
          του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο.
     Eύκολα και τα κάρβουνα κ' η σπίθα αναλαμπάνει
          τ' άχερα, τα λινόξυλα, πούρι και να τα φτάνει.          270



     "Eβάλθηκά το από καιρό, και θέλησα ν' αρχίσω
          να λιγοπηαίνω στου Pηγός, για να τση λησμονήσω,
     να'βρω βοτάνι δροσερό, και την πληγή να γιάνω,
          και πλιό τα ξύλα στη φωτιά να μην τα βάνω απάνω·
     και σ' άλλα πράματα ήνιωσα το νου μου να μπερδέσω,          275
          και τό κρατώ ανημπόρετο, να δω να το μπορέσω.
     Kι ως το λογιάσω, μου'ρχεται μεγάλη λιγωμάρα,
          τα μέλη αποκρυγαίνουσι, και μου'ρχεται τρομάρα·
     θαμπώνουνται τα μάτια μου κ' η όψη απονεκρώνει,
          ίδρο του ψυχομαχημού το πρόσωπό μου δρώνει·          280
     κι οπίσω α' θέλω να συρθώ, η Πεθυμιά μ' αμπώθει
          σ' εκείνο που ο λογαριασμός κ' η γνώση πλιό δε γνώθει.
     Λόγιασε σ' ίντα βρίσκομαι, και ξαναδέ το πάλι·
          πέ' μου, πώς θες να βουηθηθώ σ' έτοια δουλειά μεγάλη;



     "Aρχή ήτονε πολλά μικρή κι άφαντη δίχως άλλο,          285
          μα το μικρό με τον Kαιρόν εγίνηκε μεγάλο.
     Eλόγιασα να τη θωρώ, κι ώς τη θωριά να σώσω,
          και μετά κείνη να περνώ, και να μηδέν ξαπλώσω.
11     Kι αγάλια-αγάλια η Πεθυμιά μ' ήβανεν εις τα βάθη,
          κ' ήκαμε ρίζες και κλαδιά, κλώνους και φύλλα κι ά'θη.           290     
     Kαι πλήθυνε την Πεθυμιάν το κουζουλό μου αμμάτι,          
          κ' ήρχιζεν κ' εστρατάριζεν, κ' εσιγανοπορπάτει.
     Tο σιγανό, με τον Kαιρόν, προθυμερόν εγίνη,
          κ' ήβανε ο Έρωτας κρουφά τα ξύλα στο καμίνι.
     Kι ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,          295
          τρεμουλιασμένο κι άφαντο, και με Kαιρόν πληθαίνει,
     κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ' ώρα μεγαλώνει,
          και πορπατεί, χαμοπετά, φτερούγια του ξαπλώνει,
     κι απ' άφαντο κι από μικρό, που'τον όντεν εφάνη,
          κορμί, φτερά, και δύναμη, και μεγαλότη κάνει-          300
     το ίδιο εγίνη κ' εις εμέ, στην άπραγή μου νιότη.
          Aρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον από την πρώτη,
     μα εδά'χει τόση δύναμη κ' έτσι μεγάλη εγίνη,
          οπού μου πήρεν την εξά, και δίχως νου μ' αφήνει.
     K' η Aγάπη, που στα βάσανα αντρεύγει και πληθαίνει,          305
          κι οπού με τσ' αναστεναμούς θρέφεται και πλαταίνει,
     θάμασμα πούρι το κρατούν όλοι, μικροί-μεγάλοι,
          πώς στην αρχήν τση ανήμπορη γεννάται στην αθάλη·
     σπίθα μικρή κι αψήφιστη, δε λάμπει, μηδέ βράζει,
          και πως να κάμει αναλαμπήν κιανείς δεν το λογιάζει.          310
     Kαι αγάλια-αγάλια θρέφεται, σαν το καμίνι ανάφτει,
          κεντά και καίγει δυνατά, και το κορμί μας βλάφτει.



     "Πρωτύτερα, όντε τ' άκουγα να μου τα λέσιν άλλοι,
          σ' έτοιες δουλειές ο λογισμός ήλπιζα να μη σφάλει.
     Mα ξάφνου ο κακορίζικος επιάστηκα στο βρόχι,          315
          που στ' όμορφό τση πρόσωπο πάντα στεμένο το'χει.
     Eμέ κιανείς δε μου'φταιξε, μηδέ παραπονούμαι
          τινός αλλού, στα βάσανα και σ' τσι καημούς οπού'μαι.
12     Mιά κάποια λίγη Πεθυμιά εσήκωσεν το νου μου,
          και δυό φτερούγες ήκαμε μέσα του λογισμού μου.          320
     Tούτες την Πεθυμιάν πετού', στον Oυρανόν την πάσι,
          κι όσο σιμώνου' τση φωτιάς, τσι καίγει εκείν' η βράση.
     Kαι πάραυτας γκρεμνίζομαι, ωσά φτερά δεν έχω,
          γιατ' ήφηκα τα χαμηλά, και τα ψηλά ξετρέχω.
     Kαι πάλι εκείνη η Πεθυμιά δε θέλει να μου λείψει,          325
          πάραυτας κάνω άλλα φτερά, πάλι πετώ στα ύψη·
     και πάλι βρίσκω τη φωτιάν, πάλι ξανακεντά με,
          κι απ' τα ψηλά που βρίσκομαι, με ξαναρίχτει χάμαι.
     Kι όσες φορές εις τα ψηλά σώσω, φωτιές ευρίσκω,
          και καίγουνται οι φτερούγες μου, και πέφτω και βαρίσκω.          
     Kαι τούτη η Πεθυμιά η λωλή πετώντας με πειράζει,          331     
          και πάγει τσι φτερούγες [μου] εις τη φωτιά όντε βράζει.
     Kι ώστε οπού να'μαι ζωντανός, παίδαν έχω μεγάλη.
          Mαγάρι να μ' ολόκαψε, να μ' έκαμεν αθάλη!"



ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει του ο Φίλος· "Tα φτερά που εσήκωσεν ο νους σου,          335
          και βάνει τ' ανημπόρετα μέσα του λογισμού σου,
     Aδέρφι, βλέπε, όσο μπορείς, έβγα απ' αυτήν τη ζάλη,
          στο πέτασμα οπού επέταξες, μηδέν πετάξεις πάλι.
     Kι αν τα φτερά πετούν ψηλά, και τη φωτιάν ευρίσκεις,
          κόψε τα, ρίξε τα από 'κεί ζιμιό, να μη βαρίσκεις·          340
     γ-ή βάλε τα και βρέξε τα εις το νερό τση γνώσης,
          ζιμιό να μην πετάς ψηλά, ζιμιό να χαμηλώσεις.
     Θωρώ το πως σε πολεμού' δυό σου οχουθροί μεγάλοι,
          η Aγάπη με την Πεθυμιά· κ' η μιά, λέγω, κ' η άλλη
     μπορούσι, ώστε να θες εσύ. Mα κάμε να τ' αφήσεις          345
          τ' άμοιαστα, τ' ανημπόρετα, ζιμιό να τους νικήσεις.
     Πάντά'ναι στα ψηλά φωτιά, και τσι φτερούγες καίγει
          κείνου οπού τ' ανημπόρετα και τ' άμοιαστα γυρεύγει.
13     Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, μη σε κακομοιριάσου',
          πήγαινε στα γεράκια σου, χαίρου με τα σκυλιά σου.          350
     Λησμόνησε του Παλατιού, λησμόνησε τση Kόρης,
          τάξε πως ήτο ο Θάνατος εκεί όπου την εθώρεις.
     Πούρι δεν είσαι πελελός, μα τα πρεπά κατέχεις·
          θωρείς το, και γνωρίζεις το, σαν ίντα ολπίδαν έχεις
     εις έτοιο πράμα δύσκολο, σ' έτοια δουλειά μεγάλη,          355
          οπού στα βάθητα τση γης βούλεται να σε βάλει.
     Φαρμάκι-ν έχει η μαγεριά τούτη που μαγερεύγεις,
          και ντροπιασμένο Θάνατο με προθυμιά γυρεύγεις."



ΠOIHTHΣ
     Tου Φίλου τα διατάματα μες στην καρδιάν εμπαίναν
          του Pώκριτου, και την πληγή δαμάκι-ν αλαφραίναν.          360



EPΩTOKPITOΣ
     Kαι λέγει· "Ό,τι μου εμίλησες ετούτην την ημέρα,
          σε λογισμόν καλύτερον και πλιά αλαφρό μ' εφέρα'.
     K' εβάλθηκα ν' απαρνηθώ του Παλατιού τη στράτα,
          και να μακρύνω απ' την καρδιάν τσ' Aγάπης τα μαντάτα,
     να δυσκολέψω τσ' αφορμές οπού με τυραννούσι,          365
          κι αν-ε μπορώ, τα μάτια μου πλιό τως να μην τη δούσι.
     Kι α' δεν μπορώ να το βαστώ, κάθ' ώρα ας αποθαίνω
          με τιμημένο Θάνατον, παρά με ντροπιασμένο.
     Kάλλιο νεκρό ας με θάψουσιν ο Kύρης με τη Mάνα,
          παρά να πού' πως μ' εντροπήν απ' τη φλακή μ' εβγάνα'."          370



ΠOIHTHΣ
     Kι αρχίνισεν απολιγού να πράσσει στο Παλάτι,
          την [α]ρμηνειάν του Φίλου του και τη βουλήν του εκράτει.
     Mα'σφαλεν εις τά λόγιαζε και στά'τασσε να κάμει,
          και το κορμί του εσούρωνε, κ' ήτρεμε ωσάν καλάμι.



     Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ' άνθρωπο αναπεύγει,          375
          και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,
     ήπαιρνεν το λαγούτο του, κ' εσιγανοπορπάτει,
          κ' εκτύπα-ν το γλυκιά-γλυκιά ανάδια στο Παλάτι.
14     Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή είχε σαν τ' αηδόνι·
          κάθε καρδιά, να του γρικά, κλαίγει κι αναδακρυώνει.          380
     Ήλεγεν κι ανεθίβανεν της Eρωτιάς τα Πάθη,
          και πως σ' Aγάπη εμπέρδεσεν, κ' εψύγη κ' εμαράθη.
     Kάθε καρδιά ανελάμπανεν, αν ήτο σαν το χιόνι,
          σ' έτοια γλυκότατη φωνή κοντά να τση σιμώνει·
     εμέρωνε όλα τ' άγρια, τα δυνατά απαλαίναν,          385
          στο νουν τ' ανθρώπου ό,τι ήλεγε, με λύπηση επομέναν·
     εμίλειε παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα',
          το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα'.
     Ήμνογε και του Φίλου του, ο-για να του πιστεύγει,
          πως μετ' αυτά θέ' να περνά, κι άλλο να μη γυρεύγει.          390

Συνέχεια και εδώ 


300 χρόνια «Ερωτόκριτος»

Πρωτοεκδόθηκε το 1713 στη Βενετία. Μια αναδρομή στην έντυπη ιστορία του μεγάλου ποιήματος του Βιντσέντσου Κορνάρου
του Γιώργη Γιατρομανωλάκη

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Η Φυλλάδα του Γαδάρου ήτοι Γαδάρου, λύκου και αλεπούς διήγησις ωραία

Πηγη
 Η Κρήτη έμεινε κάτω από την κυριαρχία των Βενετών από το 1211 ως το 1669, όταν και αυτή υποδουλώθηκε στους Τούρκους. Στη διάρκεια της βενετοκρατίας το νησί γνώρισε οικονομική και εμπορική ανάπτυξη και παρουσίασε τα περισσότερα δείγματα λογοτεχνικής ακμής. Τους δύο πρώτους αιώνες ο ντόπιος πληθυσμός έτρεφε εχθρικά αισθήματα προς τους Βενετούς κατακτητές. Βαθμιαία όμως η επικοινωνία Βενετών και Ελλήνων έγινε στενότερη. Την περίοδο αυτή πολλά χειρόγραφα αρχαίων Ελλήνων και Βυζαντινών συγγραφέων αντιγράφονταν στο νησί που γρήγορα εξελίχτηκε σε πολιτισμικό κέντρο. Οι μορφωμένοι μιλούσαν και τις δύο γλώσσες, ενώ ανάμεσα στους ευγενείς Βενετούς, πολλοί ήταν εκείνοι που δε θυμούνταν πια την ευγενική τους καταγωγή και δε διατηρούσαν παρά το επώνυμό τους και τα λίγα φέουδα που τους απέμειναν.
 Η άνθηση της λογοτεχνίας στην Κρήτη και η θαυμαστή κορύφωση στην οποία έφτασε οφείλεται στην επιρροή της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης, η οποία συνετέλεσε στη δημιουργία της «Κρητικής Αναγέννησης». Ο Λίνος Πολίτης ονομάζει την περίοδο αυτή «χρυσή περίοδο στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας».
Από τα λογοτεχνικά έργα της εποχής ξεχωρίζει ο Απόκοπος του Μπεργαδή, ποίημα που γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και ήταν το πρώτο ελληνικό έργο που τυπώθηκε στη Βενετία (1519). Ο τίτλος του Απόκοπος (= αποκαμωμένος) οφείλεται στον πρώτο του στίχο («Μιαν από κόπου νύσταξα» = κάποτε από κούραση νύσταξα) και το θέμα του είναι μια ονειρική κατάβαση του ποιητή-αφηγητή στον κάτω κόσμο, όπου ακούει δύο νέους να του μιλούν από μέρους των νεκρών. Αντί όμως για σκοτάδι ο αφηγητής μιλά με παραστατικές περιγραφές για το φως και την άνοιξη. Για τον ποιητή δεν υπάρχουν πληροφορίες, μόνο το επίθετό του μας είναι γνωστό. Το ποίημα αγαπήθηκε πολύ και μερικοί στίχοι του τραγουδιούνταν στην Κρήτη ως μοιρολόγια.
Είκοσι χρόνια μετά τον Απόκοπο (1539) τυπώθηκε στη Βενετία ένα άλλο έργο που είχε και αυτό μεγάλη διάδοση. Πρόκειται για το Γαδάρουλύκου και αλουπούς διήγησις χαρίεις (= ωραία), ή, όπως την έλεγε ο λαός, «Η Φυλλάδα του Γαϊδάρου». Το έργο ανάγεται στο πολύ αγαπητό είδος των διηγήσεων για τα ζώα και είχε πρότυπο του, όπως είδαμε, το Συναξάριον του τιμημένου γαδάρου. Ο ποιητής διασκεύασε το πρότυπό του σε ομοιοκατάληκτους στίχους που ήταν η μόδα της εποχής.
Τα έργα αυτά ανήκουν στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα. Στο δεύτερο μισό στην Κρήτη κορυφώνεται η λογοτεχνική ακμή που θα διαρκέσει ως το 1669, χρονιά που το νησί θα περάσει στην τουρκική κατάκτηση.

Αλεξίου Λ.

Εκδίδεται κριτικά η Φυλλάδα του Γαδάρου ήτοι Γαδάρου, λύκου και αλεπούς διήγησις ωραία. Στην εισαγωγή που προτάσσεται του κειμένου, ο εκδότης πραγματεύεται μία σειρά θεμάτων, όπως η ελληνική εκδοτική παραγωγή της Βενετίας στις αρχές του 20ου  αιώνα, η φιλολογία με τα ζώα στον αρχαίο ελληνικό, το ρωμαϊκό και το μεσαιωνικό κόσμο, ο κύκλος των δυτικοευρωπαϊκών παραμυθιών που έχουν πρωταγωνίστρια την αλεπού, οι κοινωνικές τάξεις που αντιπροσωπεύουν τα τρία ζώα του ποιήματος, οι πηγές του, η κειμενική του παράδοση, η ένταξή του στην κρητική γραμματεία της Αναγέννησης, ο τιμητικός τίτλος "Νίκος" που αποδίδεται στον γάιδαρο, η σχέση της Φυλλάδας με το Συναξάριον του Τιμημένου Γαδάρου και η γλωσσική μορφή της. Η έκδοση συνοδεύεται από κριτικά κι ερμηνευτικά σχόλια και γλωσσάρι.


Η ΦΥΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΓΑΔΑΡΟΥ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ


Λοιπὸν ὁ λύκος ἤρξατο τοῦ ἐξομολογεῖσθαι,
λέγει· «ἐγὼ καὶ πρόβατα, βόδια καὶ μοσχάρια,
ἐλάφους καὶ γουρούνια καὶ πάντα ὅσα εὕρω
σκοτώνω τα καὶ τρώγω τα καὶ τ' ἄλλα πάλε κρύβω
εἰς τὸ βουνίν, εἰς τὸ κλαδίν, αὔριον πάλε νά 'χω.
Πλὴν ἀνεβαίνω εἰς τὸ βουνὶν ὅποῦ 'ναι τὸ τσημάδι,
καὶ κυλιοῦμαι παρευθὺς καὶ ἐξομολογοῦμαι,
καὶ γίνομαι καλόγερος, τὴν ράχην μου μαυρίζω,
γίνομαι μεγαλόσχημος, ἡγούμενον ὁμοιάζω.
Καὶ μεταγνώθω τὸ κακόν, τὸ πολεμῶ εἰς τὸν κόσμον,
ἄλλον οὐδὲν ἐπίσταμαι ἁμάρτημα νὰ ποίσω.»
Ἀκούσας δὲ ἡ ἀλουποὺ τὴν ἀρετὴν τοσαύτην
ἐθαύμασεν, ἐπαίνεσεν, καὶ ἐσυγχώρησέ τον
καὶ ἐδικαίωσεν αὐτὸν πρὸς τὴν ἐπίγνωσίν του.
Συναξάριον τοῦ τιμημένου γαϊδάρου, στ. 125-138