Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΙΣΤΗΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΙΣΤΗΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Η σχεδία

Η τέχνη της Ιστορίας



Του Γιώργου Αριστηνού
To μότο του Ζέμπαλντ «κάθε ενσώματο αντικείμενο σμιλεύεται πιο έντονα στο συγκεχυμένο σύνορο ανάμεσα στο αντιληπτό και το υπερβατικό. Μια τέτοια εγγύτητα προς τον νεκρό, υποκινούμενη από τη θέληση για γνώση και υπαινισσόμενη ταυτόχρονα μια λιβιδική επένδυση του κακοποιημένου αντικειμένου, γεννά την υποψία ότι η εκτέλεση ενός έργου ζωγραφικής όπως εκείνη του Ζερικώ, τον οποίο ο Βάις θεωρεί πρότυπο μιας λογοτεχνικής άσκησης που συνυπογράφει και ο ίδιος, ισοδυναμεί σε τελευταία ανάλυση με την προσπάθεια ενός ατόμου, τρομοκρατημένου από την πραγματικότητα της ανθρώπινης ζωής, να προκαλέσει τον ίδιο του τον θάνατο» που προτάσσει ο Μιχάλης Μοδινός στο τελευταίο του μυθιστόρημά είναι αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του: ο ζωγράφος, ο συγγραφέας, ο καλλιτέχνης γενικότερα, δεν στέργει στη ρεαλιστική απεικόνιση ή αναπαράσταση της ανθρώπινης σήψης, της φθοράς, της κατάπτωσης, του απορφανισμού του.
Έχοντας επενδύσει λιμπιντικά, δηλαδή πέρα για πέρα υπαρκτικά, μ’ όλο το σφρίγος και τον σφυγμό της ζωής του στο αντικείμενό του, έχοντας με άλλα λόγια εσωτερικεύσει τις επιπτώσεις εντός του, νιώθοντας να επωμίζεται τον θάνατο που αυτό ενσαρκώνει τείνει αντισταθμιστικά στην εξιδανίκευσή του. Ευφυής ερμηνεία που εξηγεί γιατί ενώ ο πίνακας του Ζερικό προετοιμάζεται με βάση μαρτυρίες, μοντέλα, σκαριφήματα, προσχέδια, συνεντεύξεις, ενώ χτίζεται αργά και επικίνδυνα από εικόνες ανθρώπινων πτωμάτων και ζώων, ενώ μολύνεται από την αποφορά της κοιλιάς του Παρισιού, στο τέλος όλο αυτό το ικρίωμα του νατουραλισμού θα καταρρεύσει. Η καταστροφή και ο θάνατος θα ωραιοποιηθούν, τα όντα που λιμνάζουν πάνω στη σχεδία «Μέδουσα» θα αναζωογονηθούν από μια ριπή ζώπυρης ελπίδας, η απεικόνιση θα παραπλεύσει στην κυριολεξία την αποκρουστική πραγματικότητα.

Μιχάλης Μοδινός
Η Σχεδία
Καστανιώτης 2011

Αυτός είναι ο πυρήνας της φιλοσοφικής σκέψης που διατρέχει το πεζογράφημα του Μοδινού, αφού για να θυμηθώ εδώ τον ποιητή των Τεσσάρων Κουαρτέτων, «ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει τόση πολλή πραγματικότητα». Είναι αυτονόητο πως ο συγγραφέας της βραβευμένης Επιστροφής δεν επιδιώκει να εκλογοτεχνίσει έναν στοχασμό για την ανθρώπινη μοίρα ούτε να περιγράψει την κυοφορία και τον απροσδόκητο τοκετό μιας ζωγραφικής ιδιοφυίας, όπως ο Ζερικό. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με μηχανιστική, ευθύγραμμη και αμεσίτευτη αναπαράσταση. Εκείνο που κάνει είναι να υφάνει ένα μυθοπλαστικό ιστό και μέσα στα νήματά του να εμπλέξει τα μυθιστορηματικά πρόσωπα, να συντάξει τους κώδικες συμπεριφοράς τους, να φτάσει στην έκβαση και στην εκδραμάτιση, όχι με τις συνταγές του κλασικού ρομάντζου όπως το κληρονομήσαμε από τον 19ο αιώνα, αλλά με τις ελευθεριότητες και τις σχισματικές ανορθοδοξίες του μοντερνισμού. Ιδού γιατί, όταν υπάρχει ανάγκη αλλά και ανεξάρτητα από οργανικούς όρους, η εξιστόρηση των συμβάντων θα εμπλουτιστεί με δοκιμιακές σκέψεις γύρω από την οικολογία, την αποικιοκρατική βουλιμία που καταβροχθίζει ή αλλοιώνει τη χθόνια κουλτούρα των ιθαγενών πληθυσμών, χωρίς τον φόβο ότι αυτές οι παρεκβάσεις μπορεί να νοθεύσουν την καθαρότητα του είδους. Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται ο τύπος γραφής του Μοδινού.
Ειδικότερα η αφήγηση οργανώνεται στη βάση των διαλόγων της κυρίας Ζεπαρντιέ με τον ζωγράφο, ημερολογιακών καταχωρίσεων και κεφαλαίων με τίτλο «Τι δεν ζωγράφισε ο Ζερικό». Τι δεν ζωγράφισε, δηλαδή τι αφαίρεσε, τι πέταξε, τι αγνόησε και τελικά τι επέλεξε για να αποτυπώσει στον καμβά. Αυτή η κωδικοποίηση υποδηλώνει ουσιαστικά τη διαδικασία γένεσης του έργου που εδράζεται στην αφαίρεση και τη συμπύκνωση καθώς και τις αποκλίσεις από την τέχνη της γραφής. Το σημειώνει με σαφήνεια ο Μοδινός: «Ατυχώς ωστόσο δεν είμαι συγγραφέας, κυρία Ζεπαρντιέ, είμαι ζωγράφος. Η ιστορία σας ειπωμένη πριν από έναν αιώνα σε έναν άνθρωπο σαν τον Ντάνιελ Ντεφόε, ίσως κατασκεύαζε έναν υπέρτερο Ροβινσώνα, απαλλαγμένο μάλιστα από την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα του αγγλικού στέμματος. Όμως εγώ είμαι ζωγράφος, πράγμα που σημαίνει ότι οφείλω να επιλέξω μία και μόνο μία στιγμή μέσα στην ιστορία». Μέσα στην ιστορία σημαίνει πως κάτω απ’ αυτήν στεγάζεται η τέχνη την οποία εμπνέει και νοηματοδοτεί. Είμαστε ακόμη μακριά από τη στιγμή που η ιστορία θα μεταβληθεί σε εφιάλτη και θα εξοβελιστεί από τη μυθοπλαστική πλοκή, όπως στον Οδυσσέα του Τζόις. Τώρα ο αχός από τους ναπολεόντειους πολέμους είναι πολύ κοντά, όπως πολύ κοντά ακούγονται και οι οπλές του χεγκελιανού αλόγου και της ιστορίας, που προχωράει ακάθεκτα (marche en avant) κατά την έκφραση του Ουγκό. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που ο συγγραφέας δεν εξαντλείται στα πλαίσια του λογοτεχνικού χώρου, ενός χώρου εξαιρετικά αποστειρωμένου και αφυδατωμένου, αλλά μεταγγίζει το πνεύμα της εποχής στο σώμα του. Ο κίνδυνος να εξακοντιστεί σε εξωγενείς και αλλότριες περιοχές, που δεν συνδέονται με τους νόμους της τέχνης, θα πανικόβαλαν έναν ψοφοδεή της μυθιστορηματικής παράδοσης, αυτού του παλιού ή αρχαίου είδους, όχι όμως έναν μοντερνιστή που γνωρίζει τα όριά του. Γι’ αυτό και το βιβλίο είναι καρυκευμένο από συζητήσεις και σχόλια που δεν το αφορούν καθ’ εαυτό, όπως για παράδειγμα οι αναφορές στην τέχνη της Αναγέννησης, στον ρομαντισμό και τον νεοκλασικισμό, τον Νταβίντ και τον Ντελακρουά ή τους Φλαμανδούς με τον Βερμέερ σημαιοφόρο. Όλο αυτό το υλικό που φαίνεται ανοικονόμητο συγκλίνει στη μυθιστορηματική μισγάγγεια κι από κει στην εκβολή ενός ερωτήματος. Πώς μπορεί να αποδοθεί εικαστικά μια καταστροφή όπως εκείνη της φρεγάτας «Μέδουσα», χωρίς να πέσει στον φωτογραφικό νατουραλισμό ή στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό σ’ έναν δηλαδή αναλώσιμο και λαϊκίστικο εκχυδαϊσμό της τέχνης; Πώς μπορεί ο ζωγράφος να μετουσιώσει εικαστικά τον θάνατο, όταν η τέχνη από τη λειτουργία και κυρίως από την τελεολογία της τον εξιδανικεύει;
Ο Μπαρνς, από τον οποίο εμπνέεται ο Μοδινός, όπως ρητά το ομολογεί ο ίδιος, στα πλαίσια ενός ριζοσπαστικού μοντερνισμού και άρα ειρωνικού διδακτισμού όπως έκανε παλιότερα με τις επαναγνώσεις της Παλαιάς Διαθήκης ο πολωνός Κολακόφσκι, στήνει μια αλληγορία της φθοράς του καλλιτεχνικού αριστουργήματος. Ο Μοδινός θα μιλήσει για την αναπτέρωσή του έστω και μέσα απ’ τα συντρίμμια.  Θα επαναλάβω όμως για άλλη μια φορά πως ο όγκος των πληροφοριών που δεν αντλείται από το καθαρά λογοτεχνικό πεδίο δεν οδηγεί υποχρεωτικά στον εγκυκλοπαιδισμό ή σ’ ένα είδος εγκεφαλικής αποστέωσης. Αντίθετα το μυθιστόρημα του Μοδινού, όντας ένα ολικό είδος, θα αξιοποιήσει κάθε πηγή και κάθε τέχνασμα: διάλογοι που προωθούν τη δράση, εξομολογητικές αφηγήσεις με ανεκδοτολογικά στοιχεία που διανθίζουν τα ιστορικά γεγονότα, ανθρωπολογικές και εθνολογικές παρατηρήσεις που ανακαλούν to Essai sur le don του Μος και τουςΘλιβερούς Τροπικούς του Λέβι Στρος, ιδού αυτό που οι θεωρητικοί ονομάζουν οιονεί “πολυφωνία”, κάτι που δίνει ευλυγισία και κινητικότητα στον μυθιστορηματικό λόγο. Στη δυσοίωνη προοπτική του Μπαρνς που διακρίνει πίσω από τη λάμψη του έργου τέχνης ένα σαράκι να το αφανίζει αργά αργά, (ο μουσαμάς της Σχεδίας του Ζερικό έχει ήδη φθαρεί σε πολλά σημεία του όπως ισχυρίζεται), ο Μοδινός αντιπαρατάσσει την αίγλη της ύπαρξής του που επιβιώνει στον χρόνο. Και δεν έχει άδικο, αν σκεφθεί κανείς πως το έργο δεν έχει τέλος μέσα στο αρχιπέλαγος της γραφής και της εικαστικής ανάπλασης, πως η ανάγνωση και η επανανάγνωση δεν τελειώνουν ποτέ. Ιδίως η τελευταία είναι μια μηχανή ανανέωσης, εμπλουτισμού και νέων ερμηνειών. Ας δούμε τη διαδικασία αυτή από την αρχή: ο γιατρός Σαβινύ και ο τοπογράφος- γεωγράφος Κορρρεάρ δημοσιεύουν τις εμπειρίες τους από το ναυάγιο της φρεγάτας και τις θηριωδίες που θα ακολουθήσουν στη σχεδία. Ο ζωγράφος Ζερικό αναλαμβάνει με αυτοθυσία το έργο της απεικόνισής τους στον καμβά. Ο άγγλος συγγραφέας Τζούλιαν Μπαρνς θα γράψει ένα αλληγορικό διήγημα βασισμένο στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν το 1816, ο δικός μας Μιχάλης Μοδινός θα ξαναδιαβάσει και θα επαναξιολογήσει τις ερμηνείες που προηγήθηκαν και τέλος ο Νικόλαος Γύζης, επηρεασμένος από τη Σχεδία του Ζερικό θα δώσει τη δική του εκδοχή στον πίνακα Μετά την καταστροφή των Ψαρών, το 1898. Το έργο τέχνης, όπως ο διαπόντιος νεκρός στον Νεκρό ταξιδιώτη του Παπαδιαμάντη, θα αναπλεύσει τον χρόνο δημιουργώντας επιγόνους αλλά και προγόνους σε μια σκυταλοδρομία χωρίς τέλος.
Εν κατακλείδι, δυο λόγια για τη γλώσσα της Σχεδίας. Φυσικά ο Μοδινός γράφει στη νεοελληνική, όπως αυτή διαμορφώθηκε από την εξομάλυνση της δημοτικής και της καθαρεύουσας. Στο βαθμό όμως που στήνει το σκηνικό μιας ιστορικής αναπαράστασης της εποχής, ο λόγος του γίνεται σκόπιμα θεατρικός, μ’ όλα τα τελετουργικά τικ: με το επιφωνηματικό «ω», τον πληθυντικό ευγενείας που επισημοποιεί τις αποστάσεις μεταξύ των προσώπων, με μια αναλυτική διατύπωση που ανακαλεί μεταφραστικές πρακτικές του 19ου αιώνα, όπως «Ω, ένα ασήμαντο επεισόδιο, απαντά με ένα ελαφρύ κοκκίνισμα να καταλαμβάνει σταδιακά τις παρειές του». Κάποιες, άλλες όμως στιγμές, η μετοχή παρακειμένου πεπτωκυία στη φράση «πεπτωκυία ανθρώπινη φυλή» θα δώσει έναν τόνο ειρωνείας και αυτοσαρκασμού.
Η Σχεδία λοιπόν αποτελεί ένα μυθιστορηματικό παλίμψηστο σε σωστή δοσολογία, ιστορίας και τέχνης.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Αριστηνός εις διπλούν

«Παραμετρική κριτική» σε «υψηλόν ύφος»

«Αφερέγγυος», κατ' αρχήν, ο θερμόαιμος δοκιμιογράφος με την ακάθιστη σκέψη που διατυμπανίζει ότι «αν υπάρχει κάποια αξία σε ένα έργο τέχνης, αυτή βρίσκεται στη συνεχή αντιπαλότητά του» με τους κώδικες. «Πλάνης» και «αναξιόπιστος», επίσης, ο πυρετώδης συγγραφέας με την εμμονική γραφίδα που δηλώνει εν θερμώ στις συνεντεύξεις του ότι σήμερα «γράφονται μόνο σενάρια» και βάζει τους φρενήρεις ήρωές του να υποστηρίζουν ότι «δεν έχουμε ολοκληρώσει ούτε ένα λογοτεχνικό είδος, με εξαίρεση την ηθογραφία».
Πεζογράφος και θεωρητικός, ο δισυπόστατος Γιώργος Αριστηνός θεραπεύει, χρόνια τώρα, μια ιδιοσυγκρασιακή γραφή που κινείται στις παρυφές του λογοτεχνικού Κανόνα. Με την πρώτη του ιδιότητα παράγει «λείψανα αφηγημάτων».
Με τη δεύτερη, περίτεχνα λογοτεχνικά δοκίμια. Οπως είναι φυσικό, ο στοχασμός του θεωρητικού ελέγχει συνεχώς τις μυθοπλαστικές πραγματώσεις του συγγραφέα, και το αντίστροφο.
«Αφερέγγυοι και πλάνητες», επίσης, οι κρινόμενοι συγγραφείς, σύντροφοι εν όπλοις του συγγραφέα, περιπατητές όλοι τους στα παλιά σοκάκια που εξύμνησαν ο Μποντλέρ και οι flâneurs μιας άλλης εποχής.
Γιώργος Αριστηνός  «Τρία δοκίμια για τον Βαλτινό»  Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2015  Σελ. 92
Γιώργος Αριστηνός «Αφερέγγυοι και πλάνητες» Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό Κέδρος, 2015, σελ. 373 Του Αριστοτέλη Σαΐνη | 
Αιρετικά και ανορθόδοξα, τέλος, τα έργα που σχολιάζονται: από τις δαιμονικές ηθογραφίες του Παπαδιαμάντη, τις εσχατολογικές αλληγορίες του Χειμωνά και το «λαϊκό έπος» του Τζόις, στα εύθρυπτα αφηγήματα του Κουφάκη και τις εσωτερικές ψυχογραφίες του Γουδέλη ή τις ποιητικές συνθέσεις του Ιωαννίδη, και από κει στον Μοδινό, τον Πρατικάκη κ.ά. Μοντερνισμός και μεταμοντερνισμός, παράδοση και ελληνοκεντρισμός, το αιώνιο μουρμουρητό της παγκόσμιας βιβλιοθήκης, να και τα μεγαθέματα του Αριστηνού.
Από τον Μπαρτ στον Ντεριντά και από τον Ζιράρ στον Σολέρς ή από τον Κέσλερ και τον Τέιλορ στον Τοντορόφ και τον Μπαρθ, η απόσταση για τον Γιώργο Αριστηνό δεν ήταν ποτέ μεγάλη.
Κινούμενος ανέκαθεν με άνεση στο αρχιπέλαγος της λογοτεχνικής θεωρίας, ο Αριστηνός συνεχίζει με τα δοκίμια της συλλογής αυτής το σχέδιο μιας «παραμετρικής κριτικής» που ευαγγελιζόταν χρόνια πριν (βλ. «Με αφορμή την περίπτωση του Θ. Βαλτινού» στο «Η ακάθιστη σκέψη», 1996).
Τα ανεξίθρησκα άρθρα, οι αιρετικές κριτικές, τα «scripta minima» του τόμου αποτελούν τις απτές αποδείξεις μιας παθιασμένης («ψυχαναγκαστικής» λέει ο ίδιος) αναγνωστικής εμπειρίας της τελευταίας σχεδόν δεκαετίας.
Η συλλογή ενσωματώνει στο δεύτερο μέρος της τα «minima δοκίμια» των «Τοξικών αποβλήτων» (Κέδρος, 2010), αρκετά από τα οποία ανοίγονται στην κριτική του πολιτισμού και, αγκιστρωμένα στον χρονότοπό τους, ψαύουν ποικίλες όψεις της επικαιρότητας (την ελληνική Αριστερά, την εθνικιστική έξαρση ή τον ματωμένο Δεκέμβρη του 2009).
Αν έπρεπε να συνοψίσω τη δεσπόζουσα θεωρητική αντίληψη του Αριστηνού για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό (grosso modo ισχύει και για το αφηγηματικό του έργο), θα έλεγα ότι η προσέγγισή του, αφού έχει «σβαρνίσει» τη σημειολογία, τον στρουκτουραλισμό, την ψυχανάλυση και τον αποδομισμό, «αρδεύεται» πλέον, όλο και πιο ξεκάθαρα, από τη Βιβλιοθήκη του Μπόρχες και «γεωργείται» από την Εγκυκλοπαίδεια του Ουμπέρτο Εκο, αφού στο μεταξύ έχει «θερίσει» τους καρπούς μιας μακροχρόνιας αναγνωστικής τριβής με τη μυθιστορηματική παράδοση, από τον Ομηρο στον Θερβάντες και τον Ραμπελέ κι από κει στον Τζόις και τον Χειμωνά.
Παρά τις απλωτές της σκέψης του προς τον αποδομισμό και τον μεταμοντερνισμό, δεν φτάνει ποτέ να επιδεχθεί τις έσχατες συνέπειες της θεωρίας τους, αν εξαιρέσει κανείς την υιοθέτηση της «διπλής κωδικοποίησης» των Εκο-Τζενκς (φιλική και προσπελάσιμη κειμενική επιφάνεια, πολύσημο, αλλά όχι δυσερμήνευτο, βάθος), τόσο στην εκλεκτικιστική του θεωρητική παλέτα όσο και στη μυθοπλαστική του ποιητική («Ο δολοφόνος», 2000).
Με τον μοντερνισμό να αποτελεί το φυσικό ενδιαίτημα της σκέψης του, ο Αριστηνός συνεχίζει να αντλεί με συγκριτολογική συνέπεια και συνεπή ανεξιθρησκία επιχειρήματα και μεθόδους από ποικίλες θεωρίες, σ' ένα αμάλγαμα που εντυπωσιάζει τόσο για τη θεωρητική σκευή του όσο και, κυρίως, για την εκφραστική διαύγεια του δικού του χαρακτηριστικού «ύψους-ύφους».
Ολο και συχνότερα επιστρέφει «στις παλιές του αγάπες […] τον Αριστοτέλη και πρωτίστως τον Λογγίνο». Οπως ο ίδιος σημείωνε πριν από λίγα χρόνια, όταν «όλα έχουν ειπωθεί» και ο Μπέκετ έχει βάλει τη ληξιαρχική βούλα του θανάτου τους, σημασία δεν έχει «τι λες» αλλά «πώς το λες», δηλαδή «το στιλ, το ύφος, οι αναφλέξεις του ταμπεραμέντου, οι ελιγμοί και τα πλονζόν, η μαγκιά ενός τοξικομανούς της γραφής…». Ο αναγνώστης θα παραδεχτεί ότι σε όλα αυτά ο Αριστηνός αποδεικνύεται πράγματι μαγκιόρος.

Ο φιλάνθρωπος κυνισμός της λογοτεχνίας

Του Ιάκωβου Ανυφαντάκη
Τα «Τρία δοκίμια για τον Θανάση Βαλτινό», η συλλογή από μελέτες του Γιώργου Αριστηνού που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις της Εστίας, είναι ένα ακόμα στήριγμα στο αυξανόμενο οικοδόμημα της βιβλιογραφίας για τον πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών.
Γιώργος Αριστηνός  «Τρία δοκίμια για τον Βαλτινό»  Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2015  Σελ. 92
Γιώργος Αριστηνός «Τρία δοκίμια για τον Βαλτινό» Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2015 Σελ. 92 | 
Μελέτες, τεύχη περιοδικών αφιερωμένα στο έργο του Βαλτινού και διδακτορικές διατριβές στην Ελλάδα και το εξωτερικό δημιουργούν ένα σημαντικό σώμα κειμένων που εκκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες προσφέρει νέες αναγνώσεις στο έργο του.
Κοινό στοιχείο όλων των ερευνών είναι ότι η προσέγγιση στον Βαλτινό πατάει σε περισσότερες από μία πειθαρχίες, δεν περιορίζεται στη φιλολογία, αλλά αναζητά ταυτόχρονα εργαλεία από την ιστορία και την ανθρωπολογία για να αναλύσει βιβλία που αποτελούν ήδη τμήμα του Κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας.
Στο πρώτο από τα τρία δοκίμια ο Αριστηνός αναλύει τους τρόπους με τους οποίους η πεζογραφία του Βαλτινού υπήρξε ανατρεπτική στιγμή στην ελληνική πεζογραφία. Εστιάζει στην πολυφωνία και την πολυεπίπεδη γραφή που χαρακτηρίζει τον συγγραφέα, την αμφισβήτηση της ιστορικής ορθοδοξίας, τη ρήξη με την παράδοση με μια γλώσσα ζωντανή, γυμνή από καλολογικά σχήματα, αλλά και τη φυσική λύση της δράσης.
Στο επόμενο κείμενο, «Ενας κλασικός στην αυλή του μεταμοντερνισμού», o Αριστηνός υποστηρίζει ότι ο Βαλτινός είναι ταυτόχρονα νεοκλασικός και μοντερνιστής και κλείνοντας με το τρίτο δοκίμιο της συλλογής εστιάζει στα «Στοιχεία από τη δεκαετία του ’60».
Συμπεραίνει ότι με τον πρωταγωνιστικό ρόλο που κατέχει η γλώσσα αντικαθιστά τον κλασικό μυθιστορηματικό ήρωα που καταλήγει στο τέλος του βιβλίου να επαληθεύσει ή να αναιρέσει την έως τότε δράση του. Αντίθετα, το δεσπόζον στοιχείο της λογοτεχνίας του Βαλτινού είναι η δομή, σύμφωνα με τον Αριστηνό, επιβεβαιώνοντας τις τεχνοτροπικές αναζητήσεις του συγγραφέα.
Οπως έχει επισημανθεί όμως νωρίτερα στο βιβλίο, «τα κείμενα του Βαλτινού τα διαπερνά ένα πνεύμα αγέρωχης απόγνωσης που κι αυτό δεν φυλακίζεται σε οριστικό σχήμα, αλλά υποσκάπτεται από μια σταθερή διάθεση ειρωνείας, φιλάνθρωπου κυνισμού και πικρού μπλαζεδισμού. Ο δόλος της ιστορίας και της γραφής στο απόγειό του».
Μέσα από αυτό το μικρό απόσπασμα ο Αριστηνός καταφέρνει να συνοψίσει έναν από τους κυρίαρχους άξονες της λογοτεχνίας του Θανάση Βαλτινού. Η απόγνωση και η ειρωνεία, η ειρωνεία που καταλήγει να γίνει κυνισμός και ο κυνισμός που μπορεί να εξελιχθεί ακόμα και σε ηρωισμό, έναν ηρωισμό ξεχωριστό, όμως, όχι κινηματογραφικό, αλλά προσωπικό και κρυφό. Ολα αυτά διαμορφώνουν ανάγλυφα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο έργο του Βαλτινού, μαζί και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.
 

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Η λογοτεχνία ως τέχνη

                    Hubert von HerkomerHard Times1885

Του Κ. Βούλγαρη, ΑΥΓΗ, 17.05.2014

Οι απόψεις του Γιώργου Αριστηνού για τη λογοτεχνία προηγούνται της γραφής του… Τι σημαίνει όμως, για τον Αριστηνό, και για κάθε συγγραφέα, μια τέτοια παρατήρηση; Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, για οποιονδήποτε φιλοδοξεί να θεραπεύσει την τέχνη του λόγου: να γνωρίζει την ιστορική διαδρομή του λογοτεχνικού είδους το οποίο θα επιλέξει, να έχει συγκροτήσει μια δικιά του, διακριτή άποψη, ώστε να αρθρώσει το εγχείρημα της γραφής του με συνείδηση των αισθητικών αιτούμενων και των θεωρητικών συνεπειών τους.
Αυτά όμως έχουν καταντήσει να θεωρούνται σχολαστικισμός, ή και δογματισμός, αφού η αντίληψη για τη λογοτεχνία που κυριαρχεί ασφυκτικά στις μέρες μας ομνύει σε μια νεορομαντική φαντασίωση της «έμπνευσης» και της «έκφρασης», οι οποίες θρυλούνται πως θεραπεύουν κάθε έλλειψη και ικανοποιούν κάθε φιλοδοξία… Το αποτέλεσμα είναι τελικά αυτό που απολαυστικά το περιγράφει ο Μάνος Στεφανίδης: «θηριώδεις τόμοι που υπηρετούν απλώς το αυτονόητο, που αναπαράγουν τις ίδιες, τυποποιημένες ιστορίες, που μπερδεύουν τη γραφή με το εξιστορείν, που φιλοδοξούν να (ξανα)πουν την (ίδια) ιστορία χωρίς καν να έχουν διόλου καρυκεύσει τη διαδικασία αφήγησης» (σελ. 80).
Αντίθετα, ο Αριστηνός ομνύει στη συνείδηση της γραφής, πριν, μετά, αλλά και κατά τη διάρκεια του λογοτεχνικού συμβάντος, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί σε ένα επιστολικό κείμενό του που περιλαμβάνεται στον τόμο: «Οι αυτοαναφορικές εμμονές της λογοτεχνίας που γυρίζει προς τα μέσα, αναδιπλώνει και σχολιάζει τις λειτουργίες και τους μηχανισμούς που τη διέπουν, καθώς και η διακειμενική δομή της, συνδέεται με τη στροφή της θεωρίας προς μια έννοια ‘ολότητας’ της γραφής, της γραφής ως σημαίνουσας και κυρίαρχης δομής στη νεωτερική έκφραση» (σελ. 12).
Θα μπορούσα να συμφωνήσω με αυτή την περιγραφή του λογοτεχνικού κειμένου, ενώ διαφωνώ απολύτως με την έννοια της «ολότητας» όπως εγγράφεται στο νεωτερικό κάδρο. Όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο έχουν καμιά σημασία. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, η άποψη του κάθε πεζογράφου για την τέχνη του λόγου, δηλαδή όσα υποστήριξα μόλις πριν, δεν έχει καμιά αυταξία. Δεν μας ενδιαφέρει ως θεωρία, ή κυρίως ως θεωρία. Μήπως όμως έτσι νομιμοποιούνται οι παθολογίες και οι πόζες της «έμπνευσης» και της «έκφρασης»;
Κάτι άλλο θέλω να πω. Ότι δηλαδή η θεωρία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να γραφεί λογοτεχνία. Και η συνείδηση του συγγραφέα για τη θέση του μέσα στο λογοτεχνικό στερέωμα, από πού περνά το κατώφλι και πού πηγαίνει, ακόμα κι αν είναι «ψευδής συνείδηση», είναι όμως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να υπάρξει ως συγγραφέας: «Η κύρια όμως σημασία αυτής της τάσης έχει έναν πιο προσωπικό, ή μάλλον ιδιοσυγκρασιακό, χαρακτήρα. Έχει σχέση με την αγωνία μου να μη δεχτώ τίποτα ως οριστικό σχήμα· ούτε την πιο κοινόχρηστη λέξη ούτε την πιο αυτονόητη αλήθεια ούτε την πιο παγιωμένη φράση. Πρόκειται για μια απόλυτη δυσανεξία απέναντι σε μια λογοτεχνία που δεχτήκαμε καταχρηστικά να την εντάξουμε μάλιστα στον ‘κανόνα’», συνεχίζει ο Αριστηνός (σελ. 12).
Οι όροι που χρησιμοποιεί σε αυτό το παράθεμα είναι δηλωτικοί: προσωπικό, ιδιοσυγκρασιακό, αγωνία, αλήθεια, δυσανεξία… Ναι, αυτή είναι η σχέση του συγγραφέα, και εν γένει του καλλιτέχνη, με τη θεωρία του. Η δε «θεωρία του» είναι τελικά η παραδοχή και η συνείδηση, πως μόνο με μια τέτοια σχέση, με ό,τι συνιστά, σχεδόν ή και απολύτως εμμονικά, τη θεωρία του κάθε συγγραφέα, γράφεται η λογοτεχνία. Πώς αλλιώς;
Αυτή είναι λοιπόν η λογοτεχνία που μας παραδίδει ο Αριστηνός; Ας δούμε την απολαυστική περιγραφή της διαδικασίας της από τον Μάριο Μαρκίδη: «Από τι πράγμα κινδυνεύει η ανάγνωση [της λογοτεχνίας] του Αριστηνού; Απ’ τη ‘μετάβασή’ της. Εξηγούμαι: να εισπραχθεί λόγω μιας πρόωρης απόφασης του αναγνωστικού βλέμματος σαν εφαρμοσμένη θεωρία της λογοτεχνίας – σαν να κάθεται λ.χ. ο R. Wellek ή ο Barthes και να γράφουν μυθιστόρημα. Αυτό θα πρέπει να λογίζεται κατά τη γνώμη μου σαν εφιάλτης για τη λογοτεχνία [...] Ενώ η μέριμνα της τέχνης είναι να είναι κυρίως σώμα, πρόκειται να βγει στην πιάτσα σαν μια συμμορφωμένη ψυχή, με νοητούς και όχι πραγματικούς σπονδύλους, με μελάνι στις φλέβες, δίχως σχεδόν σώμα» (σελ. 96).
Τι λογοτεχνία κάνει όμως ο Αριστηνός; «Μοναχικός, ιδιότυπος και άκρως συνεπής στην ιδιοτυπία του, αταξινόμητος, εκτός σχολών και γενεών, συγγραφέας», σημειώνει στο κείμενό του ο Συμεών Σταμπουλού, ενδίδοντας στους επαίνους. Επειδή όμως γνωρίζει πως κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει τον Αριστηνό, συνεχίζει απνευστί: «Ο μεσημβρινός της γραφής του ακουμπά από τη μία πλευρά στην εσχατολογία της γραφής, την κατάργηση των ορίων της (με τον κίνδυνο της αχρήστευσής της), και από την άλλη στην ελευθεριότητα, στη ρυπαρότητα και ‘σκατολογία’, απέναντι στην κυρίαρχη γλώσσα-εργαλείο της υποκριτικής σεμνοτυφίας» (σελ. 37). Νομίζω πως αυτή η φράση αποτελεί μια έξοχη συμπύκνωση όλου του συγγραφικού εγχειρήματος του Αριστηνού.
Όσον αφορά την ειδολογική του τοποθέτηση, χαρακτηριστική είναι η θέση του Αριστοτέλη Σαΐνη: «ο ειδολογικά αποχρωματισμένος όρος ‘αφήγημα’ ή ‘πεζό’, εναλλακτικά συνοδευόμενος από τους όρους ‘νουβέλα’ και ‘διήγημα’, σπανιότερα και δε σε μία περίπτωση μέχρι σήμερα από τον όρο ‘μυθιστόρημα’, χρησιμοποιήθηκε στις πιο καθαρές μυθοπλαστικές του αναζητήσεις, για να χαρακτηρίσει στην πραγματικότητα μια σειρά από υβριδικά κείμενα που μαρτυρούν την ταξινομική αμηχανία της σύγχρονης θεωρίας» (σελ. 41).
Και πιο συγκεκριμένα, με το σχήμα του Δ. Αγγελάτου: «Δεν είναι μόνο η διατύπωση του ρήματος αυτό στο οποίο αποσκοπεί ο συγγραφέας, αλλά και η έκθεση του τρόπου με τον οποίο αυτή η διατύπωση σαρκούται: να παρασταθεί δηλαδή η δυσκολία άρθρωσης του λόγου, αυτού του ανατρεπτικού για τον Αριστηνό συμβεβηκότος…» (σελ. 151).
Και ακόμα πιο συγκεκριμένα, με βάση το κείμενο της Ε. Βογιατζάκη, η λογοτεχνία του Αριστηνού «συγκεντρώνει δηλαδή όλα τα χαρακτηριστικά της μπαχτίνιας μενιππέας που ‘χαρακτηρίζεται απόαποκλειστική ελευθερία στη μυθοποιητική και φιλοσοφική επινόηση‘. Η μενίππεια σάτιρα επιδιώκει να εκφράσει τις ‘ύστατες’ και έσχατες πράξεις του ανθρώπου που ανακεφαλαιώνουν όλο τον βίο του με ένα είδος πειραματικής φανταστικής λογοτεχνικής έκφρασης» (σελ. 171).
Όλα τα κείμενα του τόμου (περιέχονται επίσης κείμενα των Η. Γιούρη, Ν. Σιδέρη, Α. Αρτινού), ενταγμένα σε ένα απαιτητικό, άμα και φιλόξενο περιβάλλον που δημιουργούν τα 22 εξαιρετικά σχέδια του Γιώργου Λαζόγκα, συνθέτουν ένα σώμα λόγου παρήγορο μέσα στον ορυμαγδό της «έμπνευσης» και της «έκφρασης», συνθέτουν ένα βιβλίο, ένα κείμενο σίγουρα πιο ενδιαφέρον, από τη σκοπιά της λογοτεχνίας, απ’ τα «τρέχοντα» μυθιστορήματα ή και ποιήματα που εκδίδονται αφειδώς. Σήμερα μάλιστα που το γενικό μορφωτικό επίπεδο θεωρείται πως έχει «ανέβει», οι δε επιστήμες ασκούνται συνεχώς σε «διαδραστικά» πεδία, όπου η λογοτεχνία έχει την τιμητική της, είναι απορίας άξιο πώς τέτοιες σοβαρές εκδόσεις δεν τυγχάνουν του ίδιου αναγνωστικού ενδιαφέροντος με τα μυθιστορήματα, τουλάχιστον μεταξύ των κοινωνικών κατηγοριών των πανεπιστημιακών και των διαδακτορούχων, οι οποίες είναι πλέον πολυπληθείς.
Εκτός κι αν η λογοτεχνία, μαζί με τη θεωρία της, δηλαδή ως τέχνη, δεν αφορά παρά εκείνους τους ελάχιστους που αφορούσε πάντα… Άλλωστε, όπως σημειώνει ο Μάνος Στεφανίδης, «τέχνη είναι το σκοτεινό και άγριο πράγμα που έχει ελάχιστη ή μηδαμινή σχέση με την ‘καλαισθησία’. Η καλαισθησία διευθετεί, η τέχνη ανατρέπει».
*Ο θάνατος του είδους. Άρθρα και δοκίμια για τον Γιώργο Αριστηνό. Με 22 σχέδια του Γιώργου Λαζόγκα, εκδόσεις Μικρή άρκτος, σελ. 192


File:Jean-François Millet - Gleaners - Google Art Project.jpg
                    Jean-François MilletThe Gleaners, 1857