Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ "ΑΛΛΑ ΡΟΥΧΑ" ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΣΩΚΟΥ




Πρώτη δημοσίευση :Περιοδικό "Τα Ποιητικά" τεύχος 20ό Δεκέμβριος 2015

γράφει ο Γιώργος Λίλλης*



ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

Ο Ζαχαρίας Σώκος άργησε να εκδώσει τα ποιήματά του κι ας έγραφε από την δεκαετία του 70. Αυτό φανερώνει πως ο ίδιος, έχει συνείδηση ότι η ποίηση έχει πάντα το δικό της χρονοδιάγραμμα που δεν μετριέται με τα μέτρα και τα σταθμά του δικού μας χρόνου. Βρίσκω σε αυτή την στάση μια ωριμότητα που λίγοι έχουν βάζοντας και τον εαυτό μου ανάμεσα στους δεύτερους που λόγω του αυθορμητισμού βιάστηκα να εκδώσω τα πρώτα μου ποιήματα χωρίς να περιμένω στωικά τον χρόνο να δικαιώσει την ύπαρξή τους. Ο Σώκος, σέβεται την ποιητική τέχνη και γι΄ αυτό εξέδωσε ένα βιβλίο όταν τελικά είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή για να γίνει αυτό. Διαβάζοντας την συλλογή Άλλα ρούχα, διαπιστώνω πως τα ίδια τα ποιήματα εκπέμπουν την ωριμότητα ενός δημιουργού που ξέρει να χειρίζεται την ποιητική γλώσσα με σθένος. Τα ποιήματα του Σώκου είναι μνήμες που ζωντανεύουν. Ανασταίνουν στιγμές στο παρόν, αντιδρώντας στην αδράνεια και την φθορά. Έχουν ένα ελπιδοφόρο πυρήνα, στοχαστικό, φιλοσοφικό, παρ΄ όλα αυτά δοσμένα με έναν λυρικό τρόπο πατώντας γερά στην παράδοση:

Γιατί στον ιερό -όλα από πάνω έρχονται - τον γάμο,
κι όλα από κάτω αναβλύζουν,
όπως αυτή η πληθυντική σταγόνα,
ίδια με κέρμα που διέλαθε δαχτύλων,
το αλευρωμένο χώμα του καλοκαιριού αναταράζει
καθώς την κοιτάς σε πλάνο κοντινό
αστέρα μακρινού το έδαφος που κοχλάζει,
σαν το χυλό σε δυνατή φωτιά.

Αχ αυτή η αέναη θερμότητα
από τα μέσα προς τα έξω πώς εκβάλλει
και τρέχουν τα παιδιά στο ξάγναντο
τον άλλο εαυτό τους ν΄ ανταμώσουν
μην ξέροντας πως ο έρωτας σελώνει το άλογό του.

Από τους παραπάνω στίχους είναι εύκολο να καταλάβει κάποιος πως ο ποιητής είναι ένας μυστικιστής των αισθήσεων, που μετέχει στην ζωή με την δύναμη ενός οραματιστή, χωρίς όμως να χάνεται στην ονειροπόληση. Τα υλικά του, άκρως υπερβατικά, μας χαρίζουν στίχους ανεπανάληπτης ομορφιάς. Ο Σώκος κέρδισε το στοίχημα με το χρόνο.  Το ποιητικό οδοιπορικό του Σώκου ανιχνεύει τις διαστάσεις της ύπαρξης, της δίνει ώθηση να μεγαλουργήσει ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Διανύει πόλεις και χωρία, εισβάλει στην καθημερινότητα των ανθρώπων.  

Κι όμως η γη θα φοράει ανθούς
ώς του θερμοκηπίου την εξαΰλωση
κι άλλο τόσο μετά, ωχ θεέ μου,
μέχρι στην μακαριότητα του κόκκινου γίγαντα να αναληφθεί.

Ως τότε πολιτικοί, ιερείς, γραμματιζούμενοι και μάγοι
θα συνωθούνται παίζοντας πόκερ τις ψυχές μας.


 Η ποιητική καταγωγή του ανήκει από την μια στην λυρική δύναμη ενός Αρχίλοχου και από την άλλη στην φιλοσοφική σκέψη των Προσωκρατικών. Αυτός ο συνδυασμός ανυψώνει την τέχνη του σε μια φαινομενικά απλή ενατένιση της ζωής η οποία όμως κρύβει πολυδιάστατες έννοιες και εικόνες, πράγμα που καθιστούν την ποίησή του ένα φιλοσοφικό μανιφέστο υπέρ της ποιητικής τέχνης. Αν προσθέσουμε τον σταθερό τόνο της φωνής που κατακτά έναν προσωπικό ρυθμό, την σπουδή του στο μινιμαλισμό και στο απόλυτα ουσιώδες, ο Σώκος με την ποιητική αυτή συλλογή έχει κατακτήσει στο απόλυτο την ποιητική του ιδέα. Κλείνω αυτό το μικρό σημείωμα με το ποίημα Το δέμα, που έγραψε ο ποιητής το 1974 κερδίζοντας το πρώτο βραβείο σε μαθητικό διαγωνισμό:

Πουλήσαμε και την τελευταία σταγόνα,
δώσαμε και το περιτύλιγμα στην πιο εξευτελιστική τιμή.
Ορφανεμένοι περιπλανιόμαστε,
αναπολούμε κοιτώντας τ΄ άστρα,
ονειρευόμαστε στης νύχτας τις ώρες.
Ξάφνου, στην στροφή συναντηθήκαμε,
είμαστε κι οι δύο αφηρημένοι,
χωρίς να μιλήσουμε βρεθήκαμε στον παλιατζή,
βρήκαμε το μήνυμα τ΄ αγοράσαμε,
ψάξαμε και για το περιτύλιγμα
και κάναμε ξανά τ΄ όμορφο δέμα.



*Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Ένα χρόνο αργότερα με την οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Στην αρχή στην Αθήνα και μετά στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί και σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά ("Ποίηση", "Μανδραγόρας", "Δέντρο", "Ακτή", "Γραφή"). Επιμελείται ραδιοφωνικές εκπομπές στη Γερμανία στις οποίες παρουσιάζει Έλληνες ποιητές και μουσικούς (μεταξύ άλλων τους Νίκο Καββαδία, Νικόλα Άσιμο και Μίκη Θεοδωράκη). Έχει μεταφράσει στα ελληνικά Βισλάβα Σιμπόρσκα, Έριχ Φριντ, Λι Τάι Πε καθώς και Ινδιάνους ποιητές. "Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων" (εκδ. "Μανδραγόρας", 2001) πρόκειται σύντομα να εκδοθεί και στη Γερμανία.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Το παιδικό κουρείο του Κ.Γ.Παπαγεωργίου

γράφει ο Γιώργος Λίλλης.
 barberiko
Ο Κώστας Παπαγεωργίου είναι ένας δραματικός ποιητής. Εδώ και πολλά χρόνια, μέσα από εμβληματικές συλλογές, όπως το Ραμμένο στόμα, 1990, ή την Κλεμμένη ιστορία, 2000, έχει φτιάξει έναν ιδιαίτερο κόσμο όπου τα πάντα στοχεύουν με ποιήματα σπάνιας ακρίβειας, να σκάψουν βαθιά στην ανθρώπινη υπόσταση. Για τον Παπαγεωργίου η ποίηση είναι ένα φιλοσοφικό εργαλείο που αναζητά τις αιτίες της ύπαρξης. Δεν είναι τυχαίο που ο θάνατος παίζει σημαίνοντα ρόλο στην ποίησή του. Δεν είναι όμως πεσιμιστής. Μάλλον θα έλεγα πως είναι ένας παρατηρητής, όπως στα παγερά εργαστήρια ενός νοσοκομείου, όπου ο ιατροδικαστής αναζητά την αίτια του θανάτου. Μόνο που στην ποιητική τέχνη είναι πιο περίπλοκη αυτή η αναζήτηση γιατί ψάχνει πίσω ακόμα και από τις αιτίες, να βρει απαντήσεις για την φθορά, την ατέλεια, την νίκη του χρόνου πάνω στο σώμα. Ο Παπαγεωργίου, δεινός μάστορας της γλώσσας, δίνει στις λέξεις ένα ουσιαστικό νόημα, φιλτραρισμένες όμως μέσα από το πρίσμα της μεταφυσικής, του λυρικού στοιχείου, χαρίζοντάς μας σπάνιες εικόνες ομορφιάς ακόμα κι εκεί όπου το σκοτάδι, η ήττα, ο θάνατος, έχουν θέσει ένα όριο για να μην θεωρήσουμε ποτέ τους εαυτούς μας θεούς. Με την τελευταία του συλλογή, Παιδικό κουρείο, ο Παπαγεωργίου, συνεχίζει με καρτερικότητα το σκάψιμο στα ενδότερα της ψυχής. Τα πνευματικά του όπλα το όνειρο, η φαντασία, υλικά δηλαδή ποιητικά, όπου έρχονται σε αντίθεση με τον ρεαλισμό και την στιβαρή πραγματικότητα:


Σχήμα και πάθη πελμάτων
διακρίνω συχνά στις παλάμες μου -ώστε
ανάπηρος είμαι λοιπόν του ονείρου
ή αλλιώς για τετράποδο πάλι προορίζομαι,
αλλού για να σκάψω εξαρχής ουρανό.

Το παραπάνω ποίημα, με τον τίτλο Εναρκτήριο τέλος, πρώτο της συλλογής, θέλει να μας προετοιμάσει για το ταξίδι στον κόσμο του ποιητή. Όσο και να παραμένουμε γήινοι, τετράποδα, φθαρτοί, πάντα θα έχουμε την τάση να υπερβούμε τα όριά μας σκάβοντας ουρανό, αναζητώντας μια φωτεινή γωνιά στο σκοτάδι. Κάθε τέλος σημαίνει και μια νέα αρχή. Κι αυτή η απλή συλλογιστική, έρχεται στην ποίηση του Παπαγεωργίου να θέσει υπό αμφισβήτηση τον ίδιο τον θάνατο.
Θα παραθέσω εδώ το ποίημα Διακανονισμός δανείου, ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα που διάβασα, για να δείξω με ποιο τρόπο ο  Παπαγεωργίου ανατρέπει με ποίηση κάθε τι σκοτεινό:
Όροι: Κάθε άστρο αντιστοιχεί σε μια στιγμή εκούσιας άρνησης του παρόντος. Που αν και αφρόντιστο άνθισε, πλην όμως με χρώματα μίσους τυφλά, ώστε με κάθε βήμα η απόσταση να μεγαλώνει. την έκταση του κρεβατιού μην υπερβαίνει ο ύπνος, ούτε να εγείρεται όνειρο  χωρίς την συγκατάθεση του ονείρου. Κι εξάλλου ο θρίαμβος του αγέννητου αν είναι εντέλει δωρεά η εκδίκηση κανείς δεν ξέρει ούτε μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι-
Πάντως το χρώμα της λύπης είναι σιωπή αλλά σε μίσχο αδύναμο τόσο που μόλις αντέχει το θρόισμα του πένθους. Γι΄ αυτό και τα δάκρυα μάταια κυλούν – η απόφαση ανέκκλητη εξαρχής: το πρωί θα θρηνήσουμε νέους θριάμβους χωρίς μουσική αυτή την φορά. Στη σεμνότερη ώρα της μέρας ο ήλιος τυφλός θα υψωθεί φοβερός, αιματώδης, πάνω από την απειλητική εκδοχή των ξυραφιών. Το μήνυμά του πάντα προφανές και πάντα το ίδιο: καμιά εμπιστοσύνη στο αυτονόητο. Απόδειξη ότι κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να πλέξει ένα στεφάνι με νερό ακάνθινο έστω ή το μίσος που τρέφουν τα λασπωμένα νερά της βροχής για τα ουράνια σώματα ακόμα και όταν τα καθρεφτίζουν.
Όλα περιέχονται σε αυτό το ποίημα. Η ζωή, ο θάνατος, το σκοτάδι και το φως. Ένας μυθιστοριογράφος θα χρειαζόταν κάμποσες σελίδες, ένας ποιητής όμως, ένας μεγάλος ποιητής, όπως ο Παπαγεωργίου, μέσα σε δυο παραγράφους, μεταδίδει άμεσα το αίσθημα της πτώσης και της ανόδου του ανθρώπου, χαράζοντας έναν πνευματικό χάρτη, που μας καθοδηγεί να μην παρασυρθούμε από το εφήμερο, το αυτονόητο. Όσο και να είμαστε ταπεινά νερά της βροχής, έχουμε έναν μοναδικό τρόπο, εντελώς ποιητικό να καθρεφτίζουμε τον ουρανό. Δεν είναι μικρής σημασίας αυτό.  είναι μια σπουδαία άμυνα.
Η Lou Andreas Salome είχε γράψει στην αυτοβιογραφία της για την ρήξη του ανθρώπου με την πρωτόγονη μυστικιστική συμμετοχή του στην παντοδυναμία του σύμπαντος διαμέσου της αφυπνισμένης του πλέον συνείδησης, καταλήγοντας πως «η πρώτη μας εμπειρία είναι μια απώλεια. Λίγο πριν ήμασταν ένα όλο, μια αδιαίρετη οντότητα, κάθε μορφή ύπαρξης ήταν αδιαχώριστη από μας και ξαφνικά, υποχρεωμένοι να γεννηθούμε, γινόμαστε ένα απομεινάρι της ύπαρξης που, από εκείνη την στιγμή και μετά, πρέπει να βάλει τα δυνατά του να μην υποστεί νέους περιορισμούς για να διατηρηθεί στον όλο και μεγαλύτερο κόσμο που ορθώνεται μπροστά του, τον κόσμο μέσα στον οποίο πέφτει από την κοσμική του πληρότητα». Ερχόμενοι σε ρήξη με την ίδια την καταγωγή της ύπαρξής μας συντελείτε μια καταστροφή.
Ο Καροτενούτο από την άλλη, ισχυρίζεται πως αυτή η γόνιμη προδοσία του ίδιου μας του εαυτού, η τόσο ακατανόητη μα τόσο φυσική στην πραγμάτωσή της, είναι η κατάρα του ανθρώπου που τον καταδικάζει στην δράση, σαν νέος Προμηθέας που ξέρει να αντιμετωπίζει τον φθόνο των θεών και των ομοίων του. Σύμφωνα με τον Φρόυντ, το συνειδητό εγώ δεν είναι παρά μια σημαδούρα που επιπλέει στην απέραντη θάλασσα του ασυνείδητου και τραβώντας, με μεγάλη τόλμη, τα πέπλα του ανείπωτου, πίσω από τα οποία αναταράζονταν οι ανήσυχες σκιές της απωθημένης σεξουαλικότητας, του θανάτου, των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Έτσι και το φαινόμενο που αφορά στο ανθρώπινο σύμπαν – τη γέννηση, την εξέλιξη, τον έρωτα, την δημιουργικότητα – πρέπει να το αντιπαραβάλλουμε με τη σκοτεινή του πλευρά (το θάνατο), για να ανακαλύψουμε, ίσως, ότι αυτό που μας περιορίζει και μας προδίδει μπορεί κάλλιστα να είναι και αυτό που μας καθορίζει και μας αποκαλύπτει.
Η ποίηση έχει καταφέρει να μετασχηματίσει την ήττα του ανθρώπου στην εμπειρία αυτή που οδηγεί στην εξήγηση του εσωτερικού κοσμοειδώλου, και τέλος της σκιαγράφησης του. Γι΄ αυτό ο ρόλος της, όντας ανθρώπινος, έλκονταν ανέκαθεν να δώσει απάντηση στα στοιχειώδη ερωτήματα της ύπαρξης:
Μνήμες που ερήμην μου καλλιέργησα
στις αργιλώδεις εκτάσεις της γλώσσας και ύστερα
με φέρσιμο κισσού σκαρφάλωσαν στις φλέβες
έτσι φτάνοντας στο σανατόριο του μυαλού -
Ο Κώστας Παπαγεωργίου, με το Παιδικό κουρείο, μας δείχνει την απαραίτητο δρόμο που οδηγεί στο θαύμα της ύπαρξης. Ένας ποιητής που αγαπώ και σέβομαι για την διαρκή του μάχη με την πραγματικότητα.


Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Γιώργος Λίλλης "Τι θα έλεγα σ΄ έναν νέο ποιητή"


Ο Γιώργος Λίλλης γράφει για το cantus firmus με αφορμή το βιβλίο του
"Μικρή Διαθήκη" 



Δεν θα μπορούσα να σε συμβουλέψω, για το απλό λόγο ότι ακόμα μαθαίνω. Παρέμεινε μαθητής σε όλη σου την ζωή, ίσως μόνο αυτό. Γράψε, σκίσε, ξαναγράψε και σκίσε ξανά. Η ποίηση βρίσκεται παντού, αλλά να την εγκλωβίσεις σ΄ ένα στίχο θέλει μεγάλη μαεστρία. Μπορείς φυσικά να μείνεις στο πρώτο επίπεδο, χωρίς να γράψεις ποτέ, αλλά να ζεις ποιητικά, που το θεωρώ πιο σπουδαίο. Αλλά αν μέσα σου νιώθεις την ανάγκη να γράψεις, έ τότε, χρειάζεσαι εφόδια έτσι ώστε να κάνεις το αόριστο συγκεκριμένο, το ασυνείδητο συνειδητό. Που σημαίνει να καλλιεργήσεις την ταπεινότητα, έτσι ώστε να αναγνωρίζεις ξεκάθαρα τις δυνατότητές σου. Και υπομονή. Η ποίηση είναι μια επίπονη προσπάθεια να εξορύξεις από μέσα σου πολύτιμους λίθους. Όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα σ΄ ένα ορυχείο, όπου πρέπει να πεταχτούν τόνοι χώματος για μερικά μόνο γραμμάρια χρυσάφι. Χωρίς υπομονή, χωρίς στωικότητα, δεν θα καταφέρεις να λαξεύσεις τα όνειρά σου. Και η ποίηση είναι ένα βαθιά κρυμμένο υλικό ονείρου. Θυμάμαι όταν έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα. Νόμιζα πως ήμουν ένας μικρός θεός. Ένιωθα την ματιά μου να εισβάλει στην πραγματικότητα και να την ανατρέπει. Ήμουν 19 χρονών τότε, αφελής, αθώος, μπορούσα ακόμα να κλάψω για ένα λουλούδι που το πάτησαν οι μπότες κάποιου πεζοπόρου. Όταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο, το κρατούσα στα χέρια μου για ώρες, θαυμάζοντας το, λες και είχα στην κατοχή μου κάτι το ιερό. Τα χρόνια πέρασαν, συνήθισα πλέον να βλέπω το όνομά μου τυπωμένο στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, αλλά εκείνη η πρώτη αίσθηση που είχα, φανερώνει την αγάπη και το πάθος ενός νέου, που βλέπει επιτέλους τα ποιήματά του τυπωμένα. Μπορώ να σε καταλάβω πως θα νιώσεις την πρώτη φορά. Συναισθηματικά μόνο προστρέχω πια σε εκείνα τα πρωτόλεια. Τώρα, που είμαι πιο συνειδητοποιημένος, λέω πως βιάστηκα τότε. Κι ότι τυπώθηκε, τυπώθηκε. Αλλά με έχω συγχωρέσει, αν και εκείνα τα πρώτα δυο μου βιβλία, τα κοιτάζω ακόμα με δυσπιστία. Μα γιατί; Για τον απλούστατο λόγο, ότι έχει μεσολαβήσει ο χρόνος που είναι ο μεγάλος καθρέφτης κάθε καλλιτέχνη. Και στον καθρέφτη αυτό δεν μπορείς να κρυφτείς για πολύ καιρό. Τότε δεν είχα ούτε υπομονή, ούτε ταπεινότητα. Έλεγα μέσα μου πως χωρίς τα ποιήματά μου ο κόσμος θα ήταν λειψός. Πως οι άνθρωποι έπρεπε να με δοξάσουν, να με υμνήσουν, να πουν πως γεννήθηκε Ποιητής. Όσο για την υπομονή, άγνωστη λέξη. Τα έγραψα και χωρίς να ξέρω τις λεπτομέρειες αυτής της τόσο σχολαστικής τέχνης, εθελοτυφλώντας πως ήμουν ήδη μάστορας άξιος να παρασημοφορηθώ στην ιστορία της λογοτεχνίας ως εκπρόσωπος της νέας γενιάς ποιητών. Όλο αυτό το σχέδιο κατέρρευσε με τον καιρό και βρέθηκα εκτεθειμένος μπροστά στην ίδια μου την αφέλεια. Ευτυχώς λίγοι τελικά με διάβασαν, κανένας δεν με βράβευσε, κι έτσι κάθισα απογοητευμένος ομολογώ να συλλογιστώ τον πραγματικό ρόλο του ποιητή. Γιατί αν ήθελα να δοξαστώ, είχα πάρει εντελώς λάθος δρόμο. Ένας τραγουδιστής τρίτης κατηγορίας είχε περισσότερους ακροατές από έναν ποιητή που το βιβλίο του σκονίζονταν σε κάποιο ράφι βιβλιοπωλείου. Άρα τι ρόλο παίζει η ποίηση στην ζωή σου; αναρωτήθηκα. Η προβολή; Ήταν κάτι που έλπιζα, αλλά διαπίστωσα πως αυτό δεν γινόταν να επιτευχθεί. Το να ονομάζεσαι ποιητής; Μα όποτε έλεγα ότι γράφω ποιήματα με κοιτούσαν οι περισσότεροι με στραβό μάτι, λες και ήμουν ή τρελός ή ηλίθιος. Άρα, κάτι άλλο ήταν, βαθύτερο, που ακόμα δεν γνώριζα, το οποίο με ωθούσε να γράφω. Τελικά το έμαθα με τον καιρό. Ήταν η ανάγκη. Ναι. Έγραφα από ανάγκη. Λειτουργούσα μέσα από την ποίηση, ήταν η διέξοδός μου, αναζητώντας την ταυτότητά μου. Ήταν η αγάπη για την λογοτεχνία, η πίστη σε ένα καλύτερο κόσμο. Δεν ήταν ούτε τα ίδια τα βιβλία, ούτε η δόξα, ούτε τα μπράβο. Αυτά ήταν πολύ επιφανειακά. Κι αν έμενα μόνο σ΄ αυτό το πρώτο καθαρά εξωγενές επίπεδο, θα έχανα τελικά την ουσία του να είμαι ποιητής. Γιατί είμαι πλέον σίγουρος πως ακόμα και αν δεν με διαβάζει κανείς, αν στο μέλλον δεν θα εκδίδονται βιβλία μου και θα χαθώ στην λήθη, πράγμα που το θεωρώ γιατί όχι και δίκαιο, εγώ θα συνεχίσω με το ίδιο πάθος να περνάω στο χαρτί τις σκέψεις και τα αισθήματά μου, γιατί ξέρω, πως η ζωή είναι τόσο μικρή που δεν θα καταφέρω να με ανακαλύψω. Τουλάχιστον θα έχω προσπαθήσει. Γι΄ αυτό σου λέω πως η επιθυμία μου είναι η μάθηση. Κι αν αποτυγχάνω τις περισσότερες φορές, πάλι θα σηκώνομαι και θα συνεχίζω, γιατί ξέρω πως η ποίηση είναι το άπιαστο, το μεγάλο, το ουτοπικό, και πως ως θνητοί, πρέπει να αναγνωρίζουμε στους εαυτούς μας την μικρότητά μας για να καταφέρουμε έστω να φανταστούμε την έννοια του μεγάλου, του άπιαστου, του ουτοπικού.



Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Ένα χρόνο αργότερα με την οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Στην αρχή στην Αθήνα και μετά στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί και σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά ("Ποίηση", "Μανδραγόρας", "Δέντρο", "Ακτή", "Γραφή"). Επιμελείται ραδιοφωνικές εκπομπές στη Γερμανία στις οποίες παρουσιάζει Έλληνες ποιητές και μουσικούς (μεταξύ άλλων τους Νίκο Καββαδία, Νικόλα Άσιμο και Μίκη Θεοδωράκη). Έχει μεταφράσει στα ελληνικά Βισλάβα Σιμπόρσκα, Έριχ Φριντ, Λι Τάι Πε καθώς και Ινδιάνους ποιητές. "Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων" (εκδ. "Μανδραγόρας", 2001) πρόκειται σύντομα να εκδοθεί και στη Γερμανία.

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Γιώργος Λίλλης

Ο Γιώργος Λίλλης "ανοίγει" την Μικρή του Διαθήκη



Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Ένα χρόνο αργότερα με την οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Στην αρχή στην Αθήνα και μετά στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί και σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά ("Ποίηση", "Μανδραγόρας", "Δέντρο", "Ακτή", "Γραφή"). Επιμελείται ραδιοφωνικές εκπομπές στη Γερμανία στις οποίες παρουσιάζει Έλληνες ποιητές και μουσικούς (μεταξύ άλλων τους Νίκο Καββαδία, Νικόλα Άσιμο και Μίκη Θεοδωράκη). Έχει μεταφράσει στα ελληνικά Βισλάβα Σιμπόρσκα, Έριχ Φριντ, Λι Τάι Πε καθώς και Ινδιάνους ποιητές. "Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων" (εκδ. "Μανδραγόρας", 2001) πρόκειται σύντομα να εκδοθεί και στη Γερμανία.



Παντομίμα


Υπολόγισα τις πιθανότητες και ως Άμλετ παρουσιάστηκα 
στη σκηνή για να καυχηθώ 
που ακόμα σε πείθω με την υποκριτική μου. 
Οι ασβεστωμένες ελιές γύρω από το υπαίθριο θέατρο 
προστατεύουν τους ίσκιους μας, 
αφήνουν να εννοηθεί πως είμαστε ακόμα ενταγμένοι, 
δεν έχουμε επικηρυχθεί. 
Τα  λόγια μας επιβεβαιώνονται στην άδεια εξέδρα. 
Αγαπημένη Οφηλία, αφήνομαι στο προβλέψιμο 
για να νομίσεις πως τα πάντα έχουν αποκαλυφθεί, 
πως αυτό που φυλακίζω μέσα μου είναι μια χαμένη στιγμή 
κι όχι ένα ακόμα κλοπιμαίο της εμπειρίας. 
Δοκιμάζω τις αντοχές μου με το να πιστεύω στο μάταιο, 
μόνο και μόνο για να το κάνω στέρεο 
μέσα στις πράξεις και στο κενό που κουβαλούν, 
θέλοντας να το καλύψω, όταν με τοποθετώ εσκεμμένα
στο κέντρο και με σμιλεύω για να σου μοιάσω.


Τιμώμενος


Ήπια αχαλίνωτα το δηλητήριο της υπερηφάνειας 

από τις σάρκινες κούπες σου, αφήνοντας 

τα σκονισμένα μου ρούχα στην ζυγαριά σου.

Κρυμμένος πίσω από τον αχτιδωτό άξονα του ήλιου, 

όταν σπέρνει την μέρα από τα ανατολικά και βάφει
την ψυχή με πνοή. Σε εμπιστεύομαι. 
Κι ας είναι η δύναμη των ανέμων με το μέρος 
του πέτρινου δικαστή, του δημιουργού 
που δεν φανερώνεται. Όταν έρθει ο καιρός 
και μάθω την αντοχή, στο υπόσχομαι, 
θα παρατείνω τις ζωές μας στην αιωνιότητα 
μακριά από τον λεηλατημένο αυτό κόσμο, 
ουδέτεροι και ευθείς, σαν αίτημα
διαρκείας σ΄ έναν ολοκληρωμένο παράδεισο.
Γιώργος Λίλλης "Μικρή Διαθήκη"


συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο





      • Κύριε Λίλλη, ο ποιητής είναι θραύσμα της Ιστορίας ή το ποίημα είναι θραύσμα του χάους;
    Θα έλεγα το δεύτερο. Ο ποιητής αναζητά απεγνωσμένα να κατανοήσει το χάος, ένα χάος γεμάτο ερωτήσεις που δεν έχουν απαντηθεί, όπως το γιατί βρισκόμαστε εδώ και ποιο είναι το νόημα της ύπαρξης. Τα θραύσματά του, είναι η ίδια του ανικανότητα να βρει απαντήσεις, θραύσματα που συνάμα αφήνουν σημάδια, αν και πολύ μικρά, είναι τα ποιήματα που γράφει. Γι΄ αυτό τον λόγο σπάνια ξέρει γιατί έγραψε αυτό που έγραψε. Το ποίημα τον υπερβαίνει. Και συνεχίζει να υπάρχει ερήμην του. Τι πιο μαγικό.
    • Στην αρχή της ποιητικής σας συλλογής λέτε πως ο «αντικειμενικός κόσμος» σας εξοπλίζει στο χώρο και στο χρόνο. Στην συνέχεια- όμως- κάνετε ένα βήμα πίσω και καταλήγετε στον προβληματισμό αν είστε όντως ποιητής, μιας και προστατεύετε τόσην ύλη. Τι είναι αυτό που σας έκανε να άρετε την αρχική σας θέση;
    Έχω πάντα την αμφιβολία ότι όσα ποιήματα και να γράψω δεν θα καταφέρω ποτέ να υπερβώ τον αντικειμενικό κόσμο, τον κόσμο που είναι απόλυτα ρεαλιστικός. Είμαι παγιδευμένος στην ύλη, αν και μέσα μου θέλω να πιστεύω, καθαρά ουτοπικά, ότι με την ποίηση μπορώ να χτίζω ονειρικούς κόσμους για να μπορώ να αμύνομαι σε ότι αντικειμενικό υπάρχει γύρω μου. Αν το έχω καταφέρει, είναι μόνο όταν γράφω, γιατί αλλιώς η ζωή μου τελικά είναι πολύ πεζή. Είναι μια αντίφαση αυτή που φέρνει συχνά αντιδράσεις που φαίνονται και στο ίδιο μου το έργο.
    • Το φεγγάρι είναι σταθερό σύμβολο στη ποιητική σας. Τι εκφράζει για σας;
    Αρχικά την ομορφιά του μέσα στο σκοτάδι. Το φεγγάρι είναι στολίδι τ΄ ουρανού. Από μικρό παιδί άκουγα ιστορίες και μύθους που αφορούσαν τη Σελήνη και έχω την εντύπωση ότι με επηρέασαν. Ναι, γιατί όχι, είναι ένας φωτεινός σηματοδότης μέσα στην νύχτα που δίνει μια μεταφυσική χροιά στα όνειρά μας. Ένα αρχέτυπο.
    • Αναφέρετε στο βιβλίο πως η Μικρή Διαθήκη ξεκίνησε να γράφεται στη Μαγιόρκα, όταν βρεθήκατε στο χωριό Deià. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο γι΄ αυτή σας την «περιπέτεια»;
    Τα πρώτα ποιήματα της Μικρής Διαθήκης γράφτηκαν στην Μαγίορκα, το 2009, όταν μια μέρα, εντελώς τυχαία, βρέθηκα σ΄ ένα κοιμητήρι όπου βρισκόταν ο τάφος του ποιητή Ρόμπερτ Γκρεϊβς. Να δώσω μερικές ακόμα εξηγήσεις. Εκείνη την μέρα πήγα στην παραλία για μπάνιο και διαπίστωσα πως η θάλασσα ήταν γεμάτη μέδουσες. Έτσι πήρα το αυτοκίνητο και έφυγα για την ενδοχώρα. Εκεί που σταμάτησα δεν ήξερα πως είχε ζήσει παλιά ο Γκρείβς. Όταν είδα στον τάφο του ποιητικά βιβλία, τα οποία τα ξεφύλλιζε ο άνεμος, κάθισα σ΄ ένα πεζούλι, κι άρχισα να γράφω, χωρίς σταματημό για ώρες, χωρίς να ξέρω γιατί. Και να φανταστείς δεν παίρνω ποτέ μου σημειωματάριο. Δεν γράφω ποτέ έξω. Και τότε, πάλι τυχαία, είχα μαζί μου ένα μπλοκ κι ένα στυλό. Αργότερα έμαθα πως στο χωριό εκείνο είχε γράψει ο Έλιοτ τα Τέσσερα Κουαρτέτα, πως ο Πάουντ ερχόταν συχνά και τα πρόσφατα χρόνια ο Μάκρες. Μπορείς να φανταστείς πως ένιωσα. Ήταν πράγματι κάτι το μαγικό, κάτι δεν μπορώ να εξηγήσω με την λογική, και μου έδωσε το έναυσμα να γράψω την Μικρή διαθήκη, ενώ έλεγα μέσα μου πως μετά τα Όρια του λαβύρινθου, δεν θα γράψω άλλο ποίηση.
    • Ποιοι ποιητές- συγγραφείς θεωρείτε πως σας επηρέασαν στο έργο σας;
    Ο Ρίτσος με επηρέασε πολύ και ο Μοντάλε, από τους ποιητές. Όπως και ο Ρίλκε και ο Οκτάβιο Πάς. Από συγγραφείς ο Έρμαν Έσσε, και ο Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Κι ένα σωρό άλλοι, που με επηρέασαν χωρίς να το καταλάβω, που μου έδωσαν χωρίς να το ξέρω την δύναμη να βρω τον δικό μου δρόμο.
    • Πιστεύετε πως η γραφή είναι το ίχνος που αφήνετε πίσω... το προσωπικό σας αποτύπωμα;
    Όλοι αφήνουμε τα προσωπικά μας αποτυπώματα μέσα στο χώρο και το χρόνο. Διαβάζοντας τα παλιότερα ποιήματά μου, διαπιστώνω πως άφησαν ίχνη στο χαρτί για εκείνα που με απασχολούσαν τότε. Τα βιβλία τελικά είναι προσωπικοί χάρτες που επιμένουν να διαιωνίζουν τις στιγμές που γράφτηκαν κι ας έχω αλλάξει από τότε. Η γραφή είναι σαν τις παλιές φωτογραφίες. Σε πιάνει μια νοσταλγία για παλιές εποχές.
    • Τι ρόλο παίζει η Ιστορία στο συγγραφικό σας έργο;
    Η Ιστορία καθενός ανθρώπου είναι σημαντική, γιατί είναι ένα κομμάτι του παζλ που συμβάλει σ΄ αυτό που λέμε ανθρωπότητα. Δισεκατομμύρια ιστορίες. Κανένας ιστορικός δεν θα καταφέρει να δει ολικά την ανθρωπότητα και να την αναλύσει. Η ιστορία σαν γεγονότα δεν παίζει σπουδαίο ρόλο στο έργο μου, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος.
    • Ποια είναι τα σχέδια σας από εδώ και πέρα;
    Σύντομα θα εκδοθεί το δεύτερό μου μυθιστόρημα. Έχω γράψει και κάποια ποιήματα, αλλά θα αργήσω να τα δημοσιεύσω. Πρέπει να ωριμάσουν μέσα μου. Αν μετά από καιρό μου λένε κάτι, ίσως να κάνω την προσπάθεια να τα εκδώσω σε βιβλίο.