Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Γκέοργκ Τρακλ "Ο Σεβαστιανός στο όνειρο"

Perugino, Αγιος Σεβαστιανός, 1478


Γκέοργκ Τρακλ: Ο Σεβαστιανός στο όνειρο 


Ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ[2] ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ 

Για τον Άντολφ Λόος 



Μέσα στο ασημένιο σεληνόφωτο η μάνα κουβαλούσε το μικρό παιδί, 
Στον ίσκιο της καρυδιάς, της πανάρχαιας κουφοξυλιάς,
Μεθυσμένη από τους χυμούς του αφιονιού, το θρήνο του κότσυφα
Και ήρεμα και απαλά 
Έσκυβε πάνωθέ τους συμπονετικά γενειοφόρο πρόσωπο

Σιγανά στο σκοτάδι του παραθύρου και τα παλιά σύνεργα
Των προγόνων
Κείτονταν ρημαγμένα αγάπη και φθινοπωρινό ονειροπόλημα.

Σκοτεινή και η μέρα  του χρόνου, θλιμμένα παιδικά χρόνια, 
Όταν αργά-αργά κατέβαινε τ'αγόρι στα δροσερά νερά και στ' ασημένια ψάρια,
Γαλήνη και πρόσωπο· 
Όταν πέτρινο χυμούσε μπροστά σε μαύρα φαριά αφημιασμένα, 
Μέσα από την γκρίζα νύχτα έφτανε κι έστεκε από πάνω του τ'αστέρι του· 

Ή όταν το βράδυ,  πιασμένο από το παγωμένο χέρι της μάνας, περνούσε 
Δίπλα από το φθινοπωρινό Κοιμητήριο του Αγίου Πέτρου[3], 
Μια τρυφερή σορός κειτόταν σιωπηλή στο σκοτεινό νεκροτομείο 
Και μοισάνοιγε τα παγωμένα της βλέφαρα για να τον δει. 

Όμως αυτός ήταν πουλάκι σε γυμνό κλαρί, 
Μακρόσυρτος ήτα ο ήχος της καμπάνας μέσα στο δείλι του Νοέμβρη,
Και γαλήνιος  ο πατέρας, όταν σαν υπνοβάτης κατέβαινε τη μοσοσκότεινη φιδωτή σκάλα.




Ειρήνη της ψυχής. Έρημο χειμωνιάτικο βράδυ, 
Οι σκοτεινές μορφές των βοσκών στο παλιό υδροστάσι· 
Βρέφος στην αχυρένια καλύβα· ω πόσο ήσυχα 
Βυθιζόταν το πρόσωπο στον μαύρο πυρετό. 
Άγια νύχτα. 

Ή όταν κρατώντας το τραχύ χέρι του πατέρα 
Γαλήνια ανφόριζε τον ζοφερό Γολγοθά 
και μέσα στην αμφιλύκη από τις κόγχες των  βράχων, 
Η γαλάζια μορφή του ανθρώπου διέχιζε τον θρύλο του, 
Πορφυρό κυλούσε το αίμα από την πληγή κάτω από την καρδιά. 
Ω πόσο σιωπηλός υψωνόταν ο Σταυρόςη μέσα στης ψυχής την σκοτεινιά. 

Αγάπη· όταν σε μαύρες γωνίες έλιωνε το χιόνι, 
ένα γαλάζιο φαιδρό αεράκι  παγιδευόταβ στην παλιά κουφοξυλιά,
 στον σκιερό θόλο της καρυδιάς · 
κι αθόρυβα  φανερωνόταν στο αγόρι  ο ροδαλός του άγγελός. 

Χαρά· όταν σε ψυχρές κάμαρες ηχούσε εσπερινή σονάτα, 
σε καστανόχρωμα δοκάρια 
Πρόβαλε έρποντας  γαλάζια πεταλούδα από το ασημένιο της κουκούλι. 

Ω, η εγγύτητα του θανάτου! Σε πέτρινο τείχος
Έγερνε ένα κίτρινο κεφάλι, σιωπούσε το παιδί 
Όταν εκείνο τον Μάρτη έφθινε η Σελήνη. 



Ρόδινη πασχαλινή  καμπάνα στον νεκρικό θόλο της νύχτας 
και οι ασημένιες φωνές των αστεριών τέτοιες που 
Να στάζει  σκοτεινή τρέλα από το μέτωπο του κειμωμένου

Ω πόσο γαλήνιος ήταν ο περίπατος κάτω προς το γαλάζιο ποτάμι, 
Όταν αναπολούσε τα λησμονημένα, και στα  πράσινα κλωνάρια
Ο κότσυφας προσκαλούσε στον θάνατο κάτι το ξένο. 

Ή όταν κρατώντας το οστέινο χέρι του γέρου 
Περνούσε το βράδυ από τα ερειπωμένα τείχη της πόλης 
Κι εκείνος μέσα σε μαύρο μανδύα κουβαλούσε ένα βρέφος ροδαλό, 
το Πνεύμα του Κακού φανερωνόταν στον ίσκιο της καρυδιάς. 

Ψηλάφισμα στα πράσινα σκαλοπάτια του θέρους. Ω πόσο σιγανά 
Ρήμαξε ο κήπος μέσα στη μουντή γαλήνη του φθινοπώρου, 
μοσχοβολούσε και μελαγχολούσε η πανάρχαια κουφοξυλιά, 
Όταν στον ίσκιο του Σεβαστιανού έσβηνε η ασημένια φωνή του αγγέλου. 


Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ELSE LASKER-SCHÜLER (1869-1945), επιλογή ποιημάτων

848763876f22123659d8e6e4481c39b3
Πηγή:https://elenanoussia.wordpress.com/2015/01/10/else-lasker-schler-1869-1945-ή-ά/#more-146
Μετάφραση-επιλογή κειμένων-εισαγωγή, Έλενα Νούσια
(Διασκευή δημοσίευσης στο περιοδικό «Μανδραγόρας», τ. 28, 2002)
ELSE LASKER-SCHÜLER
Μετάφραση-επιλογή κειμένων-εισαγωγή, Έλενα Νούσια
(Διασκευή δημοσίευσης στο περιοδικό «Μανδραγόρας», τ. 28, 2002)

Εισαγωγικό σημείωμα
Η Γερμανοεβραία ποιήτρια Else Lasker-Schüler ήταν μια κορυφαία εκπρόσωπος του λογοτεχνικού μοντερνισμού και εξπρεσιονισμού. Στο λυρικό της έργο η μοντέρνα πόλη συναντιέται με εικόνες από ανατολίτικα παραμύθια και μοτίβα από την Παλαιά Διαθήκη. Ανήκε στη «Neue Gemeinschaft» των αδερφών Hart και συνδέθηκε με σημαντικότατους καλλιτέχνες της εποχής της, όπως οι Gottfried Benn, Theodor Däubler, Oskar Kokoschka, Karl Kraus, Franz Mark, Georg Trakl κ. ά.. Το 1933 απαγορεύτηκε η κυκλοφορία των έργων της. Την ίδια χρονιά μετανάστευσε στην Ελβετία, αργότερα διέμεινε κατά διαστήματα στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο και από το 1937 ως το θάνατό της έζησε πάμφτωχη στην Ιερουσαλήμ. Η Else Lasker-Schüler υπήρξε και ζωγράφος, όμως μετά το θάνατό της το ποιητικό της έργο επισκίασε το ζωγραφικό.
     Επαναστατικός και ιδιόρρυθμος υπήρξε και ο τρόπος της ζωής της, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, καθημερινής ζωής και ποίησης, σ’ ένα δικό της «βασίλειο», όπως συνήθιζε να το ονομάζει, που είχε δημιουργήσει για τον εαυτό της και τους φίλους της. Σχετικά με το «βασίλειο» αυτό, που θα μπορούσε να κατανοηθεί και ως υπόδειξη σχετικά με την κατεύθυνση στην οποία παραπέμπει η ποίησή της, η Else Lasker-Schüler γράφει: «Γεννήθηκα στη Θήβα (της Αιγύπτου), κι ας ήρθα στον κόσμο στο Elberfeld του Rheinland. Πήγα σχολείο μέχρι τα έντεκα, μετά έγινα Ροβινσώνας, έζησα πέντε χρόνια στην Ανατολή κι από τότε φυτοζωώ». Στο βασίλειο αυτό η ίδια η ποιήτρια, με τα εκκεντρικά χτενίσματα, φορέματα και κοσμήματα, αυτοαποκαλείται «πρίγκιπας Γιουσούφ», ενώ κάποιοι ρόλοι που αποδίδει σε φίλους είναι: Franz Marc=«Γαλάζιος καβαλάρης», Karl Kraus=«Δαλάι Λάμα ή καρδινάλιος», Franz Werfel=«Πρίγκιπας της Πράγας», Johannes Holzmann (εκδότης)=«Πρίγκιπας της Μόσχας ή Sena Hoy», Oskar Kokoschka=«Τροβαδούρος ή γίγαντας», Gottfried Benn=«Βάρβαρος ή στέπα», Georg Trakl=«Χρυσός ιππότης». Αντιστοίχως ο Franz Marc τής στέλνει μια κάρτα μ’ ένα ζωγραφισμένο άλογο, όπου της γράφει: «Αγαπημένη αδερφή, αν ο κόσμος σου σε κάνει να επαναστατείς, καβάλησε τούτο το άγριο άτι κι έλα…». Και η απάντηση της ποιήτριας: «Στο λέω, γαλάζιε καβαλάρη μου, είναι άγριο και πυκνόμαλλο αυτό το νεαρό μεγαλοπρεπές άτι. Το φίλησα στη μουσούδα. Τι πλούσια δώρα!».

486627_1
Franz Marc

Κρίσεις σχετικά με το έργο
Gottfried Benn: «Υπήρξε η μεγαλύτερη λυρική ποιήτρια που είχε ποτέ η Γερμανία, η φαντασία της ανατολίτικη, η γλώσσα της όμως αβρά γερμανική, μια γλώσσα ώριμη και δημιουργική. Πάντοτε απαραπλάνητα ο εαυτός της, είχε τη δύναμη να εκφράζει σ’ αυτή τη γλώσσα τα παθιασμένα της αισθήματά χωρίς να παραβιάζει το μυστηριώδες».
Peter Hille: «Ο μαύρος κύκνος του Ισραήλ, μια Σαπφώ, που ο κόσμος της κομματιάστηκε».
Franz Kafka: «Τα ποιήματά της μου είναι ανυπόφορα, με κάνουν να νιώθω μόνο πλήξη για την κενότητά τους και απέχθεια για την καλλιτεχνική σπατάλη. Για τους ίδιους λόγους μού είναι φορτική και η πρόζα της, όπου  δουλεύει ο σπασμωδικός εγκέφαλος μιας εκκεντρικής κατοίκου των μεγαλουπόλεων. Μπορεί όμως να κάνω κι εντελώς λάθος, υπάρχουν πολλοί που την αγαπούν, ο Werfel, για παράδειγμα, τρέφει γι’ αυτήν μόνο απέραντο ενθουσιασμό…
Ναι, δεν είναι και καλά… για ποιον ακριβώς λόγο δε γνωρίζω, την φαντάζομαι πάντως σαν καμιά μπεκρού, που σέρνεται τις νύχτες στα καφέ

 Klaubund: «Η τέχνη της Lasker-Schüler παρουσιάζει μεγάλη συγγένεια μ’ εκείνη του φίλου της, του Γαλάζιου Καβαλάρη, Franz Marc. Όλες της οι σκέψεις είναι χρωματισμένες απ’ το παραμύθι και  σε πλησιάζουν κρυφά σαν πολύχρωμα ζώα. Κάποτε ξεμυτίζουν απ’ το δάσος και παν να σταθούν στο ξέφωτο σαν τρυφερά κόκκινα ζαρκάδια. Τρων ήσυχα και υψώνουν απορημένα τους λαιμούς τους, κάθε φορά που κάποιος προβάλλει απ’ το σύδεντρο. Ποτέ δεν το βάζουν στα πόδια. Είναι πέρα ως πέρα παραδομένα στη σωματικότητά τους. Η Else Lasker-Schüler έχει την καρδιά της κρεμασμένη με μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό της. Δεν ξέρει τι θα πει ντροπή • οι πάντες μπορούν να την δουν...».
Karl Kraus: «Η πιο ισχυρή και απροσπέλαστη λυρική μορφή της μοντέρνας Γερμανίας»/ «…Ο μοναδικός άντρας λυρικός του σήμερα».
Walter Mehring: «Αοιδός της γερμανικής Avantgarde».
Georg Trakl: Τιμητική αφιέρωση στην Else Lasker-Schüler του γνωστού ποιήματός του «Abendland».
Επιλογή έργων
Ποίηση: «Styx», 1902 (Στυγξ), «Hebräische Balladen», 1913 (Εβραϊκές μπαλάντες), «Meine Wunder», 1913 (Τα θαύματά μου), «Mein blaues Klavier»,  1943 (Το γαλάζιο πιάνο μου). Θεατρικά: «Arthur Aronymus und seine Väter», 1932 (Ο Arthur Aronymus και οι πρόγονοί του), «Ich und Ich», 1941, εκδ. 1979 (Εγώ κι εγώ). Πεζά: «Die Nächte Tino von Bagdads», 1907 (Οι νύχτες του Τίνο από τη Βαγδάτη), «Mein Herz», 1912 (Η καρδιά μου), «Der Prinz von Theben», 1914 (Ο πρίγκιπας της Θήβας),  «Das Hebräerland», 1937 (Η γη των Εβραίων).
else
Επιλογή ποιημάτων από τη συλλογή
«Τα θαύματά μου»
Τώρα κοιμάται η ψυχή μου −
Η θύελλα  τσάκισε τους κορμούς της,
Ω, η ψυχή μου ήταν ένα δάσος.
Να κλαίω μ’ άκουσες;
Γιατί τα μάτια σου είναι  ορθάνοιχτα απ’ το φόβο.
Άστρα πασπαλίζουν νύχτα
Στο χυμένο αίμα μου.
Τώρα κοιμάται η ψυχή μου
Διστάζοντας στις μύτες των ποδιών.
Ω, η ψυχή μου ήταν ένα δάσος•
Φοινικιές έριχναν ίσκιους,
Απ’ τα κλαδιά κρεμόταν η αγάπη.
Παρηγόρησε την ψυχή μου στον ύπνο.
Όνειρο
Ο ύπνος μ’ απήγαγε στους κήπους σου,
Στ’ όνειρο σου − η νύχτα συνεφόμαυρα φορούσε −
Σαν ζοφερές υδρόγειοι κοίταζαν οι κύκλοι των ματιών σου,
Και τα βλέμματά σου ήταν σκληρότητες.
Κι ανάμεσά μας απλωνόταν ένα πλατύ, άκαμπτο,
Άτονο επίπεδο…
Κι η νοσταλγία μου, παραδομένη,
Φιλάει το στόμα σου, των χειλιών σου τις χλομές γραμμές.
Άφιξη
Έφτασα στο στόχο της καρδιάς μου.
Μακρύτερα δεν οδηγεί καμιά αχτίδα.
Πίσω μου αφήνω τον κόσμο,
Αναπετούν τ’ άστρα: Χρυσά πουλιά.
Εγείρει  ο φεγγαρόπυργος το σκότος −
… Ω, πώς με τραγουδάει ανάλαφρα κάποιος γλυκός σκοπός…
Όμως οι ώμοι μου υψώνονται, αλαζόνες θόλοι.
Πού τάχα ο θάνατος θ’ αφήσει την καρδιά μου;
Πάντα εκμυστηρευόμαστε ο ένας στον άλλο καρδιά απ’ την
                                                                                        καρδιά μας.
Νύχτα παλλόμενη
Τα κατώφλια μας κρατάει ενωμένα.
Πού τάχα ο θάνατος θ’ αφήσει την καρδιά μου;
Σε κάποια κρήνη, που ξένη κελαρύζει −
Σε κάποιον κήπο, που πέτρινος στέκει −
Θα την γκρεμίσει σ’ ένα ορμητικό ποτάμι.
Τρέμω τη νύχτα
Που δε φοράει ούτ’  έν’ αστέρι.
Γιατί αμέτρητα αστέρια της καρδιάς μου
Επιχρυσώνουν την επιφάνεια του αίματός σου.
Αγάπη πολλαπλή άνθισε απ’ την αγάπη μας.
Πού τάχα ο θάνατος θ’ αφήσει την καρδιά μου;
Το επιθανάτιο τραγούδι μου
Η νύχτα είναι απαλή από την ηπιότητα των ρόδων`
Έλα, δώσε μου τα δυο σου χέρια.
Η καρδιά μου χτυπάει αργά
Και μέσ’ από το αίμα μου
Η τελευταία μεταναστεύει νύχτα και φεύγει
Και πλησιάζει, πλατιά κι αιώνια σαν μια θάλασσα.
Κι αν τόσο μ’ έχεις αγαπήσει
Τον πιο μεγάλο αλαλαγμό πάρε της μέρας σου,
Δώσε μου το χρυσάφι, που κανένα σύννεφο δε το θολώνει.
Ξεχειλίζουν αρμονίες απ’ τα μάκρη  του νυχτερινού τοπίου −
Μετοικώ
Και ζωή θα είμαι
Και στη ζωή πάνω, ζωή εγώ, θα σφίγγομαι,
Όταν από ψηλά αστέρια παραδείσια
Τους πρώτους τους ανθρώπους θα λικνίζουν.
Τέλος του κόσμου
Είναι ένα κλάμα μες στον κόσμο,
Σαν να ‘χει πεθάνει ο καλός θεός,
Κι ο μολυβένιος ίσκιος, που πέφτει,
Σαν τάφος βαραίνει.
Έλα, ας κρυφτούμε πιο σιμά…
Η ζωή κείτεται σ’ όλες τις καρδιές
Σαν σε φέρετρα.
Εσύ! Ας φιληθούμε βαθιά −
Τον κόσμο κρούει μια νοσταλγία,
Που απ’ αυτήν θα πεθάνουμε.
Το ερωτικό μου τραγούδι
Σαν μυστική κρήνη
Μουρμουρίζει το αίμα μου,
Πάντα για σένα, πάντα για μένα..
Κάτω από ένα κλυδωνιζόμενο φεγγάρι
Χορεύουν ψάχνοντας τα γυμνά όνειρά μου,
Παιδιά υπνοβατώντας,
Ανάλαφρα πάνω από θάμνους σκυθρωπούς.
Ω, τα χείλια σου είναι ηλιόλουστα…
Οι μεθυστικές αυτές ευωδιές των χειλιών σου…
Κι από γαλάζιους θυσάνους  ασημοκυκλωμένος
Χαμογελάς εσύ…εσύ, εσύ.
Πάντοτε ο φλοίσβος έρποντας
Στο δέρμα μου
Πέρ’ απ’ τους ώμους μου −
Αφουγκράζομαι…
Σαν μυστική κρήνη
Μουρμουρίζει το αίμα μου.
Ο τελευταίος
Ακουμπώ στο κλειστό βλέφαρο της νύχτας
Και αφουγκράζομαι την ησυχία.
Όλα τ’ αστέρια με ονειρεύονται,
Κι οι αχτίδες τους γίνονται πιο χρυσές,
Κι η μακρινότητά μου πιο αδιαπέραστη.
Πώς με κυκλώνει το φεγγάρι,
Πάντα τυφλούς ιριδισμούς ψιθυρίζοντας,
Περιστρεφόμενος δερβίσης στο χορό του.
Λευκοκίτρινα νέο κρεμόταν το φως του
Αφρανάλαφρο πάνω απ’ τη νύχτα,
Κι απόκρημνη πάνω απ’ τα σύννεφα των βρυχηθμών του
                                                                            η χιονοστιβάδα
Πάντα το γκρίζο κατηφορίζοντας,
Μ’ άγγιξε ο χρυσός του στο πλευρό.
Η θάλασσα της πατρίδας μου αφουγκράζεται γαλήνια
                                                                     στην αγκαλιά μου,
Φωτεινός ύπνος − σκοτεινό ξύπνημα…
Στη χούφτα μου βαραίνει θαμμένος ο λαός μου,
Και δειλά καταιγίδες με διασχίζουν.
Ακουμπώ στο κλειστό βλέφαρο της νύχτας
Και αφουγκράζομαι την ησυχία.
Από μακριά
Η καρδιά σου όπως η νύχτα τόσο φωτεινή,
Μπορώ και την βλέπω
− Με συλλογίζεσαι − όλα τ’ αστέρια σταματάν.
Και σαν το φεγγάρι από χρυσάφι το κορμί σου
Τόσο γοργά φθίνοντας
Λάμπει μακριά.
Πανσέληνος
Στην πόλη μου, τη Θήβα
Ανάλαφρα κολυμπάει το φεγγάρι στο αίμα μου…
Αποκοιμισμένοι τόνοι τα μάτια είναι της μέρας
Προς τη μεταμόρφωση − απ’ τον κλυδωνισμό −
Δεν μπορώ τα χείλη σου να βρω…
Πού είσαι μακρινή πόλη
Με τις ευλογητικές ευωδιές;
Πάντα χαμηλώνουν τα βλέφαρά μου
Πάνω απ’ τον κόσμο − όλα κοιμούνται.
54246
Το σιωπηλό μου τραγούδιΣτην αγαπημένη μου ζωγράφο Alice Trühner
Η καρδιά μου είναι μια θλιμμένη εποχή,
Που χτυπάει άτονα.
Η μητέρα μου είχε χρυσά φτερά,
Που δεν έβρισκαν κόσμο.
Αφουγκραστείτε, με ψάχνει η μητέρα μου,
Φωτεινά είναι τα δάχτυλά της και τα πόδια της περιπλανώμενα
                                                                                                       όνειρα..
Και γλυκοί καιροί με γαλάζιες οδύνες
Θερμαίνουν τον ύπνο μου
Πάντα τις νύχτες,
Που οι μέρες τους φοράν το στέμμα της μητέρας μου.
Και πίνω απ’ το φεγγάρι σιωπηλό κρασί,
Όταν μοναχική έρχεται η νύχτα.
Τα τραγούδια μου φορούσαν το γαλάζιο του καλοκαιριού
Κι επέστρεψαν στο σπίτι σκυθρωπά.
− Περιγελάσατε τα χείλη μου
και μιλάτε μαζί τους. −
Όμως εγώ άπλωσα προς τα χέρια σας,
Επειδή η αγάπη μου είναι παιδί κι ήθελε να παίξει.
Και διαμορφώθηκα σε συμφωνία μ’ εσάς,
Επειδή νοσταλγούσα τον άνθρωπο.
Φτώχυνα
Εξαιτίας της επαιτούσας αγαθοεργίας σας.
Κι η θάλασσα θα το θρηνήσει αυτό,
Θεέ.
Είμαι το ιερογλυφικό,
Που βρίσκεται μες στη δημιουργία,
Και το μάτι μου
Είναι η κορφή του χρόνου•
Το φέγγος του φιλάει του θεού τις παρυφές.
Ω, ο οδυνηρός μου πόθος
Τ’ όνειρό μου είναι ένα χλωρό άγριο λιβάδι
Και λαχταράει μες στην ξηρασία.
Πώς φλέγονται τα φορέματα της μέρας…
Όλοι οι τόποι ορθώνονται.
Να σε σαγηνέψω με το τραγούδι του κορυδαλλού
Ή σαν πουλί των αγρών να σε φωνάξω;
Τούου! Τούου!
Πώς τ’ ασημένια στάχυα
Γύρω απ’ τα πόδια μου κοχλάζουν −
Ω, ο οδυνηρός μου πόθος
Κλαίει σαν παιδί.
Ένα παλιό χαλί από το Θιβέτ
Η ψυχή σου, που τη δική μου αγαπάει,
Είναι μαζί της υφασμένη μες στο παλιό χαλί απ’ το Θιβέτ.
Νήμα στο νήμα, ερωτευμένα χρώματα,
Άστρα, που ερωτοτρόπησαν στα μήκη τ’ ουρανού.
Τα πόδια μας αναπαύονται πάνω στο πολύτιμο αντικείμενο,
Χιλιάδες χιλιάδων θηλιές μακριά.
Γλυκέ γιε των Λάμα  σε θρόνο από μόσχους,
Πόσον καιρό το στόμα σου φιλάει το δικό μου,
Πόσες μάγουλο με μάγουλο με χρώματα υφασμένες εποχές;
Το οδοιπορικό μου τραγούδι
Δώδεκα πρωινά φέγγη μακριά
Σβήνει το πνεύμα του μεσονυκτίου,
Και τα χείλη μου έχουν επινοήσει
Σε υπερήφανη γραμμή με την αιωνιότητα.
Προς την πύλη κατηφορίζει το παρωχημένο,
Ενώ η ψυχή μου διαθλάται στη λάμψη της λύτρωσης,
Το χιλιόθερμο, λευκό της φως
Μού φέγγει το δρόμο προς το άχυτο.
Και ψηλώνω πάνω απ’ όλες τις αναμνήσεις-
Τόσο μακρινή μουσική − και μεταξύ αγώνα και ειρήνης
Υψώνονται τα βλέμματά μου πυραμίδες,
Και είναι οι στόχοι πίσω απ’ ολόκληρο το χρόνο.
Σιγαλά ειπωμένο
Πήρες όλα τ’ αστέρια
Πάνω απ’ την καρδιά μου.
Οι σκέψεις μου ρυτιδώνονται,
Πρέπει να  χορέψω.
Πάντα πράττεις ό,τι να κοιτώ ψηλά με κάνει,
Τη ζωή μου ό,τι κουράζει.
Δεν μπορώ άλλο πια το βράδυ
Πάνω απ’ τους θάμνους να βαστάζω.
Στων λιμνών τον καθρέφτη
Την εικόνα μου άλλο πια δε βρίσκω.
Απ’ τον αρχάγγελο έχεις
κλεμμένα τα μετέωρα μάτια`
Όμως εγώ το απόσταγμα γεύομαι
Του γαλάζιου τους.
Η καρδιά μου βουλιάζει αργά
Άγνωστο πού −
Ίσως στην παλάμη σου.
Από παντού αδράχνει τους ιστούς μου.
Το γαλάζιο μου πιάνο
(Ποίημα από τη σειρά “Το γαλάζιο μου πιάνο”)
Έχω στο σπίτι μου ένα γαλάζιο πιάνο
Κι ας μη γνωρίζω ούτε μια νότα.
Στέκεται στο σκοτάδι της πόρτας του κελαριού
Από τότε που έγινε βάναυσος ο κόσμος.
Έπαιζαν αστέρινα χέρια τέσσερα
− Η γυναίκα του φεγγαριού τραγουδούσε στη βάρκα −
Τώρα χορεύουν τα ποντίκια μέσα σε κλαγγές.
Σπασμένα είναι τα πλήκτρα…
Θρηνώ τη γαλάζια νεκρή.
Αχ, καλοί μου άγγελοι, ανοίξτε μου
− Έχω φάει πικρό ψωμί −
Εν ζωή ακόμα στ’ ουρανού τη θύρα
Και παρά την απαγόρευση.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Φ Χαίλντερλιν, "Μούσα μου η Ελλάδα..."



Γιόχαν Κρίστιαν Φρήντριχ Χαίλντερλιν



Στους νέους ποιητές

Φίλοι καλοί, μπορεί κ' η τέχνη μας
να ωριμάζει για καιρό όπως κ' η νιότη
πριν υψωθεί στην ηρεμία της ομορφιάς.
Μόνο να είστε ευσεβείς, όπως οι Έλληνες.

Να αγαπάτε λέω τους θεούς

Και με συμπόνια τους θνητούς να συλλογιέστε.

Το θόρυβο αποφύγετε, όπως την παγωνιά.
Περιγραφές,
διδάγματα ηθικά, μην κάνετε.
Κι αν σας φοβίζει ο δάσκαλος, ζητήστε
απ' τη Μεγάλη Φύση συμβουλή.



Άρτος και Οίνος

Μακάρια Ελλάδα. Σπίτι εσύ των Ουρανίων. Είν' αλήθεια
αυτό που ακούσαμε λοιπόν σ' άλλους καιρούς, στα πρώτα νιάτα μας;
Δώμα γιορτής: Πάτωμα ή θάλασσα. τραπέζια τα βουνά,
αληθινά χτισμένο για μια χρήση μόνο πριν από το χρόνο.

Μά που 'ναι οι θρόνοι; Οι ναοί; Που 'ναι οι κούπες με το νέκταρ;
Πού το τραγούδι για την τέρψη των θεών; Που λάμπουν πια
τα λόγια του θεού, όταν κοιμούνται οι Δελφοί; και που ηχεί
το μέγα πεπρωμένο; Που λοιπόν;

Το αστραπιαίο πεπρωμένο που ξεσπά
γεμάτο πανταχού παρούσα τύχη
μέσα απ' τον ευφρόσυνον αγέρα, μπρος στα μάτια
βροντώντας: 

"Ω Πατέρα
Αιθέρα" κράζαν κ' η κραυγή 
από τη μια γλώσσα στην άλλη εκυμάτιζε
πολλαπλασιασμένη. Και κανείς
δεν άντεχε μονάχος τη ζωή. Τέτοιο αγαθό
ευφραίνει μόνο με τους άλλους μοιρασμένο,
τότε μονάχα γίνεται γιορτή. 

                                 ***

Μα φίλε μου αργήσαμε πολύ. Να οι θεοί,
ζουν, όμως πάνω από μας, σ' άλλονε κόσμο.
Ατελείωτα ενεργούν εκεί και μοιάζουν πως
ελάχιστα προσέχουν τις υπάρξεις μας.

Κι αυτό το κάνουν από ευσπλάχνιση για μας
να τους χωρέσουν τόσο αδύνατα δοχεία
όπως οι άνθρωποι. Ελάχιστες φορές
μπορεί ν' αντέξει ο άνθρωπος τη θεία αφθονία.

Ναι...
Βροντώντας θα επιστρέψουν...
Μα ως τότε,
καμμιά φορά μου φαίνεται πως είναι
πιο λογικό να κοιμηθώ, παρά να είμαι,
έτσι δίχως συντρόφους, περιμένοντας.

Κι ως τότε τι να κάνω ή τι να πω;

Και άλλωστε προς τι
να είμαι ποιητής σε τόσο μίζερο καιρό;

Μετάφραση: Γιάννης Υφαντής
"Ο κήπος της Ποίησης"   Εκδόσεις: Πατάκη
Η αποδημία


Εκεί πέρα στις όχθες, κάτω απ' τα δέντρα
της Ιωνίας, στις πεδιάδες του Καΰστρου,
όπου γερανοί αγάλλονται εις τον αιθέρα
Και περικλείονται από βουνά που θαμποφέγγουν μακριά.

Για τα νησιά, που είναι στεφανωμένα με αμπέλια,
Και αντηχούν ολόκληρα απ' το τραγούδι και άλλοι κατοικούσαν
Στον Ταΰγετο, στον δοξασμένο Υμηττό,
Που ανθίσαν τελευταίοι. ωστόσο από
Την πηγή του Παρνασσού μέχρι του Τμώλου
Τα ρυάκια τα χρυσοστεφανωμένα αντήχησε
Αιώνιο τραγούδι. έτσι εθρόισαν
Τότε τα δάση κι όλες μαζί
Οι μουσικές των εγχόρδων
Γιατί τις άγγιζε η ουρανία γλυκύτης.

Ω χώρα του Ομήρου!
Κάτω από την πορφυρένια κερασιά ή όταν
Σταλμένα από σένα στο αμπέλι προς χάριν μου
Τα νεαρά ροδάκινα ωριμάζουν,
Και το χελιδόνι φτάνει από μακρυά και πλειστά όσα αφηγείται
Χτίζοντας το σπίτι του στους τοίχους μου, 
Τις μέρες του Μαΐου, και κάτω από τ' άστρα
Εσένα ενθυμούμαι  Ω, Ιωνία!  όμως για τους ανθρώπους
Είναι παρόν ευχάριστο. Γι' αυτό ήρθα
Να σας δω, εσάς νησιά, κι εσάς
Ω, εκβολές των ποταμών, Ω,  δώματα της Θέτιδος,
κι ακόμη εσάς Ω, δάση, κι  Ω, σύννεφα της Ίδης!

Κι όμως δεν σκέφτομαι να μείνω.
Άφιλη κι ακατάδεχτη
Είναι η κλειστή μητέρα που της ξέφυγα.
Από τους γιούς της ένας, ο Ρήνος,
θέλησε με βία να ορμήσει στην καρδιά της κι εξαφανίστηκε
Μακριά, κανείς δεν ξέρει που, ριγμένος.
Όμως εγώ δεν θα 'θελα να φύγω από κοντά της,
Και μόνο για να σας προσκαλέσω
Ήρθα σ' εσάς, Χάριτες της Ελλάδος,
Σ' εσάς, Ω, κόρες τ' ουρανού,
Για να 'ρθετε, αν το ταξίδι δεν είναι τόσο μακρινό,
Σ' εμάς,  Ω, αγαπημένες!





Το Αρχιπέλαγος    
           Αποσπάσματα
Γυρίζουν άραγε οι γερανοί πάλι σ' εσένα, κι αναζητούν
Πάλι το δρόμο για τις όχθες σου τα πλοία; άραγε περιβάλλουν περιπόθητοι
Άνεμοι για σε με την πνοή τους την ήσυχη παλίρροια, και λιάζει το δελφίνι,

Από τα βάθη ξεπηδώντας, τη ράχη του στο νέο φως;
Ανθίζει μήπως η Ιωνία; μήπως ήρθε η ώρα; γιατί πάντα την άνοιξη,
Όταν των ζωντανών ανανεώνεται η καρδιά κι η πρώτη
Αγάπη τον άνθρωπο αφυπνίζει κι η μνήμη εποχών χρυσών,
Τότε έρχομαι σε σένα και χαιρετώ σε μέσα στη σιωπή σου, ω γέρων !

Πάντα κραταιός! εσύ ακόμη υπάρχεις και αναπαύεσαι στον ίσκιο
Των βουνών σου, όπως και άλλοτε.  
                                                 με μπράτσα νεανικά ακόμη αγκαλιάζεις
Τη θελκτική σου χώρα, κι από τις θυγατέρες σου, ω πατέρα!
Τις νήσους σου, τις ανθισμένες, καμία ακόμη δεν εχάθη.
Η Κρήτη στέκεται κι η Σαλαμίς χλοάζει, μέσα στη θαμπή λάμψη της δάφνης,

Και περιβεβλημένη ακτινοβόλο στέφανο, υψώνει την ώρα της ανατολής
Η Δήλος την ενθουσιώδη κεφαλή, και η Τήνος και η Χίος
Από τους πορφυρούς καρπούς διαθέτουν αρκετούς, από τους μεθυσμένους λόφους

Αναβλύζει το κύπριο ποτό κι από την Καλαβρία χύνονται 
Όπως και τότε, ρυάκια αργυρά, στα αρχαία ύδατα του πατέρα.
Όλες ακόμα ζουν, οι των ηρώων μητέρες, οι νήσοι,
Ανθίζοντας από χρόνο σε χρόνο, κι όταν κάποιες στιγμές, από την άβυσσο.

[........]

Πες, που είναι η Αθήνα; μήπως πάνω απ' τις τεφροδόχους των δασκάλων
Η πόλη σου, η αγαπημένη, εδώ στις ιερές σου όχθες,
Ω περίλυπε θεέ! βούλιαξε ολόκληρη μέσα στις στάχτες,
Ή μήπως υπάρχει ακόμη κάποιο σημάδι απ' αυτήν, έτσι που ο ναύτης
Από κει περαστικός τη μνημονεύει και την ενθυμείται;
Άραγε δεν ορθώνονταν εκεί στα ύψη οι στήλες, δεν άστραφταν
Άλλοτε εκεί ψηλά από τη στέγη της ακρόπολης των ουρανίων οι μορφές;

[.....]

Διότι του Δαιμονίου ο εχθρός, ο Πέρσης, που πολλά εξουσιάζει,
Επί έτη πολλά ήδη μετρούσε των όπλων του το πλήθος και των στρατιωτών,

Περιγελώντας την ελληνίδα χώρα με τα λίγοστά νησιά της,
Και στον εξουσιαστή φαινόταν σαν παιχνίδι, κι ακόμη έμοιαζε σαν όνειρο
Γι αυτόν ο αλληλέγγυος λαός, ο οπλισμένος από των θεών το πνεύμα.

[....]

Και μελέτησα τους μύθους σας, για να 'ναι η ψυχή μου πάντα λυπημένη
Και να γλιστρήσει πριν την ώρα της κάτω εκεί, όπου υπάρχουν οι σκιές σας;
Όμως πλησιέστερα σε σας, εκεί που τα ιερά σας άλση ακόμη πρασινίζουν,

[....]

Θέλω εγώ, με άσμα ευσεβές να σας πραΰνω, ω ιερές σκιές!
Μέχρι να συνηθίσει ολότελα ολότελα η ψυχή μου μ' εσάς μαζί να συνυπάρχει.
Και τότε ο πλέον μυημένος πολλά θα σας ρωτήσει, ώ νεκροί εσείς!
Κι εσάς, ω ζωντανοί, εσάς, των ουρανών ω υψηλές δυνάμεις,
Όταν εσείς πάνω απ' τα επείπια με τα χρόνια θα διαβαίνετε,
Εσείς σε δρόμο ασφαλή! γιατί συχνά μια παραζάλη το στήθος μου Κάτω απ' τ' αστέρια κυριεύει, σαν άνεμος μακάβριος,
Έτσι που να γυρεύω συμβουλή, κι είναι πολύς καιρός που 
της Δωδώνης τα άλση τα προφητικά πλέον δεν ομιλούν σε όσους αναζητούν παρηγοριά,

Σώπασε ο δελφικός θεός, έρημα και μοναχικά κείνται
Από καιρό τα μονοπάτια....

Frierich Holderlin  
Μετάφραση: Στέλλα Νικολούδη  
"Ελεγείες, Ύμνοι κι άλλα ποιήματα" εκδόσεις Άγρα

*  Γιόχαν Κρίστιαν Φρήντριχ Χαίλντερλιν  (Johann Christian Friedrich Hölderlin, 20 Μαρτίου 1770 - 7 Ιουνίου 1843) ήταν Γερμανός λυρικός ποιητής. Το έργο του γεφυρώνει την κλασική σχολή  στη λογοτεχνία  με τη ρομαντική.