Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Ὁμιλία Σεφέρη κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Νόμπελ Λογοτεχνίας στὴ Στοκχόλμη



Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ - ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.
Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.
Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «... θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε ...». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυρρανισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα - καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης - κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.
Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Ο Σεφέρης κάτω από την προσωπίδα

Στοχασμοί πάνω στον "Βασιλιά της Ασίνης"



της Νότας Χρυσίνα

Ο Γιώργος Σεφέρης αναζητά τον βασιλιά της Ασίνης κάτω από την χρυσή προσωπίδα και βρίκει ένα κενό. Αυτό το ποίημα ποιητικής πραγματεύεται την αγωνία του ατόμου μπροστά στο ερώτημα της ύπαρξης και του θανάτου. Καταλήγει όμως να μεταφέρει την αγωνία του ποιητή για το δημιούργημά του το ποίημα. Τι θα μείνει κάτω από το περίτεχνο ποίημα του Σεφέρη; Ένα κενό; 
Δυό χρόνια παλεύει ο Σεφέρης να τελειώσει το ποίημα και ξαφνικά μέσα σε μία νύχτα, όπως εξομολογείται στον Έλιοτ, γεμίζει τις δυο τυπογραφικές λευκές  σελίδες που είχε ανάγκη να γράψει. Γράφει χωρίς τις σημειώσεις του. Χωρίς να το συνειδητοποιεί το κενό των σελίδων και το κενό κάτω από την προσωπίδα του βασιλιά της Ασίνης αποκτούν υπόσταση. Το ποίημα ενσαρκώνει τον άφαντο βασιλιά και τον καθιστά μνημείο ύπαρξης. Η τέχνη του δημιουργού ποιητή κατορθώνει να απαντήσει στην υπαρξιακή αγωνία του ποιητή όπως η νεκρική προσωπίδα που φτιαγμένη από χρυσό κατέστησε υπαρκτό τον βασιλιά που τώρα είναι νεκρός και άφαντος έτσι και το ποίημα του Σεφέρη αξιώνει να καταστήσει υπαρκτό μέσα του και διά μέσου αυτού τον βασιλιά που ψάχνουμε από το πρωί όπως λέει ο Σεφέρης. Ο Σεφέρης στην αγωνιώδη αυτή αναζήτηση έχει σύντροφό του τον ποιητή που είναι η μία υπόστασή του αλλά και τον εαυτό του που είναι αυτός ο άνθρωπος ο θνητός όπως όλοι μας που αναρωτιέται για τον θάνατο και την ζωή. Σε αυτή την αναζήτηση φοράει κατά πρόσωπο το κενό αλλά και την κενή προσωπίδα σαν μάσκα και βιώνει τον πόνο και την ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Καθώς τώρα ο ποιητής  έχει περάσει από στοχασμούς για τον Όμηρο και την γραφή του, τον Ελπήνορα και την δόξα του απλού ανθρώπου που έγινε σύντροφός του σε άλλο ποίημα και μάλιστα τον χαρακτήρισε ηδονικό και τον μνημείωσε μέσα από το ποίημά του βγάζοντάς τον από την αφάνεια των ομηρικών στίχων. Αφού ακόμη σκέφτηκε τον Οδυσσέα τον πολυμήχανο και όλα όσα έμειναν στην ιστορία χάρη στον Όμηρο αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά του η απάντηση στο ερώτημα που τον βασανίζει ως ποιητή. Γράφει για να υπάρξει εκείνος ο ίδιος. Ο βασιλιάς της Ασίνης είναι ο ίδιος ο Σεφέρης και θα χαθεί κάποτε αλλά θα μείνει η ψυχή του αυτή η νυχτερίδα που ξαφνικά πετάγεται στο φως. Θα μείνει θα υπάρξει μέσα στον χρόνο και θα συναντήσει τον ασπιδοφόρο ήλιο κάθε φορά που θα μνημονεύουμε τις δυό λέξεις που σαν επίγραμμα λιτό όρισε ο Όμηρος "Ασίνην τε".
 Ο άνθρωπος περνάει και χάνεται και τι μένει από την δόξα του και τα πλούτη της επίγειας ζωής εκτός από ένα τυχαίο αρχαιολογικό εύρημα της σκαπάνης ένα χρυσό προσωπείο. Το προσωπείο επέζησε λόγω του άφθαρτου υλικού του ενώ ο βασιλιάς της Ασίνης όπως και τόσοι άλλοι βασιλείς ξεχάστηκαν. Ακόμη και η μυθική Τροία και "αι πολύχρησαι Μυκήναι" παραδώθηκαν στην φθορά του χρόνου αλλά διατηρήθηκαν μέσα από την ποιητική μνήμη και τον λόγο του Ομήρου που μας παραδόθηκε ώστε να υπερασπίσει τον άνθρωπο απέναντι στην φθορά. Αυτή η μάχη του χρόνου με την φθορά δίνεται στο πεδίο του λόγου και αξιώνεται την μνήμη μέσα από τον εμπνευσμένο λόγο του δημιουργού. Η τέχνη τελικά νικάει τον χρόνο και παραδίδει με το υλικό της το χρυσό προσωπείο της ύπαρξης σφυρηλατημένο από τον τεχνίτη δημιουργό που μόνο ως ιερέας και τεχνουργός μπορεί να υπηρετήσει την ύπαρξη. Ο ποιητής ως λειτουργός της ύπαρξης μέσα από τον λόγο μας παραδίνει το σκήπτρο της βασιλείας δηλαδή της αυτογνωσίας μέσα από το δημιούργημά του "Ο βασιλιάς της Ασίνης". Τότε ο καθένας μας κυοφορεί αυτό το άφαντο πλάσμα που φανερώνεται χάρη στον πόνο και τις ωδίνες του ποιητή που κράτησαν δυο χρόνια.

Γιώργος Σεφέρης «Ο βασιλιάς της Ασίνης»

Ασίνην τε…
ΙΛΙΑΔΑ

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου
          παγονιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ’ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλη τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια
          τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα∙
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ασίνην τε… Ασίνην τε…»
                                                και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι∙
κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βο-
          στρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει
          ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι ανα-
          ρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
          αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα
          και της φθοράς
υπάρχουν η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
          την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
          διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
          μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πί-
          κρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα ταραγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:
«Ασίνην τε Ασίνην τε…». Να ‘ταν αυτή ο βασιλιάς της
          Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεκτικά σε τούτη την ακρό-
          πολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω
          στις πέτρες.

Ασίνη, καλοκαίρι ’38 – Αθήνα, Γεν. ’40


Ο Σεφέρης διανύει μια μακριά περίοδος περισυλλογής πάνω στην δημιουργία του ποιήματος του "Βασιλιά της Ασίνης" κατά την οποία μεταφράζει ποιήματα όπως το "Χωρίς Ηλικία" του Πωλ Ελυάρ αλλά και το "Κάντο Ι" του Έζρα Πάουντ. Ο Πάουντ είχε δηλώσει πως συνθέτει ένα "χρυσελεφάντινο ποίημα"ήθελε να αποστάξει μέσα σε αυτό την ανθρώπινη σοφία. Την ίδια αναζήτηση επανέλαβε και ο Σεφέρης αλλά λιγότερο φιλόδοξα καθώς η αναζήτηση του Σεφέρη αφορά τον άνθρωπο ως άτομο που γνωρίζει την παροδικότητα της ζωής και δεν φιλοδοξεί να εφεύρει κάτι πέραν των ανθρωπίνων δυνατοτήτων του  ούτε είναι υπόλογος σε έναν θεό. Αυτή είναι και η βασική διαφορά του Σεφέρη με τον Πάουντ ο οποίος αποδίδει στην αναζήτησή του μεταφυσικές διαστάσεις.




ΧΩΡΙΣ ΗΛΙΚΙΑ 

Πωλ Ελυάρ (Paul Éluard)




Πλησιάζουμε
Μέσα στα δάση πάρε το δρόμο του πρωινού 
ανέβα τα σκαλιά της πάχνης
Πλησιάζουμε
Είναι η καρδιά της γη σφιγμένη 
να ‘ρθει στον κόσμο μια μέρα ακόμη, θα πλατύνει ο ουρανός
Είχαμε βαρεθεί να κατοικούμε στα ερείπια του ύπνου , 
στη χαμηλή σκιά της ανάπαυσης ,της κούρασης και της εγκατάλειψης

Η γης θα ξαναπάρει τη μορφή των ζωντανών σωμάτων μας 
ο άνεμος θα μας υπομείνει
ο ήλιος και η νύχτα θα περάσουν μες στα μάτια μας
χωρίς ποτέ να τ’ αλλάξουν 

Το σίγουρο μας διάστημα ο αγνός μας αέρας 
φτάνει για να γεμίσει την αργοπορία που έσκαψε η συνήθεια 
όλοι μαζί θ’ αράξουμε σε μια καινούργια μνήμη
και θα μιλήσουμε μαζί μια ευαίσθητη λαλιά 

Ω! αδερφοί μου αντίμαχοι 
που κρατάτε στα μάτια τη νύχτα αναλυμένη και τη φρίκη της 
που να σας έχω αφήσει
με τα βαριά σας χέρια μες το λάδι το νωθρό,
μες στις παλιές σας πράξεις με τόση λίγη ελπίδα
που κι ο θάνατος φαίνεται ν ‘χει δίκιο

Χαμένοι μου αδερφοί , εγώ πηγαίνω προς τη ζωή 
έχω την όψη ανθρώπου για ν’ αποδείξω
πως ο κόσμος έγινε στ’ ανάστημα μου
και δεν είμαι μόνος 

χίλιες εικόνες από μένα πληθαίνουν το φως μου 
χίλιες ματιές πανόμοιες ισοπεδώνουν τη σάρκα να το πουλί το παιδί κι ο βράχος κι ο κάμπος σμίγουν μαζί μας
Γελά το χρυσάφι που έμεινε από την άβυσσο έξω
γυμνό νερό, γυμνή φωτιά για μια εποχή μονάχα,
έκλειψη δεν υπάρχει πια στο μέτωπο του κόσμου

Χέρια από τα χέρια μας αναγνωρισμένα
Χείλια με τα χείλια μας ενωμένα
οι πρώτες ανθισμένες ζέστες .
Παραστέκουνται το αίμα δροσερό 
το πρίσμα ανασαίνει μαζί μας
Εύφορη αυγή, 
στην κορφή κάθε χόρτου βασίλισσα
στην κορφή των μούσκλων στην αιχμή του χιονιού 
του κυμάτου , της ταραγμένης άμμου ,της επίμονης παιδικής ζωής
Έξω από όλες τις σπηλιές μας 
Έξω από τον εαυτό μας. 



Ezra PoundKANTO I
ΜετάφρασηΓιῶργος Σεφέρης
Γιώργου ΣεφέρηἈντιγραφές, ἼκαροςἈθήνα 2005
Σημειώσεις επεξηγηματικές: Π. Δρακόπουλος
Καὶ τότε κατηφορίσαμε στὸ καράβι,1
Κυλήσαμε τὴν καρένα στὴ θάλασσα τὴ θεοτική,
Σηκώσαμε τ' ἄλμπουρο καὶ τὸ πανὶ στὸ μελανὸ τοῦτο καράβι,
Καὶ τὸ φορτώσαμε μ' ἀρνιά, φορτώσαμε μαζὶ καὶ τὰ κορμιά μας
Βαριὰ ἀπὸ δάκρυα, κι οἱ ἀγέρηδες ὁλόπρυμα
Μᾶς πῆραν πέρα μακριὰ μὲ τὸ πρησμένο καραβόπανο,
Τῆς Κίρκης τούτη ἡ τέχνη, τῆς καλοχτένιστης θεᾶς.
Τότες καθίσαμε στὴν κουπαστή, κι ὁ ἀγέρας μάγκωνε τὸ τιμόνι.
Ἔτσι ὁλάρμενοι, περνούσαμε τὸ πέλαγο ὡς νὰ τελειώ­σει ἡ μέρα.
Ἀποκοιμήθη ὁ ἥλιος, ἴσκιοι σ' ὁλάκερο τὸν ὠκεανό,
Καὶ τότες μπήκαμε στὰ πιὸ βαθιὰ νερά,
Στὶς Κιμμέριες χῶρες, καὶ στὶς πολυάνθρωπες πολι­τεῖες
Σκεπασμένες μὲ μιὰ κρουστὴ καταχνιά, ποτὲς δὲν τὴν τρυπάει
Ὁ ἀχτιδοβόλος ἥλιος
Μήτε ὅταν βγαίνει στ' ἀψηλὰ κοντὰ στ' ἀστέρια
Μήτε ὅταν σκύβει νὰ γυρίσει πίσω ἀπὸ τὸν οὐρανό·
Νύχτα ὁλόμαυρη τεντωμένη ἐκεῖ πάνω στοὺς ἄμοιρους ἀνθρώπους.
Πίσω τὸ ρέμα τοῦ ὠκεανοῦ, κι ἤρθαμε τότε
Στὸν τόπο πού μᾶς ἁρμήνεψε ἡ Κίρκη.
Ἐδῶ κάνανε θυσίες ὁ Περιμήδης κι ὁ Εὐρύλοχος
Καὶ τραβώντας τὸ σπαθὶ ἀπὸ τὸ μερί μου
Ἔσκαψα τὸ τετράπηχο χαντάκι·
Χύσαμε τότε σπονδὲς στὸν κάθε νεκρό,
Πρῶτα ὑδρόμελι κι ἔπειτα γλυκὸ κρασί, νερὸ κι ἄσπρο ἀλεύρι.
Καὶ προσευκήθηκα πολὺ στ' ἀδύναμα κεφάλια τοῦ θα­νάτου·
Καθὼς γυρίσω στὴν Ἰθάκη, ἄγονους ταύρους τοὺς κα­λύτερους
Νὰ τοὺς θυσιάσω, πλούτη στοιβάζοντας στὴν πυρά,
Καὶ γιὰ τὸν Τειρεσία μοναχὰ ἕνα ἀρνί, ἕναν κατάμαυρο μπροστάρη.
Χύθηκε τὸ αἷμα σκοτεινὸ στὸν τράφο,
Ψυχὲς ἔξω ἀπὸ τὸ Ἔρεβος, λείψανα πεθαμένων, νυφάδες,
Νέοι καὶ γέροντες ποὺ βασανίστηκαν πολύ·
Ψυχὲς κηλιδωμένες ἀπὸ δάκρυα νωπά, τρυφερὲς παρ­θένες,
Ἄντρες πολλοί, χτυπημένοι μὲ τὶς χάλκινες λόγχες τῶν κονταριῶν,
Σκύλα τῆς μάχης, ἔχοντας ἀκόμη τ' ἄρματα ματω­μένα,
Τοῦτοι πληθαῖναν καὶ μαζεύουνταν τριγύρω μου, φω­νάζοντας,
Ἄχνα μὲ σκέπασε. Πρόσταξα στοὺς συντρόφους κι ἄλ­λα σφαχτάρια.
Σφάξανε τὸ κοπάδι, ἀρνιὰ σφαγμένα μὲ τὸ χαλκὸ·
Ἔχυσα μύρα κι ἔκραξα στοὺς θεοὺς
Στὸν κραταιὸ Πλούτωνα καὶ στὴν παινεμένη Περσε­φόνη·
Γύμνωσα τὸ στενὸ σπαθί,
Κάθισα γιὰ νὰ διώχνω τοὺς βιαστικοὺς ἀδύναμους νεκρούς,
Ὅσο ν' ἀκούσω τὸν Τειρεσία.
Ἀλλὰ ἦρθε πρῶτος ὁ Ἐλπήνωρ, ὁ φίλος μας Ἐλπή­νωρ,
Ἄθαφτος, ἀπορριγμένος πάνω στὴ μεγάλη γῆς,
Κουφάρι ποὺ τ' ἀφήσαμε στὸ σπίτι τῆς Κίρκης,
Ἄκλαυτο κι ἀσαβάνωτο· τὰ βάσανα μᾶς κέντριζαν γι' ἀλλοῦ.
Ἀξιολύπητο πνεῦμα. Καὶ φώναξα μιλώντας βιαστικά:
«Ἐλπήνωρ, πῶς ἔφτασες στὸ σκοτεινὸ τοῦτο ἀκρο­γιάλι ;
Πεζοδρόμος ἦρθες ξεπερνώντας τοὺς θαλασσινούς;»
Καὶ αὐτὸς βαριὰ μιλώντας :
«Τύχη κακιὰ καὶ τὸ πολὺ κρασί. Γλίστρησα στὸ μέ­γαρο τῆς Κίρκης.
Κατεβαίνοντας τὴν ἀψηλὴ σκάλα ἀφύλαχτος
Ἔπεσα πάνω στὸν τοῖχο,
Τσάκισα τὸ κόκαλο τοῦ αὐχένα, κι ἡ ψυχὴ γύρεψε τὸν Ἅδη.
Μὰ ἐσύ, Βασιλιά, παρακαλῶ θυμήσου με, ἄκλαυτον, ἄθαφτο,
Σώριασε τ' ἅρματά μου, φτιάξε μου τάφο στὴν ἀκρο­γιαλιά, καὶ γράψε:
Ἕνας ἄμοιρος ἄνθρωπος καὶ μ’ ὄνομα μελλούμενο.
Καὶ στῆσε τὸ κουπί μου ποὺ ἔλαμνα μαζὶ μὲ τοὺς συν­τρόφους.»
Ἦρθε κι ἡ Ἀντίκλεια καὶ τὴν ἔδιωξα, κι ὕστερα ὁ Τει­ρεσίας ὁ Θηβαῖος,
Κρατώντας τὸ χρυσὸ ραβδί, μὲ γνώρισε καὶ μίλησε πρῶτος:
«Ἦρθες ξανά; Γιατί; Κακορίζικε ἄνθρωπε,
Μέσα στοὺς ἀνήλιαγους νεκρούς, στὴν ἄχαρη τούτη χώρα;
Τραβήξου ἀπ' τὸν τάφρο, ἄφησε τὸ αἱματερὸ πιοτό μου
Γιὰ νὰ μαντέψω.»
Καὶ τραβήχτηκα πίσω,
Κι αὐτὸς δυναμωμένος ἀπὸ τὸ αἷμα εἶπε τότες : «Ὀ­δυσσέα
Θὰ γυρίσεις διαβαίνοντας τὸν πεισμωμένο Ποσειδώνα
Πάνω σὲ μαῦρες θάλασσες,
Θὰ χάσεις ὅλους τοὺς συντρόφους.» Καὶ τότες ἡ Ἀντί­κλεια ἦρθε.
Μεῖνε ἥσυχος Divus. Θέλω νὰ πῶ τὸν Ἀντρέα Divus,
In officina Wecheli, 1538,2 ἔξω ἀπὸ τὸν Ὅμηρο·
Κι ἀρμένισε πλάι σὲ Σειρῆνες κι ἔπειτα πέρα στ' ἀνοιχτὰ
Καὶ πρὸς τὴν Κίρκη.
Venerandam,3
Κατὰ τὴ φράση τοῦ Κρητικοῦ, χρυσοστέφανη Ἀφρο­δίτη,
Cypri munimenta sortita est4πασίχαρη, orichalci5
μὲ τὶς μαλαματένιες
Ζῶνες καὶ τοὺς στηθόδεσμους, σὺ μὲ τὰ μαῦρα βλέφαρα
Φέρνοντας τὸ χρυσὸ κλωνάρι τοῦ Ἀργειφόντη6. Ἔτσι
λοιπόν:



1. Το ποίημα δεν έχει αρχή και τέλος: ο ποιητής θέλησε να μοιάζει με σωζόμενο απόσπασμα αρχαίου κειμένου.
2. Ο Andrea Divo (Andreas Divus) ήταν ομηριστής φιλόλογος. Αντίτυπο μετάφρασής του της Οδύσσειας (Homeri Odyssea ad verbum translata, Andrea Divo... interprete, έκδοση του γνωστού με το εκλατινισμένο όνομα παρισινού οίκου Christiani Wecheli, 1538) λέγεται ότι είχε αγοράσει ο Πάουντ από παλαιοπωλείο στο Παρίσι. Στον τόμο περιλαμβάνονταν επίσης η Βατραχομυομαχία σε μετάφραση Άλδου Μανούτιου και μνοι Ομηρικοί σε μετάφραση Georgio Dartona του Κρητός.
3. Η Αφροδίτη είναι Σεβάσμια, Venerandam, κατά τον ‘Υμνο της (V) που μετέφρασε ο Georgio Dartona ο Κρής.
4. «αυτή που τα οχυρά κατέχει όλης της Κύπρου» (μτφρ Ε.Λαδιά-Δ.Παπαδίτσα), από τον Ύμνο αρ. VI.
5. ορειχάλκινο
6. ο «χρυσόρραπις Αργειφόντης», ο χρυσόρραβδος, ονομασία του Ερμή στην Οδύσσεια ( ε’ 87)

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, "Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ",εκδ. στιγμή, Αθήνα 1986
ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ, "ΣΠΟΥΔΗ ΤΩΝ ΚΑΝΤΟ", εισ. Τάκης Καγιαλής, μτφρ. Γιώργος Βάρσος, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2008


Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ 


«Η μετάφραση των ποιημάτων είναι το είδος της γραφής που δίνει τη μικρότερη ικανοποίηση», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης τον Σεπτέμβριο του 1963 στο Προλόγισμα της πρώτης έκδοσης των Αντιγραφών[1] του. Με τη διατύπωση αυτής της άποψης, και μάλιστα στην πρώτη-πρώτη αράδα του Προλογίσματός του στο βιβλίο με τα σκόρπια μεταφράσματά του από τα αγγλικά και τα γαλλικά, νομίζω ότι θέλει να μας μεταδώσει την αμηχανία του μπροστά και στο ενέργημα της μετάφρασης ποιημάτων, ως είδους λόγου, και στο αποτέλεσμα της μεταφραστικής δράσης του. Την ίδια ακριβώς εντύπωση μας δημιουργεί και η ανάγνωση του προλόγου του Οδυσσέα Ελύτη στην έκδοση της Δεύτερης Γραφής. Αλλά και ο Γιάννης Ρίτσος στα Μελετήματά του μας αφήνει να καταλάβουμε πως νιώθει αρκετά άβολα μεταφράζοντας ποιήματα, έχει δε μονίμως την έγνοια μην τυχόν και προδίδει τελείως τα πρωτότυπα των ποιημάτων που μετέφρασε – και τα δικά του είναι πάρα πολλά: όσα σχεδόν και των δύο προαναφερθέντων ομοτέχνων του μαζί. Γενικώς ειπείν οι παλαιότεροι ποιητές, που ασχολήθηκαν σοβαρά με τη μετάφραση ποιητικών κειμένων (πλην, αίφνης, του Κωσταντίνου Χατζόπουλου και του Κώστα Βάρναλη), καταλαμβάνονταν από μιαν –εκ των υστέρων– συστολή μπροστά σε αυτό που είχαν παραγάγει. Ωσάν να μην ήξεραν πώς θα εκληφθεί από τους «άλλους» της ποιητικής κοινότητας και ωσάν να εφοβούντο μήπως τυχόν «παρεξηγηθεί» η πράξη τους από το σινάφι τους. Κι έψαχναν, έτσι, τρόπους για να ανακοινώσουν –όσο πιο προσεχτικά γινόταν– τη συστολή τους, αλλά και για να κολάσουν την «άγνοιά» τους και τον «φόβο» τους. Γι’ αυτό και προσέφευγαν στην «ονοματολογία», αναζητώντας τη σανίδα που… δεν χρειάζονταν!…
Ο Ρίτσος αποφεύγει να γράψει τη λέξη μετάφραση, προτιμώντας να ακουμπήσει –όπως και πάρα πολλοί άλλοι– στην αθωότητα της λέξης απόδοση. Λες κι έτσι κάτι θαυμαστό γινόταν και δεν επρόκειτο πλέον για μεταφράσεις, αλλά για κάποιο ουδέτερο aliud που παρείχε ασφάλεια στον ποιητή για τις διαγλωσσικές ενασχολήσεις του και συνάμα συγχώρηση για το «αμάρτημά» του να καταπιαστεί με μία –όπως θα την εχαρακτήριζε ο πλατωνικός Γοργίας– «φαύλην τέχνην». Κάτι τέτοιο κάνουν και οι άλλοι δύο ποιητές, ο Ελύτης και ο Σεφέρης· μόνο που αυτοί πάνε το πράγμα πολύ πιο πέρα από εκεί που μπορεί να το φτάσει η χρήση του όρου απόδοση. Αμφότεροι χωρίζουν τις μεταφράσεις σε δύο κατηγορίες, και μάλιστα με τρόπο τέτοιον, ώστε να φαίνεται ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο διαφορετικούς και σχεδόν άσχετους μεταξύ τους κόσμους του λόγου: στις μεταφράσεις από τις ξένες γλώσσες στα ελληνικά και στις μεταφράσεις από παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας στα σύγχρονά τους ελληνικά. Και ο μεν Ελύτης ονομάζει τις δύο αυτές κατηγορίες δεύτερη γραφή και μορφή στα νέα ελληνικά, ο δε Σεφέρης επιλέγει να τις πει αντιγραφές και μεταγραφές αντίστοιχα.
Ο διαχωρισμός αυτός είναι επιστημονικώς αφόρητος και δεν αντέχει σε καμμία απολύτως λογική βάσανο. Η μετάφραση είναι καθολική γλωσσική ενέργεια (με τη χουμπολτιανή έννοια του όρου ενέργεια) και, άρα, αφορά όλες τις φυσικές γλώσσες, και δη σε οποιαδήποτε ιστορική τους στιγμή, μηδεμιάς εξαιρουμένης. Πέραν τούτου ο τεχνικός διαχωρισμός σε «ενδογλωσσική» και σε «διαγλωσσική» μετάφραση είναι εντελώς πρόσφατος, και δεν παρουσιάζει σχεδόν κανένα επιστημονικό ενδιαφέρον – το πολύ-πολύ να αρθρώνει μια παραδειγματική περιπτωσιολογία, και μάλιστα μόνο σε γλώσσες σαν την ελληνική, που δεν ανήκουν σε ευρύτερη γλωσσική ομάδα. Αν η μετάφραση των επών του Ομήρου ή κάποιου έργου του Αριστοτέλη στα νέα ελληνικά έχει κάποιο –κατά τα προρρηθέντα– ενδιαφέρον, η μετάφραση, φέρ’ ειπείν, μιας ωδής του Οράτιου από τα λατινικά στα γαλλικά ή στα ισπανικά επ’ ουδενί στοιχειώνει «ενδογλωσσική» μετάφραση, κι ας ανήκουν και οι δύο γλώσσες αφίξεως στη λατινική / ρωμανική ομογλωσσία.
Προτίμησα να αρχίσω έτσι, με την nomenclatura, που αίρει –στα μυαλά των δύο ποιητών– την όποια παθογένεια των ποιητικών μεταφρασμάτων, όταν συγκρίνονται με τα πρωτότυπά τους, και απαλλάσσει αυτομάτως τους μεταφραστές-ποιητές για παν αμάρτημα παρ’ αυτών πραχθέν λόγω, έργω ή διανοία! Πιστεύουν, δηλαδή, ότι με τη χρήση ιδιαίτερης επιλεκτικής ορολογίας ξορκίζουν το «κακό» και με τις γάζες της κλείνουν για πάντα στο σώμα της λογοτεχνίας  τις πληγές που άνοιξαν αυτοβούλως οι ίδιοι. Αυτός είναι και ο λόγος που, μολονότι είναι και οι δύο τους δεινοί δοκιμιογράφοι και κοφτερές κριτικές διάνοιες, όχι μόνο δεν μεριμνούν καθόλου ως προς το να αναπτύξουν, έστω και στοιχειώδη μεταφραστικό προβληματισμό, αλλά περιπίπτουν εννέα φορές στις δέκα σε αφόρητες κοινοτοπίες.
Αλλά επειδή το θέμα μας εδώ είναι μόνο ο Σεφέρης, του λοιπού θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με αυτόν. Αμέσως μετά τη γενικευτική και τρόπον τινά αφοριστική άποψή του σχετικά με το πόση ικανοποίηση δίνει η μετάφραση των ποιημάτων, γράφει τα εξής:

Όσο καλά και να δουλέψει κανείς, όσο επιτυχής και αν είναι, θα υπάρχει πάντα ένα αντικείμενο –το πρωτότυπο– που μένει εκεί για να μας δείχνει πως βρισκόμαστε πάντα χαμηλότερα από το σωστό, πως ακόμη κι αν πάμε ψηλότερα, πάλι χαμηλότερα θα είμαστε· αλίμονο αν προσπαθήσουμε να καλυτερέψουμε το ποίημα που μεταφράζουμε.

Φως-φανάρι πως πρόκειται για περίτεχνες αφέλειες, που αντέχεις να τις διαβάσεις, μόνο και μόνο επειδή είναι όντως περίτεχνα δοσμένες… επειδή είναι, δηλαδή, κυριολεκτικώς φιλοτεχνημένες. Γιατί ποιός μιλάει πια –για να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς το επιφώνημα του Σεφέρη–αλίμονο, για «το σωστό», χωρίς να κινδυνεύει να φαίνεται τουλάχιστον γραφικός; Δεν υφίσταται «το σωστό», το αληθώς και αντικειμενικώς και καθολικώς ισχύον ως τέτοιο.
Η μετάφραση δεν χωρεί στον κανόνα των φυσικών επιστημών –πέραν του ότι επ’ ουδενί είναι επιστήμη–, όπου το ένα ισχύει δια παντός και έναντι παντός. Στη μετάφραση υπάρχουν πολλά «σωστά», τόσα πολλά δε όσοι και οι μεταφραστές που έχουν μεταφράσει ένα δεδομένο ποιητικό κείμενο. Εννοείται, βεβαίως, ότι δεν λέμε πως στις μεταφράσεις δεν εμφιλοχωρούν λάθη – κάθε άλλο! Μιλώντας, όμως, για λάθη σε ένα μετάφρασμα, δεν μπορούμε παρά να περιοριζόμαστε σχεδόν πάντα σε λάθη σημασιακού χαρακτήρα, παναπεί σε λάθη οφειλόμενα στην καθαρή εκ μέρους του μεταφραστή άγνοια περί τις σημασίες των γλωσσικών σημείων που προκαλεί το erratum. Κανονικώς εχόντων των πραγμάτων hotel de ville δεν είναι το ξενοδοχείο της πόλης, αλλά το δημαρχείο της, η δε έκφραση its raining cats and dogs ουδόλως σημαίνει ότι βρέχει γατόσκυλα, αλλά ότι –όπως το λέμε συνήθως στα ελληνικά– ρίχνει καρεκλοπόδαρα. Σε μια μετάφραση ποιητικού κειμένου, ωστόσο, δεν αποκλείεται καθόλου μα καθόλου να βρέχει γατόσκυλα στο ξενοδοχείο της πόλης, αφού, άλλωστε, δεν έχει αποκλεισθεί, σε ένα πρωτότυπο ποίημα να «κυκλοφορούν» επιμελεία Απόστολου Μελαχρινού και Ανδρέα Εμπειρίκου προτάσεις και φράσεις όπως Τα ρόδα ξενιτεύονται σε μνημική εξορία και Τα σμήνη των βεγγαλικών μέσ’ στα μπουκέτα. Ποιό είναι, άραγε, «το σωστό» – το ένα σωστό;
Κι έπειτα δεν ισχύει ούτε εκείνο το αφοριστικό και οιονεί παράλογο ακόμη κι αν πάμε ψηλότερα από το σωστό, πάλι χαμηλότερα θα είμαστε. Καλώς ή κακώς τίποτα δεν μετριέται έτσι στη μετάφραση. Τέτοια λόγια δεν είναι παρ’ απλώς «ξόρκια». Τόσο στη συγγραφή όσο και στη μετάφραση ενός ποιήματος διαδραματίζουν εξωτερικό ρόλο οι ίδιοι ακριβώς σημασιακοί, συντακτικοί, πραγματολογικοί, υφολογικοί, αισθητικοί «δρώντες» καθαυτούς· όπως γράφεται εξωτερικώς το πρωτότυπο, έτσι γράφεται εξωτερικώς και το μετάφρασμα. Επειδή τους εσωτερικούς «δρώντες» του πρωτοτύπου δεν τους γνωρίζουμε –εκτός και αν έχουμε τη μαρτυρία του ίδιου του ποιητή, την οποία και μπορούμε (χωρίς, πάντως, να υποχρεούμαστε) να τη λάβουμε υπόψη–, αυτό που κατά κανόνα κάνουμε είναι να τους αποκωδικεύουμε ερμηνευτικά· στο ανακωδικευμένο μετάφρασμα δεν γίνεται αλλιώς παρά να εκφρασθούν οι ειρημένοι εσωτερικοί «δρώντες» μόνο κατά το προσωπικό ήθος του μεταφραστή και με βάση τους μορφολογικούς κανόνες και τα πολιτιστικά συνυφαινόμενα της γλώσσας αφίξεως. Άρα, όχι μόνο δεν χωρούν καθόλου στη μετάφραση τα σχήματα του τύπου «ψηλότερα» και «χαμηλότερα», αλλά και δεν ισχύει καν η αποστροφή για το επαπειλούμενο κακό, αν αλίμονο, προσπαθήσουμε να καλυτερέψουμε το ποίημα που μεταφράζουμε.
Πιο κάτω στο Προλόγισμά του ο Σεφέρης εξηγεί για ποιόν ακριβώς λόγο έδωσε στο βιβλίο του το περίεργο τίτλο Αντιγραφές:

Όταν μεταφράζουμε από μια ξένη γλώσσα που ξέρουμε λίγο ή πολύ, σε μια γλώσσα –τη δική μας– που μας είναι έμφυτη και την αγαπούμε περισσότερο, κάνουμε κάτι, μου φαίνεται, σαν εκείνους τους ανθρώπους που βλέπουμε στα μουσεία, προσηλωμένους με πολλή προσοχή, ν’ αντιγράφουν, είτε για ν’ ασκηθούν είτε γιατί κάποιος τους το παράγγειλε, πίνακες διαφόρων ζωγράφων.

Αντιπαρερχόμαστε χωρίς σχόλια τα περί αγάπης σχετικά με τις γλώσσες, καθότι είναι λόγια και πάλι εξόχως αφελή, και κρατάμε το εικαστικό κριτήριο που εισάγει ο Σεφέρης, για να χαρακτηρίσει τη φύση της μετάφρασης, ή, καλύτερα, του κάθε μεταφράσματος. Από τη μία θεωρεί το πρωτότυπο ως μοναδικό έργο ζωγραφικό, που υπάρχει διατιθέμενο σε όλων τα βλέμματα σε κάποιο μουσείο, και από την άλλη βλέπει το μετάφρασμα ως μιαν απόπειρα αντιγραφικής αναπαραγωγής του πρωτοτύπου. Αλλά, ενώ η σύλληψη του Σεφέρη είναι όντως μεγαλοφυής (και αν το καλοσκεφτούμε, μας πηγαίνει κατ’ ευθείαν στα ωραιότερα και στα πλέον προσφυή επιχειρήματα πλατωνικών διαλόγων σαν το Θεαίτητο και τον Κρατύλο), δεν φτάνει παρά μόνο μέχρι τα μισά του δρόμου, λες και κάπου σκοντάφτει – για να μην πω: λες και κάπου θέλει πάντα να σκοντάφτει. Παρόλο που δεν το λέει, μοιάζει σαν να μην του περνάει καν από το μυαλό ότι αντιγραφές του ίδιου πίνακα μπορούν άνετα να παραγάγουν πλείονες του ενός αντιγραφείς. Αν το είχε σκεφτεί, θα είχε σίγουρα αποφύγει να μιλήσει πιο πάνω για «το σωστό», και μάλιστα θα το είχε αποφύγει για δύο λόγους: πρώτον, επειδή έτσι «το σωστό» είναι αποκλειστικά και μόνο το πρωτότυπο, μην αφήνοντας καθόλου χώρο ορθότητας για τις αντιγραφές του· και δεύτερον, επειδή, αν τα μεταφράσματα του πρωτοτύπου είναι πλείονα του ενός, τότε ή κανένα τους δεν είναι «το» σωστό (σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη) ή όλα τους είναι σωστά, πράγμα που δεν φαίνεται ότι ασπάζεται με κανέναν τρόπο ο Σεφέρης, αδικώντας και τον εαυτό του.
Αλλά γιατί έπιασε και αντέγραψε πίνακες διαφόρων ποιητών-ζωγράφων και γιατί συγκέντρωσε και δημοσίευσε τις αντιγραφές του σε ιδιαίτερο τόμο, βάζοντας τον Γέιτς μαζί με τον Κλωντέλ, και τον Πωλ Βαλερύ παρέα με τον Ανρί Μισώ, για να μείνουμε μόνο σε αυτούς; Ας ακούσουμε τί μας λέει:

Αλήθεια, η δουλειά που συγκεντρώνω εδώ είναι η επιλογή από μιά ευρύτερη προσπάθεια που έκαμα για να δοκιμάσω τί μπορεί να σηκώσει, στα χρόνια που έζησα, η γλώσσα μας. Εκτός από το κίνητρο αυτό, δεν έχει άλλον ειρμό η συλλογή αυτή, και δε θα ήταν σωστό να της αποδοθεί ο σκοπός της ανθολόγησης ή της αξιολόγησης.


Ο σκοπός αυτός ακούγεται ευγενής, οι δε ευγενείς προθέσεις του «αντιγραφέα» ουδόλως αμφισβητούνται. Πρόκειται για ομολογία ειλικρινή και σταράτη. Στο νου του είχε μόνο ένα ενέργημα προς δύο κατευθύνσεις: να μεταφράσει ποιητικά κείμενα και να ελέγξει το ενέργημά του αυτό διαπιστώνοντας, πρώτα, αν δια της γραφίδος του μπορούν όντως να μεταφερθούν στη γλώσσα μας κείμενα ξένα και, δεύτερον, αν αντέχουν να υπάρχουν ακόμη ύστερα από τη μεταφορά τους. Αφού τα δημοσίευσε, πάντως, σίγουρα απαντά καταφατικά στο δεύτερο ερώτημά του: κατά τη γνώμη του, όντως αντέχουν στη γλώσσα μας – τους πάει, με άλλα λόγια, το ελληνικό γλωσσικό ένδυμα. Και, άρα, με ένα υπόρρητο επιχείρημα a minore ad maius, μπορούν και άλλοι ποιητές να «αντιγράψουν» ξένα ποιητικά κείμενα και να τα ντύσουν ελληνικά – οπότε έτσι απαντάται καταφατικά και το πρώτο ερώτημά του, που ενδεχομένως (: διάβαζε σίγουρα) απασχολούσε και άλλους ποιητές.
Όμως έτσι ο Σεφέρης βλέπει τη μετάφραση πολύ στενά – για να ακριβολογούμε: πιο στενά δεν γίνεται! Αν κάτι μεταφράζεται, μεταφράζεται από όλες τις γλώσσες προς όλες τις γλώσσες. Και επειδή ό,τι λέγεται σε μία γλώσσα και άπαξ λεγόμενο αποτελεί μόριο του γλωσσικού σύμπαντος, μεταφράζεται δυνητικά σε όλες τις άλλες γλώσσες. Πώς μεταφράζεται; Μολονότι δεν είναι τούτος ο κατάλληλος τόπος για να μιλήσουμε εξαντλητικά για τον σχετικό τρόπο, θα αρκεσθούμε να πούμε ότι γενικώς η μετάφραση γίνεται κάπως… με κάποιον τρόπο – ακόμα και με «αντιγραφή»! Γίνεται δηλαδή «οπωσδήποτε», τόσο με τη νεοελληνική σημασία της λέξης, όσο και με την αρχαιοελληνική της, που σημαίνει –το είπαμε ήδη– «με κάποιο τρόπο».
Τη μέριμνα, όμως, του Σεφέρη, όπως τη διαβάσαμε να εκφράζεται, την τονίζει η αγωνία του για κάτι άλλο: για το αν η δημοτική γλώσσα, που πολεμήθηκε τόσο πολύ και με κάθε μέσο από τα κέντρα και τις συμμορίες της καθαρολογίας, μπορεί να φανεί αντάξια στο να αντέξει υψηλά έργα άλλων κουλτουρών. Μπορεί κάτι τέτοιο να ακούγεται «ξεπερασμένο» ή «άνευ σημασίας» στις μέρες μας, τότε όμως, οπού διατυπώθηκε, δεν ήταν. Κάθε άλλο μάλιστα! Ο συνήθης κατά της δημοτικής ψόγος ήταν ότι, ενώ είναι ενδεχομένως (δηλαδή: όχι πάντα!) κατάλληλη για να γραφούν σε αυτήν έργα λογοτεχνικά, δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος των υψηλών έργων της επιστήμης. Από ό,τι φαίνεται, προς στιγμήν ακόμα και ο Σεφέρης ξεχνά ότι η μετάφραση είναι λογοτεχνία! Για το δεύτερο μέρος του ψόγου, αρνούμαι να χαλαλίσω έστω και μία αράδα.
Όμως, αλήθεια, τί τον έπιασε τον Σεφέρη (παρόλο που παραδέχεται ότι δεν είναι πολύ ικανοποιητικό το αποτέλεσμα της επιλογής του) και εξελλήνισε όλα τα κύρια ονόματα και γέμισε με τελείες τα επώνυμα των ποιητών πάνω από όσα σύμφωνα δεν διαθέτει φθογγολογικό ισότιμό τους η ελληνική; Τί είδους παραχώρηση προς το καθαρολογικό πνεύμα είναι αυτή από έναν κορυφαίο στυλοβάτη της δημοτικής λαλιάς; Δεν είναι, αλήθεια, εκτρωματικό να διαβάζουμε Έσρας Πάουνδ (με τελεία πάνω από το δ) και Ανδρέας Ζιδ (με δύο τελείες πάνω από το Ζ και το δ);! Τέλος πάντων – δεν είναι μεν το θέμα μας εκεί, αλλά, όπως και να το κάνουμε, μας ξενίζει ο τρόπος… και πολύ μάλιστα
Εκτός από «αντιγραφή» η μετάφραση είναι για τον Σεφέρη και κάτι άλλο, το οποίο προεξαγγελτικώς χαρακτηρίζω και ως την κύρια συμβολή του στον μεταφραστικό προβληματισμό. Γράφει ο Σεφέρης:

Τέλος θα έπρεπε ίσως να σημειώσω συνοπτικά ότι η μετάφραση από ξένες γλώσσες είναι σα να μεταφέρουμε στον τόπο μας ένα ελάχιστο απόσπασμα ενός ολόκληρου κόσμου, του κόσμου της γλωσσικής έκφρασης –θα έλεγα της ποιητικής τάξης– όπου ανήκει το ποίημα. Και αν πάρω την περίπτωση ενός ακραίου αναγνώστη, μου φαίνεται κάποτε ότι η προσπάθειά του πρέπει να μοιάζει μ’ εκείνη του φυσιοδίφη, που από το τυχαίο εύρημα ενός σπονδύλου είναι υποχρεωμένος ν’ ανασυστήσει ένα ολόκληρο προκατακλυσμιαίο θηρίο. Υπερβολή. Αλλά μου είναι χρήσιμη, γιατί δείχνει ότι το μεταφρασμένο ποίημα δεν μπορεί να έχει, με τη νέα του μορφή, τις ίδιες λειτουργίες, που είχε στη γλώσσα που το γέννησε. Στις καλές περιπτώσεις μπορεί να έχει άλλες αξιοπρόσεχτες λειτουργίες, που συγγενεύουν ωστόσο με την πρωτότυπη δημιουργία στη γλώσσα του μεταφραστή.

Στις γραμμές, που προηγήθηκαν, ακούγονται σπαράγματα από τη γνωστή περί γλώσσας και μετάφρασης θεωρία του Χέρντερ και του Χούμπολτ. Το ποίημα, που γεννιέται και μεγαλώνει σε συγκεκριμένο κόσμο φυσικής γλώσσας, (μπορεί να) υπάρχει μόνο εκεί, διότι μόνο εκεί (μπορεί να) επιτελεί όλες τις γλωσσικές λειτουργίες, επί τη βάσει των οποίων έχει γραφεί. Εκεί, επίσης, βρίσκεται και το πολιτιστικό του θεμέλιο, η κουλτουραλική του κρηπίδα, που είναι αδύνατο να μετακινηθεί. Η κοσμοθέαση (γερμανιστί Weltansicht) του ποιητή, που εκφράζεται δια του ποιήματός του, υπακούει σε μιαν εθνογλωσσική κοσμοθεωρία (γερμανιστί Weltanschauung) στέρεα και αμετακίνητη. Το ποίημα, το κάθε ποίημα δηλαδή, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα γραπτό κοσμοείδωλο (γερμανιστί Weltbild) της ποιητικής κοσμοθέασης μέσα από τον φακό της εθνογλωσσικής κοσμοθεωρίας. Αυτά ο Σεφέρης ίσως τα εγνώριζε, ίσως πάλι να μην τα εγνώριζε. Εν πάση περιπτώσει, όμως, τα αισθανόταν τουλάχιστον ενστικτωδώς, γι’ αυτό και είναι αρκετά εφεκτικός μπροστά σε ό,τι αφορά τη «μετάφραση» ως δημιουργία… γι’ αυτό και μιλάει για «το σωστό» και γι’ αυτό επιστρατεύει το εικαστικό κριτήριο της «αντιγραφής» (της «reproduction»), ενώ θέλει να πει για την κατ’ αρχήν μη μεταφραστότητα της ποίησης, θέση την οποία κατά βάθος ασπάζεται. Οπότε και μπορούμε να πούμε το φαινομενικώς, αλλά όχι πραγματικώς παράδοξο ότι μεταφράζει για να αποδείξει τη μη δυνατότητα υπάρξεως μεταφράσεων.
Παρόλο που δεν το λέει ρητά, από την έννοια του κοσμοειδώλου ξεκινά τον μεταφραστικό του αγώνα ο Σεφέρης – αγώνα, που για να λέμε την αλήθεια, είναι πολύ μεγάλος, ασχέτως του αν μας ικανοποιούν ή όχι τα αποτελέσματά του. Επειδή είναι ποιητής (και ταυτίζεται με τους ποιητές ως πρωτότυπους δημιουργούς), στο βάθος του νου του γνωρίζει ότι, όποτε μεταμφιέζεται σε μεταφραστή (με όσες «ποιητικές» αρετές και αν κοσμείται), πάντα θα αναγκάζεται να καταλαμβάνει αυθαιρέτως και εν γνώσει του στο μετάφρασμα μεγάλα τμήματα της ποιητικής auctoritas ενός συναδέλφου του, και αυτό είναι κάτι που ο ίδιος δεν θέλει καν να το σκεφθεί ότι θα μπορούσε να συμβεί ποτέ στα δικά του πρωτότυπα δημιουργήματα. Αυτό το νόημα έχει, κατά τη γνώμη μου, η αναφορά στον «κόσμο» του ποιήματος.
Στο κάθε ποίημα, που γράφεται, ο Σεφέρης βλέπει τον κόσμο της γλώσσας ολόκληρης στη συγχρονία και τη διαχρονία της και μέσα στη δική της επικράτεια. Από τη στιγμή που κάποιος αναλαμβάνει να μεταφράσει το ποίημα, δεν μεταφράζει «κόσμο», αλλά «λέξεις»: τις τυπωμένες στο χαρτί μπροστά του λέξεις. Και τούτο είναι κάτι πιο λίγο και από ελάχιστο για τον Σεφέρη. Γι’ αυτό και η αγωνία του να μας εκμυστηρευθεί το επιχείρημα του φυσιοδίφη, και δη όχι από τη μεριά του μεταφραστή, αλλά από τη μεριά του αναγνώστη, και μάλιστα του «καλύτερου δυνατού» – ό,τι και αν σημαίνει τούτο το τελευταίο. Η ιδέα του ευρεθέντος σπονδύλου (δηλαδή του ταπεινού μεταφράσματος), δια του οποίου ανασυστήνεται ένα γιγαντιαίο προκατακλυσμιαίο θηρίο (δηλαδή το γιγαντιαίο context, μέσα στο σύμπαν του οποίου γεννήθηκε το ποιητικό πρωτότυπο του μεταφράσματος), τού είναι αναγκαία, όχι γιατί πραγματικά πιστεύει ότι υπάρχει ποτέ περίπτωση να το ανασυστήσει, αλλά για να δικαιολογήσει, έστω και με τα πλέον ισχνά επιχειρήματα, την επιμονή του να είναι «φυσιοδίφης».
Έχω την εντύπωση (και ας με συγχωρήσει η ιερή μνήμη του ποιητή) ότι με μερικές περίτεχνες αφέλειες και με κάμποσα –κατά τη γνώμη μου– ηθελημένα «ήξεις-αφήξεις» καταλήγει στο να υποδιατυπώνει μεν τον κανόνα της κατ’ αρχήν μη μεταφραστότητας της ποίησης, αλλά και να τον αναιρεί συνάμα με το παράδειγμά του, καθώς αφ’ ενός μεν ο ίδιος μεταφράζει πλήθος κειμένων, και αφ’ ετέρου γράφει ότι ανεξαρτήτως του τί είναι και τί κάνει το πρωτότυπο με το άπαν των ποιοτήτων του, το μεταφραστικό αποτέλεσμα στις καλές περιπτώσεις μπορεί να έχει άλλες αξιοπρόσεχτες λειτουργίες, που συγγενεύουν ωστόσο με την πρωτότυπη δημιουργία στη γλώσσα του μεταφραστή. Έχω την εντύπωση ότι με τα λόγια του αυτά ο Σεφέρης ανοίγει –ενστικτωδώς μεν, και πάλι ηθελημένα όμως– μια πόρτα για να περάσει η μεταγενέστερη θεωρία περί της διπλής πατρίδας των μεταφρασμένων κειμένων. Περί αυτού, όμως, άλλη φορά, και με την πρόσφορη για κάτι τέτοιο αφορμή.







[1] Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης [πρώτη έκδοση, Απρίλιος 1965· φωτολιθογραφική ανατύπωση (με διορθώσεις) 1969·], δεύτερη έκδοση (οριστική με επίμετρο), Ίκαρος, Αθήνα 1978, σελ. 7-8. Τη δεύτερη έκδοση λαμβάνουμε υπόψη μας για τη σύνταξη του παρόντος σύντομου δοκιμίου.