Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι πολιτικές παρεμβάσεις του Γιώργου Θεοτοκά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι πολιτικές παρεμβάσεις του Γιώργου Θεοτοκά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Οι πολιτικές παρεμβάσεις του Γιώργου Θεοτοκά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα




«Εμείς δεν ζητούμε τίποτα άλλο
παρά ελευθερία, νομιμότητα και φρόνηση»

(Θεοτοκάς)

Μαρία Παλακτσόγλου

Εισαγωγή

Τον Ιούλιο του 1965, η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα περνούσε για μια ακόμα φορά μια σοβαρή και επικίνδυνη κρίση, όταν, με την επέμβαση του βασιλιά, παραιτήθηκε ο νόμιμα εκλεγμένος πρωθυπουργός και αρχηγός της Ένωσης Κέντρου, Γεώργιος Παπανδρέου. Ακολούθησε μια περίοδος πολιτικής αστάθειας που κατέληξε στη γνωστή και μοιραία για τη χώρα Απριλιανή δικτατορία (1967).

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, πολιτικός στοχαστής και «μαχητικός διανοούμενος»[1] από τα πρώτα χρόνια της συγγραφικής του ζωής, ξεκίνησε τότε (Ιούλιος 1965) μια έντονη πολιτική αρθρογραφία στην εφημερίδα «το Βήμα», όπου σχολίαζε την επικρατούσα πολιτική κρίση. Ο ίδιος, δικαιολογώντας μέχρις ενός σημείου την σχετική πολιτική παρέμβαση, δήλωνε σε συνέντευξh (1965):

[...] με την στάσι μου θέλησα να υποστηρίξω ωρισμένες αρχές, στις οποίες πιστεύω και που βασικά αφορούν την ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Θέλησα επίσης να εκφράσω την ανησυχία μου [...] για το πού πάμε. Διότι νομίζω ότι μπήκαμε σε έναν δρόμο επικίνδυνο για την Ελλάδα, [...] που ασφαλώς κανείς από τους υπευθύνους δεν είναι σε θέσι να μας πη σε τι καταστάσεις ο δρόμος αυτός θα καταλήξη (Θεοτοκάς, 1996: 1112-3).[2]

Στην παρούσα εισήγηση θα εξετάσουμε την πολιτική αρθρογραφία του Θεοτοκά κατά την περίοδο του Ιουλίου 1965 και του Ιανουαρίου 1966, η οποία εκδόθηκε από τον ίδιο και ως δοκίμιο με τίτλο Εθνική κρίση. Στη συνέχεια, αφού αναφερθούμε σύντομα στα αρνητικά σχόλια που δέχτηκε για την αρθρογραφία του, θα προσπαθήσουμε να εντάξουμε τις σχετικές πολιτικές του παρεμβάσεις στην ευρύτερη πνευματική και πολιτική του σκέψη.

Εθνική κρίση (1966) - Μια «μαρτυρική κατάθεση» [3]

Το πολιτικό δοκίμιο Εθνική κρίση είναι μια συλλογή έξι άρθρων, τα οποία δημοσιεύτηκαν μετά τα πολιτικά γεγονότα των λεγόμενων «Ιουλιανών». Τα πέντε από αυτά δημοσιεύτηκαν κατά διαστήματα στην εφημερίδα «Το Βήμα» ενώ το έκτο υπήρξε κείμενο εισήγησης σε «Συμπόσιο για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση». Στα άρθρα προστέθηκε και μια εισαγωγή η οποία προδημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα (9 Φεβρουαρίου 1966). Τα άρθρα είναι:
«Η ελπίδα» (27 Ιουλίου 1965)
«Πού πάμε;» (8 Σεπτεμβρίου 1965)
«Η εθνική κρίση και οι νέοι» (15 Σεπτεμβρίου 1965)
«Τα βαθύτερα αίτια της κρίσης» (29 Σεπτεμβρίου 1965)
«Γλώσσα και Παιδεία» (16 Νοεμβρίου 1965)
«Εθνική προοπτική» (1 Ιανουαρίου 1966)

Από μια πρώτη ματιά, το δοκίμιο Εθνική κρίση αποτελεί μία «χαλαρή» συγκέντρωση άρθρων με κοινό σημείο αναφοράς τα γεγονότα του Ιουλίου 1965. Ο Θεοτοκάς υποστηρίζει, μάλιστα, στον πρόλογο ότι τα άρθρα που απαρτίζουν το δοκίμιο είναι «κομμάτια από διαλόγους ελλειπτικούς και ασύνδετους, που γίνονται στο κατάστρωμα του πλοίου την ώρα της μεγάλης τρικυμίας» και ότι «εκφράζουν εικασίες, προσδοκίες, φόβους, αγωνίες και θέτουν ερωτήματα που μένουν χωρίς απάντηση» (Θεοτοκάς, 1996: 1134). Αν και οι δηλώσεις του συγγραφέα «κοινοποιούν» κάποιο βαθμό χαλαρότητας ή ανεπάρκειας στο δοκίμιο, εν τούτοις κατευθύνουν την προσοχή του αναγνώστη στην υψηλή επικινδυνότητα της κρίσης και στην αναζήτηση των αιτιών ή των πιθανών διεξόδων από αυτήν. Σε τούτο συμβάλλει και η αναφορά, που γίνεται στον πρόλογο, της παραστατικής εικόνας «του πλοίου που βρίσκεται σε ώρα μεγάλης τρικυμίας», ένας προσφιλής για τον συγγραφέα ευρύτερος συμβολισμός της Ελλάδας και της ταραγμένης κατά καιρούς πολιτικής της ζωής.

Ο Θεοτοκάς, ξεκινά το δοκίμιο με το γνωστό δίστιχο του Σολωμού: «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι αγαπημένε/ πάντοτ’ευκολόπιστε και πάντα προδομένε». Με το δραματικό αυτό άνοιγμα καθορίζει, από τη μια, το κοινό στο οποίο απευθύνεται και για το οποίο αρθρογραφεί (ελληνικός λαός) και, από την άλλη, τον βασικό άξονα της θεματογραφίας του (προδοσία-«Ιουλιανά»)

Σύμφωνα με τον Θεοτοκά ο ελληνικός λαός, αν και είναι στην πραγματικότητα απλός, φιλειρηνικός και ήμερος, δεν διστάζει να φτάσει στα άκρα ή να μεγαλουργήσει όταν το απαιτούν οι περιστάσεις (Έπος του Σαράντα). Ο λαός αυτός, όντας «ευκολόπιστος», κατά τον Σολωμό, συχνά-πυκνά έχει «γελαστεί» ή και προδοθεί από τους κυβερνώντες του. Στην προκειμένη περίπτωση των «Ιουλιανών», με τη βεβιασμένη παραίτησή του νόμιμα εκλεγμένου Πρωθυπουργού, ο ελληνικός λαός έχει υποστεί μια νέα «προδοσία». Η βούλησή του έχει ακυρωθεί και τα δημοκρατικά του δικαιώματα έχουν καταπατηθεί, αφού «δεν λογαριάζεται η επιθυμία του [...] και προδίδεται η εντολή του, μόλις ενάμισυ χρόνο μετά την πανηγυρική της εκδήλωση» (Θεοτοκάς, 1996: 1098). Για τον συγγραφέα λοιπόν η πολιτική κρίση ξεκινά από την ακύρωση της «θεμελιακής για το δημοκρατικό πολίτευμα αρχής της πλειοψηφίας» και την καταπάτηση των δικαιωμάτων του λαού.

Ο Θεοτοκάς θεωρεί υπεύθυνους για την σχετική κρίση τους «άρχοντες», οι οποίοι καθορίζονται ως: «όλ[οι] εκείν[οι] [οι] παράγοντες, [οι] ανακτορικ[οί], πολιτικ[οί], οικονομικ[οί] και άλλ[οι], που ρυθμίζουν ουσιαστικά τις εθνικές μας τύχες, ανεξάρτητα από τίτλους και αξιώματα» (Θεοτοκάς, 1996: 1100). Οι άνθρωποι αυτοί, «άνθρωποι ισχύος» που ορίζουν τις τύχες του λαού με τις αποφάσεις τους, ανήκουν στο κόμμα της Δεξιάς, το οποίο φέρει αποκλειστικά τις ευθύνες για την έκκρυθμη πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα.

Ο Θεοτοκάς ορίζει τη Δεξιά ως ένα «πολύπλοκο σύμπλεγμα από δυνάμεις ετερόκλητες, φανερές και σκοτεινές», η οποία με τον συντηρητισμό της κρατά τον τόπο «μισόν αιώνα πίσω από το σήμερα (ενν. 1965)» (Θεοτοκάς, 1996:1099). Επεξηγώντας την ανομοιογένεια της Δεξιάς, στην οποία αναφέρεται, δίνει και έναν αναλυτικό κατάλογο του πολιτικού πεδίου από το οποίο προέρχονται τα μέλη της. Τα μέλη αυτά είναι «οπαδοί του μοναρχισμού, άνθρωποι της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών, αντιδραστικοί πολιτευτές του παλαιού αντιβενιζελισμού, φανατισμένοι σκοταδιστές της παιδείας, έξαλλοι νεοφασιστές, [...] πρώην φιλελεύθεροι και δημοκρατικοί» (Θεοτοκάς, 1996: 1129). Ενωτικά στοιχεία αυτής της μεγάλης και ανομοιόμορφης ομάδας είναι η εθνικιστική ιδεολογία και ο φόβος του κομμουνισμού.
Για τον συγγραφέα η «συντηρητική» Δεξιά υποδαυλίζει και συνεχίζει σκόπιμα το κλίμα του εμφυλίου, ακολουθώντας μια κινδυνολογική προπαγάνδα για την διασφάλιση της εθνικής ακεραιότητα της χώρας, χωρίζει τους Έλληνες σε «εθνικόφρονες» και «κομμουνιστές». Και τούτο γιατί:

Κάθε διαφορετική τοποθέτηση των πραγμάτων, υπηρετεί, λένε [ενν. οι Δεξιοί], την πολιτική του Δούρειου Ίππου, διασπά και εξασθενίζει το εθνικό μέτωπο και του ανοίγει ρήγματα, από όπου προβάλλει πάλι ο κίνδυνος της κομμουνιστικής εισβολής (Θεοτοκάς, 1996: 1128).

Είναι λοιπόν ο συντηρητισμός της Δεξιάς και οι φοβίες της για τον κομμουνισμό οι βαθύτεροι λόγοι που έχουν οδηγήσει την Ελλάδα σε περιπέτειες. Επί πλέον η Δεξιά φέρει την ευθύνη για την πολιτική αστάθεια και για το φαινόμενο «του πολιτικού μηδενισμού», του διασυρμού, δηλαδή, κάθε πολιτικής ιδεολογίας, που επικρατεί στη χώρα (Θεοτοκάς, 1996: 1101).

Μετά την οριοθέτηση της κρίσης και των υπαιτείων της, ο Θεοτοκάς στρέφεται σε μια συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων, τους νέους, τους οποίους προτρέπει να σταθούν μπροστά στα πολιτικά γεγονότα ψύχραιμα, να προετοιμαστούν για αγώνες και θυσίες και να αναπτύξουν τα σχέδια τους για τη μελλοντική διακυβέρνηση του τόπου. Άλλωστε όπως υποστηρίζει: «Η νέα γενεά πρέπει ν’αρχίσει να αναλαμβάνει τις ευθύνες της. Να συναισθανθεί ότι ο τόπος, από δω και πέρα, θα είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος δικός της» ((Θεοτοκάς, 1996: 1105).

Ο συγγραφέας φαίνεται ότι εναποθέτει όλες τις ελπίδες του στους νέους αυτούς που θα διακυβερνήσουν τη χώρα στο μέλλον και πιστεύει ότι είναι ικανοί να φέρουν τις ποθούμενες αλλαγές. Η κυριότερη αλλαγή, που ο ίδιος ευελπιστεί να πραγματοποιηθεί, είναι η εξάλειψη της σκιάς του εμφυλίου και του φόβου της συντηρητικής μερίδας του λαού για τον κομμουνισμό. Άλλωστε η Ελλάδα της δεκαετίας του εξήντα έχει να αντιμετωπίσει σοβαρότερα προβλήματα, κυρίως οικονομικά και κοινωνικά, που συνδράμουν στην κοινωνική και ταξική ανισότητα, στην εγκατάλειψη της υπαίθρου και στην απώλεια πληθυσμού μέσω της μετανάστευσης.

Ειδικότερα για τα κοινωνικά θέματα της ταξικής ανισότητας, της ανεργίας και της κοινωνικής απομόνωσης ο Θεοτοκάς αναφέρει ότι αυτά είναι προβλήματα σοβαρά, που έχουν οδηγήσει μεγάλη μερίδα του πληθυσμού σε απόγνωση και συνάμα έχουν δημιουργήσει πολλές μνησικακίες εναντίον των «αρχόντων». Ο ίδιος πιστεύει ότι όλοι αυτοί οι πολίτες που «μνησικακούν» σε κάποια στιγμή θα ζητήσουν το δίκιο τους και θα δημιουργήσουν διάφορα προβλήματα στη χώρα (Θεοτοκάς, 1996: 1109). Ο λαός άλλωστε ζητάει από το Κράτος μεταρρυθμίσεις τολμηρές και ουσιαστικές (πολιτικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές) οι οποίες είναι αδύνατον να γίνουν από μια συντηρητική Κυβέρνηση. Ο Θεοτοκάς υποστηρίζει ότι η Κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, αν και δεν πραγματοποίησε όλες τις υποσχέσεις της στη λιγόχρονη παραμονή της στην εξουσία, έκανε κάποια αρχή, η οποία «με δόλο» αναχαιτίστηκε από τη Δεξιά. Γι’ αυτό και ο ίδιος ανησυχεί σοβαρά για το μέλλον και υποστηρίζει ότι οι εξελίξεις που έπονται θα είναι απρόβλεπτες αλλά και επικίνδυνες.[4]

Συνοψίζοντας λοιπόν θα λέγαμε ότι ο Θεοτοκάς ορίζει την κρίση που δημιουργήθηκε μετά τα «Ιουλιανά» ως πολιτειακή, κοινωνική και εθνική και υποστηρίζει ότι οφείλεται αποκλειστικά στις παρεμβατικές ενέργειες μιας συντηρητικής Δεξιάς, που δεν σέβεται τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού και αντιμετωπίζει κάθε ανανεωτική προσπάθεια με υποψία. Με τον τρόπο αυτό εγείρει το μένος του λαού και «ρίχνει» την Ελλάδα σε επικίνδυνες και απρόβλεπτες περιπέτειες.

Ο «ρόλος του συγγραφέα» και η «φιλελεύθερη» σκέψη του Θεοτοκά

Ο πολιτικός στοχασμός και οι παρεμβάσεις του Γιώργου Θεοτοκά στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας δεν είναι φαινόμενο που παρατηρείται μόνο στην δεκαετία του εξήντα. Σε διάφορες στιγμές της πνευματικής του παρουσίας δεν έπαψε να καταθέτει δημόσια και με παρρησία την προσωπική του γνώμη, η οποία είχε συμβουλευτικό και καθοδηγητικό χαρακτήρα[5]. Ο ίδιος δήλωνε:

Είμαι ένας ανεξάρτητος συγγραφέας [...] που ενδιαφέρεται για τις τύχες της πατρίδας του και αισθάνεται, σε κρίσιμες ώρες, την ηθική ανάγκη να πει τη γνώμη του για τα κοινά (Θεοτοκάς, 1996: 1172).

Οι κύριοι λόγοι που τον οδηγούσαν στις παρεμβάσεις αυτές βασίζονταν, σε πρώτο επίπεδο, στις προσωπικές του απόψεις για τον ρόλο του συγγραφέα και κατ’ επέκταση του πνευματικού ανθρώπου και, σε δεύτερο επίπεδο, στη φιλελεύθερη σκέψη του. Θα εξετάσουμε λοιπόν εδώ τους λόγους που τον παρότρυναν συχνά να γίνεται «πολεμικός» και να αρθρογραφεί με ιδιαίτερη συχνότητα σχολιάζοντας τα κοινά εστιάζοντας την προσοχή μας στην περίοδο 1965-1966. Ας ξεκινήσουμε όμως με ορισμένα από τα σχόλια που δέχτηκε για την Εθνική κρίση αλλά και την στάση του εν γένει κατά την περίοδο μετά τα «Ιουλιανά».

Αν και ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογο της Εθνικής κρίσης ότι η απήχηση που είχαν τα άρθρα του ήταν μεγάλη αφού ανταποκρίνονταν σε κάποιες ανάγκες των αναγνωστών[6], εν τούτοις ορισμένοι πνευματικοί άνθρωποι του καιρού του αντέδρασαν έντονα και αρθρογράφησαν εναντίον του, αντικρούοντας τα γραφόμενα του και σχολιάζοντας τις προθέσεις του, τις πολιτικές του πεποιθήσεις, τις ευθύνες του ως πνευματικού ανθρώπου ακόμη και την κατ’ αυτούς «ύποπτη» ή και «υποκινούμενη» συμπεριφορά του.

Ένας από τους σφοδρούς επικριτές του υπήρξε ο Πέτρος Χάρης, ο οποίος χαρακτήρισε σε άρθρο του την σχετική πολιτική παρέμβαση του Θεοτοκά ως «προδοσία». Η δήλωση αυτή του Χάρη έγινε αιτία για την αποχώρηση του Θεοτοκά από την ομάδα τον Δώδεκα αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, του ήταν αδύνατον να ανήκει στην ίδια ομάδα με κάποιον που τον χαρακτήριζε ως «προδότη» (Θεοτοκάς, 1996: 1111).

Σκληρότερος επικριτής του Θεοτοκά κατά την περίοδο αυτή υπήρξε ο πρόεδρος της Ακαδημίας, Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο οποίος καταφέρθηκε εναντίον του με τα άρθρα «Περί βλακείας» και «Αιδώς και Νέμεσις». Μέρος του δεύτερου άρθρου, μάλιστα, δημοσιεύτηκε, χωρίς κανένα σχόλιο, την επαύριο του θανάτου του Θεοτοκά.
Στο άρθρο «Περί βλακείας» ο Τσάτσος, οριοθετώντας την θεματολογία του, δηλώνει ότι θα αναλύσει την περίπτωση της «ημιβλακείας των διανοουμένων», τους οποίους χαρακτηρίζει ως «βαθύτατα χαλασμένα μυαλά» και «δημόσιο κίνδυνο» (Θεοτοκάς, 1996: 1314). Σύμφωνα με τον ίδιο, οι «ημιβλάκες διανοούμενοι» ή και «ημιβλάκες καλής πίστεως» «παρασύρονται από την ωργανωμένη δύναμη του κομμουνισμού και γίνονται αθέλητα όργανά του» ενώ χαρακτηρίζονται «από ένα πνεύμα αρχοντοχωριατισμού και δουλείας στις επιταγές του συρμού» (Θεοτοκάς, 1996: 1316-17). Από διάφορες αναφορές, που βρίσκονται στο άρθρο του Τσάτσου, είναι φανερό ότι κύριος στόχος του υπήρξε ο Θεοτοκάς, ο οποίος και δημοσίευσε το άρθρο «Ιδέες και πρόσωπα» ως απάντηση στον πρόεδρο της Ακαδημίας. Στο άρθρο σχολιάζει τα αρνητικά σχόλια εναντίον του και κατηγορεί τον Τσάτσο για «λιβελλογραφία», «φανατισμό» και «μισαλλοδοξία» (Θεοτοκάς, 1996: 1169)

Ο Τσάτσος, ανταπαντώντας στο Θεοτοκά, δημοσιεύει το «Αιδώς και Νέμεσις» όπου γίνεται επιθετικότερος και, κατηγορώντας τον Θεοτοκά για συκοφαντία, τον χαρακτηρίζει εκ νέου ως «ημιβλάκα», «αναιδή» και «υποχείριο» των κομμουνιστών (Θεοτοκάς, 1996: 1333). Όσο για την πολιτική κατάσταση της περιόδου και την δυσαρέσκεια του λαού, ο ίδιος δηλώνει ότι δεν τίθεται καν θέμα εθνικής κρίσης και ότι η συμπεριφορά του λαού ανάγεται σε ζητήματα ηθικής και όχι πολιτικής. Έτσι στην πραγματικότητα δεν ευθύνεται το κράτος για την κρίση αλλά η ιδιοσυγκρασία του Έλληνα και η παιδεία του με την ευρύτερη έννοια του όρου (Θεοτοκάς, 1996: 1334).

Τα σχετικά αρνητικά σχόλια που δέχτηκε ο Θεοτοκάς για την αρθρογραφία του τον απογοήτευσαν γιατί καταφέρονταν εναντίον των γενικότερων απόψεων και επιλογών του. Ένα από αυτά αφορούσε στις απόψεις του για το ρόλο του συγγραφέα και του πνευματικού ανθρώπου γενικότερα.

Οι απόψεις του Θεοτοκά για το ρόλο του συγγραφέα ή του πνευματικού ανθρώπου και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του είναι συγκεκριμένες[7]. Κατ’αρχάς υποστηρίζει ότι ο συγγραφέας ή ο πνευματικός άνθρωπος, είναι ένας ευαίσθητος δέκτης των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων που συμβαίνουν γύρω του και έχει τα κριτήρια να κρίνει μεροληπτικά καταστάσεις και γεγονότα (Θεοτοκάς, 1996: 458). Παράλληλα, θεωρεί ότι «πρέπει να είναι ελεύθερος να ανήκει σε όποια πνευματική σχολή ή σε όποια ιδεολογική παράταξη προτιμά και να γράφει τις απόψεις του», τους φόβους του και τις ανησυχίες του (Θεοτοκάς, 1996: 1095). Ο Θεοτοκάς προσθέτει ακόμα ότι ο κάθε πνευματικός άνθρωπος είναι εξίσου σεβαστός και όταν συμμετέχει ενεργά στους ιδεολογικούς αγώνες ή στις πολιτικές διαταραχές και όταν μένει απομονωμένος στον κόσμο του πνεύματος. Εκείνο που ζητά ο ίδιος όμως από τον πνευματικό άνθρωπο είναι να είναι δίκαιος και αληθινός και να ακολουθεί το πνεύμα του ανθρωπισμού (Θεοτοκάς, 1996: 1117-18).

Έτσι, σε πρώτο επίπεδο, η πολιτική παρέμβαση του Θεοτοκά κατά την περίοδο μετά τα «Ιουλιανά» είναι πράγματι συνεπής με τις απόψεις του σε σχέση με το ρόλο του του συγγραφέα ή του πνευματικού ανθρώπου. Και σε τούτο το σημείο έγκειται και η οργή που ένιωσε όταν γνωστοί συνοδοιπόροι και άλλοτε φίλοι, όπως ο Τσάτσος, καταφέρθηκαν εναντίον του. Η επίκληση τους να σταματήσει να μιλάει για τα κοινά και να «ξεσηκώνει την νεολαία»ή να παραπλανεί το πλήθος και οι χαρακτηρισμοί που του απέδωσαν - «προδότης» και «ημιβλάκας διανοούμενος» - τον «εξόργισαν», γιατί καταφέρονταν ακριβώς εναντίον της ιδεολογικής του άποψης ότι ο συγγραφέας έχει το δικαίωμα της «φωνής» και μπορεί να σχολιάζει πολιτικές καταστάσεις και να εκφέρει γνώμες.

Το δεύτερο αρνητικό σχόλιο που δέχτηκε, αφορούσε στην φιλελεύθερη σκέψη του και στις πολιτικές του επιλογές. Το σχετικό σχόλιο είναι του Κ. Τσάτσου, ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως «ημιβλάκα διανοούμενο» και ακούσιο «υποχείριο» των κομμουνιστών.

Αρχικά πρέπει τονίσουμε ότι ο Θεοτοκάς ποτέ δεν υπήρξε, εκούσια ή ακούσια οπαδός της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Αντίθετως, από τα πολιτικά του κείμενα απορρέει ότι ο ίδιος «έβλεπε» με μεγάλη υποψία τον κομμουνισμό και το κομμουνιστικό σύστημα γενικότερα και θεωρούσε ότι αυτό καταπατούσε και κατέλυε τα δημοκρατικά δικαιώματα του ανθρώπου (Θεοτοκάς, 1996: 808). Παράλληλα ο ίδιος δεν ήθελε να ανήκει σε καμιά οργάνωση, πράγμα το οποίο χαρακτήριζε ως «δέσιμο»[8] και είχε σε πολλές περιπτώσεις κατηγορηθεί και από τους Δεξιούς ως Αριστερός και από τους Αριστερούς ως Δεξιός.

Οι πολιτικές επιλογές και προτιμήσεις του Θεοτοκά εστιάζονταν στο χώρο του Κέντρου. Όντας οπαδός του ανθρωπισμού, του φιλευθερισμού, της μετριοπάθειας, αλλά και της προόδου και του εξευρωπαϊσμού της Ελλάδας, δύο ήταν οι πολιτικές μορφές που τον «άγγιξαν», και που, σύφωνα με τον ίδιο, φέρουν πολλές ομοιότητες: ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Γεώργιος Παπανδρέου[9]. Ειδικά για τον Γ. Παπανδρέου γράφει με θαυμασμό:

[...] είναι αρκετά ζωντανός και νέος στα μυαλά ώστε να σκέπτεται πολύ περισσότερο το μέλλον παρά το παρελθόν. Είναι συγχρονισμένο πνεύμα κι αληθινά ευρωπαϊκό. [...] στοχάζεται ταυτόχρονα εξίσου βαθιά και καθαρά, τα ελληνικά και τα πανευρωπαϊκά προβλήματα του καιρού μας (Θεοτοκάς, 2005: 457).

Για τον Θεοτοκά ο Γεώργιος Παπανδρέου εκφράζει τον πολιτικό ηγέτη που θα μπορέσει να ισορροπήσει πολιτικά την Ελλάδα και να την οδηγήσει στην εξέλιξη και στην ευημερία.

Επί πλέον ο ίδιος πίστευε ότι το Κέντρο ανταποκρινόταν από τη μια στις απαιτήσεις της περιόδου και στη λαϊκή βούληση, αφού αποτελούσε συνέχεια του πνεύματος των φιλευλευθέρων,[10] και από την άλλη ήταν σε θέση να φέρει κάποια ζωτική μεταρρύθμιση εθνικής και κοινωνικής ολκής. Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου μάλιστα υποστηρίζει ότι για τον Θεοτοκά «το Κέντρο ανεξάρτητα από τα κόμματα που το εξέφραζαν, υπήρχε ως ‘ενιαία και Μεγάλη Δημοκρατική Παράταξι’», ότι ο ίδιος του «απέδιδε [...] όλα τα στοιχεία που είχαν χαρακτηρίσει τους μεταρρυθμιστές του 1934-1944» και ότι η βασική προυπόθεση για την «υλοποίηση της μεταρρύθμισης» που θα μπορούσε να γίνει ήταν η ενότητά του (Χατζηβασιλείου, 2005: 1018).

Ανεξάρτητα από τις αλλεπάλληλες πολιτικές απογοητεύσεις του Θεοτοκά κατά τη διάρκεια του πενήντα και των αρχών του εξήντα, που εστιάζονταν γύρω από τα ρήγματα της ενότητας του Κέντρου[11], ο ίδιος την επαύριο των εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 1963 και της νίκης της Ένωσης Κέντρου ενθουσιάζεται και δηλώνει ότι «ο αέρας άλλαξε» και ότι οι έλληνες περιμένουν να δουν μια καινούρια εποχή» (Θεοτοκάς, 1996: 1051-52). Ο ενθουσιασμός του ολκείται από την πιθανότητα της «αλλαγής» που θα μπορούσε να φέρει μια νέα κυβέρνηση.
Στην νέα κυβέρνηση του Κέντρου ο Θεοτοκάς εναποθέτει όλες τις ελπίδες του για αλλαγή στην Ελλάδα, την προκοπή, δηλαδή, του τόπου και την εξύψωση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών μαζών. Τα αιτήματα αυτά φαίνεται ότι συμμερίζονται και οι ψηφοφόροι οι οποίοι έδωσαν με την ψήφο τους την σαφή νίκη στην Ένωση Κέντρου. Όσο για την ηγεσία του Κέντρου ο ίδιος υποστηρίζει ότι αυτή απαρτίζεται από μορφές αξιόλογες, με ηγετικές ικανότητες που θα μπορέσουν να δουλέψουν για το γενικό καλό[12].

Έτσι, σε δεύτερο επίπεδο η πολιτική παρέμβαση του Θεοτοκά μετά τα «Ιουλιανά» ελέγχεται από τη φιλελεύθερη σκέψη του και τις «κεντρώες» του πολιτικές επιλογές. Έχοντας σαφείς προσδοκίες και ελπίδες για το μέλλον της Ελλάδας, οι οποίες εκφράζονται από την κυβέρνηση Παπανδρέου και την Ένωση Κέντρου, τα «Ιουλιανά» έρχονται να ακυρώσουν τις ελπίδες του και να «θολώσουν» την εικόνα ενός καλύτερου «αύριο». Για τον λόγο αυτό παρεμβαίνει ενεργά στο πολιτικό προσκήνιο και αρθρογραφεί εναντίον της Δεξιάς, την οποία θεωρεί ως συντηρητική και ανίκανη να φέρει τις ριζικές αλλαγές που χρειάζεται ο τόπος. Μένει, λοιπόν, ο χαρακτηρισμός του Τσάτσου («υποχείριο» των κομμουνιστών). Θεωρούμε ότι αυτός είτε υποκινείται από την έκδοση του δοκιμίου Εθνική κρίση από έναν αριστερό εκδοτικό οίκο (Θεμέλιο) είτε ελέγχεται από την τάση της Δεξιάς να χαρακτηρίζει όποιον δεν ανήκει στο χώρο της ως Αριστερό.[13] Πάντως αν αντιπαραβάλουμε τον χαρακτηρισμό με τη φιλελεύθερη σκέψη του Θεοτοκά, αυτός παραμένει μετέωρος και σαθρός.

Σαν επίλογος

Συνοψίζοντας λοιπόν θα λέγαμε ότι ο Θεοτοκάς είδε την πολιτική κρίση του Ιουλίου 1965 ως ένα σοβαρό θέμα ύψιστης εθνικής σημασίας αλλά και ως αποτέλεσμα της λανθασμένης πολιτικής που ακολουθούσε η Δεξιά, που ενεργούσε με ασυνειδησία παρακινούμενη από ιδεολογικές επιταγές του παρελθόντος. Πολύ εύστοχα ο Ν. Αλιβιζάτος δηλώνει ότι για τον Θεοτοκά «τα «Ιουλιανά δεν υπήρξαν απλώς προδοσία, ούτε παροδικό συμβάν» αλλά «ήταν η διάψευση της ελπίδας μιας ζωής, της ελπίδας ότι η Ελλάδα μπορεί χωρίς βία να επουλώσει τις πληγές της, να ξεπεράσει τις κακοδαιμονίες της και να συμμετάσχει με τις ζωντανότερες δυνάμεις της στην οικοδόμηση της νέας Ευρώπης» (Αλιβιζάτος, 1996: 60).

Ο Θεοτοκάς στην δύσκολη για την Ελλάδα περίοδο (1965-1966) ακολουθώντας τόσο τις προσωπικές του πεποιθήσεις για τον ρόλο του ως πνευματικού ανθρώπου όσο και τις πολιτικές απόψεις και τα εθνικά του οράματα επενέβη μαχητικά με τα γραφόμενά του στα πολιτικά δρώμενα. Ο ίδιος συνιστούσε λίγο απλοϊκά ίσως την αποκατάσταση της δημοκρατίας και τον σεβασμό του λαού, αλλά δεν παρέλειπε να «κρούει τον κώδωνα του κινδύνου» λέγοντας:

Για να ζήσει το έθνος και να προκόψει πρέπει να βγει από την αποτελμάτωση και από τις φοβίες του υπερσυντηρισμού που μας κατέχει, και να βρει τολμηρές λύσεις των προβλημάτων του. Η δικτατορία, καθώς όλοι ξέρουμε, είναι μια πολύ δύσκολη, πολύ περίπλοκη επέμβαση, γεμάτη απρόοπτα και παγίδες, επικίνδυνη στο έπακρο [...] Μπορεί να κοιμηθούμε ένα βράδι, [...]και ν’ακούσουμε το άλλο πρωί, από το ραδιόφωνο, ότι κάτι άλλαξε στην Ελλάδα, μες στη νύχτα, και ότι μας κυβερνούν νέοι άνθρωποι με καινούρια συνθήματα και άγνωστες κατευθύνσεις (Θεοτοκάς, 1996: 1140-41)

Και αυτή η νύχτα ήρθε τον Απρίλιο του 1967 με την επιβολή της Δικτατορίας για να βυθίσει την Ελλάδα σε εφτά χρόνια αμέτρητων συμφορών.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλιβιζάτος, 1996
Αλιβιζάτος, Ν., «Πρόλογος», Στοχασμοί και Θέσεις, Πολιτικά κείμενα 1925-1966, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 1996
Βασιλικός, 2005
Βασιλικός, Β., Ο Γιώργος Θεοτοκάς και η Αριστερά, Μια μαρτυρία, Περιοδικό «Νέα Εστία», Έτος 79ο, Τόμος 158ος, Τεύχος 1784, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, Δεκέμβριος 2005, σελ. 1032-1034
Θεοτοκάς, 2005
Θεοτοκάς, Γ., Τετράδια ημερολογίου 1939-1953, Τρίτη αναστοιχειοθετημένη έκδοση, Πρόλογος: Μαζάουερ, Μ., Εισαγωγή-Επιμέλεια:Τζιόβας, Δ., Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 2005
Θεοτοκάς, 1996
Θεοτοκάς, Γ., Στοχασμοί και Θέσεις, Πολιτικά κείμενα 1925-1966, Τόμος α΄ και β΄, Πρόλογος: Αλιβιζάτος, Ν., Επιμέλεια: Αλιβιζάτος, Ν., Τσαπόγιας, Μ., Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 1996
Καστρινάκη, 2005
Καστρινάκη, Α., Κατασκευάζοντας την έμπνευση, Περιοδικό «Νέα Εστία», Έτος 79ο, Τόμος 158ος, Τεύχος 1784, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, Δεκέμβριος 2005, σελ. 906-919
Μοσχονάς, 2004
Μοσχονάς, Ε., Βιβλιογραφία Γιώργου Θεοτοκά, 1922 –1973, β΄έκδοση, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2004
Χατζηβασιλείου, 2005
Χατζηβασιλείου, Ε., Οι πίκρες της ωριμότητας: Ο Γιώργος Θεοτοκάς και το ελληνικό πολιτικό σύστημα, 1950-1966, Περιοδικό «Νέα Εστία», Έτος 79ο, Τόμος 158ος, Τεύχος 1784, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, Δεκέμβριος 2005, σελ. 1015-1031





[1] Ο χαρακτηρισμός «μαχητικός διανοούμενος» είναι του Γιάννη Παπαθεοδώρου (Παπαθεοδώρου, 2005: 985).
Τα πολιτικά κείμενα που έγραψε ο Γιώργος Θεοτοκάς, άρθρα και δοκίμια, ξεπερνούν τα 250 και βρίσκονται συγκεντρωμένα στο βιβλίο Στοχασμοί και Θέσεις, Πολιτικά κείμενα 1925-1966, τομ. α΄ και β΄, (βλέπε Βιβλιογραφία).

[2] Στο παράθεμα ακολουθούμε την ορθογραφία του Θεοτοκά.

[3] Το δοκίμιο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1966 από τις εδόσεις «Θεμέλιο» (Μοσχονάς, 2004: 77-8). Ο ίδιος ο Θεοτοκάς χαρακτηρίζει το σχετικό δοκίμιο ως «μαρρτυρική κατάθεση» της κρίσης των «Ιουλιανών» (Θεοτοκάς, 1996: 1134).

[4] Γράφει συγκεκριμένα: «Ναι, όποιος κοιτάζει λίγο μακρύτερα προαισθάνεται πως τέτοιες καταστάσεις δεν είναι πιθανό να βγούνε σε καλό. Κάτι κάποτε θα σπάσει, κάτι θα πάει στραβά και θα μπει σε κίνηση ο μηχανισμός των συμφορών, που τον είδαμε να λειτουργεί κι άλλες φορές (Θεοτοκάς, 1996: 1102).

[5] «Κυρίως πολιτικό στοχαστή [...]που επιθυμεί [...] να καθοδηγήσει:τους νέους προπάντων, αλλά και συνολικά την ελληνική κοινωνία» αναφέρει για τον Θεοτοκά η Α. Καστρινάκη (Καστρινάκη, 2005: 907).

[6] Αναφέρει ο Θεοτοκάς: «Η απήχηση, ωστόσο, που βρήκαν στο κοινό και κυρίως στους νέους –απήχηση που δεν είχα ξανασυναντήσει ποτέ στη συγγραφική μου σταδιοδρομία –μου επιτρέπει να νομίζω πως ανταποκρίθηκαν σε κάποια ανάγκη γενικότερη και όχι μόνο σε μιαν υποκειμενική διάθεση» (Θεοτοκάς, 1996: 1134).

[7] Υπάρχουν πολλά άρθρα του Θεοτοκά όπου μιλά για τον ρόλο του συγγραφέα και του πνευματικού ανθρώπου. Βλέπε ενδεικτικά τα άρθρα: από το βιβλίο Στοχασμοί και Θέσεις, Πολιτικά Δοκίμια 1925-1966, Τόμος α΄: «Η αποστολή του συγγραφέα» (1945) σελ. 454-460 και Τόμος β΄: «Ο Έλληνας συγγραφέας» (1955) σελ. 703-713 , «Η στράτευση του συγγραφέα» (1962) σελ. 989-990 και «Ο προορισμός του πνευματικού ανθρώπου» (1965) σελ. 1094-1096.

[8] Στο ημερολόγιό του γράφει: «Όχι δεν θέλω να δεθώ. Θα κάμω, λέω, τον αγώνα μου σα ανεξάρτητος. Δεν μπαίνω σε οργανώσεις» (Θεοτοκάς, 2005: 560).

[9] Από το ημερολόγιο: «Έχει [ο Παπανδρέου] κάτι από τον αέρα, τις ικανότητες, τη φύση του Βενιζέλου, του οποίου είναι ο πιο πιστός, ο πιο ορθόδοξος μαθητής» (Θεοτοκάς, 2005: 457).

[10] Από τα Πολιτικά Κείμενα επίσης σταχυολογούμε: «Ευτυχώς οι αρχηγοί μας δεν είναι υπέρ της πολιτικής μας αυτοκτονίας. Σκέφτηκαν πατριωτικά ότι, για το συμφέρον και την σωτηρία της Πατρίδας μας, πρέπει να εξακολουθήσει να υπάρχει ως ρυθμιστής του πολιτικού μας βίου, αυτή η μεγάλη ειρηνοποιός δύναμη ισορροπίας και ομαλής προόδου που λέγεται Δημοκρατικό Κέντρο και που είναι ο διάδοχος και συνεχιστής της μεγάλης πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου» (Θεοτοκάς, 1996: 728).

[11] Βλέπε σχετικό άρθρο του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, «Οι πίκρες της ωριμότητας: Ο Γιώργος Θεοτοκάς και το ελληνικό πολιτικό σύστημα, 1950-1966» (Χατζηβασιλείου, 2005: 1015-1031).

[12] Βλέπε το άρθρο του Θεοτοκά «Το Κέντρο στην εξουσία» (1963) όπου μιλά για τις ικανότητες του Γεωργίου Παπανδρέου και του Σοφοκλή Βενιζέλου (Θεοτοκάς, 1996: 1051).

[13] Ο Β. Βασιλικός γράφει για την έκδοση της Εθνικής κρίσης στον εκδοτικό οίκο «Θεμέλιο» και λέει χαρακτηριστικά ότι ο ίδιος έκανε «την κουμπαριά» ανάμεσα στον Θεοτοκά και τον ιδρυτή του εκδοτικού οίκου, Δημήτρη Δεσποτίδη (Βασιλικός, 2005: 1032).

Διαβάστε και εδώ

αλλά και σε προηγούμενη ανάρτηση του cantus firmus