Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΘΕΣΕΙΣ - ΜΟΥΣΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΘΕΣΕΙΣ - ΜΟΥΣΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Ο Γιώργος Γουναρόπουλος και η ποιητική του Συμβολισμού. Ζωγραφική 1912 - 1976


επιμέλεια- φωτογραφίες: Νότα Χρυσίνα



Εκατό και πλέον αντιπροσωπευτικά έργα της πορείας του μεγάλου εκφραστή της γενιάς του ΄30, Γιώργου Γουναρόπουλου (1889-1977) παρουσιάζονται στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Αποκαλύπτουν το προσωπικό ύφος της καλλιτεχνικής του πορείας αλλά και τις επιρροές που δέχτηκε ιδιαίτερα κατά την πρώιμη παρισινή περίοδό του
Ο Γουναρόπουλος μιλούσε για "τις τρεις διαστάσεις του φωτός που στα μάτια του θεατή συναιρούνται σε μία καταλυτική αίσθηση διαφάνειας οδηγώντας τον σε συνειρμούς πέρα από τον χρόνο".
Κράτησε τα έντονα περιγράμματα και εξαϋλωσε τις φιγούρες τις οποίες βούτηξε στο ονειρικό χρώμα καθώς το χρώμα του είναι η αρμονική μείξη περισσοτέρων του ενός αποχρώσεων που τα σκεπάζει, σχεδόν πάντοτε, μία αχλύ. 

Η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και Μουσειολογίας στο Α.Π.Θ, Ματούλα Σκαλτσά, σημειώνει: 
«Το έργο του Γουναρόπουλου απέναντι σ’ όλες τις φιλοσοφικές θεωρήσεις μοιάζει να συνθέτει την εικονογράφησή τους. Όταν είχε γίνει αναφορά στο στιλ του και στη σχέση του με τον σουρεαλισμό, είχε σημειωθεί πως πρόκειται για ιδεαλιστικό ρεαλισμό: μεταπλάθει και εξιδανικεύει την πραγματικότητα τόσο με τη βοήθεια του περιεχομένου  που επιλέγει, όσο και με τη συνδρομή καθαρά εικαστικών στοιχείων. Ο ίδιος βέβαια δεν διάβαζε τη σύγχρονη ελληνική φιλοσοφία, αλλά εκφράζει με το έργο του και με τα «πρωτόγονα και αφοριστικά» γραπτά του με αρκετές από τις συνισταμένες της: Προσπαθώντας να ορίσει τα όρια ζωγραφικής και αντικειμενικότητας, όπως λέει, δηλαδή θεωρώντας δεδομένο ότι η ζωγραφική αντλεί από τον αντικειμενικό κόσμο, εκφράζει, σε ορισμένες χειρόγραφες σημειώσεις του, την άποψη ότι «το ποιητικό μέρος, που δεν μπορούμε να το καθορίσουμε, γιατί περιέχει τα συναισθήματά μας», είναι αυτό που «κάνει την αντικειμενικότητα να είναι ζωγραφική».


Επιμέλεια έκθεσης: Τάκης Μαυρωτάς



Διάρκεια έκθεσης: 9 Μαρτίου – 13 Μαϊου 2016


Ώρες λειτουργίας: 
Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή: 10:00-18:00
Πέμπτη: 10:00-20:00 
(Ιούνιος-Σεπτέμβριος: 10:00-18:00)

Ο Γιώργος Γουναρόπουλος (G. Gounaro ) γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου του 1890 στην Σωζόπολη, μικρή παραθαλάσσια πόλη στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας στην Βουλγαρία. Η πόλη στους αρχαίους χρόνους ήταν αποικία Μυλησίων και ονομαζόταν Απολλωνία, προς τιμή του Θεού του φωτός . Από την εποχή του Βυζαντίου μέχρι σήμερα κατοικείται αποκλειστικά από Έλληνες . Ο Γουναρόπουλος ήταν γιος της Άννας και του Ηλία και ήταν το έκτο και μικρότερο παιδί της οικογένειας .
Εκστασιασμένος από τους μύθους του Ορφέα και από τις διηγήσεις για τα στοιχειά των σπιτιών του χωριού του, πλάθει ένα ονειρικό υποσυνείδητο που θα τον βοηθήσει αργότερα να περάσει στο έργο του τις οπτασιακές μορφές του μύθου και τις εξωλογικές διηγήσεις που άκουγε μικρός . Την εποχή των αρχών του 1900 η Βουλγαρική Κυβέρνηση πιέζει τους Έλληνες να πολιτογραφηθούν Βούλγαροι . Η οικογένεια τότε αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Μετά από περιπλάνηση σε διάφορες πόλεις εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα . Οι συνθήκες ζωής στην Αθήνα του 1904 είναι σκληρές, ο μικρός Γουναρόπουλος χρησιμοποιώντας την σχεδιαστική του ικανότητα εργάζεται σε διάφορα επιγραφοποιία της πόλης, κερδίζοντας χρήματα για την διατροφή όλων των μελών της οικογένειας.













                Ο Ανδρέας Εμπειρίκος έγραψε μερικά από τα πιο ωραία ποιήματα για τον                                        Γουναρόπουλο 


                       Ο Ανδρέας Εμπειρίκος έγραψε μερικά από τα πιο ωραία ποιήματα για τον                                        Γουναρόπουλο 























Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Έκθεση «Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως. Φαντασία και χειρ»

23 Δεκεμβρίου 2015 έως 08 Μαΐου 2016






Την Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015 και ώρα 19:00 ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κύριος Προκόπιος Παυλόπουλος εγκαινιάζει στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο τη μεγάλη αναδρομική έκθεση «Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως. Φαντασία και χειρ». Η έκθεση διοργανώνεται από το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Προεδρίας της Δημοκρατίας.  


Το Βυζαντινό Μουσείο τιμά τη μνήμη του Φώτη Κόντογλου, για τα 50 χρόνια από τον θάνατό του, παρουσιάζοντας όχι μόνον το ζωγραφικό του έργο, κοσμικό και θρησκευτικό, αλλά και φωτίζοντας, για πρώτη φορά, την προσωπικότητά του ως λογοτέχνη, κριτικού, ερευνητή των βυζαντινών χρωμάτων και συντηρητή. 

Η διάρθρωση της έκθεσης είναι χρονολογική. Ακολουθεί τον καλλιτέχνη από το Αϊβαλί, όπου γεννήθηκε, στο Παρίσι όπου μαθήτευσε, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου ταξίδεψε, αλλά και στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Περιλαμβάνει 150 έργα και περισσότερα από 100 τεκμήρια (εκδόσεις, φωτογραφίες, χειρόγραφα, συμβόλαια, επιστολές) από τα Ιστορικά και Φωτογραφικά Αρχεία του Βυζαντινού Μουσείου και από αρχεία ιδιωτικών συλλογών. 

Τα περισσότερα τεκμήρια προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Φώτη Κόντογλου. Το αρχείο Φ. Κόντογλου δωρήθηκε το 2014 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο από τους εγγονούς του καλλιτέχνη, Παναγιώτη και Φώτη Μαρτίνο, και αποτελεί πλεόν διακριτό μέρος των Ιστορικών και Φωτογραφικών Αρχείων του ΒΧΜ. Από το πολύτιμο αυτό αρχείο εκτίθενται φωτογραφίες, επιφυλλίδες του στον ημερήσιο τύπο της εποχής, χειρόγραφα αδημοσίευτων κειμένων του, σημαντικά τεκμήρια από την αλληλογραφία του, συμβόλαια που αφορούν δημόσιες εκκλησιαστικές και ιδιωτικές παραγγελίες αγιογραφικών συνόλων, σημειώσεις και προσωπικές μελέτες σχετικές με θεολογικά και καλλιτεχνικά θέματα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα αλλά και μελέτες άλλων συγγραφέων για τον Φ. Κόντογλου. 

Διάρκεια έκθεσης: 23 Δεκεμβρίου 2015 – 8 Μαΐου 2016  





Αθήνα, 8.12.2015

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Εγκαίνια αναδρομικής έκθεσης Φώτη Κόντογλου
στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

Την Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015 και ώρα 19:00 ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κύριος Προκόπιος Παυλόπουλος εγκαινιάζει στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο τη μεγάλη αναδρομική έκθεση «Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως. Φαντασία και χειρ». Η έκθεση διοργανώνεται από το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Προεδρίας της Δημοκρατίας. 
Το Βυζαντινό Μουσείο τιμά τη μνήμη του Φώτη Κόντογλου, για τα 50 χρόνια από τον θάνατό του, παρουσιάζοντας όχι μόνον το ζωγραφικό του έργο, κοσμικό και θρησκευτικό, αλλά και φωτίζοντας, για πρώτη φορά, την προσωπικότητά του ως λογοτέχνη, κριτικού, ερευνητή των βυζαντινών χρωμάτων και συντηρητή.
Η διάρθρωση της έκθεσης είναι χρονολογική. Ακολουθεί τον καλλιτέχνη από το Αϊβαλί, όπου γεννήθηκε, στο Παρίσι όπου μαθήτευσε, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου ταξίδεψε, αλλά και στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Περιλαμβάνει 150 έργα και περισσότερα από 100 τεκμήρια (εκδόσεις, φωτογραφίες, χειρόγραφα, συμβόλαια, επιστολές) από τα Ιστορικά και Φωτογραφικά Αρχεία του Βυζαντινού Μουσείου και από αρχεία ιδιωτικών συλλογών.
Τα περισσότερα τεκμήρια προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Φώτη Κόντογλου. Το αρχείο Φ. Κόντογλου δωρήθηκε το 2014 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο από τους εγγονούς του καλλιτέχνη, Παναγιώτη και Φώτη Μαρτίνο, και αποτελεί πλεόν διακριτό μέρος των Ιστορικών και Φωτογραφικών Αρχείων του ΒΧΜ. Από το πολύτιμο αυτό αρχείο εκτίθενται φωτογραφίες, επιφυλλίδες του στον ημερήσιο τύπο της εποχής, χειρόγραφα αδημοσίευτων κειμένων του, σημαντικά τεκμήρια από την αλληλογραφία του, συμβόλαια που αφορούν δημόσιες εκκλησιαστικές και ιδιωτικές παραγγελίες αγιογραφικών συνόλων, σημειώσεις και προσωπικές μελέτες σχετικές με θεολογικά και καλλιτεχνικά θέματα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα αλλά και μελέτες άλλων συγγραφέων για τον Φ. Κόντογλου.
Διάρκεια έκθεσης: 23 Δεκεμβρίου 2015 – 8 Μαΐου 2016 


 Φώτης Κόντογλου και Βυζαντινό Μουσείο: Μια σχέση με παρελθόν

Η σχέση του Φώτη Κόντογλου με το Βυζαντινό Μουσείο ανιχνεύεται ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Διευθυντής του Μουσείου ήταν τότε ο βυζαντινολόγος Γεώργιος Σωτηρίου, με τον οποίο ο Κόντογλου φαίνεται να γνωρίστηκε αμέσως μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα, ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ένα κομμάτι χαρτί που εντοπίστηκε πριν λίγα χρόνια στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου φέρει μικρό τύπωμα χαρακτικού, έργο του Κόντογλου που αντιγράφει τον Παντοκράτορα της Μονής Δαφνίου. Σε αυτό η χρονολογία 1924 και η σημείωση «να μικρ νθύμιο στν κο Γ. Σωτηρίου» μαρτυρούν ότι η γνωριμία μεταξύ των δύο ανδρών είχε τότε ήδη συντελεστεί.
Το μικρό τύπωμα αποτελεί, επιπλέον, δείγμα του τρόπου με τον οποίο ο Κόντογλου προσπαθούσε να «γνωρίσει» τη βυζαντινή τέχνη, αντιγράφοντάς την. Ο ίδιος προσδιόριζε (στον Πρόλογο του καταλόγου της έκθεσής του στο Λύκειο Ελληνίδων, το 1923) αυτόν τον τρόπο προσέγγισης των βυζαντινών έργων ως «διερμηνεία»: «πρόθεσή μου εἶνε νὰ δείξω πὼς δὲ ξεσήκωσα ἁπλὰ τὰ ὡραῖα αὐτὰ χειροτεχνήματα, παρὰ πὼς τὰ διερμήνεψα. Δὲν εἶμαι οὔτε ἀρχαιολόγος οὔτε κοπίστας». Το μικρό τύπωμα «οπτικοποιεί» τη φράση. Εκτελεσμένο με την τεχνική της μονοχρωμίας, την οποία εφάρμοζε επανειλημμένα ο Κόντογλου από την «παρισινή» του περίοδο έως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1920, αποδίδει έναν Παντοκράτορα πιο σκοτεινό και αυστηρό από εκείνον στον τρούλο της βυζαντινής (τέλη 11ου αιώνα) μονής. Υπάρχει όμως ένα ιδιαίτερο στοιχείο στο αντίγραφο: Ο καλλιτέχνης δηλώνει με ακρίβεια τα σημεία φθοράς του πρωτότυπου, προσδίδοντας στο τύπωμα τη χρησιμότητα μικρής ασπρόμαυρης φωτογραφίας στα χέρια του αρχαιολόγου-μελετητή του βυζαντινού ψηφιδωτού. Πρόκειται για μια «επιστημονική διάσταση» της αντιγραφής βυζαντινών έργων, την οποία προώθησε σε μεγάλο βαθμό ο Γεώργιος Σωτηρίου. Ο Κόντογλου μοιάζει να υιοθετεί αυτή την πρακτική.
Το μικρό τύπωμα από τη Μονή Δαφνίου ίσως δεν είναι το μόνο αντίγραφο που χάρισε ο καλλιτέχνης στον Γεώργιο Σωτηρίου στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους. Τρία ανυπόγραφα μικρά σχέδιά του που εικονίζουν σε μονοχρωμία ιερές μορφές από φορητές εικόνες ναών της Μήλου, της Κιμώλου και της Αρκαδίας, δημοσιευμένα και στα Ταξίδια του, ανήκουν στη Συλλογή Αντιγράφων του Μουσείου. Πιθανώς αποτελούσαν και εκείνα «ενθύμια» προς τον Γεώργιο Σωτηρίου, δωρηθέντα την ίδια εποχή.
Βέβαιο είναι ότι, έχοντας στα χέρια του δείγμα της αντιγραφικής εργασίας του Κόντογλου, ο Σωτηρίου άρχισε να αγοράζει αντίγραφα ψηφιδωτών που φιλοτεχνούσε ο καλλιτέχνης από σημαντικά βυζαντινά μνημεία, τη Μονή Δαφνίου (ύστερου 11ου αιώνα) στην Αττική και τον Όσιο Λουκά (α΄ τετάρτου 11ου αιώνα) στη Βοιωτία. Επτά αντίγραφα, όλα έγχρωμα, ζωγραφισμένα με τέμπερα σε χαρτί, εμπλούτισαν τη νεοσυσταθείσα Συλλογή Αντιγράφων του Μουσείου από το 1925 έως το 1930. Ένα από αυτά φέρει χρονολογία:  1926. Είναι η εποχή που ο Κόντογλου έχει εγκαταλείψει τη μονοχρωμία, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στα αντίγραφά του.
Στα αντίγραφα από το Δαφνί, που μάλλον προηγούνται χρονικά, ο καλλιτέχνης δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί να αποδώσει αρκετά πιστά τα πρωτότυπα ψηφιδωτά. Αντίθετα, σε εκείνα από τον Όσιο Λουκά εμφανίζονται χαρακτηριστικά του προσωπικού του καλλιτεχνικού ύφους, με κυριότερο τα μεγάλα, εκφραστικά μάτια που διαφέρουν, με το ευθύ, επίμονο βλέμμα τους, από εκείνα των βυζαντινών μορφών. Τα συναντούμε σε πρωτότυπα έργα του Κόντογλου στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές εκείνης του 1930.
Οι αποκλίσεις από το αυστηρό βυζαντινό ύφος δεν απέτρεψαν τον Γεώργιο Σωτηρίου από το να αγοράσει τα έργα. Αντίθετα, συμπεριέλαβε τέσσερα από αυτά στη νέα μόνιμη έκθεση του Μουσείου, που εγκαινιάστηκε στο κτηριακό συγκρότημα της Villa Ilissia τον Σεπτέμβριο του 1930.  Επίσης, στις αρχές εκείνου του χρόνου προέβη σε επίσημη, έμμισθη πρόσληψη του Κόντογλου, για να αναλάβει τη συντήρηση βυζαντινών εικόνων και την κατασκευή αντιγράφων. Σχετικά έγγραφα φυλάσσονται στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου. Όσα έχουν εντοπισθεί μαρτυρούν απασχόληση του Κόντογλου στο Μουσείο από τον Μάρτιο έως και τον Ιούλιο του 1930, από τον Μάιο έως και τον Οκτώβριο του 1931, καθώς και τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1932. Η ημερήσια αμοιβή του ανερχόταν στις 200 δραχμές έως τον Ιούλιο του 1931, οπότε μειώθηκε στις 160 δραχμές. Άλλα έγγραφα μαρτυρούν ολιγόμηνες προσλήψεις το 1933 και το 1934.
Στο πλαίσιο της έμμισθης εργασίας του, ο Κόντογλου, σε συνεργασία με τον τότε μαθητή του Γιάννη Τσαρούχη, διακόσμησε το συντριβάνι στην αυλή της Villa Ilissia, αντιγράφοντας τον διάκοσμο του περιρραντηρίου που εικονίζεται στη βυζαντινή (περί το 1100) ψηφιδωτή παράσταση της Προσευχής της αγίας Άννας, στη Μονή Δαφνίου. Σήμερα λίγα μόνο ίχνη διακρίνονται από το έργο του Κόντογλου. Δυσδιάκριτη είναι πλέον και η επιγραφή που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τη χρονολογία κατασκευής (1930) και την υπογραφή του καλλιτέχνη, γραμμένη με κόκκινο χρώμα κάτω από το στόμιο εκροής. 
Οκτώ πίνακες του Κόντογλου από τα έτη 1930-1932, όλοι ενυπόγραφοι, φιλοτεχνημένοι προφανώς στο πλαίσιο των συμβάσεών του, ανήκουν στις Συλλογές του Μουσείου. Οι επτά είναι αντίγραφα, ενώ ο ένας πρωτότυπο έργο, που εικονίζει την «Πόρτα του Παλαμηδιού». Σε δύο από τα αντίγραφα εικονίζονται μορφές από τον τρούλο μιας μικρής εκκλησίας στην Πεντέλη, της «Σπηλιάς Νταβέλη» ή «Σπηλιάς Πεντέλης»: ο αρχάγγελος Γαβριήλ και ο προφήτης Δανιήλ. Τις τοιχογραφίες αυτού του μικρού ναού (έργα του έτους 1233/1234) είχε μελετήσει ο Γεώργιος Σωτηρίου λίγα χρόνια νωρίτερα, χαρακτηρίζοντάς τες αξιόλογο δείγμα της βυζαντινής τέχνης και συνιστώντας την αντιγραφή τους. Πιθανώς επωφελήθηκε, λοιπόν, από την παρουσία του Κόντογλου στο Μουσείο και του ανέθεσε να αντιγράψει ορισμένες από αυτές. Ο Κόντογλου ζωγράφισε τον αρχάγγελο Γαβριήλ το 1930 και τον προφήτη Δανιήλ το 1931. Ο Σωτηρίου συμπεριέλαβε αμέσως το πρώτο αντίγραφο στη νέα μόνιμη έκθεση, που εγκαινιάστηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου στη Villa Ilissia.
Στη νέα μόνιμη έκθεση ενέταξε ο Γεώργιος Σωτηρίου εξαρχής και δύο πίνακες με μορφές αγίων που αντέγραψε ο Κόντογλου το 1930 από τοιχογραφίες ναών της Εύβοιας. Ο ένας εικονίζει τον άγιο Δαμιανό, από τοιχογραφία του ύστερου 13ου ή πρώιμου 14ου αιώνα στον Ναό του Αγίου Δημητρίου στα Χάνια Αυλωναρίου. Στον άλλο παριστάνεται ο άγιος Πολύκαρπος σε προτομή, από τον Ναό της Αγίας Άννας στον Οξύλιθο Καρυστίας (ύστερου 14ου αιώνα). Τα αντίγραφα αυτά μοιάζουν να απηχούν την ανησυχία του Φώτη Κόντογλου για τα μνημεία της Εύβοιας, για τα οποία έγραφε στο βιβλίο του   Πονεμένη Ρωμιοσύνη ότι οι τοιχογραφίες τους είναι «π τς πι θαυμαστς» και ότι «…π τὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων σώζονται ἔργα σπουδαῖα», όμως «…εἶναι παρατημένα στὴ λησμονιὰ αὐτὰ τὰ σεβάσμια χτίρια ποὺ ἂν δὲν γίνει τίποτα νὰ σωθοῦν, γρήγορα θὰ γίνουνε σωροὶ ἀπὸ πέτρες». Η άμεση ένταξη των δύο αντιγράφων στη μόνιμη έκθεση του Βυζαντινού Μουσείου μαρτυρεί ότι ο Γεώργιος Σωτηρίου συμμεριζόταν αυτή την ανησυχία.
Τα άλλα τρία αντίγραφα που φιλοτέχνησε ο Κόντογλου κατά την έμμισθη σχέση εργασίας του στο Μουσείο φέρουν τη χρονολογία 1932. Δύο αντιγράφουν τοιχογραφίες από μοναστήρια των Μετεώρων —το Μαρτύριο του αγίου Μάμαντα από τη Μονή Βαρλαάμ και τον άγιο Ιάκωβο τον Πέρση σε προτομή από τη Μονή της Υπαπαντής— και είναι ζωγραφισμένα στη διάρκεια ταξιδιού που πραγματοποίησε ο καλλιτέχνης μαζί με τον μαθητή του Γιάννη Τσαρούχη στα Μετέωρα. Το τρίτο αντιγράφει τον Μυστικό Δείπνο από την Όμορφη Εκκλησιά Αιγίνης. Και τα τρία είναι αποκαλυπτικά της προσπάθειας του Κόντογλου να «διερμηνεύσει» τη βυζαντινή τέχνη: Οι μορφές, αν και πλησιάζουν πολύ τα βυζαντινά πρότυπα, παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που θυμίζουν πρωτότυπα έργα του καλλιτέχνη: μεγάλα, εκφραστικά μάτια, έντονα περιγράμματα, σκληρές, επίσης έντονες γραμμές στα πρόσωπα και στις πτυχώσεις των ενδυμάτων, προτίμηση στα σκοτεινά γαιώδη χρώματα. Τα στοιχεία αυτά θα κυριαρχήσουν τελικά στο προσωπικό ύφος του Κόντογλου, το οποίο υπήρξε καθοριστικό για τη διαμόρφωση της νέο-βυζαντινής τεχνοτροπίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 και εξής.
Τα έργα του 1932 δεν φαίνεται να εντάχθηκαν στη μόνιμη έκθεση. Ούτε όμως καταχώθηκαν στις αποθήκες του Μουσείου. Πιθανώς κόσμησαν από την πρώτη στιγμή —μαζί με το αντίγραφο του προφήτη Δανιήλ από τη Σπηλιά Πεντέλης—  τους τοίχους του ορόφου του κτηρίου της Villa Ilissia που έχει πρόσοψη στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Η παρουσία τους εκεί στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και η άριστη κατάσταση διατήρησής τους ευνοούν αυτή την εικασία. Με δεδομένο ότι ο συγκεκριμένος χώρος χρησίμευε ως κατοικία του ζεύγους Σωτηρίου, η διακόσμηση των τοίχων με έργα του Κόντογλου θα ήταν μια ακόμη απόδειξη της εκτίμησης που έτρεφε ο Γεώργιος Σωτηρίου στον καλλιτέχνη.
Η στενή σχέση του Κόντογλου με τον Σωτηρίου και το Βυζαντινό Μουσείο συνεχίστηκε πολύ μετά το πέρας της έμμισθης σχέσης του καλλιτέχνη με το Μουσείο. Ο αείμνηστος συντηρητής Τάσος Μαργαριτώφ θυμόταν να πίνει καφέ με τον Κόντογλου κοντά στο 1960 στα τότε εργαστήρια του Μουσείου και να συζητάει μαζί του για τις νέες μεθόδους συντήρησης. Επίσης, μια από τις πρώτες περιοδικές εκθέσεις του Μουσείου ύστερα από την επαναλειτουργία του μετά τον Πόλεμο, η έκθεση αγιογραφιών «Ἡ λειτουργικὴ τέχνη ἢ ἡ βυζαντινὴ ζωγραφικὴ» (1956), ήταν αφιερωμένη στο έργο του Κόντογλου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την απομάκρυνση της Συλλογής Αντιγράφων από τη μόνιμη έκθεση, λόγω έλλειψης χώρου, το 1963, τα έργα του Κόντογλου έτυχαν ιδιαίτερης μεταχείρισης. Τα μικρού μεγέθους χάρτινα έργα τοποθετήθηκαν σε ειδικούς φακέλους και φυλάχθηκαν προσεκτικά. Οι μεγάλοι πίνακες κοσμούσαν επί σειρά ετών τους τοίχους του κτηρίου διοίκησης του Μουσείου και παρέμειναν εκεί έως την έναρξη εργασιών ριζικής ανακαίνισής του το 2008, οπότε μεταφέρθηκαν στις νέες, σύγχρονες αρχαιολογικές αποθήκες.
Στις περιοδικές εκθέσεις που «έκλειναν» από το 2010 έως το 2014 τη νέα μόνιμη έκθεση του Μουσείου με αφιερώματα στην επίδραση της βυζαντινής τέχνης στους νεώτερους καλλιτέχνες, τα έργα του Φώτη Κόντογλου κατείχαν εξέχουσα θέση. Η παρουσία του μεγάλου δασκάλου, πρωτοπόρου μελετητή της βυζαντινής παράδοσης και δημιουργού της νέο-βυζαντινής τεχνοτροπίας γίνεται ακόμη και σήμερα αισθητή και ο σεβασμός του Μουσείου προς το έργο του αποδεικνύεται αδιάλειπτος και διηνεκής.

δρ Τερψιχόρη-Πατρίτσια Σκώττη
Αρχαιολόγος, Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο



Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών

Πηγή:http://www.lifo.gr/articles/arts_articles/83395

 Άποψη της Ακρόπολης από τα Δυτικά Έργο του Edward Lear. Λάδι σε μουσαμά, 1851.  


Ο Edward Lear είναι ένας πολύ καλός άγγλος ζωγράφος, από τους καλύτερους της εποχής του. Απεικονίζει την Ακρόπολη από την πλευρά της Πνύκας, και βλέπει κανείς ότι είναι εντελώς άδενδρη, δεν έχει ούτε καν χορτάρι. Στον πίνακα υπάρχουν και φουστανελοφόροι, οι οποίοι μάλλον πολιορκούν την Ακρόπολη, στην οποία βρίσκονται Τούρκοι. 

 Έργο του Jacques Carrey. Λάδι σε μουσαμά, 1674.


Ο μαρκήσιος de Nointel, πρεσβευτής του Λουδοβίκου ΙΔ’ στην Κωνσταντινούπολη, και η ακολουθία του με φόντο την Αθήνα και την Ακρόπολη.

O ζωγράφος Jacques Carrey γεννήθηκε στην Τρουά (Troyes) της Γαλλίας. Επισκέφτηκε την Αθήνα το Νοέμβριο του 1674, ως μέλος της αντιπροσωπείας του μαρκησίου Charles Olier, marquis de Nointel, πρεσβευτή του Λουδοβίκου ΙΔ’ στην Υψηλή Πύλη για να σχεδιάσει αρχαιότητες. Αποτύπωσε ένα μεγάλο τμήμα των γλυπτών του Παρθενώνα. Ο συγκεκριμένος πίνακας είναι η μεγαλύτερη σε μέγεθος ελαιογραφία σε μουσαμά για την Αθήνα. Απεικονίζει το μαρκήσιο de Nointel με τη συνοδεία του, καθώς και αντιπροσωπευτικές φιγούρες της αθηναϊκής κοινωνίας (Οθωμανούς αξιωματούχους, στρατιώτες, απλούς κατοίκους, Καπουτσίνους μοναχούς κ.α.). Ο Carrey φιλοτέχνησε την Αθήνα και τα περίχωρά της μέχρι τον Πειραιά, καθώς και τη Σαλαμίνα, από τη νότια πλαγιά του Λυκαβηττού. Η σημασία του έργου έγκειται στην απεικόνιση του Παρθενώνα σχεδόν άθικτου, μόλις δεκατρία χρόνια πριν την καταστροφή του από τον βομβαρδισμό του Μοροζίνι το 1687. 
Ο Δημήτριος Καλλέργης 

Πίνακας αγνώστου που απεικονίζει τον Δημήτριο Καλλέργη έφιππο, να απαιτεί από τον βασιλιά Όθωνα να παραχωρήσει  σύνταγμα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1834. 
H αρχική ημερομηνία εκδήλωσης του κινήματος είχε ορισθεί να είναι η 25η Μαρτίου 1844. Το μυστικό, όμως, διαδόθηκε σε πολλούς, με αποτέλεσμα να επισπευσθεί η εκδήλωση του κινήματος. Έτσι, τη νύχτα της 2ης προς 3ης Σεπτεμβρίου πολλά σημαίνοντα στελέχη του κινήματος κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Μακρυγιάννη για να δώσουν το τελικό σύνθημα. Η χωροφυλακή παρατήρησε τις ύποπτες κινήσεις γύρω από την οικία του και την περικύκλωσαν. Ο Καλλέργης, συνειδητοποιώντας την κρισιμότητα της κατάστασης, κατέφθασε στους στρατώνες και ξεσήκωσε τους αξιωματικούς με το σύνθημα "Ζήτω το Σύνταγμα". Αμέσως διέταξε έναν λόχο να διαλύσει την πολιορκία του οίκου του Μακρυγιάννη και άλλον ένα να ανοίξει τις φυλακές του Μεντρεσέ, ενώ αυτός παράλληλα κατευθύνθηκε με 2.000 στρατιώτες στα ανάκτορα. Ο λαός και ο στρατός διαλύθηκαν στις 3 το μεσημέρι, αφού πληροφορήθηκαν ότι όλα τα αιτήματα έγιναν αποδεκτά.   

Το Σύνταγμα του Όθωνα

Πρόκειται για χειρόγραφο Σύνταγμα του 1844, που ανήκε στον βασιλιά Όθωνα. Το σύνταγμα παραχωρήθηκε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. 

Καρναβάλι εις την Ελλάδα Έργο του Νικόλαου Γύζη. Λάδι σε μουσαμά, 1892 


Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα έργα του Νικολάου Γύζη, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου.  Σύμφωνα με ένα γράμμα του Γύζη προς τον Νικηφόρο Λύτρα, τον πίνακα αγόρασε σε δημοπρασία το γερμανικό κράτος. Σήμερα είναι μόνιμο δάνειο της Πινακοθήκης του Μονάχου στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών. Ο ακαδημαϊκός ρεαλισμός της Σχολής του Μονάχου είναι εμφανής στον πίνακα, που αναπαριστά με ανάλαφρο χιούμορ ένα θέμα από  την καθημερινότητα. Το ενδιαφέρον για το πραγματικό φως, που επιζητούσαν  οι υπαιθριστές, φαίνεται από την επιλογή να φωτίζεται ο πίνακας από το φυσικό φως που μπαίνει από το παράθυρο. 

Ευαγγελισμός Έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη. Λάδι σε μουσαμά, δεκαετία 1910. Δωρεά Οικογένειας Σωτηρίου Παπαστράτου. 


Από όλα τα θρησκευτικά θέματα, ο «Ευαγγελισμός» είναι το πρώτο που απασχόλησε τον Κωνσταντίνο Παρθένη εντατικά. Το θέμα ουσιαστικά γεννήθηκε στο παρισινό του εργαστήρι γύρω στα 1909-10.  Ο Παρθένης συνθέτει τα εικονογραφικά στοιχεία ενός αναγεννησιακού «Ευαγγελισμού», με μία βυζαντινή επεξεργασία του θέματος. Η τεχνική που χρησιμοποίησε είναι αυτή της ελαιογραφίας σε καμβά χωρίς επεξεργασία, έτσι ώστε να πετύχει αυτήν την διάφανη υφή και να δημιουργήσει μία μεταφυσική ατμόσφαιρα. Η σύνθεση αυτή δείχνει να φέρει, εκτός από επιρροές από τη βυζαντινή τέχνη, επιρροές από τη βιεννέζινη Sezession και τον Συμβολισμό. Ο Παρθένης είχε δημιουργήσει οκτώ (κατά άλλους, έντεκα) εκδοχές, από το 1909 έως και το 1924. Το προσχέδιο του συγκεκριμένου πίνακα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη. 


Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία Ι. Παπαρρηγοπούλου, 5-7 www.athenscitymuseum.gr 

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ «ΛΟΓΟ» ΣΤΗΝ «ΕΚΦΡΑΣΙ»

(08/12/201520:00)




ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ Ν. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ-ΓΚΙΚΑ,
ΚΡΙΕΖΩΤΟΥ 3,
Τ 210 361 5702, 210 363 0818


ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο:
10:00 - 18:00
Δευτέρα, Τρίτη, Κυριακή: ΚΛΕΙΣΤΑ

Φώτης Κόντογλου. Από τον «Λόγο» στην «Έκφρασι»
Μέ ζωγραφιές καί μέ πλουμίδια ἀπ’ τό χέρι τοῦ συγγραφέα
Η έκθεση είναι αφιερωμένη στον σπουδαίο δημιουργό Φώτη Κόντογλου (1895-1965) και πραγματοποιείται με αφορμή τα εκατόν είκοσι χρόνια από τη γέννησή του και τα πενήντα χρόνια από τον θάνατό του και παρουσιάζει αντιπροσωπευτικά έργα από το συγγραφικό και εικονογραφικό έργο του καλλιτέχνη.

Η έκθεση έχει ως στόχο να αναδείξει το συγγραφικό έργο του Κόντογλου και να παρουσιάσει τις εικονογραφήσεις που δημιούργησε τόσο για τα βιβλία, που ο ίδιος έγραψε ή μετέφρασε, όσο και για βιβλία άλλων συγγραφέων. Ο επισκέπτης θα γνωρίσει μέσα από χειρόγραφα, μακέτες, δημοσιευμένα αλλά και αδημοσίευτα μέχρι σήμερα σχέδια μία άλλη πτυχή του πολυσχιδούς έργου του σπουδαίου δημιουργού.

Λόγος είναι το μηνιαίο περιοδικό που εκδιδόταν στην Πόλη, στο τεύχος 1 του 1922, του οποίου εντοπίστηκε ένα κείμενο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, μεταφρασμένο από τον Φώτη Κόντογλου. Έκφρασις είναι το μεγαλειώδες συγγραφικό και εκδοτικό έργο στη ζωή του Φώτη Κόντογλου, που τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Την έκθεση συνοδεύει αναλυτικός επετειακός τόμος, με τον τίτλο: Φώτης Κόντογλου. Από τον «ΛΟΓΟ» στην «ΕΚΦΡΑΣΙ».Μέ ζωγραφιές καί μέ πλουμίδια ἀπ’ τό χέρι τοῦ συγγραφέα, σε επιμέλεια του Χρήστου Φ. Μαργαρίτη και κείμενα πολλών σημαντικών ερευνητών. 

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Ιαπωνία

Πηγή:http://www.archaiologia.gr/blog/2015/10/14/το-εθνικό-αρχαιολογικό-μουσείο-στην-ι/


«Ο Μύθος του Χρυσού»


Εκατόν σαράντα επτά αρχαία έργα από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, κυρίως κοσμήματα και σκεύη από χρυσό αλλά και αγγεία με μυθολογικές παραστάσεις, ταξίδεψαν στην Ιαπωνία για να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στο πλαίσιο της περιοδικής έκθεσης «The Golden Legend» («Ο Μύθος του Χρυσού»). Η έκθεση, που συνδιοργανώνεται από το Εθνικό Μουσείο Δυτικής Τέχνης του Τόκυο και την ιαπωνική εφημερίδα «The Tokyo Shinbun», πραγματεύεται την ιστορία και διακίνηση του χρυσού στην αρχαιότητα και επικεντρώνεται στον μύθο του Χρυσόμαλλου Δέρατος και της αρπαγής του από τον Ιάσονα και τους Αργοναύτες, μύθο που εκφράζει την πρώιμη αναζήτηση του χρυσού στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.
Οι αρχαιότητες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου καλύπτουν μία ευρύτατη περίοδο από την Τελική Νεολιθική (5η χιλιετία π.Χ.) έως τους ρωμαϊκούς χρόνους (1ος αι. π.Χ.), προσφέροντας έτσι για πρώτη φορά σε ασιατικό κοινό ένα πανόραμα της αρχαίας ελληνικής χρυσοχοΐας. Αρκετά από τα έργα, επίσης, αναδύθηκαν από τις αποθήκες και βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας.
Ο «Μύθος του Χρυσού» εγκαινιάζεται την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου στο Εθνικό Μουσείο Δυτικής Τέχνης στο Τόκυο, όπου και θα παρουσιαστεί αρχικά (16 Οκτωβρίου 2015-11 Ιανουαρίου 2016), ενώ στη συνέχεια θα ταξιδέψει στο Miyagi Museum of Art στην πόλη Σεντάι (22 Ιανουαρίου-2 Μαρτίου 2016) και στο Aichi Prefectural Museum of Art, στην πόλη Ναγκόια (1 Απριλίου-29 Μαΐου 2016). Στην έκθεση συμμετέχουν επίσης, με αρχαία και σύγχρονα έργα τέχνης, η Αγγλία, η Αυστρία, η Βουλγαρία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ολλανδία.



Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

Εγκαίνια Athens Photo Festival 2015




Μουσείο Μπενάκη (Κτήριο Πειραιώς)

Εγκαίνια: Τετάρτη 3 Ιουνίόυ, 20:00
Duration: Πέμπτη 4 Ιουνίου - Κυριακή 26 Ιουλίου

Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου
Πέμπτη, Κυριακή: 10:00 - 18:00
Παρασκευή, Σάββατο: 10:00 - 22:00

Το κεντρικό πρόγραμμα εκθέσεων του Athens Photo Festival 2015 [Reframe Memory] εγκαινιάζεται την Τετάρτη 3 Ιουνίου στο Μουσείο Μπενάκη (Κτήριο Πειραιώς). 60 καλλιτέχνες από 37 χώρες, σημαντικοί διεθνείς προσκεκλημένοι και ένα ευρύ φάσμα δράσεων και παράλληλων εκδηλώσεων, τοποθετούν την Αθήνα στο επίκεντρο της διεθνούς φωτογραφικής σκηνής. To κεντρικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ αρθρώνεται μέσα από αυτοτελείς ενότητες και διασταυρώνει περισσότερα από 500 φωτογραφικά έργα σύγχρονων καλλιτεχνών, οπτικοακουστικό υλικό, φωτογραφικές εκδόσεις και κείμενα, ενισχύοντας τόσο τον καλλιτεχνικό όσο και τον κοινωνικoπολιτικό διάλογο.


Η θεματική της φετινής διοργάνωσης με τίτλο “Reframe Memory” (αναμορφοποίηση  μνήμης) πραγματεύεται κυρίως τις πολλαπλές διασυνδέσεις της συλλογικής και ατομικής μνήμης και αποτολμά μια κριτική θεώρηση του παρελθόντος όπως αυτό επηρεάζει το παρόν και καθορίζει το μέλλον.

Adi Nes (IL), Andreas Olesen (DK), Christian Patterson (US), Christina de Middel (ES), Daesung Lee (KR), Danila Tkachenko (RU), David Favrod (CH), Dima Gavrysh (US), Gidon Levin (IL), Harry Griffin & Eva O'Leary (US), Helge Skodvin (NO), Huang Qingjun (CN), Jiehao Su (CN), Katrin Koenning (DE), Ksenia Yurkova (RU), Λίζη Καλλιγά (GR), Mark Wilson (UK), Martina Cleary (IE), Michal Solarski, Tomasz Liboska (PL), Naomi Harris (US), Niina Vatanen, Hertta Kiiski (FI), Περικλής Αλκίδης (GR), Peter Puklus (HU), Rahul Tarukder (BD), Simon Menner (DE), Simona Ghizzoni (IT), Stephanie Roland (BE), Viktor Koen (GR/US), Γιάννης Θεοδωρόπουλος (GR), Laia Abril (ES), Andrea Botto (IT), Justin Maxon (USA) 

και εδώ