Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Ο θάνατος του ποιητή, Του Π. Ένιγουεϊ




Ήταν Σάββατο 21η Μαρτίου 2043 που αποκεφάλισαν τον ποιητή.
Ο αποκεφαλισμός είχε οριστεί για τις εννέα το πρωί. Μαζί με δύο φίλους πήγαμε στο σημείο της εκτέλεσης, στην πλατεία Κοτζιά, κάνα τέταρτο νωρίτερα.
Στη μέση της πλατείας από το προηγούμενο βράδυ είχε στηθεί το ικρίωμα, μια πρόχειρη, άβαφη κατασκευή ύψους δυόμισι μέτρων. Στην κορυφή του πλαισίου βρίσκονταν η λεπίδα· γυάλιζε κάτω από τον λαμπερό ήλιο.  
Ήταν Σαρακοστή. Πολύ σπάνια γίνονται εκτελέσεις τη Σαρακοστή. Όμως κρίθηκε σκόπιμο να τον εκτελέσουν για παραδειγματισμό.
Διακόσιοι οπλισμένοι στρατιώτες σε στάση ανάπαυσης έστεκαν περιμετρικά της λαιμητόμου.
Η ώρα πήγε δέκα και τίποτα δεν είχε συμβεί. Από στόμα σε στόμα διαδόθηκε η φήμη ότι ο ποιητής αρνούνταν να εξομολογηθεί, γι’ αυτό και η καθυστέρηση.
Ξαφνικά από τα μεγάφωνα ήχησαν τρομπέτες. Οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή και ο λίγος κόσμος πλησίασε περικυκλώνοντάς τους. Κάποιοι ιερείς περιέφεραν αργά και πένθιμα μια εικόνα του Εσταυρωμένου γύρω από το ικρίωμα.
Ο ποιητής εμφανίστηκε στην εξέδρα ξυπόλητος και με τα χέρια δεμένα. Ήταν γύρω στα είκοσι πέντε, με πρόσωπο χλωμό και καστανά μακριά μαλλιά.
Γονάτισε αμέσως κάτω από τη λεπίδα. Από κάτω υπήρχε ένα κουτί από χαρτόνι, μέσα στο οποίο κύλησε την επόμενη στιγμή το κεφάλι του.
Πετάχτηκε μπόλικο αίμα τριγύρω.
Μετά από λίγο ο δήμιος, κρατώντας το κεφάλι του ποιητή, έκανε το γύρο της εξέδρας δείχνοντάς το στο πλήθος. Όλοι μας παρακολουθούσαμε αμίλητοι. Έπειτα το κάρφωσε σ’ έναν όρθιο πάσσαλο στην μπροστινή πλευρά.
Κανένας δεν αισθάνθηκε το παραμικρό. Δεν υπήρξε καμιά έκφραση αηδίας, οίκτου ή λύπης.
Λίγο μετά απομάκρυναν το πτώμα, καθάρισαν τη λεπίδα και ξέστησαν το ικρίωμα.
Η παράσταση έλαβε τέλος.
Έστριψα ένα τσιγάρο.


       (βασίζεται στο Δημόσιος αποκεφαλισμός στη Ρώμη, του Charles Dickens,

από το Pictures from Italy, μετ. Γιάννης Παλαβός, 
 Το Δέντρο, τχ. 197-198, Μάιος 2014)

Σκέψεις πάνω στην ποίηση της Πόλυς Χατζημανωλάκη

Οι πιθανότητες των άλλων μας ζωών – σκέψεις πάνω στην ποίηση της Πόλυς Χατζημανωλάκη όπως αυτή παρουσιάζεται στη συλλογή «Το αλφαβητάρι των πουλιών».


γράφει η Ολβία Παπαηλίου*

 

Γνώρισα την Πόλυ Χατζημανωλάκη αρχικά σα φωνή μυθιστορηματική, μέσα από τα βιβλία της «Οι μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάιρ» και «Τα αινίγματα του Ν’ γκόρο». Σαν κάθε μυθιστοριογράφος, πίστευε στη συνέχεια της υπόθεσης, έφτιαχνε χαρακτήρες που το παρελθόν τούς οδηγούσε εύλογα στο παρόν τους, το οποίο και αυτό με τη σειρά του δεν τους άφηνε ακάλυπτους. Έγραφε (μου φαινόταν) βαδίζοντας βάση σχεδίου δημιουργίας. Κι ωστόσο, από τότε ακόμα, είχε στον τρόπο της γραφής της τα ψήγματα ενός λόγου ποιητικού: σαν τον τεχνίτη που μαζεύει τα κομμάτια τα ετερόκλητα των παλιών υφασμάτων, και τα ταιριάζει σε περίτεχνα περιβόλια πάνω σε πάτσγουωρκ παπλώματα. Όποιος έχει διαβάσει τα μυθιστορήματά της, βλέπει τις διαφορετικές ενότητες και νοιώθει τις φωνές (όπως ακούγονται μέσα απ’ τους ήρωές της) σαν ενορχήστρωση που εξυπηρετεί το λογοτέχνημα.

Θέλω με αυτή μου την εισαγωγή να βεβαιώσω, ότι αυτό που ίσως έμοιαζε με άλμα από έναν τρόπο γραφής σε έναν άλλο, για μένα είχε την ποιότητα μιας αλλαγής ρυθμού στη μετουσίωση της εμπειρίας, μιας φυσικής συνέχειας: εκείνος που ποιητικά μπορεί να ζήσει, μπορεί να εκφραστεί ποιητικά. Προέρχομαι από ένα χώρο που αντιμετωπίζει φιλοσοφικά κάθε τεχνούργημα σαν βιωμενη εμπειρία. Ως εκ τούτου,το ποίημα ΕΙΝΑΙ σε τελείωση, όπως άλλωστε και οι άγγελοι (που σε αυτούς θα επανέλθω μιας και είναι από τα βασικά σημαίνοντα στην ποίηση της κυρίας Χατζημανωλάκη). Το ποίημα πρεσβεύει μιαν αλήθεια την οποία ο ποιητής δε δύναται να να χειραγωγήσει, κι ο ποιητής είναι ο υπηρέτης, η μαία, αυτός που δέχεται το μήνυμα του ευαγγελισμού. Τα ποιήματα της Πόλυς είναι εκπλήξεις, κι αυτό κυρίως συνίσταται στο ότι ως ποιήτρια, τους αφήνεται εθελουσίως για να την ταξιδέψουνε στη γλώσσα της ανά-μνησης (που σημαίνει μιας άλλης μνήμης), που σκοπό της έχει να διευρύνει το άνοιγμα του ποιητή στην έμπνευσή του. Αυτό το έργο της προσωπικής ανα-δημιουργίας και ανα-ψυχής, επιτελείται κατ΄αρχήν ερήμην του συνειδητού ελέγχου κι αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία το αν έχει ο ποιητής εμπιστοσύνη στη σοφία του ασυνείδητου. Πιστεύω πως η ποίηση της (όπως εγώ την ένοιωσα)  έχει τη δύναμη να εκπλήξει, κι αυτό είναι που δίνει περιθώρια αναδιοργάνωσης ΚΑΙ στην ψυχή του αναγνώστη της.

Θέλω να σας παρουσιάσω τη συλλογή της Πόλυς με το μόνο τρόπο που θα έκανε νόημα σε μένα, σα μία έρευνα προσωπική – να μοιραστώ μαζί σας σκέψεις και αλλαγές που νοιώθω ότι ο λόγος της μου έδωσε το περιθώριο να μου συμβούν. Αρχίζοντας ήδη από τον τίτλο, το «Αλφαβητάρι των πουλιών» σημειοδοτεί μίαν ανάγκη της δημιουργού να ξεπεράσει τους περιορισμούς της γλώσσας της ανθρώπινης (της Λογικής) και να αρχίσει να αρθρώνει τα λόγια της Ποιήσεως τα πιο τραγουδιστά, τα κελαηδίσματα. Μια γνωριμία με το χρόνο που δεν είναι γραμμικός, που πάει όπως ξεδιπλώνεται κι όπως στριφογυρίζει, που πετάει φτερωτός σαν τα πουλιά και τους αγγέλους. Μια αλλαγή συχνότητας στη σκέψη και στην αντιληπτικότητα που επέρχεται μόνο μετά από την εσωτερική μεταστροφή, ένα δείγμα πτήσεων, μια αλλαγή στην ίδια της τη βάση την οντολογική. Στο αρχικό ποίημα της συλλογής, «Τα τρία κουτιά», ήδη δηλώνεται η αποχώρηση από το μυθιστορηματικό και η ελπίδα μίας άλλης, διαφορετικής εκφοράς του λόγου. Ταυτόχρονα, νοιώθει κανείς το σκίρτημα ενός λόγου υπαρξιακού: κάθε πιθανότητα αλλαγής στο σενάριο, θα οδηγεί πάντοτε στο ίδιο αποτέλεσμα. Ένας βαθιά ανθρώπινος καημός, μία διαδικασία αναγνώρισης της βασικής μας μοίρας: είμαστε όντα περιορισμένα από μία σειρά επιλογών, που αποκλείουν κάποιες άλλες πιθανότητες. Η ποιήτρια καταλήγει πως δε χρειάζεται κι άλλο ένα τέτοιο έργο ο κόσμος, και στη σιωπή πάλι υποχωρεί – δηλαδή, τη σιωπή της μυθιστορηματικής αφήγησης. Αφήνεται, με αυτό το αρχικό της συλλογής της έργο, να πετάξει  - κι αρχίζει πια να συλλαβίζει τις γλώσσες των πουλιών.

Τα ποιήματά της είναι συλλογές εικόνων, κοφτές σαν τις ματιές μικρών πουλιών, κι ωστόσο με το μάκρος μελωδίας: σε παρασέρνουν σαν τα στροβιλίσματα από χαρμόσυνα ρυάκια – κι ύστερα ανακαλύπτεις ένα χρώμα που απρόσμενα σου δίνει μία γεύση συγκρατημένου συναισθήματος. Στα μέτρα τα ανθρώπινα, αδιόρατο – στα μέτρα των ιπτάμενων υπάρξων (πουλιών μαζί κι αγγέλων) που ίσως νοιώθουνε αλλιώς, ποιοτικά – έχουν τα λόγια της μια δύναμη να με πηγαίνουν πίσω, σε μέρη εσωτερικά ανομολόγητης αισθαντικότητας: μιλάνε στο παρόν και σ’ ένα μέλλον που δεν είχε υπάρξει, σε ένα μέλλον κάποιου άλλου, που ίσως υπάρξει. Συγχέουνε τη λογική μου, συγκροτούνε μια συνάντηση – ο πεθαμένος πλέον ποιητής κάποιου άλλου αιώνα, μια εθνική συνείδηση – το μέλλον κάποιου νεαρού που 
κάποτε θα γίνει φοιτητής, η ανάμνηση: πού σταματάει το Εγώ και πού άραγε γίνεται Εσύ; (αναφορά στο ποίημα «Αρσενίου και Μακρή, στα μουράγια»).

Η Πόλυ, γνωρίζει αυτό που τα παιδιά πάντα γνωρίζουν – τα όρια του Εαυτού είναι μια επινόηση: Η Ραπουνζέλ είναι ο αδελφός της είναι ο λύκος είναι η Κοκκινοσκουφίτσα. Αυτό, ισχύει επίσης και για τις πραγματικότητες – υπάρχουν οι καθημερινές εξωτερικές αλήθειες: ο δρόμος, η βόλτα, ο ευκάλυπτος. Ένας στρατιώτης μολυβένιος καλεί το θέατρο, το σινεμά – ένας ήρωας βάναυσος συντροφεύει με τις μελωδίες της Τσινετσιτά την ποιήτρια, μαζί θα πιούνε τους καφέδες έξω από κάποιον (ίσως) στρατώνα – εσύ που βρίσκεσαι; Με τέτοιες πανουργίες και δίχτυα βρίσκεται ο αναγνώστης να μετέχει σαν τον αυτόπτη μάρτυρα σε κάτι που δεν είδε: η τέχνη της Πόλυς στήνει παγίδες στα ανύποπτα πουλάκια – είχατε κλάψει στις ταινίες του Φελίνι; (αναφορά στο ποίημα «Η μελωδία της Τζελσομίνας»).


Τα φτερά, οι άγγελοι κι ο έρωτας – ίσως να είναι λέξεις βαθύτατα συνώνυμες: Ο άγγελος επιθυμεί την εξανθρώπισή του, τα ροζ φλαμίγκο σηματοδοτούν όνειρα των ρομαντικών και των πραγματικών ερώτων. Οι έρωτες των άλλων: Κάποια Δανή βαρώνη γίνεται Σεχραζάντ Πριγκίπισσα για την αγάπη ενός Τυχοδιώκτη – Λόρδος περιορισμένης ηθικής θα ερωτευτεί μια Κόρη Αθηνών  (κι αυτή του κλέβει ένα φτερό απ΄το σεντούκι του). Στο ποίημα της «Φτερό από φοινικόπτερο» είναι σα να μαθαίνω ότι δεν είναι μόνο ο θάνατος που βρίσκεται παντού, αλλά κι ο έρωτας. Ο έρωτας, πάντα γενιάς ευγενικής, η επιθυμία του κάνει και τους αγγέλους να λαχταράνε τον ένα, τελευταίο, πειρασμό πίνοντας βότκα.

Μπορεί η ποιήτρια να ισχυρίζεται πως είναι ο Κανένας – τα ποιήματά της λένε κάποιες άλλες ιστορίες: αλλάζει τα φορέματα κάποιας προσωπικότητας με τα εργαλεία κάποιας άλλης, παίζει κρυφτό, είναι ο Κάποιος που παρατηρεί την Κάποια (που ήταν όμως υπαρκτή). Γυναίκες με μονάχα αρχικά αντί για ονοματεπώνυμα. Αγαπημένοι άλλοι ποιητές, συνομιλίες: με την παλιά ουσία την υπαρξιακή της θεατρικής γραφής του 15ου αιώνα, η Πόλυ καταφέρνει να βρίσκει εντός της φωνές που θα της επιτρέψουν να γίνεται Καθένας: σα να προτείνει το χέρι της στον αναγνώστη σε μία συναδέλφωση, μια αναγνώριση αθέατων πλευρών και ομοιοτήτων. Συνομιλεί – με τις γυναίκες και τους άντρες της ζωής της, και με τα τεχνουργήματα ανδρών και γυναικών αναγνωρίζεται. Γνωρίζει πια, στο τελευταίο το κομμάτι της παρούσας συλλογής ότι η τέχνη είναι μια πόλη, μια φωλιά ενθυμημάτων – κι έτσι νικάει το θάνατο που βρίσκεται ως και στην ειδυλλιακή περιοχή της Αρκαδίας. Το κοτσυφάκι της, το μαυροπούλι – βρίσκει τις πράσινες γωνιές που του χρειάζονται για να αρθρώνει το δικό του το τραγούδι. Κι ο έρωτας καραδοκεί τις πιο αθώες τις καρδιές – των φτερωτών ποιημάτων, των αγγέλων – και του αναγνώστη της.

 

 *Η Ολβία Παπαηλίου είναι εικαστική ψυχοθεραπεύτρια



Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι "ΤΡΕΙΣ ΝΟΥΒΕΛΕΣ"



     Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη


ΤΡΕΙΣ ΝΟΥΒΕΛΕΣ


 
Το όνειρο ενός γελοίου

Λευκές νύχτες
Ένα γλυκό κορίτσι


 
Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

Εκδόσεις Γκοβόστη








                 

Το όνειρο ενός γελοίου είναι η αριστοτεχνική ιστορία ενός ανθρώπου που θέλει να αυτοκτονήσει, επειδή, κατά τη γνώμη του αισθάνεται γελοίος, αλλά τον κυριεύει  ο ύπνος προτού επιχειρήσει το ανεπανόρθωτο. Ονειρεύεται την ευτυχία και απολύτρωση από το θάνατο, ονειρεύεται το υπερπέραν που γίνεται όμως όσο πάει και λιγότερο ελκυστικό, κι όταν τελικά ξυπνάει, εγκαταλείπει την ιδέα του θανάτου. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι την εποχή της συγγραφής του έργου (1847) ο Ντοστογιέφσκι επισήμανε ως ένα αξιοσημείωτο κοινωνικό φαινόμενο τον άνθρωπο-ονειροπόλο. Αυτό τον χαρακτήρα θα τον συναντήσουμε ακόμα κ στα άλλα δυο διηγήματα, τις ‘’Λευκές νύχτες’’ κ στο ‘’ένα γλυκό κορίτσι’’. Γράφοντας στην Εφημερίδα της Αγίας Πετρούπολης , χαρακτηρίζει τον ονειροπόλο, ως τύπο ανθρώπου απόλυτα συντονισμένου με την πόλη, η οποία, ειδικά την περίοδο του καλοκαιριού, φαίνεται να ενθαρρύνει την αποξένωση από την πραγματικότητα.

Απόσπασμα:  Είμαι ένας άνθρωπος γελοίος. Τώρα με λένε τρελό. Θα ήταν τίτλος τιμής αν γι’ αυτούς δεν εξακολουθούσα να είμαι το ίδιο γελοίος. Αλλά δεν δυσανασχετώ πια, όλος ο κόσμος μου είναι αρκετά συμπαθής, ακόμη κι όταν με κοροϊδεύουν και θα έλεγε κανείς, πως τότε ίσα ίσα μου είναι συμπαθής. Θα γελούσα κι εγώ μαζί με αυτούς ευχαρίστως, όχι τόσο για μένα, αλλά για να τους κάνω ευχαρίστηση, αν δεν δοκίμαζα τόση θλίψη κοιτάζοντάς τους. Θλίψη να βλέπω πώς δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αυτή την αλήθεια που γνωρίζω εγώ. Τι σκληρό είναι να την γνωρίζεις μόνος εσύ! Αλλά δεν θα καταλάβουν.. όχι, δεν πρόκειται να καταλάβουν..

Άλλοτε υπέφερα πολύ να περνώ για γελοίος δεν φαινόμουν. Ήμουνα. Υπήρξα πάντα γελοίος και ξέρω ότι αναμφίβολα είμαι από γεννησιμιού μου. Θα’ μουν δε θα ‘μουν επτά μόλις χρονών όταν κατάλαβα πως ήμουνα γελοίος. Ύστερα σπούδασα στο πανεπιστήμιο –και όσο σπούδαζα τόσο περισσότερο καταλάβαινα πόσο ήμουν γελοίος. Έτσι που όλη η πανεπιστημιακή μου μόρφωση φαινόταν να μην υπάρχει παρά για να μου δείξει και να μου εξηγήσει, όσο εντρυφούσα σ’ αυτήν, πως ήμουν γελοίος. Χρόνο το χρόνο, βεβαιωνόμουνα όλο και περισσότερο ότι από κάθε άποψη παρουσίαζα ένα γελοίο πρόσωπο. Όλος ο κόσμος με κορόιδευε παντού και πάντα. Αλλά κανενός δεν πέρναγε από το μυαλό ότι αν υπήρχε κάποιος στον κόσμο που ήξερε πιο καλά από όλους ότι είμαι γελοίος, αυτός ο άνθρωπος ήμουνα εγώ. Κι αγανακτούσα που κανείς δεν το φανταζόταν. Σε αυτό φταίω και εγώ, η αλαζονεία μου με εμπόδιζε πάντα να ομολογήσω το μυστικό μου. Αυτή η αλαζονεία αυξανόταν με τα χρόνια, και αν αφηνόμουν μπροστά σε οποιονδήποτε να αναγνωρίζω πως ήμουν γελοίος, πιστεύω πως το ίδιο κιόλας βράδυ θα είχα τινάξει τα μυαλά μου με μια πιστολιά. Έφηβος σαν ήμουν, πόσο είχα υποφέρει στη σκέψη ότι δεν θα μπορούσα να αντισταθώ, ότι ξαφνικά θα όφειλα να το ομολογήσω στους συντρόφους μου. Αλλά όταν ενηλικιώθηκα, αν και από χρόνο σε χρόνο είχα βεβαιωθεί ακόμη περισσότερο για την τρομερή ιδιομορφία μου, κατάφερα για τον άλφα ή βήτα λόγο να ηρεμήσω. Ακριβώς επειδή ως τότε αγνοούσα το γιατί και το πώς. Ίσως το όφειλα σε αυτή την απέραντη μελαγχολία που κυρίευσε την ψυχή μου ύστερα από κάποιο γεγονός απροσμέτρητα ανώτερό μου, δηλαδή: την πεποίθηση που είχα μόνιμα από τότε, ότι εδώ κάτω τα πάντα είναι χωρίς σημασία. Το υποψιαζόμουν αυτό από πολύ καιρό αλλά ξαφνικά βεβαιώθηκα απόλυτα. Ένιωσα απότομα ότι θα μου ήταν αδιάφορο αν ο κόσμος υπήρχε ή αν δεν υπήρχε πουθενά τίποτε. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι και να αισθάνομαι ότι κατά βάθος τίποτε δεν υπήρχε για μένα. Ως τότε νόμιζα πάντα ότι πολλά πράγματα υπήρξαν πριν από μένα. Τώρα αντιλαμβανόμουν ότι τίποτε δεν υπήρχε πριν, ή μάλλον ότι δεν υπήρχε παρά φαινομενικά. Σιγά σιγά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ποτέ δεν υπήρξε τίποτε. Έπαψα τότε να ερεθίζομαι με τους ανθρώπους και κατέληξα να μη τους προσέχω καθόλου. Αυτή η διάθεση εκδηλωνόταν ακόμη και στις πιο ασήμαντες περιστάσεις της ζωής: μου συνέβαινε, λόγου χάρη, περπατώντας στο δρόμο, να σκοντάφτω πάνω τους. Όχι γιατί με είχαν απορροφήσει οι σκέψεις, γιατί τότε δεν θα σκεφτόμουν όσα σκέφτομαι: τα πάντα μου ήταν αδιάφορα. Να μπορούσα τουλάχιστον να βρω τη λύση των προβλημάτων! Ούτε ένα δεν είχα λύσει. Και ο Θεός ξέρει πόσες λύσεις είχα προτείνει! Αλλά, επειδή αδιαφορούσα για όλα, πήγαν και τα προβλήματα στο βρόντο. Να όμως που ξέρω την αλήθεια. Αυτή την αλήθεια την έμαθα τον περασμένο Νοέμβρη, στις τρεις Νοεμβρίου ακριβώς, και από τότε την έχω σταθερά χαραγμένη στη μνήμη μου.

 

Στο ‘’όνειρο ενός γελοίου’’’ η τεχνική της ζωγραφικής πάνω σε γυαλί βρίσκει εδώ την τέλεια εφαρμογή: το όνειρο και τα παραληρήματα, οι μυθολογικές και εικαστικές αναφορές ,η  παράφορη σύνθεση σε «πίνακες» και οι προεκτάσεις τους, οι αλλοιώσεις εικόνων συνιστούν το απόγειο της τέχνης του συγγραφέα, που δεν διαθέτει κανένα άλλο εργαλείο για να αποδώσει τέτοια τελειότητα, παρά μόνο τις λέξεις.

Το όνειρο βρίσκεται στην κατά φαντασίαν τρέλα και πηδάει από τη μια αναφορά στην άλλη, οι στιγμές όμως που περιβάλλουν το όνειρο παρουσιάζονται τελείως διαφορετικές. Παρόλο που το διήγημα ξεκινά σαν μια σκοτεινή αλληγορία, που στο βάθος της ελλοχεύουν η πίκρα, η ειρωνεία, η απόρριψη, ο θάνατος, η ενοχή κ η τρέλα στο τέλος όλα ανατρέπονται, μεσούντος του ονείρου , που μεταγγίζει στον γελοίο ονειροπόλο την πρωτόγνωρη κ  ακατάβλητη δίψα για ζωή.

 

 

«Λευκές Νύχτες

 

Η νουβέλα του Ντοστογιέφσκι «Λευκές Νύχτες» μας παρουσιάζει έναν από τους χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής, ο οποίος είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τον συγγραφέα, όπως προαναφέραμε: τον ονειροπόλο. Στην Αγία Πετρούπολη του 1847, ο άντρας αυτός με διαταραγμένο ψυχισμό που δεν έχει όνομα παρά μόνο ιδιότητα -αυτοαποκαλείται «Ονειροπόλος» εκφράζοντας έτσι με ευμένεια την ανικανότητά του να δράσει , παραδίδεται στις ονειροφαντασίες του και ζει σ’ ένα δικό του ελκυστικό κόσμο των φαντασιώσεων, αρνούμενος να προσγειωθεί στην πραγματικότητα και να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητές της.

 

Χαμένος στα ειδυλλιακά τοπία της φαντασίας του, είναι έτοιμος να ερωτευτεί με πάθος την οποιαδήποτε νεαρή κυρία θα του δείξει έστω κι ένα στοιχειώδες ενδιαφέρον. Εάν αυτή, παρ ελπίδα εμφανιστεί, εκείνος θα την αναγάγει στη σφαίρα του απόλυτου έρωτα, αφήνοντας την γήινη υπόστασή της στη φροντίδα ενός άλλου.


Κι ενώ οι λευκές νύχτες εντείνουν τα πάθη, στη ζωή του εισβάλλει ένα νεαρό κορίτσι που διαθέτει όνομα και υλική υπόσταση, η Νάστιενκα .
Η όμορφη κοπέλα είναι ερωτευμένη με τον «Ένοικο», έναν άντρα επίσης χωρίς όνομα που ενοικίαζε για ένα χρόνο το διαμέρισμα της καταπιεστικής γιαγιάς της. Ο ένοικος φεύγει και μετά μια απελπισμένη της εξομολόγηση, της υπόσχεται πως θα επιστρέψει σ’ έναν χρόνο για να τη συναντήσει και να την πάρει μαζί του.
Ο χρόνος περνάει κι ο ένοικος δεν εμφανίζεται. Ο ονειροπόλος μπαίνει με μοναδική ευκολία στο παιχνίδι της νεαρής κυρίας κι αποφασίζει να τη βοηθήσει με κάθε τρόπο να ξαναβρεί τον απολεσθέντα ερωτικό αντίπαλο, παραμερίζοντας τα δικά του αισθήματα για κείνην...
Όμως ο ονειροπόλος νέος εξαναγκάζεται να εισέλθει στον πραγματικό κόσμο όπου και τελικά συντρίβεται. Η κοπέλα, θα εκμεταλλευτεί τα φιλικά αισθήματα του, για να έρθει σε επαφή με τον αγαπημένο της αλλά και για να παρηγορηθεί στη συνέχεια, από τις διαψεύσεις του πάθους  της.

 Όταν όμως επιτέλους ο ένοικος εμφανίζεται, η Νάστιενκα εγκαταλείπει χωρίς δεύτερη σκέψη τον ονειροπόλο για να παραδοθεί στον εραστή της και να φύγει μαζί του. Οι «Λευκές Νύχτες» πλουτίζουν με μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα αυτήν την αισθηματική περιπέτεια, προσδίδοντας στο πάθος των ηρώων μια διάσταση μαγείας αλλά και υποδόριας έντασης . Ο συγγραφέας, ιδιαίτερα ονειροπόλος και νευρικός κι ο ίδιος, με ανάλογες ευαισθησίες και ακραίες εμμονές, μεταγγίζει στον ήρωα του πάθη και δυναμικές που ενισχύουν όχι μόνο την νοσηρότητα των ανέλπιδων προσδοκιών και την ματαιότητα του άκρατου ιδεαλισμού αλλά και την βαθιά ανάγκη του νεαρού πλάσματος να ξεφύγει επιτέλους από το καύκαλο του πλαστού κόσμου των ονείρων και να εισχωρήσει στην οδυνηρή πραγματικότητα, ώστε να διεκδικήσει το δικαίωμά του για έρωτα και δημιουργία.

Καθώς εξελίσσονται οι δράσεις και πληθαίνουν οι συναντήσεις των δύο νέων, μας αποκαλύπτεται επίσης με εξαιρετική διαύγεια και ο γυναικείος χαρακτήρας, μια ελκυστική γυναίκα στην πρώτη της νιότη, που όμως είναι βαθιά προσηλωμένη στον εαυτό της και αδυνατεί να αντιληφθεί σε βάθος το μαρτύριο του νεαρού άντρα , του οποίου την αδυναμία εκμεταλλεύεται για να ικανοποιήσει τις δικές της εξίσου ζωτικές ανάγκες.


Ανθεκτική στο πέρασμα του χρόνου, η μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου αποδίδει με ευκρίνεια το μήνυμα του λόγου. Ο Ντοστογιέφσκι γράφει βάσει των αναλογιών που επιβάλλει η έρπουσα αβεβαιότητα των καταστάσεων στις οποίες ενέχονται οι ήρωες: όλα είναι έτσι όπως τα αντιλαμβάνεται ο κάθε εμπλεκόμενος στο παιχνίδι των εντυπώσεων και όπως τα οριοθετεί η εκάστοτε υιοθετηθείσα οπτική γωνία.

 Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης βλέπει στην πραγματικότητα ό, τι ο ίδιος θα ήθελε να δει, να αισθανθεί και να καταγράψει ως αλήθεια στη συνείδησή του.

‘’Η ατμόσφαιρα στις "Λευκές νύχτες" είναι ποιητική και άκρως συγκινητική. Πρόκειται για έναν ύμνο στη νεότητα, την άνοιξη και το πάθος και στη δύναμή τους να μεταμορφώνουν την εγκόσμια πραγματικότητα.’’

Οι «Λευκές νύχτες», ένα διαμάντι με λάμψη ανεξάντλητη, εξακολουθούν ν’ αντέχουν στον χρόνο. Σ’ αυτή την κλασσική πλέον νουβέλα, ο μεγαλοφυής συγγραφέας συγκέντρωσε σε μόλις 91 σελίδες, όλο το ανέφικτο του έρωτα.


Ένα γλυκό κορίτσι

 

 «Φανταστείτε έναν σύζυγο και σε ένα τραπέζι απάνω τη γυναίκα του που αυτοκτόνησε, πάν’ κάτι ώρες, πηδώντας από το παράθυρο»: έτσι ξεκινά το διάσημο διήγημα του Ντοστογιέφσκι με τις πάμπολλες μεταφράσεις («Ένα γλυκό κορίτσι», «Ήμερη» κ.λπ.). Όπως ο Ορέστης του Αισχύλου καταδιώκεται από τις Ερινύες μετά τη μητροκτονία, έτσι και ο χήρος ενεχυροδανειστής του Ρώσου κορυφαίου συγγραφέα βρίσκεται στο στρόβιλο εναγώνιων σκέψεων και μονολογεί. 

Το "φανταστικό" διήγημα "Ένα γλυκό κορίτσι" πρωτοδημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 1876 στο περιοδικό "Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα", που εξέδιδε ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι. Βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία που συνέβη τότε στην Πετρούπολη. 

Είναι ο μονόλογος ενός ανθρώπου μπροστά στο πτώμα της γυναίκας του, που αυτοκτόνησε πριν από λίγο. Αυτός ο άνθρωπος, προσπαθώντας να δώσει μια εξήγηση στο γεγονός, αρχίζει να αναθυμάται τη σχέση τους, ενώ συγχρόνως κάνει απολογισμό της ζωής του. Τυπικός ντοστογιεφσκικός ήρωας, ταλαντεύεται διαρκώς μεταξύ του καλού και του κακού. Τελικά, οι αναμνήσεις που ζωντανεύουν μέσα του, τον οδηγούν αναπόφευκτα στην αλήθεια και την αυτογνωσία. 
 Το διήγημα , μας περιγράφει  τη ζωή ενός ενεχυροδανειστή, ο οποίος εξαιτίας μιας ιδιαίτερα τραγικής συγκυρίας έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, συνειδητοποιώντας την αλήθεια για θεμελιώδη φιλοσοφικά και ηθικά ζητήματα. Όπως και στο «Υπόγειο» του σπουδαίου συγγραφέα, ο αντι-ήρωας της ιστορίας έχει αποστασιοποιηθεί από κάθε τι ανθρώπινο, παρόλο που επιζητεί με έναν δικό του τρόπο την επαφή με τους άλλους. Μισάνθρωπος, τσιγκούνης, σκληρός κ υπολογιστής φορά το καθημερινό του προσωπείο, τόσο στη δουλειά του αλλά κ στο καταθλιπτικό σπίτι του, στο οποίο επιλέγει να παραμείνει φυλακισμένος ή μάλλον προστατευμένος από την υπερβολή της αγάπης, φυλακίζοντας όμως και την δύστυχη, την τόσο αγνή και τόσο αθώα γυναίκα του, η οποία μην αντέχοντας άλλο αυτή την μιζέρια, θέτει τέρμα στη ζωή της.


Γιατί για τον Ντοστογιέφσκι, ο φόβος να αγαπάς είναι ο φόβος να είσαι ελεύθερος.

Μπροστά στο πτώμα της γυναίκας του ο απελπισμένος ενεχυροδανειστής, αποθέτει συγκλονισμένος σκέψεις,  που ποτέ δεν είχε το θάρρος να εμπιστευτεί σ αυτήν, μνήμες προσωπικών στιγμών που ο χρόνος μετάγγισε τη νοσταλγική αύρα τους , κλειδαμπαρωμένες ωστόσο στα βάθη του εαυτού του από φόβο , μήπως εάν κάποτε της τα εκμυστηρευόταν -όλα αυτά τα συναισθήματα που του γεννούσε τελικά η αγάπη του για εκείνη-, η ίδια θα τον εκλάμβανε ως αδύναμο κ θα τον εγκατέλειπε. Με ειλικρινή πόνο σε βαθύ εξομολογητικό τόνο, ο τραγικός σύζυγος περιγράφει την φτωχή, περιθωριοποιημένη καθημερινότητα τους και την σκληρότητά της,  που δυστυχώς τους έπνιξε κ τους δυο.

Σε προγενέστερες εκδόσεις του περιοδικού του, ο Ντοστογιέφσκι είχε ασχοληθεί πολύ με αυτό που θεωρούσε "επιδημία αυτοκτονιών" ανάμεσα στους Ρώσους, Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτά τα φαινόμενα ήταν ακραίες συνέπειες της απουσίας νοήματος και της πνευματικής κατάπτωσης στη σύγχρονη ζωή, που οδηγούσαν στη διάβρωση της θρησκευτικής πίστης. 
Ο Ντοστογιέφσκι, παίρνει αφορμή από ένα πραγματικό γεγονός και χτίζει αριστουργηματικά μια ιστορία στην οποία μιλάει για τη μοίρα των ανθρώπων με την κατανόηση , που οι ίδιοι αδυνατούν να δείξουν ο ένας στον άλλο.

 

 

Και μια προσέγγιση στις Ντοστογιεφσκικές ηρωίδες, βασισμένη σε ένα κείμενο της Ελένης Λαδιά

 

«Ω Θεέ μου! Αν μπορούσα να σας αγαπώ μαζί και τους δυό!   Ω αν εσείς είσαστε εκείνος!»
Αυτά τα λόγια είπε η Νάστιενκα στον ονειροπόλο και παρθενικό νέο, που την συντρόφευε τις Λευκές Νύχτες της Πετρούπολης, για να περιμένουν μαζί τον πρώτο της αγαπημένο. Και όταν εκείνος επέστρεψε, η κοπέλα παρηγόρησε τον ερωτευμένο πλέον ονειροπόλο με λόγια , που φανέρωναν την δική της αισθηματική σύγχυση.

Η αισθηματική σύγχυση είναι η φράση-κλειδί που αποκαλύπτει την αισθηματική περιπλοκή στις ντοστογιεφσκικές ηρωίδες, οι οποίες μπερδεύουν τον έρωτα, την αγάπη και τον οίκτο, γοητεύοντας τους άντρες που μετατρέπονται σε πειθήνια όργανά τους. Η πένα του Ντοστογιέφσκι ζωγραφίζει σταθερά αυτά τα αντιφατικά πλάσματα, των οποίων το συναίσθημα ξεπερνά πολλές φορές τα όρια , προκαλώντας συμπεριφορές σαδομαζοχιστικές.

Συνήθως αυτές οι γυναίκες δεν γνώριζαν τι πραγματικά ήθελαν, αφημένες στην σοφία των συμβάντων. Ήταν όλες νευροπαθείς, όμορφες, άξιες και με εκκεντρική προσωπικότητα, που βάραινε πρώτα τις ίδιες. Οι ντοστογιεφσκικές ηρωίδες λιποθυμούν και ανεβάζουν πυρετό, όταν βρίσκονται σε νευρική διέγερση, η οποία συμβαίνει πολύ συχνά. Πηγαινοέρχονται στα άκρα, όπου γίνονται ή σαδιστικά τέρατα που δεν μπορεί να τα υπομείνει κανένας η άκρως υπομονετικά πλάσματα που προκαλούν τον οίκτο. 


Αν μελετήσει κανείς το έργο του Ντοστογιέφσκι αλλά και τον πολυτάραχο βίο του, θα δει ότι στην ζωή του ολόκληρη , τον μεγάλο συγγραφέα έλκυαν γυναίκες αυτής της αρρωστημένης ιδιοσυγκρασίας. Η μητέρα του Μαρία Φιοντόροβα Νετσάγιεβα, η πρώτη του γυναίκα Μαρίγια Ντμιτρίεβα  αλλά κ η ερωμένη του Απολλινάρια Σουσλόβα , ήταν ακριβώς αυτός ο τύπος γυναίκας. Γι αυτό λοιπόν, μπόρεσε να τις περιγράψει, να τις ψυχογραφήσει, να τις ζωγραφίσει με τέτοια δεινότητα. Επειδή ακριβώς γνώριζε την κάθε πτυχή του πολύπαθου χαρακτήρα τους, από πρώτο χέρι.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

[Όλος Ο Παπαδιαμάντης Σε Ένα Διήγημα] Του Π. Ένιγουεϊ


 Πηγή:http://www.bibliotheque.gr
tumblr_ngksdlUQkP1qdhfhho2_1280
 
 
 
 
 
 
 
α.
 
Δυσμόθεν και αντικρύ του μεγάλου ακόμψου σχολείου, όπου ο αγαθός ελληνοδιδάσκαλος εδίδασκε τους μαθητάς του δεκατρείς ώρας την ημέραν –τέσσαρας ώρας την πρώτην τάξιν, τέσσαρας την δευτέραν και πέντε την τρίτην–, ήτο το μετόχι της διαλυμένης μονής του Αγ. Εμμανουήλ, οικίσκος εκ δύο χωριστών θαλάμων, με τας θύρας προς την οδόν.
Δίπλα από την μονή αναρριχούντο, εις τον βραχώδη λόφον, η λευκή οικία του μακαρίτου Αδαμάντιου, όπου την είχεν αγοράσει προ χρόνων ο καπετάν Αλέξανδρος, και την είχεν επισκευάσει και καλλωπίσει.
Βλέπουσα εις τον λιμένα, αγναντεύουσα την θάλασσαν, μετρούσα τα κατάρτια των καραβιών, και αριθμούσα τας λέμβους των αλιέων, στο μπαλκόνι εκάθητο η κόρη του σπιτιού, το Σειραϊνώ, λευκή ως το κρίνον, λεπτοφυής και πραεία.
Ήτο ώρα δεκάτη της πρωίας.
 
Ο διδάσκαλος είχεν αρχίσει να παραδίδη εις την δευτέραν τάξιν.
Κάτω εις τα παράθυρα του σχολείου, επί του κατωφλίου της θύρας, με τα βιβλία των υπό την μασχάλην, εκάθηντο οι μαθητές της τρίτης τάξεως, περιμένοντες να έλθη η σειρά των διά ν’ ακροασθώσι και αυτοί το πρωϊνόν μάθημα.
Ο εις των μαθητών, ο μικρός Γιωργής, ο γιος της Μπούρμπαινας, δεκαεπταετής, οστεώδης, με ζωηρόν βλέμμα, δεν απέσπα το βλέμμα του από την λευκή οικίαν –έπασχε, φαίνεται, από πρώιμον έρωτα–, ηκούσθη να ψιθυρίζει:
«Αχ, βρε Σειραϊνώ, αχ!…»
Το Σειραϊνώ εκόπιαζε και εκέντα τα προικιά της.
Αντικρύ, εις μίαν οικίαν μακράν, έξω εις το μπαλκονάκι, εκάθητο εν πρόσωπον και έκυπτεν επί των γονάτων του.
Ήτο το Αρχοντώ, η κόρη της γριάς Μαρουδίτσας. Η αντίζηλός της εις το χωρίον.
 
Αντίζηλός της εις τα κεντήματα, εις τα προικιά, εις την αρχοντιάν. Εν ώρα γάμου κι εκείνη, καθώς κι αυτή, δεν έπαυε καθημερινώς να ετοιμάζη τα προικιά της.
Και η Σειραϊνώ έτεινε το όμμα, διά να ιδή, όπως εφαντάζετο, τι εκέντα το Αρχοντώ, και δεν ησύχαζεν εάν δεν εύρισκε τρόπον ν’ αντιγράψη ή να κλέψει το κέντημα της αντιζήλου της.
Δεν την είχε ιδή από πενταετίας, όταν ήσαν ακόμη μαθήτριαι και αντεφέροντο εις το σχολείον κι εμάλωναν καθημερινώς, ως ήτο επόμενον.
Ήσαν τότε και αι δύο ασχημοκόριτσα ισχνά και αναιμικά.
Και τώρα, διά πρώτην φοράν, μετά τόσους χρόνους, την έβλεπεν αμυδρώς, και έβλεπεν ότι ήτο ωραία. Πολύ ωραία. Και ησθάνθη ακουσίως ζήλια.
 
 
 
 
 
 
 
tumblr_ngksdlUQkP1qdhfhho3_1280
 
 
 
 
 
 
 
 
β.
 
Η βάρκα ελικνίζετο ελαφρά αραγμένη στην ακρογιαλιάν. Ο καπετάν Γιωργής της Μπούρμπαινας, εξαπλωμένος επάνω εις την πρύμνην, με μια βελέντζα τυλιγμένος, βωβός, ακίνητος, προσπαθούσε να αποκοιμηθή, διότι την επομένη, πριν ακόμη χαράξη, είχε ταξίδι απέναντι στη Νταμούχαρη.
Δίπλα του ένας άμοιρος δερβίσης εκοιμόταν αγκαλιά με το νάι του. Θα τον επήγαινε κι αυτόν, μαζί με ένα νέον ανδρόγυνον, απέναντι.
Τον είχεν ιδή, ενωρίτερα, ριγούντα, έρποντα ανάμεσον δύο σειρών παλαιών οικίσκων και τον ευσπλαχνίστη, τον ελυπήθη, και αντί πενταλέπτου του έδωκε να πιη φασκόμηλον και μισό κουλούρι να βουτήξη. Τον άφησε να αποκοιμηθή στη βάρκα. Έκαμε ψύχραν, νυχτερινόν απόγειον. Πού να υπάγη ο ανέστιος δερβίσης;
 
Είχαν περάσει να μεσάνυχτα προ πολλού.
Απέναντι, εις μίαν μικρήν οικία, ηκούγονταν, μετά πολλούς άλλους κρότους και ήχους, βιολιά και λαγούτα. Τι συνέβαινεν; Εφαίνετο να είναι οικογενειακή χαρά κι εορτή.
Διά τον εικοσάχρονο, όμως, καπετάνιο, δεν υπήρχε πλέον άσμα, ούτε φθόγγος, ούτε ήχος ικανός να εκφράση το τι υπέφερε.
Είχε μάθει προ ημερών ότι η γριά Μαρουδίτσα επανδρολογούσε την μοναχοκόρη της, το Αρχοντώ, μ’ ένα νοικοκύρην στεργιώτη απ’ το Πήλιο. Ο γαμβρός, έλεγαν, είχε σπίτια πολλά. Και χωράφια όχι ολίγα. Οικοκύρης άνθρωπος.
Πού τον ηύρε; Τάχα δεν υπήρχαν γαμβροί εις την πατρίδα, εις την ωραία Σκιάθο, εις το ωραίον χωρίον, το παραθαλάσσιον; Και δεν ήτο αυτός, εις μεταξύ όλων, καλός γαμβρός; Διατί εβιάζετο η μάνα της;
Όχι, δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι η μάνα της την επροξένευε και την επανδρολογούσε και ήθελε να την κάμη νοικοκυράν.
 
Η γριά Μαρουδίτσα ούτε ιδέαν είχεν, ούτε υποψίαν, ούτε έννοιαν αν ο Γιώργης της Μπούρμπαινας, ο μικρός καπετάνιος, ήτο ερωτευμένος με την κόρην της. Και αν είχε ιδέαν πάλιν δεν θα την έμελλε τίποτε. Και αν εγνώριζεν ότι η κόρη της ανταπεκρίνετο εις το αίσθημα, πάλιν ολίγον θα ανησύχει. Τα κορίτσια δεν πρέπει να έχουν έρωτα, τι θα πη; Το μόνον χρέος των είναι να υπακούουν εις τους γονείς των.
Είχεν αποφασισθή, ευθύς μετά τον γάμον, άμα εξημέρωνε, να μβαρκάρουν, ο γαμβρός και η νύφη, συνοδευόμενοι από την γραίαν, και να περάσουν πέρα, εις την Νταμούχαρη, σιμά εις το Πουρί, εις το χωριό του γαμβρού, και μάλιστα με τη βάρκα του καπετάν Γιωργή! Αυτός ήτο ναυλωμένος να μεταφέρη το νέον ανδρόγυνον! Το ανδρόγυνον και αυτόν εδώ τον δερβίσην, με το σαρίκι του, τον τσουμπέν και τον δουλεμάν του.
 
 
***
 
 
Υψηλή μορφή, με λευκόν σαρίκι, με μαύρην χλαίναν και χιτώνα χρωματιστόν, εμφανίσθη εις το καφενείον εκείνη την βραδιάν. Μελαψός, συμπαθής, γλυκύς.
Είχεν αναφανή. Πότε; Προ ημερών, προ εβδομάδων; Πόθεν; Από την Ρούμελην; Από την Ανατολή; Από την Σταμπούλ; Πώς; Εκ ποίας αφορμής; Ήτο δερβίσης; Ήτο Αγάς; Ήτο βεκτασής, χότζας, ιμάμης; Ήτο ουλεμάς διαβασμένος; Ήτο εις δυσμένειαν; Είχεν ακμάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθεί;
 
Ήτο απ’ εκείνα τα χώματα. Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.
Εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μια παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Του είπαν να τραγουδήση. Ετραγούδησε. Του είπαν να παίξη το νάι. Έπαιξε. Τους έλεγε τον αμανέν κι έπινεν μαστίχαν όποιος τον εκερνούσε. Με το σαρίκι του, με τα κατσαρά ψαρά γένεια του, με το τσιμπούκι του. Άνω των πενήντα ετών ηλικίας.
 
Εκεί διενυκτέρευεν από ημερών. Άστεγος, ανέστιος, φερέοικος.
 
 
 
 
 
 
 
tumblr_ngksdlUQkP1qdhfhho6_1280
 
 
 
 
 
 
 
 
***
 
 
Τι να σκεφθή; Τι να είπη; Διατί κοιμάται; Πώς αγρυπνεί; Πώς μένει εξαπλωμένος; Τι σκέπτεται; Σκέψις χρειάζεται; Όχι, δράσις. Να σηκωθεί… να πηδήση… να τρέξη… να πετάξη… Ν’ αναβή τον βράχον, σκαλοπάτια, στενούς δρομίσκους, λιθόστρωτα… Να φθάση εκεί επάνω… Να χυθή… να ορμήση… Να αρπάξει τη νύμφην… Να την σηκώση ψηλά… Να εξαφανισθούν… Οι άλλοι θα μείνουν απολιθωμένοι… Θα τον νομίσουν διά τρελόν… Όταν συνέλθουν θα τρέξουν κατόπιν του… Η γριά θα τραβήξη τα μαλλιά της, θα χυθεί επάνω του, θα τον σχίση με τα νύχια της… Οι άλλοι, καλεσμένοι, κουμπάρος, συγγενείς, θα του ριχθούν με τους γρόνθους, με ράβδους, με την σκούπαν… με ό,τι τύχη. Αυτός με την μίαν χείραν θα σπρώχνη την νύμφην εμπρός, με την άλλην θα προσπαθή να τους φέρη γύρο όλους… Και ο γαμβρός, με το πανωβράκι του και με το φέσι του, θα γυρεύη να τους χωρίση… Όχι. Θα του έλθη λιγοθυμιά, και θα πέση, απ’ οπίσω από την πόρταν… Και τότε αι γυναίκες θα βάλουν τες φωνές, και θα πασχίζουν να ξελιγοθυμήσουν τον γαμβρόν… Και θα επέλθη μικρός αντιπερισπασμός… Και αυτός θα σπρώχνη την νύφην, και με τους γρόνθους και με τους αγκώνας του, καταπληγωμένος, αφρίζων, αιματωμένος, θα απαντά εις τα κτυπήματα των λυσσασμένων.
 
Εμπρός! Θάρρος! Απόφασις! Σηκώσου! Θα κουνηθής επί τέλους;
 
 
***
 
 
Όμοιον με νεκρικόν κρανίον φαντάζει από μακράν το μικρόν τζαμίον του ερημωμένου χωρίου. Έχει μόνον μίαν θυρίδα χαμηλήν, χωρίς θυρόφυλλα, και δύο χαλασμένα παράθυρα ένθεν και ένθεν.
 
Υψηλά από το Μπαρμπεράκι, το περίφαντον ύψωμα, όπου ξυρίζει πανταχόθεν το πρόσωπον ο άνεμος, εκείθεν φαίνεται το έρημον χωρίον, το κτισμένον επί βράχου υψηλού, εκείθεν και το άχαρον τζαμίον, με τας δυο στρογγυλάς τρύπας του.
Κι όμως το χωρίον αυτό εκατοικείτο μίαν φοράν, και εις το τζαμίον εκείνο αντήχει ποτέ προσευχή εις τον Αλλάχ, και προσκύνημα εγένετο συχνά καθ’ όλους τους τύπους. Είναι αληθές ότι εις μόνος Αγάς υπήρχε, διά τον τύπον, εις όλον το χωρίον, το οποίον επλήρωνεν ετησίως κατ’ αποκοπήν 2 ή 3 εκατοντάδας γροσίων εις την Πύλην.
 
 
 
 
 
 
 
tumblr_ngksdlUQkP1qdhfhho4_1280
 
 
 
 
 
 
 
 
***
 
 
Ήτο τετάρτη ώρα, γλυκοχαράματα, και κανείς ακόμη δεν είχε κινηθή από την οικίαν. Τέλος, η γραία Μαρουδίτσα, ήτις επεθύμει να γίνει το μβαρκάρισμα όσον το δυνατόν ενωρίτερα, επήρε δύο αβασταγές με ρούχα και τας έδωκεν εις τους δύο ανεψιούς της να τας κουβαλήσουν κάτω εις τον αιγιαλόν. Τα δύο παιδία κατέβησαν κάτω, εις την άκρην του βράχου, φέροντα τας δύο δέσμας των φορεμάτων, και εφώναξαν τον καπετάν Γιωργή. Αλλά ο νέος είχε σηκωθή πριν τον φωνάξουν.
 
«Μπάρμπα, είπ’ η θειά μ’ η Μαρουδίτσα να παρ’ς, λέει, τα ρούχα μες στ’ βάρκα».
«Είπε, λέει, να τα βάνης σε καλή μεριά, να μη βραχούνε».
«Να τα βάνης, λέει, απουκάτ’ απ’ την πλώρ’ τσ’ βάρκας, όμορφα όμορφα».
«Τα ρούχα, λέει, κη τα μάτια σ’».
 
 
***
 
 
Ο τελευταίος Αγάς είχε το χαρέμι του, μίαν σύζυγον και μίαν σκλάβαν. Ήτο ήρεμος και πράος. Ωμίλει ελληνικά. Είχεν ήθος σοβαρόν, προστατευτικόν και ψυχρώς φιλόφρον. Εζούσεν ειρηνικώς με τους ανθρώπους.
Κάθε πρωί κατέβαινεν από το κονάκι του, εισήρχετο εις το γειτονικόν τζαμίον, προέβαλλε την κεφαλήν έξω του παραθύρου και έψαλλε δυνατά το πρωϊνόν κήρυγμα στρεφόμενος προς το πέλαγος.
Διότι χότζας ποτέ δεν υπήρξεν άλλος, αλλ’ αυτός, ο κατά καιρόν Αγάς, έκαμνε τον χότζαν. Ουδέ υπήρξε ποτέ μιναρές, αλλά το υψηλόν παράθυρον ανεπλήρου την έλλειψιν ταύτην.
 
Είτα έκαμνεν την γονυκλισίαν του, έκρουεν δύο φοράς το μάρμαρον του εδάφους με το μέτωπόν του, εξήρχετο, ανέβαινεν οπίσω εις το κονάκι, ήναπτε την μεγάλην τσιμπούκαν του, εκάπνιζεν, εκάπνιζε, και αφού του επερνούσε το μαχμουρλίκι, εφόρει την λευκήν σαρίκαν του, το πλατύ ζωνάρι του και κρατών την μαύρη τσιμπούκαν διευθύνετο εις το κιόσκι, όπου εντάμωνε δυο ή τρεις χασομέρηδες, ωσάν αυτόν, προεστούς του χωριού, διά να κάμη κουβένταν.
 
 
 
 
 
 
 
 
tumblr_ngksdlUQkP1qdhfhho5_1280
 
 
 
 
 
 
 
 
***
 
 
Δεν ήτο πλέον ψέμα, ήτο αλήθεια. Ο καπετάν Γιωργής έπλεε με την βάρκαν του την ώρα της αυγής και με τον δερβίση, τον ξεπεσμένον Αγά από το Μπαρμπεράκη, μετέφερε το Αρχόντω, την μητέρα της και τον γαμβρόν εις την Νταμούχαρην, εις το χωριό του γαμβρού, εις τα σπίτια του και εις τα νοικοκυριά του.
Εμακρύνθησαν, επελαγώθησαν κι έφευγαν, έφευγαν.
 
Δεν ημπορούσε να συνάψη ιδέαν. Δεν ήτο πλέον καιρός παλληκαριάς. Παρήλθεν η ευκαιρία διά να ορμήση επάνω εις το σπίτι, να την αρπάξη από τας χείρας όλων…
Έβλεπε τον γαμβρόν και του εφαίνετο ως όρνεον, το οποίον είχεν έλθει από ξένον τόπον διά να αρπάξη την περιστεράν, την τρυγόνα.
Του ήρχετο να ξεστηθωθή, να πτύση εις τας χείρας και να του είπη:
«Παλεύουμε, μπάρμπα;»
 
Ο άνεμος εδυνάμωνε. Τάχα δεν ημπορούσε να δυναμώση αρκετά ώστε ν’ αναποδογυρίση η βάρκαν; Μια μικράν ανεπιτηδειότητα εις το τιμόνι, μια ελαφράν απροσεξίαν εις το πανί και τότε όλα θα έπλεαν εις την θάλασσαν… Όλοι θα έπεφταν εις το κύμα… Ένα καργάρισμα του πανιού ήτο αρκετόν. Με το χέρι του ημπορούσε να βιάση το πανί και με εν κτύπημα του ποδός ημπορούσε να στείλη εις τον άλλον κόσμο τέσσερας ψυχές: τον δερβίσην, τον γαμβρόν, την πενθεράν και την νύφην, εάν δεν ήθελε να γλυτώση την τελευταίαν.
 
Ο κακόμοιρος ο δερβίσης θα επήγαινε εις τον πάτο με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του και με τον δουλεμάν του. Παράπλευρη απώλεια. Ο γαμβρός θα επήγαινε μολύβι εις τον πάτον με όλα του τα σπίτια, ή μάλλον χωρίς τα σπίτια του, χωρίς τα χωράφια του και τα υπάρχοντά του. Για τη γραία Μαρουδίτσα ούτε λόγος. Καλήν ώρα! Θα εφρόντιζεν αυτός να της κάμη τα κόλλυβα, μαζί με το Αρχόντω, που θα την εγλύτωνε κολυμβών.
Εμπρός! Καρδιά! Θάρρος!
Μία μικρά ανεπιτηδειότητα… Μία παρατιμονιά…
 
 
 
 
 
 
 
tumblr_ngksdlUQkP1qdhfhho1_1280
 
 
 
 
 
 
 
 
 
γ.
 
 
Τέλος, αναποδογύρισε την βάρκαν; Έπνιξε τους επιβάτας; Την έσωσεν εκείνην;
Τιριριριμ τιριριρι τιρι τιρι τιμ! Τι ρι τιμ τιμ τιρι τιμ τιμ…
«Ειρήνη μου, τι γίνεται; Πώς είσαι, Ειρήνη μου; Ναι, σπίτι. Καθάριζα όλη μέρα και τώρα ξεκουράζομαι… Άσε, μου ’φυγε η μέση! Θες να περάσεις; Όχι, τίποτα. Διαβάζω ένα βιβλιαράκι… Το τελευταίο μυθιστόρημα του Π. Ένιγουεϊ… Το ’χεις διαβάσει; Ειρήνη μου, είναι γα-μά-το! Έλα, έλα αποδώ, και θα τα πούμε! Περιμένω! Έχω μαγειρέψει κιόλας. Έλα να φάμε. Α, θα με βοηθήσεις μετά να βάψω τα μαλλιά μου; Σκούρο κόκκινο, σκέφτομαι… Αχ, ωραία! Σ’ ευχαριστώ! Έλα, σε περιμένω. Φιλάκια…»
 
Δεν την αναποδογύρισε, δεν τους έπνιξε. Ολίγον ακόμη ήθελε διά να το κάμη, αλλά το ολίγον αυτό έλειψεν. Είπεν:
«Ας πάγη να ζήση με τον άντρα της! Με γεια της και με χαρά της! Θα υπαντρευτώ το Σεραϊνώ, κι ας μην είναι και τόσο ομορφούλα!»
Και όσο διά τον δερβίση, έγινεν άφαντος και δεν τον είδε πλέον κανείς. Ζη, απέθανε, περιπλανάται εις άλλα μέρη; Κανείς δεν ηξεύρει.
Ίσως την ώρα ταύτην να ανέκτησε την εύνοιαν του ισχυρού Παδισάχ, ίσως να είναι μέγας και πολύς μεταξύ των ουλεμάδων της Σταμπούλ, ίσως να διαπρέπη ως ιμάμης εις κανέν εξακουστόν τζαμίον.
Ίσως να είναι ευνοούμενος του Χαλίφη, αρχιουλεμάς, σεϊχουλισλάμης.
Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ.
Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.
 
 
 
 
 
(Το διήγημα είναι ένα μωσαϊκό από προτάσεις από τα
Ωχ! Βασανάκια, Άγια και πεθαμένα,
Ο ξεπεσμένος δερβίσης, Ο αβασκαμός του Αγά και Έρως – ήρως
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Από τη ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων “Το τελευταίο μυθιστόρημα”]
 
 
 

artworks : Romina Ressia