Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΜΑΣΤΟΡΩΝ





Είναι πλέον προφανές ότι τα πιο ορεινά, απομακρυσμένα και φτωχά χωριά, ριζωμένα σε βραχοτόπια, υπήρξαν πάντα πατρίδες των κουδαραίων, όχι μόνο στην Ήπειρο και τη δυτική Μακεδονία, αλλά και στην Πελοπόννησο. Ωστόσο και σε άλλες περιοχές υπάρχουν ορεινά χωριά που δεν έδωσαν όμως μαστόρους, δεν υπήρξαν κουδαροχώρια, όπως κατά κανόνα τα βλαχοχώρια της δυτικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, η Κλεισούρα, η Σαμαρίνα, η Σμίξη, το Περιβόλι, η Σαμαρίνα, η Νέβεσκα (Νυμφαίο), το Μέτσοβο και άλλα.  Υπάρχει πάντως και ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη. Τόσο τα χωριά των κουδαραίων, όσο και τα χωριά των βλάχων είναι ορεινά, μόνο που τα βλαχοχώρια[1] δεν βρίσκονται πάντα σε βραχότοπους, αλλά, συνήθως, κοντά σε κατάλληλα βοσκοτόπια. Από τη βυζαντινή εποχή κιόλας, τα χωριά αυτά ήταν διαλεγμένα με προσοχή από τους βλαχοποιμένες, ώστε να τους προσφέρουν ασφάλεια από τις επιδρομές και βοσκή για τα κοπάδια τους. Αργότερα, τα βλαχοχώρια απέκτησαν και χειμαδιά. Γενικά, τα χωριά αυτά δεν πρέπει να είναι παλιότερα από τον 13ο αιώνα, πολλά μάλιστα είναι νεώτερα, γιατί χτίστηκαν αμέσως μετά την τουρκική κατάκτηση. Είναι αντιληπτό πως ο πιο βασικός παράγοντας που παρακινεί τους κουδαραίους να ξενιτεύονται, είναι η έλλειψη μέσων συντήρησης και όχι μόνο το ορεινό τους εδάφους. Είναι γεγονός ότι τα λίγα καλλιεργήσιμα χωράφια, με την ελάχιστη απόδοση, δεν φθάνουν για να θρέψουν συνήθως τους ντόπιους πληθυσμούς. Η ίδια αιτία, η φτώχεια, αναγκάζει τους κατοίκους άλλων επίσης ορεινών χωριών να ξενιτεύονται και να ταξιδεύουν, ορισμένες εποχές του έτους, στις γύρω περιοχές ή και μακρύτερα για να εξασφαλίσουν τους πόρους συντήρησης εκείνων που απόμειναν στις εστίες. Είναι αυτοί που εξασκούν, μεμονωμένα συνήθως, τα επαγγέλματα του ράφτη, του καλαντζή ή του πρακτικού γιατρού.
Οι μαστόροι μιλούσαν τη δική τους γλώσσα, τα κρεκόνικα, κρεκονίστικα, μπολιάρικα ή κουδαρέικα. Επρόκειτο για μία γλώσσα συνθηματική που μόνο τα μέλη της κομπανίας μπορούσαν να την κατανοήσουν. Η γλώσσα αυτή λειτουργούσε πολλές φορές σαν ενοποιητικός παράγοντας, τόνωνε τα χαρακτηριστικά της μικρής και ιδιότυπης κοινότητας των τεχνητών της πέτρας ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους και κατά κάποιο τρόπο εξασφάλιζε τη συνοχή της ομάδας σε εκείνους τους ξένους και μακρινούς τόπους.
Εξάλλου, η κατανόηση των συνθηκών διαβίωσης των μαστόρων και ιδιαίτερα του γεγονότος πως ένα πρόσωπο έπρεπε με την εργασία του, ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, να διαθρέψει την πολυμελή συνήθως οικογένειά του στο χωριό, οδηγεί στη δικαίωση της χρησιμοποίησης από τους μαστόρους μιας κοινής, επαγγελματικής και μυστικής γλώσσας.
Πάντως, στη δημιουργία των μυστικών αυτών γλωσσών, που δεν έχουν μία προφανή σχέση με τις τοπικές διαλέκτους,  πρέπει να προηγήθηκε η ενιαία εξειδίκευση του χωριού, διαφορετικά δεν έχει έννοια η γένεση μιας μυστικής επαγγελματικής γλώσσας, που εξάλλου δεν θα μπορούσε να κρατηθεί μυστική, μια και τα παιδιά τη γνωρίζουν, εφόσον τη μαθαίνουν από πολύ μικρή ηλικία.
Μυστική γλώσσα όμως μεταχειρίζονταν και οι ραφτάδες, οι ελληνοράπται των Σχωρετσάνων της Ηπείρου, οι οποίοι κεντούσαν και κατασκεύαζαν τις κάπες, τα κοντοκάπια, τις φλοκάτες, τα σεγγούνια, τα πισλιά, τα κοντογούνια, τις κοντοσέγγουνες, τις ποδιές και τόσα άλλα στολίδια των τοπικών ενδυμασιών. Η μυστική αυτή γλώσσα ήταν τα μπουκουραίικα. Είναι ενδιαφέρουσα η δικαιολογία που έδωσε σε κάποιον, παλιά, ένας γεροράφτης Σχωρετσανίτης.
«Ιδώ στα Σχουρέτσανα τν έμαθα απ παππούδις μ τη μυστική γλώσσα. Τα μπουκουραίικα τα φκειάξαν οι Σχουρετσανίτες οι ραφτάδες μουναχ  τς για να μη τα καταλαβαιν νε οι γιαλλ! Τς  πιρσσότιρις τς λέξεις τς πήραν απ τα βλαχκα, γιατίς τν τεχν οι παππούδις μας τνι μαθαν π ςα Βλαχς π τα Συρακ κι τα Καλλαρ ιτ ς. Τ γλωσς αυτή τν έχουμι για να μη μας νοιωθ ν οι ν κουκυραίοι π τς ράβουμι». 
Και στα ισνάφια των τεκτόνων, όπως και στα άλλα βιοτεχνικά ισνάφια, υπήρχε μια εσωτερική οργάνωση, ένας εσωτερικός άγραφος αυστηρός κανονισμός και μια ιεραρχία. Οι παραδοσιακοί χτίστες της πέτρας ταξίδευαν σχεδόν πάντα οργανωμένοι σε ομάδες που αλλού ονομάζονταν μπουλούκια κι αλλού κομπανίες ή σινάφια ή τσούρμα ή ναϊφάδες ή κουδαρέικες παρέες. Κάθε ομάδα περιελάμβανε συνήθως όλες τις ειδικότητες: κτιστάδες, σοβατζήδες, μαντεμτζήδες, νταμαρτζήδες, μαρμαράδες, πελεκάνους, μαραγκούς, ξυλογλύπτες  και ζωγράφους.  Επικεφαλείς όμως όλων ήταν οι πρωτομάστορες ή μαγίστορες. Ακολουθούσαν οι μαστόροι, οι βοηθοί των μαστόρων και τα μαστορόπουλα ή μαθητούδια. Τα μαθητούδια γίνονταν τσιράκια και, με ικανότητες, που τις αποχτούσαν με τα χρόνια ιδίως, προάγονταν σε καλφάδες ή αρχικαλφάδες κι αν είχαν τύχη και προκοπή σε μάστορες και σε ισναφλήδες. Οι πρωτομάστορες, αν και δεν ήξεραν πολλά γράμματα, ήταν έξυπνοι και πολύπειροι, και διέθεταν δημιουργικό πνεύμα, μεγάλη εμπειρία και ξεχωριστό ταλέντο και φαντασία. Στη γλώσσα των μαστόρων ο πρωτομάστορας λεγόταν  «μάνα», γιατί ήταν, πράγματι, η «ψυχή» της ομάδας, που φρόντιζε για όλους και για όλα. Αυτός κανόνιζε κάθε χρηματική και εμπορική συναλλαγή του συνεργατισμού. Οι καλοί πρωτομάστορες ήταν περιζήτητοι και όλοι ήθελαν να συμπεριληφθούν στις ομάδες τους. Το παραδοσιακό μπουλούκι των χτιστών της πέτρας λειτουργούσε πάνω σε μια απλή και ξεκάθαρη συνεταιριστική βάση. Ο πρωτομάστορας οργάνωνε το μπουλούκι, το οδηγούσε στους τόπους δουλειάς, έκανε καταμερισμό της εργασίας, αλλά δεν αμειβόταν περισσότερο από τους άλλους. Το αξίωμά του ήταν περισσότερο τιμητικό, ήταν δηλαδή συνεταίρος και όχι εργοδότης.
Ο καταμερισμός της εργασίας γινόταν ανάλογα με την ειδικότητα που είχε το κάθε μέλος της ομάδας. Τα μαστορόπουλα κουβαλούσαν τις πέτρες, το χώμα, το νερό και την άμμο. Οι βοηθοί των μαστόρων έφτιαχναν τη λάσπη και επέβλεπαν την εργασία των μαστορόπουλων. Οι μαστόροι έκαναν το χτίσιμο της πέτρας. Δούλευαν κατά ζεύγη, ένας στην εξωτερική πλευρά του τοίχου και ένας στην εσωτερική. Ο πρώτος, έμπειρος και παλιός χτίστης, ονομαζόταν φατσαδόρος, ο δεύτερος, νέος και άπειρος, μεσομάστορης. Υπήρχε επίσης ένας πελεκάνος κι ένας νταμαρτζής ή λιθαράς. Ο πελεκάνος λάξευε τα αγκωνάρια, τα υπέρθυρα, τις παραστάδες (θυρώματα) κλπ. Στις περιπτώσεις εκείνες που ολόκληροι τοίχοι των δημοτικών σχολείων χτίζονταν με λαξευτή πέτρα, οι πελεκάνοι ήταν περισσότεροι. Ο πρωτομάστορας ή άλλος έμπειρος τεχνίτης έφτιαχνε το σκάρπο (τοίχο με κλίση), τις αποτμήσεις στις γωνίες (φάλτσο, φαλτσογωνιές) και άλλες δύσκολες κατασκευές.
Συνήθως μια πλήρης κομπανία μαστόρων, ικανή να αναλάβει μεγάλα οικοδομικά έργα, όπως την ανέγερση ενός διώροφου δημοτικού σχολείου, περιλάμβανε 10 με 12 μαστόρους και 8 με 10 μαστορόπουλα. Ολόκληρη η ομάδα λειτουργούσε στους ξένους τόπους σαν ένα κοινωνικό υποσύνολο με τους δικούς του τρόπους, τις δικές του νοοτροπίες και κατ’ επέκταση τις δικές του συμπεριφορές.
Τα δρομολόγια των μαστόρων έχουν μία ιδιαίτερη σημασία, γιατί μαρτυρούν την εξάπλωση της ντόπιας τεχνικής και ιδιαίτερα της μορφολογίας, ακόμα και τις ξένες επιρροές και επιδράσεις που πιθανόν να μετέφεραν οι μαστόροι γυρνώντας από τα ξένα.  Φαίνεται όμως πως τα μπουλούκια έχτιζαν σύμφωνα με τις συνήθειες του τόπου που δούλευαν, με τα υλικά που έβρισκαν και βέβαια σύμφωνα με τις οδηγίες ή τις εντολές που έπαιρναν.
Η αναχώρηση, η διαμονή και η επιστροφή των μπουλουκιών συνοδεύονταν από συνήθειες που με τον καιρό πήραν τη μορφή εθίμων. Οι μαστόροι έφευγαν την άνοιξη από τον τόπο τους, λίγο μετά το Πάσχα, και ξαναγύριζαν στα χωριά τους στα τέλη του φθινοπώρου οπότε και ασχολούνταν με τα χωράφια τους. Κάποτε όμως αργούσαν και περισσότερο.  Πριν από τα χαράματα ξεκινούσε αμίλητη και βουβή η παρέα των κουδαραίων, ο πρωτομάστορας, οι μαστόροι, τα ζώα και τα παιδόπουλα. Όλοι οι συγγενείς με τα πιο μικρά παιδιά τους ακολουθούσαν έως το γύρισμα του δρόμου για να τους ξεπροβοδίσουν. όλο και κοντοστέκονταν οι μαστόροι να πούνε κάτι στις γυναίκες τους. Όταν τα βαρυφορτωμένα άλογα χάνονταν στο λογγωμένο ρουμάνι,   η συνοδεία έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού στο χωριό και οι γυναίκες άφηναν κρυφά να τρέχει νερό από το μπαγκράτσι στο δρόμο, κρατώντας το παλιό έθιμο, για ν’ αφήσει αχνάρια και να ξαναβρεί ο αφέντης το δρόμο του γυρισμού.  Στα μαστοροχώρια της Ηπείρου, δηλαδή στην Κόνιτσα και στις κοινότητες των Τζουμέρκων και του Βοΐου, τη στιγμή που ο μάστορας έβγαινε από το σπίτι του, η κυρά του τοποθετούσε στο κατώφλι της εξώπορτας ένα γκιούμι γεμάτο νερό, στολισμένο με κλαδιά κρανιάς, κι ένα φτυάρι με θυμίαμα αναμμένο. Ο μάστορας έδινε μια κλωτσιά στο γκιούμι να χυθεί το νερό «για να τρέχει η δουλειά και να πέφτει ο παράς όπως τρέχει το νερό» και να σταθεί γερός, όσο γερό είναι το ξύλο της κρανιάς. Στη συνέχεια στη θέση «Κλαψόδενδρο» ή «Κλαψότοπο», στην άκρη του χωριού, η μάνα ή η σύζυγος παρέδιδε το καπίστρι του αλόγου στο παιδί της ή στον άντρα της, αποχαιρετώντας τους με μάτια βουρκωμένα. Ακόμα και σήμερα, στο χωριό Γαλατινή, οι κάτοικοι, την τρίτη μέρα του Πάσχα, σέρνουν το «χορό της ρόκας». Ο χορός αυτός συμβολίζει τον αποχαιρετισμό των ανδρών που έφευγαν  για να δουλέψουν ως κτίστες στα ξένα.
Αντίθετα, ο γυρισμός του ισναφιού ήταν όλο χαρές. Η ημερομηνία ήταν γνωστή. Όλο και κάποιο νέο θα είχε μαθευτεί από κάποιον συχωριανό, που θα είχε συναντήσει το μπουλούκι κάπου μακριά και που κάποιος θα του μήνυσε τη μέρα της επιστροφής. Όλο το χωριό περίμενε στη ράχη και χαρά σ’ εκείνον που πρώτος θα διέκρινε το μπουλούκι μακριά στον ορίζοντα. Οι μαστόροι έφερναν μαζί τους δώρα για όλους, τσαρούχια για το γιο, φουστάνι για την κυρά, μαντήλι για τη θυγατέρα. Το μπουλούκι έσερνε μαζί του συνήθως τον γκόρο, το μεγάλο βόδι που το αγόρασαν στα καμποχώρια για να ξεχειμωνιάσουν οι φαμίλιες τους.

[1] Ωστόσο, η ταύτιση των Βλάχων με την κτηνοτροφία και μάλιστα με τις νομαδικές μορφές της ήταν αποτέλεσμα περισσότερο της ιστορικής, οικονομικής και πολιτισμικής τους εξέλιξης, αλλά και της προσαρμογής τους προς το περιβάλλον και τις γενικότερες πολιτικές συνθήκες. Μελετώντας τις περιπτώσεις των βλαχοχωριών τόσο της νότιας, όσο και της Βόρειας Πίνδου, γίνεται εύκολα κατανοητό ότι οι οικονομικές συνθήκες και η ανάγκη για επιβίωση οδηγούσαν τους Βλάχους στο να αναπτύξουν τη νομαδοκτηνοτροφία περισσότερο από άλλους και να ταυτιστούν τελικά τόσο στενά με αυτή. Έχοντας στην κατοχή τους μεγάλα κοπάδια από φορτηγά ζώα για τις ανάγκες των εποχιακών νομαδικών μετακινήσεών τους, την τροφοδοσία των ορεινών χωριών τους και τη λειτουργία των διαβάσεων, στρέφονται στην επαγγελματική εκμετάλλευση των μεταφορών της βιοτεχνικής παραγωγής των χωριών τους αλλά και άλλων εμπορευμάτων, αγαθών και ανθρώπων μέσα από τα ορεινά περάσματα της Πίνδου. Κάποιοι από αυτούς τους αγωγιάτες δεν άργησαν να εξελιχθούν σε χανιτζήδες ή πανδοχείς στα οικονομικά και διοικητικά κέντρα, αλλά και κατά μήκος των δρόμων των Βαλκανίων μέχρι το Βελιγράδι και το Βουκουρέστι. Όταν κατά τη διάρκεια του 19ουαιώνα το βαμβάκι παρουσιάζεται να κερδίζει το μαλλί σε εμπορικότητα και κέρδος, γίνονται έμποροι βαμβακιού και το εξάγουν στη δύση. Το ίδιο έκαναν και με το εμπόριο καπνού, στα τέλη του 19ου αιώνα.  Όμως, πέρα από την ανάπτυξη των διαφόρων βιοτεχνιών που είχαν ως βάση την κτηνοτροφική παραγωγή, στα βλαχοχώρια επιβιώνουν και αναπτύσσονται και άλλες μορφές βιοτεχνιών, που χάθηκαν ή που αδυνατούσαν να αναπτυχθούν στους πεδινούς οικισμούς και στα περισσότερα από τα αστικά κέντρα. Κάποια βλαχοχώρια γίνονται γνωστά για την ανάπτυξη της αργυροχρυσοχοΐας, της μεταλλοτεχνίας και της ραπτικής, όπως οι Καλαρίτες και το Συρράκο. Τα βλάχικα καραβάνια φορτωμένα με τα πλούσια εμπορεύματά τους  σταθμεύουν στις εμπορικές πόλεις της Κεντρικής Ευρώπης. Έμποροι από το Μέτσοβο, τους Καλαρίτες, το Συρράκο, και τα μεγάλα κεφαλοχώρια του Ασπροποτάμου έφθασαν μέχρι το Κάδιξ στην Ισπανία, τη Σαρδηνία, τη Γένοβα, το Λιβόρνο, τη Νάπολη, τη Μάλτα, την Αγκώνα, τη Βενετία, την Τεργέστη και το Ντουμπρόβνικ. Ταξιδεύουν και εγκαθίστανται μέχρι τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τη Βιέννη και τη Μόσχα.  Από την ξενιτιά επιστρέφουν στα βλαχοχώρια της Πίνδου μεταφέροντας όχι μόνο οικονομικό πλούτο, αλλά αποτελούν και φορείς μίας πολιτισμικής και πνευματικής αναγέννησης και ανάπτυξης.


Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

H «ξενιτεμένη» Παναγιά του Χάνδακα !


«Πλιό παρακάλια δε γροικώ κʼ εσφάγηκʼ η καρδιά μου
κʼ εμίσεψες, Παρθένα μου, Μεσοπαντίτισσά  μου»
                                                          Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής

13 Ιανουαρίου, μια μεγάλη γιορτή για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς , αυτή της Παναγιάς της Μεσοπαντίτισσας, που λατρεύτηκε στην Candia ή στον Χάνδακα για πολλούς αιώνες μέχρι και την περίοδο της Τουρκοκρατίας και ας είχε ξενιτευτεί η εικόνα της μακριά από την πόλη που τιμήθηκε όσο πουθενά μέχρι τότε… Λένε πως πήρε τ΄όνομα της επειδή τη γιόρταζαν στο μεσοδιάστημα από τις γιορτές των Χριστουγέννων ως την Υπαπαντή.
Μια παράδοση θέλει τούτη την εικόνα την «ξενιτεμένη»  της Παναγιάς της Μεσοπαντίτισσας να ήρθε στην Κρήτη τον καιρό της εικονομαχίας  από τους πιστούς για να την σώσουν από το μένος των εικονομάχων. Την έφτιαξαν λένε αγιογράφοι, ίσως ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Λουκάς ,  και στη συνέχεια βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όμως κάνεις δεν είναι σίγουρος για τούτη δω την καταγωγή της. Μια άλλη ιστορία λέει πως ήταν κειμήλιο του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Τίτου της Γόρτυνας και πως την έσωσαν οι κάτοικοι μαζί με την κάρα του Αγίου Τίτου πάνω στις κορυφές της Ίδης όταν ήρθαν στο νησί οι Σαρακηνοί στα 825μ.Χ. Η πιο τεκμηριωμένη απόδειξη είναι πως ήταν στην Κρήτη στο β΄ μισό του 14ου αιώνα που οι Κρήτες ορκίστηκαν πίστη και αφοσίωση στη Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας  μπροστά στην εικόνα της. Από τότε κοσμούσε τον ιερό Ναό του Αγίου Τίτου του Χάνδακα κι εκεί έμεινε ως τον Αύγουστο  περίπου του 1669 που φυγαδεύτηκε μαζί με την κάρα και άλλα κειμήλια της πόλης από τους Ενετούς στην Βενετία για να σωθούν από τα χέρια των Τούρκων.  Ο Francisco Morossini  την φόρτωσε μαζί με χίλιους δυο « θησαυρούς» στα πέντε πλοία που ξεκίνησαν ένα πρωί από το λιμάνι του Χάνδακα  για να καταφέρουν να φτάσουν μόνο τα τρία στον προορισμό τους έχοντας μέσα την πολύτιμη εικόνα της Παναγιάς , της αιώνιας Μάνας που κρατά αγκαλιά τον Γιό της. Από τότε αν και τοποθετήθηκε αρχικά στον Ναό του Αγίου Μάρκου  με ειδικό διάταγμα της Γερουσίας μεταφέρθηκε και βρίσκεται  οριστικά στο Ναό της Santa Maria Della Salute στο Μεγάλο Κανάλι της Βενετιάς.
Για το χτίσιμο της εκκλησίας που είναι αφιερωμένη στην Παναγία της Υγείας  λένε πως ευθύνεται η μεγάλη επιδημία της πανούκλας ,  το καλοκαίρι του 1630, που κράτησε  μέχρι το 1631 και που σκότωσε σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού. Στην πόλη 46.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους , ενώ στην λιμνοθάλασσα ο αριθμός ήταν πολύ μεγαλύτερος περίπου 94.000. Άρχισαν οι προσευχές και οι λατανίες  και πίστεψαν πως μόνο η Παναγία κατάφερε να ανακόψει το θανατικό. Η  Ενετική Γερουσία στις 22 Οκτωβρίου 1630, αποφάσισε ότι μια νέα εκκλησία θα κατασκευαστεί  στην Παναγία που θεωρήθηκε  προστάτης της Βενετίας .Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η Γερουσία θα επισκέπτεται  την εκκλησία κάθε χρόνο στις 21 Νοεμβρίου αφού θα ήταν αφιερωμένη στη γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου  και η ονομασία της θα ήταν  Festa della Madonna della Salute . Αυτό περιελάμβανε διέλευση από το Μεγάλο Κανάλι σε μια ειδικά κατασκευασμένη πλωτή γέφυρα και εξακολουθεί να είναι ένα σημαντικό γεγονός στη Βενετία  ακόμα και ως τις μέρες μας. Σ αυτόν τον ναό σε περίοπτη θέση τοποθετήθηκε η εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας ανάμεσα σε εικόνες μεγάλων ζωγράφων.
Η ιστορία της εικόνας στα χρόνια των Ενετών στην Candia είναι λίγο πολύ γνωστή. Μια άλλη παράδοση θέλει την Παναγία  να μεσολαβεί σε σύναψη ειρήνης ανάμεσα στους δύο λαούς και εξαιτίας αυτού του γεγονότος να παίρνει την προσωνυμία Μεσοπαντίτισσα. Λατρευόταν από τους Χριστιανούς σχεδόν καθημερινά από το 1379 και κάθε Τρίτη σύμφωνα με μια παλιά συνήθεια γινόταν λιτανεία  στις γειτονιές και τα σοκάκια της πόλης για να ευλογήσει τα σπίτια και τις εργασίες των ανθρώπων . Ήταν επικαλυμμένη με χρυσά και ασημένια φύλλα και στολισμένη με πολύτιμα πετράδια και κατά την  περιφορά της την ακολουθούσαν πάρα πολλές γυναίκες ξυπόλητες εκπληρώνοντας έτσι τάματα. Οι πιστοί προσέφεραν ελεημοσύνες.
Ο Γερμανός περιηγητής Wolfgand Stockman, όταν είχε επισκεφτεί την Κρήτη στα 1606, γράφει στα ταξιδιωτικά του κείμενα του πως χάρη στις θαυματουργικές ιδιότητες της εικόνας όταν στο νησί υπήρχε μεγάλο πρόβλημα λειψυδρίας με δεήσεις και προσευχές σ αυτήν πάντα ερχόταν η πολυπόθητη βροχή. Οι καθολικοί πάλι, γράφει, πίστευαν και λάτρευαν την εικόνα όπως φαίνεται και από  μια επιστολή του Δούκα της Κρήτης στα τέλη του 16ου αιώνα, που  ο ανώτατος διοικητικός αξιωματούχος της Κρήτης ενημέρωνε τον Δόγη της Βενετίας πως η Παναγιά είχε κάνει το θαύμα της και είχε θεραπεύσει έναν ανάπηρο στρατιώτη από το Μιλάνο.
Ο περίφημος κρητικός ποιητής Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής γράφει στον έμμετρο κρητικό του πόλεμο :
«Και τη Μεσοπαντίτισσαν όλοι παρακαλούσα,
την Τρίτη που τη βγάνασι μʼ ευλάβεια ʼκλουθούσα,
κʼ ελέγασι: “Παρθένα μου, τώρα βοήθησέ μας,
κι άγωμε ομπρός εις το Χριστό, συχώρεση έπαρέ μας”.»

Λιτανεία γινόταν επίσης κατά την ημέρα κάποιας μεγάλης γιορτής. Η Εικόνα ήταν ένα σύμβολο ομόνοιας και συμφιλίωσηw ανάμεσα  σε Λατίνους και Κρητικούς για αυτό και  σ΄αυτές τις λιτανείες ήταν  ακολουθούμενη και από Ορθόδοξους αλλά και από Καθολικούς. Η περιφορά της συνεχίστηκε και στη διάρκεια της πολιορκίας. Σʼ αυτήν προσεύχονταν οι κάτοικοι του Χάνδακα για να τους βοηθήσει νʼ αντέξουν, όπως περιγράφει χαρακτηριστικά ο Μπουνιαλής.
 «Δέομαι με τα δάκρυα, Θεέ, απάκουσέ με,
κι από τα τόσα βάσανα οπού ʼχω λύτρωσέ με
εις τʼ άδικο που μʼ εύρηκε τόσους καιρούς και χρόνους
 κʼ έχω πληγές εις την καρδιά αμέτρητες και πόνους.
Κʼ εσύ, ω υπερθαύμαστη κυρία Μαριάμ μου,
 ξελύτρωσέ με τη φτωχή, Μεσοπαντίτισσά μου∙

 Η Χρύσα Μαλτέζου σε έρευνα και κείμενό της, γράφει πως την περίοδο του Κρητικού Πολέμου η περιφορά της εικόνας γινόταν δύο φορές την εβδομάδα κάθε Τρίτη και Σάββατο. Επίσης με απόφαση της Τοπικής Διοίκησης του νησιού στα 1539 είχε παραχωρηθεί, χωρίς να διευκρινίζονται οι λόγοι στους κατοίκους του χωριού Αμπρούσα που βρισκόταν στα περίχωρα του Χάνδακα να έχουν μόνο αυτοί το προνόμιο και δικαίωμα να σηκώνουν την εικόνα της για την περιφορά της. Στο διάστημα της θητείας τους οι οκτώ χωρικοί που επιλέγονταν είχαν απαλλαχθεί από κάθε είδους αγγαρεία.                   Μάλιστα , αναφέρει, πως υπάρχουν ακόμα και ονόματα στα αρχεία που διασώθηκαν αυτών που μετέφεραν την θαυματουργή εικόνα  και πως πολλοί από αυτούς παραμονές της Τούρκικης ολοκληρωτικής κατάκτησης του Χάνδακα λόγω τρομερού πανικού αλλαξοπίστησαν, πέρασαν στο άλλο στρατόπεδο κι ας ήταν εκλεγμένοι χωρικοί που υποβάσταζαν την εικόνα.
Από τις ελεημοσύνες κατά τη διάρκεια της λιτανείας μαζεύονταν αρκετά μεγάλα χρηματικά ποσά και χαρακτηριστική είναι  η αναφορά σε ένα γεγονός του 1659 που ο θησαυροφύλακας του ναού του Αγίου Τίτου που διαχειριζόταν όλα τα χρήματα , έδωσε κατόπιν εντολή του αρχιεπισκόπου Giovanni Querini , 100 ρεάλια  σαν δάνειο στον  Γενικό προνοητή  Barbaro.
Η σύνδεση του Αγίου Τίτου με την εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας  φαίνεται από το λάβαρο του Francisco Morossini  με τις παραστάσεις που εικονίζονται πάνω του και που σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Correr της Βενετίας.
Τις παραμονές του μισεμού της εικόνας και λίγο πριν την οριστική παραδοση του Χάνδακα στους Τούρκους  ο Μπουνιαλής γράφει:
«Άδειασαν την Τριμάρτυρο και τʼ άλλα όλα εκείνα
και το Χριστό του Κεφαλά, κι Αγιάν Αικατερίνα.
Το Άγιον Αίμα πιάνουσι τότες και κασελιάζου,
και τη Μεσοπαντίτισσα και λείψανα φυλάσσου∙
τους Άγιους Δέκα να χαλούν, κι όσες εικόνες ήτο
τρίγυρα εκεί στην εκκλησά που λέγαν Άγιο Τίτο».

Σήμερα πια στην πόλη μας το Ηράκλειο η εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας υπάρχει μόνο σε αντίγραφα. Δύο βρίσκονται στην εκκλησίατου Αγίου Τίτου και ένα στο μικρό του  παρεκκλήσι που είναι αφιερωμένο στη μνήμη της. Βρίσκεται στην οδό Κόσμων και Θησέως και κτίστηκε το 2006 με δαπάνη των Χαρίτωνος και Μαλβίνας Παπαδάκη.
Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 13 Ιανουαρίου… !

ΠΗΓΕΣ :
 “Περί την χρονολόγησιν της εικόνος Παναγίας της Μεσοπαντιτίσσης”,Μαρία Θεοχάρη, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών
 Ιστορία της Κρήτης, Θεοχάρη Δετοράκη, 1990
Η τελευταία περίοδος της πολιορκίας του Μ. Κάστρου, Ν.Στυαρινίδη,1979
Ο Κρητικός Πόλεμος 1645-1669, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2008
Ενοριακό Δελτίο Ιερά Αρχιεπισκοπής Κρήτης – Ενορία Αγίου Τίτου, 2007
«Κι εμίσεψες Παρθένα μου», Χρύσα Μαλτέζου, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή του Ρεθυμναίου, “Ο Κρητικός Πόλεμος 1645-1669”, επιμέλεια Στυλιανός Αλεξίου – Μάρθα Αποσκίτη, εκδόσεις Στιγμή, 1995,
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ 
Χάνδακας, η πόλη και τα τείχη, Χρυσούλα Τζομπανάκη, ΕΚΙΜ 1996

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Η Ληστοκρατία στην Ελλάδα: « Φώτης Γιαγκούλας, ο Ληστής»






Άπειρα τα δημοσιεύματα που σχολίασαν τα κατορθώματα του Φώτη Γιαγκούλα. Ο εφήμερος τύπος της εποχής απασχολούσε διπλοβάρδιες για να προλαβαίνει να καταγράφει και να ενημερώνει τους αναγνώστας για τον «βίον και την πολιτείαν του περιβόητου ληστή» και των άλλων συμμοριτών που δρούσαν ληστρικά και «εξαφανίζονταν εις τας κορυφάς και δασώδεις πλαγιάς των ορέων».

Δίκαια χαρακτηρίστηκαν ως οι βασιλείς των ορέων…

 Ο Φώτης Γιαγκούλας είχε γεννηθεί το 1894 στον Μεταξά Σερβίων Κοζάνης και έδρασε στην περιοχή που περιέκλειαν τα βουνά Χάσια, Καμβούνια και ‘Ολυμπος. Μαθήτευσε (σύμφωνα με μια διήγηση του δάσκαλου και επίσης ληστή Ευάγγελου Παπαθεοδώρου) ως τη Δευτέρα Γυμνασίου και μετά την απελευθέρωση, σε ηλικία 17 χρονών, πήγε εθελοντής και πολέμησε σαν θεριό στα Γενιτσά και στον Βουλγαρικό πολέμο. Έφτασε στο βαθμό του λοχία, όταν πήρε άδεια να επισκεφτεί το χωριό του. (Αχ, ανάθεμα την ώρα που του έδωσα άδεια να γυρίση στο χωριό, έλεγεν ο λοχαγός του όταν έμαθε τα συμβάντα).

 Εκεί, μόλις αντίκρυσε τα γαλανά μάτια της Μαρίας την ερωτεύτηκε και ο έρωτας αυτός τον οδήγησε στο να σκοτώσει τον αντίζηλό που διεκδικούσε τα κάλλη της Μαρίας… Τα γεγονότα εμπλέκονται, και πολλές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τον θρύλο από την Ιστορία. ..

Λέει λοιπόν ο θρύλος ότι ένας υπομοίραρχος βίασε την εξαδέλφη του Mαρία. O διοικητής του για να τον σώσει τον έστειλε στην Aθήνα, στους ευζώνους. Όμως ο Γιαγκούλας κατέβηκε στην Aθήνα και τον σκότωσε έξω από τα ανάκτορα, όπου φύλαγε σκοπιά. Aπό τότε βγήκε στα βουνά, ακολουθώντας τη συμμορία του Θωμά Kαντάρα.

 Ο αδελφός του Φώτη, Κωνσταντίνος, μέσα από την συνέντευξη που έδωσε στην Judith Konig μας πληροφορεί ότι: «Ήταν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μια περίοδο που έκλεβαν συχνά πρόβατα, γαϊδουριά και άλογα. Εάν πιανόταν οι κλέφτες έπρεπε να πληρώσουν μεγάλη ποινή. Πιο σκληρός ο νόμος όταν έκλεβαν άλογα. Μεγαλώσαμε στο Μεταξά στη γειτονιά μας όμως έμεναν μερικοί άνθρωποι που δε βλέπανε με καλό μάτι την οικογένεια μας.

Όταν λοιπόν, χάθηκαν δυο άλογα από τη βοσκή, ορισμένοι απ’ αυτούς κατηγόρησαν στο δικαστήριο τον αδελφό μου ότι τα είχε κλέψει. Έτσι θέλανε να ντροπιάσουν την οικογένεια μας.

 Ήξερα καλά το Φώτη και ήξερα ότι δεν το είχε κάνει αυτός. Παρ’ όλα αυτά τον πιάσανε και τον οδήγησαν στη Λάρισα. Τέσσερις μήνες έμεινε εκεί στη φυλακή και τότε με ειδοποίησε η αστυνομία ότι για 1.000 δραχμές μπορούσα να τον βγάλω μέχρι να γίνει το δικαστήριο. Αμέσως πήγα με τα χρήματα και τον έβγαλα από τη φυλακή. Αλλά ο Φώτης δεν ήθελε να ξαναγυρίσει μαζί μου στο Μεταξά φοβόταν μήπως τον καταδικάσουν, ενώ ήταν αθώος και έτσι άρχισε η περιπλάνηση του.

 Περίπου ένα χρόνο μετά τη φυγή του. Ζούσα στο Πολύραχο, γιατί το κορίτσι που είχα σ’αυτό το διάστημα παντρευτεί, είχε εκεί σπίτι. Στο ίδιο χωριό ζούσε ένας φίλος του Γιαγκούλα που αγαπούσε την κόρη ενός γείτονα μας. Και το κορίτσι τον ήθελε για άντρα της, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα αφού αρνιόταν να τη δώσει ο πατέρας της, ο οποίος, σε καμιά περίπτωση δεν θα ενέκρινε αυτό το γάμο. Ο Γιαγκούλας λοιπόν, έλυσε ένα βράδυ για πάντα το πρόβλημα κόβοντας το κεφάλι του γέρου. Η αστυνομία σύντομα εξακρίβωσε το δράστη και αφού δεν μπορούσε να τον πιάσει, συλλάβανε εμένα και με πήγανε στις φυλακές στην Κοζάνη.

 Μετά από μερικούς μήνες έπρεπε να πάω με την συνοδεία ενός χωροφύλακα στο Πολύραχο, γιατί είχαν ανακαλύψει ότι ο Φώτης κρυβόταν εκεί σ’ ένα σπίτι. Ο Πρόεδρος, ο παπάς, ο χωροφύλακας και ο Σούλιος ο αρχηγός της αστυνομίας στο Μεταξά με πήγανε στο μέρος όπου βρισκόταν ο Γιαγκούλας. Κατόρθωσαν να τον περικυκλώσουν και αφού ο αδερφός μου είδε ότι με είχαν πάει εμένα σαν όμηρο, παραιτήθηκε από τη σκέψη να χρησιμοποιήσει βία και παραδόθηκε γιατί δεν ήθελε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή μου. Αμέσως τον δέσανε και ο αρχηγός της αστυνομίας, ο Σούλιος, είπε σαρκαστικά:

-«Βγείτε όλοι έξω να τον σκοτώσω!»

-«Τώρα που είναι δεμένος δεν αφήνω κανέναν να τον σκοτώσει», απάντησε ο χωροφύλακας και παρέμεινε.

Ο Γιαγκούλας κοίταξε με μίσος τον Σούλιο στα μάτια και του είπε:

-«Σε είκοσι χρόνια που θα βγω από τη φυλακή, θα έρθω και θα σου κόψω το κεφάλι!»

 Τον πήγανε στις φυλακές στο νησί Αίγινα. Μετά όμως από δύο χρόνια θεώρησαν ότι οι φυλακές αυτές δεν ήταν πολύ ασφαλείς για το Γιαγκούλα και κάτω από δυνατή αστυνομική ακολουθία τον πήγανε στη Θεσ/νίκη. Όταν λίγο πριν τη γέφυρα Μπαμπά κοντά στη Λάρισα το τρένο ελάττωσε την ταχύτητα του, ο Γιαγκούλας πήδηξε από το τρένο μαζί με τις βαριές του αλυσίδες. Οι χωροφύλακες από την έκπληξη τους έμειναν να τον παρακολουθούν και να μην κάνουν τίποτε. Ο Φώτης λοιπόν, κουβάλησε τις αλυσίδες του όλον τον μακρύ δρόμο μέχρι τα Σέρβια, όπου εκεί τις έκοψε ένας σιδεράς, τον οποίο αργότερα αντάμειψε πλούσια».

 Κάπως έτσι ξεκίνησε κατά τον αδερφό του,Κωνσταντίνο, η πολυτάραχη ζωή του Φώτη του Γιαγκούλα.

 Μετά τη απόδραση του από το τρένο πήγε μια μέρα στο Μεταξά να ζητήσει ένα κορίτσι, που το αγαπούσε πολύ καιρό, την Ευαγγελία. Αλλά ο πατέρας της δεν ήθελε να τη δώσει σε ληστή κι έτσι ο Γιαγκούλας αναγκάστηκε να την απαγάγει. Την πήγε στη σπηλιά του, που βρίσκεται σε δρόμο για την Ελασσόνα. Από το λημέρι του μπορούσε να επιβλέπει το δρόμο για τη Λάρισα και εάν είχε διάθεση σταματούσε το αμάξι ενός πλούσιου ταξιδιώτη και του έπαιρνε ότι μπορούσε να του πάρει. Με τα χρήματα που έπαιρνε, βοηθούσε τους φτωχούς, προίκιζε φτωχά κορίτσια, βοηθούσε μικρούς αγρότες στην αγορά ζώων και γης ή τα δώριζε στην εκκλησία.

 Μετά τη φυγή του ο Γιαγκούλας κατέβαινε συχνά σε μικρά χωριά. Όταν μια μέρα πήγε στα Σέρβια συνάντησε τον Σούλιο, ο οποίος επέστρεφε στο σπίτι του στο Μεταξά. Ο Σούλιος στην αρχή δεν τον γνώρισε, γιατί είχε να τον δει τρία χρόνια. Ο Γιαγκούλας λοιπόν, είδε και αναγνώρισε το μισητό αστυνόμο, τον χαιρέτησε και την επόμενη στιγμή τον αποκεφάλισε. Μετά έβαλε το κεφάλι του στη μέση δρόμου και τοποθέτησε ένα σημείωμα επάνω στα μαλλιά του, που εξηγούσε γιατί μίκραινε τη ζωή του Σούλιου.

Μετά από αυτό, άρχισε η αστυνομία να τον κυνηγάει πιο επίμονα και αναγκάστηκε να κρυφτεί για ένα χρόνο στην περιοχή γύρω από τα Γιάννενα. Πριν φύγει όμως από τα παλιά του λημέρια, πήγε στο Μεταξά και έδωσε στον παπά με την παρουσία του δημάρχου και τριών δημοτικών συμβούλων, 6.000 δραχμές για να χτίσουν με τα χρήματα αυτά μία εκκλησία και να της έδιναν το όνομα του.

 Όταν ο Γιαγκούλας επέστρεψε μετά από ένα χρόνο δεν είχε γίνει τίποτα. Ανακάλυψε γρήγορα τι είχε γίνει η δωρεά του. Οι πέντε κύριοι είχαν μοιραστεί τα χρήματα και τα είχαν καταχραστεί. Και τώρα πάλι πήρε ο καθένας απ’ τους πέντε το μερτικό του. Σε μια νύχτα τους αποκεφάλισε ο Γιαγκούλας και τους πέντε. Επειδή πάλι δε μπόρεσαν να τον πιάσουν, έπιασαν τη γυναίκα του και την πήγαν στην Κοζάνη στη φυλακή. Περίμενε τότε παιδί.

Ο Φώτης είχε κουραστεί από τη ζωή του ληστή και ήθελε να σώσει τη γυναίκα του, έτσι, μαζί με χρηματική προσφορά, παρακάλεσε τον αρχηγό της αστυνομίας της Κοζάνης, να μιλήσει στον υπουργό για χάρη του για να του δινόταν χάρη. Υποσχέθηκε να πάει και είκοσι χρόνια φυλακή.

Δυστυχώς όμως, δεν έγινε τίποτα, συνέχισαν να κυνηγάνε το Γιαγκούλα και το ποσό για το θάνατο του είχε ανεβεί στις 600.000 δραχμές».

 Ο Γιαγκούλας συνεργάστηκε και υπήρξε πολύ στενός φίλος με το Θωμά Γκαντάρα, από το Λουτρό Ελασσόνας, ο οποίος το 1918 έσκαψε μια τρύπα στο κελί του στις φυλακές της Λάρισας και βγήκε στην τουαλέτα, απ’ όπου και δραπέτευσε, με τον Πέτρο Γκανάτσιο και τον νεαρότατο Περικλή Παπαγεωργίου «Βρωμοπερικλή», από την Άκρη Ελασσόνας, η αγριότητα του οποίου υπήρξε παροιμιώδης.

 Πάντως είναι γεγονός πως η ιστορία του Φώτη Γιαγκούλα, ιδίως εκείνη των αμέσως επόμενων χρόνων, είναι γεμάτη αίματα, αιχμαλωσίες, φόνους -πενήντα τέσσερις τον αριθμό- και ηρωισμούς. Από τα πλέον άγρια εγκλήματα του ήταν ο φόνος του γιατρού Οδυσσέα Νικολαΐδη στο Καταφύγιο των Σερβίων, στις 9 Ιανουαρίου 1924, επειδή είχε πληροφορίες ότι είχε συνεργαστεί με τα καταδιωκτικά αποσπάσματα. Ο Νικόλαος Θ. Μπατσάρας, συνταξιούχος γραμματέας της κοινότητας Αγίας Βαρβάρας Βέροιας, καταθέτοντας τις προσωπικές του αναμνήσεις σχετικά με τη δράση του λήσταρχου Φώτη Γιαγκούλα, θα πει γι’ αυτή τη δολοφονία:

 Λήστεψαν τον γερο-Νικολαΐδη Θανάση, παντοπώλη του Καταφυγίου, και αφού τον πήραν 23 τενεκεδάκια χρυσές λίρες, βάρος μισής οκάς το καθένα δηλ. 23 Χ ½ = 11, ½ οκάδες, σκότωσαν και το γιο του γιατρό Οδυσσέα Νικολαΐδη. Τότε ο γιατρός ήταν πολύ χρήσιμο επάγγελμα αλλά και σπάνιο. Στα Πιέρια υπήρχαν μόνο τρεις γιατροί, ο Οδυσσέας στο Καταφί, κάποιος Οικονόμου στον Μοσχοπόταμο και ο νεαρός φοιτητής της ιατρικής Βασίλειος Κουτσιαντάς από τα Ριζώματα. Ο Γιαγκούλας δεν ήθελε να σκοτώσει τον Οδυσσέα, ούτε πήρε μέρος στο συμβούλιο της συμμορίας. Λέγανε μάλιστα πως ήταν φίλοι με τον πατέρα του. Οι άλλοι όμως οι 3 της παρέας απεφάσισαν την εκτέλεση του γιατρού, Τσαμήτρος, Παπαγεωργίου και Μακρής.

Το έγκλημα του εκτελεσθέντος γιατρού Οδυσσέα Νικολαΐδη ήταν πολύ μεγάλο.Συγκεκριμένα, είχε στείλει ο ίδιος μυστικά επιστολή σε κάποιον Διοικητή της Χωροφυλακής (αποσπασματάρχην) της περιοχής, με την οποία πρόδιδε το λημέρι της συμμορίας. Και αυτός ο αθεόφοβος την επιστολή αυτή με σύνδεσμο του αυτούσια την έστειλε στο Γιαγκούλα που ήταν φίλος του και του ‘δινε συχνά μερίδιο από τα κλεψιμαίικα. Μ’ όλα τούτα όμως ο Γιαγκούλας δεν ήθελε να χαλάσει τον γιατρό, γιατί την εποχή εκείνη ήταν ο μοναδικός της περιοχής, αλλά και επειδή ο πατέρας του Θανάσης Νικολαΐδης, καθώς και ο αδελφός του Αριστόδημος ήσαν φίλοι του και πολλές φορές τον φιλοξένησαν στο σπίτι τους. Γι΄ αυτό δεν πήρε μέρος στο συμβούλιο της συμμορίας. Αλλά παμψηφεί, από τα υπόλοιπα τρία μέλη της, απεφασίσθη η εκτέλεση του και εξετελέσθη, μάλιστα μπροστά στα μάτια του πατέρα του και άλλων χωριανών…

 Λένε πως κάποτε απήγαγε κάποιον γιατρό από την Λάρισσα. Αφού τον μετέφερε στο Άντρο του, τον κράτησε στέλνοντας εντολή στην γυναίκα του με την υπογραφή-σφραγίδα, «βασιλιάς των ορέων». Γνωρίζοντας τα περιουσιακά του στοιχεία, ας υποθέσουμε 1000 νομίσματα, της ζήτησε τα διακόσια. Αυτή βέβαια δεν τα έστειλε, γιατί μικροπαντρεμένη με τον ηλικιωμένο γιατρό, προτίμησε μάλλον την χηρεία από πολύχρονη καταδίκη. Ξαναέστειλε άλλη εντολή με την οποία ζητούσε 300. Τίποτε.

Στην τρίτη του προσπάθεια και για να πείσει την ανόητη γυναίκα της έστειλε με την εντολή για 400, και το αφτί του άντρα της. Αυτή άκαμπτη προτίμησε τον βραχύ θρήνο από την απώλεια του ποσού. Αλλά όπως θα έγραφα κάποτε ανορθόγραφα, μορενι κιρηος ων βούλαιτε απολαισσε. Ο Γιαγκούλας αποφασίζει να διδάξει στον γιατρό οικιακή οικονομία, και αφού τον έκανε μαύρο στο ξύλο, του υπέδειξε τον δρόμο για το σπίτι του, όπου τον έστειλε να επιβάλει την τάξη. Βέβαια για να σιγουρευτεί πως θα φτάσει και εγκαίρως του χάρισε, και έναν ημιόνο.

 Στην εμφάνιση του, ο Γιαγκούλας ήταν ονομαστής ομορφιάς, παρότι οι κλέφτες την εποχή εκείνη, είχαν την φήμη ότι ήταν «αγριάνθρωποι». Επίσης, ξεχώριζαν για το ότι ήταν οπλισμένοι σαν αστακοί (ασημοκαπνισμένα ντουφέκια, τεράστια σπαθιά, πιστόλια κ.α.) αλλά και για την φουστανέλα που φορούσαν καθώς και για τα ασημικά και τα χρυσά που συμπλήρωναν την επιβλητική τους εμφάνιση. Μαλλιά ή γένια άφηναν κατά περίσταση ενώ στο κεφάλι φορούσαν συνήθως μαυρομάντηλο όπως οι πειρατές. Το οξυμένο πρόβλημα της υπόδησης αντιμετωπιζόταν με τα «πετσώματα» (σόλες για τα γουρουνοτσάρουχα).

Συχνά αισθανόταν την ανάγκη να δικαιολογούν τις πράξεις τους. Ο Φ. Γιαγκούλας άφηνε στο θύμα του ένα επεξηγηματικό κείμενο, σφραγισμένο που το έλεγε «ψυχοχάρτι».

 Στις 12 Φεβρουαρίου 1925 ο λήσταρχος Γιαγκούλας, θέλοντας να τρομοκρατήσει με τη σειρά του κι αυτός τα καταδιωκτικά αποσπάσματα που καταβασάνιζαν τους φίλους και συνεργάτες του στα διάφορα χωριά και στις στάνες, θα θέσει σε εφαρμογή το μεγαλεπήβολο και αιματηρό σχέδιο του, με πρώτο σταθμό μετάβασης την Τσαπουρνιά της Ελασσόνας. Εκεί θα βάλει τον Θανάση Σκοτίδα να σφάξει μπροστά στους έντρομους κατοίκους του χωριού το συμπατριώτη του και πρόεδρο της κοινότητας Τσαπουρνιάς Αθανάσιο Πάικο, αποκαλώντας τον προδότη και χαφιέ της εξουσίας.

 Στη συνέχεια ο Φώτης Γιαγκούλας θα μεταβεί στο διπλανό χωριό Γλύγκοβο (σημερινό Σαραντάπορο), για να ξαναγυρίσει σαν τον άνεμο στην Τσαπουρνιά, όπου στις 13 προς 14 Φεβρουαρίου θα δολοφονήσει τον ανθυπομοίραρχο Αποστόλου.

Στο Γλύγκοβο ο λήσταρχος, συνοδευόμενος από τον Σκοτίδα και αφήνοντας πίσω ένα άλλο παλληκάρι του, τον Δελαμήτρο ή Νταλαμήτρο, για να παρακολουθεί την όλη κατάσταση, θα επισκεφθεί το σπίτι του φίλου του Ντάλα, όπου θ’ αλλάξει τα ρούχα του, φορώντας καθαρά εσώρουχα και καθαρές κάλτσες. Εκεί θα σχεδιάσει το καινούργιο έγκλημα της Τσαπουρνιάς, που θα έχει ως θύμα του αυτή τη φορά τον ανθυπομοίραρχο που προαναφέραμε.

 Στην Τσαπουρνιά ο Φώτης Γιαγκούλας, έχοντας τις πληροφορίες περί επικείμενης άφιξης τριών μεταβατικών αποσπασμάτων υπό τις διαταγές των ανθυπομοιράρχων Αποστόλου, Πετράκη και Πατρινιού, θα κρυφτεί στη στάνη του φίλου του κτηνοτρόφου Αχιλλέα Σουρλή περιμένοντας. Το ίδιο βράδυ θα καταλύσουν εντελώς ανυποψίαστοι στο σπίτι του Σουρλή οι Πετράκης, Πατρινιός και Αποστόλου, για να δειπνήσουν και να ξεκουραστούν.

Οι τρεις αξιωματικοί θα κρεμάσουν τα όπλα τους πίσω από την πόρτα της κουζίνας και αμέριμνοι θα καθίσουν στο τραπέζι. Λίγο αργότερα η γριά μητέρα του Σουρλή θα στείλει ειδοποίηση με τον οκταετή εγγονό της Αντώνη Σουρλή στο λήσταρχο Φώτη Γιαγκούλα, που, αφού εισβάλει στο σπίτι των Σουρλήδων απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα, θα αφαιρέσει πρώτα τα όπλα των έντρομων αξιωματικών και ύστερα θα σκοτώσει μπροστά στα μάτια των φίλων και των νοικοκυραίων του σπιτιού τον ανθυπομοίραρχο Αποστόλου, που καθόταν στο τραπέζι κι έτρωγε.

 Όμως ο Φώτης Γιαγκούλας δεν θα σταματήσει την αιματηρή του εκδίκηση. Λίγες μέρες αργότερα, στις 22 Φεβρουαρίου 1925, κι ενώ από τα χαράματα της προηγουμένης η είδηση της αιχμαλωσίας των κυνηγών στον Όλυμπο από τη συμμορία του Πάντου Μπαμπάνη θα τρέχει από τη μια έως την άλλη άκρη της Ελλάδας, θα δολοφονήσει στη Δρυάνιστα Κατερίνης (σημερινό Μοσχοπόταμο) τον ανθυπομοίραρχο Γρηγοράτο και τον «συνοδεύοντα τούτον και εκτελούντα χρέη οδηγού αγροφύλακα Μηλιώτη».

 Οι πληροφορίες που δημοσιεύονται στις έρευνες των εφημερίδων φαίνεται ότι αιχμαλωτίζουν το αναγνωστικό κοινό, αλλά αρέσουν και στους ίδιους τους ληστές, οι οποίοι τροφοδοτούν τους δημοσιογράφους με αυτές, μέσω φίλων τους πρακτόρων και ληστοτρόφων. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των δημοσιογραφικών ερευνών, βλέπει το φως της δημοσιότητας και μια επιστολή του Φώτη Γιαγκούλα, ένα ληστρικό… διάγγελμα, θα λέγαμε, που θα πρέπει να θεωρηθεί ως απάντηση στις ανακοινώσεις του Κονδύλη.

 Η επιστολή που απευθύνεται στον πρόεδρο της κοινότητας του χωριού Λιβάδι, αλλά και προς κάποιον αξιωματικό του πεζικού για τον οποίο οι ληστές έχουν πληροφορίες ότι βασανίζει και θέτει εκτός… μάχης αρκετούς από τους φίλους τους έχει ως εξής (όπως δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα):

 «Κύριε Πρόεδρε του Λιβαδίου,

την επιστολήν μας την οποίαν θα σου φέρει ο κτηνοτρόφος θα την παραδώσης εις τον Μακαρίτην ή εις τον ανθυπομοίραρχον.

Κύριε Μακαρίτη

Τί πιέζεις τους εργατικούς ανθρώπους και τους κτηνοτρόφους αφού βρε κωλογαλονάδες γα.. τ’ αστέρια σας και όλη την οικογένειά σας, αφού σας στέλλω είδηση όπου περνώ και δεν έρχεστε να πολεμήσωμε. Τί φταίγει ο κόσμος ο εργατικός και τους κακοπιέζεις; Έλα εσύ ρε αρχ… και γίνε τσομπάνος και αν θέλης πρόδωσέ με. Την μίαν την βραδυάν θα με προδώσεις, την άλλη την βραδυάν θα σε κόψω σαν τ’ αρνάκι.

Από σήμερα και εντεύθεν να ξεύρης εάν κακοποιήσεις τους ανθρώπους θα σε κάνωμε στρατοκαρτέρια και θα σε πελεκήσωμε με τα σπαθιά μας. Τ’ άντερα σου θα σου τα κάνωμε κοκορέτσι και θα σου τα δώσουμε να τα φας. Κι αυτή τη στιγμή σε καλούμε να έλθης βρε αρχ…, να έλθης να πολεμήσωμε εδώ απάνω εις τον άγιον Προφήτην Ηλίαν, εγώ ο

ΦΩΤΗΣ ΓΙΑΓΚΟΥΛΑΣ»

 Την επιστολή έχει γράψει ο ίδιος ο Φώτης Γιαγκούλας, που στη συνέχεια την έχει δώσει για έγκριση και στους υπόλοιπους συντρόφους του, οι οποίοι λόγω αγραμματοσύνης αρκέστηκαν να βάλουν τις σφραγίδες τους και μόνο. Φαίνεται όμως και από τον γραφικό του χαρακτήρα πως ο Φώτης Γιαγκούλας ήταν ο μόνος που ήξερε γράμματα, παρά τα ορθογραφικά του λάθη.

 Την ίδια εποχή δημοσιεύονται και άλλες ενδιαφέρουσες επιστολές του βασιλέα των ορέων. Μία από αυτές απευθύνεται στο δάσκαλο του χωριού Λιβάδι Γεωργιάδη, άνθρωπο με πνευματική καλλιέργεια, που κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να θεωρηθεί θαυμαστής του Γιαγκούλα:

 «Βρε αρχι… Δάσκαλε δήλωσες και συ για παλληκαράς να καταδίωξης τους ληστές και ιδίως τον Γιαγκούλα. Τι σου έκανα εσένα βρε κ… τα θρανία του σχολείου σου έχω ληστέψη ή τα βιβλία βρε μ… που σε πέταξε. Εάν έλθω καμμίαν βραδυάν και σε πιάσω θα σε περάσω στη σούβλα και θα σε ψήσω ζωντανόν.»

 Όταν ο δάσκαλος διαβάζει την επιστολή, τρομοκρατείται και ζητάει μετάθεση, την οποία πετυχαίνει προς στιγμήν, αλλά ο επιθεωρητής ύστερα από λίγο τον επαναφέρει στην προηγούμενη του θέση, για να ζήσει στη συνέχεια ο άνθρωπος με τον καθημερινό φόβο των ληστών.

Στο ίδιο χαρτί ο Φώτης Γιαγκούλας γράφει και μια λιγόλογη απειλή, που απευθύνεται σε δύο πλούσιους τσελιγκάδες της περιοχής, τον Τσανούσα και τον Σαλαβάτη:

 «Κερατά Τσανούσα και Σαλαβάτη, εάν σας πιάσω εις τα χέρια μου θα σας γδάρω ζωντανούς.»

 Ο Γιαγκούλας θα υπογράψει την απειλή και για λογαριασμό του Πάντου Μπαμπάνη, αλλά αυτός, μένεα πνέων κατά των δύο τσελιγκάδων, θ’ αρπάξει την επιστολή από το χέρι του Γιαγκούλα και θα βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή με το ίδιο του το χέρι.

 Ο λήσταρχος Φώτης Γιαγκούλας δεν συνήθιζε να χρησιμοποιεί δική του σφραγίδα, προτιμώντας τις ιδιόχειρες υπογραφές αλλά και κείμενα γραμμένα από το χέρι του.

Μια άλλη επιστολή στέλνεται στον πλούσιο τσέλιγκα Μάντζη, από τον οποίο με τρόπο επιτακτικό, όπως θα ταίριαζε σε έναν πραγματικό… βασιλιά, ο Φώτης Γιαγκούλας ζητάει τα αναγκαία και τα χρειώδη, αποκαλύπτοντας και ορισμένες ιδιαίτερες προτιμήσεις κι αδυναμίες του, όπως τα… τσιγάρα εποχής με τη φίρμα Καραβασίλη:

 «Κύριε Μάντζη αυτήν την στιγμήν θέλω 30 κάσες τσιγάρα Καραβασίλη, 4 πετσέτες, 4 σαπούνια γλυκερίνης, 1 ντουζίνα σπίρτα, 4 φυτίλια, 1 οκά καραμέλες, 1 οκά σταφίδες, 4 κουτιά λουκούμια, 2 μπουκάλια κονιάκ, 12 μανταλάκια.»

 Το σημείωμα, εκτός από την υπογραφή «Κ. ΦΩΤΗΣ» (το «Κ.» σήμαινε «καπετάν»), φέρει και τη σφραγίδα του λήσταρχου Μπαμπάνη.

Ο ίδιος αποδέκτης θα πάρει ύστερα από λίγο και μια δεύτερη επιστολή, με την εξής απειλητική παραγγελία:

 «Κύριος Αθανάσιος Μάντζης

επειδή ενόμισες ότι θα εξοντωθούν οι ληστρικές συμμορίες και κάνετε τέρατα και σημεία σε χαρατσώνω 12 πεντόλιρα τουρκικά. Θα τα πέρασης 4 καδένες από τρία.. Εάν δεν μου τα κάνης θα σου κάψω…

Κ. ΦΩΤΗΣ «

 

Και από το πίσω μέρος του χαρτιού:

«Θέλω 40 πήχες χακί πρώτης ποιότης. 40 πήχες πανί χακί χασέ εντός δεκαπέντε ημέρες. Θέλω να μου τάχης έτοιμα.

Αρχηγός της συμμορίας

Φώτιος Γιαγκούλας

Πάντος Μπαμπάνης

Θέλω και τέσσαρες τσάντες αντάρτικες, τέσσαρα κλεφτοφάναρα, τέσσαρα ζευγάρια γάντια πέτσινα. «

 Οι σφραγίδες του Μπαμπάνη και του Τσαμήτα

 Ο Φώτης Γιαγκούλας, ύστερα από τις δολοφονίες των Αποστόλου και Γρηγοράτου, θ’ ανηφορίσει για μια ακόμα φορά προς τις κορυφές των βουνών. Όμως λίγο πριν από την Τσαπουρνιά, και συγκεκριμένα όταν φτάσει στη θέση Καμίνια, κοντά στον Άγιο Αθανάσιο, θα πέσει στην παγίδα ενός καταδιωκτικού αποσπάσματος από τσολιάδες, απ’ αυτά που είχαν βγει σε καταδίωξη της συμμορίας του Πάντου Μπαμπάνη προκειμένου να πετύχουν την απελευθέρωση του γιατρού Τζαμαλούκα.

 Είναι ένα κρύο λαμπερό πρωινό όταν οι τσολιάδες θ’ αντιληφθούν τους δύο ληστές, με πρώτο τον Σκοτίδα, να βαδίζουν αμέριμνοι, έχοντας μεταξύ τους τη σχετική απόσταση ασφαλείας των εκατό μέτρων που συνήθιζαν. Και να η συνέχεια από εφημερίδα της εποχής:

 «Εν τω μεταξύ οι λησταί προχωρούν ανύποπτοι. Προηγείται ο Σκοτίδας κρατών το μάνλιχέρ του υπό μάλης και φέρων την ληστρικήν του κάπαν επ’ ώμου. Τα μακρυά του μαλλιά ανεμίζουν από τον δροσερόν αέρα που φυσά. Ο Γιαγκούλας ακολουθεί το παλληκάρι του αλλά αυτός δεν έχει ριγμένα κάτω τα μακρυά του μαλλιά. Δεν επιδεικνύει και τόσο την ληστρικήν του ιδιότητα. Τις ξανθές πλεξούδες του τις έχει τυλιγμένες και τις κρύβει κάτω από ένα πολιτικό καπέλλο. Αυτό υπήρξε και η σωτηρία του διότι… Εφτά κάννες γυαλιστερών μάνλιχέρ στρέφονται κατά του Σκοτίδα.

– Παιδιά, μη βιάζεσθε! Μην πυροβολήτε ακόμη! ακούεται η υποτρέμουσα φωνή του ανθυπομοίραρχου Κοκκινάκη. Θα πέσουνε επάνω μας!

 Αλλά ποιος ακούει στην ψυχολογική εκείνη κατάσταση; Ο Γιαγκούλας, η προαγωγή, οι εξακόσιες χιλιάδες, ο κίνδυνος του οποίου ο καθένας έχει συναίσθησιν όταν βρίσκεται μπροστά του… Όλα αυτά θα κάνουν τους τσολιάδες να βιαστούν. Και ασυναίσθητα τα δάχτυλα θα πιέσουν τις σκανδάλες των όπλων τους. Επτά πυροβολισμοί ετάραξαν την ησυχίαν και ο αντίλαλος τους ακούσθηκε μακρυά πολύ μακρυά. Ο Σκοτίδας γονατίζει αμέσως. Ο ακολουθών αυτόν Γιαγκούλας αναπηδά σαν λεοντάρι που πέφτει, μέσα σε παγίδα. Στρέφει το βλέμμα του γύρω και, κατόπιν σκύβει. Τώρα σέρνεται στη γη με την κοιλιά. Γύρω του οι σφαίρες σφυρίζουν αλλά αυτός δεν δίδει προσοχήν. Απομακρύνεται έτσι σιγά σιγά και πέφτει πίσω από ένα δέντρο, όπου και κρύβεται.

Ο Σκοτίδας, ο σύντροφος του κυλιέται κατά γης, το δε σώμα του εξακολουθεί να είναι ο στόχος των ανδρών του αποσπάσματος.

 – Επάνω τους παιδιά! ακούεται και πάλιν η φωνή του ανθυπομοιράρχου Κοκκινάκη.

Οι τσολιάδες πηδούν από την ενέδρα των και τρέχουν πυροβολούντες ακόμη. Η νίκη των τους έδωσε φτερά στα πόδια γιατί είχαν νομίσει πως σκότωσαν τον βασιλιά αυτόν των ορέων… Σε λίγο όλοι ευρίσκοντο γύρω από τον Σκοτίδαν, ο οποίος παρέδιδε την κακούργαν ψυχή του…»

 Όμως για μια ακόμα φορά θα αποδειχθεί πως ο σκοτωμένος δεν είναι ο Φώτης Γιαγκούλας αλλά το καινούργιο μέλος της συμμορίας, ο Θανάσης Σκοτίδας. Οι τσολιάδες απογοητεύονται και καθυστερούν. Και αυτή η καθυστέρηση είναι που θα δώσει την ευκαιρία στο λήσταρχο Φώτη Γιαγκούλα να γίνει καπνός.

Ύστερα από την πρώτη τους έκπληξη και στενοχώρια, και ενώ η Τσαπουρνιά θα στρατοκρατείται και οι κάτοικοι της θα ανακρίνονται μαντρωμένοι στον περίβολο της εκκλησίας, οι τσολιάδες του καταδιωκτικού αποσπάσματος θα προσπαθήσουν να εντοπίσουν τον Γιαγκούλα, αλλά θα είναι αργά και όλες τους οι ενέργειες θ’ αποβούν μάταιες. Το πουλί θα έχει πετάξει για μια ακόμα φορά σχεδόν μέσα από τα χέρια τους.

 Εν τω μεταξύ λήγει η χρονική προθεσμία που έχει θέσει ο Κονδύλης προς τους κατοίκους της περιοχής για να καταδώσουν το κρησφύγετο των ληστών που αιχμαλώτισαν τον Τζαμαλούκα και στα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα δεν παρουσιάζεται κανείς που να μπορεί να ρίξει λίγο φως στο σκοτάδι της όλης υπόθεσης.

Ταυτόχρονα ο Φώτης Γιαγκούλας βρίσκει αυτή την εποχή ως την πιο κατάλληλη για ν’ αποσυρθεί από το προσκήνιο της επικαιρότητας και το κάνει. Η απόσυρση του αυτή θα κρατήσει σχεδόν μέχρι τις παραμονές του θανάτου του.

Όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο λήσταρχος θα διαμένει άλλοτε στη μονή Πέτρας, στη μέση του Ολύμπου, όπου όμως θα εξακολουθεί να συναντιέται με πράκτορες και συνεργάτες του, και άλλοτε σε απομακρυσμένες στάνες φίλων του, απ’ όπου θα μεθοδεύει την επικείμενη συνάντηση του με τον άλλο διαβόητο λήσταρχο, τον Πάντο Μπαμπάνη.

 Ο Γιώργος Ζαχαρίου γράφει πως η συνάντηση του Φώτη Γιαγκούλα και του Πάντου Μπαμπάνη θα προγραμματιστεί για το βράδυ της 29ης Αυγούστου 1925, από τους συνεργάτες του Γιαγκούλα Χρ. Αγά, Σωτ. Παπαγιάννη, Στέργιο Καρακούλα και Κ. Κορώνη, που θα μεταβούν στον Κοκκινοπλό, όπου και θα συναντηθούν με τους φίλους και συνεργάτες του Μπαμπάνη Δημ. Μουστάκα, Π. Ντελή και Χ. Ντελή, μεταφέροντας την πρόταση του Γιαγκούλα για συνάντηση των δύο λήσταρχων. Ο Πάντος Μπαμπάνης θα συζητήσει την πρόταση με τον αδελφό του Λεωνίδα και τον εξάδελφο τους Κώστα Τσαμήτα και αφού συμφωνήσουν γι’ αυτήν, θα στείλουν μια επιστολή στον Γιαγκούλα όπου «θα ορκίζονται εις την αμνηστίαν των, πως θα τον αγαπούν και θα τον θεωρούν αρχηγό τους».

 Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί έναν περίπου μήνα πριν από το οριστικό τέλος της συμμορίας και σ’ αυτήν ο Φώτης Γιαγκούλας θα φιλήσει σταυρωτά τους τρεις ληστές και θα ευχηθεί ν’ αλλάξει η μοίρα του κοντά τους και έτσι ν’ αλαφρύνει κάπως η ψυχή του από τα τόσα κρίματα που τη βαραίνουν…

 ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1925

Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1925, ημέρα Κυριακή, ένα καλά οργανωμένο απόσπασμα από είκοσι επτά σκληροτράχηλους χωροφύλακες και πέντε καλά εκπαιδευμένους αγροφύλακες, με τη βοήθεια ενός ντόπιου καταδότη, του κτηνοτρόφου Γρηγόρη Γκόρτσου ή Γιουλάκη ή Γούλα από τη Βρoντου Πιερίας, θα έχει καταφέρει να εντοπίσει και να περικυκλώσει τους διαβόητους λήσταρχους των χρόνων του Μεσοπολέμου Φώτη Γιαγκούλα, Πάντο Μπαμπάνη, τον αδελφό του Λεωνίδα Μπαμπάνη και τον εξάδελφο τους Κώστα Τσαμήτα, στο απρόσιτο λημέρι τους στη θέση Κόκκαλα του Ολύμπου, πάνω από την Κλεφτόβρυση.

 Οι καλά εκπαιδευμένοι χωροφύλακες που επιλέγονται εν σπουδή από το Λιτόχωρο και τα γύρω χωριά θα έχουν για αρχηγό τους αυτή τη φορά έναν σκληροτράχηλο κι αποφασισμένο αξιωματικό της χωροφυλακής, το μοίραρχο Ιωάννη Πετράκη.

Ο Πετράκης είναι ένας ορκισμένος διώκτης του λήσταρχου Φώτη Γιαγκούλα. Μέχρι πριν από λίγο χρονικό διάστημα υπηρετούσε στην Έδεσσα και μια μέρα, χωρίς να εξηγήσει τι και πώς, ζήτησε να τοποθετηθεί διοικητής των καταδιωκτικών αποσπασμάτων στην περιοχή του Ολύμπου. Ο λόγος; Είναι κρυφός και τον κρατάει μόνο για τον εαυτό του, αλλά λίγο λίγο και από κάτι μισόλογα αυτός έχει αρχίσει να βγαίνει προς τα έξω. Το συζητάνε όταν βρεθούν μόνοι οι χωροφύλακες και οι συνάδελφοι του και ίσως να το ξέρει και η υπηρεσία.

 Θέλει, λέει, να εκδικηθεί τον διαβόητο λήσταρχο για το πάθημα ενός συνονόματου πρωτοξαδέλφου και ενός συναδέλφου του, που πριν από λίγο καιρό ο Γιαγκούλας τους είχε αφοπλίσει και τους είχε αφήσει να γυρίσουν άοπλοι και καταντροπιασμένοι στην υπηρεσία τους, σκοτώνοντας κατά τρόπο άγριο τον επικεφαλής τους ανθυπομοίραρχο Αποστόλου.

 Και τώρα, ένα σχεδόν μήνα από την εθελοντική του τοποθέτηση στην περιοχή του Ολύμπου, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Ιωάννης Πετράκης βιάζεται να λογαριαστεί μαζί του. Εξάλλου το έλεγε συνεχώς τριγυρίζοντας από καφενείο σε καφενείο και από πλατεία σε πλατεία, στρίβοντας με νόημα το αρειμάνιο μουστάκι του:

«Πού θα μου πάει, αν δεν τον φάω μια μέρα τον κερατά, να μη με λένε Πετράκη!»

Και για το σκοπό αυτό ολοένα και περισσότερο προετοιμαζόταν, περιμένοντας να βρει την κατάλληλη ευκαιρία.

 Και να που οι καλογυμνασμένοι άντρες, κάτω από τη δική του καθοδήγηση, έχουν κιόλας πραγματοποιήσει μέσα στα σκοτάδια της νύχτας μια δύσκολη και ιδιαίτερα επίπονη, σχεδόν ορειβατική αναρρίχηση, χωρίς τα άρβυλα τους, που τα έχουν δεμένα με τα κορδόνια και περασμένα στο λαιμό τους, η οποία θα κρατήσει όλο εκείνο το βράδυ του Σαββάτου.

Πριν το πρώτο ξημέρωμα της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου 1925, κατάκοποι και καταϊδρωμένοι, οι άντρες του καταδιωκτικού αποσπάσματος θα διακρίνουν μέσα στην ησυχία σε απόσταση βολής όπλου την καλά κρυμμένη είσοδο της δυσπρόσιτης σπηλιάς που αποτελούσε το κρησφύγετο των ληστών. Τους βλέπει γύρω του ο μοίραρχος λαχανιασμένους, κουρασμένους, καταϊδρωμένους, αλλά να έχουν φέρει σε πέρας την επίπονη ανάβαση τους, και φτερουγίζει η καρδιά του από την προσμονή του μεγάλου γεγονότος. Οι περισσότεροι είναι νέοι, κάπως ανώριμοι ίσως, αλλά με τη σειρά του κι αυτός τους έχει προετοιμάσει όσο γινόταν καλύτερα. Γι’ αυτό και τους καμαρώνει.

 Οι άντρες του αποσπάσματος θα φάνε λίγη γαλέτα μέσα σε απόλυτη σιωπή, θα πιουν νερό από τα παγούρια τους και ύστερα, όσοι απ’ αυτούς θέλουν, θα καπνίσουν. Ξεθεωμένοι κυριολεκτικά από το ανέβασμα, θ’ αλείψουν με μπόλικο λίπος τα πληγιασμένα πόδια τους, πριν ξαναφορέσουν τα σκληρά και φαγωμένα τους άρβυλα. Στη συνέχεια θα χωριστούν σε τρία τμήματα, κυκλώνοντας το ληστρικό λημέρι, και θα ξαπλώσουν τυλιγμένοι στις βρόμικες και σκισμένες χλαίνες τους, περιμένοντας να σκάσουν μύτη οι πρώτες ακτίνες του ήλιου.

Όλα αυτά βέβαια μέχρι τις εννέα το πρωί.

 Είναι η στιγμή που ο Κώστας Τσαμήτας θα πάει ανυποψίαστος στην πολύ κοντινή βρύση για να γεμίσει με φρέσκο νερό τα παγούρια της συμμορίας και να επιστρέψει στη σπηλιά τους. Ύστερα οι ληστές θα καθίσουν απ’ έξω για να φάνε, και τότε είναι που ο τόπος θα αλαφιαστεί από τους απανωτούς πυροβολισμούς των μάουζερ και των μάνλιχερ και η ησυχία του πρωινού θα γίνει χίλια κομμάτια από τις πολλαπλές ριπές των όπλων, τις οιμωγές των τραυματισμένων και γενικότερα τις κραυγές και τις βρισιές της συμπλοκής, που τελικά θα κρατήσει μέχρι τις πέντε το απόγευμα.

Ο Κώστας Τσαμήτας ήταν ο μόνος που είχε μείνει στη σπηλιά από την αρχή της συμπλοκής, πυροβολώντας αδιάκοπα από το άνοιγμα της. Μισή ώρα μετά, και βλέποντας τον άμεσο κίνδυνο εγκλωβισμού του σ’ αυτήν, θα πραγματοποιήσει μια απελπισμένη έξοδο, σε μια προσπάθεια να συναντηθεί με τους συντρόφους του. Και τότε θα τραυματιστεί βαρύτατα από τις σφαίρες των χωροφυλάκων και στα δυο του πόδια και θα κυλιστεί στο έδαφος μέσα σε αίματα και βογγητά.

Κι από τη θέση αυτή είναι που θα τους δει και θα τους ακούσει να φεύγουν ο ένας στο κατόπι του άλλου, για να πεθάνει κι ο ίδιος ύστερα από λίγο απ’ τα τραύματα του, που θα αιμορραγούν συνέχεια.

 Ο χώρος που θα επιλέξουν οι ληστές για να ταμπουρωθούν με τους πρώτους πυροβολισμούς δεν θα είναι η σπηλιά αλλά το βάθος του ρέματος, που θα μεταβληθεί σε λίγο σε κόλαση φωτιάς, σίδερου και καπνού, με τους δύο νεαρούς ομήρους, τα εξαδέλφια Ράπτη, του κάκου να προσπαθούν, τρέμοντας από το φόβο τους σε όλη τη διάρκεια της συμπλοκής, να λουφάξουν πίσω από τα παρακείμενα βράχια.

Στις δύο το μεσημέρι, μέσα στον ορυμαγδό της μάχης, θα σκοτωθεί από φονική σφαίρα ο θρυλικός λήσταρχος του Μεσοπολέμου Φώτης Γιαγκούλας. Μία περίπου ώρα αργότερα θα τον ακολουθήσει στο αχερούσιο ταξίδι του ο επίσης διαβόητος σύντροφος του Πάντος Μπαμπάνης.

 Ο Φώτης Γιαγκούλας σε όλη τη διάρκεια της μάχης θ’ αναπηδά αλαφιασμένος από το ένα μέρος στο άλλο, απειλώντας θεούς και δαίμονες, άλλοτε κρατώντας το κοφτερό του μαχαίρι στα δυνατά του δόντια, με μάτια γουρλωμένα από την ένταση της μάχης και τα μακριά του μαλλιά ν’ ανεμίζουν, κι άλλοτε θα βρίζει χυδαία τους χωροφύλακες και τους αξιωματικούς τους, λέγοντας πως ο Φώτης Γιαγκούλας σκοτώνεται αλλά δεν παραδίνεται στους καραβανάδες.

Πάνω στη φωτιά της μάχης ο ενωμοτάρχης Καλογούρης θα βρει ευκαιρία και από απόσταση μερικών μέτρων θα σημαδέψει το στήθος του αγριεμένου λήσταρχου. Η σφαίρα θα βρει τον Φώτη Γιαγκούλα στην καρδιά, τινάζοντας έναν κατακόκκινο πίδακα από αίμα…

Ύστερα ο λήσταρχος θα λυγίσει και θα κυλιστεί αιμόφυρτος μέσα στη σκόνη και στον κουρνιαχτό της μάχης. Λίγο πριν θα προλάβει και θα σκοτώσει ένα χωροφύλακα και θα τραυματίσει έναν άλλο από τους πολιορκητές του.

 Ο θάνατος του Φώτη Γιαγκούλα θα κάνει τους συντρόφους του να παγώσουν. Εκείνη η μία και μοναδική σφαίρα θα είναι σαν να έχει τρυπήσει τις καρδιές όλων όσων είχαν απομείνει ζωντανοί. Τη νιώθουν να τους καίει τα σωθικά, να τους πονάει αφάνταστα, κι αυτό είναι που τους κάνει θηρία. Όμως ο χρόνος έχει κιόλας αρχίσει και γι’ αυτούς την αντίστροφη μέτρηση του. Στις τρεις περίπου μετά το μεσημέρι θα πέσει νεκρός από σφαίρες που έφαγε στο μέτωπο ο Πάντος Μπαμπάνης, αφού προηγουμένως θα επαναλαμβάνει συνεχώς:

«Θεέ μου, Παναγία μου, σώστε με και θα σας τάξω ό,τι θέλετε».

 Στις πέντε το απόγευμα ο τελευταίος επιζών των λήσταρχων, ο αδελφός του Μπαμπάνη Λεωνίδας, θα δολοφονήσει εν ψυχρώ τον δωδεκάχρονο από τους δύο νεαρούς ομήρους, τον Μήτσο Ράπτη (σύμφωνα με τον άγραφο κώδικα των ληστών, που ήθελε, «εάν συμπέση να συμπλακώσι μετά στρατιωτικών αποσπασμάτων και δεν δύνανται να φέρωσι μεθ’ εαυτών ζώντα τον αιχμάλωτον, να τον φονεύουσι πάραυτα»).

Την ίδια στιγμή θα δεχτεί την απελπισμένη επίθεση από τον άλλο όμηρο, το φοιτητή της ιατρικής Νίκο Ράπτη, που θα κατορθώσει να τον αφοπλίσει, κι έτσι ύστερα από λίγο ο λήσταρχος, εγκλωβισμένος από παντού και άοπλος, θα πέσει στα χέρια των χωροφυλάκων…

Ο Νίκος Ράπτης θα γράψει για όλα αυτά, και κυρίως για τη συμπλοκή του με τον Λεωνίδα Μπαμπάνη, στο ημερολόγιο του τα εξής:

 «Είχα γίνει έξω φρενών και αδιαφορούσα διά την ζωήν μου. Μόλις πρόλαβα να τον χτυπήσω μία φορά και μου πιάνει με το αριστερό του χέρι τον αορτήρα του όπλου που προσπαθούσα να του το αποσπάσω.

Αμέσως βγάζει από την θήκην το μικρότερο μαχαίρι και άρχισε να μου δίνει συνεχώς μαχαιριές σε διάφορα μέρη του σώματος.

Εγώ, χωρίς να τις αισθάνομαι από τον ψυχικό βρασμό, κατέβαλλον κάθε δυνατή προσπάθεια να τις αποφύγω να μην είναι πολύ βαθιές προβάλλων αναλόγως το όπλο. Οι χωροφύλακες έβαλλον συνεχώς και έτσι ευρισκόμην μεταξύ δύο πυρών.

Δεν μπορώ να καθορίσω πόση ώρα διήρκεσεν η πάλη χωρίς να μπορέσει να μου αφαιρέσει το όπλο, πάντως άνω των πέντε λεπτών, οπότε ησθάνθην ολόκληρον το αριστερό μου πόδι μουδιασμένο και να μην μπορώ να το στερεώσω.

Εις το διάστημα της πάλης με έβριζε συνεχώς. Αυτή την ώραν βρήκε την ευκαιρία και άρχισε να μου κόβει τα χέρια διά να μου πάρει το όπλον…»

 Ύστερα από το θάνατο του Φώτη Γιαγκούλα στην περιοχή της Κλεφτόβρυσης, στις τσέπες του θα βρεθεί μια ερωτική επιστολή σταλμένη από μια ερωμένη του, την Μπίλιω Κάστανα, που τον παρακαλούσε να την επισκεφθεί..

Λένε πως συνολικά οι ερωμένες του λήσταρχου ήταν τουλάχιστον πέντε. Μία από αυτές, η συγχωριανή του Ευαγγελία, θα γίνει κάποια στιγμή γυναίκα του (ο Γιαγκούλας θα πει ότι την είχε παντρευτεί σε ένα ερημοκλήσι) και θα κάνει μάλιστα μαζί του κι ένα παιδί, που θα πεθάνει από τις κακουχίες των βουνών.

 Μια φιλενάδα της, η Μαρία, από διπλανό χωριό, θα παντρευτεί το ληστή Γκανάτσιο. Οι δύο γυναίκες είχαν ακολουθήσει τους ληστές με τη θέληση τους, αλλά, αμάθητες καθώς ήταν, θα υποφέρουν τα πάνδεινα επάνω στα βουνά, με αποτέλεσμα η Μαρία να αρρωστήσει. Οι ληστές θα τις αφήσουν σε κάποια σπηλιά στο δάσος Ναλήσκο, αλλά το κρησφύγετο τους θα ανακαλυφθεί πολύ γρήγορα από τα καταδιωκτικά αποσπάσματα και ο μοίραρχος Καράσης θα το πολιορκήσει με μεγάλη δύναμη χωροφυλάκων, θα τις συλλάβει και στη συνέχεια θα τις μεταφέρει στις φυλακές Κοζάνης, όπου αργότερα θα πληροφορηθούν το θάνατο των συζύγων τους.

 Το άγγελμα του θανάτου του θρυλικού κι αδιαφιλονίκητου «βασιλιά των ελληνικών ορέων» Φώτη Γιαγκούλα θα ταξιδέψει με τα φτερά του θρύλου από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της Ελλάδας και θα βυθίσει σε θλίψη αρκετούς απ’ αυτούς που ο λήσταρχος, εν τη μεγαλοκαρδία του, είχε συνδράμει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Πολλοί δεν θα θελήσουν ούτε στιγμή να πιστέψουν πως ο «ωραίος των ελληνικών ορέων» δεν θα ξανακάνει την πανώρια εμφάνιση του σκορπίζοντας το φόβο και τον τρόμο στους αδικητές των φτωχών και των ανήμπορων. Και πολλοί θα είναι αυτοί που θα εξακολουθήσουν να τον «βλέπουν» να κατηφορίζει στις πλαγιές των βουνών ή να παίρνει τις ανηφοριές τους.

 Κι όταν αργότερα οι καταδότες του Φώτη Γιαγκούλα θ’ αρχίσουν να χάνονται ένας ένας απ’ τη ζωή, ορισμένοι θα πουν πως το φάντασμα του ήταν που έπαιρνε την εκδίκηση του, ενώ αρκετοί θα συνεχίσουν να πιστεύουν πως ο «αδικοσκοτωμένος λήσταρχος» εξακολουθούσε να κυβερνά, έστω και αόρατος, τα χωριά των περιοχών όπου δρούσε, χτυπώντας κατακέφαλα την αδικία από τη μια και από την άλλη μοιράζοντας το δίκιο καταπώς του πρέπει…

 Η ιστορία του Φώτη Γιαγκούλα είναι γεμάτη από κατορθώματα που θα σμιλέψουν το θρύλο που περιέβαλλε το πρόσωπο του. Άλλοι θα μιλήσουν για το αιματοβαμμένο του αστέρι κι άλλοι για έναν εκδικητή που χτυπούσε το άδικο όπου το έβρισκε.

Ένας Καταφυγιώτης, ο μακαρίτης Βασίλης Βουβονίκος, έλεγε πάντα για τη λεβεντιά των ληστών και ιδίως εκείνην του Γιαγκούλα:

 «Ένα βράδυ τους άκουσα που περνούσαν έξω από το σπίτι μου, στο δρόμο, κάπου πήγαιναν. Κοιτάω απ’ το παραθυράκι της κουζίνας, όπου διέκρινα τρεις σκιές. Μπροστά ξεχώριζε εκείνη του Γιαγκούλα, τα τσαρούχια του με τις πρόκες από κάτω βροντούσαν καθώς περπατούσε πάνω στο καλντερίμι και τα ολόχρυσα φλουριά που είχε κρεμασμένα στο στήθος και στα πόδια του κουδούνιζαν συνέχεια…»

Τον Ιούλιο του 1933 έγινε χαμός με την είδηση ότι κάπου κάποιοι είχαν ξεθάψει το προσωπικό ημερολόγιο του Γιαγκούλα. Μάλιστα η εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Το Φως» έγραψε ότι, κατά τρόπο άγνωστο και μυστηριώδη, κατάφερε να το αποκτήσει και την Παρασκευή 28 Ιουλίου άρχισε, κατόπιν σχετικών τυμπανοκρουσιών, την πρωτοσέλιδη δημοσίευση του, που όμως διακόπηκε ύστερα από δύο μέρες, μετά την άμεση επέμβαση του εισαγγελέα πρωτοδικών Θεσσαλονίκης.

 Μιλώντας στα χρόνια της δεκαετίας του ‘80 στη σειρά των τηλεοπτικών εκπομπών της ΕΤ-1 «Η ΕΡΤ στη Βόρεια Ελλάδα», ένας από τους χωροφύλακες που πήραν μέρος στη συμπλοκή της Κλεφτόβρυσης, ο Σινωπίδης, θα πει στο δημοσιογράφο Χρίστο Ζαφείρη τα εξής:

« Στις 19 Σεπτεμβρίου 1925 ήμουν χωροφύλακας εδώ στη Κατερίνη. Ήμουν τότε 21 χρονών. Την ημέρα εκείνη, Σαββάτο, ήρθε αυτός ο κτηνοτρόφος, έφερε μια επιστολή εις την αστυνομία. Η επιστολή αυτή είχε γραφτεί από τον Γιαγκούλα, που ήταν επάνω στον Όλυμπο, εκεί σε μια σπηλιά, ύψωμα κάπου 2300 με 2500 μέτρα. Αυτή η επιστολή απευθυνόταν στον Τύρναβο, σε κάποιον πλούσιο του οποίου τα δυο παιδιά τα είχαν αιχμάλωτα αυτοί και είχαν το επώνυμο Ράφτης. Ο ένας ήταν φοιτητής της Ιατρικής, είκοσι χρονών, το άλλο παιδί ήταν δεκατεσσάρων χρόνων, μαθητής, και στην επιστολή ζητούσε 1.000.000 δραχμές ο Γιαγκούλας.

Ξεκινήσαμε ώρα τέσσερις και μισή, πήγαμε εκεί στο σημείο ακριβώς που λεγόταν Κλεφτόβρυση. Περικυκλώσαμε το μέρος, ήμασταν πέντε τμήματα, από πέντε πέντε. Ο διοικητής είχε εφτά. Εγώ ήμουνα με το διοικητή. Ήμασταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Είχε πάχνη. Μας είχε χτυπήσει ένας τρόμος… Τρομάζαμε. Από την ψύχρα οι σιαγόνες μας χτυπούσαν πολύ άσχημα. Κατά ώρα εννέα ζεσταθήκαμε λίγο. Είχε πει ο διοικητής πως ώρα εννέα ο Τσιαμήτας ο ληστής πάει να πάρει νερό απ’ την την Κλεφτόβρυση. Όποιος τον δει, εκείνος θα ρίξει, είπε. Οι άλλοι, που δεν θα τον δουν , δεν θα ρίξουν τίποτα. Πράγματι, ώρα εννέα ο Τσιαμήτας πάει για το νερό, εκεί που ήταν ο ενωματάρχης ο Πασβαντίδης με του δικούς του. Αυτός είχε τέσσερις στρατιώτες επειδή η χωροφυλακή είχε έλλειψη, γι’ αυτό είχε και στρατιώτες.

Τον πυροβόλησαν, τον τραυμάτισαν αλλά δεν σκοτώθηκε. Οπότε οι άλλοι μάθαν ότι εδώ πέρα είμαστε κυκλωμένοι. Απ’ τη σπηλιά μέσα βγήκε ο Γιαγκούλας. Συνάμα φώναζε ο διοικητής «Χωροφύλακες προχωρείτε, προχωρείτε». Προχωρούσαμε εκεί πέρα, κι από τις θέσεις που ήμασταν, ήμασταν πολύ μακριά.

Ανεβήκαμε στο σημείο αυτό, ήτανε πολύ ψηλά. Ήταν σαν ένα δωματιάκι, ένα σπήλαιο. Κατά η ώρα δώδεκα άρχισε τότε η γερή η μάχη. Τριάντα δύο όπλα…

Ώρα δύο και μισή σκοτώθηκε ο Γιαγκούλας. Ώρα τρεις και μισή περίπου σκοτώθηκε ο Πάντος Μπαμπάνης.

Ένας χωροφύλακας έκοψε το κεφάλι του Πάντου Μπαμπάνη, μπροστά στα μάτια του αδελφού του Λεωνίδα, που τον έβλεπε. (ο Λεω¬νίδας Μπαμπάνης αργότερα δραπέτευσε) Και τα πήραν τα τρία κεφάλια και τα βάλαν στα σακίδια και ξεκινήσαμε… Αυτοί κατεβήκανε στο χωριό και τη δεύτερη μέρα τα φέραν στην Κατερίνη τα κεφάλια και τα κρέμασαν στο κέντρο της πλατείας.

Από την επικήρυξη πήρε και το δημόσιο. Στον καταδότη δώσαν 300.000. Του δώσανε και 10.000 που πήρε μέρος στη συμπλοκή. Ο διοικητής πήρε 69.000. Στη γυναίκα του χωροφύλακα που σκοτώθηκε δώσαν 60.000. Εμείς οι χωροφύλακες πήραμε από 12.000, εκείνο τον καιρό ήταν σαράντα λίρες…» Εφημερίδα “Έθνος” 5-1-2007

 Ο Γιαγκούλας κατηγορήθηκε για φόνους και ληστείες και αποδείχθηκε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Λέγεται ότι σκότωσε συνολικά πενήντα τέσσερα άτομα, πιθανότατα αρκετά από αυτά με το αγαπημένο του μαχαίρι, την «Παρδάλα», όπως την ονόμαζε. Η Παρδάλα συνόδευσε τον λήσταρχο έως το άδοξο τέλος της ζωής του.

 Συνδέθηκε αισθηματικά με μια κυρία αριστοκρατικής καταγωγής, αλλά προδόθηκε και ξαναγύρισε στα βουνά. Επικηρύχθηκε με το αστρονομικό, για την εποχή, ποσό των 600.000 δραχμών. Δρούσε στον μισό Όλυμπο και στα Πιέρια, Ελασσόνα και Κοζάνη, ενώ υπήρξε φίλος και με τον άλλο μεγάλο λήσταρχο, Τζατζά. Σε μικρό χρονικό διάστημα η συμμορία του κατάφερε να γίνει ο φόβος και ο τρόμος του Ολύμπου, τρομοκρατώντας τους ορειβάτες.

 Χρόνια αργότερα, το μαχαίρι του Γιαγκούλα, η «Παρδάλα», όπως και το κεφάλι του θα προστεθούν στη συλλογή του Εγκληματολογικού Μουσείου, συνιστώντας μερικά από τα πλέον μοναδικά και σημαντικής αξίας εκθέματά του, καθώς το συγκεκριμένο μαχαίρι-φονικό όπλο διαθέτει εξέχουσα σημασία, αφού ακόμη και σήμερα περιβάλλεται από ένα πέπλο μυστηρίου…

 Η «Παρδάλα»

 Το 1917, ο Γιαγκούλας απέκτησε ένα ξεχωριστό φονικό όπλο, τη μαχαίρα του, την οποία ο ίδιος αποκαλούσε «Παρδάλα» και στη λεπίδα της είχε χαράξει το εξής κείμενο:

«Προς τους πάντας. Μη δηνάμενος να εύρο ίδινος δικαίου παρά της δυκαιοσήνης των Ελλήνων, ηναγγάσθην να τονίσο το δίκαιον της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Όθεον η ύψηστος αυτή λειτουργός της ανάνδρου Δικαιοσύνης ονόματι Παρδάλα έχη τον λόγον από σήμερον εις πάντας τους αιωθούντας και απίστους. Η λειτουργία αυτής έσετε πάντοτε ειλικρινής και ουδέποτε θέλη λησμονήση τα Ιερά καθήκοντά της προς αναμονή του δικαίου.

Μαρτίου 1917»

 Ελεύθερη απόδοση στη νέα ελληνική:

«Προς όλους. Επειδή δεν μπορώ να βρω δίκαιο στη δικαιοσύνη των Ελλήνων, αναγκάσθηκα να τονίσω το δίκαιο της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Από τώρα και στο εξής η ύψιστη αυτή λειτουργός της άνανδρης Δικαιοσύνης, η ονομαζόμενη “Παρδάλα”, έχει τον λόγο απέναντι σε όλους τους υπεύθυνους και άπιστους. Η λειτουργία αυτής της μαχαίρας θα είναι πάντα ειλικρινής και πότε δεν θα λησμονήσει τα ιερά της καθήκοντα για την απονομή του δικαίου.

Μάρτιος 1917».

 Ο Φώτης Γιαγκούλας χρησιμοποιούσε την Παρδάλα ως μέσο επιβολής και προστασίας, αποτελώντας τον πιστό «σύντροφό» του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό το μαχαίρι είχε μαζί του σε περιόδους έντασης, όταν αναστάτωνε με τα καμώματά του διάφορα χωριά ή όταν η Χωροφυλακή τον κυνηγούσε θέτοντάς τον στο στόχαστρό της. Την Παρδάλα, όμως, κουβαλούσε μαζί του και όταν σε περιόδους ανάπαυλας και ηρεμίας αποτραβιόταν στα βουνά. Δεν ξενίζει, επομένως, το γεγονός ότι η Παρδάλα αντιμετωπίστηκε από τον ληστή όχι μόνον σαν ένας πολύτιμος αλλά και σαν ένας αξιοσέβαστος «σύντροφος». Γι’ αυτό, άλλωστε, ο ίδιος ο Γιαγκούλας επέλεξε να «σφραγίσει» με το προσωπικό του στίγμα το όπλο αυτό, ανεξίτηλο δείγμα της παρορμητικής, ιδιόμορφης και φλογερής ιδιοσυγκρασίας του.

 Λέγεται ότι ο Φώτης Γιαγκούλας σκότωσε συνολικά πενήντα τέσσερα άτομα, πιθανότατα αρκετά από αυτά με το συγκεκριμένο μαχαίρι. Η Παρδάλα συνόδευσε τον λήσταρχο έως το άδοξο τέλος της ζωής του, την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 1925, στην Κλεφτόβρυση Ολύμπου. Εκεί σκοτώθηκε σε συμπλοκή με σώμα της Χωροφυλακής.

Μάλιστα, σχετικά με τα όσα ακολούθησαν τον θάνατο του λήσταρχου, διασώζεται η εξής μαρτυρία:

«Ύστερα από το τέλος των τριών λήσταρχων, ένας κτηνοτρόφος, ονόματι Καλαϊτζής, παρακάλεσε το μοίραρχο Πετράκη να αναλάβει το μακάβριο έργο να κόψει αυτός το κεφάλι του Φώτη Γιαγκούλα, και μάλιστα με το ίδιο μαχαίρι με το οποίο, όταν ο λήσταρχος ήταν εν ζωή, κατά τα λεγόμενα του Καλαϊτζή, τον είχε απειλήσει τέσσερις φορές να τον σφάξει. Ο μοίραρχος το αποδέχθηκε, “διότι κανείς άλλος δεν ήθελε να κάνει το έργον του χειρούργου“. Και ο κτηνοτρόφος “όρμησε κατά του άψυχου Γιαγκούλα και τον ήρπασεν από τα μαλλιά. Έσυρε στο κατόπιν το μαχαίρι του ίδιου του λήσταρχου (ένα μικρό ευτελέστατον που κόβουν το ψωμί) και μετ’ ολίγον εχώριζε την κεφαλήν από το σώμα κρατήσας το μαχαίρι ως ενθύμιον αφού του το προσέφερεν ο κ. Πετράκης”».

 Όχι πολύ αργότερα, η Παρδάλα, όπως και το κεφάλι του Φώτη Γιαγκούλα θα προστεθούν στη συλλογή του Εγκληματολογικού Μουσείου, συνιστώντας μερικά από τα πλέον μοναδικά και σημαντικής αξίας εκθέματά του, καθώς το συγκεκριμένο μαχαίρι-φονικό όπλο διαθέτει εξέχουσα σημασία, αφού ακόμη και σήμερα περιβάλλεται από ένα πέπλο μυστηρίου. Επιπλέον, διαθέτει και μοναδική ιστορική σημασία, συνδεόμενο άμεσα όχι μόνον με τη δράση και τον θάνατο ενός διάσημου εγκληματία, αλλά και επειδή αντικατοπτρίζει με ενάργεια τον ιστορικό περίγυρο της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

  

Βιβλιογραφία – πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για το θέμα του Γιαγκούλα:
– Ιστορίες γύρω από τα Σέρβια της Judith Konig
– Εφημερίδα «Έθνος»
– Εφημερίδα «Βήμα»
– «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» του Β.Ι.Τζανακάρη