Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ποίηση ως αύριον και ως χθες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ποίηση ως αύριον και ως χθες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Η ποίηση ως αύριον και ως χθες

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ*


Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου, επιμέλεια Γιώργης Γιατρομανωλάκης, εκδόσεις Άγρα, σελ. 16, εκτός εμπορίου

Πριν απ' οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως αν αποπειραθούμε να αποφανθούμε περί του κειμενικού είδους στο οποίο ανήκει το Θέαμα του Μπογιατίου ως κινούμενου τοπίου, εντεύθεν του ορίζοντα της κρατικοποιημένης σεφερικής ποιητικής, το αξιοθαύμαστο κείμενο του Εμπειρίκου δεν είναι ποίημα. Καμιά «συναισθηματική χρήση της γλώσσας» δεν καλύπτει τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τον λόγο. Ούτε ίχνος συμβολισμού δεν έχει απομείνει στην αλληγορική αμεσότητά του - αν το οξύμωρο αυτό σημαίνει, πολύ απλά, την ιδιάζουσα ποιητική ευαισθησία που χάραξαν στο πετσί της παχύσαρκης γραμματολογίας μας ο Βιζυηνός και ο Καρυωτάκης. Μόνον ίσως ο κάθε άλλο παρά υπερρεαλιστικός ειρωνικός τόνος ανάβει ένα ασθενικό φως πάνω από τον ύστερο Παλαμά. Τίποτα δεν προμηνύει το συμβάν του Θεάματος... στα 1933. Ούτε καν ο υπερρεαλισμός. Και ο Σαντράρ, με τονΠαναμά... και την Ιωάννα... του ήταν τότε άγνωστη γη για την καθ' ημάς Ανατολή. Όχι όμως και για τον Εμπειρίκο. Σίγουρα όχι. Φυσικά, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να επεξεργάστηκε ο Έλληνας ποιητής κάποιο ξένο πρότυπο. Ήδη ο επιμελητής, του προσφάτως ευρεθέντος χειρογράφου, παραθέτει την άποψη του Ελύτη για τον Εμπειρίκο, σύμφωνα με την οποία ο δεύτερος «συναντήθηκε καθ' οδόν με τον υπερρεαλισμό, παρά που έγινε απλώς, κοντά σε πολλούς άλλους, οπαδός του». (σ. 11). Συνέβη, άλλωστε, κάτι παρόμοιο στον Εγγονόπουλο, ο οποίος συναντήθηκε καθ' οδόν με τον βορτισμό του Έζρα Πάουντ. Ποίημα -με τη θεσμικά κυρωμένη έννοια- τοΘέαμα... θα μπορούσε να θεωρηθεί μόνο σήμερα· και μάλιστα ποίημα πεζόμορφο (βλ. ΥΕΠΘ - ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ: Λεξικό Λογοτεχνικών όρων. Αθήνα, ΟΕΔΒ, 2006. σ. 144).
Ο Εμπειρίκος δεν θέλησε ποτέ να φέρει στη δημοσιότητα το Θέαμα..., το οποίο «από αυτήν την άποψη», σημειώνει ο επιμελητής της έκδοσης, «είναι χαρακτηριστικό μιας μεταβατικής περιόδου». Αυτό καθίσταται σαφές με την ανάγνωση του ποιήματος, αλλά περιπλέκει κάπως τα πράγματα αναφορικά προς τη συνέχεια και την ομαλότητα της διαδικασίας διαμόρφωσης του εμπειρίκιου ύφους. Το Θέαμα... δεν είναι υπερρεαλιστικό ποίημα και, το σημαντικότερο, δεν είναι ούτε σχεδίασμα ούτε πρωτόλειο ούτε άλλου είδους γέφυρα, από ένα στάδιο διαμόρφωσης της ποιητικής του πατριάρχη του ελληνικού υπερρεαλισμού σε ένα ανώτερο.
Το ενδεχόμενο να μην τολμούσε να προχωρήσει σε δημοσίευση του ποιήματος -αφού από την εποχή της σύνθεσής του (1933), μέχρι και τον θάνατο του ποιητή (1975) το πνευματικό περιβάλλον διαμορφωνόταν κατά κύριο λόγο από ανθρώπους οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ανατριχιαστικά φασιστικές εκφράσεις όπως «τεχνητή καλλιέργεια ψυχικών μικροβίων» (Ανδρέας Καραντώνης) για να χαρακτηρίσουν τις πνευματικές τάσεις που απαξίωναν ως θεσμικοί κριτικοί- θα πρέπει να το αποκλείσουμε, δεδομένου ότι ο Εμπειρίκος κάθε άλλο παρά δειλός υπήρξε ως διανοούμενος.
Το πιθανότερο είναι να εγκατέλειψε τον δρόμο που άνοιγε το Θέαμα... για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει κάνει με την ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή του στην υπόθεση της ψυχανάλυσης. Αυτή ακριβώς η εμπλοκή εξηγεί την ιδιότυπη χρήση τής καθαρεύουσας, που αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του εμπειρίκιου ύφους και απουσιάζει από τοΘέαμα... Ο Εμπειρίκος συνέθετε τα ποιήματά του στην καθαρεύουσα των προπολεμικών σαλονιών, ενθέτοντας ορισμένες λέξεις ή και προτάσεις της δημοτικής των λαϊκών συνοικιών (κυρίως επιφωνήματα και επιφωνηματικές φράσεις). Το γεγονός πως θεωρούσε την καθαρεύουσα κατεξοχήν γλώσσα του υπερεγώ και τη δημοτική γλώσσα του ασυνειδήτου είναι κάτι περισσότερο από προφανές. Εξάλλου, με πολλούς τρόπους έδειξε πως θεωρούσε το λαϊκό -έντονα συνδεδεμένο με την πρωτογενή σεξουαλικότητα- στοιχείο ως κατευθυνόμενο από τις ορμές του ασυνειδήτου. Αναγνώριζε έτσι κάποιο είδος ταξικού χαρακτήρα στη δομή της συνείδησης. Η «στράτευσή» του στην υπόθεση της ψυχανάλυσης, η οποία τον οδήγησε στην αποδοχή της κομμουνιστικής ιδεολογίας, ήταν ο πρώτος λόγος της εγκατάλειψης του δρόμου που άνοιγε το Θέαμα...
Ο δεύτερος λόγος, αφορά στο γεγονός πως η ποιητική του Θεάματος... δεν θα γινόταν κατανοητή στην ιδιαιτερότητά της από την πνευματική αγορά της εποχής. Το φουτουριστικό αυτό ποίημα, όπως δείχνει ο τίτλος του, συντάσσεται με την άποψη του Λέοντα Τρότσκι, σύμφωνα με την οποία ο φουτουρισμός θα πρέπει να αποτινάξει τον φετιχισμό του τεχνολογικού γιγαντισμού και να ασχοληθεί με την ανάδειξη των μελλοντικών προοπτικών της καθημερινότητας. Ωστόσο, το ποίημα του Εμπειρίκου διαθέτει τις δικές του προοπτικές. Θεωρητικά τουλάχιστον, η στάση του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στην ποίηση περιγράφεται με ακρίβεια από τον Κάζμιρ Μάλεβιτς, στο ιδρυτικό κείμενο του σουπρεματισμού: «Λέγοντας σουπρεματισμός, εννοώ την κυριαρχία της αμιγούς αίσθησης στην τέχνη. Για τον σουπρεματιστή, τα οπτικά φαινόμενα του αντικειμενικού κόσμου, καθαυτά, δεν έχουν νόημα. Αυτό που δίνει νόημα στα πράγματα είναι η αίσθηση, καθαυτή, άσχετα με το περιβάλλον που την προκάλεσε. Η επιλεγόμενη συνειδητή 'υλοποίηση' μιας αίσθησης, στην πραγματικότητα σημαίνει υλοποίηση του ειδώλου της αίσθησης μέσω ρεαλιστικών συλλήψεων. Παρόμοιες ρεαλιστικές συλλήψεις δεν έχουν καμιάν αξία για τον σουπρεματισμό... Και όχι μόνο για τον σουπρεματισμό, αλλά και για την τέχνη γενικώς, επειδή η εγγενής, πραγματική αξία ενός έργου τέχνης (σε όποια σχολή και αν ανήκει) ενυπάρχει αποκλειστικά στην αίσθηση που εκφράζει» (Κάζμιρ Μάλεβιτς: Ο μη αντικειμενικός κόσμος, 1926). Άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζει ο Εμπειρίκος τις εικόνες του κόσμου που κινείται μπροστά του, αποτελούσε ένα από τα κεντρικά θέματα της ρωσικής avant-garde και είχε αποτυπωθεί εμβληματικά στον πίνακα «Κινούμενο τοπίο» του φουτουριστή και σουπρεματιστή ζωγράφου Ιβάν Κλιουν, ήδη από το 1913. Εκεί, ο Κλιουν κατασκευάζει με φυσικά και τεχνητά υλικά: ξύλο, μέταλλο, πορσελάνη, πέτρα κλπ. ένα τοπίο, όπως φαίνεται από το παράθυρο ενός κινούμενου τρένου. Η ενασχόληση του Εμπειρίκου με τα προτάγματα της ρωσικής avant-garde είναι περισσότερο και από εμφανής. Ειδικά, στο δεύτερο μισό του Θεάματος..., ο Μαγιακόφσκι των 100.000.000 κυκλοφορεί ανάμεσα στους στίχους.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η ποιητική του Θεάματος... είναι εντυπωσιακά σύγχρονη. Το ποίημα είναι κατασκευασμένο με υλικά που ανήκουν στον πεζό, στον ημερολογιακό και στον δοκιμιακό λόγο. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι σημαίνουσες ομοιοκαταληξίες, κατά το πρότυπο της γραφής του Μαγιακόφσκι, που δεν χαρακτηρίζονται από τον συνηθισμένο στον μεσοπόλεμο ειρωνικό τόνο, αλλά από τη μεταμοντέρνα δημοκρατία της συνειδητότητας: η ποίηση είναι αγωγός ψυχικού μάγματος, το οποίο η συνείδηση του ποιητή αντιμετωπίζει σαν πολύτιμο υλικό, δίχως να παραδίδεται ανεξέλεγκτα στην ορμή του. Ένα άλλο μεταμοντέρνο χαρακτηριστικό είναι η βεβήλωση, ως μέσον δημιουργίας καινούργιων ιεροτήτων. «Και ρύσαι ημάς από τους πονηρούς αστούς», γράφει ο Εμπειρίκος λίγο πριν από το τέλος του Θεάματος...Η τρυφερότητα με την οποία διαστρέφεται ο ιερός λόγος της προσευχής - δεν θα μπορούσε να διενεργηθεί πριν από το τις πρώτες εμφανίσεις του μεταμοντερνισμού (δεν εννοούμε εδώ τον μεταμοντερνισμό της κοσμοπολιτικής αποχαύνωσης). Ο στίχος αυτός υποδηλώνει μια στάση απέναντι στον πολιτισμό εντελώς σημερινή: Η προσευχή, όπως και η θρησκευτική κατάνυξη, δεν είναι άχρηστο υλικό, αλλά περιέχει ψυχικό υλικό με ιστορική δυναμική· και η απόφαση να αλλάξει ο κόσμος στη βάση της ισότητας και της ελευθερίας των πολιτών είναι χαρακτηριστικό που διατρέχει κάθε δυναμική ιστορική μορφή και όχι μία μόνο ιδεολογία.
Η ανακάλυψη του Θεάματος... σωριάζει σε ερείπια πολλές -και σπουδαίες- πλευρές της θεσπισμένης ιστορικής αφήγησης της ποίησής μας. Οι λεπτομέρειες είναι ζήτημα ευσυνείδητης εργασίας.

*Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής