Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

"Πικασό" Εγγονόπουλος Nίκος



Πηγή: http://www.snhell.gr/lections/writer.asp?id=7


διαβάζει: Εγγονόπουλος Nίκος, Aνέκδοτη ηχογράφηση, Woodberry Poetry Room, 1950
 
εις Παύλον Πικασσό


ο ταυρομάχος τώρα πλέον ζει στην Ελασσόνα
εις τη λιθόστρωτη πλατεία κάτω απ’ τα πλατάνια
κι ο καφφετζής αέναα πηγαινοέρχεται κι ανανεώνει
τον καφφέ στο φλυτζάνι και τον καπνό στον αργελέ του ταυρομάχου
ώς ότου να περάσουνε νοσταλγικά
της μέρας οι ώρες
και συναχτούν πουλιών μυριάδες
μέσ’ στις πυκνές τις φυλλωσιές των πλατανιώνε
όπου σημαίνει πως ο ήλιος δύει

τότε οι συνωμότες ένας ένας γλυστράνε στο σοκάκι
σιωπηλά ως πέφτει η νύχτα και βοηθά τους
απαρατήρητοι να συναχτούν κι αυτοί σαν
τα πουλιά
εκεί που θέλουν
και δακρυά βαρειά κυλούν από τα δόλια τους τα μάτια

και η μητέρα όπου ζητεί ν’ αναχαιτίση τους φασίστες
μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο κει που σιγομιλούν οι συνωμότες
και κρέμονται απ’ το ταβάνι πιπεριές για να στεγνώνουν
με τα ροζιάρικα τα χέρια που τα κοσμούν ροδάρια
βγάζει της λάμπας το γυαλί και την ανάφτει
και τα ροζιάρικα πάλιτα χέρια που τα λερώσαν τα πετρέλαια
ήσυχα ήσυχα τα σφουγγίζει στην ποδιά της

και καθώς είπαμε ότι ποθεί ν’ αναχαιτίση τους φονιάδες
παίρν’ η γριά τη λάμπα απ’ το τραπέζι
κι ανοίγει το παράθυρο με βιάση
κι όξω τεντώνει
―μέσ’ στη νύχτα―
τη χερούκλα που κρατά τη λάμπα

γριά μάνα! της φωνάζουν
πού την πας τη λάμπα;
όμως μέσ’ στα χωράφια της Αβίλας δες σαλέψαν
ύποπτες σκιές μ’ αυτόματα στην αμασκάλη
κι ως από μακρυά εφάνταζε σαν άστρο
το φως που είχε βγαλθή στο παραθύρι
άρχισαν λίγο λίγο ν’ αντηχούν κιθάρες

κι οι γύφτισσες επιάσαν να χορεύουν
με τις ωραίες λαγόνες και τα πολύχρωμα ανεμιζούμενα πλατειά φουστάνια
ενώ απ’ τα θερμά βαμμένα στόματά τους ίδια κραυγές πόνου
εξέφευγαν του τραγουδιού τα λόγια:
«θα σου πω τη μοναξιά μου με το Soleares»

κι οι majos λυσσάγαν πάνω στις κιθάρες
και τα φασιστικά καθάρματα πολυβολούσανε τα πλήθη
κι αυτές με τα μεταξωτά γοβάκια τους
―με τα ψηλά τακούνια―
χάμω ―πάνω στο καρντερίμι― τσαλαπατούσαν την καρδιά μου

τότες εγίνηκε «που να σου φύγη το καφάσι»
σαν ένας ταύρος κοκκινότριχος πετάχτηκε στη μέση
φλόγες καθώς του βγαίνανε απ’ τα ρουθούνια
κι οι μπαντερίλλιες τού βελόνιαζαν οδυνηρά το σβέρκο και την πλάτη

κι άρχισε δω και κει να κουτουλάη
να ξεκοιλιάζη
να λιανίζη σάρκες με τα κέρατά του
ψηλά στον αέρα να τινάζη
όσους χτυπούσε
και να σωριάζωνται βουνό κουφάρια ένα γύρο
αλόγων άνθρωπων
μέσ’ σε ποτάμια αίμα

(το σβέρκο και τη ράχη του οδυνηρά ΚΟΣΜΟΥΣΑΝ μπαντερίλλιες)

κι οι κόρες με τους ωραίους μαστούς ανάσκελα εξαπλωθήκαν χάμω
και μέσ’ στα ωραία μάτια τους δύανε
κι ανατέλλαν
ήλιοι

Πηγή:http://www.oanagnostis.gr/nikos-engonopoulos-an-me-vriskane-tha-me-pirovolousan/

Νίκος Εγγονόπουλος : «Αν με βρίσκανε θα με πυροβολούσαν»

Αποσπάσματα από μια μεγάλη σε έκταση ανέκδοτη συνέντευξη, μια κατάθεση ψυχής για καταστάσεις και πρόσωπα που πονέσανε τον ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο. Για τον Μπρετόν που του έκλεβε πίνακες, για τη σχέση του με τον Εμπειρίκο, για τους άλλους ποιητές που κυνηγάγανε το Νόμπελ, τον κομμουνισμό, την ορθοδοξία, την ομοφυλοφιλία κ.ά.  Ο Νίκος Σύριγγας πήρε τηλεφωνικά τη συνέντευξη αυτή από τον Νίκο Εγγονόπουλου τον Αύγουστο του 1979, την οποία και απομαγνητοφώνησε κατά λέξη.  Μετά τον θάνατό του, ο  αδελφός του,  Δημήτρης Σύριγγας, εμπιστεύτηκε τη συνέντευξη στον ποιητή Τίτο Πατρίκιο για να δημοσιευτεί όπου είναι δυνατόν, ο οποίος και μου την παρέδωσε. Τώρα θα δημοσιευτεί  για πρώτη φορά στο ετήσιο έντυπο «Ανθολόγιο» του ηλεκτρονικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης», το οποίο θα κυκλοφορήσει μέσα στο Νοέμβριο από τις εκδόσεις Gutenberg. Το κείμενο είναι χωρίς αλλαγές, απλώς το μετέγραψα μένοντας πιστός στον ιδιότυπο προφορικό λόγο και τις ατέλειες μιας τηλεφωνικής συνομιλίας, όπως τον διέσωσε ο Ν.Σ.  (Τα αποσπάσματα δημοσιεύονται πρώτη φορά στη νέα εφημερίδα ΕΠΕΝΔΥΣΗ, Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014)
Επιμέλεια: Γιάννης Ν. Μπασκόζος



Ποια ήταν η υποδοχή του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα στη διάρκεια του μεσοπολέμου;
Ήταν φοβερή η υποδοχή του υπερρεαλισμού που του επιφυλάχθηκε. Άλλοι έκαναν πως καταλάβαιναν, άλλοι όχι, αλλά στο βάθος ήταν πολύ εχθρικοί. Ο Εμπειρίκος, όπως παρατηρεί και ο Αργυρίου, είχε μια κοινωνική κάλυψη, εξ αιτίας της περιουσίας του, ενώ εγώ αντιθέτως δεν είχα. Κι ενώ δεν του φέρθηκαν τόσο άγρια, σε μένα που δεν είχα καμία κάλυψη μου επιτέθηκαν. Ήταν βέβαια μια φοβερή επίθεση. Ένας αγαθός άνθρωπος, ο οποίος δεν καταλάβαινε τίποτα, ο Μάρκος Αυγέρης, μου επιτέθηκε αγρίως. Δεν με βρίσκανε, αν με βρίσκανε θα με πυροβολούσαν. Με τα χρόνια βέβαια είχαν καταρρεύσει εκ των έσωθεν.
Ήταν  ο Εμπειρίκος ένας χριστιανομάχος αλλά αισθησιακά ένθεος;
Ο Εμπειρίκος είναι ένας πραγματικός ποιητής.  Δεν μπορείτε να φανταστείτε μέσα σ’ αυτό το σκυλολόι με τον Μυριβήλη και τον Σεφεριάδη και τους άλλους , με τα μίση τους, με τη διάθεσή τους να επιβληθούν, να πάρουν τα Νόμπελ, να πάρουν τα βραβεία, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι αγνός άνθρωπος ήταν. Ήταν μια ψυχή φωτεινή, η οποία ήθελε να καταλάβει, να ’λθει σε επαφή με τους άλλους.
Μα φυσικά ήταν αισθησιακά ένθεος. Αλλοίμονο. Αφού αγαπάει πολύ τις γυναίκες, και τις οποίες αγαπώ κι εγώ πάρα πολύ. Δεν είναι αυτό ένα δείγμα της αγάπης του θεού; Είναι όμως κι ένα δείγμα της ιδιομορφίας του ελληνικού υπερρεαλισμού σε σύγκριση με τους γάλλους που κατά βάση οι πιο πολλοί ήταν άθεοι ουμανιστές; Πάρτε τον κύριο Μπένζαμιν Περέ , τον αείμνηστο, ασχολείτο με σαρδέλες, με φαγητά ή με τον Ντεσνό, τον επιπολαιότατο. (……)  Έλληνες είμαστε τέλος πάντων θαρρώ, δεν θα κάναμε υπερρεαλισμό όπως ο Περέ. Θα σας παρακαλέσω να μου φερθείτε δίκαια. Αυτά όλα με τα οποία ασχολούμαστε θέλουν έτσι μια επιμέλεια, η οποία μας βοηθά και καλλίτερα να καταλάβουμε τα πράγματα και να βελτιωθούμε κι εμείς. Αυτά τα οποία συμβαίνουν γύρω μας, αυτά τα βιαστικά, οι βιαστικές προσχωρήσεις στο ένα ή το άλλο κίνημα, πρέπει να τ’ αποφεύγετε. Γι αυτό και τον Εμπειρίκο πρέπει να  τον παρακολουθήσει κανείς. Είμαστε εύκολοι, και ο Εμπειρίκος κι εγώ, είμαστε εύκολα διακωμωδούμενοι. Αλλά όχι, για προσέξτε καλά. Στο βάθος υπάρχει μια ανθρώπινη ψυχή. Ανιμούλα, όπως έλεγε ο Μάρκος Αυρήλιος. Μια ψυχούλα είμαστε. Μια ημέρα, κάποτε, μου έλεγε ο Φιλήντας, ο μεγάλος γλωσσολόγος Φιλήντας, διάφορες ρωμέικες , μικρασιάτικες απαιτήσεις του: «πρέπει να κάνουμε εκείνο, πρέπει, έλληνες είμαστε, να κάνουμε αυτό, να κάνουμε τα’  άλλο…» και του λέω: «Μα γιατί τόσες υποχρεώσεις;» και με κοίταζε, κατάπληκτος. «Γιατί είμαστε ωραίες ψυχούλες παιδί μου!». Καταλάβατε; Ο Εμπειρίκος ήταν μια ωραία ψυχούλα. Ένας ποιητής πρέπει να είναι μια ωραία ψυχούλα. Εγώ, τι να σας πω; Πιστεύω , χωρίς να είμαι υπερβολικά εγωπαθής, ότι κι εγώ είμαι μια ωραία ψυχούλα, και θα σας ευχηθώ και σεις να γίνεται μια ωραία ψυχούλα.
Σε παλιότερη συζήτηση μας μου είχατε πει ότι θαυμάζετε τους ομοφυλόφιλους. Φυσικά είναι περιττό να σας πω τις γνωστές απόψεις στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας των γνωστών υπερρεαλιστών αλλά και σε άλλα παρεμφερή ζητήματα.
Όχι, όχι. Να σας πω. Θέλω να ξεκαθαρίζουμε. Δεν θαυμάζω ιδιαίτερα τους ομοφυλόφιλους, είμαι λάτρης των γυναικών. Μ’ αρέσουν πάρα πολύ οι γυναίκες, τρελαίνομαι. Αλλά δεν τους έχω κανένα μίσος, δεν τους περιφρονώ. Σημειώσατε δε , ότι το ίδιο και οι περισσότεροι υπερρεαλιστές. Έφτασαν δε στο σημείο , όπως ο Μπρετόν, που ανάγκασε ένα ή δύο ομοφυλόφιλους να αυτοκτονήσουν.

Για τον κομμουνισμό, την ορθοδοξία, τον ελληνισμό.
Να σας πω, όσο κι υπερρεαλιστής να είμαι, είμαι Έλλην. Και φυσικά δεν μπορώ να αρνηθώ τη γλώσσα μου , ούτε τις συνήθειες μου, ούτε τον τρόπο του σκέπτεσθαι που έχω, τον τόπο που ανήκω. Δεν παραδέχομαι τις εμπορικές κι άλλες οικονομικές βάσεις που κάνουν τις πατρίδες. Παραδέχομαι τις άλλες πατρίδες, τις πατρίδες της καρδιάς, της σκέψης, της διανόησης. Δεν διδάχτηκα μόνο απ’ τους βυζαντινούς. Αυτή η ορθή αντίληψη του ελληνισμού για κάθε το ανθρώπινο με κράτησε στη ζωή (…). Ο χριστιανισμός κράτησε 20 αιώνες. Ο κομμουνισμός δεν κράτησε πάνω από 10 χρόνια. Αν είναι ειλικρινείς όλοι αυτοί οι άνθρωποι- δεν μιλώ βέβαια για τον Marcuse – αν τους ρωτήσετε δεν πιστεύουν σ’ αυτά τα πράγματα. Υπάρχει ένας κομμουνιστής και να το βάλει το χέρι στην καρδιά να πιστεύει ακόμα στα κηρύγματα αυτά; Όλα αυτά που πέρασαν βαραίνουν στη ζωή μας, ξέρετε. Αυτά που συνέβησαν πριν από αιώνες για μας. Και ενώ για μας τους έλληνες είναι πολύ πιο βαριά η ζωή παρότι στους άλλους εκεί πέρα, της Ευρώπης, πρέπει να πούμε ότι ο κομμουνισμός φανερώθηκε, πριν μάλιστα, σαν μια σωτηρία. Δεν μπορεί να πει κανείς ότι δεν γοητεύτηκε. Κι εμένα με γοήτεψε πολύ ο κομμουνισμός. Ο Λένιν μου φάνηκε σαν μία φωτεινή μορφή, την οποία και εξακολουθώ να την θεωρώ και σήμερα , αλλά ένας αποτυχών. …..

Για τον Μπρετόν και τον Ντε Κίρικο

Θα διαβάσετε μέσα στο «“Ο Σουρρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης”(Σ.Σ περιοδικό που εκδόθηκε το 1929), ένα γράμμα που είχε γράψει ο Ντε Κίρικο  στον Μπρετόν μετά το 1920, αξιοδάκρυτο. Ήθελε να τον πείσει , αυτόν τον πεισματάρη, αναλόγως  μ’ αυτόν, ότι δεν είναι καλός ο υπερρεαλισμός κι αρκεί η επιστροφή στην κλασικότητα.  Επίσης, δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αυτό, αλλά κάτι θα τρέχει και με τον Ντε Κίρικο , γιατί και τον Μπρετόν ήξερα και τον αείμνηστο Ελυάρ  ήξερα αρκετά, που ήταν άλλωστε και φίλος μου, ήταν αρκετά .. έτσι… πώς να το πω, πρόθυμοι να σας αφαιρέσουν και κανένα πίνακα. Ο Ελυάρ  μου είχε αφαιρέσει πολλούς πίνακες, με την κουβέντα, αλλά μετά ξέρετε δεν τους εσύμφαιρε. Αυτό που είχε κάνει και ο Κριστιάν Ζερβός  κι ο Τεριάντ ακόμη. Θέλησαν να λανσάρουν τον Θεόφιλο στο Παρίσι, αλλά εκεί που το έκαναν σταμάτησαν, γιατί έβλαπταν το στοκ τους, Πικάσο και Ματίς. Σκέφτηκαν ότι τους έκαναν ζημιά. Μάλιστα υπάρχει μία μικρή πληροφορία που μου την έδωσε  ο ίδιος ο Ντε Κίρικο, ότι όταν εξαναγκάστηκε το 1915 να εγκαταλείψει το Παρίσι, για να πάει στην Ιταλία να καταταχτεί υπό τα όπλα, αυτά τα φημισμένα πάντοτε όπλα της Ιταλίας, όλοι του οι πίνακες που άφησε εκεί που έμενε χάθηκαν. Δεν τους ξαναβρήκε. Ίσως τους πήρε η γυναίκα για τα ενοίκια, ή πιθανόν να τους πήρε και ο Μπρετόν. Ο Μπρετόν δε, είχε ένα μαγαζί εκεί, σε μια πάροδο της Μπουλβάρ Σεν Μισέλ και τα πουλούσε μαζί με τον Ελυάρ. Ακριβά μάλιστα. Ακριβότερα τότε από ότι σήμερα., και ήταν πειστικότατος ο μακαρίτης. Όταν δε ο Ντε Κίρικο είχε έλθει εδώ προ ολίγων ετών , πήγε ένας δημοσιογράφος και τον ρώτησε εάν γνωρίζει, μήπως, τον καθηγητή του Πολυτεχνείου Εγγονόπουλο – «Όχι. Δεν τον γνωρίζω διόλου. Αλλά συλλυπούμαι τους μαθητάς του».

INFO: Ολόκληρη η συνέντευξη στο Ανθολόγιο του Αναγνώστη (εκδόσεις Gutenberg), που θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο 2014.


Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Σημειώσεις, Ι Εγγονόπουλος Nίκος




Εκτύπωση
Ce sera, aux yeux du public lisant, une curiosité
de ce temps que de voir à quel point un écrivain
très perspicace et direct, acquit une notoriété
en contradiction (du tout au tout) avec ses qualités,
pour avoir, simplement, exclus les clichés, trouvé
un moule propre à chaque phrase et pratiqué le purisme.

STÉPHANE MALLARMÉ



Ως είμαι ζωγράφος το επάγγελμα, και θεωρώ άλλωστε την ποίηση σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό, δεν ένοιωσα ποτέ κανενός είδους επιθυμία να ιδώ τα ποιήματά μου δημοσιευμένα. Μου αρκούσε, κυρίως, που τα έγραφα. Κατόπιν, βέβαια, δεν είχα καμιάν αντίρρηση ναν τα διαβάσω σε κάναν φίλο, ενίοτε σε μικρό κύκλο ακροατών, δυο-τρεις το πολύ, που μου το ζητούσαν. Πάντως δε θα έστεργα ποτέ ναν τα δώσω για τύπωμα πριν από τα μέσα του 1938. Ήταν η χρονιά όπου ετελείωνα τις εργαστηριακές μου σπουδές στη ζωγραφική. Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη, και το εύρισκα άπρεπο απέναντι στον σεβαστό κι αγαπητό δάσκαλο να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά, και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή», τον υπερρεαλισμό, την στιγμή που καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικό μου στάδιο. Δεν πιστεύω να ήτανε και αντίθετο στην επιθυμία του μεγάλου Παρθένη να βλέπη τους μαθητάς του, μετά το πέρας, όμως, των σπουδών τους, να παίρνουν τον δικό τους δρόμο, σύμφωνα με την ιδιαίτερή τους διάθεση και τις ιδιαίτερές τους κλίσεις.
     Όταν ο χαριτωμένος ποιητής Απόστολος Μελαχρινός, προχωρημένο πια το καλοκαίρι του 1938, μου εζήτησε ποιήματα για ναν τα περιλάβη σε τεύχος του περιοδικού του Κύκλος, τότε το μπορούσα, και του έδωσα αρκετά της παραγωγής μου εκείνης της χρονιάς, να διαλέξη όσα ήθελε. Του ήρεσαν τόσο («Τα αρέσω», μου είπεν αυτολεξεί), όπου, όχι μόνο δημοσίεψε πολλά στο αμέσως επόμενο τεύχος του Κύκλου, αλλά προσφέρθηκε και επέμεινε και να βγάλη σε βιβλίο, πάλι στις εκδόσεις του Κύκλου, όλα όσα του είχα δώσει.
     Ο ευγενής αυτός άνθρωπος κάθησε μαζί μου και κάναμε τη σελιδοποίηση. Ύστερα φρόντισε τη στοιχειοθέτηση. Αρκετά στοιχειοθέτησε και με το ίδιο του το χέρι ― δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή τη μεγάλη τιμή που μου έγινε ― καθώς είχε εγκατεστημένο το τυπογραφείο του Κύκλου σ’ ένα δωμάτιο της τότε κατοικίας του, στην οδό Δαιδάλου. Ο αλησμόνητος Μελαχρινός φρόντισε ιδιαιτέρως το τύπωμα: μετά από τον διορθωτή, διάλεξε και τον καλύτερο πιεστή που μπορούσε να βρεθή στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Επέμενε, μάλιστα, για το εξώφυλλο και για την εσωτερική πρώτη σελίδα του τίτλου να χρησιμοποιηθούν δυο χρωμάτων μελάνια. Και το βιβλίο παρουσιάστηκε, ένα, ή το πολύ, δυο μήνες ύστερ’ από το περιοδικό.
     Ήδη είχαμε προανακρούσματα από την κυκλοφορία του περιοδικού. Αλλά, με την εμφάνιση του βιβλίου, το «σκάνδαλο» το εκσπάσαν υπερέβαινε όχι μόνο κάθε τι το ανάλογο που είχε ποτέ φανερωθή στα ελληνικά γράμματα, αλλά και τις προβλέψεις της πιο τολμηρής φαντασίας. Αστραπιαίως έλαβε τέτοιαν ένταση και τέτοιες διαστάσεις, που κι ο ίδιος ο «ανάδοχός» μου, ο Μελαχρινός, τα έχασε. Αυτός, όπου με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να πούμε ότι του έλειψε ποτέ η λεβεντιά. Δεν ανήγγειλε την έκδοση ούτε, ποτέ, περιέλαβε το βιβλίο στους καταλόγους των εκδόσεων του Κύκλου, που δημοσίευε τακτικά, πίσω, στο εξώφυλλο του περιοδικού.
     Το δημιουργηθέν σκάνδαλο κι η επακολουθήσασα κατακραυγή εναντίον μου δεν μπορώ να πω πως δεν με έθιξαν, βαθύτατα. Η βίαιη κακομεταχείρισις σαν υποδοχή μιας γνήσιας προσφοράς είναι, το λιγώτερο, σκληρά άδικη. Περιοδικά, εφημερίδες, le premier chien coiffé venu, παρωδούσαν και αναδημοσίευαν, κοροϊδευτικά, τα ποιήματά μου. Μια δε εφημερίδα, από τις μεγάλες, δεν θυμούμαι τώρα ποια, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα πνευματικής, τέλος πάντων, ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια ή δυο συνέχειες... ολόκληρο το βιβλίο! Συνοδεία, πάντοτε, χλευαστικών και κακεντρεχών, όσο κι επιπόλαιων, σχολίων.
     Ποτέ δεν μ’ ενδιέφεραν η φήμη, η δόξα. Μόνος πόθος μου: να περνώ πάντα απαρατήρητος, αν δεν το μπορούσα ευχάριστος, ανάμεσα στους συγκαιρινούς μου «συνοδίτας». Κι όμως άκουσα κι αυτή την κουβέντα, που μου εξετόξευσε, δεν ξέρω πια σε τι φύλλο, αγανακτισμένος «φιλολογικός» του συνεργάτης: «Εγγονόπουλε, πάψε πια να βασανίζεσαι και να μας βασανίζης!»
     Αν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και στην ποίηση, είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν. Έτσι και τότε, παρ’ όλη την απογοήτευσή μου, εξακολουθούσα ανελλιπώς να ζωγραφίζω, «να γράφω»1 ποιήματα. Κι όταν, μεσούντος του 1939, ο μακαρίτης Τάσος Βακαλόπουλος, Ναυπλιεύς, μου πρότεινε να μου δημοσιεύση συλλογή, του παρέδωσα τα ποιήματα των Κλειδοκυμβάλων της Σιωπής, που κυκλοφόρησαν στο τέλος της ίδιας εκείνης χρονιάς.
     Εδώ πρέπει να πω πως, αν δεν εδαπάνησα ποτέ τίποτα για τη δημοσίευση των ποιημάτων μου, δεν απεκόμισα και ποτέ κανένα απολύτως υλικό όφελος απ’ αυτά.
     Με τις ίδιες, αν όχι κι εντονώτερες αντιδράσεις, υπεδέχθησαν, τη νέα μου συλλογή, οι «πνευματικοί» κύκλοι των συμπολιτών. Γεγονός άξιο να εξαρθή όλως ιδιαίτερα, αν ληφθή υπ’ όψη ότι οι καιροί, τώρα, ήσαν μάλλον δύσκολοι: στη Δύση ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ήδη αρχινισμένος, και, στον αττικόν ορίζοντα, είχαν μαζευτεί απελπιστικά μαύρα σύννεφα, που μηνούσαν πολύ προσεγγίζουσες συμφορές.
     Τώρα, ποιοι οι αποτελούντες τ’ οργισμένο πλήθος, που με καταδίκαζε κι εμένα; Οι αιώνιοι, οι γνωστοί, οι συνηθισμένοι. Πριν απ’ όλα οι αδιάφοροι, που οι συνήθεις ασχολίες τους είναι τελείως άλλες και για τους οποίους: πνεύμα, ποίησις, τέχνες, είναι άφραγο χωράφι, όπου πιστεύουν ότι δικαιούνται να μπαίνουν ως το κρίνει το κέφι τους, ν’ ανοηταίνουν, να «σπαν πλάκα» κατά το δη λεγόμενο. Μάλιστα όταν βρεθούν και καλοθελητές να τους εμπνεύσουν και ναν τους κάμουν την αρχή!... Γιατί από μόνοι τους δεν θα «επεσήμαιναν» τα αξιοκατάκριτα, τ’ αξιογέλαστα: δε θα μπορούσαν, ίσως και δεν θα τολμούσαν2. Ύστερα οι «νερόβραστοι»,3 αυτοί που πιθανόν να έχουν κάποιο μικρό ενδιαφέρον για μιαν ελάχιστη περιοχή της τέχνης και που, μέσ’ στην άγνοια και την αμάθειά τους, την ημιμάθειά τους έστω, παίρνουν κι αυτοί το δικαίωμα να επιτίθενται και να βρίζουν μ’ όσους διαφωνούν. Έπειτα οι καθαρώς κακοί, που απονέμουν εις εαυτούς, έτσι, το δικαίωμα να βλάπτουν τους συνανθρώπους με κάθε πρόφαση. Αλήθεια, οι αναγνωρίζοντες εις εαυτούς δικαιώματα δεν αξίζουν και πολλά πράγματα: ο πραγματικά πνευματικός άνθρωπος καθήκοντα, και μόνο, παραδέχεται κι αναγνωρίζει στον εαυτό του.
     Για να δώσω μια σαφή εικόνα της όλης καταστάσεως, αντιγράφω από άρθρο γνωστού κριτικού, σχετικά με τον καιρό που λέω: «Την εποχή εκείνη των ακαθόριστων ακόμη αισθητικά και κριτικά όρων και αποχρώσεων της νέας ποίησης, οι δύο συλλογές του Εγγονόπουλου συμβάλανε αποφασιστικά για την τελειωτική αποκρυστάλλωση της έννοιας υπερρεαλισμός στην αντίληψη πολλών, σαν πνευματικό σκάνδαλο, δίχως προηγούμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας μας. Ο Εγγονόπουλος έγινε από τότε στόχος μιας παράφορης κι αντιπνευματικής, στο βάθος, καταδρομής από χρονογράφους, επιθεωρησιογράφους, λόγιους, κριτικούς και ποιητές, που γρήγορα γενικεύτηκε σε τυφλή επίθεση κατά της νέας μας ποίησης και λογοτεχνίας. Μα ενώ σιγά-σιγά το έργο των άλλων άρχισε να γίνεται δεκτό “κατά δόσεις” σαν αληθινή και νέα ποίηση, στον Εγγονόπουλο δε δόθηκε ακόμη χάρη και τ’ όνομά του, στημένο στην πιο απλησίαστη περιοχή της λογοτεχνίας μας σαν κατηγορηματική απαγόρευση,...» κλπ. Και πρέπει να γίνη απόλυτα πιστευτός ο κριτικός μας, γιατί έχει τις πληροφορίες του από θετική πηγή. Ενώ, σήμερα, έχω την τιμή να τον συγκαταλέγω ανάμεσα στους πιο χαριτωμένους μου φίλους, φίλους και του προσώπου μου και της δουλειάς μου, πρέπει να ομολογήσω πως, τότε, μετριόνταν ανάμεσα στους πιο ανελέητους, στους πιο αδυσώπητους επιτιμητάς κι επικριτάς μου.
     Η κυρία Μ. Κρανάκη, μετά την έκδοση του Domaine Grec, δηλαδή μετά το 1947, περιγράφει αυτή την «ηρωική εποχή» στον τόπο μας, στο παρισινό περιοδικό Critique: «...la réaction du public fut beaucoup plus violente qu’ailleurs. Le seul titre assez peu provocant de Clavecins du Silence, recueil de vers d’Engonopoulos, souleva des vagues d’hystérie»4.
     Σημειωτέον ότι στο μεταξύ ο πόλεμος είχε φτάσει πια ως εδώ. Στρατεύθηκα και με έστειλαν στην πρώτη γραμμή, στην «γραμμή πυρός», όπου με βαστήξανε πεισματάρικα, μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Δίχως καμιάν ανάπαυλα, αν εξαιρέσω ένα αρκετά βασανιστικό «ιντερμέδιο» στη «Διλοχία Πειραιώς», απλούν «πειθαρχικόν λόχον». Γιατί κανείς δεν αγνοεί ότι, ιδιαίτερα στην περίοδο της όντως αλησμονήτου «4ης Αυγούστου», ο όρος «διανοούμενος» συνεπήγετο και την έννοια του «υπόπτου». Ύστερα από φονικότατη μάχη, στις 13 Απριλίου 1941, συνελήφθην αιχμάλωτος, κρατήθηκα, με τους συναδέλφους μου, παρανόμως, από τους Γερμανούς, σε στρατόπεδα «εργασίας αιχμαλώτων», δραπέτευσα, αλώνισα, με τα πόδια, πάνω από την μισήν Ελλάδα, και τέλος επέστρεψα εις τα ίδια. Η εχθρότης και τα «rires jaunes» διατηρόνταν ακόμη αναλλοίωτα, και διετηρήθησαν μέχρι την εποχή του «Μπολιβάρ». Το ποίημα άρεσε στην τότε νεολαία και, σιγά-σιγά, η κατάσταση άρχισε να μαλακώνη. Ίσαμε το σημείο να μου απονεμηθή, το 1958, από το Υπουργείο Παιδείας, το «Α´ βραβείο ποιήσεως» για την εκδοθείσα τον προηγούμενο χρόνο συλλογή μου, αλλά και «διά την προτέραν ποιητικήν προσφοράν» μου. Είναι η μόνη τιμή που μου έγινε ποτέ από το επίσημο κράτος. Με ξάφνιασε δε διπλά, γιατί πρώτον δεν είχα κάμει καμιάν αίτηση και, ως το συνηθίζω, κανένα διάβημα, γι’ αυτό το σκοπό, αλλά και γιατί τα περισσότερα μέλη της Επιτροπής δεν ήσαν φίλοι της δουλειάς μου, και πολλά εξακολουθούν να μην είναι και σήμερα.
     Είπα, πιο πάνω, ότι οι βιαιότητες των εναντίον μου επιθέσεων δεν με σταματήσανε ποσώς από του να ζωγραφίζω και να «γράφω» ποιήματα. Δεν μπορώ όμως να πω ότι δεν με δυσκόλεψαν, και πολύ μάλιστα, στη ζωή μου5. Καθώς δεν είμαι «οικονομικώς ανεξάρτητος», και μη έχοντας ικανότητα καμιά γι’ αυτά που λεν «διπλωματίες», εργάστηκα συνεχώς, σκληρά, ως υπάλληλος, χωρίς να λείψω ούτε στιγμή. Για να εξασφαλίσω και την ελευθερία μου, και τον λίγο καιρό, και τα ακόμη λιγώτερα μέσα που μου επέτρεψαν να εργαστώ καλλιτεχνικά. Ένας Θεός ξέρει τι απαιτητική, τι πολυδάπανη είναι η ζωγραφική επιστήμη. Τον Μαικήνα δεν τον συνήντησα ποτέ. Υπήρξα καλός υπάλληλος κι αυτό μου το επιτρέπουν ναν το πω τα διάφορα πιστοποιητικά «ικανοποιήσεως» των κατά καιρούς, λίγων ευτυχώς, εργοδοτών μου. Εύκολο να φανταστή κανείς με τι επιεική διάθεση οι διάφοροι εργοδόται είχαν την όρεξη να του εξασφαλίσουν «τα προς το ζην», σε υφιστάμενο που είχε την φήμη του ποιητού, και μάλιστα του «σκανδαλώδους ποιητού»! Ένας-δυο μού εφέρθηκαν και αφάνταστα σκληρά. Σήμερα, η πείρα μου μού επιτρέπει ναν το πω, με απόλυτη ευθύνη, πως, στον τόπο μας, και μάλιστα στα χρόνια τα δικά μας, η εκτίμησις εκδηλώνεται με αμείλικτη καταδίωξη. Πιστεύω πως, παλαιότερα, τον πνευματικό άνθρωπο, η νεο-ελληνική κοινωνία τον περιέβαλλε μόνο μ’ απόλυτη αδιαφορία, δίχως μίσος.
     Πάντως το πλέον οδυνηρό της όλης προπολεμικής μου αυτής περιπέτειας ήταν άλλο. Η στάσις των «ανθρώπων του πνεύματος» και των «συναδέλφων» γύρω μου. Από τους αδιάφορους προς την ποίηση, ή μάλλον τους ξεκάθαρα εχθρούς της ποιήσεως, οι λοιδωρίες κι οι επιθέσεις σ’ έναν γνήσιο εκπρόσωπό της. Χαρά τους να τον βρίσουν, να προσπαθήσουν να τον εξοντώσουν. Μέχρις εκείνων που μπορούσανε να καταλάβουν τι έλεγα, και να προσπαθήσουν να απαλύνουν, να κατευνάσουν το άνομο φέρσιμο, αλλά δεν το έκαμαν, ωθούμενοι είτε από συμφέρον, είτε από σκέτη ζήλεια. Μιαν απέραντη κλίμακα, απαισία τη θέα, ανθρωπίνων αδυναμιών και ανανδρίας. Μπροστά μου, άλλοι μου έκαναν τον φίλο, άλλοι τον επιεική, πίσω μου όλοι τους συνένωναν τις φωνές τους με το σκυλολόι. Να μη λείψουν να εκδικηθούν, με τον τρόπο τους, εκείνον που έκανε αυτό που κι οι ίδιοι θα ποθούσαν να έκαναν, αλλά δεν είχαν την ικανότητα.
     Κι οι Θεοί ηττώνται όταν τα βάλουν με τη βλακεία (Dummheit), λέει ο Γερμανός ποιητής. Πού θα βρισκόμουν καταβαραθρωμένος, που δεν είμαι, απλώς, παρά ένας ζωγράφος και ποιητής με σώμα θνητό; Αν εσώθηκα, αυτό το χρωστώ στους ελάχιστους φίλους που μου παραστάθηκαν. Και, προ πάντων, σε δύο μεγάλους που μ’ ευεργετήσανε ποικιλοτρόπως, και για τους οποίους πρέπει να πω εδώ την μεγάλη μου ευγνωμοσύνη. Εννοώ τον μεγάλο ζωγράφο Κωνσταντίνο Παρθένη και τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο.
     Ο Κωνσταντίνος Παρθένης είναι ένας πραγματικά μεγάλος ζωγράφος. Ένας από τους πιο μεγάλους της εποχής μας και συνεπώς όλων των εποχών. Ευτύχησα να σπουδάσω κοντά του. Έτσι, όχι μόνο επωφελήθηκα της υπέροχης διδασκαλίας του: ό,τι γνωρίζω στη ζωγραφική το οφείλω, αποκλειστικά, σ’ αυτόν. Αλλά, ταυτόχρονα, μου επετράπη να γνωρίσω τον άνδρα και να εμψυχωθώ, για όλη μου τη ζωή, έναν άνθρωπο υψηλόφρονα, ευθύ, άτεγκτο και ανεπηρέαστο στο δρόμο της αρετής, μεγάλης καλλιεργείας, αφάνταστου ψυχικού πλούτου και μεγαλείου, κομψότατο, απέραντο καλό6, έναν αληθινό αριστοκράτη του πνεύματος και της ζωής.
     Τα ίδια έχω να πω και για τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Ευτύχησα, επίσης, να γνωρίσω κάπως από κοντά τον μεγάλο ποιητή. Πάντοτε με έθελξαν και με γοήτευσαν και με παρηγόρησαν στη ζωή (νά η αποστολή της ποιήσεως!), τα υπέροχα έργα του. Τα ποιήματά του, καθώς και όλα του τα γραπτά, είναι προϊόντα μιας μεγάλης φαντασίας, ενός πάρα πολύ πλουσίου πνευματικού και ψυχικού κόσμου, μιας άψογης όσο και βαθειάς γνώσης του ωραίου και του καλού. Τα έργα του και η ζωή του τοποθετούν τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ισάξιο, πλάι σ’ έναν Σολωμό, σ’ έναν Baudelaire, σ’ έναν Lautréamont, σ’ έναν Δάντη. Ο άνδρας, ακριβώς όπως ο Παρθένης: υπέροχος. Πρέπει να ειπωθή το ίδιο και γι’ αυτόν όπως και για τον μεγάλο ζωγράφο: ένας αριστοκράτης του πνεύματος και της ζωής.
     Τον Εμπειρίκο ευγνωμονώ και γι’ άλλο κάτι: είναι ο πρώτος που, στο μεγάλο σάλο, σήκωσε θαρραλέα τη φωνή και διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο κατατρεγμό μου. Και επέβαλε σιωπή. Γιατί ποτέ δεν έστερξε την ψευτιά και την αδικία. Πάντοτε στάθηκε έτοιμος να υπερασπίση ό,τι θεωρούσε σωστό και δίκαιο, και να στηλιτεύση κάθε τι που έβλεπε άδικο, ή απλώς κακό. Απίστευτα ανιδιοτελής, ποτέ ο ίδιος δεν καταδέχτηκε μικροσυμφέροντα και μικροπολιτικές, όπως συνηθίζεται, ευρύτατα, εδώ κι αλλού. Όμοια με τον Παρθένη, δουλεύει μέσ’ στην καθαρή χαρά, κι είναι το έργο τους, το έργο τους και μόνο, και των δυονώ, που θαν τους τοποθετήσει, ασφαλώς και ακόπως, στη θέση που κατέχει δικαιωματικά ο καθείς τους και στον ελληνικό ορίζοντα και στον παγκόσμιο: μια από τις πρώτες.
     Το σημείωμα αυτό, που πρέπει να είναι όσο το δυνατό συντομώτερο, δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ και στο ποιητικό μου «πιστεύω». Άλλωστε ενυπάρχει μέσα στις γραμμές των ποιημάτων των συλλογών. Τον καλό μου αναγνώστη, αν θέλη, θα τον παραπέμψω στα άρθρα, διαλέξεις, κεφάλαια βιβλίων, με τα οποία ετίμησαν το ποιητικό μου έργο οι κύριοι Ανδρέας Εμπειρίκος, Robert Levesque, René Etiemble, Ανδρέας Καραντώνης και Γεώργιος Θέμελης. Εκεί εξηγούν και τις προθέσεις μου και τα επιτεύγματά μου.
     Θα περιοριστώ σε μερικές γραμμές μόνο για τη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Κι η οποία δέχτηκε συχνά τον χαρακτηρισμό, σαν ψόγο, της «μικτής». Πρέπει να πω πως είναι απλούστατα η γλώσσα που μιλώ. Άλλωστε πρωτεύουσα σημασία δεν έχει το να γίνεται κανείς αντιληπτός από κείνους που επιθυμούν, πραγματικά, να τον καταλάβουν; Νόμιμη γλώσσα, για μας, είναι η γλώσσα η ελληνική. Δεν έχουν κανένα νόημα απολύτως αυτές οι γνώμες οι φανατικές για «μικτή», «καθαρεύουσα», «δημοτική». Πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται με απόλυτη αδιαφορία ή, αν το θεωρούμε σκόπιμο, μ’ αυτόν τον μόνον επιτρεπόμενο φανατισμό: εκείνον που εμπνέει τον πόλεμο εναντίον κάθε είδους φανατισμού.
     Τις γνώσεις μου στη γλώσσα την ελληνική πιστεύω πως τις βοήθησε η απέραντη αγάπη που έχω για την ανάγνωση αρχαίων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών κειμένων. Τα βιβλία μου με τ’ αρχαία και τα βυζαντινά κείμενα ήτανε, τα περισσότερα, σ’ «ευρωπαϊκές» εκδόσεις, με τις εξηγήσεις και τα σχόλια γραμμένα στα γαλλικά ή τα λατινικά. Πολλά βυζαντινά και, σχεδόν, τα πιο πολλά μεταβυζαντινά, ήσαν δικών μας εκδόσεων. Η καθαρεύουσα (και καμιά φορά υπέρ-καθαρεύουσα) των Σάθα, Λάμπρου, Ξανθουδίδη, και των σημερινών ακόμη7, στις σημειώσεις και τις μελέτες που συνόδευαν τα κείμενα, όχι μόνο δεν μ’ εξένιζε, σαν τις γαλλικές και τις λατινικές που είπα, αλλ’ αντίθετα μ’ έκανε να παρατηρήσω πώς συνδέονταν και, στο τέλος, συγχέονταν με τη γλώσσα του μελετούμενου γραπτού. Έτσι κατάλαβα πως η γλώσσα η ελληνική είναι μία. Κι ότι είναι μάλλον έλλειψη σοφίας να προσηλώνεται κανείς πεισματάρικα σε μια και μόνο, αποκλειστικά, μορφή της, να περιφρονή αυτόν τον αμύθητο πλούτο, το θησαυρό, που έχει στη διάθεσή του. Και να μην αντλή, ελεύθερα, με σεβασμό και προσοχή φυσικά, για να λαμπρύνη το στίχο του, να ενισχύση το νόημά του. Ακριβώς όπως μας διδάσκουν τ’ αθάνατα γραπτά του Παπαδιαμάντη και του Καβάφη. Όπως κάμω στη ζωγραφική μου. Όπου δεν αποκλείω κανένα χρώμα να βρη την κατάλληλη θέση του και να συμβάλη, κι αυτό, στην γενική αρμονία του πίνακος. Όπως, πλάι από τα διδάγματα του Πολυτεχνείου, πάλι στη ζωγραφική μου, προσθέτω, και συνθέτω, τα διδάγματα των Βυζαντινών, των Αρχαίων και των «λαϊκών», σαν τον Θεόφιλο και τους άλλους.
     Θα ήταν ασυχώρετη παράλειψις να μην πω, εδώ, για τα λίγα, φευ, χρόνια που πέρασα κοντά στον Μενέλαο Φιλήντα. Πράγματι, πρόλαβα τον μεγάλο γέροντα, και είχα την μεγάλη τύχη ν’ ακούσω τα σοφά και πολύτιμα λόγια του μεγαλοφυούς γλωσσολόγου.





ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Τα ποιήματα τα ζει κανείς, δεν τα «γράφει».

2. Άλλωστε, γι’ αυτούς κάθε τι που δεν έχει άμεση ωφελιμότητα είναι, κατ’ αρχήν, ασυζήτητα «γελοίο».

3. Το μεταχειρίζομαι αντί του «ερασιτέχναι» γιατί, τι σχέση μπορεί να ’χη μ’ αυτούς η ωραία λέξη που περιέχη τον έρωτα!

4. Με ικανοποίηση διεπίστωσα ότι αυτή η αρετή τού να προκαλεί «des vagues d’hystérie» δεν εξαντλήθηκε ακόμη. Προ καιρού μού έφεραν γραπτό (με ημερομηνία 9ης Φεβρουαρίου 1962!) όπου γέρων χρονογράφος εφημερίδων εκθέτει την αγανάκτηση που αισθάνθηκε, ύστερα από 24 (είκοσι τέσσερα) ολόκληρα χρόνια, στην ανάγνωση του βιβλίου μου. Αφού, απροκάλυπτα εξοργισμένος, σχολιάζει τους στίχους μου με χοντροκομμένη «λεπτότητα», στο τέλος εκφράζει και τη λύπη του (τι κομψότης!) ότι δεν έχει... φόλα να μου πετάξη, ή «βρεμένη σανίδα». Ακόμη και την αμάθειά του επιστρατεύει εναντίον μου: αγνοών λέξεις που μεταχειρίζομαι, μου προσάπτει τη χρήση τους ως ψόγο!

5. Πρέπει όμως να πω πως την «horrible misère» δεν την εγνώρισα ποτέ. Παρ’ ό,τι λέει στο βιογραφικό του σημείωμα, που συνοδεύει γαλλικό ποίημά μου στα Cahiers du Sud (αριθ. 303, 1950), αρκετά «fantaisiste» όσο και άγνωστός μου σχολιαστής! Αλλά μια σχετική άνεση;...

6. Η καλωσύνη, έλεγε ο Τολστόι, είναι η πρώτη βαθμίς της πραγματικής αριστοκρατίας.

7. Εξαιρέσει του σοφού καθηγητού Νίκου Βέη. Δεν εκατάλαβα ποτέ πώς ο μεγάλος αυτός επιστήμων χρησιμοποιούσε αυτήν την περίεργη, κι εξεζητημένη, γλώσσα, που θα ξάφνιαζε κι αυτόν τον ίδιο τον Ψυχάρη αν τον διάβαζε.
(από το βιβλίο: Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα Α´, Ίκαρος, 1977) 
Πηγή: http://www.snhell.gr/testimonies/content.asp?id=372&author_id=7

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Ντέιβιντ Κόνολι: Οι Ελληνες ποιητές βρήκαν το ιρλανδικό τους DNA




 Νίκου Εγγονόπουλου «Ωραίος σαν Ελληνας» (The beauty of a Greek) μετέφρασε στα αγγλικά ο Ντέιβιντ Κόνολι


  • Συνέντευξη
  • Ντέιβιντ Κόνολι
  • Ο ιρλανδικής καταγωγής διακεκριμένος μεταφρασεολόγος-μεταφραστής Ντέιβιντ Κόνολι αποτελεί μια συγκινητική περίπτωση για τα ελληνικά γράμματα. Ανθρωπος σεμνός -επιμένει να δηλώνει «ακόμα μαθητευόμενος»- αποφάσισε πριν από 30 χρόνια να γίνει Ελληνας πολίτης και να αφοσιωθεί στη μετάφραση της ελληνικής γλώσσας, εστιάζοντας στη δυσκολότερη εκδοχή της: την ποίηση. Ελάχιστη ηθική ανταμοιβή στον εγκυρότερο μεταφραστή της ελληνικής λογοτεχνίας στα αγγλικά, το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης του 2008 για το «Ωραίος σαν Ελληνας / The Beauty of a Greek» του Εγγονόπουλου (εκδόσεις «Υψιλον»). Πρόσφατα έγινε τακτικός καθηγητής Θεωρίας και Μεθοδολογίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του Αριστοτελείου.
- Πώς ξεκινά το μεγάλο πάθος σας για την ελληνική γλώσσα; 
  • «Η γλώσσα είναι κάτι που ανέκαθεν μ' απασχολεί πολύ. Σιγά-σιγά, καθώς από έφηβος ερχόμουν στην Ελλάδα για διακοπές, φούντωσε το ενδιαφέρον μου για τη χώρα».
- Αυτό δεν προεξοφλούσε όμως τη βαθιά «βουτιά» σας στην ελληνική γλώσσα;
  • «Η ελληνική γλώσσα έχει μια μαγεία. Με συνάρπαζε ακόμη κι όταν δεν την ήξερα».
- Η πρώτη σας μεταφραστική απόπειρα ποια ήταν;
  • «Οσο ήμουν ακόμα φοιτητής στην Αγγλία και σπούδαζα αρχαία ελληνικά προσπάθησα, με όλο το θράσος, να μεταφράσω το "Η δυστυχία τού να είσαι Ελληνας" του Νίκου Δήμου. Ομως, η πρώτη επαγγελματική μου ενασχόληση ήταν μια ανθολογία ποιημάτων του Νικηφόρου Βρεττάκου».
- Δεν ήταν αλαζονικό να θέλετε από την αρχή να μεταφράσετε ποίηση;
  • «Ηταν. Αλλά η ποίηση με... ενεργοποίησε. Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι το ελληνικό μυθιστόρημα είναι αντάξιο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Δεν ήταν πάντα έτσι. Κυρίως στον 20ό αιώνα η ποίηση υπερέχει της ελληνικής πεζογραφίας».
- Οι δυσκολίες, οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας στη μετάφρασή της ποιες είναι;
  • «Είναι ένα τεράστιο ζήτημα. Η απάντηση είναι τα μαθήματα που κάνω στο πανεπιστήμιο. Γιατί, δυστυχώς, για πάρα πολλά χρόνια η μετάφραση θεωρούνταν κάτι εύκολο, από την άποψη ότι όποιος ξέρει μια ξένη γλώσσα κι έχει ένα λεξικό μπορεί να μεταφράσει -υπάρχουν όμως άνθρωποι εντελώς δίγλωσσοι που δεν είναι καλοί μεταφραστές. Και γι' αυτό το λόγο πάντοτε οι μεταφραστές δεν είχαν κύρος, ούτε αμείβονταν καλά. Οταν μάλιστα μιλάμε για τη λογοτεχνική μετάφραση, πέρα από την άριστη γνώση των γλωσσών, πρέπει να ξέρεις πολύ καλά και τους δύο πολιτισμούς, καθώς ένα λογοτεχνικό κείμενο δεν είναι συνήθως δηλωτικό. Είναι υποδηλωτικό και πολλές από τις συνδηλώσεις βγαίνουν από τις πολιτισμικές αναφορές. Αν δεν έχεις βαθιά γνώση του πολιτισμού δεν μπορείς να πιάσεις τα λεπτότερα νοήματα ενός λογοτεχνικού κειμένου. Νομίζω λοιπόν ότι το ιρλανδικό DNA μου με έσωσε».
- Γιατί το λέτε αυτό;
  • «Ο κέλτικος λαός έχει πολλές συγγένειες με τον ελληνικό, κυρίως στην ψυχοσύνθεση -αυτό βγαίνει και στη λογοτεχνία. Ο ιρλανδικός λαός γλεντάει και πίνει, τραγουδά και τους καημούς και τις χαρές. Η τρέλα είναι τρόπος ζωής. Οπως, δηλαδή, και στους Ελληνες».
- Το δυσκολότερο έργο που μεταφράσατε, ο δυσκολότερος δημιουργός ποιος είναι; 
  • «Εχω μεταφράσει περίπου 35 έργα Ελλήνων ποιητών και πεζογράφων κι ένα πράγμα μπορώ με βεβαιότητα να πω: δεν υπάρχει εύκολη μετάφραση. Ακόμη και τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Μάρκαρη, που έχουν μια στρωτή γλώσσα, δεν είναι απλά. Πάντοτε, όμως, η ποίηση ενέχει περισσότερες δυσκολίες. Και από τους ποιητές που έχω μεταφράσει μάλλον ο Ελύτης είναι ο δυσκολότερος. Γιατί είναι γλωσσοπλάστης. Είναι ποιητής της γλώσσας κι όχι της αφηγηματικότητας. Οπως και η Δημουλά. Οι πιο δύσκολα μεταφραζόμενοι ποιητές».
- Συνεργαστήκατε με τον Ελύτη στενά για τη μετάφραση του έργου του. Είχε συγκεκριμένες απαιτήσεις; 
  • «Μου έλεγε "να μεταφράζεις ελεύθερα, φτάνει να ηχεί σωστά". Με όλους τους ποιητές που έχω μεταφράσει συνεργάστηκα στενά. Απορώ με τους μεταφραστές που ζουν στο εξωτερικό και μεταφράζουν ποιητές με τους οποίους δεν επικοινωνούν ποτέ. Εχω συνεργαστεί και με τον Βρεττάκο, τη Δημουλά, τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη... Ο μόνος με τον οποίο δεν συνεργάστηκα, γιατί είχε πεθάνει, είναι ο Εγγονόπουλος. Και το βιβλίο αυτό πήρε το Κρατικό Βραβείο. Δεν ξέρω αν αυτό σημαίνει κάτι».
- Από τους πεζογράφους;
  • «Πολύ δύσκολη ήταν η γλώσσα στο "Βιβλίο καλούμενο ερωτικό" του Γιώργη Γιατρομανωλάκη. Συνδύαζε ένα ιδίωμα του 17ου αιώνα με μια δόση κρητικής διαλέκτου. Δύσκολο εγχείρημα ήταν και η μετάφραση του Παπαδιαμάντη, λόγω των διαφορετικών επιπέδων της γλώσσας -διάλεκτος της Σκιάθου, απλή δημοτική, εκκλησιαστική γλώσσα και καθαρεύουσα. Έπρεπε σε μια αγγλική γλώσσα, που δεν έχει αντίστοιχα ιδιώματα ή φάσεις, να βρω αντιστοιχίες. Πολύ οδυνηρή εργασία».
- Πόσο μάλλον που ο κόπος αυτός δεν θα αμειφθεί ποτέ.
  • «Δεν μπορείς να ζήσεις απ' τη μετάφραση της ποίησης. Και φέρνω ένα παράδειγμα: την "Οξώπετρα" του Ελύτη τη μετέφραζα με τη βοήθεια του ποιητή περισσότερο από 3 χρόνια. Πώς να αμειφθείς; Η μετάφραση της ποίησης είναι έργο αγάπης. Ενός μυθιστορήματος είναι περισσότερο επαγγελματική δουλειά και αμείβεται καλύτερα. Οπότε μπορείς να ζεις μεταφράζοντας μυθιστορήματα. Εγώ που μεταφράζω περισσότερο ποίηση, δεν θα μπορούσα να ζήσω. Γι' αυτό και δέκα χρόνια δούλευα στο Βρετανικό Συμβούλιο στην Αθήνα. Μετά άρχισε η πανεπιστημιακή καριέρα μου, στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο για έξι χρόνια, στο Καποδιστριακό και τα τελευταία έξι χρόνια στο Αριστοτέλειο». *


«Απορώ με τους μεταφραστές που μεταφράζουν ποιητές χωρίς να επικοινωνούν μαζί τους», λέει ο Ντέιβιντ Κόνολι
«Απορώ με τους μεταφραστές που μεταφράζουν ποιητές χωρίς να επικοινωνούν μαζί τους», λέει ο Ντέιβιντ Κόνολι

Κανείς δεν βγαίνει στους δρόμους για τη χαμένη μας πνευματικότητα

Πώς βλέπετε την Ελλάδα και τους Ελληνες σήμερα;
  • «Επειτα από τριάντα χρόνια, προφανώς δεν βλέπω τους Ελληνες με τα παρθένα αλλά ούτε και τα αθώα μάτια ενός ξένου. Η μοίρα μου έχει προ πολλού ταυτιστεί με τη χώρα και τους κατοίκους της· που θα πει ότι σε καθημερινή βάση στενοχωριέμαι, απελπίζομαι και αγανακτώ, όπως κάθε ευαίσθητος, σκεπτόμενος και ταλαιπωρημένος πολίτης, με την ανθρώπινη και κοινωνική κατάντια που παρατηρώ: τον ατομικισμό, την αδιαφορία, την ιδιοτέλεια. Ζούμε σε μια εποχή ζοφερή, μια εποχή παρακμής και κινδυνεύουμε να ξαναπεράσουμε σε έναν καινούργιο μεσαίωνα. Βλέπουμε ανθρώπους να βγαίνουν στους δρόμους για τη χαμένη τους ευμάρεια ή έστω τη χαμένη προοπτική ευμάρειας, αλλά κανείς δεν διαμαρτύρεται για τη χαμένη του πνευματικότητα, την πρωτοφανή ηθική και πνευματική κρίση που περνάμε».
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/03/2009

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Εγγονόπουλος Νίκος

Ο Νίκος Εγγονόπουλος
[πηγή: Επίσημος διαδικτυακός τόπος για τον Νίκο Εγγονόπουλο].
Το απελευθερωτικό μήνυμα του υπερρεαλισμού αγγίζει και τον Νίκο Εγγονόπουλο (1910-1985), ποιητή και ζωγράφο ή μάλλον πρώτα ζωγράφο και έπειτα ποιητή, όπως του άρεσε να δηλώνει. Στην πραγματικότητα ο Εγγονόπουλος λειτουργεί σύμφωνα με ένα μοναδικό τρόπο που δίνει ζωή και στις δύο εκδηλώσεις της τέχνης του, τουλάχιστον όσον αφορά γενικά τη διάθεση να προκαλεί· θέτει το ένα δίπλα στο άλλο σχήματα αντικειμένων ή λέξεις καταργώντας τη συνήθη τάξη ή συνδυάζοντάς τα απροσδόκητα, με αποτέλεσμα να ερεθίζει την περιέργεια και να αιφνιδιάζει τον απροετοίμαστο θεατή ή αναγνώστη. Σε σχέση βέβαια με τις ζωγραφικές παραστάσεις, οι λέξεις προσφέρουν ευρύτερες δυνατότητες απόκρυψης και υπαινιγμού και σε αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα αποβλέπει ο Εγγονόπουλος. Δίχως να ξεπέφτει στο απλό αίνιγμα, αποκρύπτει το κεντρικό θέμα, φωτίζοντας λέξεις και πράγματα που δεν φαίνεται να έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Ανατρέπει την τάξη στην ακολουθία των λέξεων και στις στερεότυπες ιδέες της απλής λογικής, αλλά δεν απορρίπτει την ιστορία, ούτε και το λογοτεχνικό παρελθόν: οι πολιτισμικές του αναφορές είναι μεν υπαινικτικές αλλά αρκετά συχνές. Όλα αυτά είναι βέβαια ξένα προς την καθαρά υπερρεαλιστική πρακτική.

Είναι γεγονός, πάντως, πως δεν θα μπορούσε να στήσει τον λόγο του με τρόπο προκλητικό, εάν δεν είχε στον νου του έναν συγκεκριμένο συνομιλητή. Απευθυνόμενος σε αυτόν ο λόγος του γίνεται προφορικός, κουβεντιαστός, πρόθυμος να υπακούσει στη συντακτική δομή της γλώσσας, κάποτε εμφατικός (κάτι που εντείνεται με τη χρήση της καθαρεύουσας). Ένα χρόνο μετά το πρωτόλειό του Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938), αγνοώντας τις υβριστικές επιθέσεις που το υποδέχτηκαν, ο Εγγονόπουλος δημοσιεύει Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής. […]


 Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 442-443.






Όταν το Σεπτέμβριο του 1939 κυκλοφορεί η συλλογή του Εγγονόπουλου Τα Κλειδοκύμβαλα της σιωπής ταυτόχρονα κηρύσσεται η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την 1η Σεπτεμβρίου 1939, και ξεκινά έτσι μια νέα εποχή εθνικής ανασφάλειας. Η Τσεχοσλοβακία έχει ήδη καταληφθεί από τις γερμανικές δυνάμεις και η Αλβανία από τις ιταλικές. Ο Εγγονόπουλος το 1941 θα επιστρατευτεί στο αλβανικό μέτωπο, όπου θα πολεμήσει στην εμπροσθοφυλακή μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων, καθώς όπως ο ίδιος θα πει: «στην περίοδο της όντως αλησμονήτου “4ης Αυγούστου”, ο όρος “διανοούμενος” συνεπήγετο και την έννοια του “υπόπτου”». Συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς στις 13 Απριλίου 1941, κρατείται σε στρατόπεδο ‘εργασίας αιχμαλώτων’, δραπετεύει και επιστρέφει στην Ελλάδα με τα πόδια. Το 1942 θα γράψει το ποίημα Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα, το οποίο κυκλοφορεί αρχικά σε χειρόγραφα σε συγκεντρώσεις αντιστασιακού χαρακτήρα και θα εκδοθεί πριν από την απελευθέρωση, το Σεπτέμβριο 1944 από τις εκδόσεις Ίκαρος.


 Ολυμπία Ταχοπούλου, Μοντερνιστικός πρωτογονισμός. Εκδοχές υπερρεαλισμού στο ποιητικό έργο του Νίκου Εγγονόπουλου, Εκδόσεις Νεφέλη,
Αθήνα 2009, 271-272.






Η τελευταία συλλογή του Εγγονόπουλου [Στην κοιλάδα με τους ροδώνες] κυκλοφορεί το 1978 και περιλαμβάνει ποιήματα μιας εικοσαετίας (1957-1978).

Η συλλογή (που περιέχει και αρκετούς πίνακες και μεταφράσεις) συνεχίζει τον «πολεμικό» τόνο των προηγούμενων συλλογών και πολλά ποιήματα συντίθενται γύρω από ιστορίες δημιουργών που έχουν βιώσει την κακία και την αχαριστία των πολιτών και της πολιτείας. Αυτός όμως που τελικά φαίνεται να προβάλλει πίσω από τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που περιγράφονται είναι ο ίδιος ο ποιητής. Στην Κοιλάδα έχουμε μεγάλο αριθμό από «Βιογραφίες» άλλων, καθεμία από τις οποίες είναι μέρος της βιογραφίας του ίδιου του ποιητή. Αυτή την οιονεί «απόκρυψη» πίσω από πρόσωπα και προσωπεία μπορούμε να τη διαπιστώσουμε σε όλο το έργο του. Άλλοτε ο «μυστικός» ποιητής προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά άλλων ποιητών και καλλιτεχνών. Άλλοτε εμφανίζεται ως ηρωική μορφή της ελληνικής (αρχαίας, μεσαιωνικής, νεότερης) και της παγκόσμιας ιστορίας και άλλοτε ως αποδιωγμένος και βασανισμένος δημιουργός. Τα πρόσωπα και η βιογραφία όλων αυτών αναμειγνύονται με το πρόσωπο και τη βιογραφία του. Γι’ αυτό και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ενώ διατηρεί έναν εύκολα αναγνωρίσιμο ποιητικό λόγο και η ζωγραφική του αναγνωρίζεται με την πρώτη ματιά, εντούτοις τα όρια του «προσωπικού» και του «συλλογικού» στο έργο του παραμένουν ασαφή και ο λόγος του, όπως πάντα, κρυπτικός. […]


 Ρένα Ζαμάρου, «Σύνοψις βίου και έργου του ποιητή». Νίκος Εγγονόπουλος. Ελληνοκεντρικός και οικουμενικός (αφιέρωμα), Βιβλιοθήκη, εφ.
Ελευθεροτυπία, 12 Αυγ. 2005, 11-12.




http://wwk.kathimerini.gr/kath/7days/1997/05/25051997.pd
f Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» στον Νίκο Εγγονόπουλο.

http://www.greek-language.gr/Resources/literature/education/literature_history/search.html?details=42#prettyPhoto[iframe]/1/
Παρασκήνιο. Ο κήπος με τ’ αμέτρητα παράθυρα (βίντεο).





Στα γράμματα εμφανίζεται για πρώτη φορά από το περιοδικό Ο Κύκλος (Ιούνιος [;], 1938, τεύχ. 4) προδημοσιεύοντας τρία ποιήματα από τη συλλογή Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938), ενώ συμμετείχε στον τόμο Υπερεαλισμός Α΄ (μεταφράζοντας […] οκτώ ποιήματα του Τριστάν Τζαρά). Τον Σεπτέμβριο του 1939 τυπώνει τη δεύτερη συλλογή του, Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, ισχυριζόμενος ότι την εκδίδει ο φανταστικός εκδοτικός οίκος «Ιππαλεκτρυών».

Έχει γίνει πολύς λόγος για τις αντιδράσεις ενίων δημοσιογράφων σχετικά με το έργο του και το επισήμανε ο ίδιος ο Εγγονόπουλος στη δεύτερη έκδοση των δύο αυτών συλλογών (1966), όπου σημειώνει:

[…] Το δημιουργηθέν σκάνδαλο κι η επακολουθήσασα κατακραυγή εναντίον μου δεν μπορώ να πω πως δεν με έθιξαν, βαθύτατα. Η βίαιη κακομεταχείρησις σαν υποδοχή μιας γνησίας προσφοράς είναι, το λιγώτερο, σκληρά άδικη. Περιοδικά, εφημερίδες, le premier chien coiffé venu, παρωδούσαν και αναδημοσίευαν, κοροϊδευτικά, τα ποιήματά μου. Μια δε εφημερίδα, από τις μεγάλες, δεν θυμούμαι τώρα ποια, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα, τέλος πάντων, ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια ή δύο συνέχειες… ολόκληρο το βιβλίο! Συνοδεία, πάντοτε, χλευαστικών και κακεντρεχών, όσο κι επιπόλαιων, σχολίων. […]


 Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του μεσοπολέμου (1918-1940), τ. Β΄, Εκδόσεις
Καστανιώτη, Αθήνα 2001, 803-804.






[…] η υπερρεαλιστικού τύπου ποίηση του Εγγονόπουλου, όπως άλλωστε (ή μάλλον κυρίως) η ποίηση του Εμπειρίκου, ενόχλησε πολλούς δημοτικιστές όχι μόνο για το περιεχόμενό της, αλλά και για τη γλωσσική της μορφή που φαίνεται να αποκλίνει από τη θεωρούμενη «ορθόδοξη» δημοτική. Όμως ενώ ο Εμπειρίκος χρησιμοποιεί (τουλάχιστον στα πεζά του) μιαν αυθεντικότερη μορφή καθαρεύουσας —στο επίπεδο του λεκτικού και της σύνταξης— ο Εγγονόπουλος κάθε άλλο παρά καθαρολόγος ή καθαρευουσιάνος ποιητής μπορεί να θεωρηθεί. Αντίθετα, στηριζόμενοι τόσο στο λεξιλόγιό της και στη φωνομορφολογία της, όσο και στις συντακτικές του επιλογές, θα μπορούσαμε να ορίσουμε τη γλώσσα του Εγγονόπουλου ως μια ιδιάζουσα «διάλεκτο» (μικτή και νόμιμη!), μέσα στην οποία ανακαλούνται από όλες τις περιόδους της ελληνικής λογοτεχνίας και γλώσσας λέξεις και τύποι, λόγια και ιδιωματικά μορφώματα ή «κρυσταλλώματα» και, παράλληλα χρησιμοποιούνται χωρίς κανένα ενδοιασμό και σοβινιστική διάθεση αρκετές ξένες και εκφράσεις. Αυτά λοιπόν τα στοιχεία συνιστούν την ιδιότυπη και εύκολα αναγνωρίσιμη γλώσσα του Εγγονόπουλου, ένα λόγο ιδιωματικό, διαλεκτικό (θα μπορούσε να πει κάποιος), αυτό που τελικά μορφώνει τον ιδιόλεκτον λόγο του ποιητή, το ιδιαίτερα προσωπικό ύφος του.

[…] Ίδιοι λεκτικοί τύποι ή λέξεις διατάσσονται σε διάφορες «οπτικές», στιχουργικές παραλλαγές, ώστε να προβάλλεται μια συγκεκριμένη λέξη με διαφορετική κάθε φορά «εικόνα» και σημασία, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δραστικά η ερμηνεία ολόκληρου του ποιήματος. Κλασικό παράδειγμα είναι το δεύτερο μέρος από το ποίημα «Το πρωινό τραγούδι», από τη συλλογή Τα Κλειδοκύμβαλα της σιωπής […], όπου όμοιες λέξεις ή παρεμφερείς τύποι τους διατάσσονται διαφορετικά κάθε φορά στις τρεις παραγράφους-στροφές. Μια ορισμένη ιδέα, ένα ορισμένο νόημα προβάλλεται «λογοτυπικά» σε τρεις παραλλαγές-στροφές, όπου κάθε φορά τα τρία όμοια υποκείμενα (ο στρατιώτης, το μικρό παιδί και ο ποιητής) έχουν στην κατοχή τους (ή πρέπει να έχουν) ένα διαφορετικό αντικείμενο. Όμως αυτή η τριπλή σχέση και διαφορά Υποκειμένου και Αντικειμένου γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη καθώς ένα από τα τρία υποκείμενα προβάλλεται σε τρεις διαφορετικούς τύπους, στρατιώτης, στραδιώτης, στραθιώτης. Είναι προφανές ότι κάθε τύπος έχει το δικό του νοηματικό και συναισθηματικό βάρος και δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι οι τύποι αυτοί επηρεάζουν διαφορετικά το περιβάλλον τους, τη στροφή όπου περιέχονται. Έτσι η τριπλή παραλλαγή της ίδιας ιδέας φαίνεται να «πολλαπλασιάζεται» καλειδοσκοπικά κάθε φορά και να επηρεάζει, όπως είναι φυσικό, την όλη ερμηνεία του ποιήματος. […]


 Γιώργης Γιατρομανωλάκης, «Προκαταρκτικά στη γλώσσα του Νίκου Εγγονόπουλου». Αδαμάντιος Κουμπής, Πίνακας λέξεων των ποιημάτων του
Νίκου Εγγονόπουλου, εισαγ.-επιμ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 1999, σ. xii-xiv & xvii-xviii.




 Ο Νίκος Εγγονόπουλος διαβάζει ποιήματά του.



Τα «τραγούδια» του Νίκου Εγγονόπουλου —η ποιητική του— στοιχειοθετούν μιαν απάντηση στο αίτημα της «ταπεινής τέχνης», μ’ έναν τρόπο άκρως επαναστατικό: καταργούν τον ενιαίο τόνο κι εγκαθιδρύουν ένα παιγνίδι ανάμεσα σε διαφορετικές τονικότητες: ο τόνος της διθυραμβικής έκρηξης σβήνει μέσα στο χαμηλόφωνο λυρισμό· η ρητορικότητα, ο στόμφος εναλλάσσονται με πεζολογία· η άκρατη μελαγχολία ανακόπτεται από την πιο αιχμηρή διακωμώδηση, η ζοφερή διάθεση από ιλαρότητα· τόνοι χαμηλοί εναλλάσσονται με τόνους υψηλούς, χαρμόσυνους, μέσα σε μια συνεχή σχέση αλληλοαναίρεσης, που επιβάλλει την πολυεπίπεδη ανάγνωση και διεγείρει συγκινώντας, συγκινεί τέρποντας και τέρπει δραστηριοποιώντας διανοητικά τον αναγνώστη.

[…] Κανένα θέμα δεν κρατά την αποκλειστικότητα, όπως θα ’θελε η παραδοσιακή ποίηση: θέματα πατριωτικά ή ερωτικά κινούνται και αναπτύσσονται σε τόσο διαφορετικά επίπεδα και τόνους, ώστε ο αρχικός πυρήνας τους να μεταβάλλεται καθ’ οδόν. […]

Στην ποίηση του Εγγονόπουλου η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στα βασικά είδη κα τις ιδιότητες του ύφους, σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό τους, ισοδυναμεί με την προσωπική του εκδοχή για την «ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος», τορπιλίζει την επίσημη και καταξιωμένη αντίληψη για το ωραίο ως συνώνυμο του υψηλού, αντίληψη που εξακολουθούσε να ισχύει στην τρίτη δεκαετία του αιώνα μας.


 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Νίκος Εγγονόπουλος. Η ποίηση στον καιρό του τραβήγματος της ψηλής σκάλας, Στιγμή, Αθήνα 1987, 41-43.






Οι δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Εγγονόπουλου, χάρη στη χρήση των κυρίων ονομάτων, είναι γεμάτες από παρόμοια περάσματα από το οικείο στο ανοίκειο, ή, πιο σωστά, είναι συλλογές στις οποίες κυριαρχεί μια πρακτική που θα ονόμαζα «ανοικείωση του οικείου», στην πιο περίτεχνη, εκλεπτυσμένη και αποτελεσματική εκδοχή της, χάρη στα κύρια ονόματα που γειώνουν τον αναγνώστη σε μια γνωστή, οικεία, προσφιλή, προγονική παράδοση, πριν εκτιναχθούν στην υπέρβαση της παραδοξότητας, και αντιστρόφως. Το οικείο όνομα που φέρει «η ωραία Μαρίκα η Πολίτισσα» ανοικειώνεται εξαιτίας της συνύπαρξής του με τον Πάπα Ιννοκέντιο τον VIII στο ποίημα «Αμαζόνες». Αντίθετα, το παράξενο όνομα Γουλιέλμος Τσίτζης, και ό,τι αυτό ανακαλεί, αποβαίνει οικείο, καθώς το συναντάμε πλάι σ’ αυτό της «κυρία[ς] Άρτεμις» και των ποικίλων συνδηλώσεων του ονόματός της, με τη συγκεκριμένη νεοελληνική αστική προσαγόρευση «κυρία».

Πρέπει να σημειώσουμε ότι την πρακτική αυτή των ονομάτων ο Εγγονόπουλος την εγκαταλείπει στην τελευταία ποιητική συλλογή του Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, όπου έχουμε πολλά προσωπογραφικά ποιήματα, όπως το «Σύντομος βιογραφία του ποιητού Κωνσταντίνου Καβάφη», που υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος για τον Εγγονόπουλο, αλλά και εκείνος που περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή του 20ού αιώνα ανέπτυξε μια ποιητική των κυρίων ονομάτων.

Όπως προσπάθησα να δείξω, τα κύρια ονόματα ως γλωσσικά σημεία στον Εγγονόπουλο διαθέτουν ασυνήθιστο σημασιολογικό πλούτο. Στις παράδοξες προσωπογραφίες του ανακαλύπτουμε συνεχώς παιγνίδια με την ιστορία, τη μυθολογία και άλλους τομείς της γνώσης, κι ακόμη παιγνίδια με την ετυμολογία, χάρη σε παρονομασίες και αναγραμματισμούς και μιαν ολόκληρη αλχημεία με τα φωνήεντα, τα σύμφωνα και τα σημασιολογικά φορτία των γλωσσικών σημείων. […]

Τα κύρια ονόματα προσώπων στον Εγγονόπουλο, με την τεράστια ποικιλία της γεωγραφικής και εθνικής τους αναφοράς, αποτελούν επίσης μια μαρτυρία για την ανοιχτή πολιτισμική συνείδηση του δημιουργού του «Μπολιβάρ», ενός έλληνα ποιητή που δεν δίστασε να δημοσιεύσει γαλλικά ποιήματα στις ποιητικές του συλλογές, και μέσα από αυτά να συνομιλήσει με ξένους ομοτέχνους του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τον ενδιέφερε απόλυτα ο ελληνισμός, οι ελληνικές «ρίζες», η «παράδοση» και όλα όσα απασχόλησαν τη γενιά του, αλλά πιστεύω ότι προσπάθησε να συνθέσει το ελληνικό με το διεθνές σε πρωτότυπη σύνθεση. Εδώ συναντά τις αγωνίες του Καβάφη και απομακρύνεται από τον Εμπειρίκο. Παράλληλα, προσπάθησε να εφαρμόσει στην πράξη αυτό που εξέφραζε όταν έλεγε ότι θέλει να βάλει «τον άνθρωπο στο κέντρο της δημιουργίας». Όσο για τον «ελληνοκεντρικό μοντερνισμό» του, για τον οποίο τόσα έχουν γραφεί, πιστεύω ότι μπορούμε να τον σκεφτούμε διαφορετικά, ως προϋπόθεση της πρακτικής της «ανοικείωσης».


 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Συμβολή στη μελέτη της ποιητικής του Νίκου Εγγονόπουλου: Η τέχνη των ονομάτων». Νίκος Εγγονόπουλος. Ο
ζωγράφος και ο ποιητής, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2010, 131-132.





Ο Σκεντέρμπεης με κεραμικό (1951, αυγοτέμπερα σε ξύλο)
[πηγή: eikastikon.gr]





 Εικαστικά έργα του Νίκου Εγγονόπουλου.



Ένα άλλο μέρος της μυθολογικής και πρωτόγονης έμπνευσης των γάλλων υπερρεαλιστών, που αποκτά τη μεγαλύτερη έκταση και σημασία στο έργο του Εγγονόπουλου, αποτελεί το πολιτισμικό μοντέλο του αρχαίου Μεξικού και της Νότιας Αμερικής, το οποίο εμφανίζεται σταθερά στο ποιητικό έργο του Εγγονόπουλου έως και το 1948, στην ποιητική συλλογή Έλευσις.


 Ολυμπία Ταχοπούλου, Μοντερνιστικός πρωτογονισμός. Εκδοχές υπερρεαλισμού στο ποιητικό έργο του Νίκου Εγγονόπουλου, Εκδόσεις Νεφέλη,
Αθήνα 2009, 208.






Σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, η σύζευξη του νοτιοαμερικάνου επαναστάτη Simon Bolivar (1783-1830) και του ήρωα Οδυσσέα Ανδρούτσου (1788-1825) στο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου (1944) θεωρείται εύκολα σαν ένα υπερρεαλιστικό τέχνασμα, μια αναλογία μεγεθών. Από καιρό, ωστόσο (1979), ο Γιάννης Δάλλας είχε επισημάνει ότι «για τη συνείδηση των επαναστατημένων πατέρων μας του ’21, ο Ανδρούτσος φαίνεται να ανακαλούσε κατευθείαν τον Μπολιβάρ. Έγραφε, λ.χ. ο ανώνυμος συντάκτης στα Ελληνικά Χρονικά του Μάγερ, στις 21 Μαρτίου 1825:

“Αν αι περιστάσεις τον έκαμαν να φαίνεται εις τα όμματα του κόσμου [ο Ανδρούτσος] ως ένας από τους καλύτερους αρχηγούς των ελληνικών πραγμάτων και το παραξενότερον να νομίζεται από τινας ως ο πλέον φιλελεύθερος και άξιος να βαπτισθή με το όνομα Βολιβάρ της Ελλάδος”»

Μια ακόμη μαρτυρία που συνδέει τα δυο πρόσωπα και μας οδηγεί στην σκέψη ότι την εποχή εκείνη ο παραλληλισμός του Ανδρούτσου με τον Bolivar ήταν κοινός τόπος πιθανόν, την βρίσκουμε στο ιστορικό έργο του Δημήτρη Φωτιάδη, Η Επανάσταση του Εικοσιένα [τόμ. 3ος, 21977 (11971), σελ. 122]: «ο Άγγλος μυθιστοριογράφος Τρελώνη (Trelawney), ο φίλος του Σέλλευ και του Μπάιρον, τον σύγκρινε [τον Οδυσσέα Ανδρούτσο] με τον Ουάσιγκτον και τον Βολιβάρ. Έβλεπε σ’ αυτόν την προσωποποίηση κάθε πνευματικής και σωματικής τελειότητας». […] Από τις δυο παραπάνω αναφορές καταλαβαίνουμε ότι η συνύπαρξη των δύο ηρώων, Ανδρούτσου και Μπολιβάρ, στο κατοχικό ποίημα του Εγγονόπουλου, έχει ιστορικό/κειμενικό υπόβραθρο και δίχως να είναι αυθαίρετη, συνδέει τα ήδη —από εκατονταετίας και πλέον— συνδεδεμένα.


 Δημήτρης Βλαχοδήμος, Διαβάζοντας το παρελθόν στον Εγγονόπουλο. Λογοτεχνία και ιστορία — Από τα ακριτικά τραγούδια μέχρι τα
προεπαναστατικά χρόνια, Ίνδικτος, Αθήνα 2006, 48-50.






Όμως τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα, ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.

Αυτό το ωραιότερο τραγούδι για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο ο Εγγονόπουλος δεν το γράφει ποτέ. Αντίθετα, το ποίημα που γράφει για τον Μπολιβάρ θ’ αποτελέσει ίσως την καλύτερη του ποιητική σύνθεση ή σύμφωνα με το στίχο του ίδιου του Εγγονόπουλου «το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλε ποτέ». Η μορφή όμως που τελικά σκιαγραφεί ο Εγγονόπουλος στο ποίημά του παρουσιάζει μια πολιτισμική διαλογικότητα, αφού περιλαμβάνει τόσο αναφορές στο πολιτισμικό περιβάλλον της Νότιας Αμερικής όσο και στο πολιτισμικό εικονοστάσι του ’21. Ο ήρωας που κατασκευάζει ο Εγγονόπουλος είναι ταυτόχρονα ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής, αλλά κι ένας ήρωας της ελληνικής επανάστασης, αφού είναι γιος του Ρήγα Φεραίου και αδελφός του Πασβαντζόγλου και του Αντωνίου Οικονόμου. […]

Ένα πλήθος αναφορών του ποιήματος σε ήρωες της ελληνικής επανάστασης ή στο δημοτικό τραγούδι συνδέονται με την πρόθεση του Εγγονόπουλου να γράψει ένα ποίημα αντιστασιακού φρονήματος και να εγκλιματίσει την ποίησή του στη σύγχρονή του πραγματικότητα, η οποία λόγω του πολέμου είχε φέρει στην επικαιρότητα τους εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες του ’21, καθώς και τους ρυθμούς του δημοτικού τραγουδιού, που θα αξιοποιήσει και ο Ελύτης στο Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.


 Ολυμπία Ταχοπούλου, Μοντερνιστικός πρωτογονισμός. Εκδοχές υπερρεαλισμού στο ποιητικό έργο του Νίκου Εγγονόπουλου, Εκδόσεις Νεφέλη,
Αθήνα 2009, 287-288 & 291.




 Η ζωγραφική του Νίκου Εγγονόπουλου.

 Εικαστικά. Νίκος Εγγονόπουλος (βίντεο).





[…] Στην πρώτη του ατομική έκθεση ζωγραφικής, στα τέλη του 1939 στο σπίτι του ποιητή και κριτικού τέχνης Νικολάου Κάλα, παρουσίασε έργα υπερρεαλιστικά: ως καλλιτέχνης είχε βρει το στυλ στο οποίο, κατά μία έννοια, θα έμενε πιστός μέχρι τον θάνατό του, το 1985.

Στην περίπτωση της ζωγραφικής του Εγγονόπουλου θα πρέπει καταρχάς να ανακαλέσουμε στη μνήμη δύο γεγονότα […]: πρώτον, τις καλλιτεχνικές του ρίζες στο εργαστήρι του Φώτη Κόντογλου, στα έργα του οποίου η βυζαντινή παράδοση γίνεται όλο και περισσότερο πρόδηλη στη δεκαετία του 1930 και, δεύτερον, την επίδραση του Giorgio de Chirico. Ο Κόντογλου καθόρισε την τέχνη του νέου Εγγονόπουλου. Στα 1934, ο Κόντογλου ζωγράφισε το πορτραίτο Εγγονόπουλος ο Φαναριώτης, έργο που θυμίζει τον πρώιμο Εγγονόπουλο. Και στη δεκαετία του 1930, ο Giorgio de Chirico άσκησε αυξανόμενη επιρροή στη διαμόρφωση της τέχνης του Εγγονόπουλου.


 Wieland Schmied, «Ανάμεσα στον υπερρεαλισμό και το Βυζάντιο, στο θέατρο και το φολκλόρ. Σκέψεις για τον Νίκο Εγγονόπουλο», μτφ.
Μανόλης Πολέντας. Νίκος Εγγονόπουλος. Ο ζωγράφος και ο ποιητής, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2010, 32-33.






[…] ο Εγγονόπουλος, όπως και οι άλλοι της γενιάς του, προσπαθούσε να διαμορφώσει μια προσωπική φωνή και ένα ιδίωμα μέσα σε ένα συγκερασμό μοντέρνου και παράδοσης. Όμως η διπλή ιδιότητα ζωγράφου και ποιητή τον οδηγούσε σε πιο σύνθετους προβληματισμούς σχετικά με το ζήτημα της παράδοσης.

Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Εγγονόπουλος συνδέθηκε με τον υπερρεαλισμό επιλεκτικά, και ότι το κίνημα αυτό τον εξέφραζε σε πολλά σημεία και ανταποκρινόταν στην ανάγκη του για μια διαφορετική αντίληψη περί μοντέρνου και, κυρίως, για ένα διαφορετικό και πιο τολμηρό διάλογο με την ελληνική παράδοση, με εντελώς διαφορετικούς όρους από εκείνους των συγχρόνων του. Δεν γνωρίζουμε αν η ανάγκη αυτή οφειλόταν στην ιδιοσυγκρασία του, την παιδεία, τα βιώματα ή ό,τι άλλο, αλλά μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι διαμορφώθηκε σε απολύτως προσωπικό, πρωτότυπο και ιδιόμορφο ποιητικό ιδίωμα που δημιουργούσε τομή στην ποίηση, και εντυπωσιάζει με τον πλούτο και την πολυσημία του, χρησιμοποιώντας όλα τα λογοτεχνικά μέσα, από την αφήγηση και τη λυρική ανάπτυξη μέχρι τη δραματοποίηση, και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό την ειρωνεία και την παρωδία, ως μέσα που κατ’ εξοχήν δραστηριοποιούν τη σκέψη και το συναίσθημα, κυρίως όταν συνδυάζονται με το λυρισμό, οπότε δρουν ακόμη πιο υπονομευτικά και εντείνουν την αίσθηση του αινιγματικού και του τραγικού.


 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Εισαγωγή. Ο Νίκος Εγγονόπουλος και η κριτική». Εισαγωγή στην ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου. Επιλογή
κριτικών κειμένων, επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2008, κη΄-κθ΄.