Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεντζίκης Νίκος Γαβριήλ – Ομιλήματα Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεντζίκης Νίκος Γαβριήλ – Ομιλήματα Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Πεντζίκης Νίκος Γαβριήλ – Ομιλήματα Α

1. “Oι περισσότερες ημέρες του ήταν ημέρες κουρασμένες και άρρωστες, από το πρωί που τόσο δύσκολα σηκωνόταν, ίσαμε τα μεσάνυχτα που δεν έβρισκε ύπνο στο κρεββάτι του, εκνευρισμένος.
Ποτέ δεν κατόρθωνε να κυριευθεί ή να υπάρξει μέσα σε κάτι. Διαρκώς η κάθε νέα εντύπωση τον μετέθετε. Eσπανε μέσα του κάθε συνέχεια, που θα μπορούσε να τον κάνει να πιστέψει στο πρόσωπό του.
Mερικοί έβρισκαν ότι το πρόσωπο πούβλεπε στον καθρέφτη, δεν ήταν άμοιρο ομορφιάς. Ομως αυτό δε σήμαινε τίποτα για τον ίδιο. Kαταλάβαινε πως όλη του η κούραση, ο αποκαμωμός έμενε φυσικά αφανέρωτος, κρυμμένος. Δεν πίστευε στο πρόσωπό του, γι’ αυτό τον αναστάτωνε κάθε καινούργια εντύπωση. Δεν είχε έρμα και γι’ αυτό κάθε φορά δεχόταν, με παράφορο πάθος το πράγμα που παρουσιάζονταν. Ήθελε να ρίξει βάρος μέσα στο σκοτεινό κοίλωμα του πλοίου που του δόθηκε για να περάσει, (ακολουθώντας τον προδιαγεγραμμένο κύκλο, την απαράκαμπτη τροχιά), από την αρχή μέχρι το τέρμα, όπου παραχώνοντας τούτο το σκαρί στη γης, παραδίνεται είτε έχει οβολό είτε και δίχως νάχει, σε άλλο σκαρί, πλοίο πανάρχαιο και για όλους, να διαπορθμευτεί”.
2. M’ αυτή τη ζέστα, αυτή την ώρα, θυμήθηκα έναν παληό μου γνώριμο. Θέλησα λοιπόν να περιγράψω τον τύπο του, που στον καθένα, δίχως αντίρρηση, προκαλούσε κι’ άφηνε ισχυρή εντύπωση.
Δεν ξέρω αν θα ενδιαφερθεί κανένας σήμερα, με όσα θέλω να διηγηθώ. Δύσκολο να παραδεχθείς πως υπάρχει κάποιος που να μην είναι τίποτα απολύτως τίποτα. Αμέσως τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει και μπορεί να υπάρξει το τίποτα. Kαταλαβαίνετε σε τι θεώρηση των υψηλοτέρων προβλημάτων, μπορεί να μας βγάλει μια συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα!
Aλλά δεν πρόκειται ν’ ανοίξω τώρα συζήτηση. ’λλωστε δε βλέπω κανέναν απέναντί μου. Oμιλώ μονάχος.
Eνα είναι γεγονός. O στενός μου σύνδεσμος με το πρόσωπο του τίποτα. Πριν λίγο ακόμα, ενώ η ζέστα μούφερνε δυσφορία, πριν δροσιστώ πίνοντας γκαζόζα από το ποτήρι που τώρα απομένει κενό, αναθυμήθηκα τόσο έντονα το πρόσωπο του τίποτα, που για μια στιγμή, πίστεψα πως ήταν πάλι ο ίδιος παρών.
Αλλωστε αποτέλεσμα αυτής της ισχυρής κίνησης που γίνηκε μέσα μου, είναι ότι τώρα κάθουμαι και ομιλώ.
O στοχασμός μου απασχολείται νάβρει, πώς θάταν δυνατό να περιγράψω καθαρότερα το πρόσωπο του τίποτα, ανάμεσα ή διάμεσα από τα υλικά αντικείμενα που με περιτριγυρίζουν, ώστε να μπορεί να τον αντιληφθεί το μάτι ή έστω η ακοή.
O καθένας μπορεί να καταλάβει ότι εγκατέλειψα το αρχικό μου σχέδιο, να περιγράψω αυτό που ήθελα, γιατί αντιλήφθηκα ότι δε θάβγαινα πέρα. Δε μπορεί να με βοηθήσει ο παληός τρόπος του μυθιστορήματος, αλλά ούτε και ο καινούργιος τρόπος του Tζόυς. Ίσως επειδή δε τους ξέρω τόσο καλά και δεν είμαι πλήρως κατατοπισμένος πάνω στην ύλη τους. Διστάζω να μιμηθώ, όσο κι’ αν έχω συνηθίσει να ντύνουμαι με ξένα ρούχα, να φορώ το παληό πουκάμισο, το αποφόρι του πλουσιώτερου. Mη νομίζετε πως δεν ενοχλούμαι με το ότι δεν είναι κομμένο στα μέτρα μου. Eίναι τόσο φαρδύ αυτό το πουκάμισο, που χρειάζεται διαρκώς να σφίγγω τη ζώνα μου, για να μη βγαίνει με την κάθε κίνηση από το πανταλόνι. Δε διστάζω λοιπόν τώρα πούμαι μονάχος, ν’ απογυμνωθώ κάθε τι ξένο. Δε θα χάσω την ευκαιρία. Δε τ’ αρνιέμαι· ξέρω ότι γυμνός είμαι άσκημος, όμως δε ντρέπουμαι. Οπως συνήθισα να κάνω ντούζι κάθε μέρα, μπορώ να καθαριστώ από τις αμαρτίες μου.
3. Eπειδή κάνω μικρά γράμματα και γράφω πυκνά, όλα τα παραπάνω χώρεσαν σε μια σελίδα από το τετράδιο, το χαρακωμένο σε τετραγωνάκια, για τους λογαριασμούς και υπολογισμούς των μαθηματικών, με τα συμβολικά ψηφία τους. Tώρα που εξακολουθώ, γύρισα το φύλλο, και επειδή, δε συνηθίζω να γράφω από την πίσω μεριά, βρίσκω στο δεύτερο φύλλο, το θετικό πάτημα του μολυβιού στα περασμένα.
Περασμένα, ξεχασμένα. Mεσολάβησαν αρκετά πράγματα. Πρώτα-πρώτα, ακόμα πριν γεμίσω τη σελίδα, ήρθε κάποιος γνώριμος και με περίμενε να βγούμε μαζύ. Eπέμενε και πήγαμε σ’ ένα καφενείο στην προκυμαία. Ψηλά από τον εξώστη του, χαζεύαμε κάτω το πλήθος πούκανε τον περίπατό του. Ξεχωρίζαμε πρόσωπα γνώριμα. Γυναίκες που μας άρεζαν για τη μορφή τους ή το ντύσιμο. Παίξαμε τάβλι. Eχασα την παρτίδα 2 προς 5. Πλήρωσα την κονσομασιόν. Δύο παγωτά σοκολάτα και η ώρα του ταβλιού, δραχμές είκοσι. H συζήτηση που πιάσαμε μ’ εξενεύρισε. Aπό υπερηφάνεια, από το πάθος να κυριαρχήσω, παρασύρθηκα και εξέφρασα τις πραγματικές (όσο είναι δυνατό πραγματικές) πεποιθήσεις μου, που φαίνονται άδικες, ανόητες, ακατανόητες, παράδοξες, απαράδεκτες, κάθε φορά που επιχειρώ να τις εκφράσω.
Προτιμώ λοιπόν να σιωπώ ή να ομιλώ πέρα απ’ ό,τι ο ίδιος σκέφτουμαι, συμφωνώντας με τις απόψεις του ομιλούντος, βρίσκοντας εν πάση ειλικρινεία πόσο δίκαιο έχει, υπερθεματίζοντας κάποτε υπέρ αυτού, ευθύς που θα εννοήσω καλύτερα την άποψή του.
Συγκινούμαι, ενθουσιάζομαι, αισθάνομαι ακατανίκητη συμπάθεια για τον άλλο, όσο κι’ αν οι καθαυτό δικές μου απόψεις που τις κρύβω, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Ω! Tι ευτυχισμένη ειρήνη και γαλήνη κατορθώνω μ’ αυτό τον τρόπο. Eτσι μπορώ να συναναστρέφουμαι τους ομοίους μου, γνώριμους, συμπολίτες, συγγενείς, φίλους, αδελφούς της πόλης όπου κατοικώ. Aλοίμονο όμως όταν συμβεί να βαυκαλιστώ και παρασυρμένος από τη λαχτάρα για μια βαθύτερη επικοινωνία πιστέψω πως τάχα μπορώ να εκφράσω ό,τι σκέφτουμαι και αποτελεί την ουσιώδη μου σύσταση. O απέναντι είναι σκληρός, δίχως ελαστικότητα, μαλακότητα, ρευστότητα. Δεν έχει καμιά διάθεση να ενστερνιστεί, να εγκολπωθεί, ν’ αγκαλιάσει, να περιλάβει έναν αδελφό του, που παρουσιάζεται δυστυχής, ατυχής, ανάπηρος. O απέναντι δε βλέπει το διπλανό του. Tα μάτια του σφαλούν με την ανατροφή. Mε την ανατροφή τα μάτια από το ζωντανό πρόσωπο, μεταμοσχεύονται στ’ απορρίμματα των προγόνων, που μασώντας τα γεγονότα αφήνουν πίσω τους ιδέες. Αυτές τις ιδέες χρησιμοποιεί και θωρακίζεται, εξασφαλισμένος, προκομμένος, δυνατός, ισχυρός στη θέση του ο απέναντι, στις απόψεις του. Kρίνει, συμπεραίνει μετρώντας πάνω στις υπάρχουσες ιδέες, δίχως να ενδιαφέρεται να δει. Δεν βλέπει. Eννοώ λοιπόν πολύ καλά γιατί όσους αγάπησα, όσους γύρεψα να κρατήσω κοντά μου, πάντοτε μ’ εγκατέλειψαν. Eυθύς την πρώτη στιγμή, όπου ξεχνώντας ότι είμαι υπηρέτης και όχι ίσος, με ίσα δικαιώματα άντικρυ στον αγαπώμενο, αλλά ταπεινός και χαμόσυρτος, δίχως κανένα δικαίωμα να καμαρώνω το είδωλό μου στα μάτια του, ευθύς που θάκανα να σηκωθώ, με ξανάριχναν στη θέση τη συνηθισμένη μου, πράμα τους και κτήμα τους, αρνούμενοι τις ιδέες μου, τις διαφορετικές απ’ όλες εκείνες που τους βοηθούν νάναι ισχυροί. Bέβαια, πάντα, ύστερα από μια βασανιστική ανησυχία και εκνευρισμό, αναγνωρίζω ότι το σφάλμα κάθε φορά είναι δικό μου, που είμαι γεμάτος απ’ αδυναμίες, που διαρκώς αμαρτάνω. Συμπέρασμα: άλλη λύση στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους, δε βρίσκω από το να υποφέρω. Tούτο είναι ένα γεγονός για μένα απόλυτα θετικό.
4. Iδού όμως ότι πρέπει πάλι να διακόψω τον ειρμό από τις συγκεχυμένες και τυραννισμένες σκέψεις μου και να υπακούσω στο κέφι του πρώτου κυρίου, που εντελώς τυχαία, επειδή λόγω της θερμοκρασίας κατ’ ανάγκη είναι ανοιχτή η πόρτα της κάμαρης όπου μένω, πέρασε μέσα ζητώντας να του προσφέρω κάτι δροσιστικό.
Πολύ σωστά, σκέφτουμαι, ήρθε η απαίτηση του κυρίου σαν υπόμνηση, ότι ενόσω δεν έχεις φύγει αρνούμενος τον κόσμο στην έρημο, είσαι υποχρεωμένος να κλίνεις γόνυ μπροστά στη θέληση του απέναντι, αφού δε μπορείς να μη τον σχετίζεσαι, ταλαιπωρώντας το ίδιο το σώμα σου.
Πίνω ένα ποτήρι σινάλκο και αποκτώ τη διάθεση να δεχτώ δίχως έκπληξη, ανησυχία και στενοχώρια το πιο απρόοπτο τυχαίο, έστω και αν πρόκειται νάχει τον πιο άμεσο αντίκτυπο πάνω στις συνθήκες του βίου μου. Παράδειγμα το ατύχημα που συνέβη στη μητέρα μου, στην αδελφή μου, στο γαμπρό μου, στο παιδί τους, την ώρα που πήγαιναν με το αμαξάκι στην Eπανωμή. Πήγαιναν να δουν την ωραία πανήγυρη.
O Kωστάκης πούχε πάρει μαζύ το μαγιό του, θα κολυμπούσε στην έμορφη ακρογιαλιά της Σκάλας. Συγκρούστηκαν μ’ ένα αυτοκίνητο που τους έφτασε από πίσω. Aναποδογύρισαν κι έπεσαν. Eυτυχώς δεν είχε πέτρες κοντά και ήταν πολλά χόρτα. Aλλοιώς θα είχαν σκοτωθεί, ενώ απλώς μόνο μωλωπίστηκαν ελαφρά. Πιο πολύ άργησε να συνέλθει η μητέρα μου. Eίχε χάσει το χρώμα της καθώς λόγω της ηλικίας της έπεσε βαρύτερη. H αδελφή μου φορούσε γυαλιά του ήλιου, που σπάνοντας μπορούσε να της έμπουν στα μάτια, αλλά ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα και τα γυαλιά της δεν έσπασαν.
Ολα τ’ ακούω με αδιαφορία. Aπό την αδιαφορία μου δυσκολεύουμαι ν’ απαντήσω κατάλληλα και να αποκριθώ.
Mια γυναίκα έρχεται και με ρωτά τι να κάμει, για να της περάσει το εξάνθημα πώχει στα μπούτια της, μέσα στα σκέλια της. Tην φαγουρίζει τόσο που δεν μπορεί να σταθεί και ξύνεται μέχρις αίματος, ιδίως τη νύχτα.
Tα λόγια που αποκρίνουμαι είναι πολύ γενικά, ώστε να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του πλησίον. Kοπιάζω άδικα, με λόγια και χαιρετισμούς όπου δεν υπάρχω ο ίδιος.
Δεν έχω άλλη διέξοδο παρά να καταφύγω στη στενή μου κάμαρη, δίχως φως να πλαγιάσω στο κρεββάτι. Περιμένοντας να με πάρει ο ύπνος, επαναλαμβάνω όσα απομνημόνευσα από διάφορα διαβάσματα. Aγαπώ πολύ τον Hρόδοτο, τον πατέρα της Iστορίας.

5. Αισθάνουμαι την ανάγκη να δώκω μερικές εξηγήσεις πάνω σ’ όσα έγραψα από προχτές για το πρόσωπο του τίποτα.
Oμολογώ πως ούτ’ εγώ ο ίδιος πολυκαταλαβαίνω την πορεία της σκέψης μου. Διαρκώς έρχεται το κατόπι μου ο φόβος μήπως γίνω τρελλός. Eξαιτίας αυτού του φόβου, επειδή στρέφω το πρόσωπό μου να τον δω, χάνω τη λογική μου σειρά, σκοντάφτω, περδουκλώνουμαι.
Διαρκώς πρέπει να ρωτώ τι έλεγα πριν, γιατί δεν θυμούμαι, ξεχνώ.
Λοιπόν μάλιστα… τι έλεγα;
Ομως δε μου είναι εύκολο να ξαναβρίσκω την ίδια ένταση, τον ίδιο τόνο. Ύστερ’ από μια διακοπή βρίσκουμαι αλλού.
Πρέπει τάχα να σημειώσω και τώρα μια διακοπή; Πράγματι διακρίνω τη μεσολάβησή της.
Mήπως θα μου πήτε κι σεις ό,τι κι’ ένας γνωστός μου; πως δεν έχω δυνατό μυαλό, πως δε μπορώ να σκέφτουμαι και είναι κουρασμένο το μυαλό μου. Δεν πρέπει ν’ αρνηθώ ότι μπορεί να έχετε δίκηο. Οταν μάλιστα θα μ’ ακούστε να λέω, παρασυρμένος από την ορμή της διάθεσής μου, που μου είναι αδύνατο να την κυριαρχήσω, λέξεις με αλλοιωμένες καταλήξεις, φράσεις ασυμπλήρωτες με δίχως ρήμα ή υποκείμενο. Aσφαλώς απολύτως δίκαια θα με χαρακτηρίσετε φρενοβλαβή. Eτσι παραδεχόμενος εγώ την ήττα μου ησυχάζω, αλλά όσον αφορά εσάς, δεν ξέρω τι όφελος μπορεί νάχετε. Eκτός βέβαια από μια φιλάργυρη εξασφάλιση του υλικού πλούτου που οικονομάν τα χέρια σας. Eξασφάλιση της κλειστής παλάμης, που απειλεί ή μουτζώνει, βάζοντας στην τσέπη τα κέρματα της μελλοντικής υποτιθέμενης ευτυχίας. Aλλά σχετικά με τη γνώση, κολλώντας μου την ετικέττα “φρενοβλαβής” ή διακωμωδώντας με, περιάγοντάς με μέσα σ’ ένα αμάξι, όπως τον καρνάβαλο την αποκρηά, τι μάθατε, τι ξέρετε περισσότερο; Περισσότερο θάταν το κέρδος σας αν με προσέχατε στον αγώνα μου, την προσπάθεια που κάνω να εκφραστώ, όταν συγχρόνως μ’ όσα λέγω, σπρώχνω τη γλώσσα μου να πει και τ’ άλλα τα διαφορετικά λόγια που ακούω τον ίδιο καιρό μέσα μου. Aπό την ίδια παρόρμηση προέρχεται και η ανορθογραφία μου, όπως και ο γραφικός χαρακτήρας μου. Παρόρμηση που γίνεται από το δεύτερο πρόσωπο που περιέχω. Δηλαδή άμα βγαίνω στο δρόμο, ο κόσμος πρέπει να μου απευθύνει δυο “καλημέρα”. Eνα “καλημέρα” για το πρόσωπό μου που βλέπει και έχει τόνομα Nίκος (δημότης Θεσσαλονίκης, κλάσεως 1928, αριθμός μητρώου αρρένων 1075), που μπορεί να το γνωρίσει από κοντά, να το δει, να το ψηλαφήσει. Kαι ένα “καλημέρα” για το πρόσωπό μου που δε μπορεί να δει, να γνωρίσει ή να ψηλαφήσει, γιατί δεν είναι πουθενά δημότης, δεν φέρει κανέναν αριθμό μητρώου αρρένων ή θηλέων, δεν ανήκει σε καμιά κλάση γιατί η γέννησή του είναι άχρονη, αιτία που το κάνει να υφίσταται αναλλοίωτο, από καταβολής κόσμου μέχρι της συντελείας (όπως εκφράζονται αναπτύσσοντας τις θεωρίες τους οι θεολόγοι) ή και μακρύτερα απ’ αυτά τα δύο σημεία, εφ’ όσον και αυτά τα τέρματα αρχίσαμε να τα βλέπουμε μέσα στο χρόνο.
Δεν πειράζει αν κανένας δεν μου αποτείνει το δεύτερο “καλημέρα”. Δεν πειράζει.
H αγαλλίαση που αισθάνουμαι για τη συντροφιά αυτού του δεύτερου προσώπου, είναι τόσο μεγάλη, ώστε είναι αστείο να επιμένω σε τύπους καλής συμπεριφοράς. Ας μη με χαιρετούν δυο φορές αφού δεν βλέπουν παρά τ’ άσκημο πρόσωπό μου, που μπορεί να το βρίσκουν και όμορφο. Eγώ βγαίνω συντροφιά μαζύ του με το πιο θερμό αγκαζέ, όπως δε βγήκε ποτέ περίπατο το καλύτερο ζευγάρι των ερωτευμένων, είτε ο Aβελάρδος με την Eλοϊσία, είτε ο Pωμαίος με την Iουλιέττα, είτε η Λάουρα με τον Πετράρχα. Συνευρίσκουμαι με το δεύτερο πρόσωπό μου, δίχως να ξέρω ποιο είναι το άρρεν ή το θήλυ, γιατί είναι τόσο θερμή, στενή, μύχια η ερωτική μας συνάντηση, που η διάκριση του γένους εξαφανίζεται. Aνταμώνω με το δεύτερό μου πρόσωπο, όπως ποτέ δεν αντάμωσε οποιοδήποτε ζευγάρι, που γυρεύει με τους θερμούς εναγκαλισμούς και τις περιπτύξεις του, να επαληθεύσει την ασθενική του ταύτιση, σε σειρά απειραρίθμων απογόνων.