Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα D.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα D.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

CONNOLLY, D. 1997. Μετα-Ποίηση

ΠΗΓΗ:

 6+1 μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης. Aθήνα: ύψιλον/βιβλία.

Ανθή Βηδενμάιερ

Ο David Connolly παραμένει για περισσότερα από είκοσι χρόνια ένας ακούραστος μεταφραστής της ελληνικής λογοτεχνίας στην αγγλική γλώσσα, ενώ παράλληλα, διδάσκει μεταφρασεολογία ως αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Έχει μεταφράσει πολλούς γνωστούς έλληνες ποιητές και συγγραφείς, και είδε επανειλημμένως μεταφράσεις του να βραβεύονται. Ένα από τα τελευταία εκτενή έργα του, το "The Dedalus Book of Greek Fantasy" με κείμενα τριάντα ελλήνων συγγραφέων του 19ου και 20ού αιώνα (Καβάφης, Παπαδιαμάντης, Καρκαβίτσας, Κόντογλου, Κούρτοβικ, Μαραγκόπουλος κ.ά), βραβεύθηκε το 2005 με το βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού. Άλλες μεταφράσεις του έχουν επίσης βραβευτεί στην Ελλάδα, στην Αγγλία και στις ΗΠΑ.
Επίσης έχει δημοσιεύσει μια πλειάδα επιστημονικών άρθρων σχετικά με τη μετάφραση αλλά και τη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, έχει δώσει διαλέξεις, ομιλίες και σεμινάρια σε Πανεπιστήμια της Ελλάδας, της Μ. Βρετανίας και της Βόρειας Αμερικής, συνεντεύξεις στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο και σε εφημερίδες και συμμετέχει σε αναγνώσεις ελληνικής λογοτεχνίας σε μετάφραση στην Αγγλία.
Η πολύπλευρη ενασχόλησή του με τη μετάφραση εν γένει, και η πλούσια μεταφραστική εμπειρία του αντανακλώνται στα άρθρα του που συγκέντρωσε στο έργο «Μετα-Ποίηση. 6+1 μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης», καταγράφοντας τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς του ειδικά από τη μετάφραση της ποίησης.
Η έννοια Μετα-Ποίηση που αποτελεί τον τίτλο του βιβλίου «απορρέει από την άποψη ότι ένα μεταφρασμένο ποίημα αποτελεί στην ουσία ένα μετα-ποίημα όπως και η λογοτεχνική μετάφραση είναι μια μορφή μετα-λογοτεχνίας και παράγει μετα-κείμενα», σημειώνει ο Connolly στον Πρόλογο του βιβλίου του (σελ. 10). Οριοθετεί με αυτό τον τρόπο το τι σημαίνει για τον ίδιο η μετάφραση της ποίησης και μας εισάγει έτσι σε αυτό το πολυσυζητημένο και ακανθώδες ζήτημα, που απασχολεί μεταφραστές, ποιητές, λόγιους αλλά και τους ίδιους τους αναγνώστες εδώ και αιώνες. Με τη συνέπεια ενός μεταφραστή ο Connolly διευκρινίζει το αυτονόητο, ότι δηλαδή η μετάφραση της ποίησης, δεν είναι η απόδοσή της, η διασκευή, η απομίμηση ή επαναγραφή της. Ότι ο μεταφραστής αναγκαστικά θα ερμηνεύσει το πρωτότυπο ποίημα και θα το αναπαραγάγει στην άλλη γλώσσα. Ότι το μεταφρασμένο ποίημα αναπόφευκτα θα συγκριθεί και θα αξιολογηθεί με βάση το πρωτότυπο.
Ο υπότιτλος του βιβλίου «6+1 μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης» παραπέμπει στη συλλογή «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό» του Οδυσσέα Ελύτη (1960), ο οποίος αποτελεί έναν από τους αγαπημένους ποιητές του Connolly. Έχει μεταφράσει πολλά έργα του και οι προβληματισμοί του κατά την ενασχόλησή του με τη μετάφραση του Ελύτη αποτέλεσαν το έναυσμα για πολλές από τις θεωρητικές του αναζητήσεις. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι τρεις μελέτες σε αυτό το βιβλίο ασχολούνται ακριβώς με τη μετάφραση έργων του Οδυσσέα Ελύτη. Εξάλλου, όπως δηλώνει ο ίδιος σε συνέντευξή του (Ελευθεροτυπία 3.4.1999), τον βοήθησε και η συνεργασία μαζί του, καθώς «πέρα από τα συγκεκριμένα προβλήματα της μετάφρασης, κουβεντιάζαμε την κάθε λέξη, μιλούσαμε γενικότερα για την ποίηση και τη μετάφρασή της. Αυτές οι συζητήσεις, που είχα μαζί του, έχουν διαμορφώσει, σε μεγάλο βαθμό, την αντίληψή μου για το σκοπό της ποίησης». Συγχρόνως αυτός ο υπότιτλος ταιριάζει στο γεγονός ότι έξι από αυτές τις μελέτες είχαν ήδη δημοσιευτεί σε μια αρχική μορφή σε ελληνικά περιοδικά, ενώ μία δημοσιεύεται για πρώτη φορά εδώ. Και ακόμη, ότι οι έξι μελέτες αφορούν πρακτικά και θεωρητικά προβλήματα της μετάφρασης, ενώ η μία (η τέταρτη) ασχολείται με τη γλωσσική και φιλολογική ανάλυση που πρέπει να κάνει ένας μεταφραστής πριν μεταφράσει.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί έτσι ένα από τα ελάχιστα έργα στον χώρο της μεταφρασεολογίας που ασχολούνται με το δύσκολο εγχείρημα - για πολλούς ανέφικτο - της μετάφρασης της ποίησης. Αν και κλείνει ήδη δέκα χρόνια από τη δημοσίευσή του, παραμένει επίκαιρο και εξαιρετικά ενδιαφέρον, αλλά και ένα από τα ελάχιστα έργα στον «επιστημονικά νεφελώδη χώρο της μετάφρασης της ποίησης» (σελ. 9). Η ανάγνωσή του είναι χρήσιμη αφενός για τους μεταφραστές και τους μεταφρασεολόγους, γιατί προσεγγίζει τη μετάφραση καλύπτοντας τόσο το επίπεδο της θεωρίας όσο και της πράξης, αναφέρεται στην αξιολόγηση της μετάφρασης αλλά και στον ρόλο του μεταφραστή - εισάγοντας εκείνη την εποχή στην Ελλάδα αυτή τη στροφή της μεταφρασεολογίας προς τον μεταφραστή, που στο εξωτερικό ήδη είχε αρχίσει να εκδηλώνεται - και τέλος προτείνει μια επακριβή ελληνική ορολογία για διάφορους μεταφρασεολογικούς όρους, κάτι που ακόμη και σήμερα δεν έχει αντιμετωπιστεί με συνέπεια και διεξοδικότητα στον ελληνόφωνο χώρο. Ωστόσο, η ανάγνωση του βιβλίου προσφέρεται και για τους λάτρεις της ποίησης γενικότερα, και ειδικότερα για όσους αγαπούν τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο ή τους έλληνες υπερρεαλιστές, καθώς το βιβλίο ασχολείται με συγκεκριμένα προβλήματα της μετάφρασης της ποίησης και συγχρόνως με τα όρια της μεταφρασιμότητας.

Προλεγόμενα

«Η μετάφραση της ποίησης: Προλεγόμενα μιας συζήτησης» είναι ο τίτλος της πρώτης μελέτης που ασχολείται με τα προβλήματα αυτού του - κατά γενική παραδοχή - πιο δύσκολου μεταφραστικού εγχειρήματος, εφόσον «η ποίηση αντιπροσωπεύει την πιο περιεκτική, πυκνή και υψηλή μορφή γραφής, στην οποία η γλώσσα είναι περισσότερο συνδηλωτική παρά καταδηλωτική, και στην οποία περιεχόμενο και μορφή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα» (σελ. 14). Η μελέτη αυτή προσεγγίζει συνοπτικά όλα τα ζητήματα που αφορούν τη μετάφραση της ποίησης αλλά και της λογοτεχνίας γενικότερα. Αρχικά η προσέγγιση γίνεται σε ένα θεωρητικό επίπεδο και σε ένα διάλογο με τις θέσεις άλλων μεταφραστών, θεωρητικών αλλά και ποιητών για τη μεταφρασιμότητα της ποίησης. Όσον αφορά τη διαδικασία της μετάφρασης, ο Connolly δέχεται το μοντέλο του F. R. Jones (1989) που διακρίνει τρία βασικά στάδια στη μετάφραση: το στάδιο κατανόησης, το στάδιο ερμηνείας και το στάδιο δημιουργίας, σύμφωνα με το οποίο εξάλλου πολλοί έμπειροι μεταφραστές θα μπορούσαν να περιγράψουν την εργασία τους. Όσον αφορά την ταυτόχρονη επίτευξη της ισοδυναμίας και στα τρία επίπεδα - το σημασιολογικό, το υφολογικό και το πραγματολογικό - αυτή είναι συνήθως ανέφικτη για τη μετάφραση της ποίησης. Γι' αυτό ο Connolly τονίζει ότι ο μεταφραστής καλείται να «προσπαθήσει να τις εξισορροπήσει ή να διαλέξει ποια θα προτιμήσει» (σελ. 23), υπογραμμίζοντας έτσι τη σημασία των αποφάσεων που λαμβάνει ο μεταφραστής, σε αυτή την τέχνη των συμβιβασμών, όπως συχνά καλείται η μετάφραση της ποίησης. Στη συνέχεια, η μελέτη παρουσιάζει εν συντομία τη σχέση μεταξύ συγγραφής της ποίησης και μετάφρασης της ποίησης και καταλήγει ότι ένας μεταφραστής πρέπει να έχει εκτός από τις ικανότητες ενός μεταφραστή, και κάποιες ικανότητες ενός κριτικού αλλά και κάποιες ενός ποιητή, ενώ ένας ποιητής μπορεί να είναι καλός ποιητής, αλλά όχι απαραίτητα καλός μεταφραστής. Τέλος, γίνεται αναφορά στη διαφορά μεταξύ μετάφρασης, απομίμησης και διασκευής, στην αξιολόγηση της μετάφρασης - η οποία κατά τον Connolly πρέπει να γίνεται (και) με βάση τους στόχους που από την αρχή και με σαφήνεια έχει θέσει ο μεταφραστής -, καθώς επίσης και στην κάποιου βαθμού ψυχική ή καλλιτεχνική συγγένεια μεταξύ ποιητή και μεταφραστή.

Αξιολόγηση της μετάφρασης

Η δεύτερη μελέτη με τίτλο «Οδυσσέας Ελύτης σε αγγλική μετάφραση: Άξιον εστί το τίμημα;» ξεκινά με την αφοριστική άποψη του Ελύτη, όπως την εξέφρασε κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ το 1979: «Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από τα 20 ή έστω 30% που απομένει μετά από την μεταγλώττιση. […] Γι' αυτό και πίστευα πως τα περισσότερα έργα μου δεν είναι δυνατόν να μεταφραστούν.» (σελ. 27). Τα έργα του, ωστόσο, μεταφράστηκαν και ο Connolly λαμβάνοντας ως βάση τις μεταφράσεις του «Άξιον Εστί» από τους Kimon Friar (1974), Edmund Keeley και George Savidis (1974), προτείνει κάποια δυνητικά κριτήρια για μια κριτική αξιολόγηση των μεταφράσεων, διευκρινίζοντας ότι δεν επιδιώκει την επισήμανση ενδεχόμενων λαθών των μεταφραστών, όπως συνηθίζεται στις κριτικές μεταφράσεων. Αντιθέτως, προτείνει ένα μοντέλο κριτικής - που δυστυχώς μέχρι σήμερα εκλείπει από τις κριτικές των μεταφράσεων και όχι μόνο στην Ελλάδα - όπου αρχικά πρέπει να αναλύεται το πρωτότυπο και η λειτουργία του στη γλώσσα-πηγή και στη συνέχεια να εξετάζονται οι στόχοι του μεταφραστή και το κατά πόσον αυτοί επιτεύχθηκαν. Εστιάζει επίσης σε ένα σημαντικό πρόβλημα κατά τη μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων και δη ποιημάτων από την ελληνική γλώσσα: την ικανότητα της ελληνικής γλώσσας να κινείται σε γλωσσικά ιδιώματα που παραπέμπουν στην Αρχαιότητα, στη Βίβλο, στο Βυζάντιο, στα δημοτικά τραγούδια, στην καθαρεύουσα και τέλος στη δημοτική «με την άνεση που […] παρέχει η ελληνική γλώσσα, η οποία παρουσιάζει μια ιστορική συνοχή και συνέχεια που απουσιάζουν από την αγγλική» (σελ. 32). Ασχολείται επίσης με γενικότερα προβλήματα μετάφρασης της ποίησης, όπως σε σημασιολογικό επίπεδο η επιλογή λέξεων ως ηχητικών συνδυασμών και όχι απαραίτητα ως σημασιολογικών μονάδων, σε υφολογικό επίπεδο η διατήρηση του μέτρου και του ρυθμού, σε πραγματολογικό επίπεδο η δυνατότητα μεταφοράς των αναφορών, για παράδειγμα στη βυζαντινή υμνογραφία και την ορθόδοξη λειτουργία. Η σύγχρονη αντίληψη που διέπει τους προβληματισμούς του Connolly αποδεικνύεται με σαφήνεια στη σύνοψη των κριτηρίων αξιολόγησης, όπου μεταξύ άλλων εστιάζει στην αποφασιστική σημασία των στόχων του μεταφραστή αλλά και στην ξενιστική προσέγγιση της μετάφρασης: «Δεν βλέπω δηλαδή γιατί να απαιτούμε να φαίνεται το Άξιον Εστί σαν ένα αγγλικό ποίημα. Είναι ένα ελληνικό ποίημα όχι μόνο από θεματικής απόψεως αλλά επίσης και στη μορφική του σύλληψη και θα 'πρεπε κατά τη γνώμη μου να διατηρεί τον ελληνικό του χαρακτήρα ακόμα και στη γλώσσα-στόχο» (σελ. 44).

Ο τρόπος εργασίας του μεταφραστή

Η τρίτη μελέτη με τίτλο «Μεταφράζοντας πρισματική ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης και τα "Ελεγεία της Οξώπετρας"» θα μπορούσε να θεωρηθεί μια απάντηση στο ερώτημα: Σε τι χρησιμεύει η θεωρία στους μεταφραστές; - ένα ερώτημα που απασχολεί τον χώρο της μετάφρασης τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια, από τότε δηλαδή που η μεταφρασεολογία καθιερώθηκε λίγο έως πολύ ως μια επιστήμη. Είναι ενδεικτικός ο τρόπος που ο Connolly προσπαθεί να επιλύσει τα μεταφραστικά προβλήματα της πρισματικής ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη αλλά και να τεκμηριώσει τις αποφάσεις του, ανατρέχοντας σε θεωρητικούς της μετάφρασης, όπως η M. Baker, ο K. Harvey και ο P. Newmark, ή σε άλλους μεταφραστές, όπως ο K. Friar ή σε γλωσσολόγους όπως ο Δ. Ι. Τσεκούρας. Παράλληλα βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με το βασικό ερώτημα περί μεταφρασιμότητας της πρισματικής ποιητικής έκφρασης, στην οποία - όπως την ορίζει ο ίδιος ο Ελύτης - «οι λέξεις δεν βρίσκονται ποτέ στο ίδιο επίπεδο, αλλά κυματούνται. Το ποιητικό κείμενο οργανώνεται γύρω από πυρήνες που προεξέχουν και που, εκ των υστέρων, συγκρατούν το σύνολο της πρισματικής ποίησης. Οι πυρήνες αυτοί δεν είναι κατ' ανάγκην 'εικόνες', είναι φραστικές μονάδες αυτοδύναμης ακτινοβολίας, όπου ο συνδυασμός ο ηχολογικός συμπίπτει με το νοηματικό σε τέτοιο σημείο που δεν ξέρεις τελικά εάν η γοητεία προέρχεται απ' αυτό που λέει ο ποιητής ή από τον τρόπο που το λέει» (σελ. 51). Στο πλαίσιο μιας τέτοιας από μεταφραστικής άποψης οριακής κατάστασης παρατηρούμε τον τρόπο εργασίας ενός μεταφραστή: Την ερμηνεία της ποίησης, την αποσαφήνιση των στόχων και της τεχνικής του ποιητή, όπως και του τρόπου λειτουργίας της ποίησής του στη γλώσσα-πηγή. Τη φιλολογική ανάλυση που φτάνει μέχρι στο ότι «το υγρό [l] συνδέεται με κάτι ευχάριστο και τρυφερό, και […] ο συριστικός ήχος [s] συχνά συνδέεται με κάτι τρομερό ή δυσοίωνο» (σελ. 59). Τη χρήση δοκιμασμένων τεχνικών και τεχνασμάτων, όπως των διαφόρων μορφών της αντιστάθμισης για την επανόρθωση της απώλειας σε σημασιολογικό, υφολογικό και πραγματολογικό επίπεδο. Την προσπάθεια πολιτισμικής αντιστοίχησης μέχρι ενός σημείου που δεν θα καθιστά το ελληνικό ποίημα αγγλικό, θα μειώνει όμως όσο το δυνατόν περισσότερο την αναπόφευκτη πραγματολογική απώλεια. Την αποσαφήνιση των στόχων του μεταφραστή που θα καταστήσει πιο διάφανη και την αξιολόγηση του αποτελέσματος. Και τέλος την απόδοση των «σπάνιων λέξεων ή συνηθισμένων λέξεων που χρησιμοποιούνται κατά τρόπο ασυνήθιστο, καθώς και […] ρήσεων που θα μπορούσαν να ονομαστούν "προσωκρατικές" από την άποψη της αινιγματικής τους διατύπωσης» (σελ. 68), δηλαδή τη μεταφορά στη γλώσσα-στόχο μιας λειτουργίας της «γλώσσας την οποία ο Ελύτης αναφέρει "ως ένα σύγχρονο είδος μαγείας"» (σελ. 66). Και καταλήγει ο Connolly στο ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στα διαφορετικά είδη ποίησης και τα αντίστοιχα διαφορετικά είδη μεταφραστικών προβλημάτων ώστε να επιλέξει ο μεταφραστής την κατάλληλη μεταφραστική μέθοδο, χωρίς ωστόσο να υπάρχει κάποια συνταγή ούτε για τη συγγραφή της ποίησης ούτε για τη μετάφρασή της.

Η μαγεία στην ποίηση του Ελύτη

Η τέταρτη μελέτη με τίτλο «Οδυσσέας Ελύτης: μεταγλωσσική ποίηση και σκοτεινά ρήματα» αποτελεί μια σύντομη και ενδιαφέρουσα γλωσσική και φιλολογική ανάλυση του μεταγλωσσικού χαρακτήρα της ποίησης του Ελύτη και του ιδιαίτερου φαινόμενου των μαγικών ή σκοτεινών λέξεων που χρησιμοποιεί ο ποιητής. Ο Connolly παρουσιάζει - με διάφορα παραδείγματα από την ποίηση του Ελύτη όπως και από συνεντεύξεις του - τον τρόπο που ο ποιητής κατασκεύαζε λέξεις, την αισθητική μεταφυσική του καθώς και το πώς αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της ποίησης. Πρόκειται για πληροφορίες πολύ σημαντικές για το έργο του μεταφραστή, γιατί αυτή η ανάλυση της ποίησης του Ελύτη πρέπει να γίνεται πριν ακόμη ο μεταφραστής ασχοληθεί με την ίδια τη μετάφραση. Ωστόσο, στη μελέτη δεν γίνεται καμία αναφορά στη μεταφραστική διαδικασία γι' αυτό και στον τίτλο του βιβλίου εμφανίζεται ως η «+1» μελέτη.

Υπερρεαλιστική ποίηση και μετάφραση

Η πέμπτη μελέτη με τίτλο «Έλληνες υπερρεαλιστές ποιητές σε αγγλική μετάφραση: προβλήματα, παράμετροι και δυνατότητες» αναζητά λύσεις για να «συμβιβάσουμε τη συνειδητή τέχνη της μεταφραστικής διαδικασίας με μια ποίηση που έχει τις ρίζες της στο υποσυνείδητο, που σκοπεύει στο παράλογο και χρησιμοποιεί έναν τρόπο γραφής που είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αυτόματη» (σελ. 93-94). Ο μεταφραστής καλείται να εξετάσει τις τεχνικές που χρησιμοποιούν οι έλληνες υπερρεαλιστές ποιητές για να προκαλέσουν συγκεκριμένες πραγματολογικές αντιδράσεις στον αναγνώστη, ώστε αναπαράγοντάς τες να μπορέσει και η μετάφραση να λειτουργήσει κατά τον ίδιο τρόπο στη γλώσσα-στόχο. Οι τεχνικές αυτές είναι κατ' αρχήν η αυτόματη γραφή: δηλαδή ρυθμός, παρήχηση, σύνταξη χωρίς στίξη - που αποτελεί «εφιάλτη για το μεταφραστή» (σελ. 103) - σύνδεση λέξεων χωρίς τη μεσολάβηση λογικών διαδικασιών, λέξεις-κλειδιά που επαναλαμβάνονται. Επίσης, η δημιουργία μιας ποιητικής εικόνας που αποτελεί τον συνεκτικό ιστό στην υπερρεαλιστική ποίηση, και που η δύναμή της είναι η ταύτιση ανόμοιων πραγματικοτήτων. Άλλο ένα τεχνικό στοιχείο της υπερρεαλιστικής ποίησης που πρέπει να διατηρηθεί στη μετάφραση είναι ο τόνος, και μάλιστα συχνά ο ερωτικός τόνος. Τέλος, ένα ακόμη μεταφραστικό πρόβλημα είναι η χρήση της καθαρεύουσας και γενικότερα η χρήση διαφόρων ιστορικών μορφών της ελληνικής γλώσσας, που δεν βρίσκουν ισοδύναμο στην αγγλική, αλλά που απευθύνονται στην ελληνική συνείδηση ή και στο ελληνικό υποσυνείδητο.
Με γνώμονα την πιστότητα στην εικόνα και στο πραγματολογικό αποτέλεσμα, ο μεταφραστής «οφείλει να είναι το ίδιο τολμηρός, το ίδιο επινοητικός στην επιλογή των λέξεών του, όπως ο συγγραφέας» (σελ. 103), να εντοπίσει την εικόνα και να την καθορίσει ως μια μεταφραστική μονάδα που θα «μεταφράζεται αυστηρά, ακόμα κι αν συγκρούεται με τη φυσικότητα της έκφρασης στη γλώσσα-στόχο» (σελ. 106), και τέλος, να αναζητήσει για την απόδοση του καθαρεύοντος τόνου «αντίστοιχες πομπώδεις λέξεις ή εκφράσεις από τη λατινική ή την αρχαία ελληνική, που μπορούν να δώσουν μερικές φορές ένα τυποποιημένο ή, ακόμα, εξωτικό τόνο στη γενική δομή και στο λεκτικό της τευτονικής γλώσσας» (σελ. 110). Ο Connolly αποδέχεται τις απώλειες που αναπόφευκτα συνεπάγεται η μετάφραση των ελλήνων υπερρεαλιστών περισσότερο ίσως από ό,τι άλλων ποιητών και τάσσεται υπέρ της μετάφρασής τους, τονίζοντας ότι οι «μεταφράσεις της ποίησης επιζητούν να καταργήσουν την εθνική και τη γλωσσική μοναξιά» (σελ. 115).

Η υπέρβαση των μεταφραστικών ορίων

Η έκτη μελέτη με τίτλο «Από "Μπολιβάρ" σε "Bolivar", ή μεταφράζοντας ένα ελληνικό ποίημα» επικεντρώνεται στην επίλυση των μεταφραστικών προβλημάτων σε αυτό το «ιδιαίτερα ελληνικό» - όπως το χαρακτηρίζει ο Connolly - ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου, έτσι ώστε να επιτευχθεί το ίδιο πραγματολογικό αποτέλεσμα στη γλώσσα-στόχο. Δηλαδή η μετάφρασή του να προκαλεί το ίδιο συγκινησιακό και επικοινωνιακό αποτέλεσμα στον άγγλο αναγνώστη, για παράδειγμα. Ο στόχος αυτός είναι εξαιρετικά υψηλός, καθώς το ποίημα περιέχει συνεχείς αναφορές σε τοπωνύμια, κύρια ονόματα και άλλα πολιτισμικά στοιχεία, που στον έλληνα αναγνώστη προκαλούν συγκεκριμένους συνειρμούς. Πρόκειται για ιδέες και συναισθήματα άμεσα συνδεδεμένα με τον πολιτισμό της γλώσσας-πηγής, που περιέχουν δηλαδή μια παραδηλωτική σημασία, η οποία είναι ανέφικτο να μεταφερθεί στη γλώσσα-στόχο: για παράδειγμα οι αναφορές στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον Ρήγα Φεραίο ή τον Οδυσσέα Ανδρούτσο ή σε τοπωνύμια ιστορικής σημασίας, όπως το Λεσκοβίκι ή το Φανάρι. Ο Connolly χρησιμοποιεί την αγγλική μετάφραση του Kimon Friar του 1951, αλλά και τη γαλλική του Robert Levesque του 1947, για να δώσει παραδείγματα μεταφραστικών λύσεων, στα οποία εν μέρει αντιπαραθέτει και δικές του προτάσεις. Επαναλαμβάνει ότι η πραγματολογική απώλεια είναι αναπόφευκτη και ότι το μόνο που μπορεί να κάνει ο μεταφραστής είναι να προσπαθήσει να μειώσει τον βαθμό της. Στην ουσία, οι πιθανές μεταφραστικές προσεγγίσεις είναι δύο ειδών: είτε μια οικειοποιητική μετάφραση είτε μια ξενοποιητική (όπως μεταφράζει ο Connolly τους όρους domesticating και foreignizing). «Ιστορικά, οι περισσότερες μεταφράσεις τείνουν προς την οικειοποιητική προσέγγιση. Αντίθετα, οι ξενοποιητικές προσεγγίσεις έχουν ως κίνητρο τη διάθεση να διατηρηθούν οι γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές με την απόκλιση από τις κυρίαρχες οικείες αξίες και νόρμες» (σελ. 121), δηλώνει ο Connolly και τάσσεται σαφώς υπέρ των δεύτερων αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Δεν βλέπω το λόγο να διαβάζει κανείς ξένη ποίηση η οποία έχει προσαρμοστεί στην κουλτούρα της γλώσσας-στόχου, και, ως εκ τούτου, λίγο πολιτισμικό τρίξιμο όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται» (σελ. 133).

Ο μεταφραστής


Η έβδομη μελέτη με τίτλο «Ο παράγων "μεταφραστής"» εντάσσεται στις σύγχρονες τάσεις της μεταφρασεολογίας, που εστιάζουν στον ρόλο που διαδραματίζει ο μεταφραστής στη μετάφραση - και εδώ συγκεκριμένα στη μετάφραση της ποίησης. Εξετάζει τους λόγους, για τους οποίους ένας μεταφραστής επιλέγει να μεταφράσει ένα ποίημα ή ένα συγκεκριμένο είδος ποίησης, οπότε συγχρόνως και τον σκοπό της μετάφρασής του, σύμφωνα με τον οποίο θα αξιολογηθεί και το αποτέλεσμα. Στη συνέχεια διερευνά σε τι συνίσταται αυτό που ονομάζεται ικανότητα του μεταφραστή, χαρακτηρίζοντας τον μεταφραστή ένα δημιουργικό καλλιτέχνη, δηλαδή αυτόν που αναδημιουργεί το πρωτότυπο έργο. Ασχολείται επίσης με τους ποιητές που μεταφράζουν παραθέτοντας παραδείγματα από το έργο του Lowell και του Pound, όπου ο τελευταίος μάλιστα μετέφραζε από τα κινέζικα χωρίς να τα γνωρίζει και με τη βοήθεια μεσολαβητών που ετοίμαζαν τα προσχέδια της μετάφρασης. Αναφέρεται επίσης στη συνεργασία μεταξύ μεταφραστών και ποιητών, η οποία μπορεί να είναι εξαιρετικά γόνιμη και διαφωτιστική, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και απογοητευτική, ή ακόμη και να επιφέρει ένα ανασταλτικό αποτέλεσμα, όπως στο παράδειγμα του Σεφέρη και του Keeley. Τέλος, ασχολείται με τις εκλεκτικές συγγένειες του μεταφραστή και την πεποίθηση των μεταφραστών ότι πρέπει να μεταφράζουν έργα ποιητών με τους οποίους νιώθουν να ταυτίζονται, και καταλήγει ότι: «Αγάπη για το έργο του ποιητή μαζί με κάποιο βαθμό έμπνευσης είναι παράγοντες σημαντικοί που συνήθως λείπουν από τα μοντέλα και τις θεωρίες της μετάφρασης της ποίησης» (σελ. 149). Ένα άλλο θέμα αυτής της μελέτης αποτελεί η αφάνεια του μεταφραστή που είναι ανάλογη με τη διαφάνεια της μετάφρασης, ένα θέμα με το οποίο ασχολήθηκαν εκτεταμένα ο Venuti και ο Lefevere, όπως και άλλοι μοντέρνοι μεταφρασεολόγοι συνδυάζοντάς το με τον ρόλο που παίζουν στη μεταφραστική διαδικασία άλλοι παράγοντες, όπως οι εκδότες, οι κριτικοί και το αναγνωστικό κοινό της εκάστοτε εποχής. Η μελέτη τελειώνει παρουσιάζοντας την άποψη που θεωρεί τη μετάφραση ως χειρισμό του κειμένου από τον μεταφραστή, καθώς «ο μεταφραστής συχνά επιβάλλει τις προκαταλήψεις του και τις προτιμήσεις του ή εκείνες της εποχής του στο έργο που μεταφράζεται» (σελ. 154). Και μετά την εξέταση όλων αυτών των θεωρήσεων που έχουν άμεση σχέση με τον ρόλο του μεταφραστή, ο Connolly δηλώνει, με την επίγνωση ενός μεταφραστή, ότι «για τους αναγνώστες που δεν δύνανται να ελέγξουν τη μετάφραση έναντι του πρωτοτύπου, η μετάφραση είναι το πρωτότυπο» (σελ. 158). Γι' αυτό η ευθύνη αλλά και η δύναμη του μεταφραστή είναι να κάνει μια μετάφραση ανάλογη με τον στόχο του, και τελικά μια όσο το δυνατόν πιο καλή μετάφραση.