Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2020

"Oι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι" Σχεδίασμα Γ΄ Διονύσιος Σολωμός


1.

Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού).


2.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Kι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kαι σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
Kι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kαι με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
O σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Tο μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του:
«Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες, αλλού να ρίξης άμε.»

―――
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Tο πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·
Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;
Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ’ εμέ να κλάψης.»


3.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . κι’ εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.


4.
Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
O στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Tα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Kι’ ο ουρανός καμάρωνε, κι’ η γη χεροκροτούσε·
Kάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Kι’ εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!».


5.
Aπό την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Xαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Mπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Kατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.


6.
O Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.


7.
Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.


8.
           Eις το ποίημα έν’ από τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν όλες ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμον ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήσει εις τον καιρόν της ευτυχίας· ώστε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει όμως παρηγορία κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Aυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε στ’ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τες γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ’ όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους και να περιμείνη μαζί τους την ώρα του θανάτου. Mετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχες πνοές οι πολυαγαπημένες» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πώς είχε ιδεί τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.

Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τάπλασε, τ’ αγγειό τς ερμιάς τα θέλει.
Iδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
Xωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τάχω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
Eδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Kι’ άκουα που ’λέγετε: «Πουλί, γλυκιά πούν’ η φωνή σου!»
Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·
Kαλές πνοές παρηγοριά στη βαριά νύχτα κι’ έρμη·
Mε σας να πέσω στο σπαθί, κι’ άμποτε νάμαι πρώτη!
Tο στραβό φέσι στο χορό τ’ άνθια στ’ αυτί στολίζει,
Tα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
Kαι στη θωριά του είν’ έμορφο το φως και μαγεμένο!


9.
Tα σπλάχνα μου κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,
Kι’ όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.


10.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
T’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι’ όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Eγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
Mούπε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Kόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.


11.
           Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,

Oπού ’δε σκιάς παράδεισο και τηνέ χαιρετάει
Mε του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.


12.
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
M’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
Aκίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
Kαι γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα·
Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.


13.
Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.


14.
(Mία γυναίκα εις το γιουρούσι)
           Tουφέκια τούρκικα σπαθιά!
           Tο ξεροκάλαμο περνά.


15.
Σαν ήλιος οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
T’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη.
(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1961)

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2020

Iωάννης Γρυπάρης "Eστιάδες"



Bαθειά άκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι ουρανοί
πάν' απ' την Πολιτεία την κοιμισμένη·
κι άξαφνα σέρνει του Kακού το Πνεύμα μια φωνή,
τρόμου φωνή ― κι όλοι πετιούνται αλλαλιασμένοι.

«Έσβυσε η άσβυστη φωτιά!» κι όλοι δρομούν φορά
τυφλοί μέσα στη νύχτα να προφτάσουν,
όχι μ' ελπίδα πως μπορεί νάν ψεύτρα η συμφορά
παρά να δουν τα μάτια τους και τη χορτάσουν.

Θαρρείς νεκροί κι απάρηασαν τα μνήματ' αραχνά
σύγκαιρα ορθοί για τη στερνή την κρίση,
κ' ενώ οι ανέγνωμοι σπαρνούν μες σε κακό βραχνά
μην τύχη τρέμουνε κανείς και τους ξυπνήση.

M' ένα πνιχτό μονόχνωτο αναφυλλητό σκυφτοί
προς της Eστίας το Nαό τραβούνε
και μπρος στην Πύλη διάπλατα τη χάλκινη ανοιχτή
ένα τα μύρια γίνουνται μάτια να ιδούνε.

Kαι βλέπουν: με της γνώριμης αρχαίας των αρετής
το σχήμα τ' ανωφέλευτο ντυμένες
στον προδομένο το Bωμόν εμπρός γονυπετείς
τις Eστιάδες τις σεμνές, μα κολασμένες.

Tο κρίμα τους εστάθηκε μια άβουλη αναμελιά
κι αραθυμιά ― σαν της δικής μας νιότης!
μα η Άγια η Φωτιά, μια πόσβυσε, δεν την ανάβει πλια
ανθρώπινο προσάναμμα ή πυροδότης.

Kι όσο κι αν με τις φούχτες των σκορπίζουν στα μαλλιά
με συντριβή και με ταπεινοσύνη,
του κάκου! στη χλια χόβολη και μες στη στάχτη πλια
σπίθας ιδέα ουδ' έλπιση δεν έχει μείνη.

K' είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν πρι ο καινούργιος ο ήλιος ανατείλη
κάμη το θάμα του ο ουρανός και στ' άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλη.

Kι αν είν και πέση απάνω τους, ας πέση! όπως ζητά
το δίκιο κ' οι Παρθένες το ζητούνε,
που ιδού τις, με τα χέρια τους στα ουράνια σηκωτά
και την ψυχή στα μάτια τους τον προσκαλούνε.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Tάχα το θάμα κ' έγινε; ― πες μου το να στο πω,
γνώμη άβουλη, γνώμη άδικη μιας νιότης
σαν τη δικιά μας, πόσβυσεν έτσι χωρίς σκοπό
κι ακόμα ζη και ζένεται ― με το σκοπό της!

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2020

Γεώργιος Σουρής "Δυστυχία σου Ελλάς"

Ο Γεώργιος Σουρής (1853 - 1919) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, έχοντας χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης».

Ο Σουρής έγραψε το ποίημα "Δυστυχία σου Ελλάς" το 1893 σατιρίζοντας την κατάσταση στην Ελλάδα την περίοδο της πρώτης χρεοκοπίας, με τότε πρωθυπουργό τον Χαρίλαο Τρικούπη. Το ποίημα, δυστυχώς, είναι ακόμη πολύ επίκαιρο, σα να γράφτηκε χθες...



"Δυστυχία σου Ελλάς"

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;


Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2020

Η ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ΑΦΙΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ "ΘΥΣΙΑ" ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ




Τον Φλεβάρη του 1927 ο νεαρός ποιητής Γιάννης Ρίτσος εισάγεται στο νοσοκομείο Σωτηρία. Στην τρίτη θέση, που κατακλύζεται από άπορους φυματικούς, θα παραμείνει τρία χρόνια. Εκεί θα γνωρίσει την επίσης νεαρή και άρρωστη Μαρία Πολυδούρη και θα συνδεθούν φιλικά. Το ποίημα της Μ. Πολυδούρη Θυσία είναι αφιερωμένο στον Γ. Ρίτσο. Περιλαμβάνεται στη συλλογή Οι τρίλλιες που σβήνουν (1928).




Θυσία


Στον κ. Γιάννη Ρίτσο




Καρδιά μου, τούτη η ώρα εδώ που εστάθη
με μια δεσποτικιά γαλήνη, κάτι
έχει βαρύ, μ’ αγγίζει σαν το μάτι
του άγριου μοιραίου που λάθεψα πως χάθη.

Ο λογισμός μου τώρα αδυνατίζει
και σκύβει σαν ο ένοχος μπροστά σου.
Καμιά φωνή να μου φωνάζει, στάσου.
Ούτε μια ελπίδα, εντός μου να φωτίζει.

Και δεν αντέχω, θα τ’ ακούσεις όλα,
τίποτα δεν εσκέπασεν η λήθη.
Θα σου τα πω σαν ένα παραμύθι
καρδιά μου ερημική κι ονειροπόλα.

Κοίταξε το βραδάκι αυτό που κλείνει
τόση γαλήνη κι όταν αντικρίζει
τον κάμπο είναι σα χάδι, δε δροσίζει
όμως, μια νοσταλγία μέσα μας χύνει…

Μαντεύω απ’ τη γαλήνη σου τι θλίψη
πικρή σε τρώει φτωχή καρδιά μου κι έρμη.
Της ύπαρξής σου σου ’κλεψαν τη θέρμη
κι η δρόσο του καημού σου ’χει απολείψει.

Λουλούδι που το φως σ’ είχε αγαπήσει
έμεινες μοναχά με τη λαχτάρα,
που αργά γίνηκε φλόγα και κατάρα
τίποτε πια ’πό σε να μην αφήσει.

Είδα το φως αυτό να λιγοστεύει
τότε και σένα αγάλια να χλωμαίνεις.
Σου είπα, θυμάσαι; Πρέπει να υπομένεις
και σου ’δειξα τη σκέψη που πιστεύει.

Ήταν ωραία κάποτε, θυμάσαι;
Την εκαμάρωσες και συ, καρδιά μου.
Αχ, η αρμονία πώς όρμησε βαθιά μου
τότε. Μα σε είδα πάλι να λυπάσαι…

Τώρα, για σένα είναι όλα τελειωμένα.
Και τη στερνή πνοούλα έχεις αφήσει.
Η σκέψη μου που μάταια έχει ανθίσει
μαδάει σε νεκράνθια σπαραγμένα.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ



Το Σπίτι της Κύπρου (Ξενοφώντος 2Α, Σύνταγμα) σας προσκαλεί
την Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020 και ώρα 19:00
στην εκδήλωση

ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΜΕΛΑΝΗΣ


Ο Γιώργος Χουλιάρας συζητά για το ποιητικό έργο του με τους ποιητές Γιάννη Ζέρβα, Δημήτρη Καλοκύρη και τη Μορφωτική Σύμβουλο της Πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας Νάντια Στυλιανού και διαβάζει ανατρέχοντας σε λήμματα μιας ζωής που συνιστά ΛΕΞΙΚΟ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

 

Ο Γιώργος Χουλιάρας είναι ποιητής, δοκιμιογράφος, πεζογράφος και μεταφραστής. Το 2014 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για την καινοτόμο γραφή του και το σύνολο του έργου του. Η ποίησή του σε μετάφραση έχει δημοσιευτεί σε κορυφαία αμερικανικά περιοδικά και ανθολογίες -όπως Harvard Review, The Iowa Review, Ploughshares, Poetry, World Literature Today και Modern European Poets -- και σε άλλες χώρες, όπως Βουλγαρία, Γαλλία, Ιαπωνία, Ιταλία, Κροατία, Λιθουανία, Τουρκία. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε και εργάστηκε κυρίως στη Νέα Υόρκη πριν επιστρέψει στην Αθήνα από το Δουβλίνο. Έχει εργαστεί ως πανεπιστημιακός λέκτορας, σύμβουλος πολιτιστικών φορέων, ανταποκριτής και Σύμβουλος Τύπου σε Πρεσβείες. Έχει εκλεγεί Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων και στο Δ.Σ. άλλων πολιτιστικών και επιστημονικών φορέων.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

ELISABETH BISHOP



Ερωτήματα του ταξιδιού
Υπάρχουν τόσοι καταρράκτες εδώ˙ στριμωγμένα ποτάμια
σπεύδουν τόσο βιαστικά κάτω στη θάλασσα,
κʼ η πίεση από τόσα σύννεφα στις κορυφογραμμές
που τα κάνει να χύνονται στις πλαγιές σʼ απαλή, αργή κίνηση,
αλλάζοντάς τα σε καταρράκτες εμπρός στα ίδια μας τα μάτια.
‒ Κι αν αυτές οι φλέβες, αυτοί οι μίλια μακριοί, στιλπνοί, δακρυλεκέδες
δεν είναι ακόμα καταρράκτες
σε μια κοντινή εποχή ή έτσι, όπως οι εποχές περνούν εδώ,
πιθανώς θα γίνουν.
Μα κι αν ποτάμια και σύννεφα συνεχίζουν να ταξιδεύουν, να ταξιδεύουν
τα βουνά μοιάζουν με τα καύκαλα μπαταρισμένων πλοίων
στη λάσπη βουτηγμένα και κολλημένα.
Σκέψου το μακρύ ταξίδι από το σπίτι.
Έπρεπε να είχαμε μείνει στο σπίτι και να τα σκεφτόμαστε αυτά εδώ;
Πού θα έπρεπε να βρισκόμαστε αυτήν την ημέρα;
Είναι σωστό να είμαστε θεατές ξένοι σʼ ένα έργο
σε αυτό το πιο παράξενο των θεάτρων;
Τι παιδαριώδες είναι αυτό όσο υπάρχει ανάσα ζωής
στα σώματά μας, είμαστε αποφασισμένοι να βιαστούμε
να δούμε τον ήλιο της άλλης πλευράς ολόγυρα;
Το πιο μικροσκοπικό κολιμπρί στον κόσμο;
Να σταθεί το βλέμμα μας σε κάποια δυσερμήνευτη παλαιά πέτρινη
κατασκευή,
δυσερμήνευτη και απόρθητη,
από κάθε άποψη,
ευθύς μόλις ιδωθεί και παντοτινά, παντοτινά απολαυστική.
Ω, πρέπει να ονειρευόμαστε τα όνειρά μας
και να τα κατακτούμε επίσης;
Κι έχουμε χώρο
για ένα επιπλέον στολισμένο ηλιοβασίλεμα, ακόμη αρκετά θερμό;
Μα σίγουρα θα ήταν κρίμα
να μην έχουμε δει τα δέντρα παραπλεύρως αυτού του δρόμου,
αληθινά σπουδαία για την ομορφιά τους,
να μην τα έχουμε δει να λικνίζονται
σαν αριστοκράτες της παντομίμας, ντυμένα στα ροζ.
‒ Να μην έχουμε σταματήσει για βενζίνη και νʼ ακούσουμε
τον λυπημένο, σε δύο νότες, ξύλινο ρυθμό
των ανόμοιων ξυλοπάπουτσων
που ανέμελα χτυπούν γύρω
από ένα βενζινάδικο γεμάτο λεκέδες μηχανόλαδων.
(Σε μιαν άλλη χώρα όλα τα ξυλοπάπουτσα θα δοκιμάζονταν.
Κάθε ζευγάρι εκεί θα είχε πανόμοιο βήμα).
‒ Κρίμα να μην έχουμε ακούσει
την άλλη, τη λιγότερο πρωτόγονη μουσική της χοντρής, καφετιάς καρδερίνας
που τραγουδά πιο πάνω από την ταραγμένη αντλία βενζίνης
μέσα σʼ ένα περίτεχνο, ιησουίτικο εκκλησάκι από μπαμπού:
τρία καμπαναριά, πέντε ασημένιοι σταυροί.
‒ Ναι, κρίμα να μην έχουμε αναλογιστεί,
θαμπά και ατελέσφορα,
πάνω στη σχέση που μπορεί να υπάρχει για αιώνες
ανάμεσα στα πιο ακατέργαστα ξυλοπάπουτσα
και, προσεκτικά και σχολαστικά,
στις πελεκημένες φαντασίες των ξυλοπάπουτσων
και, προσεκτικά και σχολαστικά,
στις πελεκημένες φαντασίες των ξύλινων κλουβιών.
‒ Ποτέ να μην έχουμε μελετήσει Ιστορία μέσα
στην ασθενική καλλιγραφία των κλουβιών των ωδικών πτηνών.
‒ Και ποτέ να μην έχουμε ακούσει τη βροχή
τόσο πολύ όσο τους λόγους των πολιτικών:
δύο ώρες αδυσώπητου ορατόριου
και μετά μια θλιβερή χρυσαφένια σιωπή
όταν ο ταξιδιώτης παίρνει ένα σημειωματάριο, γράφει:
Είναι η ελλιπής φαντασία που μας φέρνει
σε φανταστικούς τόπους κι απλά δεν μένουμε στο σπίτι;
Ή μπορεί ο Πασκάλ να μην έχει ολότελα δίκιο
σχετικά με το απλά να κάθεσαι ήσυχα μέσα σʼ ένα δωμάτιο;1
Ήπειρος, πολιτεία, χώρα, κοινωνία:
η επιλογή δεν είναι ποτέ πλατιά και ποτέ ελεύθερη.
Κι εδώ ή εκεί… Όχι. Θα έπρεπε να έχουμε μείνει στο σπίτι,
οπουδήποτε αυτό κι αν ήταν;
1. «Η μοναξιά φέρνει στον άνθρωπο δυστυχία γιατί δεν ξέρει πώς να καθίσει ήσυχα στο δωμάτιό του», Pascal, Pensées (1670)

Μετάφραση Γιώργος Παναγιωτίδης

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

W.H. AUDEN

Pieter Brueghel, The Fall of Icarus

Musée des Beaux Arts

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης


Ποτέ δεν έκαναν λάθος οι Παλιοί ΤεχνίτεςΠάνω στον ανθρώπινο πόνο: πώς την καταλαβαίνανΤη θέση του στη ζωή· πως έρχεται να μας εύρειΚαθώς τρώει ο άλλος ή ανοίγει ένα παράθυρο η ακόμη περπατά βαριεστημένος·Πως, όταν οι γέροντες με πάθος, με κατάνυξη προσμένουνΤο θαύμα της γέννησης, πρέπει πάντα να υπάρχουν παιδάκιαΠου δεν πολυγυρεύουν να γίνει τέτοιο πράγμα, πατινάρονταςΣε μια δεξαμενή στην άκρη του δάσους.Ποτέ δεν ξέχασαν πως ακόμηΚαι το φριχτό μαρτύριο πρέπει να πάει το δρόμο τουΟπωσδήποτε σε μια γωνιά, σε κάποιον ανοικοκύρευτο τόποΌπου οι σκύλοι συνεχίζουν τη σκυλίσια ζωή τους και τ’ άλογο του βασανιστήΞύνει τ’ αθώα του καπούλια σ’ ένα δέντρο.
Στον Ίκαρο του Μπρέγκελ λόγου χάρη: πώς καθετί γυρνά τη ράχηΠολύ νωθρά στον όλεθρο· μπορεί ο ζευγάςΝ’ άκουσε την πλαταγή στη θάλασσα, την έκθετη κραυγή,Όμως γι’ αυτόν δεν ήταν σπουδαίο ατύχημα· κι ο ήλιος τη δουλειά τουΈλαμπε στα πόδια τ’ άσπρα που βουλιάζαν στο πράσινοΝερό· και τ’ αλαφρύ δαπανηρό καράβι που είδε ασφαλώςΚάτι εκπληχτικό, τ’ αγόρι που έπεφτε απ’ τον ουρανό,Έπρεπε κάπου να φτάσει κι αμέριμνο τράβηξε ανοιχτά.
Δεκέμβρης 1938

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

WALLACE STEVENS



 ΘΛΙΜΜΕΝΟΙ ΗΧΟΙ ΕΝΟΣ ΕΥΘΥΜΟΥ ΒΑΛΣ     
Η αλήθεια είναι πως έρχεται η ώρα
Που δεν πενθούμε άλλο πια τη μουσική
Τόσο ακίνητος ήχος που είναι.
Έρχεται η ώρα που το βαλς
Δεν είναι τρόπος πια επιθυμίας,  τρόπος
αποκαλυπτικός επιθυμίας, κι είναι άδειο από σκιές.

Τόσα πολλά τα βαλς που έχουν τελειώσει.  Κι έπειτα
Υπάρχει αυτός ο Χουν με τη βουνίσια σκέψη,
Το βαλς δεν ήτανε γι αυτόν  ποτέ επιθυμία,
Αυτός που  βρήκε  κάθε φόρμα κάθε  τάξη μες στη μοναξιά,
Που τις μορφές δεν ταύτισε ποτέ με σχήμα ανθρώπων.
Τώρα,  έχουν  και  γι αυτόν χαθεί,  οι φόρμες οι δικές του.
Ούτε στη θάλασσα ούτε στον ήλιο υπάρχει τάξη.
Οι μορφές έχασαν τη λάμψη τους.
Είναι αυτή η  αιφνίδια συρροή  ανθρώπων,
Αυτά τα αιφνίδια σύννεφα προσώπων και χεριών,
Μια πίεση τεράστια, απελευθερωμένη,
Αυτές οι φωνές  που κραυγάζουν μη ξέροντας γιατί,
Μόνο να είναι ευτυχείς, χωρίς να ξέρουν  πώς,
Επιβάλλοντας φόρμες που δεν μπορούν να περιγράψουν,
Απαιτώντας την τάξη έξω απ' τα λόγια τους.
Τόσα πολλά τα βαλς που έχουν τελειώσει. Αλλά οι μορφές
για τις οποίες οι φωνές κραυγάζουν, κι  αυτές,  μπορεί να είναι
Τρόποι επιθυμίας, τρόποι που αποκαλύπτουν την επιθυμία.
Τόσα πολλά τα βαλς-  Ο λόγος της αμφιβολίας
Εκκωφαντικός πιο συχνά και σύντομα ,  θα είναι σύντομα συνεχής.
Κάποιος μουσικός στοχαστής σύντομα σε μια μουσική στοχασμών
Θα ενώσει τις ανθρώπινες φιγούρες και οι μορφές τους
Θα λάμψουν πάλι με κίνηση, η μουσική
Θα είναι κίνηση  και γεμάτη σκιές.
ΙΔΕΕΣ ΤΑΞΗΣ )

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ MΠΛΕ ΚΙΘΑΡΑ
                         XIV
Πρώτα μια λάμψη, μετά μια άλλη, μετά
Ως χίλιες  ακτινοβολούν στον ουρανό.
Η κάθε μια άστρο μαζί και σφαίρα- κι η μέρα
Ο πλούτος είναι της ατμόσφαιρας τους.
Η θάλασσα προσθέτει σκόρπια τα χρώματα της.
Οι ακτές είναι όχθες πυκνής ομίχλης.
Ένας   Γερμανικός πολυέλαιος, λέει κάποιος-
Ένα κερί είναι αρκετό για να φωτίσει τον κόσμο.
Τον φανερώνει.  Ακόμα και το μεσημέρι
Λάμπει σε ουσιώδες σκοτάδι.
Τη νύχτα, φωτίζει το φρούτο και το κρασί,
Το βιβλίο και το ψωμί, τα πράγματα όπως είναι,
Σ' ένα σκιόφως όπου
Κάποιος κάθεται και παίζει τη μπλε κιθάρα.

(Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ MΠΛΕ ΚΙΘΑΡΑ)


Μετάφραση: Μάρω Παπαδημητρίου

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2020

William Ernest Henley "Invictus"



Invictus

Out of the night that covers me,
Black as the Pit from pole to pole,
I thank whatever gods may be
For my unconquerable soul.

In the fell clutch of circumstance
I have not winced nor cried aloud.
Under the bludgeonings of chance
My head is bloody, but unbowed.

Beyond this place of wrath and tears
Looms but the Horror of the shade,
And yet the menace of the years
Finds, and shall find, me unafraid.

It matters not how strait the gate,
How charged with punishments the scroll.
I am the master of my fate:
I am the captain of my soul.

[Μετάφραση ανωνύμου από το διαδίκτυο: 

Μέσα στη νύχτα που με σκεπάζει,
μαύρη σαν πίσσα όπως είναι,
ευχαριστώ όποιον Θεό υπάρχει
για την ελεύθερη ψυχή μου.

Υπό το βάρος των περιστάσεων
ποτέ δε λύγισα ούτε ούρλιαξα δυνατά.
Όταν το βάρος της τύχης έπεσε πάνω μου
Το κεφάλι μου μάτωσε, αλλά δεν έσκυψε.

Πέρα απ'αυτό τον τόπο της οργής και των δακρύων
βρίσκεται ο τρόμος της σκιάς,
Κι όμως, παρά τις απειλές όλων των χρόνων
θα με βρει, μα θα με βρει χωρίς να φοβάμαι.

Σημασία δεν έχει πόσο στενή είναι μια πύλη,
πόσο γεμάτη με τιμωρίες η περγαμηνή,
εγώ διαφεντεύω τη μοίρα μου:
αφέντης της ψυχής μου είμαι εγώ.]


Η ταινία Invictus (Ανίκητος / σκηνοθεσία Κλιντ Ίστγουντ, 2009), επιχειρεί να βιογραφήσει τον Nelson Mandela (τον οποίον υποδύεται ο Morgan Freeman) και θεωρούμε ότι το κατορθώνει με ρεαλιστικό τρόπο και συνάμα συγκινητικό. 


MARIANNE MOORE



Η ποιήτρια Marianne Moore έζησε για λίγο διάστημα στη Ρόδο όταν ο αδερφός της υπηρετούσε εκεί ως καθολικός παπάς. Η Moore ήταν επίσης κόρη ιερέα και προσπαθώντας να αποτινάξει τον συντηρητισμό της οικογένειας και των αξιών της αφοσιώθηκε στην ανίχνευση της αμερικανικότητας που είναι η άλλη όψη της πυρηνικής οικογένειας.
 Στην ποίησή της προχώρησε πέρα από τα συμβατικά όρια του λυρισμού και είναι εκπρόσωπος του μοντερνισμού (από τις σημαντικότερες). 
Το ποίημά της "Ο Τάφος" είναι από τα ωραιότερα ποιήματα που έχω διαβάσει. Το βρήκα μεταφρασμένο στα ελληνικά από την Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου ως "Το Νεκροταφείο". Το ποίημα αυτό το έστειλε στον Ezra Pound και εκείνος της είπε να αλλάξει την έμφαση στις λέξεις συνείδηση και βούληση. Η Moore του απάντησε ότι θα το κάνει αλλά δεν το έκανε. Για εκείνη η συνείδηση ήταν σημαντικότερη της βούλησης που της πρότεινε ο Pound.
Η Moore έζησε όλη τη ζωή της με τη μητέρα της και ακόμη και στην ποίησή της ακούγεται η φωνή της μητέρας της που ταυτίζεται με τη δική της φωνή. Οι δυο τους ενωμένες σε μια φωνή. 


Το Νεκροταφείο

Άνθρωπε, που κοιτάζεις μέσα στη θάλασσα –
στερώντας τη θέα από εκείνους που έχουν πάνω της το ίδιο δικαίωμα όσο έχεις κι εσύ για τον εαυτό σου –
είναι φύσει ανθρώπινο να σταθείς στη μέση ενός πράγματος,
αλλά δε γίνεται να σταθείς εν μέσω αυτής:
η θάλασσα δεν έχει τίποτα να σου προσφέρει παρά έναν καλοσκαμμένο τάφο.
Τα έλατα στέκονται σε πομπή – έκαστο με ένα σμαραγδένιο τρίγωνο στην άκρη – εσωστρεφή όπως τα περιγράμματά τους – λέγοντας τίποτα·
η απώθηση, ωστόσο, δεν είναι το πιο εξόφθαλμο χαρακτηριστικό της θαλάσσης·
η θάλασσα είναι ένας συλλέκτης, ταχύς στο να επιστρέψει το αδηφάγο βλέμμα.
Υπάρχουν κι άλλοι πέρα από εσένα οι οποίοι ενδύθηκαν αυτό το βλέμμα –
η έκφραση των οποίων έπαψε να είναι μία διαμαρτυρία –
τα κόκκαλα των οποίων έπαψαν να είναι το αντικείμενο της έρευνας για τα ψάρια
εφόσον δεν έχουνε αντέξει·
άντρες ρίχνουν τα δίχτυα, δίχως επίγνωση πώς βεβηλώνουν έναν τάφο,
και κωπηλατούν γρήγορα μακριά· όμοια με τα πόδια της αράχνης στην επιφάνεια
κινούν συγχρονισμένα τα πτερύγια λες και δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα
όπως ο θάνατος.
Οι κυματισμοί αναδιπλώνονται εις εαυτόν σε μία φάλαγγα – υπέροχοι κάτω από ένα αφρώδες δίκτυο,
και καταλήγουν ξέπνοα ενώ η θάλασσα θροΐζει μέσα κι έξω από τα φύκια·
τα πουλιά βουτούν στον αέρα με τη μέγιστη ταχύτητα, γιουχάροντας κατά το σύνηθες–
τις ρίζες των βράχων γδέρνει το καύκαλο μιας χελώνας, ανάμεσά τους εν κινήσει κι ο ωκεανός, κάτω από τον παλμό των φάρων και τον ήχο των σημαδούρων,
όπως πάντα προελαύνει, δείχνοντας λες και δεν είναι αυτός ο ίδιος ωκεανός
μες στον οποίο όλα τα πεταμένα πράγματα δεσμεύονται να βουλιάξουν –
μες στον οποίο το αν αναδεύονται ή αν θα στροβιλιστούν, δεν θα ‘ναι
από δική τους βούληση ή συνείδηση.



A Grave

Marianne Moore - 1887-1972
Man looking into the sea,
taking the view from those who have as much right to it as you have to yourself,
it is human nature to stand in the middle of a thing,
but you cannot stand in the middle of this;
the sea has nothing to give but a well excavated grave.
The firs stand in a procession, each with an emerald turkey-foot at the top,
reserved as their contours, saying nothing;
repression, however, is not the most obvious characteristic of the sea;
the sea is a collector, quick to return a rapacious look.
There are others besides you who have worn that look—
whose expression is no longer a protest; the fish no longer investigate them
for their bones have not lasted:
men lower nets, unconscious of the fact that they are desecrating a grave,
and row quickly away—the blades of the oars
moving together like the feet of water-spiders as if there were no such thing as death.
The wrinkles progress among themselves in a phalanx—beautiful under networks of foam,
and fade breathlessly while the sea rustles in and out of the seaweed;
the birds swim through the air at top speed, emitting cat-calls as heretofore—
the tortoise-shell scourges about the feet of the cliffs, in motion beneath them;
and the ocean, under the pulsation of lighthouses and noise of bellbuoys,
advances as usual, looking as if it were not that ocean in which dropped things are bound to sink—
in which if they turn and twist, it is neither with volition nor consciousness.




WALT WHITMAN

Αυτό το χειρόγραφο του ποιητή Walt Whitman δείχνει την επεξεργασία του ποιήματος " Thanks in Old Age" 



THANKS IN OLD AGE.
Thanks in old age—thanks ere I go,
For health, the midday sun, the impalpable air—for life, mere
life,
For precious ever-lingering memories, (of you my mother dear
—you, father—you, brothers, sisters, friends,)
For all my days—not those of peace alone—the days of war the
same,
For gentle words, caresses, gifts from foreign lands,
For shelter, wine and meat—for sweet appreciation,
(You distant, dim unknown—or young or old—countless, un-
specified, readers belov'd,
We never met, and ne'er shall meet—and yet our souls embrace,
long, close and long;)
For beings, groups, love, deeds, words, books—for colors, forms,
For all the brave strong men—devoted, hardy men—who've for-
ward sprung in freedom's help, all years, all lands,
For braver, stronger, more devoted men—(a special laurel ere I
go, to life's war's chosen ones,
The cannoneers of song and thought—the great artillerists—the
foremost leaders, captains of the soul:)
As soldier from an ended war return'd—As traveler out of
myriads, to the long procession retrospective,
Thanks—joyful thanks!—a soldier's, traveler's thanks.

Το παραπάνω χειρόγραφο του Walt Whitman δείχνει πώς ο ποιητής επεξεργάστηκε το ποίημα " Leaves of Grass" σαν ένα κολάζ 


Κι εδώ αριστερά υπάρχει τυπωμένο το ποίημα ενώ δεξιά βλέπουμε το χειρόγραφο του ποιήματος!  


Οι εικόνες αντλήθηκαν από το HARRY RANSOM CENTER

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

HART CRANE


Μετάφραση Χάρης Βλαβιανός

Θρύλος

Σιωπηλές, σαν τον καθρέφτη, πλάι μου
Βυθίζονται οι πραγματικότητες στη σιωπή…
Δεν είμαι έτοιμος για μεταμέλεια∙
Ούτε για ν’ αντιπαρατεθώ στις τύψεις μου. Γιατί η νυχτοπεταλούδα
Δεν ενδίδει περισσότερο απ’ ότι η ακίνητη
Ικέτιδα φλόγα. Και τρεμάμενα
Στις λευκές νιφάδες που πέφτουν
Είναι τα φιλιά,--
Το μόνο που αξίζει κάθε παραχώρηση.

Πρέπει να το μάθει κανείς—
Αυτό το σκίσιμο στα δύο, αυτό το κάψιμο.
Όμως μονάχα αν είναι έτοιμος
Ν’ αναλωθεί και πάλι.

Χίλιες φορές
(Ξανά το αναμνηστικό που γίνεται καπνός,
Είδωλο που αιμορραγεί!), και μια φορά ακόμα.
Ώσπου να κερδηθεί η λαμπερή η λογική
Χωρίς κανένα ψίθυρο,
Σαν τον καθρέφτη

Ύστερα, σταγόνα την καυστική σταγόνα, μια τέλεια κραυγή
Θα δέσει κάποια επίμονη αρμονία,-
Τον αδιάλλακτο χορό εκείνων που οδηγούν
Τον θρύλο της νεότητάς τους στο καταμεσήμερο.

O Αμερικανός ποιητής Hart Crane (1899-1932), ένας από τους πρώτους που επιχείρησαν να εκφράσουν το πνεύμα του εκμηχανισμένου 20ου αιώνα με ποιητικούς όρους, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερος ποιητής της γενιάς του. Ο Robert Lowell τον αποκαλούσε «ο Σέλλεϋ της εποχής μου», ενώ ο κριτικός Allan Tate έγραψε πως ο Κρέιν «μεταμόρφωσε και επανενεργοποίησε την αμερικανική γλώσσα». Γεννημένος σε μια μικρή πόλη του Οχάιο, ο Κρέιν επαναστάτησε εναντίον της αξιοπρεπούς μικροαστικής οικογένειάς του, και σπαταλήθηκες σε μια βίαιη, παράφορη και ασταθή περιπλάνηση στην Αμερική, την Ευρώπη και την Καραϊβική, διακηρύσσοντας την ομοφυλοφιλία του, σπαρασσόμενος από αμφιβολίες για την γνησιότητα της ποιητικής του φλέβας, πάσχοντας από μανιοκαταθλιπτικές κρίσεις, άρρωστος, φτωχός και αλκοολικός. Τον Απρίλιο του 1932 αυτοκτόνησε πηδώντας στη θάλασσα, την ώρα που το πλοίο που τον μετέφερε περνούσε από τον Κόλπο του Μεξικού. Κορυφαίο ανάμεσα στα έργα του παραμένει το επικό ποίημα Η γέφυρα [1930], το οποίο αποτελεί μια μεταφορική συγχώνευση των προσωπικών αισθημάτων του ποιητή με τους μύθους και την ιστορία της Αμερικής και αποτελεί την αισιόδοξη απάντηση του Νέου Κόσμου στην αρνητική άποψη για τη σύγχρονη εποχή, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην Έρημη Χώρα του Έλιοτ. Αν και βαθύτατα επηρεασμένος από τον Έλιοτ, ο Κρέιν απέρριψε το μοντερνιστικό του πρόγραμμα, και στηριζόμενος στα δικά του σύμβολα (σύγχρονες αμερικανικές πόλεις, μηχανές, μουσική τζαζ, τροπικά τοπία της Φλόριντα, ακτές της Καραϊβικής, κλπ.) έγραψε ένα ποίημα που συνθέτει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της αμερικανικής κουλτούρας σ’ ένα εκστατικό όλον. Ο ποιητής πού ύψωσε πάνω από της κερματισμένη Αμερική τη Γέφυρά του, για να της προσφέρει ένα νέο συνεκτικό όραμα, έμελλε να χαθεί, στοιχειώνοντάς την.