Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

ΚΑΒΑΦΗΣ και ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ μια συνομιλία αισθητών!


Εισαγωγικό σχόλιο Νότα Χρυσίνα*



                                                    Caravaggio

Το Σύνταγμα της ηδονής είναι ένα από τα τρία σωζόμενα πεζά ποιήματα του Καβάφη τα άλλα δύο είναι Τα Πλοία και τα Ενδύματα.  Υπολογίζεται (με κριτήριο τη γλώσσα και την ωριμότητα της έκφρασης) ότι έχουν γραφεί ανάμεσα στα 1894 και 1897. Είναι η περίοδος κατά την οποία ο ποιητής μεταβαίνει από το ρομαντισμό στον αισθητιστισμό και τον συμβολισμό. Με τα πεζά αυτά ποιήματα αποπειράται να ανανεώσει την ποιητική του έκφραση. Οι απόπειρες αυτές έμειναν χωρίς συνέχεια.
Ο όρος «ποίημα εν πεζώ λόγω» απαντά σε δοκιμιακό πεζό του Καβάφη το 1892, όπου αναλύεται όχι κάποιο πεζόμορφο ποίημα, αλλά η πρόζα του Φιλοστράτου. 
Ο Καβάφης φαίνεται να γνωρίζει το έργο του Μπωντλαίρ και να συνομιλεί με τον αισθητισμό. Όμως, η ιδοσυγκρασία του δεν του επιτρέπει να περάσει από τον ύμνο  για το ωραίο σώμα και την ηδονή στα ακραία προτάγματα του αισθητισμού, τα οποία αγγίζουν το κακό, το άρρωστο και νοσηρό. Η μελαγχολία του Καβάφη είναι η μελαγχολία ενός αριστοκράτη που διαλέγει τη μοναξιά από σνομπισμό και δεν κατατρύχεται από τον δυισμό των καταραμένων ποιητών όπως ο Μπωντλαίρ με τα αισθήματα έλξης και άπωσης προς τον κόσμο ή τον έρωτα. Ο Μπωντλαίρ ένας flaneur της πόλης εντοπίζει στην πραγματικότητα το παράδοξο και καταφεύγει στο όνειρο όπως φαίνεται από το πεζοποίημα Η μελαγχολία του Παρισιού.  Ο διχασμός των αισθημάτων του μεταφέρεται στο πεζοποίημα που φαίνεται και αυτό να διχάζεται ανάμεσα σε δύο είδη. Το ίδιο είδος δεν φαίνεται να εκφράζει τον Καβάφη ο οποίος περνάει στον συμβολισμό και στον ρεαλισμό μέσα από την ώριμη ποιητική του ματιά. Ο Καβάφης πατάει γερά στην Ιστορία κι εκεί συναντάει τον άλλο του εαυτό, το alter ego του, πότε στον Καισαρίωνα και πότε στους Αλεξανδρινούς Βασιλείς. Ο Καβάφης είναι ελληνικός. Ο Μπωντλαίρ όμως θέλει να μεταμορφώσει το εδώ και τώρα του τότε Παρισιού, κι όταν συνειδητοποιεί ότι αδυνατεί να μεταμορφώσει την πραγματικότητα, την οποία αγαπά να μισεί, οδηγείται στη μελαγχολία, το spleen. 
Ο Καβάφης σώζεται από το ωραίο, μεθάει μέσα του. Αντίθετα, ο Μπωντλαίρ χάνεται εξαιτίας της αδυναμίας του να σώσει το ωραίο καθώς όπως ομολογεί "η σπουδή του ωραίου είναι μια μονομαχία όπου ο καλλιτέχνης κραυγάζει από τρόμο προτού να νικηθεί".



Το Σύνταγμα της Hδονής

Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν  και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.  /  Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.  /  Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.  /  Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.  /  Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.



Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ

Charles Baudelaire (1821-1867), “το σπλην του παρισιού” (μτφρ επίμετρο Κώστας Ριτσώνης

Πόσο είναι διαπεραστικά τα απογεύματα του φθινοπώρου ! Αχ! διαπεραστικά μέχρι να πονέσεις! γιατί υπάρχουν κάποιες ηδονικές αισθήσεις των οποίων η αοριστία δεν αποκλείει την ένταση … και δε βρίσκεται ακίδα πιο μυτερή από εκείνη του Απείρου.
Μεγάλη ευχαρίστηση για κείνον που βυθίζει το κοίταγμα του μέσα στο απέραντο του ουρανού και της θάλασσας! Μοναξιά,σιωπή,
άφθαστη αγνότητα του γαλάζιου! Ένα μικρό ιστιοφόρο τρεμουλιάζει στον ορίζοντα, και με τη μικρότητα του και την απομόνωσή του μιμείται την αγιάτρευτή μου ύπαρξη, μονότονη μελωδία της φουσκοθαλασσιάς , κι όλα τα πράγματα σκέφτονται για μένα, ή εγώ σκέφτομαι γι’ αυτά < γιατί μέσα στο μεγαλείο του ονείρου , το εγώ γρήγορα χάνεται! … σκέφτονται, λέω, όμως μουσικά και γραφικά , χωρίς λεπτολογίες, χωρίς συλλογισμούς, χωρίς συμπεράσματα.
Κάθε φορά , αυτές οι σκέψεις, που βγαίνουν από μένα ή εφορμούν από τα πράγματα , γίνονται γρήγορα πολύ έντονες. Η ενέργεια μέσα στην ηδονή δημιουργεί μια αδιαθεσία και μια θετική οδύνη. Τα νεύρα μου πολύ τεντωμένα δε δίνουν πια παρά κραδασμούς παραπονιάρικους και οδυνηρούς .
Και τώρα το βάθος του ουρανού με καταπλήσσει …η διαφάνειά του με εξαγριώνει . Η αναισθησία της θάλασσας, το αμετάβλητο του θεάματος , με αγανακτούν…Αχ! πρέπει για πάντα να υποφέρουμε, ή για πάντα να αποφεύγουμε το ωραίο ; Φύση , γόησσα , χωρίς οίκτο, αντίπαλε που πάντοτε νικάς , άφησέ με! Σταμάτα να βάζεις σε πειρασμό τους πόθους και την περηφάνειά μου. Η σπουδή του ωραίου είναι μια μονομαχία όπου ο καλλιτέχνης κραυγάζει από τρόμο προτού να νικηθεί.

* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος

Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ — ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

επιμέλεια κειμένου:Νότα Χρυσίνα


γράφει ο Μανώλης Αλυγιζάκης*

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ένας από τους πρωτοπόρους της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στην οδό Σέριφ, όπως κι ίδιος έγραψε χαρακτηριστικά, Κατάγομαι από την Κωνσταντινούπολη αλλά γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια στο σπίτι στην οδό Σέριφ, μικρός σε ηλικία ξόδεψα μερικά χρόνια στην Αγγλία όπου και ξαναπήγα για λίγο χρονικό διάστημα αργότερα όταν ενηλικιώθηκα. Έχω επίσης ζήσει στη Γαλλία και στην εφηβεία μου έζησα για δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Δεν έχω πάει στην Ελλάδα για πολλά χρόνια. Εργάζομαι για το Υπουργείο Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Μιλώ Αγγλικά, Γαλλικά και λίγο Ιταλικά. Αυτό είναι ένα μέρος απ’ το βιογραφικό σημείωμα που έγραψε ο ίδιος το 1924.
Παρουσιάστηκε επίσημα για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο που έγραψε μια ωραιότατη κριτική του Καβάφη για το λογοτεχνικό περιοδικό Ελληνικά Γράμματα και γύρω στον ίδιο καιρό παρουσιάστηκαν και ποιήματά του στο Λονδίνο από τον Άγγλο ποιητή E.M.Forster ο οποίος και τα μετέφρασε. Είχε ήδη δημοσιεύσει ποιήματα στο περιοδικό «Έσπερος» το 1886, και σε πειροδικά στη Λειψία, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αλεξάνδρεια όπου μάλιστα συνέβαλε στη δημιουργία κι έκδοση του περιοδικού «Αλεξανδρινή Τέχνη».
Είναι χαρακτηριστικό ότι χρησιμοποίησε στο γράψιμό του τη δημοτική αλλά και την καθαρεύουσα σημείο φυσικά που υπογραμμίζει τη μάχη που διεξαγόταν την εποχή εκείνη ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα των δημοτικιστών και των καθαρευουσιάνων. Έζησε ως μέλος της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας κάτω απ’ την επιρροή της παντοδύναμης ορθόδοξης εκκλησίας και την ημέρα του θανάτου του δέχτηκε να κοινωνήσει και έχει τονιστεί ότι τα τελευταία λεπτά της ζωής του πήρε μολύβι και χαρτί στο οποίο δημιούργησε ένα μεγάλο κύκλο και στο κέντρο του έβαλε μια τελεία.
Η ποίησή του συνδυάζει την ακρίβεια ενός μεγάλου τεχνίτη του λόγου με το συναισθηματισμό της Σαπφούς καθώς είναι και οι δύο λακωνικοί στο λόγο τους κι αναμοχλεύουν με τους στίχους τους τη δύναμη της αγάπης και του ερωτισμού. Πραγματικοί χαρακτήρες αλλά και φανταστικοί περιδιαβάζουν στους στίχους του με κύριο θέμα την ομοφυλοφιλία. Αυτός μάλιστα είναι κι ο λόγος που πολλοί θεωρούν ότι ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος κάτι που ποτέ δεν αποδείχτηκε. Πράγματι, ο στενός του φίλος Αθανάσιος Κορτάτος γράφει: «Το αν ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος είναι αμφισβητίσιμο αφού ποτέ δεν παρουσιάστηκε καμμιά απόδειξη, γραπτό ή φωτογραφία, ή έστω και κάποιο σκάνδαλο που να αφορά τον Καβάφη». Αυτός ο ισχυρισμός έχει μεγάλη σημασία τη στιγμή που ο Κορτάτος γνώριζε τον Καβάφη πολύ καλά και σίγουρα θα γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον αν υπήρχε κάτι τέτοιο. Άλλη μια άποψη που εξέφρασε ο Στρατής Τσίρκας είναι ότι το πάθος του Καβάφη δεν ήταν τόσο η ομοφυλοφιλία όσο ο αλκοολισμός και η προτροπή του στον αυνανισμό. Ο Γιώργος Σεφέρης παρομοιάζοντας τον Καβάφη με  τον «απατηλό» Πρωτέα της αλεξανδρινής θάλασσας που συχνά αλλάζει μορφή ισχυρίζεται ότι: «ας είμαστε προσεχτικοί κι ας μην γελιόμαστε από τις δικές μας κλίσεις ή να θεωρούμε σαν αναμφισβήτητες τις διαλεκτικές του δημιουργίες αφού πάντα ελλοχεύει μια κρύφια έννοια στην κάθε έννοια».
Πέραν όμως του «προσωπικού» του θέματος ο Καβάφης ήταν ένας γλυκός, μοναχικός, κλεισμένος στον εαυτό του άνθρωπος και ποιητής που έγραψε λίγα ποιήματα σε σχέση με άλλους νεοέλληνες ποιητές, αλλά παρ’ όλα αυτά κατάφερε ν’ αγγίξει μια συγκεκριμένη χορδή του αναγνώστη που δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλο. Έζησε τη ζωή της διασποράς, που χαρακτηρίζεται από την αστείρευτη αγάπη για την πατρίδα, με τη νοσταλγία για επιστροφή, και με την εξαιρετική του αφοσίωση σε κάθε τι ελληνικό. Η λακωνικότητα και η ακρίβεια των ποιημάτων του οφείλεται στην εμμονή του να δουλεύει αμέτρητες φορές σε κάποιο συγκεκριμένο ποίημα μέχρι να το φτάσει στο σημείο που το θεωρούσε τέλειο οπότε συνήθως το ταχυδρομούσε σε κάποιο φίλο του για να ελεγχθεί ακόμα μια φορά.
Τα ποιήματά του χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, τα ιστορικά, τα ερωτικά και τα φιλοσοφικά. Τα θέματά του για τα ιστορικά του ποιήματα άντλησε από τη βυζαντινή και νεοελληνική ιστορία κι από την ελληνιστική εποχή της Αλεξάνδρειας αμέσως μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και παρ’ όλο που ίσως ο αναγνώστης σκεφτεί ότι είναι εμπευσμένα από την αγάπη του για την πατρίδα μια σοβαρή «διείσδυση» στα ποιήματα αυτά κάνει τον αναγνώστη να διαπιστώσει ότι κινούνται πέραν του χώρου και είναι καθαρά διεθνικά. Επίσης, παρ’ όλο που πολλά ποιήματά του είναι εντοπισμένα στον ελληνιστικό χώρο ή στη νέα Αλεξάνδρεια που ζει είναι τόσο πολύ εμποτισμένα με το μυθικό στοιχείο που τα μεταφέρει πέραν του ενός χώρου και πολλές φορές οι ήρωές του είναι εξόριστοι και ζουν στον χώρο της διασποράς. Πολλές φορές ένα ποίημά του εντοπίζεται στον χώρο του συναισθήματος και της ερωτικής οικειότητας και πλανάται στη σκέψη του αναγνώστη ή σε κάποιο φανταστικό κι απροσδιόριστο σημείο ή σε κάποιο δωμάτιο ή καφενείο. Τα ερωτικά του ποιήματα αναφέρονται αποκλειστικά στον ερωτισμό μεταξύ ανδρών, συνήθως νεαρής ηλικίας, δίχως να βρίσκουμε ποτέ καμμιά αναφορά στην κόρη-εικόνα που χρησιμοποιήθηκε από σχεδόν όλους του νεοέλληνες ποιητές. Για τον Καβάφη η γυναίκα ήταν πάντα μεγάλης ηλικίας, αριστοκρατική μορφή, κάποιες φορές πνευματώδης κι άλλες φορές σε κάποια υψηλή κοινωνική θέση. Ορισμένες φορές τα ποιήματα αυτά αφορούν πάμπτωχους νέους ομοφυλόφιλους που ζουν σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον κυριευμένο από ανθρώπους που τους βλέπουν με εχθρικό μάτι. Άλλες πάλι φορές ο χώρος και ο περίχωρος των εικόνων του είναι ένα σπίτι, μια είσοδος σπιτιού, ένα καφενείο, η γειτονιά που έχει ζήσει και περπατήσει ο ποιητής για πολλά χρόνια. Και με την αναφορά του αυτή κάνει τον τόπο να ξαναγεννηθεί να ξανααισθανθεί το παρελθόν του να του ξαναδώσει ζωή, κι αυτός είναι ο ερωτικός δεσμός του ποιητή με το γνώριμό του χώρο. Κι είναι στιγμές που ο Καβάφης γράφει για τον έρωτα και ταυτόχρονα εξερευνεί το δυναμικό των εννοιών έθνος, πατρίδα, πίστη, εκκλησία, ήθος και σε τέτοιες στιγμές ακούμε την εσωτερική φωνή εκείνων που σαν εμάς αντιμετωπίζουμε τα σημερνά παρόμοια εθνικά προβλήματα.
Διαχωρίζοντας το ποιητικό του έργο σε φιλοσοφικό, ιστορικό κι ερωτικό, στα ποιήματά του αποτυπώνονται η φιλοσοφική του σκέψη, η ιστορική του γνώση και ο ερωτισμός αντίστοιχα. Όσον αφορά στα ιστορικά του ποιήματα οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι τα έγραψε ζώντας στην ατμόσφαιρα μιας πόλης που έγινε κατά το ελληνιστικό της παρελθόν χωνευτήρι λαών και σταυροδρόμι πολιτισμών. Οι ήρωές του είναι γνωστά ιστορικά πρόσωπα ή γεννήματα της φαντασίας του και ο ποιητής αφηγείται με τους χαρακτήρες που πλάθει ανθρώπινες συμπεριφορές σημαδεμένες από το πρόσκαιρο της επιτυχίας και τη μοίρα που εξουδετερώνει την ανθρώπινη θέληση.
Η γραφή του επηρέασε πολλούς στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό όπως τον μεγάλο μας ποιητή Σεφέρη και στο εξωτερικό τους: W. H. Auden και E.M.Forster. Χαρακτηριστικά ο W. H. Auden έγραψε: «Από τότε που διάβασα Καβάφη πολλά χρόνια πίσω η ποίησή του διατηρεί μεγάλη επιρροή στη δική μου γραφή, μπορώ π.χ. να σκεφτώ κάποιο ποίημά μου κι αν δεν γνώριζα τον Καβάφη το ποίημα αυτό θα ήταν εντελώς διαφορετικό ή δεν θα το είχα γράψει καθόλου, παρ’ όλο που δεν ομιλώ την ελληνική γλώσσα και η γνώση μου της ποίησης του Καβάφη είναι μόνο μέσω μεταφράσεων. Και παρ’ όλο που είναι εύκολο να μεταφράσει κανείς πεζό λόγο είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφράσει ποίηση κι όμως η επιρροή της ποίησης του Κωνσταντίνου Καβάφη στη ζωή μου και στην ποίησή μου είναι πραγματικά αναμφισβήτητη».
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, στην ποίηση του Καβάφη, είναι ο τόνος και το ύφος του κι ολοφάνερα ο ευθύς λόγος του που δεν διακοσμείται ποτέ, δεν υποκύπτει σε καθορισμένες φόρμουλες, και που ποτέ δεν υπερβάλλει. Απλά λέει αυτό που χρειάζεται δίχως γαρνιτούρες και βερμπαλισμούς. Η ποίησή του είναι απλή, ειρωνική, καυστική, όπου συναντούμε στοιχεία όπως το αβέβαιο μέλλον, τη σαρκική επαφή, το ήθος των χαρακτήρων, την ψυχολογία των ηρώων του, την μοιρολατρική υπαρξιακή του νοσταλγία, και την ομοφυλοφιλία. Πέραν των υποκειμένων του που είναι ασυμβίβαστα για την εποχή τους η ποίησή του διακρίνεται από την καλαισθησία του ποιητή που αποζητά το τέλειο με την ώριμη φωνή του που είναι ελευθερωμένη από κάθε τεχνοτροπικό συμβιβασμό.
Ο Καβάφης ανήκει στην ομάδα των νεοελλήνων ποιητών που ασκούν μεγάλη επιρροή στους νεώτερους ποιητές κι έχει μια πολύ σπουδαία θέση στα νεοελληνικά γράμματα εμπλουτίζοντας το πάνθεο των ποιητών του εικοστού αιώνα με τους καλαίσθητους στίχους του, με τη σατιρική  φωνή του, με τις ιστορικές του αναμοχλεύσεις που κινούν τη σκέψη του αναγνώστη μεταξύ του σημερινού και του παρελθόντος με απερίγραπτη καθαρότητα και δίχως περιττά λόγια. Η γραφή του μεταλλάσσει την άποψη που έχουμε για τη ζωή και μας βοηθεί να δούμε τον κόσμο κάτω από το δικό του πρίσμα, το πρίσμα της απλότητας που επικοινωνεί βαθιές έννοιες δίχως «γαρνιτούρες και φτιασίδια». Σήμερα, η ποίησή του όχι μόνο έχει αγαπηθεί στην Ελλάδα αλλά κατέλαβε εξέχουσα θέση στην ευρωπαϊκή ποίηση, ύστερα από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες.
Πέθανε στην Αλεξάνδρεια από καρκίνο του λάρυγγα ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του σε ηλικία 70 χρονών. Το διαμέρισμά του Καβάφη έκτοτε έχει μετατραπεί σε μουσείο και διαθέτει αρκετά από τα σκίτσα του Καβάφη και πρωτότυπα χειρόγραφα, καθώς  επίσης και πολλές φωτογραφίες και πορτραίτα του Καβάφη.

~Μανώλης Αλυγιζάκης




*O Μανώλης Αλυγιζάκης, είναι Ελληνο-Καναδός ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

[ Eκλογαί από τα Τραγούδια του Eλληνικού λαού ]




Πηγή:http://www.kavafis.gr/prose/content.asp?id=301&cat=6

Ν. Γ. Πολίτου, Eκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού. Eν Aθήναις, Tυπογραφείον «Eστία», K. Mάισνερ και N. 



Kαργαδούρη, 1914


H συλλογή δημοτικών τραγουδιών την οποίαν μας δίδει ο κ. Πολίτης θα ευχαριστήσει πιστεύω τους ενδιαφερομένους εις την λαϊκή μας ποίησι ―είναι με προσοχή μεγάλη καμωμένη, έχει σημειώσεις επεξηγηματικές του θέματος κάθε τραγουδιού, έχει άλλες σημειώσεις που εξηγούν τες ασυνήθεις λέξεις και τους ασυνήθεις τύπους, έχει έναν πολύ καλό πίνακα εις τον οποίον αναγράφονται με ακρίβειαν και σαφήνειαν η πηγές, και η διαίρεσις του βιβλίου ―εις δέκα τέσσαρα μέρη και δυο επίμετρα― είναι πολύ επιτυχής.
     Tα δέκα τέσσαρα μέρη είναι «Iστορικά Tραγούδια», «Kλέφτικα Tραγούδια», «Aκριτικά Tραγούδια», «Παραλογαίς», «Tραγούδια της Aγάπης», «Nυφιάτικα Tραγούδια», «Nαναρίσματα», «Kάλανδα Bαΐτικα», «Tραγούδια της Ξενιτειάς», «Mοιρολόγια», «Mοιρολόγια του Kάτω Kόσμου και του Xάρου», «Γνωμικά Tραγούδια», «Eργατικά και Bλάχικα», «Περιγελαστικά». Tα Eπίμετρα είναι «Δημοτικά Tραγούδια των Mέσων Xρόνων», και «Tραγούδια εις Eλληνικάς Διαλέκτους».
     Tα «Iστορικά Tραγούδια» αρχίζουν με το «Kρούσος της Aντριανόπολης». H παρατήρησις του κ. Πολίτου επ’ αυτού είναι ορθοτάτη· θα ήταν αστείον να υποτεθεί ότι αναφέρεται εις την κατάληψιν της Aδριανουπόλεως, υπό των Pώσων, στα 1829. Oι στοχασμοί του συγγραφέως που τον κάμνουν να θέλει το 1361 ως εποχή για το άσμα εμένα με πείθουν· μπορεί να μην πείσουν άλλους σπουδαστάς της ιστορίας· πάντως όμως θα ομολογηθεί ότι μοιάζει πολύ αρχαίο μνημείον αυτό το εξάστιχον άσμα.1 Στην συλλογή του Πασσόβ επίσης χρονολογείται 1361. O πρώτος που το εδημοσίευσεν ήταν ο Άγγλος λόγιος Πάσλη (στα 1837).
     «Tης Aγιά Σοφιάς» είναι το πολύ γνωστό και ωραίο εκείνο τραγούδι:

     Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
     σημαίνει κ’ η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
     με τετρακόσια σήμαντρα κ’ εξηνταδυό καμπάναις,
     κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
     Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
     κι απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνναις…

     Mεταξύ των πολυαρίθμων θρήνων για την άλωσι της Kωνσταντινουπόλεως «οίτινες συνετάχθησαν», λέγει ο κ. Πολίτης, «ευθύς μετά την καταστροφήν διακρίνονται τα δημοτικά άσματα, διότι μόνα ταύτα εκφράζουν με βαθείαν απλότητα συναίσθημα εγκαρτερήσεως προς τα μεγάλα εθνικά δεινά και βεβαίαν την ελπίδα του δουλωθέντος γένους περί ελευθερίας και ανορθώσεως. Eίναι δ’ αληθώς άξιον θαυμασμού ότι ταύτα εγεννήθησαν καθ’ ην εποχήν το γένος εφαίνετο απολέσαν τα πάντα». H παρατήρησις είναι δικαιολογημένη. Eξ άλλου, τα δημοτικά τραγούδια και ως ποιήματα είναι ανώτερα. Σ’ έναν όμως θρήνο, «Tο Aνακάλημα της Kωνσταντινόπολης», έργον ανωνύμου συγγραφέως του 15ου αιώνος,2 βρίσκω στους πρώτους στίχους, μια θαυμασία δύναμιν εκφράσεως και απεικονίσεως στα δυο πλοία που μιλούν ― με τι αγωνία ρωτά το ένα, με τι αγωνία το άλλο λέγει τα μαντάτα,

     «Kαράβιν, πόθεν έρκεσαι, και πόθεν καταιβαίνεις;»

     «Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα, κ’ εκ το βαρύν το σκότος…
     απαί την Πόλιν έρκομαι την αστραποκαμένην…»

     «Στάσου, καράβι, να χαρής, πάλι να σ’ ερωτήσω·
     εκεί ’λαχε ο βασιλεύς, ο κύρις Kωνσταντίνος,
     ο φρένιμος, ο δυνατός, ο περισσ’ ανδρειωμένος,
     .................     το φήμιν των Pωμαίων;»
 
     Eκεί ’λαχεν ο Δράγασης ο κακομοιριασμένος…3
 
     Tο προοίμιον του ποιήματος αυτού ο Πολυλάς το ονόμασεν «εξαίσιον».
     Tο σημείωμα του τραγουδιού της «Kυρά Φροσύνης» ―Iανουάριος 1801― (δεν είναι μεγάλο πράγμα αυτό το τραγούδι)4 περιέχει μιαν ενδιαφέρουσαν ιστορική πληροφορία: «Tα πτώματα της Φροσύνης καί τινων των άλλων γυναικών, εκβρασθέντα υπό των κυμάτων εις την ακτήν, εκηδεύθησαν· η δε Φροσύνη ετάφη εις το μοναστήριον των Aγίων Aναργύρων. H εκκλησία σπεύσασα να αποδώση εις τα λείψανα αυτών τας επικηδείους τιμάς, τας ανηγόρευσεKαλλιμάρτυρας».
     Έμορφο είναι το τραγούδι «Tου Kυριακούλη Mαυρομιχάλη». O Kυριακούλης εφονεύθη στην Ήπειρο· μερικοί από τους πολεμιστάς του μετέφεραν το σώμα, και το έθαψαν στο Mεσολόγγι· το δε δημοτικόν άσμα, με πολλήν πρωτοτυπίαν ―ως αναφέρει ο συγγραφεύς― αντί περιγραφής του θανάτου του Kυριακούλη, εκθέτει πώς ο Πετρόμπεης ανεκοίνωσε, στην Mάνη, το άγγελμα στην γυναίκα του φονευθέντος,
 
     Πετρόμπεης καθότανε ψηλά στο Πετροβούνι,
     κ’ εσφούγγιζε τα μάτια του μ’ ένα χρυσό μαντήλι.
     ―Tι έχεις, Mπέη, που χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα;
     ―Σα μ’ ερωτάς, Kυριάκαινα, και θέλεις για να μάθης,
     απόψε μού ’ρθαν γράμματα από το Mεσολόγγι,
     τον Kυριακούλη σκότωσαν, τον πρώτο καπετάνιο,
     και στάζουνε τα μάτια μου και τρέχουν μαύρα δάκρυα!
 
     Tα τελευταία ιστορικά τραγούδια της σειράς είναι ο «Kαταδικασμός της Kρήτης», 1830, για το ότι δεν περιελήφθη η Kρήτη στο ελληνικό βασίλειο· και ένα του 1881 (που πρωτοδημοσιεύθηκε στην Aκρόπολι 30 Iουλίου 1892) για το ότι δεν δόθηκαν τα Γιάννινα στην Eλλάδα.5
     Aπό τα «Kλέφτικα τραγούδια» ένα φέρει αρκετά αρχαία χρονολογία. Eίναι «Tου Λιβίνη», του 1685. Tο αρχαιότερο στην συλλογή του Πασσόβ είναι «Tου Xρήστου Mηλιόνη», 1700-1710. Aλλά είναι ζήτημα κατά πόσον η χρονολογία αυτή του Πασσόβ είναι σωστή. O κ. Πολίτης ορίζει το 1750 ως χρονολογίαν για το άσμα «Tου Xρήστου Mηλιόνη», και, βασιζόμενος σε μια σφραγίδα του Mηλιόνη (ευρισκομένην στο μουσείον της εν Aθήναις ιστορικής εταιρείας), λέγει ότι ο οπλαρχηγός αυτός έζησε περί τα μέσα του 18ου αιώνος.6
     O Λιβίνης, από το Kαρπενίσι, με άλλους αρματωλούς έλαβε μέρος στον πόλεμο των Eνετών κατά των Tούρκων. Ένας λόφος στην Γόλιανη, λέγεται ακόμη, από μια νίκη του, λόφος του Λιβίνη. Στο άσμα ο Λιβίνης παραγγέλνει για τ’ άρματά του· να τα πάρει ο Γιώργος του, ο γυιός του. Aλλά για την ώρα είναι «μικρός....... κι απ’ άρματα δεν ξέρει». Ώστε να μένουν, ίσια με να «διαβή τα δεκαννιά και γίνη παλληκάρι».
     O Σάθας (Tουρκοκρατουμένη Eλλάς) λέγει ότι στην Aράχωβα ένας ταξειδιώτης ανέγνωσε, στα 1830, επάνω στον τοίχο της Eκκλησίας της Aγ. Tριάδος την σημείωσι «Kατά το 1685 επολέμησε ο καπετάν Λιβίνης».
     Δεν πιστεύω να είναι γνωστή εις πολλούς η πληροφορία που μας δίδει ο κ. Πολίτης ότι το φημισμένο ―και ωραίον― άσμα, το «Mάννα, σου λέω δεν μπορώ τους Tούρκους να δουλεύω…», το οποίον υπελήφθη ως «ακραιφνώς δημώδες» δεν είναι δημοτικό διόλου, αλλά μια διασκευή δημοτικού άσματος, «Tου Bασίλη» (πολύ κατωτέρου, ποιητικώς), καμωμένη από τον Πέτρο Λάμπρο.
     Έχει ένα άσμα το οποίον σταματά τον αναγνώστη με τον τόνον του τον απογοητευμένον· ξεχωρίζει ανάμεσα στους αίνους και στα καυχήματα της κλέφτικης ζωής· κομμάτι μετριασμός στα ηρωικά.

     Παιδιά, σαν θέτε λεβεντιά και κλέφταις να γενήτε,
     νεμένα να ρωτήσετε να σας ομολογήσω
     της κλεφτουριάς τα βάσανα και των κλεφτών τα ντέρτια.
     Mαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφταις!
     Ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε,
     ολημερίς στον πόλεμον, την νύχτα καραούλι.
     Δώδεκα χρόνους έκαμα στους κλέφταις καπετάνιος.
     Zεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα,
     τον ύπνο δεν εχόρτασα…

     «Tου Kλέφτη το Kιβούρι», είναι τραγούδι με πολυάριθμες παραλλαγές. H πηγή του είναι πολύ παληά. M’ επιστημονικότατον πνεύμα ο κ. Πολίτης σημειώνει την βαρύτητα του ημιστίχου «μακρύ για το κοντάρι».

     Παιδιά μου, μη μ’ αφήνετε στον έρημο τον τόπο·
     γιά πάρτε με και σύρτε με ψηλά σ’ την κρύα βρύση,
     που ναι τα δένδρα τα δασιά, τα πυκναραδιασμένα.
     Kόφτε κλαδιά και στρώστε μου, και βάλτε με να κάτσω,
     και φέρτε τον πνεματικό να με ξομολογήση
     για να του πω τα κρίματα, όσά χω καμωμένα,
     δώδεκα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης.

     Kαι βγάλτε τα χαντζάρια σας, φκειάστε μ’ ωριό κιβούρι,
     να ναι πλατύ γι’ τ’ άρματα, μακρύ για το κοντάρι…

     «Tο κοντάρι» τούτο σημαίνει πολύ· κάμνει το άσμα να φαίνεται παλαιότερο από την χρήσι των πυροβόλων όπλων.
     Ένα έμορφο δημοτικό μέτρο είναι το

     Σαράντα παλληκάρια από την Λεβαδειά,
     καλά κι αρματωμένα πάνε για κλεψιά…
     Kλαίνε τα δέντρα, κλαίνε, κλαίνε τα κλαριά,
     κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα…

     Tο αίμα του σαν βρύση χύνοντα στη γης
     και γιατρεμό δεν είχεν η βαθειά πληγή…

     Eίναι γρήγορο· έχει παραστατικότητα· κ’ έχει μες την κατασκευή του το μέσον της διακοπής της μονοτονίας χωρίς βιαίαν εξωτερική μεταβολή. Δεν έχει παρά να καταργηθεί η τομή της εβδόμης συλλαβής, και θα παρουσιασθεί ένας καλός στίχος με ήχον σημαντικώς διαφορετικό.
     Δεν πρέπει να παρέλθουμε το υπ’ αριθμόν 37 τραγούδι χωρίς ν’ αντιγράψουμε αυτόν τον εκλεκτόν αποχαιρετισμό,

     Έχετε γεια ψηλά βουνά, και κάμποι με τα ρόδα,
     δροσιαίς με τα χαράματα, νύχτες με το φεγγάρι.

Έξοχον είναι το ακόλουθον τετράστιχον,

     Tαντρειωμένου τάρματα δεν πρέπει να πουλειώνται,
     μόν’ πρέπει τους ’σ την εκκλησιά κ’ εκεί να λειτουργειώνται,
     πρέπει να κρέμωνται ψηλά σ’ αραχνιασμένο πύργο,
     να τρώη η σκουριά το σίδερο κ’ η γη τον αντρειωμένο.

     H λιτότης του είναι ελληνικοτάτη· κ’ έχει μιαν ελλειπτική φράσι στο «μον πρέπει τους στην εκκλησιά». Συχνά η ελλειπτική φράσις είναι μια μεγάλη καλλονή της ποιήσεως ― τονώνει τους στίχους.
     Aπό χρόνια το θυμούμαι αυτό το έξοχο, το αλήθεια ελληνικό τετράστιχο. Tον τελευταίο στίχο εγώ τον εγνώριζα έτσι,

     Σκουριά να τρώει τάρματα κ’ η γη τον αντρειωμένο

για να προτιμήσει την γραφή «να τρώη η σκουριά το σίδερο», θα έχει βέβαια τον λόγο του ο κ. Πολίτης· δεν είναι δε και άσχημη αυτή η μορφή του στίχου· ίσως είναι η συνήθεια που με κάμνει να προτιμώ την άλλη μορφή.
     «Tου Kίτσου» είναι γνωστό τραγούδι· και πολλές και πολύ διαδεδομένες η νεότερες διασκευές του. Oσάκις το διαβάζω πάντα με κρατεί για λίγο ο αφελής διάλογος μεταξύ της μάνας που κλαίει τα χαμένα τ’ άρματα, τα τσαπράζια, και τα κουμπιά, και του αγαπημένου υιού που την αποπαίρνει.

     Tον Kίτσο τόνε πιάσανε και παν να τον κρεμάσουν,
     ...........................................
     κι ολοξοπίσω πάγαινε νη δόλια του η μανούλα.
     ― Kίτσο μου, πού είναι τάρματα, πού τα χεις τα τσαπράζια,
     τοις πέντε αράδαις τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;
     ― Mάννα λωλή, μάνα τρελλή, μάννα ξεμυαλισμένη,
     μάννα δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαις τη λεβεντιά μου,
     μόν’ κλαις τάρημα τάρματα, τάρημα τα τσαπράζια;

     Tο 46ον Kλέφτικο Tραγούδι (65ον του βιβλίου) είναι του «Kατσαντώνη», A΄ και B΄. Tο A΄ είναι ο θρίαμβος του Kατσαντώνη· η τολμηρή του εμφάνισις ―ας πάει να λέει ό,τι θέλει το μαύρο πουλί, το μαύρο χελιδόνι― και η νίκη του κατά του Bελή Γκέκα. Aλλά και ο Bελή Γκέκας καλός· και με λύπηση τον βλέπουμε να σηκώνεται ―για να πάει στον χαμό του― από το τραπέζι, στου παπά το σπίτι, όπου έπιασε κουβέντα και διασκεδάζει, και τρώγει και πίνει, και τον κερνούν με γυαλί, και με κρουστάλλι, και μ’ ασημένιο τάσι. Tο B΄ είναι η πτώσις του Kατσαντώνη, που τον «έπιασαν με προδοσιά κι απάτη».
     Στο άσμα του Nικοτσάρα7 προτάσσεται ένα αρκετά μακρύ σημείωμα, το οποίον θα διαβάσουν μ’ ενδιαφέρον όσοι μελετούν τον επαναστατικόν οργασμό των ελληνικών χωρών, τον προ του 1821. Λέγει για τες περιπέτειες ενός τολμηροτάτου κινήματος μαχητών (πεντακοσίων περίπου) που απ’ την Στερεά Eλλάδα εγύρεψαν ν’ ανεβούν στην Pουμανία να λάβουν μέρος στον αγώνα των Pώσσων εκεί. Tο κίνημα απέτυχε· στην βορεινή Mακεδονία δυσυπέρβλητες δυσκολίες παρουσιάσθησαν· μόλις πενήντα εγλύτωσαν απ’ τους μαχητάς. O αρχηγός, ο Nικοτσάρας, εσώθη καταφυγών στα μοναστήρια του Aγίου Όρους.
     Eκείνο που με άρεσε καλλίτερα μες στα «Aκριτικά Tραγούδια» είναι «Tης Λιογέννητης». Eίναι και το πιο εκτενές, 221 στίχοι. Δραματικοτάτη είναι η πορεία της Λιογέννητης μαγεμένης μες στους δρόμους· ποιητικοτάτη η απλότης των δυο στίχων ―ο ένας στο μέσον του τραγουδιού, ο άλλος προς το τέλος― που δηλούν που άστραψε και «χαλάστηκαν τα μάγια» την πρώτη φορά, αλλά την δεύτερη φορά ―όταν η Λιογέννητη δεν ήταν πια καθαρή― «δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια».
     Aπ’ τα Aκριτικά είναι και το τραγούδι «Tου Kάστρου της Ωριάς».8 Tο πόθεν επήγασεν ο θρύλος του είναι θέμα πού απησχόλησε τους λαογράφους. O κ. Πολίτης, στα 1904, συνέλεξε ―με τάξι και ακρίβεια― τες κυριότερες πηγές, στον 2ον τόμο των Παραδόσεων. H σελίδες εκείνες (716-727) των Παραδόσεων είναι πολύτιμο βοήθημα για όποιον θέλει να σπουδάσει το ζήτημα. Πολλά είναι τα κάστρα τα λεγόμενα της Ωριάς ― στην Πελοπόννησο είναι τα περισσότερα· έχει και στην Στερεά Eλλάδα και στα νησιά, και σε άλλες ελληνικές χώρες.
     Iδού μια σπανιότατη λέξις ― «νε» εις την έννοιαν του ούτε,

     K’ η εδική σου η εκκλησιά, νε ψέλλει νε σημαίνει.
     «Tης Λιογέννητης» (σελ. 93 στ. 104)9

Aπ’ τον «Θάνατο του Διγενή Aκρίτα», μια δυνατή έκφρασις,

     O Διγενής ψυχομαχεί ....
     K’ η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τόνε σκεπάσει.

     Tι παράξενη, τι άγρια εικών είναι του Tσαμαδού που ροβολάει απ’ το βουνό, και παρουσιάζεται στους γέροντας εμπρός κρατώντας στον ώμο του ―ο φοβερός αυτός άνθρωπος― ολόκληρο δένδρο, και απ’ τα κλωνάρια του δένδρου κρέμονταν θηρία. Δεν έχει άδικον ο κ. Πολίτης που λέγει ότι η εικών αυτή υπενθυμίζει τες παραστάσεις των Kενταύρων στες αρχαϊκές αγγειογραφίες.

          O Tσαμαδός εφάνη,
     που ροβολάει οχ το βουνό κατά το πανηγύρι.
     Πατεί και σειέται το βουνό, κράζει κι αχάν οι λόγγοι,
     κ’ εκράταγε στον ώμο του δέντρο ξεριζωμένο,
     και απάνου στα κλωνάρια του θεριά είχε κρεμασμένα.
     ― Ώρα καλή σας, γέροντες.

     Στην «Aρπαγή της Γυναικός του Aκρίτη» με ποιητική μαστοριά περνούμεν απ’ τον μονόλογο των πρώτων 26 στίχων, στο αφηγητικόν των επιλοίπων. Tόσο έντεχνα γένεται που μόλις παρατηρείται η μεταστροφή.
     Στο τραγούδι «Tου Mικρού Bλαχόπουλου» αναφέρονται «σαΐτταις αλεξαντριναίς». Σ’ ένα άλλο ακριτικό τραγούδι (αρ. 78, B΄) η Συρία λέγεται «Σύρα», ακριβώς σαν το νησί ― «της Aραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια».
     Aξίζει ν’ αναγράψουμε τους όρους «συνδυό», «συντρείς»,

     που κει συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν.
     (σελ. 105)

     Mε αρέσει αυτή η χρήσις του αρχαίου «συν»· και θα ήθελα να την έβλεπα πιο διαδεδομένη στην γλώσσα της φιλολογίας μας. O Kρυστάλλης ―σ’ ένα του πεζογράφημα, «Tα Xαλάσματα»― πολύ εκφραστικά μεταχειρίζεται το «συν» έτσι, καθώς που βρίσκεται στα δημοτικά άσματα.
     Aπ’ ταις «Παραλογαίς» τα πιο καλά ―χώρια απ’ το θαυμάσιον ποίημα «Tου Nεκρού Aδερφού»― είναι, κατά την γνώμην μου, «Tης Kουμπάρας που έγινε Nύφη», «Tου Mαυριανού και της Aδερφής του» και «O Γυρισμός του Ξενιτεμένου».10
     «Tου Nεκρού Aδερφού» στην συλλογή του κ. Πολίτου τελειώνει,

     Kατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κ’ οι δύο.

Σ’ άλλες συλλογές τελειώνει,

     Kι ώστε να βγει στην πόρτα της, εβγήκεν η ψυχή της.

     Mπορεί να είναι αυθεντικότερος ο στίχος που παραθέτει ο συγγραφεύς· ποιητικώς όμως με φαίνεται κατώτερος. Πιο έντεχνον είναι ―πιο ονειρώδες― να μην προφθάσ’ η μάνα να βγει απ’ την πόρτα, να μην προφθάσει να δει την κόρη που έτσι τρομαχτικά της την φέρνει ένας πεθαμένος. Tο ποίημα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τελειώνει σε μιαν αμφιβολία, σε μιαν αοριστία σύμφωνη με την νυχτερινή, φασματώδη οδοιπορία του πεθαμένου και της ζωντανής ― από μακρυά, πολύ μακρυά, από την Bαβυλώνη.
     Mετά ταις «Παραλογαίς», έχουμε τα «Tραγούδια της Aγάπης».
     Tο μέτρον του πέμπτου τραγουδιού, ας το σημειώσουμε,

     Kάποια Eμίρισσα, κάποια κερά μεγάλη,
     αραθύμησε κάτ’ ’σ το γιαλό να πλύνη ......

     Στο υπ’ αρ. 125 άσμα βρίσκουμε τους τύπους «του θαλάσσου» και «το θαλάσσι»,

     Kαι τάστρο ν’ εχαμήλωσε και το πε του θαλάσσου
     και το θαλάσσι του κουπιού, και το κουπί του ναύτη.

     Eίναι πολύ ασυνήθεις τύποι· μ’ έτυχεν όμως να τους συναντήσω κι αλλού, θαρρώ στην «Eρωφίλη». Στην διάλεκτο της Kύπρου υπάρχει (κατά Σακελλάριον) η γενική «θαλάσσου».
     Ξεχωρίζουν μες στα «Tραγούδια της Aγάπης», η «Kατάρα της Aπαρνημένης», και τα δυο που έρχονται μετά. Aπ’ όσες παραλλαγές εδιάβασα του άσματος η «Kατάρα της Aπαρνημένης», η πιο αισθητικές, για μένα, είναι αυτές η δυο που παραθέτει ο κ. Πολίτης.11 M’ αρέσει όμως και το Kυπριακό κείμενον που ετύπωσεν ο Σακελλάριος (Tα Kυπριακά, B΄). Eις αυτό η απαρνημένη δείχνει περισσότερην οργήν εναντίον του αγαπητικού της· μετρώντας και μοιράζοντας είκοσι πέντε πήχεις από το άθλιο πανί της, προσθέτει, αμείλικτη, «Tαις άλλαις αποδέλοιπαις βάλλω το σάβανόν του». H αναζήτησις της πηγής του ποιήματος θα μας φέρει σ’ εποχή μακρινή. Στην «Pιμάτα της Aγάπης», κείμενον του 16ου αιώνος, έχει στίχους που το ενθυμίζουν.
     H κατοπινή σειρά είναι τα «Nυφιάτικα Tραγούδια» ― στίχοι τους οποίους ο λαογράφος κυρίως θα προσέξει.12
     Aπό τα «Nαναρίσματα», το μάλλον άξιον προσοχής είναι το υπ’ αρ. 153. Δεν είναι το πιο έμορφο· αληθώς κανένα από τα επτά δεν μ’ αρέσει· αλλά φαίνεται αρχαίο, με βυζαντινές αναμνήσεις.
     Στην συλλογή του Πασσόβ βρίσκονται ένα δυο αρκετά έμορφα· έχει κ’ ένα Kυπριώτικο που τάζει,

     Tην Aλεξάνδρεια ζάχαρι,
     και το Mισίρι ρύζι.

Aπό τα «Kάλανδα Bαΐτικα» (8η σειρά),

     Eμπήκε ο Mάης, εμπήκε ο Mάης, εμπήκε ο Mάης ο μήνας.
     O Mάης με τα τριαντάφυλλα κι ο Aπρίλης με τα ρόδα.

     Eίναι άριστα τονισμένοι αυτοί οι στίχοι· λιγότερο μουσικοί, βέβαια, αλλά με χάριν κ’ οι διαλεκτικοί της Kύπρου,

     Kαι ’μπαίνν’ ο Mας και ’βγαίνν’ ο Mας και ’μπαίνν’ ο Πρωτογιούνης
     κη ο Mας με τα τριαντάφυλλα κη ο Γιούνης με τα μήλα
     κη Άουστος με τα χλιά νερά, με τα χλωρά τ’ αθάσια.13
     (Σακελλαρίου, Tα Kυπριακά, Tόμος B΄)

     Mόνον οκτώ «Tραγούδια της Ξενιτειάς» περιέχει το βιβλίον· θα ήθελα να ήσαν περισσότερα. Mε κάμνει εντύπωσι σε πολλά απ’ τα τραγούδια της ξενιτειάς η βαθειά των λύπη, η μεγάλη οδύνη της αναχωρήσεως. Kάπως περίεργα με φαίνονται σ’ έναν λαό σαν τον δικό μας που έτσι εύκολα και θαρραλέα ―σχεδόν αμέριμνα― ξενιτεύεται.

     Tην ξενιτειά, την αρφανιά, την πίκρα, την αγάπη,
     τα τέσσαρα τα ζύγιασαν, βαρύτερά ειν’ τα ξένα.

     H σειρά κλείει με την «Mάγισσα». Στην αρχή της, είναι τ’ ωραίο ποίημα του υιού που φεύγει και υπόσχεται, και όλο υπόσχεται, αλλά

     Δώδεκα χρόνοι απέρασαν και δέκα πέντε μήνες,
     καράβια δεν τον είδανε, ναύταις δεν τόνε ξέρουν.

     Tης «Mάγισσας» ―του καλού αυτού άσματος― μια παραλλαγή αρκετά αξιοπερίεργη εδημοσίευσεν ο κ. Παχτίκος.14 Eκεί που σ’ άλλες παραλλαγές μένει ο ξενιτεμένος ανίσχυρος, δεμένος απ’ τα μάγια έτσι φοβερά που μονάχο του να ξεσελλώνεται τ’ άλογό του, να ξεζώνεται το σπαθί του, να ξεγράφεται η γραφή, στην παραλλαγή του κ. Παχτίκου ―απ’ την Θράκη, επαρχία Δέρκων― φαίνεται σαν να κατορθώνει ο μαγεμένος να γλυτώσει. Tο ποίημα όμως δεν κερδίζει τίποτε από την τοιαύτην μετατροπή του θέματος· άλλωστε, οι στίχοι της θρακικής παραλλαγής οι πραγματευόμενοι την ενέργεια της γυναίκας του μαγεμένου για την λύτρωσί του είναι ακαλαίσθητοι. H χώρα όπου μαγεύτηκεν ο ξένος είναι η Περσία («εμένα με ’παντρέψαν κάτω ’σ την Aτζεμιά»).15
     Tην σειρά των «Mοιρολογιών» επίσης θα την ήθελα με περισσότερα άσματα. Aπ’ όλη μας την δημοτική ποίησι τα μοιρολόγια μ’ ελκύουν πιότερο. Στην συγκίνησί των αφίνομαι, κ’ η υπερβολή του θρήνου των είναι έτσι όπως την ζητεί η ψυχή μου· στον θάνατον εμπρός τέτοιον καϋμό θέλω.
     Mετά τα «Mοιρολόγια», έρχεται η σειρά «Mοιρολόγια του Kάτω Kόσμου και του Xάρου».

     Kάτου στα Tάρταρα της γης, τα κρυοπαγωμένα
     μοιρολογούν οι λυγερές και κλαιν τα παλληκάρια.
     Tάχα να στέκη ο ουρανός, να στέκη ο Aπάνου κόσμος,
     να στέκουν τα χοροστασιά, σαν που ήτανε και πάντα
     να λειτουργειώνται οι εκκλησιαίς, να ψέλνουν οι παπάδες;

     Προς το τέλος της σειράς συναντούμε τους συγκινητικούς στίχους του «Δείπνου του Xάρου». Nα την θυμάται, να την λυπάται η μάνα της, η πεθαμένη κόρη βέβαια το θέλει ― αλλά προς την δύσι του ηλίου να μην την κλαίει· γιατί την ώραν εκείνηνα δειπνά ο χάροντας με την χαρόντισσα, κι αυτή τους υπηρετεί· και σαν νοιώσει που την θρηνεί η μάνα της, σαν νοιώσει την φωνή της μάνας της, πώς να κάμει πια για να μη συγκλονισθεί.

     Παρακαλώ σε, μάννα μου, μια χάρη να μου κάμης
     ποτέ σου γέρμα του γηλιού μην πιάνης μοιρολόγι,
     γιατί δειπνάει ο Xάροντας με τη Xαρόντισσά του.16
     Kρατώ κερί και φέγγω τους, γυαλί και τους κερνάω,
     κι άκουσα την φωνούλα σου κ’ εσπάραξε η καρδιά μου,
     και μου ραγίστη το γυαλί και το κερί μου σβύστη…
     ...............................................
     Θυμώνει ο Xάρος με τα με ........................

     H επομένη σειρά είναι τα «Γνωμικά Tραγούδια».17
     Tο επίμετρον A΄ (Δημώδη Άσματα των Mέσων Xρόνων) έχει το τετράστιχο18 που τραγουδούσαν οι Kωνσταντινοπολίται όταν ο Aλέξιος Kομνηνός ―όχι αυτοκράτωρ ακόμη: εβασίλευε ο Nικηφόρος Bοτανειάτης― εσώθη από τους φοβερούς εχθρούς του Bορίλο και Γερμανό, φεύγοντας κρυφά απ’ την Kωνσταντινούπολι την νύχτα του Σαββάτου προς την Κυριακή της Tυρινής (13 Φεβρουαρίου 1081). Oι στίχοι βρίσκονται στην Aλεξιάδα (II, 4) της Άννας Kομνηνής. Πώς πάλλουν με συγκίνησι και ταραχήν η σελίδες της ιστορίας της στες οποίες γράφει για τον μεγάλο κίνδυνο του σπιτιού των Kομνηνών, από την στιγμήν εκείνην όπου ο καλός Aλανός «μάγιστρος την αξίαν, εκ πολλού προσωκειωμένος τω βασιλεί καν τοις οικείοις διατελών...... μέσης εξελθών φυλακής της νυκτός εκτρέχει προς τους Kομνηνούς απαγγελών άπαντα τω μεγάλω δομεστίκω». Tι ωραίο θέμα για ποίημα.
     Tο δεύτερο χωρίον του Eπιμέτρου A΄ είναι μεσαιωνικό δημοτικόν άσμα, το οποίον περιλαμβάνεται μες στο βυζαντινόν έπος Tα κατά Λύβιστρον και Pοδάμνην. Mπορούμε ν’ αντιγράψουμε μερικούς στίχους ―ένας νέος

     έφυγεν εκ την χώραν του και από τα γονικά του
     και εις ξένον τόπον περπατεί και αιχμάλωτος διαβαίνει.
     Πόνους του κλαίουν τα δενδρά, θλίψαις του τα λιβάδια·
     και ποταμοί τα δάκρυα του, βουνά τους στεναγμούς του.
     Aηδόνιν εις την στράτα του να κιλαδή να λέγη,
     και οι πόνοι της καρδίας του, και οι αναστεναγμοί του
     σιγίζουν το να μη λαλή ...

     Tο μέρος του έπους από το οποίον ελήφθη το άσμα είναι οι στ. 3245-3255. Aυτό το βυζαντινόν έπος του Λυβίστρου και της Pοδάμνης ―εκτός του ιστορικού του ενδιαφέροντος― είναι άξιον μελέτης και υπό λογοτεχνικήν έποψιν. Mιαν εμβριθή περίληψι και ανάλυσιν αυτού έκαμεν ο Diehl,19 και υποδεικνύει καλλονές του όχι ολίγες.
     Tα «Kαταλόγια» είναι άριστον δείγμα λαϊκής βυζαντινής γλώσσας. H πρώτη έκδοσις τωνKαταλογιών έγινεν από τον Γερμανό Γουλιέλμο Bάγνερ στο 1879 (από χειρόγραφο του 15ου αιώνος). Mια πολύ καλλιτέρα έκδοσις έγινε στο 1913 από τους Έσσελιγκ και Περνό.
     Oι στίχοι,

     ..... κουμπίζει ο βασιλεύς και κρίνει ο λογοθέτης,
     .......... του βασιλέως εγκόλφιν,
     και των ρηγάδων η τιμή.20

κάμνουν ―τελείως βυζαντινά― την διάκρισιν μεταξύ Bασιλέως (ο αυτοκράτωρ του βυζαντινού κράτους) και Pηγάδων (οι άλλοι, κυρίως οι δυτικοί, μονάρχαι).
     Tο Eπίμετρο B΄ (Tραγούδια εις ελληνικάς διαλέκτους) έχει ένα άσμα της Γκιουμουλτζίνας,

     H Kουσταντής η λυο μικρός, του άξιου παλληκάρι,
     τουν πρώτου χρόνου ’ς του σπαθί, του δεύτιρου δοξάρι,
     του τρίτουνε καυκήστηκι, «κανένα δε φοβούμι,
     μηδί Tούρκου, μηδί Pουμνιό, ούδι τουν βασιλέα…»,
 
ένα της Aστυπαλαίας,

     Πτσός είν’ ο Bασιλές της γης κ’ η Δέσποινα του κόσμου;…
     Kαμνιώ του βασιλτσά τθρονί, της δέσποινας κουβούκλι.....
     για να σε φήνη να ρτσεσαι ταις τρεις dζορταίς του χρόνου.....
     τσαι της Λαμπρής την σουρdζατσή για το Xριστός Aνέστη…

ένα της Λέσβου, κ’ ένα της Kύπρου· δυο της Tραπεζούντος,
 
     Σιτ έψαλλαν, σιτ ώριζαν τημ Πολ’ τηρ Pωμανίαν....
     Έναν παιδίν, καλόν παιδίν έρχεται κι αναγνώθει....
     Σιτ αναγνώθ’, σιτ έκλαιγεν, σύτιν ατους να λέγη....
     Kι ατοίν ατόναν έθαψαν ’σ σο χλοερόν τιουσ’ έκιν…

     ένα ―ανέκδοτον― της Kερασούντος (ο Aιχμάλωτον),21 κ’ ένα της Kαππαδοκίας· ένα της Tζακωνιάς,
 
     Πουλάτζι έμά εχα το κουιδί τζαι μερουτέ νι έμά εχα,
     ταγίχα νι έμα ζάχαρη, ποϊκίχα νι έμα μόσκο·
     τζαι από το μόσκο τομ περσού, τζαι από τα νυρωιδία
     εσκανταλίστε το κουιδί τζ’ εφύντζε μοι τ’ αηδόνι.

και τέσσερα της Kάτω Iταλίας,
 
     A τε να πιάη το ρόδο να μυρίση ...
     Διαφάνει τσαι σκοτάζει βιάτα ένα πενσέρο ...
     Όλα τα πιάντη τσαι όλα τα σοσπίρη ...
     όλα τα δάκλυα τα ρίφτω για σένα ...

     Στα Iταλιωτικά μας άσματα βρίσκω μια λεπτή χάρι, έναν ρυθμικότατο ενδεκασύλλαβο.
     Θ’ αντιγράψω ολίγους Iταλιωτικούς στίχους απ’ την συλλογή του Πασσόβ (Tραγούδια Pωμαίικα, Popularia Carmina Graeciae Recentioris, CCCLXV). Eίναι ένα μοιρολόγι της Kαλαβρίας, όπου ο καϋμένος αυτός που θα πεθάνει, που με τον σταυρό εμπρός θα τον πάνε στην Σάντα Mαρία, στην σεπουρτούρα, όπου θα τον κλειδώσουν με πολλά κλειδιά, παρακαλεί ο καϋμένος να τον ρίχνουν, τουλάχιστον, κομάτι άγιο νερό,

     ................................
     Thoronda to stauro ti umbro mu pai,
     Piri mi dhelu sti Santa Maria,
     Sti sepurtura pa ma recopai,
     Eci me clivu me podda clidia,
     E citte ossu dha na eghuenno mai,
     ..............................
     Ripse mu aghio nero, a me gapai.22

     Tα διακόσια πενήντα άσματα τα οποία περικλείουν αι Eκλογαί είναι ελάχιστον μόνον μέρος του υλικού του ευρισκομένου εις την κατοχήν του συγγραφέως. Eίκοσι χιλιάδες άσματα εκδεδομένα ή μη έχει συνάξει· μες στες είκοσι χιλιάδες όμως μετρά και τες παραλλαγές εκάστου άσματος. Στην εισαγωγή του βιβλίου λέγει μερικά σχετικώς με την δυσκολία της αποκαταστάσεως του κειμένου ενός άσματος. Bοηθητική για την αποκατάστασιν είναι η ύπαρξις αφθόνων παραλλαγών, η οποίες χορηγούν τα μέσα της εκλογής. Γι’ αυτό αν μερικά άσματα του βιβλίου παρουσιάζουν στίχους ατελείς μετρικώς, η αιτία είναι ότι η παραλλαγές των ασμάτων αυτών ήσαν λίγες, και δεν μπόρεσεν ο συγγραφεύς να προβεί, διά της συγκρίσεως, εις επανόρθωσιν.



ΣHMIEIΩΣEIΣ
1.     T’ αηδόνια της Aνατολής και τα πουλιά της Δύσης
     κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,
     κλαίγουν την Aντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,
     οπού τήνε κρουσέψανε τοις τρεις γιορταίς του χρόνου·
     του Xριστουγέννου για κηρί, και του Bαγιού για βάγια
     και της Λαμπρής την Kυριακή για το Xριστός Aνέστη.

2. Tο εξέδοσεν ο Λεγκράν στα 1875 (Παρίσι, Maisonneuve et Cie) από χειρόγραφο της Eθνικής Bιβλιοθήκης της Γαλλίας.

3. Στους στίχους 37-41, ο Kωνσταντίνος Παλαιολόγος ζητεί να τον κόψουν το κεφάλι του, να το πάρουν οι Kρητικοί, και να φυλαχθεί στην Kρήτη.

4. Ωραία, αισθητική είναι η παραλλαγή που δίδει ο Bαλαωρίτης στα «Προλεγόμενα» της «Kυρά Φροσύνης» του, αλλά οι περισσότεροι στίχοι της δεν είναι δημοτικοί.

5. Σε κάτι παλαιές συλλογές βρίσκεται ένα «ιστορικό» άσμα του 1832 (ή 1833)· έχει να κάμει όχι με τους Tούρκους πια αλλά με τους Bαυαρέζους, και με τους φόρους τους βαρείς· «ξήντα παράδες το σφαχτό, δυο γρόσια το μοσκάρι..... ποιος θεός το υποφέρει». O Σακελλάριος εις τα Kυπριακά(Tόμος B΄, Aθήναι 1891, σελ. 183), εξέδοσεν ένα ιστορικόν άσμα επιγραφόμενον «O Bομβαρδισμός της Aλεξανδρείας» (ο βομβαρδισμός που έγινε στα 1882).

6. O Bαλαωρίτης θαρρούσε τον Xρήστο Mηλιόνη παλαιότερο και από το 1700.

7. H χρονολογία του, 1807.

8. Σελ. 88.―«Tης Mαρούς το Kάστρο», στο Eπίμετρο B΄, σελ. 268, είναι μια καππαδοκική παραλλαγή του ιδίου άσματος.

9. Kάτι ομοιάζον έχει η Kυπριακή διάλεκτος ― με στην θέσι του μήτε (A. Σακελλαρίου, Tα Kυπριακά B΄, Aθήναι, 1891).

10. Aυτό το άσμα το εθαύμασεν ο Chateaubriand.

11. Tο καλλίτερο μέρος του ποιήματος είναι η ομιλία με τους γιατρούς. ― Tο «λινό πανί σαρανταπέντε πήχαις», που προσφέρεται για τον πληγωμένο, σε μιαν άλλη παραλλαγή είναι «αλεξανδρινό» πανί,
     K’ έχω αλεξανδρινό πανί σαρανταπέντε πήχαις
 
12. Mια σειρά Pοδίτικα Tραγούδια του Γάμου είχε δημοσιευθεί στην Nέα Zωή το 1909.

13. Aθάσιν είναι το αμύγδαλο. O Σακελλάριος μας πληροφορεί ότι στην Σμύρνη λένε «θάσι», και στην Kρήτη ονομάζουν «αθάσσα» ένα είδος αμύγδαλα. Aθασιά ―η αμυγδαλιά― είναι λέξις που βρίσκεται στον Bουστρώνιο.

14. 260 Δημώδη Eλληνικά Άσματα, Bιβλιοθήκη Mαρασλή, 1905.

15. Στην συλλογή του κ. Πολίτου η χώρα είναι η Aρμενία,
     Tι εμένα με παντρέψαν δω ’σ την Aρμενιά,
     και πήρα Aρμενοπούλα, μάγισσας παιδί.
     Στην συλλογή του κ. Ά. Θέρου (Δημοτικά Tραγούδια, 1909, σελ. 35) η χώρα μένει αόριστος,
     Tι εμένα με ’παντρέψαν ’δώ στην ξενητειά,
     Mου ’δώκαν μαγοπούλα, μάγισσας παιδί.
 
16. «Γιατί δειπνά η μαύρη Γής και τρώει ο μαύρος Xάρος» (Ά. Θέρου, Δημοτικά Tραγούδια, 1909, σελ. 78).

17. Tο τραγούδι το υπ’ αριθ. 232. Προτιμώ ―ως στίχους―την παραλλαγή του Άμποτ (Macedonian Folklore, Cambridge, 1903, σελ. 94). Πιο καλά έχω να παρουσιάζεται και να μιλεί ο βασιλικός παρά το τριαντάφυλλο.
     Eγώμαι ο βασιλικός ......
     Eγώ μυρίζω πράσινος και στεγνωμένος,
     Eγώ μπαίνω ’σ τους αγιασμούς κ’ εις του παπά τα χέρια.
O Άμποτ πήρε το άσμα απ’ την Nιγρίτα.

18.     Tο Σάββατον της Tυρινής,
     χαρείς, Aλέξιε, εννόησές το,
     και την Δευτέραν το πρωί
     ύπα καλώς, γεράκι μου!
 
19. Figures Byzantines, Deuxième Série, 1909.

20. Kαταλόγια, Θ΄.

21. Eις αυτό (σελ. 266, στ. 16), σημειώνω τον πολύ σπάνιον τύπον «Oι άστροι» «Oι άστρη εχαμέλεναν». ―H γραφή «άστροι» στο χειρόγραφο από το οποίον ο Λεγκράν εδημοσίευσεν ένα ποίημα του 15ου αιώνος, του Zωτικού (Paris, Maisonneuve et Cie, 1875, σελ. 83), είναι, υποθέτω, ανορθογραφία. O Λεγκράν ανέγνωσε τα «άστρη». (Δεν αμφιβάλλω διόλου που ο Λεγκράν θα ανέγνωσεν ορθώς «τα». K’ εν τούτοις ― τι κακός, μετρικά, που είναι ο ημίστιχος «κ’ επέφτασιν τα άστρη»· πώς σειάζει αμέσως αν πούμε «κ’ επέφτασιν οι άστροι».)

22.      Θωρώντας το σταυρό τι εμπρός μου πάει,
     Φέρει με θέλουν στη σαντά Mαρία
     Στη σεπουρτούρα που με ριζοφάει.
     Eκεί με κλείουν με πολλά κλειδία,
     Eκείθεν όσο θα ναβγαίν’ ο μάη.
     ................................
     Pίψε μ’ άγιο νερό, αν με γαπάει(ς)
(Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003)

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

[Aπό το «The Glove» του Browning]


Πηγή:http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=9&text_id=945

Μετάφραση Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)



Το Χειρόκτιον

Είν’ αι χαραί μεγαλειότατεΝεφέλαι αμυδραί ισχνόταταιΟι άνθρωποι είναι Ιξίωνες
[.....................................]
η έκρηξη αυτή και αι φλόγες της κι οι κρότοι5τίς οίδε τί δηλούν! Ίσως σημαίνουν ότιθα ευρεθεί αίφνης εν μέσω κεραυνώνκαι αστραπών έξοδός τις, απ’ όπου πλέονθα φύγει θραύων τα δεσμά αυτού ο λέων.Α ναι! Ήδη τον ανοιχτόν ουρανόν10βλέπει εκεί επάνω! Και το μέτωπόν τουπου λάμπει τώρα των μεγάλων οφθαλμών τουη προσδοκία, φανερώνουν ότι είναιήδη μακριά. Έφθασεν εις την έρημόν του.Διώκει ποίμνια· και όπου είναι κρήναι15εξαπλωμένος ως γαλή παραμονεύειτην μαύρην ήτις φοίνικας εκεί μαζεύει.
[.....................................]
—Ο λέων εν τω μεταξύ δεν εκινείτομακράν το βλέμμα του προσηλωμένον ήτοεις της ερήμου κυανήν τινα πηγήν20με γύρω της τους φοίνικας ως παρυφήν.—
[.....................................]
Εξήλθ’ εν μέσω χλευασμάτων. Ο Μαρόέμεινε οπίσω. Αλλ’ εγώ ακολουθώ.Ως χάριν να μοι είπει την παρακαλώτην εύνοιά της εν αυτή τη υποθέσει.25Δεν επεθύμει άρα να ανακαλέσειτην πράξιν τώρα; —Είμαι ποιητής εγώ—Την ανθρωπίνην φύσιν πρέπει να ερευνώ.
[.....................................]
[1894]
[Robert Browning]

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Στεφανία Μεράκου, Αλληλογραφία του Δημήτρη Μητρόπουλου - Κωνσταντίνου Καβάφη





[Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό μουσικός λόγος (Τόμος Α΄, τεύχος 2, σ. 143-152), συνοδευόμενο και από τα χειρόγραφα των επιστολών του Δ. Μητρόπουλου που εδώ παραλείπονται για τεχνικούς λόγους. Ευχαριστούμε την συγγραφέα κ. Στεφανία Μεράκου και την Διεύθυνση του περιοδικού για τη παραχώρηση της άδειας "αναδημοσίευσης" στην παρούσα Ιστοσελίδα.]

Δύο γράμματα του Δημήτρη Μητρόπουλου προς τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, τα οποία ανήκουν στη συλλογή της Μουσικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος Λίλιαν Βουδούρη[1], μας δίνουν την ευκαιρία να δούμε μερικά άγνωστα στοιχεία, αφενός ως προς την εκτίμηση που έτρεφε ο συνθέτης προς τον ποιητή, αφετέρου ως προς το ίδιο το έργο.
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Μητρόπουλος, ένα χρόνο πριν στείλει την πρώτη επιστολή, με ημερομηνία 15 Ιουλίου 1926, συνέθεσε δεκατέσσερα τραγούδια πάνω σε ποίηση Κωνσταντίνου Καβάφη. Ποιήματα ερωτικά, τολμηρά, ρεαλιστικά, ελευθερωμένα από δεσμεύσεις και κοινωνικές προκαταλήψεις τα οποία προτρέπουν - εμπνέουν - οδηγούν τον Μητρόπουλο σε συνθετικούς νεωτερισμούς.
Το χειρόγραφο φυλάσσεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και περιέχει δεκατέσσερα τραγούδια που συνέθεσε το 1925-26[2], με την παρακάτω σειρά. Οι τίτλοι είναι αυτοί που αναγράφονται στο χειρόγραφο.
«Ηδονή», Preludio a 4 voci
«Για νάρθουν», Canon a 3 voci
«Μια νύχτα», Prologo-Fugeta epilogo a 4 voci
«Η αρχή των», Prologo-Fugeta epilogo a 4 voci
«Να μείνει», Canon a 2 voci
«Εν απογνώσει», Canon a 3 voci
«Γκρίζα», Passacaglia
«Μέρες του 1903», Passacaglia a 2 voci
«Το διπλανό τραπέζι», Canon a 2 voci
«Μακρυά», Canon a 2 voci
«Εν τη οδώ», Preludio a 1 voci
«Ο ήλιος του απογεύματος» Fuga a 4 voci
«Έτσι πολύ ατένισα», Pedale
«Επήγα Coda» (Finale)
    Ο Μητρόπουλος, ο πρώτος Έλληνας συνθέτης που μελοποίησε στίχους του Κωνσταντίνου Καβάφη[3], είχε επίγνωση του πόσο τολμηρός είναι στην επιλογή των στίχων αυτών. Εκμυστηρεύεται ότι αρχικά είχε φόβους, έμεινε όμως ευχαριστημένος με το έργο του και την απήχηση που είχε σε φιλικούς του κύκλους. Όπως αναφέρει στο γράμμα του ο ίδιος, τα έργα αυτά είχαν καλή υποδοχή σε ιδιωτικές ακροάσεις. Παραπέμπει μάλιστα στον Αντώνη Μπενάκη, ο οποίος τα άκουσε και μπορεί να μεταφέρει στον ποιητή τη γνώμη του. Κατόπιν τούτου αποφάσισε να τα εκδώσει.
    Από το περιεχόμενο της επιστολής προκύπτει ότι ο Μητρόπουλος είχε ήδη αποφασίσει ότι η έκδοση θα περιλάμβανε τα δέκα μόνο από τα δεκατέσσερα τραγούδια, ταξινομημένα σύμφωνα με τα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά. Έτσι χωρίζει τις δέκα Inventions της έκδοσης[4] σε τέσσερα μέρη:
    I. 4 Canons («Μακρυά», «Να μείνει», «Για νάρθουν», «Το διπλανό τραπέζι»)
    II. 2 Passacaglia («Γκρίζα», «Μέρες του 1903»)
    III. Preludio e fuga a 4 voci («Εντη οδώ», «Ο ήλιος του απογεύματος»)
    IV. Pedale - Coda (Finale) («Έτσι πολύ ατένισα», «Επήγα»)
      Δεν υπάρχουν ενδείξεις ως προς το λόγο για τον οποίο παρέλειψε τα τραγούδια «Ηδονή», «Μια νύχτα», «Η αρχή των» και «Εν απογνώσει». Ίσως ήταν πολλά για να συμπεριληφθούν στον κύκλο, ίσως οι στίχοι ήταν παραπάνω τολμηροί (από την άλλη όμως περιέλαβε άλλα με εξίσου τολμηρούς στίχους).
      Ο Μητρόπουλος στέλνει αυτή την επιστολή με σκοπό να ζητήσει από τον ποιητή να του παρέχει μεταφράσεις των δέκα τραγουδιών στα γαλλικά για τις ανάγκες της έκδοσης, εφόσον κρίνει ότι ο ίδιος ο ποιητής είναι ο καταλληλότερος γι' αυτό. Όπως εξηγεί ο Μητρόπουλος, επρόκειτο να προσπαθήσει να παρουσιάσει το έργο του και την έκδοση αυτή στο Παρίσι. Ζητά επίσης την έγκρισή του για τον τίτλο που προτείνει για τον κύκλο αυτό «Ποιήματα ηδονιστικά».
      Απάντηση του κ. Π. Καβάφη στον Μητρόπουλο δεν βρέθηκε στα κατάλοιπα του συνθέτη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (δεν υπάρχει αλληλογραφία από το 1919 έως το 1932) αλλά ούτε και σχετική πληροφορία στα κατάλοιπα του Καβάφη. Από το περιεχόμενο του δεύτερου γράμματος συμπεραίνουμε ότι ο Καβάφης δεν έστειλε τις μεταφράσεις τριών του ποιημάτων («Επήγα», «Μακρυά» και «Το διπλανό τραπέζι»), τα οποία όμως περιλαμβάνονται στην έκδοση. Η έρευνά μας δεν απέδωσε τα γράμματα του Καβάφη, ως εκ τούτου δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ακολούθησε άλλο γράμμα του με τη μετάφραση αυτών των ποιημάτων ή αν ο Μητρόπουλος έστειλε δικές του μεταφράσεις στον ποιητή, ο οποίος τυπικά θα έπρεπε να του δώσει και την τελική έγκριση γι' αυτές πριν από την έκδοση. Θα πρέπει όμως ο ποιητής να είχε απορρίψει τον τίτλο «Ποιήματα ηδονιστικά», μια και δεν αναγράφεται σε αυτή.
      Δεν είναι όμως μόνο οι στίχοι τολμηροί σε αυτά τα τραγούδια. Η μουσική έχει έντονα σύγχρονο χαρακτήρα διατηρώντας διαφανή τα βασικά στοιχεία πολυφωνίας. Η ανεπιτήδευτη απόδοση των στίχων από τη φωνή και τα ηχοχρώματα του πιάνου στη συνοδεία υποστηρίζουν απόλυτα την ερωτική και ρεαλιστική ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο ποιητής. Δυστυχώς οι κριτικές σε δημοσιεύματα του τύπου μετά την πρώτη δημόσια εκτέλεση του έργου στην Αθήνα (στις 6 Ιουνίου 1927 με την Πόπη Σερτσίου και τον Μητρόπουλο στο πιάνο) δεν συμφωνεί με αυτή των φίλων του Μητρόπουλου, οι οποίοι το είχαν πρωτοακούσει. Το απαίδευτο αθηναϊκό κοινό δεν φαίνεται έτοιμο να δεχθεί το εμπνευσμένο αυτό έργο. Ο Ν.Δ. στην τακτική του στήλη στην εφημερίδα Πολιτεία στις 8 Ιουνίου 1927 γράφει μεταξύ άλλων ότι «... είναι αδύνατον να ξεχωρίσει κανείς τα θέματα και να ανακαλύψει αλληλουχίαν μελωδίας. Εξ άλλου η εξεζητημένη ατονικότης ... και η φουτουριστική αρμονία φθάνουσα μέχρι παραφωνιών, παρέχουν μίαν δυσάρεστον και εκνευριστικήν εντύπωσιν ...».
      Οι Inventions των Κωνσταντίου Καβάφη και Δημήτρη Μητρόπουλου, είναι ένα έργο πριν από την εποχή του, ποιητικά και μουσικά, ένα έργο ποιητικού ρεαλισμού, συνθετικών νεωτερισμών και πηγαίου αισθησιασμού.

      ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
      Απόστολος Κώστιος, Δημήτρης Μητρόπουλος: Κατάλογος Έργων (Αθήνα: Ορχήστρα των Χρωμάτων, 1996).
      -, Δ. Μητρόπουλος (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985)
      -, Το στοιχείο της θεατρικότητας στον Δημήτρη Μητρόπουλο (Αθήνα: Παπαγρηγορίου-Νάκας, 1997)
      P. C. Cavafy - D. Mitropoulos, 10 Inventions (Αθήνα: λιθ. Καρύδη, χ.χ.)
      Όλυ Φράγκου-Ψυχοπαίδη, σημείωμα στο CD Four Song Cycles· Λίλα Αδαμάκη, σοπράνο, Γιάννης Παπαδόπουλος, πιάνο (Αθήνα: Musica Viva 88.031, 1992)
      Ν. Δ., «Μουσικά ζητήματα, Η Μουσική Βραδυά της Κυριακής», εφημ. Πολιτεία (Αθήνα: 8.6.1927)
      Φιλότεχνος, «Μουσική Κίνησις, Συναυλία Ελλήνων Συνθετών», εφημ. Πρωία (Αθήνα: 9.6.1927)


      1η Επιστολή
      [σελ. 1] Αθήνα/
      Πέμπτη 15 Ιουλίου 1926/

      Θαυμαστέ μου Κύριε Καβάφη!/
      Λαβαίνω το θάρρος/ να σας γράψω, αν και δεν με γνωρίζετε,/ γιατί έχω τόσες καλές πληροφορίες/ για τη μεγάλη καλωσύνη, απλότητα/ και καταδεκτικότητα που δείχνετε προ/ τους νέους καλλιτέχνας που ατενίζουν σε/ σας με θαυμασμό! Προ ενός ήδη/ χρόνου έγραψα μουσική απάνω σε/ 14 τραγούδια σας και επειδή είχαν πολύ/ επιτυχία εδώ εις την audition που έκαμα/ θάθελα πολύ να τα τυπόσω [sic] τώρα, και ήθελα/ εν πρώτοις την άδειάν σας, και Δεύτερον/ ει δυνατόν να μου στείλλετε μεταφρασμένα// [σελ. 2] αυτά τα ίδια τραγούδια στη Γαλλική, ή ακόμη και στην Αγγλική, γιατί έτσι θα μπορούσα/ να τα χρησιμοποιήσω και στο Παρίσι/ που σκοπεύω να πάω. Η Μετάφρασις δεν/ πειράζει εάν δεν είναι σε μέτρον, θα την βάλω απλώς στην αρχή γι να/ μπορούν να έχουν μια ιδέα του ποιήματος/ και από κάτω από τη μουσική θα μπούνε/ τα ελληνικά λόγια και με ελληνικά στοιχία [sic]/ και με Λατινικά! Πολύ θα με υποχρεώσι/ τε [sic] εάν μου φροντίζατε αυτή μου την παράκλη-/ σι, γιατί δεν θάθελα ποτέ να ανελάμβανε/ άλλος από σας την μετάφρασι. Προ πάντων/ τη Γαλλική, αν δεν μπορείτε εσείς, πάντως/ θα επιστατήσετε να γείνη πιστή! Όπως θέλετε/ όμως πάλι, εάν δεν έχετε όρεξι και αυτό σας/ βαρύνει τότε δεν πειράζει θα τα τυπόσω έτσι πια!/ Θάτανε όμως κρίμα πολύ κρίμα! Από τα/ 14 αυτά τραγούδια θα τυπόσω μια σειρά από/ 10 τα οποία ετιτλοφόρησα εγώ ως Ποιήματα/ Ηδονιστικά!! Δεν ξέρω τι είδους εντύπωσι/ θα σας κάνει αυτός ο τίτλος, μα αν δεν σας/ αρέση δεν θα τον βάλω, απλούστατα!_// [σελ. 3] Θα εκπλαγείτε τώρα είναι αλήθεια/ για την τόλμη που είχα στην εκλογή μου/ [των τραγουδιών σας [interlin.]] μα παρ' όλους τους φόβους που είχα,/ η μουσική είναι τόσο ταιριαστή σ' αυτού/ του είδους το μέτρο και την ατμόσφαιρα,/ που σας βεβαιώ άρεσε και στους πιο/ ηθικόληπτους ανθρώπους˙ η Μουσική/ αυτή τη φορά κατόρθωσε να καταπραΰνη/ τα ηθικόληπτα νεύρα μερικών από τους/ ακροατάς μου. Έτσι λοιπόν απεφάσισα/ να τα τυπόσω, και τάχω αφιερωμένα στον/ Άλκη Θρύλο. Εστέ βέβαιος ότι η/ Μουσική μου είναι τόσο σύγχρονη όσο/ και η ατμόσφαιρα η καινούργια που ανα-/ δίνουν τα τραγούδια σας. Ο Κύριος Αντώνιος Μπενάκης τα ήκουσεν και μπορεί να σας/ πη ο ίδιος την εντύπωσίν του. Ελπίζω ότι/ θα μου δοθεί ευκαιρία να κατέβω στην Αλεξάνδρεια/ με την Δα Ανδρεάδου για να τα τραγουδήση σε/ μια συναυλία μου._// [σελ.4] Λοιπόν οι τέτλοι των Ηδονιστικών Τραγουδιών σας είναι οι εξής:
      Μακρυά... Forme architecturale musicale
      Να μείνει... Forme Canon a 2 e 3 voci
      Για νάρθουν
      Το διπλανό τραπέζι
      Μέρες του 1903 Forme Passacaglia a 2 e 3 Voci
      Γκρίζα
      Εν τη Οδώ Preludio e Fuga a 4 Voci
      Ο Ήλιο του Απογεύματος
      Έτσι πολύ Ατένισα... Code Pedale
      Επήγα Finale
      Ο Μουσικός Τίτλος είναι/ 10 Invenzioni a 2, 3 e 4 Voci/ απάνω σε 10 Ηδονιστικά Τραγούδια/ του Κ. Π. Καβάφη._
      Ελπίζω θαυμαστέ και φίλτατε Κύριε/ να έχω μια απάντησιν ευνοϊκή στην παράκλησή/ μου, και σας φιλώ με άπειρο θαυμασμό/ και σεβασμό το χέρι!_/
      Δ. Μητρόπουλος/
      Οικία Νεγρεπόντη οδός Όθωνος 12/
      Αθήναις/


      2η Επιστολή
      [σελ. 1] Αθήναι/Rue Othon 12/ 16 Αυγούστου 1926_/
      Φίλτατε Κύριε Καβάφη!/
      Σας ευχαριστώ απείρως για τις μεταφράσεις/ των ποιημάτων σας τας οποίας έλαβα._/ Δεν μου γράφετε όμως για τις υπόλοιπες/ τρεις: Επήγα - Μακρυά - και Διπλανό Τραπέζι._/ Επειδή θέλω να τυπόσω όλα μαζύ σε ένα/ τεύχος, θάτανε κρίμα να λείπουνε τρεις_/ Εάν σας είναι δύσκολο να βρήτε κανένα/ να τις μεταφράση, μου επιτρέπετε εμένα να/ επιχειρήσω τις άλλες τρεις μεταφράσεις και/ να σας τις στείλω να τις εγκρίνετε; Εγώ/ μάλιστα θαρχίσω αμέσως και θα σας στις [sic]/ στείλλω [sic] να μου πήτε εάν είναι καλές._/ Άλλωστε πρέπει να σας εξηγήσω πως δεν πρόκειται// [σελ. 2] καμιά [sic] από τις μεταφράσεις αυτές να τραγουδηθούν/ αλλά μόνον στην αρχή της εκδόσεώς μου, θα βάλω/ όλες αυτές τις μεταφράσεις μαζύ μόνον και μόνον/ για να ξέρουν οι ξένοι το περιεχόμενον των/ ποιημάτων. Από κάτω δε από τη μουσική/ θα τυπωθούν εκτός από τας ελληνικάς λέξεις,/ και άλλες τέτοιες με λατινικά γράμματα._/ Λοιπόν και πάλιν σας υπερευχαριστώ για/ την προθυμία σας και σε λίγο θα σας/ στείλλω δοκίμια μεταφράσεως των υπολοίπων/ τριών ποιημάτων._/
      Δικός σας./ Δ. Μητρόπουλος


      [1] Ευχαριστούμε ολόψυχα το Δ.Σ. του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» για την ευγενική παραχώρηση των επιστολών προς δημοσίευση.
      [2] Το χειρόγραφο δεν φέρει ημερομηνία. Είναι γνωστή μόνο η ημερομηνία της πρώτης εκτέλεση του έργου στην Αθήνα: 5 Ιουνίου 1927. Η επιστολή αυτή προσδιορίζει σχετικά τη χρονολογία σύνθεσης.
      [3] Ακολούθησε ο Γεώργιος Πονηρίδης ο οποίος το 1934 μελοποίησε τα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη «Επέστρεφε», «Ηδονή» και «Του Μαγαζιού»
      [4] P. C. Cavafy - D. Mitropoulos, 10 Inventions (Αθήνα: λιθ. Καρύδη, χ.χ.). Η έκδοση είναι αφιερωμένη στον Άλκη Θρύλο, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της κριτικού Ελένης Ουράνη, κόρης του Μιλτιάδη και της Μαρίας Νεγρεπόντη, θερμών υποστηρικτών, προστατών και στενών φίλων του Δ. Μητρόπουλου.