Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ "ΤΡΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΧΑΡΕΣ"

Ὄμορφος κόσμος, ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος!
Δ. Σολωμός

Ι. ΚΑΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Εἶναι ἕνας ἀγαθὸς γεροντάκος. Ἔπειτα ἀπὸ τριάντα χρόνων ὑπηρεσία, ἔχει νὰ διατρέξει ὅλους τοὺς βαθμούς. Γραφεὺς στὸ πρωτόκολλο.
Πάντα ἔκανε τὴ δουλειά του εὐσυνείδητα, σχεδὸν μὲ κέφι. Σκυμμένος ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ στὸ παρθενικὸ βιβλίο του, περνοῦσε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἀντέγραφε τὶς περιλήψεις. Κάποτε, μετὰ τὴν καταχώριση ἑνὸς εἰσερχομένου ἢ ἑνὸς ἐξερχομένου, ἐτράβαγε μιὰ γραμμὴ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν τελευταία στήλη καὶ προχωροῦσε πρὸς τὸ περιθώριο, ἔτσι σὰν ἀπόπειρα φυγῆς. Αὐτὴ ἡ οὐρὰ δὲν εἶχε θέση ἐκειμέσα, ὅμως τὴν τραβοῦσε βιαστικά, μὲ πεῖσμα, θέλοντας νὰ ἐκφράσει τὸν ἑαυτό του. Ἂν ἔσκυβε κανεὶς πάνω στὴν ἁπλὴ καὶ ἴσια γραμμούλα, θὰ διάβαζε τὴν ἱστορία τοῦ καλοῦ ὑπαλλήλου.
Νέος ἀκόμη, μπαίνοντας στὴν ὑπηρεσία, ἐχαιρέτησε μὲ συγκαταβατικὸ χαμόγελο τοὺς συναδέλφους του. Ἔτυχε νὰ καθίσει σ᾿ αὐτὴν τὴν καρέκλα. Κ᾿ ἔμεινε ἐκεῖ. Ἦρθαν ἄλλοι ἀργότερα, ἔφυγαν, ἐπέθαναν. Αὐτὸς ἔμεινε ἐκεῖ. Οἱ προϊστάμενοί του τὸν θεωροῦσαν ἀπαραίτητο. Εἶχε ἀποκτήσει μία φοβερή, μοιραία εἰδικότητα.
Ἐλάχιστα πρακτικὸς ἄνθρωπος. Τίμιος, ἰδεολόγος. Μ᾿ ὅλη τὴ φτωχική του ἐμφάνιση, εἶχε ἀξιώσεις εὐπατρίδου. Ἕνα πρωί, ἐπειδὴ ὁ Διευθυντής του τοῦ μίλησε κάπως φιλικότερα, ἐπῆρε τὸ θάρρος, τοῦ ἀπάντησε στὸν ἑνικό, ἐγέλασε μάλιστα ἀνοιχτόκαρδα καὶ τὸν χτύπησε στὸν ὦμο. Ὁ κύριος Διευθυντὴς τότε, μ᾿ ἕνα παγωμένο βλέμμα, τὸν ἐκάρφωσε πάλι στὴ θέση του. Κ᾿ ἔμεινε ἐκεῖ.
Τώρα, βγαίνοντας κάθε βράδυ ἀπὸ τὸ γραφεῖο, παίρνοντας τὸν παραλιακὸ δρόμο, βιαστικὸς βιαστικός, γυρίζοντας δαιμονισμένα τὸ μπαστούνι του μὲ τὴν ὡραία, νικέλινη λαβή, γράφει κύκλους μέσα στὸ ἄπειρο. Καὶ μέσα στοὺς κύκλους τὰ σημεῖα τοῦ ἀπείρου. Ὅταν περάσει τὰ τελευταῖα σπίτια, θ᾿ ἀφήσει πάντα νὰ ξεφύγει ψηλὰ μὲ ὁρμὴ τὸ μπαστούνι του, ἔτσι σὰν ἀπόπειρα λυτρωμοῦ.
Μετὰ τὸν περίπατο τρυπώνει σὲ μία ταβέρνα. Κάθεται μόνος, ἀντίκρυ στὰ μεγάλα, φρεσκοβαμμένα βαρέλια. Ὅλα ἔχουν γραμμένο πάνω ἀπ᾿ τὴν κάνουλα, μὲ παχιά, μαῦρα γράμματα, τ᾿ ὄνομά τους: Πηνειός, Γάγγης, Μισσισσιππῆς, Τάρταρος. Κοιτάζει ἐκστατικὸς μπροστά του. Τὸ τέταρτο ποτηράκι γίνεται ποταμόπλοιο, μὲ τὸ ὁποῖο ταξιδεύει σὲ θαυμάσιους, ἄγνωστους κόσμους. Ἀπὸ τὰ πυκνὰ δέντρα, πίθηκοι σκύβουν καὶ τὸν χαιρετᾶνε. Εἶναι εὐτυχής.


II. ΕΝΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Δὲν ξέρω τί φοροῦσε στὸ κεφάλι. Τὰ ροῦχα της δὲν εἶχαν οὔτε σχῆμα οὔτε χρῶμα. Ἐμπῆκε στὸ γραφεῖο κρατώντας στὴν ἀγκαλιὰ δυὸ παιδιὰ καὶ σέρνοντας τέσσερα. Καθένα ἔκλαιγε ἢ ἐφώναζε μὲ ἰδιαίτερο τρόπο. Ἄλλο τραβοῦσε τὸ φουστάνι της, ἄλλο τὰ μαλλιά της. Ἕνα ἀγόρι ὡς τριῶν χρονῶν ἔτρεμε μὲ κάτι παράξενα ἀναφιλητά, χωρὶς νὰ κλαίει. Ὅλα μαζὶ -- φριχτὴ συμφωνία -- ἐκοίταζαν τὴ μητέρα τους ὅπως οἱ μουσικοὶ τὸ μαέστρο. Αὐτὴ ὅμως εἶχε ξεχάσει τὴν παρτιτούρα της σ᾿ ἕνα κομψὸ γραφειάκι ἀπὸ acajou.
Στάθηκε μπροστά μας μὲ ὀρθάνοιχτα μάτια. Κάτι σὰν ψεύτικο γέλιο, μιὰ γκριμάτσα οἴκτου πρὸς τὸν ἑαυτό της, ἐξηγοῦσε τὰ λόγια της. Ἦταν Ἀρμένισσα. Ὁ ἄντρας της ἐπέθανε σ᾿ ἕνα χωριό, κ᾿ ἦρθε ἀπὸ κεῖ ζητώντας ψωμὶ γιὰ τὰ παιδιά της. Τώρα παρακαλοῦσε νὰ στεγασθεῖ. Κάποιος ποὺ ἤξερε τὴ γλῶσσα της τῆς εἶπε ὅτι δὲν ὑπῆρχε πουθενὰ θέσις. Καὶ καθὼς δὲν ἤθελε νὰ καταλάβει, τὴν ἔβγαλαν ἔξω στὸ διάδρομο. Ἔμεινε ξαπλωμένη μὲ τὰ παιδιά της ὡς τὸ μεσημέρι. Τὴν ἄλλη μέρα, ἡ ἴδια ἱστορία. Ἦρθε πολλὲς φορὲς ἀκόμη.
Ἐπιτέλους τὴν ἔριξαν σὲ μία ἀποθήκη. Τριάντα οἰκογένειες προσφύγων ποὺ ἔμεναν ἐκειμέσα εἶχαν χωρίσει τὰ νοικοκυριά τους πρόχειρα, μὲ φανταστικοὺς τοίχους. Μπόγοι, κασέλες, κουβέρτες ἁπλωμένες, ξύλα βαλμένα στὴ γραμμή, ἐσχημάτιζαν τετράγωνα, τὰ μαχητικὰ τετράγωνα τῆς τελευταίας ἀμύνης. Σ᾿ αὐτὲς τὶς φωλιὲς ἀκινητοῦσαν ἢ ἐσάλευαν πένθιμα σκιὲς ἀνθρώπων. Τρεῖς τρεῖς, πέντε πέντε, σκορπισμένοι ἀνάμεσα σὲ ρυπαρὰ ροῦχα καὶ ὑπολείμματα ἐπίπλων, ἦταν σὰ νὰ ψιθύριζαν παραμύθια ἢ νὰ προσπαθοῦσαν σιγὰ ν᾿ ἀποτινάξουν τὸ σκοτάδι.
Τώρα ἡ ἀποθήκη φωτίζεται ἀπὸ ἕνα κερί. Κάποιο δέμα τυλιγμένο μὲ καθαρὸ ἄσπρο πανὶ ἔχει τοποθετηθεῖ προσεκτικά, κάθετα πρὸς τὸν τοῖχο, χάμου. Εἶναι τὸ μικρότερο ἀπὸ τὰ ἕξι παιδιὰ τῆς Ἀρμένισσας, ποὺ πέθανε λίγες ὧρες μετὰ τὴν ἐγκατάστασή τους. Τ᾿ ἀδέλφια του παίζουν ἔξω στὸν ἥλιο. Ἡ μητέρα, ξαλαφρωμένη, παραστέκει γιὰ τελευταία φορὰ τὸ μωρό της. Οἱ ἄλλες γυναῖκες τὴ μακαρίζουν, γιατί θὰ μπορέσει ἀπὸ αὔριο νὰ πιάσει δουλειά. Εἶναι σχεδὸν εὐτυχής. Καὶ ὁ νεκρὸς ἀκόμη περιμένει μὲ τόση ἀξιοπρέπεια...

ΙΙΙ. ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ BOVARY

Στὴ μέση τῆς γιορτῆς προχωροῦσε ἀργά. Καθὼς ὅλοι βιάζονταν γύρω της, ἦταν σὰν ἕνα μαῦρο στίγμα σὲ πανὶ κινηματογράφου. Συντροφιὲς ἀπὸ νέους περνοῦσαν. Ἄλλοι τὴν ἔβλεπαν κ᾿ ἐξακολουθοῦσαν τὸ δρόμο τους, ἄλλοι τῆς ἐσφύριζαν ἕνα κομπλιμέντο, ἄλλοι τῆς ἔλεγαν διστακτικὰ μιὰ φράση περιμένοντας ἀπάντηση. Ὅπου ὁ συνωστισμὸς ἦταν μεγαλύτερος, ἡ τόλμη ἐλευθερώνοταν καὶ δὲν ἀρκοῦσαν τὰ λόγια. Κάποιος ἐστάθηκε γελώντας μπροστά της, πρόσωπο μὲ πρόσωπο, ὥρα πολλή. Ναῦτες ἐπέρασαν δίπλα, κι ὅλοι ἐπρόσεξαν νὰ τὴν σπρώξουν. Κάτι σκοτεινοὶ τύποι τὴν ἀκολουθοῦσαν βῆμα πρὸς βῆμα.
Ἔνιωθε τὸν ἑαυτό της κέντρο ὅλου αὐτοῦ τοῦ πλανόδιου ἐρωτισμοῦ. Χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴν ἄγρια θέληση τόσων ἀνδρῶν. Ἐκνευρισμένη ἀκόμη ἀπὸ τὸν θόρυβο, τὴ ζέστη καὶ τὴν προσπάθεια νὰ προχωρεῖ, στάθηκε σ᾿ ἕνα κύκλο ἀνθρώπων. Σὲ λίγο κάποιος ἦρθε σιμά της. Δὲν τὸν ἔβλεπε, αἰσθανόταν ὅμως νὰ σφίγγεται ὁλοένα πάνω της. Ἔπεφτε ἀπότομα, ὕστερα ἔμενε ἀκίνητος, ὕστερα πάλι πλησίαζε, ἀκριβῶς ὅπως ὁ λεπτοδείχτης, στὰ μεγάλα ρολόγια τοῦ δρόμου, προχωρεῖ μὲ ἀραιὰ πηδήματα πρὸς τὸν ὡροδείχτη. Τὸ σῶμα της τώρα, ποὺ τὸ προστάτευε μόλις ἕνα λεπτὸ φόρεμα, ἦταν ὁλόκληρο πάνω στὸ δικό του. Μουδιασμένη, ἐκμηδενισμένη, ἔκλεισε τὰ μάτια, κ᾿ ἔγειρε ἐλαφρά. Αὐτὸς τότε, ἀρπάζοντας μὲ βία τὸ χέρι της, τῆς μίλησε. Ἐγύρισε καὶ τὸν εἶδε. Ἀλήτης. Κόκκινο, ζαρωμένο πρόσωπο, μάτια ἀναμμένα, γένια πυρρά. Τὰ ροῦχα του, ξεβαμμένα, εἶχαν ἕνα κοκκινωπὸ χρῶμα. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι της κοκκινίζοντας. Ἦταν λοιπὸν ὁ Ἔρως;
Ἐσυνέχισε τὸ δρόμο της χωρὶς ν᾿ ἀπαντήσει. Τὴν ἔσπρωχνε μέσα στὸ πλῆθος. Ὅταν ἀπομακρύνθηκαν στάθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ τὴν ὁδηγήσει ὅπου ἤθελε. Αὐτὴ θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε σὲ μικρὴ ἀπόσταση. Ἐκοίταξε δύσπιστος, ἀλλὰ ἐπροχώρησε. Ἔφτασαν σὲ δρόμους ἐρημικούς. Ἐβγήκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Τώρα περπατοῦσαν δίπλα σ᾿ ἕνα φράχτη. Ἦταν πανσέληνος. Ἡ εὐωδιὰ τῶν κήπων ἐγέμιζε τὰ στήθη της. Μέσα στὴ σιωπὴ ἀκούονταν οἱ γρῦλοι καὶ τὰ γρήγορα βήματα τῶν δυὸ ἀνθρώπων. Ἐγύριζε καὶ τὴν ἔβλεπε συχνά. Τὸ πρόσωπό του φωτιζόταν ἀπὸ τὸ φεγγάρι, παίρνοντας μία ξένη ἔκφραση. Καὶ ἡ σιλουέτα του, μὲ τὰ παλιά, σχισμένα ροῦχα, καθὼς ἐπήγαινε κουτσαίνοντας λίγο, εἶχε κάποιον ἀλλιώτικο, βιβλικὸ χαρακτῆρα. Ἔφταναν σ᾿ ἕνα δάσος. «Ἐδῶ» εἶπε ὁ ἄντρας βραχνά.
Ἀπὸ τὰ μάτια της ἐπέρασαν τὴν ἴδια στιγμὴ εἰκόνες παιδικῶν ἀναμνήσεων. Οἱ χαλκομανίες μὲ τὰ ξανθὰ ἀγγελούδια ποὺ κρατοῦσαν γιρλάντες ἀπὸ τριαντάφυλλα καὶ χαμογελοῦσαν, φυλακισμένα στὰ φύλλα ἑνὸς βιβλίου. Οἱ βασίλισσες καὶ οἱ ἱππότες τῶν παραμυθιῶν. Τὸ μὼβ φορεματάκι τῆς πρώτης κούκλας. Ὁ θάνατος τοῦ ἀδελφοῦ της...Ὕστερα, ὅταν μεγάλωσε, τὰ χρόνια ποὺ πέρασε μονάχη μὲ τὴν μητέρα της. Ἔχανε κανεὶς τὸν ἀριθμό τους μέσα σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο. Καὶ οἱ ἐνοικιαστές. Ἔχανε κανεὶς τὴ σειρά τους...
Ὁ ἄλλος ἦταν εὐτυχής. Σὰν πρᾶγμα ἀφέθηκε στὰ χέρια του. Τὴν ἔσχισε σὰ χαρτὶ καὶ τὴν πέταξε χάμου μὲ θυμὸ ἀσυγκράτητο, μὲ τὴν πρωτόγονη ὁρμὴ τῆς διψασμένης του νιότης. Στὶς ἀκούσιες καὶ ἄτονες ἀρνήσεις της, στὶς σβησμένες λέξεις ποὺ ἐπρόφερε ὄχι ἡ ἴδια ἀλὰ τὸ φῦλο της, στὴν ἔνστικτο ὑποχώρηση τῆς σάρκας της, αὐτὸς εἶχε ν᾿ ἀντιτάξει βλαστήμιες καὶ βρισιές, ποὺ ἐσκέπαζαν, ἐξιλέωναν μὲ χυδαιότητα ὅλες τὶς ἄσεμνες κινήσεις του. Σκληρό, παγωμένο τὸ στόμα του, μὲ μιὰ ἀποπνικτικὴ ἀνάσα, ἀληθινὴ πληγῆ, ἐσφράγιζε αἱματηρά τους ὤμους, τὰ χείλη, τὸ ἁγνὸ μέτωπο. Εἶχε τὴν ἐντύπωση ὅτι κάπου ἀλλοῦ συνέβαινε αὐτὴ ἡ φριχτὴ ἱστορία, κ᾿ ἔκλεισε τὰ μάτια της.

Ἐπέρασαν ὦρες. Ἡ αὐγὴ ἔσκυβε στὸ ἴνδαλμά της. Τὸ πελιδνὸ σῶμα τῆς γυναίκας ἔλαμπε σὰν ἄστρο διαρκῶς περσότερο. Μέσα στὰ δάκρυά της ἐκοίταξε γύρω ἔκπληκτη. Ἐζήτησε νὰ ντυθεῖ. Δὲν ἤθελε νὰ τὴν ἀφήσει. Τῆς μιλοῦσε τώρα μὲ τρυφερότητα. Ὕστερα ἄρχισε νὰ τραγουδάει. Τῆς εἶπε κάτι σὰν ἀστεῖο. Τέλος σηκώθηκε καί, χωρὶς λόγο, ἐπήδηξε τρεῖς φορὲς ὅσο μποροῦσε πιὸ ψηλά, ξεφωνίζοντας ἀσυνάρτητες λέξεις. Σὲ λίγη ὥρα τὴν ἀγκάλιασε πάλι. Ἦταν εὐτυχής.

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

Κώστας Καρυωτάκης "Στροφές"

1

Είκοσι χρόνια παίζονταςαντί χαρτιά βιβλία,είκοσι χρόνια παίζοντας,έχασα τη ζωή.5Φτωχός τώρα ξαπλώνομαι,μιαν εύκολη σοφίαν’ ακούσω εδώ που πλάτανοςγέρος μού τη θροεί.

2

Απ’ όλα θέλω ελεύτεροςνα πλέω στα χάη του κόσμου.Αν ένας φίλος μού ’μεινε,να φύγει, να περάσει.5Κι όταν ζητήσει ο θάνατοςτα πλούτη πὄχω μάσει,σένα, πικρία μου απέραντη,μονάχο να ’χω βιος μου.

3

Για τη ζωή σου μου ’λεγες,για το χαμό της νιότης,για την αγάπη μας που κλαίειτον ίδιο θάνατό της,5κι ενώ μια ογρή στα μάτια σουπερνούσε αναλαμπή,ήλιος φαιδρός απ’ τ’ ανοιχτόπαράθυρο είχε μπει.

4

Τί χάνω εγώ τις μέρες μουτη μία κοντά στην άλλη,κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιάξινίζει το κρασί,5αφού μονάχα όταν περνώτο βλέμμα από κρουστάλλι,με νέα ρετσίνα ολόγεμοβλέπω τη ζωή χρυσή;

5

Η νύχτα μάς εχώρισεναπό όσους αγαπάμεπριν μας χωρίσει η ξενιτιά.(Να ’ναι όλοι εκεί στο μόλο;)5Σφύρα, καράβι αργήσαμε.Κι αν φτάσουμε όπου πάμε,στάσου λίγο, μα ύστερασφύρα να φεύγουμε όλο.

6

Λεύκες, γιγάντοι καρφωτοίστα πλάγια εδώ του δρόμου,δέντρα μου, εστέρξατε ο βοριάςτα φύλλα σας να πάρει.5Σκιές εμείνατε σκιώνπου ρέουν στο μέτωπό μου,καθώς πηγαίνω χάμου εγώκι απάνω το φεγγάρι.

7

Χαρά! Η χαρά! Στα νέα χαράπαιδιά! Τραβούνε —ωραίοιμαύροι ληστές— την κόρη ζωήδεμένη ν’ αγαπήσουν.5Μα το βιβλίο σου ολάνοιχτο,στα φύλλα του αύρα πνέει,τρελέ, τρελέ, που εγέρασεςκαι νέος ποτέ δεν ήσουν.

8

—Ποιητή, κυλάει το γέλιο μουμέλι και χλεύη, αλλάδεν παύεις να σφυροκοπάςτων ήχων τα στεφάνια5—Κόρη, δουλεύω ανώφελα,μα η στείρα τί ωφελάκαι σιωπηλή του αχάτινουματιού σου υπερηφάνεια;

9

Αντίο! Αντίο! Με τα ουρανιάμάτια σας και με βιόλεςστο λαιμό, εφύγατε, ξανθέςερώτων νέων ελπίδες.5Αντίο, κι εσύ που στρέφοντας,όταν χαθήκανε όλεςπάλι να παίρνω το βαθύ,σκοτεινό δρόμο μ’ είδες!

10

Μπρούτζινος γύφτος —τράλαλα!—τρελά πηδάει κει πέρα,χαρούμενος που εδούλευετο μπρούτζον ολημέρα5και που ’χει τη γυναίκα τουχτήμα του και βασίλειο.Μπρούτζινος γύφτος —τράλαλα!—δίνει κλοτσά στον ήλιο!

Η ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝΝΗΠΕΝΘΗ


(1921)

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

Ο Καρυωτάκης με τα μάτια άλλων



Αν και χαρτογιακάς, αρνήθηκε να γράψει ποιήματα που θα λογοδοτούσαν στο ξεχαρβάλωμα της δημόσιας ζωής. Με δύο λόγια, αρνήθηκε να γίνει εθνικός ποιητής. Ανέλαβε την πολιτική ευθύνη μόνο της σφαίρας που φύτευσε στην καρδιά του ― δηλαδή του περίλυπου σαρκασμού των στίχων του. [Μισέλ Φάις, Ελληνική αυπνία, 2004, σ. 65]
80 περίπου χρόνια πριν τον Μισέλ Φάις, ο Τέλλος Άγρας αποφαινόταν το εξής για τον Καρυωτάκη, μιλώντας ως κριτικός αλλά και ως εκπρόσωπος μιας ορισμένης γενιάς:
Πρωτοδιάβασα, θυμούμαι, τ' όνομά του στα 1912, ανάμεσα στους βραβευμένους του παιδικού περιοδικού Παιδικός Αστήρ, που το αγόραζα τότε κι εγώ. Κι έπειτα, τον ξέχασα… Έξη χρόνια αργότερα, το 1918, η πρώτη ποιητική του συλλογή […] μικρό τεύχος από δεκάεξη μόλις σελίδες ― μερικά τρυφερά μουσικά, γνήσια συμβολιστικά ποιήματα― πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η δική μας γενεά εβγήκε, σχεδόν όλη, από τη Βιβλιοθήκη του Φέξη. Απ' εκεί επήγασαν τ' αγαθά της, απ' εκεί και τα ελαττώματά της: κι ο λυρισμός της, αλλά κι η μεγαλοστομία της· η θεωρητική της μόρφωση, αλλά κι ο προφητικός της τόνος ― ο "μεσσιανισμός" της· απ' εκεί τέλος η γερμανοπάθεια κι η ασιανοπάθεια που ζωηρά άλλως τε καθρεπτίστηκαν όλ' αυτά στα τότε αντιπροσωπευτικά φιλολογικά περιοδικά των νεωτέρων.
Ο Καρυωτάκης απ' όλ' αυτά έλειπεν.
Αμέτοχος ο άνθρωπος, η εργασία του άγνωστη. ― Αυτός ερχόταν, μόνος του, απ' αλλού. Ερχόταν αργά, από δρόμο δικό του. […] κι έξαφνα στα 1927, με την τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες, μας εξεπέρασεν όλους αμέσως κι εξακολουθητικά…».
[Τέλλος Άγρας, «Καρυωτάκης», Τα Νέα Γράμματα 12 (1935), σ. 674-706].
Ένα χρόνο νωρίτερα, στην πρώτη του ποιητική συλλογή ο Γιάννης Ρίτσος ξεκινούσε έναν μεταθανάτιο διάλογο γύρω από τους «ανάξιους ποιητές» που παρελαύνουν στην καρυωτακική ποίηση:
«Ποιητές»
Στον Κώστα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
Ω, δε χωρεί καμιά αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστ' εμείς με κυματίζουσα την κόμη
―έμβλημ' αρχαίο καλλιτεχνών― και χτυπητές
μάθαμε φράσεις ν' αραδιάζουμε κι ακόμη,
μια ευαισθησία μάς συνοδεύει υστερική,
που μας πικραίνει ένα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριά ένα σύννεφο μαβί. Χιμαιρική
τη ζωή μας λέμε και δεν έχουμ' ένα φίλο.
Μένουμε πάντα σιωπηλοί και μοναχοί,
όμως περήφανα στα βάθη μας κρατούμε
το μυστικό μας θησαυρό, κι όταν ηχεί
η βραδινή καμπάνα ανήσυχα σκιρτούμε.
Θεωρούμε ανίδεους, ανάξιους κι ευτελείς
γύρω μας όλους, κι απαξιούμε μια ματιά μας
σ' αυτούς να ρίξουμε, κι η νέα ξανά σελίς
τον θρήνο δέχεται του ανούσιου ερωτά μας.
Αναμασάμε κάθε μέρα τα παλιά
χιλιοειπωμένα αισθήματά μας· εξηγούμε
το τάλαντό μας: «κελαηδούμε σαν πουλια»·
την ασχολία μας τόσ' ωραία δικαιολογούμε.
Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστ' εμείς,
και τυλιγόμστε, μανδύα μας, έναν τοίχο.
Μ' έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ' έναν ―με δίχως χασμωδίες― μουσικό στίχο.
Γύρω μας κι άλλοι κι αν πονούν κι αν δυστυχούν,
κι αν τους λυγίζει, αν τους φλογίζει η αδικία,
― ω, τέτοια θέματα πεζά ν' ανησυχούν
τους αστρικούς μας στοχασμούς, είναι βλακεία.
Γ. Ρίτσος, από τη συλλογή Τρακτέρ (1934).

«από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός»

Μια σύντομη ζωή σε συνεχή κίνηση ήταν αυτή του Καρυωτάκη. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του (πολιτικός μηχανικός του υπουργείου Δημοσίων Έργων) η οικογένεια αναγκαζόταν να αλλάζει πόλεις ανά την Ελλάδα. Αντίστοιχα, όταν αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή, η έλλειψη πελατείας τον ώθησε αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου και σε συνεχείς μεταθέσεις σε διάφορες υπηρεσίες, με τελευταίο σταθμό την Πρέβεζα.
Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπες
άθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα.
Μόνο είδα, φεύγοντας πρωί, στην πόρτα μου τολύπες
τα ρόδα, και γυρίζοντας έκοψα μια γιρλάντα.
(«Μίσθια Δουλειά», Ελεγείες και Σάτιρες, 1927)
Έφηβος ακόμα δημοσιεύει ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Διάπλασις των Παίδων. Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραγμάτων δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919, χωρίς ιδιαίτερα θετική υποδοχή. Προμετωπίδα ήταν οι παρακάτω στίχοι:
Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει…
Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό Η Γάμπα, η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921 και, πέρα από τρεις ποιητικές ενότητες (Πληγωμένοι Θεοί, Η σκιά των ωρών, Νοσταλγικά), περιλάμβανε και μια ενότητα με μεταφράσεις, όπως ένα ποίημα του Heinrich Heine, με τον οποίο θα καταπιαστεί και στην επόμενη συλλογή του, που επίσης θα συμπεριλαμβάνει μεταφράσεις. Χαρακτηριστικά στοιχεία της συλλογής, όπως έχουν κωδικοποιηθεί από τη μέχρι σήμερα κριτική παράδοση, είναι η μετρική ποικιλία και μια ορισμένη μποντλερική μελαγχολία καθώς και ένας υψηλός βαθμός ποιητικής αυτοσυνειδησίας.
Λίγο αργότερα θα συνδεθεί συναισθηματικά με την επίσης ποιήτρια και συνάδελφό του στη Νομαρχία Αθηνών, Μαρία Πολυδούρη, στην οποία θα αφιερώσει ένα ποίημα από την επόμενη συλλογή του:
[Ένα σπιτάκι απόμερο…]
Μ.Π.
Ένα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,
μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθειά πολυθρόνα,
μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,
ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!
Η τελευταία αυτή συλλογή εκδίδεται το Δεκέμβριο του 1927 με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες.
Τα Ελεγεία και Σάτιρες κωδικοποιούν άψογα τον προγραμματικά ελάσσονα τόνο αυτής της ποίησης που αποδέχεται το τετριμμένο, το καθημερινό, εσωτερικεύει με ευγένεια την ήττα ή την αποτυχία, αντικρίζει ευθαρσώς τα αδιέξοδα και τις ανεπάρκειές της και, δίχως θρήνους και κοπετούς, κάνει τους ισολογισμούς μιας πεζής, καθηλωμένης, πιεσμένης ζωής, ενός άδοξου θανάτου. Η «χαμηλόφωνη», όπως καθιερώθηκε να τη λέμε, ποίηση αυτής της μεταπολεμικής εποχής (μετά τον Πρώτο, εννοείται, Παγκόσμιο Πόλεμο) αποφεύγει τον στόμφο, την υψηγορία, τις μεγάλες θεατρικές χειρονομίες, τις άμετρες φιλοδοξίες, τον οιστρήλατο ενθουσιασμό. [Τσιριμώκου 2012, 123].
Ο Καρυωτάκης, όπως θα θυμηθεί αργότερα ο φίλος και συνοδοιπόρος του Χ. Σακελλαριάδης, σχεδίαζε να θέσει ως προμετωπίδα στη συλλογή, κάτω από μια νεκροκεφαλή, τη φράση Με το μηδέν και το Άπειρο / να συμφιλιωθούμε». Τελικά ωστόσο η συλλογή τυπώθηκε με προμετωπίδα επιγραφή από το De rerum natura του Λουκρήτιου.
Όπως μαρτυρούν τόσο οι μεταφραστικές όσο και οι υφολογικές επιλογές στη πρωτότυπη ποίησή του, ο Καρυωτάκης επεξεργάζεται διαρκώς μια ποιητική διττότητας, όπου το λυρικό υποκείμενο διχάζεται σε ένα εγώ που βιώνει την πτώση του και σε ένα άλλο που την παρακολουθεί και την περιγράφει ως αντικείμενο γέλωτος. Η ταλάντευση ανάμεσα στην αυτο- δημιουργία και στην αυτοκαταστροφή, που καθρεφτίζει την αδυναμία συμφιλίωσης του Μηδενός με το Άπειρο, αποτελεί ταυτόχρονη ταλάντευση ανάμεσα σε έναν εμπειρικό και έναν κειμενικό εαυτό, όπου είναι η γλώσσα αυτή που κάνει χιούμορ μέσα από τα υποκείμενα. Αυτή η δεσπόζουσα μη διαλεκτική διάσταση της ειρωνικής ποιητικής του Καρυωτάκη διασταυρώνεται με μία ακόμη έκφανση του κρίσης του λυρικού υποκειμένου, την «κρίση του στίχου», και εκβάλλει στη διερεύνηση των εκφραστικών δυνατοτήτων ενός οξύμωρου λογοτεχνικού είδους, του πεζού ποιήματος. [Ναούμ 2007: xvi].
Το αφιερωμένο στην Πολυδούρη ποίημα ανήκει στη σειρά με Ελεγείες της συλλογής. Στην ενότητα με τις Σάτιρες ο τόνος είναι διαφορετικός, με αιχμηρή, ακόμα και πολιτική, χροιά. Η ειρωνική και ανατρεπτική ποιητική στάση συστοιχεί με τη μορφική αναρχία των ποιημάτων, καθώς με ένταση εντοπίζονται εδώ στοιχεία της ποιητικής του Καρυωτάκη όπως οι μετρικοί παρατονισμοί και η πεζολογία (Παπάζογλου 1988) ― στοιχεία που, όπως έχει δείξει η Ναούμ (2007) μπορούν να γενεαλογηθούν στην ποιητική της ειρωνίας του ρομαντισμού, ενώ θα αξιοποιηθούν από τον μοντερνισμό. Ο κριτικός λόγος έχει δοκιμάσει άλλωστε ποικίλες κατατάξεις της καρυωτακικής ποιητικής.
Το 1922, [ο Καρυωτάκης] είναι ήδη καταξιωμένος στο μικρό πνευματικό κύκλο της πρωτεύουσας. Αν […] το 1919 είχε ήδη ξεχωρίσει, με τα Νηπενθή (1921) αναγνωρίζεται πλέον ως ένας γνήσιος λυρικός ποιητής με προσωπικό ύφος. Η ποίησή του ωστόσο δεν ξεπερνά ακόμα τα όρια του εγχώριου νεοσυμβολισμού. Βρισκόμαστε δηλαδή μακριά από τα Ελεγεία και Σάτιρες(1927). Τι μεσολάβησε και η ποίηση του Καρυωτάκη, από λυρική, ελεγειακή και χαμηλόφωνη, έγινε, χωρίς να αποβάλει τη μουσική της υπόσταση, τραγική, ρεαλιστική και εντέλει ανατρεπτική; Μέσα από ποιους δρόμους αναδείχθηκε όχι μόνον ως «ο αντιπροσωπευτικός μιας εποχής», αλλά ως ένας ποιητής που ξεπέρασε την εποχή του; [Ντουνιά 2000, 33-34.]
Με αφορμή κριτική του Β. Ρώτα για τη συλλογή αυτή, ο Καρυωτάκης γράφει απαντητική επιστολή στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα[Τόμος Β', Τεύχος 7, 16 Μαρτίου 1928, σ. 275-276]
[…] Αφού προηγουμένως ευχαριστήσω τον κ. Ρώτα για την καλοσύνη που είχε να ασχοληθεί με τα ποιήματά μου, θα 'θελα μόνο να τον ρωτήσω αν όσα έγραψε στα Ελληνικά Γράμματα νομίζει ότι αποτελούν κριτική. Γιατί εγώ τουλάχιστον έχω την εντύπωση ότι ο κ. Ρώτας, εξ αφορμής του βιβλίου μου, εζήτησε απλώς να κάνει γνωστές τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του, τα ποιητικά του μοτίβα που τον ενδιαφέρουν περσότερο. Και είπε πάνω κάτω ότι η μελαγχολία δεν είναι καθόλου καλό πράγμα, ότι πρέπει να κοιτάξουμε λίγο και τον κοσμάκη, που υποφέρει όσο κ' εμείς, και να μη βυθιζόμεθα στον εαυτό μας, αν θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι άξιο μέσα στη ζωή.[…]
Όταν εξετάζει κανείς αντικειμενικά, βρίσκει χίλια πράγματα να ειπεί και για τη φτωχότερη προσπάθεια. Και ο κ. Ρώτας, σε δύο ολόκληρες σελίδες, δε μας είπε ούτε το στοιχειωδέστερο: Είναι, δηλαδή, ή δεν είναι ποιήματα τα Ελεγεία και Σάτιρες; Αν, κατά τύχην, συμβαίνει το πρώτο, εγώ είμαι ευχαριστημένος, γιατί η κοινωνιολογική άποψις δε με αφορά.
Αλλά θα είχα κι άλλες ερωτήσεις για τον κ. Ρώτα. Λ.χ. αν πιστεύει σοβαρώς ότι η δική του αισιοδοξία συμβιβάζεται με τη σημερινή πραγματικότητα περσότερο από το δικό μου πεσιμισμό, και αν ένας σύγχρονος άνθρωπος μπορεί ν' αντικρίσει αλλιώς παρά από την αντίθετη όψη, με νοσταλγία, το ιδανικό του Σολωμού (συμπάθεια και θαυμασμός), που, χωρίς να το εκφράζει καθαρά ο ίδιος, μαντεύουμε ότι έχει κατακυριεύσει τον κ. Ρώτα. Με συγχωρείτε όμως. Εδώ κινδυνεύω να θίξω το πρόγραμμα, την κατεύθυνση του περιοδικού, του οποίου τολμώ να επικαλεσθώ τη φιλοξενία για το σημείωμα αυτό.
Πάτρα 22-2-28
Με ιδιαίτερη τιμή
Κ.Γ. Καρυωτάκης
Όταν γράφει την παραπάνω επιστολή, βρίσκεται ήδη με απόσπαση στην Πάτρα. Θα ακολουθήσει η Πρέβεζα, ο τελευταίος του σταθμός. Αιτία των δυσμενών μεταθέσεων οι μεθοδεύσεις των ανωτέρων του λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης. Την περίοδο αυτή γράφει τα τελευταία του ποιήματα («Αισιοδοξία», «Όταν κατέβουμε», «Πρέβεζα»), καθώς και μια σειρά πεζών.
Στις 21 Ιουλίου του 1928 ο Καρυωτάκης θα βάλει τέλος στη ζωή του με μία σφαίρα στην καρδιά. Την προηγούμενη μέρα είχε προσπαθήσει να πνιγεί στο Μονολίθι της Πρέβεζας χωρίς επιτυχία καθώς γνώριζε καλό κολύμπι. Οι λόγοι της αυτοκτονίας δεν είναι ξεκάθαροι: η απόγνωση από τις δυσμενείς μεταθέσεις, η ασθένεια της σύφιλης, κάτι άλλο; Στην τσέπη του βρέθηκε σημείωμα, που κατέληγε με το εξής υστερόγραφο:
[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Κ.Γ.Κ.
Σύμφωνα με την κρίση του Λίνου Πολίτη, «o αντιπροσωπευτικότερος τύπος της γενιάς του 1920 [..] είναι ασφαλώς ο Κώστας Καρυωτάκης» (Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σ. 148)· η επιρροή του απέκτησε και όνομα: «καρυωτακισμός». Τον όρο, αρνητικά φορτισμένο, εισηγήθηκε ο Ανδρέας Καραντώνης· σήμερα οι μελετητές ανιχνεύουν ένα πιο σύνθετο πλέγμα σχέσεων και επιρροών.


Για να κλείσουμε όπως αρχίσαμε το σύντομο αυτό σημείωμα, ας δούμε τον Καρυωτάκη με τη ματιά ενός ακόμα ποιητή: ο Ανδρέας Εμπειρίκος το 1964 θα του αφιερώσει ένα εκτενές πεζό ποίημα ("Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλέες"), που κλείνει ως εξής:
Μη πείτε λοιπόν ποτέ λόγον κακόν διά τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη. Ήτο σπουδαίος ποιητής, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων, αν Μοίρα σκληρή δεν έστεφε το μέτωπόν του με βαθυπράσινον κισσόν που εκόπη από τάφους, μα που και έτσι ακόμη είναι κισσός, φυτό σπαρμένο απ' τους θεούς, όπως και η δάφνη.
Μη τον ξεχνάτε λοιπόν τον νέον αυτόν, το κάθετον τούτο λάβαρον της θλίψεως και του θανάτου, τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς του Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μη τον ξεχνάτε, και, ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις ― είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.
Αθήνα, 9.12.1964

Συνέχεια εδώ:

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ "ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ"



Ι

Ἡ θάλασσα εἶναι ἡ μόνη μου ἀγάπη. Γιατί ἔχει τὴν ὄψη τοῦ ἰδανικοῦ. Καὶ τ᾿ ὄνομά της εἶναι ἕνα θαυμαστικό.
Δὲ θυμᾶμαι τὸ πρῶτο ἀντίκρισμά της. Χωρὶς ἄλλο θὰ κατέβαινα ἀπὸ μία κορφή, φέρνοντας ἀγκαλιὲς λουλούδια. Παιδὶ ἀκόμα, ἐσκεπτόμουν τὸ ρυθμὸ τοῦ φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στὴν ἀμμουδιά, ἐταξίδευα μὲ τὰ καράβια ποὺ περνοῦσαν. Ἕνας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οἱ αὖρες μοῦ ἄγγιζαν τὰ μαλλιά. Ἄστραφτε ἡ μέρα στὸ πρόσωπό μου καὶ στὰ χαλίκια. Ὅλα μοῦ ἦταν εὐπρόσδεκτα: ὁ ἥλιος, τὰ λευκὰ σύννεφα, ἡ μακρινὴ βοή της.
Ἀλλὰ ἡ θάλασσα ἐπειδὴ ἤξερε, εἶχε ἀρχίσει τὸ τραγούδι της, τὸ τραγούδι της ποὺ δεσμεύει καὶ παρηγορεῖ.
Εἶδα πολλὰ λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες ἐπήγαιναν δῶθε κεῖθε σὰν εὔθυμοι μικροὶ μαθητές. Κουρασμένα πλοῖα, μὲ ὀνόματα περίεργα, ἐξωτικά, ὕψωναν κάθε πρωὶ τὴ σκιά τους. Ἄνθρωποι σκεφτικοί, ὥριμοι ἀπὸ τὴν ἅλμη, ἀνέβαιναν σταθερὰ τὶς ἀπότομες, κρεμαστὲς σκάλες. Ἄγρια περιστέρια ζυγίζονταν στὶς κεραῖες.
Ὕστερα ἐνύχτωσε. Μιὰ κόκκινη γραμμὴ στὸν ὁρίζοντα, μόλις ἔβρισκε ἀπάντηση στὶς ράχες τῶν μεγάλων, ἀργῶν κυμάτων. Ἐσάλευαν σὰν ἀπὸ κάποια μυστική, ἐσωτερικὴ αἰτία, καὶ ἅπλωναν πλησιάζοντας, γιὰ νὰ σπάσουν ἀπαλά, βουβά. Ὅλα τ᾿ ἄλλα -- ὁ οὐρανός, τὰ βουνὰ ἀντίκρυ, τὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος -- ἕνα τεράστιο μαῦρο παραπέτασμα.

ΙΙ

Ἔζησε κανεὶς θλιβερὰ πράγματα. (Σπίτια μαῦρα, κλειστά. Ἀναιμικά, ἐξόριστα δέντρα τοῦ δρόμου. Ἡ «μαντάμα» μετράει ἀπογοητευμένη τὶς μάρκες της. Στὴν πλατεία οἱ λοῦστροι, κουρασμένοι νὰ κάθονται, σηκώνονται καὶ παίζουν μεταξύ τους. Ὁ νέος νομάρχης, μὲ μονόκλ, ἐπροσφώνησε τοὺς ὑπαλλήλους. Δίπλα ἐξύπνησαν γιὰ νὰ πάρουν τὸ τρένο. Ποτὰ ἀνδρῶν 10 δρ., ποτὰ γυναικῶν 32,50 δρ.) Στὸν ἄνεμο ἀνοίγει ἕνα παράθυρο, κ᾿ ἔρχεται μπροστά μας. Ὅλα ξεχνιοῦνται. Εἶναι ἐκεῖ, ἄσπιλη, ἀπέραντη, αἰώνια. Μὲ τὸ πλατύ της γέλιο σκεπάζει τὴν ἀσχήμια της. Μὲ τὴ βαθύτητά της μυκτηρίζει. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἐμπόρου πεθαμένη καὶ περπατεῖ. Ἡ ψυχὴ τῆς κοσμικῆς κυρίας φορεῖ τὰ πατίνια της. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου λούζεται στὴν ἁγνότητα τῆς θαλάσσης. Βρίσκει ἡ νοσταλγία μας διέξοδο καὶ ὁ πόνος μας τὴν ἔκφρασή του.


Κώστας Καρυωτάκης "Κάθαρσις"


Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ έγραψε πολύ λίγα πεζά· ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση. Τα περισσότερα από τα πεζά του, που πιθανώς γράφτηκαν τους τελευταίους έξι μήνες της ζωής του, δημοσιεύτηκαν ύστερα από το θάνατό του. Το Κάθαρσι, αν με τη φράση «Το ψωμί της εξορίας με τρέφει» εννοεί τη ζωή του στην επαρχία, προφανώς αναφέρεται στην Πρέβεζα. Για να το κατανοήσουμε καλύτερα, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα εξής: α) Κατά το 1927-28 είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση (ήταν γραμματέας της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών), που δείχνει κάποια ευρύτερα ενδιαφέροντα κι αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά της ζωής του. β) Στις 14 Φεβρουαρίου 1928 μετατίθεται στην Πάτρα και στις 18 Ιουνίου 1928 στην Πρέβεζα, όπου πολύ σύντομα αυτοκτονεί.

Το πεζό, έστω κι αν δεχτούμε ότι γράφτηκε στην Πρέβεζα, αναφέρεται σε εμπειρία του ποιητή από τη ζωή του στην Αθήνα. Διαρθρώνεται σε δύο βασικά θεματικές ενότητες: 1. Βέβαια... φθάσω. 2. Κανάγιες... η νύχτα... Στην πρώτη ο αφηγητής, με εμφανή την ειρωνική διάθεση, υποκρίνεται τον υποτακτικό των τεσσάρων αντιπροσωπευτικών τύπων, των κυρίων Άλφα, Βήτα, Γάμμα και Δέλτα. Στη δεύτερη, ξεσπάει απότομα με οργή. Τα φαντάσματά του όμως τον κυνηγούν κι εκεί. Το κείμενο διακρίνεται για τον εξομολογητικό του χαρακτήρα και το πάθος, στοιχεία που προσιδιάζουν στην ποίηση.


Δημοσιεύτηκε μετά το θάνατο του ποιητή στα Ευρισκόμενα.

Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ενα και, χαίδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ - παφ, παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να είπω «κύριε Aλφα».

Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Ωχ, αυτός ο Αλφα, κύριε Βήτα...»
Έπρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλωσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».
Αλλα πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...»
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαρας μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρια πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστριες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα...




σεβιότ: (αγγλ. cheviot) ύφασμα από μαλλί ομώνυμων προβάτων που τρέφονται στα Cheviot Hills, στα σύνορα Αγγλίας και Σκοτίας. 
ενετικό φορύριο: το κάστρο της Πρέβεζας

αυτόνομος οργανισμός: ίσως ο Καρυωτάκης υπαινίσσεται τον Αυτόνομο Οργανισμό Αποκαταστάσεως Προσφύγων, που μετονομάστηκε σε Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων