Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

"Ο άντρας μου είναι ένας ήσυχος άνθρωπος" του ΔΙΟΝΥΣΗ ΜΑΡΙΝΟΥ



επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*


Vincent Willem van Gogh

Ο άντρας μου είναι ένας ήσυχος άνθρωπος.
Δεν ακούς την ανάσα του. Το σούρσιμο που κάνουν οι παντόφλες του στο παρκέ είναι πάντα ανεπαίσθητο, το τσάκισμα της εφημερίδας καθώς διαβάζει, άηχο και δίχως παλμό. Ποτέ δεν ξέρεις αν έχει φύγει ή μόλις ήρθε. Κάτι πάνω του είναι από καιρό σε ανακαίνιση που δεν τέλειωσε. Του βάζω να φάει και δεν ρωτάει τι είναι. Κι όμως, δεν αφήνει ούτε μπουκιά στο πιάτο. Έχει πάντα ένα τσιγάρο αναμμένο, αλλά ποτέ δεν τον έχω δει να καπνίζει. Οι στάχτες στο τασάκι τον κοιτάζουν. Με τα παιδιά δεν έχει πρόβλημα: τα διαβάζει ανελλιπώς τα σαββατοκύριακα, αλλά αν τον ρωτήσω τι τάξη πάνε δεν θα ξέρει να μου πει. Τα βγάζει και βόλτα. Από μνήμης έχει κρατήσει αυτό που του είπα κάποτε: έχουν μεγαλώσει πια, μην τα πας άλλο στις κούνιες γιατί βαριούνται. Φίλους δεν έχει, ούτε χόμπι. Κάθεται στον καναπέ και βλέπει τηλεόραση με τις ώρες. Όμως ούτε κι εκεί είναι παρών. Θα βρέξει αύριο, τι λέει; Δεν ξέρει. Θα έχουν απεργία τα λεωφορεία; Ανασηκώνεται έντρομος λες και του είπα τη χειρότερη είδηση του κόσμου. Τα μάτια του γεμίζουν με κάτι μεταλλικό, το άσπρο χάνεται. Λες; Πώς θα πάω στη δουλειά; Είναι ένας δικός του παραλογισμός χωρίς έρεισμα. Δεν έχει λείψει ποτέ από τη δουλειά του. Είναι άνθρωπος του καθήκοντος. Την επόμενη του γάμου μας με παράτησε σύξυλη στο κρεβάτι να τον περιμένω να γυρίσει από το γραφείο το βράδυ. Ταξίδι του μέλιτος δεν πήγαμε. Αγοράσαμε καρτ ποστάλ με τον Πύργο του Άιφελ. Ήταν καλά. Είχε ήλιο και τα δέντρα ήταν ανθισμένα και είχε φώτα, πολλά φώτα.
Ναι, ο άντρας μου είναι τόσο ήσυχος σαν τα λουλούδια που έχουμε στο μπαλκόνι. Τα πότιζα κάθε μέρα, στο τέλος σάπισαν, τα άφησα έτσι. Με τον καιρό προσαρμόστηκα. Φτιάχνω πατάτες στο φούρνο κι όταν τα παιδιά γυρνούν από το σχολείο με ρωτούν τι φαγητό έχουμε. Μακαρόνια τους λέω. Νομίζουν πως τα κοροϊδεύω. Στο κρεβάτι δεν φωνάζω. Πνίγομαι στα σάλια μου. Δεν ακούγεται τίποτα. Ούτε το σώμα του όταν πέφτει στο δικό του. Ίσως γιατί δεν πέφτει. Υπάρχει ένα ξέψυχο μένος, κάτι που δεν λέει να βγει και σκαλώνει.
Έχουμε μια κανονική οικογένεια. Όταν με ρωτούν αυτό λέω, αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει. Το άκουσα που το έλεγε μια ηθοποιός στην τηλεόραση και αποφάσισα να λέω το ίδιο. Σε γλυτώνει από παραπάνω ερωτήσεις. Τι να άλλο να πεις σε έναν κανονικό άνθρωπο; 
Εκείνη την ημέρα, όμως, φοβήθηκα πολύ.
Πηγαίναμε όλοι μαζί βόλτα με το αυτοκίνητο. Δεν το κάνουμε συχνά, δεν ξέρω τι μας έπιασε και ποιος μας ανάγκασε να το κάνουμε. Ο άνδρας μου άρχισε να τρέχει – ποτέ δεν έτρεχε με το αυτοκίνητο. Μια απόσταση δέκα χιλιομέτρων μπορεί να την κάνει και σε τέταρτο. Ποιος ο λόγος να βιάζεται κανείς, λέει. Ποιος ο λόγος να φτάσει, λέω εγώ. Εκείνη την ημέρα όμως το πόδι του ήταν καρφωμένο στο γκάζι. Δύο φορές περάσαμε με κόκκινο, προσπερνούσε το ένα αυτοκίνητο μετά το άλλο, έκανε ελιγμούς,  έστριψε σε λάθος δρόμο, πήγε να πατήσει μια γάτα, έβρισε έναν παππού που οδηγούσε με το πάσο του, άνοιξε το ραδιόφωνο και το έκλεισε και το άνοιξε ξανά. Σε έναν σταθμό που δεν έπιανε και έκανε ένα εκνευριστικό ήχο με παράσιτα.
Τα παιδιά τρόμαξαν, εγώ άρχισα να πνίγομαι κι εκείνος έτρεχε, έτρεχε. Όταν φτάσαμε ήταν σε ένα παραλιακό κέντρο. Η θάλασσα σκοτεινή, ο ήλιος κρυμμένος. Είχαμε βγει για φαγητό. Μας το θύμισε η μικρή μας κόρη. Τα χείλια της ήταν άσπρα από τον τρόμο. Παραγγείλαμε, αλλά δεν φάγαμε τίποτα. Πληρώσαμε μετά από μισή ώρα και φύγαμε. Στην επιστροφή δεν μίλησε κανείς. Οδηγούσε όπως πάντα. Είχαμε μια κανονική ταχύτητα και μια κανονική σιωπή και ήταν δικά μας όλα.
Από εκείνη την ημέρα κάτι άλλαξε. Δεν ξέρω τι ακριβώς, δεν μπορώ να καταλάβω. Το πάτωμα στο σπίτι ηχεί κούφιο, οι τοίχοι είναι μαλακοί, τους πιάνω και μου μένουν σοβάδες στα χέρια. Τα έπιπλα μαζεύουν περισσότερη σκόνη. Τα περνάω με πανί και σε μια ώρα είναι σαν να μην τα καθάρισα ποτέ. Τους αλλάζω θέση πού και πού για να μην βαριούνται σαν κι εμάς. Εκείνος δεν μιλάει στα παιδιά, ούτε τα διαβάζει τα σαββατοκύριακα. Δεν κάνουμε έρωτα, πολλές φορές τον βρίσκω να κοιμάται στον καναπέ και τον αφήνω εκεί. Του βάζω στο πλάι ένα ποτήρι νερό, μην πνιγεί τη νύχτα, και του κλείνω τα φώτα. Το πρωί τα βρίσκω ανοιχτά. Δεν τα κλείνω. Υπάρχουν φορές που βυθίζεται με τις ώρες στον καναπέ, αλλά η τηλεόραση είναι κλειστή. Έχει μπροστά του την εφημερίδα• είναι ανοιγμένη στις αθλητικές σελίδες. Ο άνδρας μου δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο. Δεν έχει καν αγαπημένη ομάδα. Του κλέβω λέξεις, φράσεις, νοήματα με τα μάτια. Σήμερα έδιωξαν άλλους δύο στη δουλειά, ο ένας είχε προχωρημένο καρκίνο, ήρθαν τα κοινόχρηστα, αυτό το κρέας που αγόρασες ήταν σκληρό δεν τρώγεται, αλλά βάλε μου λίγο ακόμη.
Μετά πέφτει να κοιμηθεί και είναι σαν να παλεύει με κάτι αόριστο, σαν να τρέχει, αλλά μόνος του. Το πόδι του παίζει κάτω από τα σκεπάσματα. Κάτι πατάει, κάτι θέλει να σπρώξει να πάει πιο γρήγορα. Είναι κάτι που του έχει μείνει και στον ξύπνιο του. Εκεί που κάθεται ήσυχα βλέπεις το ένα πόδι του να τινάζεται δίχως ρυθμό. Πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, πάνω, κάτω. Θεέ μου, είναι τρελό. Είναι ολότελα τρελό όλο αυτό το πράγμα και δεν σταματάω να το κοιτάζω κι εκείνο δεν σταματάει να πηγαίνει πάνω κάτω. Τον έπεισα να πάει σε νευρολόγο. Έκανε όλες τις εξετάσεις. Δεν του βρήκαν τίποτα. Καρδιά μικρού παιδιού, επίπεδα σακχάρου κανονικά, τα νεύρα του είναι βούτυρο. Κι όμως, το πόδι δεν σταματάει με τίποτα. Πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, πάνω, κάτω. Πώς κάνει ο μπαμπάς; Να έτσι, λένε τα παιδιά πίσω από την πλάτη του. Τον κοροϊδεύουν, αλλά κανένα δεν γελάει με το αστείο. Συνεχίζουν να το κάνουν.
Το κάνει και τώρα. Ακούω τα σκεπάσματα στο κρεβάτι μας που τρίζουν. Κάτι υπάρχει σε αυτό το πόδι, κάτι υπάρχει.

Μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι, μοιάζουν με άδεια μάτια• λερωμένα. Τα πλένω και πάλι το ίδιο: με κοιτάζουν με εκείνες τις παγωμένες κόρες τους• καθαρά αυτή τη φορά. Βγαίνω στο σαλόνι να τον ακούσω,  να βεβαιωθώ ότι είναι καλά, ότι είναι κανονικά. Στο υπνοδωμάτιο δεν θέλω να μπω ακόμη, φοβάμαι. Επιστρέφω στην κουζίνα. Βάζω τα πιάτα στη θέση τους και φοβάμαι περισσότερο. Κάτι θα πέσει, θα διαλυθεί, θα γίνει θρύψαλα και μετά κάτι άλλο και κάτι άλλο. Και θα συνεχίσει να πέφτει. Όταν ξάπλωσα δίπλα του, περασμένες δώδεκα, ήταν πλέον πολύ αργά για τα πάντα. Το άλλο πρωί μου είπε πως αποφάσισε να πουλήσει το αμάξι. Δεν μας χρειάζεται, είναι επιπλέον έξοδο, μου εξήγησε, και το μετρό είναι μια χαρά. Να, το πόδι του πάλι έπαιξε. Την ώρα που έπινε καφέ και μου έλεγε για το αυτοκίνητο. Είσαι σίγουρος, αυτό το αυτοκίνητο ήταν το όνειρό σου γιατί να το σκοτώσεις τώρα που κανένας δεν αγοράζει τίποτα; Το πόδι, εκεί, να δίνει το ρυθμό. Το έκρυψε κάτω από το τραπέζι να μην το βλέπω. Ούτε κι εκείνος. Κάτι συμβαίνει εκεί που δεν βλέπουμε. Ντύθηκε γρήγορα γρήγορα, να προλάβω το λεωφορείο, μου είπε, να συνηθίσω τις διαδρομές. Δηλαδή το έχεις αποφασίσει; Ναι. Χωρίς να μας ρωτήσεις; Καλύτερα έτσι. Και τα παιδιά; Θα μάθουν να πηγαίνουν με τη συγκοινωνία όπως όλοι. Κι εμείς; Το ίδιο. Τον περίμενα να φύγει με το ασανσέρ. Κοιτούσε τα παπούτσια του, κοιτούσα τα χέρια μου. Του είπα ότι το μεσημέρι θα έφτιαχνα μακαρόνια. Έφτιαξα πατάτες στο φούρνο. 


Ο Διονύσης Μαρίνος γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1971 στην Αθήνα, πόλη στην οποία συνεχίζει και διαμένει. Είναι παντρεμένος, έχει ένα παιδί και τα τελευταία 15 χρόνια εργάζεται ως δημοσιογράφος. Εδώ και έξι χρόνια εργάζεται ως αρχισυντάκτης στην καθημερινή αθλητική εφημερίδα "Goalnews" και είναι παραγωγός του αθλητικού ραδιοφώνου "Sentra 103,3". Κατά περιόδους έχει εργαστεί σε τηλεοπτικούς σταθμούς, περιοδικά και γραφεία Τύπου.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014)Αναμνέζα, Γαβριηλίδης
(2014)Ουρανός κάτω, Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός
(2012)Τελευταία πόλη, Γαβριηλίδης
(2011)Χαμένα κορμιά, Τετράγωνο
 
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2015)Μονόλογοι συγγραφέων, Vakxikon.gr
(2015)Μονόλογοι συγγραφέων, Vakxikon.gr
(2014)Via dolorosa, Vakxikon.gr
(2013)Via dolorosa, Vakxikon.gr
(2013)Έγκλημα στο χωριό, OpenBook.gr
(2013)Ιστορίες διαδικτύου, Τα πρώτα 20 διηγήματα του 2011, Artspot
(2011)Διαγωνισμός "Λόγω Τέχνης", Artspot
(2011)Θεσσαλονίκη 2012: Διαγωνισμός διηγήματος, Ιανός
(2009)19 νέα βήματα, Ελευθερουδάκης
(2009)Αποκάλυψη, Ανατολικός
-----------------------------

* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

" ΤΕΛΕΙΩΣΕΣ;" του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΟΥΚΟΥΡΑ




 επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*        

"The Doctor" by Luke Fildes(1891) 


 Εκείνη την εποχή,  κατά το Μεσοπόλεμο, το να πάει κάποιος νέος από χωριό να σπουδάσει στο Παρίσι ήταν από δύσκολο έως αδύνατο… Και όμως, ο Δημήτρης Αντωνόπουλος, από κάτοικος  εκείνου του χωριού, στις υπώρειες του Παρνασσού, βρέθηκε στο Μονπαρνάς να μοιράζεται ένα φοιτητικό δωμάτιο μαζί με δύο άλλους φερέλπιδες νέους από την Αθήνα.
   Η ιστορία είχε αρχίσει γύρω στα τρία χρόνια πριν, όταν ο καθηγητής συνάντησε μια μέρα στο δρόμο τον κύρη τού Δημητρού:
   -Άκου να σου πω κυρ Πανάγο. Ο Γιός σου είναι ο πρώτος μαθητής στο σχολείο… Θα είναι κρίμα να μην προχωρήσει πιο πέρα… Έχω μιλήσει μαζί του αρκετά πάνω στο θέμα των σπουδών του… Είναι λίγο δύσκολος χαρακτήρας. Κλειστός. Όμως κατάφερα να τού βγάλω με το τσιγκέλι αυτό που -όπως μού είπε- είναι διακαής του πόθος… Θέλει, λέει, να γίνει γιατρός…
   -Γιατρός; Τι είναι αυτά που λες κυρ δάσκαλε; Τι να κάνει εδώ στο χωριό σαν γιατρός; Πενήντα νοματαίοι όλοι κι όλοι… Σα να μου λες δηλαδή, ότι θα πάει να σπουδάξει στην Αθήνα, και μετά, αφού τελέψει, θα μείνει εκεί για να ασκήσει το επάγγελμά του… Τρέχα  γύρευε…
   -Γιατί; Άσχημα θα σου καθίσει να έχεις το γιό σου σπουδασμένο; Αφού ο θεός τον προίκισε με τέτοιο μυαλό, να πάει χαμένη αυτή η θεία χάρη;
   -Μα καλά τώρα… Να μείνει στην πρωτεύουσα; Και ποιος μωρέ θα με βοηθήσει εμένα στα χωράφια; Μηδέ έχω και κάνα άλλο παιδί: Μονάκριβος μού έχει μείνει… Αν πάει στην Αθήνα τον έχασα…
   -Και ποιος σου είπε εσένα ότι θα μείνει στην Αθήνα;
   -Αμ που θα μείνει; Τί γιατριλίκι θα ασκήσει εδώ πέρα; Εδώ τα ζώα είναι  πολύ περισσότερα από τους ανθρώπους… Εκτός κι αν θέλει να γίνει κτηνίατρος...
   -Λοιπόν… Όταν σου είπα ότι αυτό το παιδί είναι ξεχωριστό, το εννοούσα… Ξέρεις μωρέ τι μου είπε; Ότι θέλει να γίνει γιατρός  να γιατρεύει τον κόσμο από την ελονοσία...
   Το χωριό τους ήταν κοντά στην περιοχή της λίμνης της Κωπαΐδας. Κι εκείνες τις εποχές, οι τόποι γύρω από την λίμνη υπέφεραν από την φοβερή αρρώστια… Δεκάδες έφευγαν κάθε χρόνο  μέσα σε φοβερούς πυρετούς.  Η αποξήρανση  που είχε αρχίσει πριν από πολλά χρόνια αργούσε  να ολοκληρωθεί…
   -Κολοκύθια τούμπανα, κυρ δάσκαλε.. Εγώ το παιδί μου το θέλω εδώ, δίπλα μου… Βλέπεις, γερνάω σιγα-σιγά, και η ζωή στα χωράφια θέλει γερά χέρια..
   -Τα γερά χέρια, κυρ Πανάγο, τα βρίσκεις και έξω από το σπίτι σου… Τα γερά μυαλά όμως σπανίζουν. Αυτά τα έχεις μέσα στο σπίτι σου… Αυτά να κοιτάξεις να εκμεταλλευτείς...
   Ο Πανάγος ένοιωθε ότι το επιχείρημα του δάσκαλου -που άλλωστε ήταν και ο ειδικός- ήταν λογικό. Όμως αυτός αντέτεινε το μόνο τρανό επιχείρημα που είχε στη διάθεσή του:
   -Ωραία τα λες εσύ δάσκαλε!... Και από λεφτά τι γίνεται; Ξέρεις πόσα χρειάζονται; Ή θέλεις τώρα να σου θυμίσω την ιστορία του Καλονίκου;
   (Αυτή, η ιστορία του Καλονίκου, κυκλοφορούσε στο χωριό σαν ανέκδοτο… Επρόκειτο για την ιστορία ενός συγχωριανού τους, πλούσιου τσέλιγκα, πλην όμως αγαθού. Αυτός λοιπόν, είχε ένα γιό που φαγώθηκε να πάει στη Γερμανία να σπουδάσει… Έφυγε, πήγε στο καλό, και περνούσαν τα χρόνια και όλο σπούδαζε και όλο σπούδαζε, είχαν ξεχάσει ακόμα και τη φάτσα του. Και κάποτε στο καφενείο του χωριού, κάποιος συγχωριανός ρωτάει τον Καλονίκο με σκωπτική διάθεση:
   -Και τι σπουδάζει, ρε Γιώργη, ο γιός σου στα εξωτερικά;
   -Τι σπουδάζει;  Λύκος… Να τι σπουδάζει…
   -Λύκος; Και τί είναι αυτή η σπουδή ρε Γιώργη; Υπάρχει;
   -Υπάρχει… Αμ πώς δεν υπάρχει… Λύκος… Ξέρετε πόσα πρόβατα μού έχει φάει; Και ακόμα δεν πήρε το χαρτί…)
    -Αν είναι εκεί το πρόβλημα, υπάρχει λύση, αντέτεινε, ο δάσκαλος… Ας το σε μένα…
    Εκεί είχε σταματήσει η κουβέντα εκείνο το απόγευμα, και ο καθένας είχε πάρει το δρόμο του… Ο Πανάγος στο χωράφι, ο δάσκαλος στο σχολειό…
    Η λύση που είχε υπ’ όψιν ο δάσκαλος ήταν η υποτροφία. Ο μαθητής του ήταν ιδιοφυία. Το είχε διαπιστωμένο. Και μη χάνοντας καιρό έκανε τις απαραίτητες ενέργειες στη σχετική επιτροπή του υπουργείου.. Τέλειωσαν τα διαδικαστικά, και ο Δημήτρης του Πανάγου, γράφοντας μιαν εξαιρετική εργασία, κατάφερε και πήρε υποτροφία για το πανεπιστήμιο του Παρισιού, μιας και εδώ στο δικό μας δεν υπήρχε τότες ειδικότητα της παθολογίας για την ελονοσία.
    Ο Πανάγος το έμαθε, και το έφερε βαρέως που ο γιός του θα έφευγε…  Το είχε πάρει κάπως σαν συνομωσία του παιδιού του με τον δάσκαλο εναντίον του. Βρε τί του είπαν οι συγγενείς ότι αυτό «είναι μεγάλη ευκαιρία για το παιδί», ότι «θα έπρεπε να είναι υπερήφανος που ο γιός του θα γύριζε σπουδαγμένος επιστήμονας», αυτός το είχε μεγάλο μαράζι. Ούτε καν στο λεωφορείο δεν συνόδευσε τον Δημήτρη όταν έφτασε η μέρα της αναχώρησης… Παρέμεινε σε κάποιαν απόσταση, και οι χωριανοί τον άκουσαν να μονολογεί, καθώς το αμάξι χανόταν στην στροφή του δρόμου, «Το ένα μου παιδί το έφαγε το ποτάμι και το άλλο μου το τρώνε τώρα οι σπουδές»… Πριν από χρόνια, εκείνη την ημέρα της καταραμένης νεροποντής, η γυναίκα του γλίστρησε και έπεσε μέσα στο αγριεμένο ρέμα έξω από το χωριό.. Ο μεγάλος του γιός, παλληκαράκι δεκατεσσάρων χρονών, έπεσε για να την σώσει, και πνίγηκαν και οι δύο… Από εκείνην την μέρα ο Πανάγος είχε αλλάξει. Με δυσκολία  έσκαγαν τα χείλη του σε χαμόγελο.  Τα λόγια του ήσαν λιγοστά και μετρημένα, ακόμα και στο μικρό Δημήτρη που τον μεγάλωνε με χίλια ζόρια…
     Ο Δημήτρης πέρασε πέντε αλησμόνητα χρόνια σπουδών στο Παρίσι, μέσα σε ένα περιβάλλον και μια ζωή που ούτε καν  την φανταζόταν τότε που ζούσε στο χωριό. Το μυαλό του άνοιξε σε νέες ιδέες, έκανε σπουδαίες φιλίες, εκεί αντρώθηκε. Ούτε μια φορά δεν ήρθε στο χωριό όσο σπούδαζε, και αυτό ελείψει χρημάτων για τα ναύλα. Άλλοι καιροί τότες. Και κάποτε, τέλειωσε, και γύρισε στο χωριό έχοντας στις αποσκευές του το δίπλωμά του ως γιατρού Malariologiste, με άριστα και από κάτω φαρδιές πλατιές τις υπογραφές των πιο διάσημων καθηγητών της εποχής. Ο πατέρας του  δεν τον υποδέχτηκε όταν γύρισε με το λεωφορείο, όπως και δεν τον είχε κατευοδώσει τότες που έφυγε. Όταν έφτασε στο σπίτι ο Δημήτρης έβγαλε από την βαλίτσα και του έδειξε το Δίπλωμά του με περηφάνια… Τότες αυτός δεν έκανε κάνα σχόλιο πάνω σ’ αυτό.  Μόνο είπε:
   -Τέλειωσες; Έκανες το κέφι σου; Σύρε τώρα στα χωράφια… Εγώ δεν πρόκειται να σε βοηθήσω να ανοίξεις ιατρείο… Κράτα τις σπουδές για τον εαυτό σου…
    Ήταν σα να τον χτύπησε κεραυνός…  Η στάση του κύρη του ήταν ακατανόητη… Κάθισε εκεί, σε μια γωνιά, αποσβολωμένος. Και όταν ήρθε η επόμενη μέρα, τότε που ο Πανάγος άρπαξε τα βιβλία του και τα πέταξε έξω από το σπίτι, το μυαλό του τραυματίστηκε θανάσιμα…

    Από εκείνη την μέρα το παιδί έπαθε ψυχικό μαρασμό… Δεν εξάσκησε ποτέ την ιατρική, και όπως ήταν φυσικό ούτε και στα χωράφια ήταν ικανός να δουλέψει… Η μελαγχολία τον έκλεισε στο σπίτι. Και όταν αργότερα, σιγά-σιγά, άρχισε να βγαίνει, σταματούσε στο δρόμο και παραμιλούσε… Και έλεγε: «Ξέρετε… Εγώ είμαι Γιατρός… Γιατρός ελονοσιολόγος… Είμαι Γιατρός»…



Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον άδικο θάνατο της μητέρας του στα Δεκεμβριανά. Τέλειωσε το Γυμνάσιο Παλ. Φαλήρου και ακολούθως φοίτησε στην Δημοσιογραφική Σχολή του Σπύρου Μελά. Εργάστηκε για δύο χρόνια την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» από το 1964 μέχρι το 1967, όταν η Χούντα σταμάτησε άδοξα την δημοσιογραφική του καριέρα αφού οι εφημερίδες έπεσαν σε χειμερία νάρκη και η λογοκρισία ανέλαβε τον ρόλο του διευθυντή σύνταξης. Ύστερα από πολλές επαγγελματικές περιπέτειες ασχολήθηκε με το εμπόριο. Είναι παντρεμένος με την Αγγελική Μολφέτα. Έχει γράψει μια συλλογή ποιημάτων, μια συλλογή διηγημάτων, δύο παιδικά βιβλία, «Οι Στρατήδες» και το «Γειά σας… Είμαι η Μύρτις», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δύο εργασίες: «Το παραμύθι του οψιδιανού» και «Σύντομη ιστορία του Ελληνικού νομίσματος», και το παρόν βιογραφικό αφήγημα «Διάττοντες» που είναι και η πρώτη του δουλειά που εκδίδεται.



   ---------------------------

* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

"Προσθήκη στους φίλους " του ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΑΚΑΛΗ




επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*



Προσθήκη στους φίλους

Ήταν φίλοι στο facebook. Μιλούσαν αρκετά συχνά μέσω του υπολογιστή. Αυτός της είχε κάνει αίτημα φιλίας. Την είχε δει στους φίλους ενός φίλου του από την πραγματική ζωή και του άρεσε απ’ την πρώτη ματιά. Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να την ερωτεύεται. Από μακριά. Ήταν τόσο νέα, γύρω στα τριάντα και κάτι. Αυτός είχε πατήσει τα πενήντα για τα καλά. Παντρεμένος με παιδιά αλλά η σχέση με τη γυναίκα του ήταν ανύπαρκτη εδώ και χρόνια.
Ήταν συγγραφέας αρκετά γνωστός και αυτή του η δραστηριότητα ήταν που του έδινε χαρά. Αυτή και τα παιδιά του. Όμως η έλλειψη γυναίκας ήταν κάτι που τον βασάνιζε.
Η κοπέλα ήταν καθηγήτρια φιλόλογος και έδειχνε να ενθουσιάζεται με τα γραπτά του. Μιλούσαν συχνά για τα βιβλία του και διάφορα άλλα θέματα της ζωής. Πάντα μέσωfacebook.
Κάποια στιγμή βρήκε το θάρρος και της ζήτησε να βγούνε έξω για καφέ. Αυτή στην αρχή δίστασε αλλά τελικά δέχτηκε. Συναντήθηκαν μία, δύο, τρεις φορές. Η συζήτησή τους περιστρεφόταν στα γνωστά θέματα. Τίποτα περισσότερο.
Μια μέρα πήρε την απόφασή του να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Συναντήθηκαν σ’ ένα ήσυχο καφέ και εκεί της μίλησε. «Σε θέλω» της είπε. «Μονοπωλείς τη σκέψη μου». Αυτή γέλασε. Από έκπληξη, αμηχανία, της φάνηκε αστείο, ποιος ξέρει;
Του είπε ότι αυτή ψάχνει έναν άντρα χωρίς υποχρεώσεις για να κάνει μαζί του οικογένεια. Εν ολίγοις απέρριψε τον έρωτά του. Του είπε όμως ότι μπορούν να παραμείνουν φίλοι όπως μέχρι τώρα. Αυτός έδειξε κατανόηση, έτσι τουλάχιστον φάνηκε. Ήταν εξάλλου χαμηλών τόνων άνθρωπος. Χαιρετιστήκανε και είπαν ότι θα μιλήσουν στο facebook. Τηλέφωνα δεν είχαν ανταλλάξει, αυτή το θέλησε έτσι.
Την άλλη μέρα μόλις γύρισε από τη δουλειά, έκανε έναν καφέ και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Μπήκε στοfacebook και την αναζήτησε. Μόλις την βρήκε είδε έκπληκτος την ένδειξη «προσθήκη στους φίλους». «Πάει, τέλειωσε», μουρμούρισε πικραμένος.


Βιογραφικό σημείωμα: Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» το 2008 και «Θαμμένος στην Άμμο» το 2010, από τις εκδόσεις Πλανόδιον, και τη συλλογή «Πορεία στη γύμνια», Bookstars2013. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Επόμενή του δουλειά η συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες ενός παραμυθά» σε μορφή e-book από την Easywriter.gr. Το Δεκέμβριο του 2015 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή «Κυτίο Κρυφών Ονείρων», από τις εκδόσεις Ενδυμίων. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά.

--------------------------



 * Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

"Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ…" του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΟΥΚΟΥΡΑ




επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*              


Όλη την μέρα στη δουλειά δεν μπόρεσε να συγκεντρωθεί…    Ήταν η προσμονή που έκανε τον χρόνο να κυλάει βασανιστικά αργά.  Εεε δεν ήταν και μικρό πράγμα… Κάθισε και μέτρησε τα χρόνια για μιαν ακόμη φορά. Τα χρόνια που πέρασαν από τότες: Εξήντα  ολόκληρα χρόνια!... Πότε μωρέ ήσαν πιτσιρίκια και έπαιζαν ανέμελα στο ρέμα της Πικροδάφνης, στο Φάληρο, κυνηγώντας πεταλούδες, μαζεύοντας χρυσόμυγες και κλέβοντας αχλάδια από το χτήμα του μπάρμπα Θωμά… Οι απέραντες αλάνες είχαν γίνει τώρα πια απρόσωπες πολυκατοικίες… Και οι κάτοικοι, όλοι άγνωστοι μεταξύ τους… Ποιος ζει; Ποιος πεθαίνει; Προχτές ήταν που κάποιοι συζητούσαν στο μίνι μάρκετ:
  -Ρε σύ; Ξέρεις ποιος πέθανε;
  -Ποιος;
  - Ο Νίκος…
  - Ποιος Νίκος;
  - Ο ψηλός με το μουστακάκι;
  - ……………
  - Αυτός ,ρε, με το κόκκινο Τογιότα…
  - Αααααα………
    Έτσι γνωρίζονταν τώρα οι άνθρωποι: «Αυτός με το κόκκινο Τογιότα… Αυτός με το σκυλί το λαμπραντόρ»…
   Τα ζεστά αυγουστιάτικα απογεύματα, πήγαιναν για μπάνιο στην παραλία, στο Καλαμάκι… Και αργότερα, στο σπίτι, έπαι-ζαν όλα τα παιχνίδια εκείνου του αλησμόνητου παιδικού ρεπερτορίου:  Μπερλίνα, στρατιωτάκια ακούνητα και αμίλητα, «Βασιλιά – Βασιλιά τί δουλειά»… Ερχόταν ο αξάδερφος του από την Αθήνα για να παραθερίσουν  στην εξοχή… Αυτό ήταν το Φάληρο τότες. Εξοχή… Περνούσαν δύο αλησμόνητους μήνες μαζί ζώντας την τρέλα των παιδικών χρόνων… Και κάποτε όλα τελείωναν καθώς θα άρχιζαν τα σχολεία και ερχόταν η στιγμή του αποχωρισμού. «Άντε… Του χρόνου πάλι»… Και το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο. Έκλαιγαν οι μικροί, έκλαιγαν και οι μεγάλοι. Ώσπου δεν άργησε να έρθει και ο μεγάλος ο αποχαιρετισμός… Η φτώχεια που μάστιζε τότες μετά τον πόλεμο την χώρα, οδήγησε τους γονείς του Πέτρου να τον στείλουν στην Αμερική, «να έχει καλλίτερη τύχη το παιδί»…
   Με αυτά και με αυτά, πέρασε η ώρα, και -επι τέλους- ήρθε και το πολυπόθητο τηλεφώνημα από την γυναίκα του: «Είναι στο σπίτι και σε περιμένει»… Ταχτοποίησε κάτι τελευταίες εκκρεμότητες, κατέβασε τα ρολά, τα κλείδωσε με το χοντρό λουκέτο. Ύστερα πήρε το δρόμο για το σπίτι… Άρχισε πάλι να σκέφτεται το πρόγραμμα που είχε ετοιμάσει: Θα τον τριγυρνούσε στην παλιά την γειτονιά, εκεί που κάποτε ήσαν οι αλάνες και που τώρα είχαν γεμίσει πολυκατοικίες… Στο παρκάκι που είχε δημιουργηθεί πάνω από το παλιό ρέμα… ίσως και να ακούγανε τις χαρούμενες φωνές των φίλων που είχαν πιά χαθεί… Του Μόλκη… Του Γιάννη του Φουντή… Και ύστερα θα τον πήγαινε εκεί που ήταν η παλιά αμμουδιά που έκαναν μπάνιο εκείνα τα καλοκαίρια.. Θα προσπαθούσε να κάνει για λίγο τον τοπογράφο, ξεχωρίζοντας και οριοθετώντας πού ακριβώς ήταν το μέρος με τις βαρκούλες, και που τώρα πιά το είχαν καταπιεί οι τερατώδεις επιχωματώσεις για να δημιουργηθεί η νέα Μαρίνα… Θα έκανε τα πάντα για να ευχαριστήσει τον  αξάδερφο. Μέχρι και το αγαπημένο του φαγητό  του είχαν ετοιμάσει: Μακαρόνια με κιμά…
   Επιτέλους έφτασε στο σπίτι, άνοιξε, και μπήκε  στο ασανσέρ με ανυπομονησία. Ατελείωτη του φάνηκε η άνοδος… Πρώτος… Δεύτερος… Τρίτος… Τέταρτος…  Και κάποτε έφτασε. Μπήκε με λαχτάρα στο σπίτι… Αλλά ποιός είναι αυτός που κάθεται  εκεί στο μπαλκόνι; Ένας αγνώριστος μαραμένος γέρος… Τα μάτια του σβηστά… Τα χείλη του τρέμουν ελαφρά… Με κόπο σηκώθηκε και έπεσε στην αγκαλιά του. «Ποιος είναι αυτός»; «Πέτρο»; Ψιθύρισε… Ύστερα το βλέμμα του έπεσε στον καθρέ-φτη και αντίκρισε την δική του μορφή . Μιάν ίδια γερασμένη μορφή.. Ένοιωσε δύο καυτά δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά του…
   « Ελάτε… η μακαρονάδα είναι έτοιμη», ακούστηκε η φωνή  από την κουζίνα…

  Δημήτρης Μπούκουρας
    6-3-2015


Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον άδικο θάνατο της μητέρας του στα Δεκεμβριανά. Τέλειωσε το Γυμνάσιο Παλ. Φαλήρου και ακολούθως φοίτησε στην Δημοσιογραφική Σχολή του Σπύρου Μελά. Εργάστηκε για δύο χρόνια την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» από το 1964 μέχρι το 1967, όταν η Χούντα σταμάτησε άδοξα την δημοσιογραφική του καριέρα αφού οι εφημερίδες έπεσαν σε χειμερία νάρκη και η λογοκρισία ανέλαβε τον ρόλο του διευθυντή σύνταξης. Ύστερα από πολλές επαγγελματικές περιπέτειες ασχολήθηκε με το εμπόριο. Είναι παντρεμένος με την Αγγελική Μολφέτα. Έχει γράψει μια συλλογή ποιημάτων, μια συλλογή διηγημάτων, δύο παιδικά βιβλία, «Οι Στρατήδες» και το «Γειά σας… Είμαι η Μύρτις», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δύο εργασίες: «Το παραμύθι του οψιδιανού» και «Σύντομη ιστορία του Ελληνικού νομίσματος», και το παρόν βιογραφικό αφήγημα «Διάττοντες» που είναι και η πρώτη του δουλειά που εκδίδεται.



   ---------------------------

* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

"Μαρία" της Δήμητρας Κουλούρη



επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*


               Αφροδίτη της Μήλου (ελληνιστική εποχή)





«Στην αρχή ήταν η νύχτα…
Μαύρη, σιωπηλή και ήρεμη, την βίασε ο άνεμος κι ούτε φωνή δεν έβγαλε. Κι η βία καρποφόρησε  ένα αυγό. Κι από το αυγό γεννήθηκαν ο Ουρανός και η Γη.
Ο Ουρανός απλώθηκε από επάνω με όλα του τ’ αστέρια εξουσιαστικός και άνετος. Κι η Γη, χωρίς δεύτερη κουβέντα, ξεμύτισε από κάτω του. Άνοιξε τα πόδια της και από τη μήτρα της ξεχύθηκαν κόλποι, κοιλάδες και βουνά, ωκεανοί και ποτάμια. Τρεχούμενα νερά έζωσαν τη σάρκα της χωρίς αρχή και τέλος. Και μετέτρεψαν τη Γη σε πηγή. Πηγή ζωής.
Σάστισε τότε ο Ουρανός από την τόση ομορφιά. Ομορφιά που φυλάκιζε όλες τις αισθήσεις του. Χρώματα ξεφύτρωναν από παντού. Μεθυστικές μυρωδιές αναδύονταν από τα σωθικά της. Και υγρές νότες έπλεκαν τη μελωδία του έρωτα, το Ρω του Έρωτα. Το Ρω του Έρωτα από το ρω του νερού που σε ξεδιψάει και σε μεθάει. Και το άγγιγμα εθιστικό· απαλή σαν βελούδο σάρκα, εύπλαστη σαν πηλός.
Κι έγινε μπλε ο Ουρανός από φόβο κι έρωτα. Θέλησε κι αυτός να γεννάει. Κι έχυνε σπέρμα στους κόλπους της και γεννούσε τέρατα. Και τα έθαβε μέσα της για να μην τα βλέπει ξανά και ξανά. Μέχρι που ξεχείλισε πόνο η ψυχή της και μάτωσε.
Τέλος σε αυτό το μαρτύριο έδωσε ο Κρόνος, ο μικρότερος γιος της Γης και του Ουρανού. Έκοψε ένα μέρος από το στεφάνι του και κατασκεύασε ένα δρεπάνι. Και μ΄ αυτό, ένα βράδυ που κοιμόταν ο πατέρας του, τού ακρωτηρίασε τα γεννητικά του όργανα και τα πέταξε στη θάλασσα.
Και η θάλασσα άφρισε από τον φόβο και τον φόνο, από το αίμα και την αλμύρα. Και από τους αφρούς αναδύθηκε ένα γυμνό άγαλμα όμορφο σα να 'ταν σμιλεμένο από τον καλύτερο γλύπτη. Λείο, λευκό, με καλλίγραμμες καμπύλες, στητά στήθη και γόνιμους γοφούς, έτοιμο να σε εξαπατήσει με την ομορφιά του σαν το θωρούσες από μακριά. Μα σαν σιμά του πλησίαζες, έβλεπες τα χέρια του πισθάγκωνα  δεμένα.
Αιχμάλωτη αναδύθηκε για να πορευτεί στον κόσμο των αγαλμάτων.
Εκεί την έλεγαν Αφροδίτη, εδώ Μαρία...»
Με τέτοια παραμύθια μεγάλωνα. Παραμύθια που εμφύτευαν στο υποσυνείδητό μου ρόλους και κόντρα ρόλους που με καλούσαν να υποδυθώ στη ζωή μου.
Ελεύθερη και πολιορκημένη από αρχές, πρέπει και μη.
Αγνή με ήθελαν, πιο αγνή και από το λευκό. Μια Μαρία παρθένα. Ούτε στάλα πονηριάς να μη στάξει στο μυαλό μου. Και προκομμένη. Γι’ αυτό μου αγόραζαν εργόχειρα, κουβαρίστρες και βελόνες. Να μάθω να κεντάω και να πλέκω, να ράβω και να μαντάρω. Βετέξ και σφουγγαρίστρα για να γίνω καλή νοικοκυρά. Παρακολούθηση εκπομπών μαγειρικής. Έτσι θέλει τη Μαρία η ελληνική παράδοση, δούλα και κυρά.
Στον ρόλο της μάνας με έβαζε το παιχνίδι με τις κούκλες. Ολημερίς  έντυνα κι έγδυνα, τάιζα και ξεσκάτιζα κούκλες. Τις έπλενα, τις χτένιζα, τις κοίμιζα με παραμύθια. Με τα ίδια παραμύθια που κοίμιζαν κι εμένα. Και οι κούκλες αποκτούσαν υποσυνείδητο.
Και με απόψεις αντικρουόμενες μεγάλωνα. «Να διαβάζεις για να μάθεις γράμματα», μου έλεγε ο πατέρας μου κάθε μέρα στο μεσημεριανό τραπέζι χτυπώντας τα χείλη του πάνω κάτω και αλέθοντας κομμάτια τροφής, «Να μη γίνεις μοδίστρα ή μανταρίστρα. Να σπουδάσεις, να βρεις μια καλή δουλειά, να κερδίζεις λεφτά για να μην έχεις ανάγκη κανένα μαλάκα». Και όταν πήγαινα να βγάλω κουβέντα, πεταγόταν η μάνα μου για να με προσγειώσει και να με συνετίσει, «Σώπα, μη μιλάς όταν μιλάει ο μπαμπάς.»
Και πιάνο και γαλλικά και χορό, για να ανοίξουν τους ορίζοντές μου. Ορίζοντες που οι ίδιοι τους κρατούσαν ερμητικά κλειστούς.
Μόνο καθήκοντα ήταν τα παιδικά μου χρόνια και λίγο παιχνίδι με επιλεγμένες φίλες· τη Μαρία του πλούσιου, τη Μαρία του γιατρού, τη Μαρία του δασκάλου...
Έτσι περνούσαν οι νύχτες μου. Και γέμιζαν με εφιάλτες. Πρόσωπα γνωστά και άγνωστα να κυλιούνται σε λάσπες. Σε κόπρανα και τρωκτικά να περπατούν ανάμεσα. Χάθηκαν τα χρώματα, τα πρόβατα και τα ουράνια τόξα.
Και πονούσαν τα στήθια μου και μεγάλωναν τα οπίσθιά μου. Και οι αλλαγές στο σώμα μου ήταν τόσο απότομες που κάποιες φορές ένοιωθα ξένη μέσα σε αυτό. Και τα καθήκοντα καθήκοντα και οι περιορισμοί έπαιρναν τον ανήφορο.
Μια νύχτα ξύπνησα από πόνους πρωτόγνωρους. Ανάβοντας το φως αντίκρισα κηλίδες ζεστού πορφυρού αίματος στα λευκά σεντόνια. Ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με τον θάνατο και άρχισα να ουρλιάζω. Και ξύπνησε η μάνα μου, μου έκλεισε το στόμα και μου ψιθύρισε, «Σώπα, μη μιλάς, δεν είναι τίποτα». Με πήγε στο μπάνιο, μου πέταξε ένα καθαρό βρακί και κάτι τυλιγμένα χαρτιά – χαρτοβάμβακα, θαρρώ, τα αποκάλεσε- και με έστειλε για ύπνο με μια εντολή, «Και κοίτα μην πεις τίποτα πουθενά!».
Αυξήθηκαν οι εφιάλτες και απέκτησαν χρώμα... κόκκινο, πορφυρό. Το χρώμα του αίματος.
Και μπήκα στον χορό των ορμονών. Περνούσαν και προσπερνούσαν βρόμικες σκέψεις το μυαλό μου και το σώμα μου δυσφορούσε. Μια γλυκιά δυσφορία που ερχόταν κι έφευγε χωρίς να μπορώ να δώσω ερμηνεία. Και αναζήτησα την ερμηνεία στο είδωλό μου, το είδωλο λέει πάντα την αλήθεια. Κλείστηκα στο μπάνιο και σήκωσα αργά το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Το κοίταξα κατάματα και αυτό μου είπε, «Έχεις καύλες». Ήταν η στιγμή που ξύπνησε η Μαρία η Μαγδαληνή...
Σάπιζε το σώμα μου και άνθιζε λουλούδια. Μεταμορφωνόταν συνέχεια. Οι κούκλες αποκτούσαν υποσυνείδητο κι εγώ μορφή κούκλας. Έτσι άρχισε το κυνήγι του αρσενικού.
Βαμμένες μάσκες, φουρκέτες στα μαλλιά και η φούστα σηκωμένη από τη μέση κάθε μέρα και περισσότερο.
Επανάσταση, φυγή. Έτσι αντιδρούσα στις ηθικές επιταγές που δεχόμουν από τον περίγυρο. Πηδούσα το βράδυ από τα μπαλκόνια και αναζητούσα την ελευθερία σε κακόφημα μπαρ. Αλκοόλ, μπάφοι, φτωχά λεξιλόγια με πλούσια υβρεολόγια.
Μαζί με μένα ωρίμασαν και οι τιμωρίες: χαστούκια, κλείδωμα στο δωμάτιο, φωνές, ψυχική κακοποίηση. Κι όταν φώναζα, η μάνα μου μού βούλωνε το στόμα λέγοντας, «Σώπα, μη μιλάς!».
Και όταν ξεχνιόταν το περιστατικό και χαλάρωναν λίγο τα δεσμά, έκανα χειρότερα. Ερωτοτροπούσα με ανταλλαγές στοματικών υγρών και ερεθιστικών αγγιγμάτων.
Πουτάνα με αποκάλεσε η μάνα μου όταν έφτασαν τέτοια νέα στα αυτιά της από τις κουτσομπόλες της γειτονιάς.
Ναι, ήμουν μια ιλουστρασιόν παρθένα-πουτάνα. Παρθένα στο σώμα, πουτάνα στη συμπεριφορά. Και όλα αυτά γιατί ακολουθούσα το ένστικτό μου, τη φύση μου. Ήμουν γυναίκα...
Και οι εφιάλτες ζωντάνευαν τα βράδια που έβγαζα τη βαμμένη μάσκα και τις φουρκέτες από τα μαλλιά. Το κουρασμένο είδωλό μου στον καθρέφτη στεκόταν στην αρχή μιας διχάλας… κορίτσι ή γυναίκα;
Ζούσα μια πρόωρα γερασμένη εφηβεία... Χαμογέλασα μπροστά στη λίστα των επιτυχόντων στις ανώτατες σχολές. Άλμα στην ανεξαρτησία το θεώρησα. Θα γλίτωνα από τη γκρίνια της μάνας μου, από τα χαστούκια του πατέρα μου. Θα ήμουν ελεύθερη...
Δαίμονες και φαντάσματα με κυνηγούσαν όμως παντού. Και η φωνή της μάνας μου ανασκάλευε συνεχώς τα περασμένα. Εφήμεροι έρωτες τσίριζαν πάνω σε φθηνά κρεβάτια, ιδρωμένα παράθυρα, γενετήσια υγρά, ορφανά προφυλακτικά χαμένα μέσα σε κόλλες Α4, μελάνια, συρραπτικά. Στοίβες από ρούχα, μουχλιασμένοι καφέδες με φυτεμένα αποτσίγαρα, έτοιμα φαγητά σε σήψη, βρώμικοι καμπινέδες, δυσοσμία. Πρώτη επίσημη κατάθλιψη. Χημεία. Χάπια που κολυμπούσαν σαν βότσαλα στον ουρανίσκο για να ακολουθήσουν την ορμή της γουλιάς με προορισμό την αποσύνθεσή τους στο στομάχι. Έξοχος τρόπος για να μη θυμάμαι τους εφιάλτες...
Αυτή ήταν η ελευθερία που ονειρευόμουν. Σχολή, σπίτι και δουλειά. Ό,τι δουλειά έβρισκα. Γκαρσόνα, διανομέας, υπάλληλος σούπερ-μάρκετ, παραμάνα… Και ανέχθηκα προσβλητικά σχόλια, παρενοχλήσεις, βρόμικες ματιές, πύρινες γλώσσες. Ελπίδα καμία. Μόνη διαφυγή ξενύχτια, αλκοόλ, πήδημα, εκτρώσεις. Ζωή μέσα από τον θάνατο...
Και μετά ήρθε ο έρωτας ο αληθινός. Και όλα έγιναν μπλε. Και δε με ενοχλούσαν τα καθήκοντα. Δε με ενοχλούσαν οι ρόλοι. Ένιωθα πως μπορούσα τα πάντα και ζούσα. Ξέχασα την κατάθλιψη, πέταξα τα χάπια. Ξέχασα τα ξενύχτια, τις καταχρήσεις, τη μάνα μου, τον πατέρα μου. Με ξέχασαν και οι εφιάλτες. Τα ξέχασα όλα μέσα σε μια αγκαλιά σκεπασμένη με πούπουλα χήνας.
Και σοβάρεψα. Τελείωσα τη σχολή και έγινα «επαγγελματίας ερωτευμένη».
Επόμενο βήμα η συμβίωση. Σπίτι, δουλειά, κοινωνικές υποχρεώσεις. Σε όλα ήμουν άψογη. Παστίτσιο, βετέξ, αρχιτεκτονικό σχέδιο, γεύμα με φίλους, κινηματογράφο, θέατρο, εκθέσεις ζωγραφικής. Όλα τα κατάφερνα. Μόνο τις ρυτίδες δεν κατάφερνα να νικήσω.
Και μετά ήρθε η εγκυμοσύνη και ο γάμος. Πρώτα η εγκυμοσύνη και μετά ο γάμος. Έτσι συνηθίζεται στα μέρη μας.
Και ο γάμος έφερε απαγορεύσεις. Κομμένα τα μεταξωτά και οι δαντέλες, τα ψηλά τακούνια, τα βαμμένα νύχια, τα φτιασίδια και τα αρώματα. Κομμένες οι φίλες, οι παρέες, η διασκέδαση. Ο γάμος έχει υποχρεώσεις. Και ο γάμος ήμουν εγώ.
Κομμένες και οι αγκαλιές κάτω από τα φτερά χήνας και κάθε είδους επικοινωνία. Δεν χρειάζεται πια. Τα σίγουρα δεν χρειάζεται να τα διεκδικούμε.
Γερνούσα και φούσκωνα. Ένιωθα ξένη μέσα στο σώμα μου και παλινδρομούσα στην εφηβεία. Μα σιωπούσα.
Με θυμήθηκαν οι εφιάλτες, οι αϋπνίες, οι ατέλειωτες νύχτες, οι παιδικοί φόβοι. Μα δεν αντιδρούσα.
Τα βράδια συνήθιζα να καπνίζω ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Φυλακισμένη στον γάμο μου και με ένα παιδί στην κοιλιά έψαχνα τρόπους διαφυγής. Και θυμόμουν τις γόβες, όχι τις δικές μου, της μάνας μου. Και τα φανταχτερά πανωφόρια. Τα έκλεβα από την ντουλάπα της, τα φορούσα και στηνόμουν μπροστά στον καθρέφτη με ένα μολύβι για τσιγάρο. Βιαζόμουν να μεγαλώσω. «Τρομάρα μου», σιγοψιθύριζα, έσβηνα βιαστικά το τσιγάρο κι έμπαινα πάλι στη φυλακή μου.
Κάθε Μαρία και μια φυλακή. Κάθε Μαρία μόνη. Τίποτα δεν μοιράζομαι με τις άλλες.
Και έφτασε η στιγμή του τοκετού. Πόνοι και ουρλιαχτά. Κάποιος να βοηθήσει. Όλοι γύρω μου με κοιτούσαν, χαμογελούσαν και μιλούσαν για φαγητά, ποδόσφαιρα, ταξίδια, πίστες, θέατρα. Κι εγώ πονούσα, σκιζόμουν από τους πόνους, μάτωνα.
Ώρες ολόκληρες, μπορεί και μέρες, πέρασαν μέχρι να ακούσω το πρώτο κλάμα, τη νέα σκλαβιά.
Ήμουν πλέον επαγγελματίας, σύζυγος, νοικοκυρά και μαμά. Και γυναίκα; Ποιος τη γαμάει τη γυναίκα… δεν περισσεύει χρόνος για φιλοσοφίες. Η ζωή τρέχει κι εγώ είχα υποχρεώσεις να καλύψω.
Ακολούθησαν σκατά, κατσαρόλες, παιδικά ουρλιαχτά. Πάνες, πανάκια, παιχνιδάκια, τραγουδάκια, παραμυθάκια, φορμάκια, σεντονάκια, κρεβατάκια. Ζούσα μέσα στον κόσμο των υποκοριστικών. Και ήμουν τόσο μόνη...
Γράμματα, αριθμοί, σχολεία, θρανία, εφηβεία, ενηλικίωση, αποχαιρετισμοί. Όλα τα άντεξα.
Και την απώλεια του άντρα μου την άντεξα. Έζησα για να τον πω μακαρίτη. Δεν μοιράστηκα πολλά μαζί του, δε με άκουγε, δε μου έδινε σημασία. Μου αρκούσε όμως η παρουσία του. Τώρα διπλοκλείδωνα το σπίτι και φοβόμουν τη νύχτα. Αυτόν τον ρόλο αρσενικού είχα υιοθετήσει.
Μόνη πια μέσα σε ένα σώμα που άφηνε σκόνη όπου περνούσα. Σκόνη από νεκρά κύτταρα. Κοιτούσα το είδωλό μου στον καθρέφτη και περνούσα την ώρα μου μετρώντας χαραγές πάνω στο γερασμένο μου πρόσωπο. Και τις μέρες κεντούσα και μετρούσα βελονιές πάνω στον κενό καμβά. Στα διαλείμματα μετρούσα τους κόμπους στα δάχτυλα των χεριών μου. Βέρα δεν φορούσα. Μου την είχε κόψει ένας γέρος χρυσοχόος γιατί το δάχτυλό μου ισχαιμούσε. Μα το σημάδι στον παράμεσο μού θύμιζε τα δεσμά μου. Και σαν έπεφτε το δείλι έβγαινα και περπατούσα στη γειτονιά. Και μετρούσα τα φώτα για να μη νιώθω μόνη.
Μετρούσα κόμπους, δάχτυλα, βελονιές, χαραγές, βήματα, χάπια, ημέρες, ώρες. Μετρούσα ξορκίζοντας  τη σκέψη. Μετρούσα αναβάλλοντας τον θάνατο.
Κι έφυγα όταν το σώμα μου μύρισε χώμα και χώματα έβγαζα από τις τσέπες. Έφυγα με προορισμό έναν τόπο χλοερό… «τούτη τη γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε». Έφυγα· δεν πρόλαβα να ζήσω.
Μα δεν κράτησα γινάτι.
                                                                                                                                                       στην Άρια





 Η Δήμητρα Κουλούρη γεννήθηκε στην Αμαλιάδα. Σπούδασε Ιατρική. Ζει στην Αθήνα. Αγαπά τη μουσική, τη ζωγραφική και το θέατρο. Αγαπά τον γιο της και... «τους άλλους» που την διδάσκουν ψυχιατρική.

---------------------------



 * Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

"ZDF live" της Λουκίας Δέρβη


επιμέλεια Νότα Χρυσίνα*


 
H Μελέκ μιλούσε αργά και καθαρά.  Μετέφραζε τις ερωτήσεις της γερμανίδας δημοσιογράφου στην διάσημη ελληνίδα τραγουδίστρια και τις απαντήσεις της ελληνίδας με άψογη γερμανική προφορά και χωρίς καθόλου να προδίδει την εσωτερική ταραχή της.  Το πρόσωπό της έλαμπε και η καρδιά της φτερούγιζε καθώς πρόφερε μια-μια τις λέξεις, τις απαντήσεις της τραγουδίστριας στην Ουλρίκε, τη δημοσιογράφο.  Ένιωθε ενθουσιασμένη για την τύχη, την ευκαιρία που είχε –επιτέλους– να δει και να ακούσει από κοντά τη διάσημη τραγουδίστρια.

Φαινόταν ψύχραιμη, δεν κόμπιαζε καθώς μετέφραζε ούτε στιγμή, μιλούσε σταθερά χωρίς σκαμπανεβάσματα στη βαθιά φωνή σαν να γνώριζε από πριν τις απαντήσεις της ελληνίδας αλλά και σαν άνθρωπος που κατείχε καλά το θέμα για το οποίο μιλούσε.

Η κάμερα τραβούσε εναλλάξ κοντινά και μακρινά πλάνα της τραγουδίστριας, μια-δυο φορές φάνηκε και η νεαρή γερμανίδα δημοσιογράφος απέναντί της.  Ήταν ντυμένη μ’ένα ατσαλάκωτο καφέ ταγιέρ και φορούσε στο λαιμό ένα πράσινο φουλάρι.  Η τραγουδίστρια όμως ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακά ντυμένη.  Μαύρο στενό κι αμάνικο φόρεμα, στο δεξί χέρι μια σειρά από βραχιόλια που στραφτάλιζαν στα φώτα του στούντιο, καθαρό πρόσωπο, απαλό μακιγιάζ και κατακόκκινα, ερεθιστικά χείλη.  Τα χείλη της μόνο κοιτούσε η Μελέκ, τα κοιτούσε και μετέφραζε.

Το γύρισμα είχε ήδη κρατήσει μια ώρα όταν για πρώτη φορά η τραγουδίστρια διέκοψε ενοχλημένη την Μελέκ.  Είχε μεταχειριστεί μια αγγλική λέξη, τη λέξη «lifestyle», για να αποδώσει «τον τρόπο ζωής».
Θυμωμένη η αοιδός της ζήτησε να βρει άλλη λέξη, γερμανική, κι ανακάθισε στη θέση της σταυρώνοντας τα γυμνά καλλίγραμμα πόδια της.  Η Μελέκ δεν έβρισκε έτσι κατευθείαν άλλη λέξη, μπλόκαρε, κόμπιασε.  
Η κάμερα τραβούσε, οι τηλεθεατές παρακολουθούσαν την εκπομπή ζωντανά.  Η δημοσιογράφος έσωσε την στιγμή.  «Υα, lebensstil», είπε σαν να κατάλαβε και προχώρησε στην επόμενη ερώτηση.

Και τότε, για πρώτη φορά, πρόσεξε η Μελέκ την τραγουδίστρια να κοιτάει περιφρονητικά τη μαντίλα της.  Ασυναίσθητα, έκανε να πιάσει με το δεξί της χέρι το μαύρο ύφασμα για να το σουλουπώσει και τής ήρθε η εικόνα της μητέρας της στο μυαλό.  Θυμήθηκε στιγμιαία την μάνα της που έσιαχνε τη μαντίλα όταν έμπαινε στα σπίτια των γερμανών για να βγάλει το μεροκάματο, και την γιαγιά της πριν από κείνην, που σουλούπωνε τη μαντίλα όταν κάποιος επισκέπτης Έλληνας σταματούσε στα Πομακοχώρια με την ειδική άδεια, και δίχως να ξέρει τα τοπικά έθιμα ρωτούσε κάτι την έντρομη γυναίκα.

Σε κλάσματα δευτερολέπτου, τη ντροπή διαδέχτηκε το θάρρος.  Θυμήθηκε την προσωπική της διαδρομή, τις πέντε γλώσσες που μιλούσε, τον αγώνα της να διακριθεί και μαζί μ’αυτήν και το χωριό της όλο, οι κάτοικοι, ο τόπος.  Μετάνιωσε για την κίνησή της, ήπιε λίγο νερό για να σβήσει την ταραχή της.  Πρόλαβε να δει το σαρκαστικό χαμόγελο της τραγουδίστριας και τότε κάθισε πιο αναπαυτικά στην καρέκλα της, την κάρφωσε στα μάτια και χωρίς καμία έκφραση στο πρόσωπο την υπνώτισε με το βλέμμα.

Μόνο το κεφάλι κουνούσε καταφατικά η Ουλρίκε δηλώνοντας ότι καταλαβαίνει την μετάφραση.  Η δημοσιογράφος είχε εδώ και ώρα πάψει να κοιτάει την τραγουδίστρια.  Η προσωπικότητα της Μελέκ που εκδηλωνόταν με τη σπίθα στα μάτια και την ήρεμη βαθιά φωνή της την είχαν καθηλώσει.  Μόνον αυτή κοιτούσε ενόσω η κάμερα κατέγραφε τα σφιγμένα χείλη της ελληνίδας τραγουδίστριας που πρόδιδαν την αλλαγή της ισορροπίας.

Αποχαιρετιστήκανε κι οι τρεις.  Ψεύτικα φιλιά, τυπικές ευχαριστίες.  Γιατί φοράς τη μαντίλα; ρώτησε η τραγουδίστρια την Μελέκ λίγο πριν φύγουν από το στούντιο.  “Lifestyle”, της απάντησε κοφτά η Μελέκ κι απομακρύνθηκε αεράτη.  


Η Λουκία Δέρβη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972.
Σπούδασε στην Ελβετία Ξενοδοχειακές
Επιχειρήσεις. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2015)Αλλού, στο πουθενά, Μελάνι
(2013)Group Therapy, Μελάνι
(2009)Ομπρέλες στον ουρανό, Μελάνι
(2004)Κακός χαρακτήρας, Μελάνι
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2005)Συνταξιδιώτες, Fnac


------------------------------

*Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια-πολιτισμολόγος.