Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

Αντιθέσεις και διλήμματα στην ποίηση του Σολωμού



Αντιθέσεις και διλήμματα στην ποίηση του Σολωμού Ο Δ. Τζιόβας αναλύει τους τρόπους με τους οποίους ο ποιητής πέτυχε να συνδυάσει στο έργο του το εθνικό και το λυρικό κατορθώνοντας να συμφιλιώσει δύο αντίθετες ροπές Δ. ΤΖΙΟΒΑΣ Ένα από τα χαρακτηριστικά του Ετους Σολωμού ήταν η έμφαση που δόθηκε στην πρόσληψή του, η οποία με τη σειρά της φέρνει στο προσκήνιο μερικά βασικά


Ένα από τα χαρακτηριστικά του Ετους Σολωμού ήταν η έμφαση που δόθηκε στην πρόσληψή του, η οποία με τη σειρά της φέρνει στο προσκήνιο μερικά βασικά ζεύγη ερωτημάτων που ανακύπτουν και υπό τη μορφή αντιθέσεων, διλημμάτων ή, τέλος, λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους. Τα ερωτήματα αυτά αφορούν το αν και κατά πόσο ο Σολωμός είναι περισσότερο ευρωπαίος ή εθνικός ποιητής, λυρικός ή αφηγηματικός, κατά πόσο κινείται στη σφαίρα του ιδεατού και του υψηλού και ως ποιο βαθμό είναι ριζωμένος στην ιστορική πραγματικότητα της εποχής του. Τι σημαίνει σήμερα οικουμενικός ποιητής; Ορίζεται ως το αντίθετο του εθνικού, οπότε η οικουμενικοποίηση του Σολωμού συνεπάγεται την απεθνικοποίησή του ή το οικουμενικό συνδέεται με κάτι το ρομαντικό, ουτοπικό και ιδεατό που πάλι αντιπαρατίθεται σε μια εθνική πραγματικότητα μίζερη και παρακμιακή; Εθνικός και λυρικός ποιητής είναι εν τέλει ιδιότητες ή χαρακτηρισμοί συμβατοί;


Είναι γνωστό ότι η έννοια του εθνικού ποιητή ανέκυψε μαζί με τον εθνικισμό στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, επιβεβαιώνοντας τον στενό δεσμό αυτή την περίοδο ανάμεσα στη λογοτεχνία και στην επιθυμία για εθνική χειραφέτηση ή ενοποίηση. Την ίδια εποχή ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός καλλιέργησε όχι μόνο την ιδέα της καθολικής ελευθερίας, μέσω ορισμένων ποιητών-ηρώων στη Δυτική Ευρώπη που προσπαθούσαν να αποδεσμευθούν από εγκόσμιους κοινωνικούς περιορισμούς τονίζοντας την ατομικότητά τους, αλλά και την ιδέα της εθνικής ελευθερίας, ιδιαίτερα στην Ανατολική, Κεντρική και Νότια Ευρώπη, προωθώντας την εικόνα του ποιητή ως εθνικού ηγέτη. Οπου ο ρομαντισμός έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στην απελευθέρωση της ανθρώπινης φύσης και στην επιστροφή της σε μια πιο αθώα και ιδανική κατάσταση, τότε το ατομικό και το καθολικό απέκτησαν προτεραιότητα και η σύνδεση έγινε κυρίως με την ανθρωπότητα παρά με το έθνος. Εκεί όπου ο ρομαντισμός ήταν περισσότερο συναρτημένος με εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες, όπως στην Ανατολική ή στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η ιδέα του εθνικού ποιητή εδραιώθηκε. Ο Σολωμός φαίνεται να αξιοποίησε και τις δύο τάσεις, προωθώντας την ιδέα της ελευθερίας με τις καθολικές και τις ανθρώπινες συνδηλώσεις της αλλά και με τις εθνικές διαστάσεις της. Αυτή η διπλή συμμετοχή, νομίζω, καθόρισε την εικόνα του ως εθνικού ποιητή, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίστηκε από τους κριτικούς και το κοινό.


Σύγκρουση καλού και κακού 


Αν και σημαντικό μέρος της ποίησης του Σολωμού στρέφεται γύρω από το πρόβλημα της ελευθερίας και τη σύγκρουση του καλού με το κακό, δημιουργεί ωστόσο την αίσθηση ότι ο ποιητής προσπαθεί να συμφιλιώσει αντίθετες ροπές. Η ποίησή του άλλωστε έχει ιδωθεί ως ο χώρος όπου διαφορετικές πολιτισμικές επιδράσεις, γλώσσες και λογοτεχνικές τάσεις συγκλίνουν, παράγοντας ένα ενδιαφέρον, πρωτότυπο και σύνθετο είδος γραφής. Ο Παλαμάς, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι ο Σολωμός συνδύασε «τη γερμανική του νοήματος βαθυσυγνεφιά προς την ελληνική φωτεινότητα της μορφής», τον ξέσκεπο, εκφραστικό και ρητορικό λυρισμό με τον υπονοητικό και συμβολικό, το αίσθημα με τη διάνοια. Είναι γεγονός ότι ο Σολωμός πέτυχε να συνδυάσει τρόπους και είδη γραφής, αλλά πόσο συνεπείς μεταξύ τους είναι μερικοί χαρακτηρισμοί του από την κριτική και ιδιαίτερα η συνδυαστική θεώρησή του ως εθνικού και λυρικού ποιητή;


Το καλύτερο παράδειγμα αυτής της έντασης ανάμεσα στο εθνικό και στο ατομικό, στο αφηγηματικό και στο λυρικό αποτελεί «Ο Κρητικός». Μια αφηγηματική σύλληψη του ποιήματος πριμοδοτεί τον γραμμικό και ιστορικό χρόνο, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στα γεγονότα στην Κρήτη και υπογραμμίζοντας το ιστορικό παρελθόν του Κρητικού. Από την άλλη πλευρά, η λυρική υφή του ποιήματος συγχέει την ιστορική γραμμή και προβάλλει τη διαταραγμένη συναισθηματική και διανοητική κατάσταση του πρωταγωνιστή. Το αίτημα για αφηγηματικότητα, βασισμένο στην αιτιότητα και στην ανασυγκρότηση της βιογραφίας του Κρητικού, παράγει μια ρεαλιστική, ιστορική και τελικά εθνική ανάγνωση του ποιήματος που αναδεικνύει τον αγώνα στην Κρήτη εναντίον των Τούρκων και την επακόλουθη δοκιμασία των προσφύγων σε σύγκριση με τη λυρική θεώρηση του ποιήματος που δεν επιμένει στην αποκατάσταση της ιστορικής ακολουθίας των γεγονότων αλλά στη συναισθηματική και ψυχολογική ανταπόκριση. Το ποίημα ως αφήγημα λειτουργεί και ως αναπαράσταση της πρόσφατης ιστορίας και ως αλληγορία για την κρητική λογοτεχνική παράδοση και την επιδέξια οικειοποίησή της ή μεταλαμπάδευσή της. Μια τέτοια προσέγγιση του «Κρητικού» τον καθιστά εθνικό αφήγημα, αν όμως αντιμετωπιστεί ως λυρικό ποίημα αποβαίνει η άχρονη ιστορία μιας βασανισμένης ψυχής. Στην πρώτη περίπτωση, τα γεγονότα και η εξωτερική πραγματικότητα κατέχουν το προσκήνιο, στη δεύτερη η προτεραιότητα ανήκει στον εσωτερικό κόσμο του πρωταγωνιστή, στον ασυνάρτητο λόγο του και στην απομάκρυνσή του από την (λογοτεχνική) ιστορία.


Λυρική υποκειμενικότητα 


Κρίνοντας από την περίπτωση του «Κρητικού» θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αφηγηματική προσέγγιση του ποιήματος αντιπροσωπεύει το ιστορικό παρελθόν, σηματοδοτώντας μια καθοδική πορεία προς τις εθνικές ρίζες και τις πηγές της λογοτεχνικής παράδοσης, ενώ η λυρική προσέγγιση αντιπροσωπεύει το άχρονο παρόν και τη διάσπαση του υποκειμένου προτείνοντας μια ανοδική κίνηση με τη μορφή της οραματικής εξομολόγησης. Αντιπροσωπεύοντας μια ρήξη με την ιστορία, το λυρικό ταυτίζεται περισσότερο με τη νεωτερικότητα παρά με την ιστορική συνέχεια. Ως εκ τούτου, ένας λυρικός Σολωμός πιο εύκολα μπορεί να γίνει το σύμβολο της νεωτερικότητας, ενώ ένας αναπαραστατικός και αφηγηματικός Σολωμός φαίνεται να ενσαρκώνει την εθνική ιστορία και τη λογοτεχνική παράδοση. Στην περίπτωση του Σολωμού η έννοια του εθνικού ποιητή ιστορικοποιεί το λυρικό, συνδέοντάς το με τα συμφραζόμενα και εισβάλλοντας στην αυτόνομη φωνή και στη λυρική υποκειμενικότητα.


Ο Σολωμός μπορεί να ήταν διχασμένος ανάμεσα στο λυρικό και στο αφηγηματικό, στο οικουμενικό και στο εθνικό, στο ατομικό και στο καθολικό, στο ιδανικό και στο πραγματικό, στην πάλη με τη γλώσσα και στην αναπαράσταση της ιστορίας. Το ερώτημα όμως που ανακύπτει είναι ως ποιο βαθμό αναζητώντας την αφηγηματική συνοχή στην ποίηση του Σολωμού κανείς θέτει την έμφαση στην εθνική, στην ιστορική, στη συλλογική και στη ρεαλιστική πλευρά της ποίησής του, ενώ εστιάζοντας στη λυρική ή και στην αποσπασματική του θεώρηση προβάλλονται οι οικουμενικές, αυτοαναφορικές, ατομικές και μεταφυσικές πτυχές της ποίησής του; Μπορεί κανείς να διεκδικήσει με αξιώσεις τον τίτλο του εθνικού ποιητή δίχως κάποια στοιχειώδη αφηγηματικότητα ή την υποβολή ενός μείζονος εθνικού αφηγήματος; Νομίζω, δηλαδή, ότι η αντιμετώπιση του Σολωμού ως κατ’ εξοχήν αφηγηματικού (εθνικό) ή λυρικού ποιητή έχει ευρύτερη σημασία, όπως και το ζήτημα του κατά πόσο οι δύο χαρακτηρισμοί συνάδουν.


Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι ο χαρακτηρισμός του Σολωμού ως λυρικού ποιητή λειτουργεί ως το συνολικό αισθητικό παραπλήρωμα της έννοιας της εθνικής ποίησης. Αυτός ο συνδυασμός ωστόσο απαιτεί κάποια εξήγηση. Το λυρικό θεωρείται καθαρά υποκειμενική μορφή και χαρακτηρίζεται από «την απόκρυψη του κοινού από την ποιητή», με άλλα λόγια συνεπάγεται τον αποκλεισμό της κοινότητας. Επίσης προωθεί την ιδέα της αυτοτελούς υποκειμενικότητας και της μονολογικής αυτονομίας. Αντίθετα, η αφηγηματική και κατ’ επέκταση η εθνική ποίηση καλλιεργεί και δημιουργεί ένα δια-υποκειμενικό χώρο όντας περισσότερο ανοιχτή παρά κλειστή μορφή. Επιγραμματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα αφηγηματικά ποιήματα εξιστορούν ένα γεγονός, ενώ τα λυρικά επιδιώκουν να είναι αυτά καθαυτά ένα γεγονός. Εφαρμόζοντας εδώ ένα διαχωρισμό που χρησιμοποιήθηκε για τη διάκριση της επικής από τη λυρική ποίηση, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η διαφορά της λυρικής ποίησης από την εθνική είναι παρόμοια με αυτήν ανάμεσα στην προσευχή και στο κήρυγμα.


Η σχέση με τον ρομαντισμό 


Παραδοσιακά, η ρομαντική λογοτεχνία έχει εξισωθεί με τη λυρική συνείδηση. Στην περίπτωση του Σολωμού αυτή η εξίσωση δεν έχει πλήρως υποστηριχθεί είτε από την κριτική του πρόσληψη ως «γενάρχη του νεοελληνικού λυρισμού» είτε από την έννοια της εθνικής ποίησης. Ο εθνικός ποιητής προϋποθέτει και απευθύνεται σε μια κοινότητα ή ένα έθνος αναγνωστών, ο λυρικός ποιητής συνήθως προσποιείται ότι μιλά στον εαυτό του στρέφοντας την πλάτη του στους ακροατές του. Θεωρητικά, η εθνική ποίηση τείνει να είναι πιο αφηγηματική και κοινωνική, ενώ η λυρική ποίηση πιο υποκειμενική, αυθόρμητη και αντικοινωνική. Ως εκ τούτου, οι δύο τύποι ποίησης φαίνονται ασυμβίβαστοι μεταξύ τους, προκαλώντας μια εύθραυστη συγκατοίκηση του εθνικού με το λυρικό, η οποία εγείρει το ερώτημα αν στο κριτικό επίπεδο ένας πειστικός και προσφυής συνδυασμός μπορεί να επιτευχθεί, ανάλογος με αυτόν που πέτυχε ο Σολωμός στην ποίησή του. Ως ποιο βαθμό μπορούμε να μιλήσουμε για τη λυρικοποίηση του εθνικού ή για την εθνικοποίηση του λυρικού;


Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η ατομικότητα που συνδυάζεται με τη λυρική ποίηση μπορεί να ανιχνευθεί στα συμπληρώματα που συνοδεύουν την εικόνα του Σολωμού ως εθνικού ποιητή. Ο λυρικός Σολωμός προσαρμόστηκε ή υποτάχθηκε στον εθνικό Σολωμό, ώστε να τονιστεί η εικόνα του ως χαρισματικού και εξαιρετικού ατόμου. Με αυτό τον τρόπο η κριτική εισήγαγε και ενίσχυσε την προσωπικότητά του, την «αποσβεσμένη» από την ποίησή του κατά την έκφραση του Πολυλά, καθιστώντας δυνατή τη διπλή του θεώρηση ως λυρικού, υποκειμενικού ποιητή και εθνικού ταυτόχρονα. Το λυρικό ταυτίστηκε με το ιδεατό, το υψηλό και το ηθικό, ενώ το εθνικό με το πραγματικό και το ιστορικό.


Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Βρετανίας.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Το σολωμικό αδιέξοδο

Αναδημοσίευση από: https://leximata.blogspot.com


του Αποστόλη Αρτινού



 Ο ποιητής είναι οι λέξεις του, οι λέξεις που έρχονται κι οι λέξεις που αναχωρούν κι οι λέξεις πάλι που επιστρέφουν. Γλωσσικές καταληψίες που διαγράφουν το ίχνος του, το γραμματολογικό του παράδοξο. Το ποιητικό έργο συντελείται μέσα σ’ ένα τέτοιο φασματικό περιβάλλον, όπου οι επισκέψεις των λέξεων, σκιές που καταλαμβάνουν το χώρο, υπαγορεύουν το ρίγος τους. Σ’ αυτή τη σιωπή, που ’ναι κι η σιωπή της αναμονής της, ο ποιητής αφουγκράζεται, γίνεται όλος μια αδύναμη μεμβράνη, ένα παλλόμενο σώμα. Φέρει, σ’ αυτή την επικράτεια των σκιών, μια ανάμνηση του κόσμου, την εξαρνείται και την αποδίδει στη λήθη. Το ποιητικό έργο, αν μπορεί αυτή η απώλεια να αποδώσει ένα έργο, φέρει το όνομα αυτής της απώλειας, το οικειώνεται, και γίνεται για το ποίημα, αυτό το όνομα, η ίδια η α-δυνατότητά του. 

   Ο Διονύσιος Σολωμός είναι η αγωνιούσα αναμονή αυτού του έργου, η επίμονη εκζήτησή των λέξεών του, οι παραλλαγές των στίχων του, η κυκλοφορία τους από ποίημα σε ποίημα, κάτι πρωτοφανές στην ποιητική παραγωγή. Είναι το παλίμψηστο της αγωνίας του, αυτό το κάτι που πρέπει να ειπωθεί, ξανά και ξανά, αναζητώντας τη μορφή του. Όχι την τελική του μορφή στο αποθησαύρισμα κάποιων απάντων, αλλά τη μορφή που αχνοφαίνεται μέσα στη νύχτα. Μια μορφή που αρνείται το ξέφωτο της τελικής της διατύπωσης και προτιμά να χάνεται στο πιο σκιερό μέρος της γλώσσας, στην απειρία της, όπου το μελάνι της διαγράφει συνεχώς λέξεις παρά γράφει, τις διαστρέφει, τις αποδίδει στην απαρχή τους. Το σολωμικό έργο είναι ένα έργο εγκαταλελειμμένο σ’ αυτή την νυχτερινή διασάλευση της γλώσσας, στο ατέρμονο των αναδύσεών της, στις στιγμιαίες της αποκαλύψεις, που μαρτυρούν και το μετεωρισμό της, το απολεσμένο της σημείο. Η λέξη είναι αυτή η απειρία των εκφορών της, οι ρυθμικές της εξάρσεις, οι στιγμιαίες της εμψυχώσεις, οι συγκινήσεις της. Ο Σολωμός το ξέρει! Δεν διακόπτει αυτό τ’ ατέρμονο. Εγκαταλείπεται μόνο. Αφήνει το έργο του ανοικτό κι ατελές. Δεν κλείνει τίποτε, δεν παραδίδει τίποτε, δεν εκδίδει, σχεδόν, τίποτε, τον Ύμνο, μόνο, εις την Ελευθερίαν, ένα μικρό απόσπασμα του Λάμπρου, και τη Φαρμακωμένη. Ο Πολυλάς θ’ απογοητευτεί απ’ τα Ευρισκόμενα του. Μια μετέωρη μόνο χειρονομία, εγκαταλελειμμένη στο πάθος της. Μια γραφή που εξελισσόταν, που διασυρόταν στους στίχους της, στο φαρμάκι τους, καθαρό οινόπνευμα που ’πινε στο τέλος της ζωής του ο ποιητής. «Ο Λάμπρος θα μείνει απόσπασμα», θα σημειώσει ο Σολωμός, κι όχι μόνον ο Λάμπρος. Μια ρηξικέλευθη απόφαση που διαμορφώνει κι έναν ορίζοντα προσδοκίας μέσα στον οποίον καλείται να δοκιμαστεί όχι μόνο ο ίδιος ο ποιητής, αλλά κι ο αναγνώστης. Ένα αισθητικό πεδίο που διαγράφει την κατασκευή του μέσα στη δίνη μιας αέναης εργασίας, όπου η μορφή της αδυνατεί στις τελέσεις της, στη προσδοκία της τελείωσής της. Το έργο έτσι παραμένει γυμνό, διαγραμμένο, εν εξελίξει. Η αποσπασματικότητά του, δεν μαρτυρά τόσο μια αδυναμία του ποιητή, όσο την αδυναμία της ίδιας της ποιητικής μορφής να σχηματοποιήσει, στη στρεβλή χειρονομία της γλώσσας, την απολεσμένη ενότητα του πνεύματος. Αυτό που πάντα μένει είναι η αίσθηση μόνο μιας ματαιότητας κι ενός μετεωρισμού, που χαρακτηρίζει βέβαια το ρομαντικό πνεύμα, αλλά όχι μόνο. Σε μιαν άλλη εποχή ο Francis Ponge θα γράψει: «Θεία ανάγκη της ατέλειας, θεία παρουσία του ατελούς, της ελαττωματικής φύσης και του θανάτου στο γραπτό λόγο, συνδράμετέ με. Η ακυριολεξία ας δημιουργήσει μια νέα αντίληψη του ανθρώπινου μέσα από σύμβολα τόσο ψυχρά, συρρικνωμένα, γεμάτα επιτήδευση και κομπασμό. Κι όλες οι λογικές αφαιρέσεις ας διαβρωθούν εσωτερικά κι ας λειώσουν στη μυστική θέρμη του πάθους, που την γεννάει ο χρόνος, ο θάνατος, και οι αδυναμίες του πνεύματος». Ο Λάμπρος μένει απόσπασμα, κι αυτό δεν συνιστά μιαν από-γοήτευση του ποιητή του, αλλά ακριβώς τ’ ανυπέρβλητο της γοήτευσής του. Η σαγήνη του αοράτου, που αδυνατεί να αποτυπωθεί ευκρινώς στο πεδίο του ορατού. Το έργο έτσι μένει απόσπασμα, η χειρονομία μετέωρη, η γραφίδα εκκρεμής, αλλά το όραμα ακέραιο κι ολόφωτο.
   Ο Σολωμός γράφει μέσα στην βαλπούργεια νύχτα, στη κοσμογονία της. Γράφει στο μεταφυσικό εύρος που αυτή του διανοίγει. «Στοχάσου πως είναι νύχτα», παραγγέλλει στον εαυτό του ο Σολωμός. Γιατί η νύχτα δι-εγείρει τις λέξεις, το ρίγος της νύχτας, ό,τι απόκοσμο αυτή κομίζει. Το όραμα του ποιητή γίνεται έτσι αυτή η τυφλότητα της νύχτας, η μυστική της θεώρηση, το γρύλισμα των αναστοχασμών της. Είναι κι η εκδίπλωσή της νύχτας επί χάρτου, η δεξίωσή της. Προϋποθέτει όμως μια διακινδύνευση, ένα μετεωρισμό υπαρκτικό. Η ποίηση είναι μια αδύνατη οικειοποίηση, που υποκειμενοποιεί όμως την εμπειρία της, την αδυνατότητά της. Ο Σολωμός είναι η επιστροφή απ’ αυτή την νύχτα, το πάθημά του σ’ αυτή την περιπλάνηση, η διαθεσιμότητά του στο ίχνος. Γιατί ο ποιητής ιχνογραφεί. Ιχνογραφεί τη δική του γραφή, στις αναφορές του και στα σχεδιάσματά του, στο διασυρμό του στη γλώσσα, που, στην περίπτωση του Σολωμού, ήταν πάντα μια γλώσσα ανοίκεια. Ο Ζαμπέλιος θα τον κατηγορήσει για γερμανοπάθεια, κι ο Ανδρέας Μουστοξύδης θα ισχυριστεί ότι «Η φύσις της ποίησης αυτής δεν είναι ελληνική», όπως κι ο Βαλαωρίτης επίσης, «Οι στίχοι του δεν είναι ελληνικοί και οι εμπνεύσεις του ανήκουν στη Δύση…». Οι μελέτες του, οι αναγνώσεις του, ήταν κι οι ψυχικές του ενοικήσεις, οι καθηλώσεις του μέσα στον χρόνο, όπου κι επέστρεφε, στην πιο ερημική εκδοχή του εαυτού, στη γλώσσα του άλλου. Οι σημειώσεις των αναφορών του είναι και τα ίχνη της απώλειάς του, αλλά και τα ίχνη της επανεύρεσής του. Η φιλανθρωπία του πάθους του κι η δυνατότητα της συντριβής του. Οι στίχοι του, ήταν συγκινήσεις που αλήθευαν στο κατατεθειμένο ίχνος του άλλου. Σ’ αυτή τη νύχτα του άλλου, όπου τα πράγματα ψηλαφιούνται με λέξεις, με λέξεις που έρχονται από αλλού, πάντα οι λέξεις έρχονται από αλλού. Είναι αυτή η ονοματοδοσία του Έξω, που εισακούεται σε πολλές γλώσσες και λανθάνει σ’ όλες της τις εκφορές. Εδώ και το ατελές του σολωμικού έργου, το ανολοκλήρωτο που το δοκιμάζει κι εγγράφει το ίχνος του. Σ’ αυτή τη φρικώδη ονοματοδοσία, που ’ναι μια αντιστροφή της ονοματοδοσίας του Αδάμ, ο Σολωμός, στ’ άκουσμά της, συνταράσσεται, το χέρι του τρέμει, γράφει και διαγράφει λέξεις συνεχώς, δοκιμάζεται, κι αποσύρεται στην πιο βαθιά νύχτα, στη νύχτα του εαυτού. Σ’ έναν κόσμο πνευμάτων που φτερουγίζει πάνω απ’ το κεφάλι του. Σ’ ένα ρίγος που διαπερνά τη γραφίδα του και διατρέχει το χαοτικό εύρος των χειρογράφων του. Κοιμητήρια, αυτοκτονίες, επισκέψεις φαντασμάτων, σκιές στο ωχρό φως της σελήνης, τοπία που χτυπιούνται από κεραυνούς, όλα ρομαντικές κοινοτοπίες που συνθέτουν όμως ένα μοναδικό έργο. Γιατί το όραμα του Σολωμού είναι το ρομαντικό όραμα, κι εδώ τα «Σολωμικά» του Ροζάνη είναι μια μέγιστη συνεισφορά. Ένας αποκαλυψιακός ορίζοντας, που εγκαταλείπει την ύπαρξη στη γυμνότητά της, στην εκθετότητά της στον ουρανό, σ’ αυτό που συνέχει και υπερβαίνει τ’ ανθρώπινο. Μια μοίρα υπεράνθρωπη και γι’ αυτό απάνθρωπη. Μια φλόγωση της καρδιάς που εξαϋλώνει και καθηλώνει τα υποκείμενά της, τα μαγεύει, τα υπονομεύει δολίως. Το ρομαντικό υποκείμενο είναι αυτή η ανοικτότητά του στο περιβάλλον, ενός περιβάλλοντος όμως αποκαλυψιακού, διεγερμένου στις συμβαντικές του στιγμές, σε μια κρίση που το υπερβαίνει. Ο κόσμος γίνεται εδώ μια σκηνή πάθους, δονείται συθέμελα, ρηγματώνεται και διαχέει το μαγματικό του ίμερο. Ένας κόσμος που εκτίθεται στην αιχμηρότητά του, στην αιχμηρότητα μίας διάρρηξης εσωτερικής, όπου κι οι ριζωματικές του απολήξεις. Το ποίημα εγγράφει αυτή την καταγωγή, αυτή την επιστροφή του κόσμου, την αποστέρηση της εκλογίκευσής του. Εγγράφει τις σκιές των πραγμάτων, τη μετάβασή τους στη σκοτεινή περιοχή, το αρνητικό τους είδωλο. Το κοσμικό πεδίο, σ’ αυτή την αποκαλυπτική του έγερση, καταλαμβάνει το πεδίο του νοητού, το διαρρηγνύει, κι υπαγορεύει έναν ετοιμόρροπο ψυχισμό, μια διαφάνεια, αυτή τη διαφάνεια του θανάτου, που ιχνογραφεί όλο το ανάγλυφο της ζωής. Η θανατοφιλία του ρομαντικού υποκειμένου δεν είναι παρά η ζωική του εκ-δήλωση, η ενσάρκωσή του στο φθίνον της ζωής. Το ποίημα καταγράφει αυτή την απώλεια, αυτή την απόσυρση του κόσμου, την καταβύθισή του στη λήθη. Η απαραμείωτη μελαγχολία του είναι για ό,τι απομακρύνεται, αργά, στην απέναντι κι απρόσιτη όχθη, εκεί όπου αχνοφαίνεται κι ο κόσμος, στην άλλη μορφή του, στην αλλότητά του. Οραματικές εκφορές που τανύζουν τη γλώσσα, διανοίγοντάς τη σε συνδέσεις που την καθηλώνουν στην αλαλία και στα αισθητικά της αδιέξοδα. Εκφορές μιας τυφλότητας κι ενός παραδομού, όπου το υποκείμενο παίρνει τη θέση του νεκρού, ενόςαλλιώς-είναι-μέσα-στον-κόσμο που διαπλάθει τη ζωή και τη γλώσσα του, όπως τα φαντάσματα που περιδιαβαίνουν τη ζωή, όντας μετά τη ζωή. Οι λέξεις φέρουν κάτι το απόκοσμο ανήκοντας όμως στο κόσμο. Το ανοίκειο που φέρουν είναι ένα μήνυμα που ’ρχεται απ’ Έξω και τις αποδίδει στη σιωπή. Στη σιωπή όχι του μηνύματος αλλά στη σιωπή του ονόματός τους, στην αδυναμία τους. Αυτό παθαίνει κι ο Σολωμός στις οραματικές του στιγμές, παθαίνει την αδυναμία της γλώσσας να μεταδώσει τ’ αμετάδοτο, την αποκαλυπτικότητα που τη δοκιμάζει. Το Έξω υπάρχει, λέει ο Foucault, αλλά κανείς δεν είναι Έξω, κανείς δεν μπορεί να είναι εντελώς Έξω, καίγεται αυτοστιγμής. Τα αποκαλυπτικά έτσι οράματα του ποιητή αδυνατούν να καταγραφούν, πάντα κάτι περισσεύει, κι αυτό το κάτι να ’ναι το όντως αληθινό.

   Ο Σολωμός είναι λοιπόν η ρομαντική καταγωγή του, η θανατοφιλία του, οι δαιμονικές υπάρξεις του έργου του, οι αγγελικές του ενσαρκώσεις, τα τοπία των ερειπιώνων του κι οι φουρτουνιασμένες του θάλασσες. «Ο ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος». Οραματικές καθηλώσεις, που συγκροτούν έναν πυρήνα ποιητικό, μια μαρτυρία, μια ύψιστη αγωνία, αυτή την αγωνία του Ουρανού. Η Γυναίκα της Ζάκυθος, είναι ένα τέτοιο όραμα, μοναδικό μάλιστα μέσα στην ελληνική γραμματεία. Μια λογοτεχνική κορύφωση που υπερβαίνει τη λογοτεχνία και διανοίγεται στο μυστικό ορίζοντα του γράμματος. Ο Ιερομόναχος Διονύσιος, «εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου», γυρνούσε από μιαν επίσκεψή του στον Άγιο Διονύσιο όπου είχε πάει «για κάτι υπόθεσες ψυχικές». Στην επιστροφή του αυτή κοντοστέκεται σ’ ένα πηγάδι μελαγχολικός απ’ τις σκέψεις του πάνω στην κακότητα των ανθρώπων. Η πρώτη μορφή που του ’ρχεται στο νου, εκεί στο φιλιατρό του πηγαδιού, είναι της Γυναίκας της Ζάκυθος. Μια δαιμονισμένη που στρεφόταν κατά της ελεύθερης Ελλάδας. Επιστρέφοντας στο κελί του, επιχειρεί να συντάξει και το πορτρέτο αυτής της Γυναίκας. Μιλά για το φρικτό παρουσιαστικό της και για τις επιθέσεις της σε φτωχές Μεσολογγίτισσες που είχαν καταφύγει στη Ζάκυνθο και ζητιάνευαν. Κατόπιν βρίσκουμε τον Ιερομόναχο μέσα στο σπίτι της Γυναίκας, κι από εκεί, εν εκστάσει, στο Μεσολόγγι. Το άγγιγμα της Γυναίκας θα τον επαναφέρει. Φιλώντας του το χέρι διαπιστώνει ότι «είναι κρύο σαν παγωμένο». Ο Ιερομόναχος, ωσεὶ νεκρός, ήταν ήδη αλλού. Απ’ αυτό το αλλού που θα ’ρθουν και τα δυο φαντάσματα των γονιών της Γυναίκας, και που η παρουσία τους δεν αντικατοπτριζόταν στο καθρέπτη του δωματίου, κάτι που θα υποψιάσει τον Ιερομόναχο. Και θα φύγουν. Και θα εμφανιστεί ένα άλλο φάντασμα, της αδελφής της Γυναίκας αυτή τη φορά. Και θα φύγει κι αυτό και θα μείνει μόνο το κρεμασμένο σώμα της Γυναίκας απ’ το δοκάρι της στέγης. ««Και εσηκώθηκα από τη δέηση και άκουσα το ίδιο γέλιο και αντιβούιζε η κάμαρα. Και πήγα πίσω από τον καθρέπτη και είδα τη γυναίκα της Ζάκυθος που εκρεμότουνα και εκυμάτιζε, και είδα καθισμένο το διπλοπόδι έναν νάνο που εμίμιζε απαράλλαχτα εκείνο το γέλιο». Αυτή η αλύσωση, λοιπόν, δεν θα χει τέλος. Ακόμη μια σειρά τερατομορφιών θ’ αρχίσει, κάτω απ’ το κρεμασμένο σώμα της Γυναίκας, να διανοίγεται. Όλες απ’ την περιοχή των σκιών. Και η μια μορφή να εισάγει στην άλλη. Και ο Ιερομόναχος να υποχωρεί συνεχώς σ’ αυτή την ακολουθία,  μέχρι το κατακλυσμιαίο της θάμβος να κατακλύσει και τη δική του ψυχή. Ο Ιερομόναχος υπομένει αυτό το όραμα, το υπομένει αδύναμος, καθηλωμένος. Είναι ο παραδομός του σ’ αυτή τη συμβαντική ακολουθία που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του. Μένει εκεί υπό το χρέος της αφήγησης, προεικονίζει έτσι τη θέση του ποιητή. Ο Ιερομόναχος καταγράφει, κι ο ποιητής, υποτίθεται, στηρίζεται στα κατάλοιπα του Ιερομονάχου. Η γραφή μόνο, που εγκαταλείπεται στους αναδιπλασιασμούς της, στις αντηχήσεις των αφηγήσεών της. Βρισκόμαστε μέσα στο περίκλειστο δώμα της, στην ερεβώδη σιωπή της. Η Γυναίκα της Ζάκυθος βγαίνει από ένα πηγάδι στοχασμών, εκεί φιλοτεχνείται κι η έξοδος της στον κόσμο, η τερατομορφία της. Ο ποιητής είναι ο δαίμονάς της γιατί κυριαρχείται κι αυτός απ’ τον δαίμονα της γραφής του. Ο Ιερομόναχος καταγράφει τ’ όραμά του, αλλά και τ’ όραμα καταγράφει τον Ιερομόναχο, τον αποδίδει, τον ενσωματώνει. Ο ρομαντικός ποιητής υπο-φέρει και υπο-μένει αυτό το αποκαλυπτικό τοπίο, το οικειοποιείται, και γίνεται ο τόπος της διασποράς του. Το φέρει μέσα του αυτό το πάθος, το καλλιεργεί, το γιγαντώνει και το κάνει ένα αυταπόδεικτο σχήμα. Σ’ αυτό το τοπίο που εγείρεται και το κρεμασμένο σώμα της Γυναίκας, ως μοναδικό φλάμπουρο μίας αντίστασης υπαρκτικής.

   «Κόλαση; Την πιστεύω είναι τή αυξάνει / Κι όλη φλογοβολάει στα σωθικά μου», θα ακουστεί στο Λάμπρο, μιαν κατεξοχήν βυρωνική μορφή του αρνητικού στο έργο του Σολωμού. Μια μορφή που υπομένει το ατομικό της πεπρωμένο και τη πλήρωσή του. Ο Λάμπρος, που «Του εαυτού του είναι Θεός», βιώνει τη μοναξιά του υποκειμένου, αναλαμβάνει τη μοίρα του και στροβιλίζεται στις φυγόκεντρες τροχιές του. Η καθετότητα του Ουρανού δίνει την θέση της τώρα στην οριζοντιότητα της επιθυμίας. Χωρίς να το γνωρίζει θα συνευρεθεί με την χαμένη του κόρη και θα την αφήσει να αφανισθεί στα νερά της λίμνης. Ο Λάμπρος έκτοτε θα μείνει εκτεθειμένος σ’ ένα ανεξέλεγκτο φασματικό περιβάλλον, πολύβουο, απόκοσμων και οικείων φωνών, αυτών των νεκρών του παιδιών που θα επιστρέφουν. Οι επισκέψεις των νεκρών, κάτι σύνηθες στη ρομαντική λογοτεχνία, κάτι αναγγέλλουν στο Λάμπρο, αλλά και κάτι αποδίδουν αναπόδραστα στη σιωπή. Ο Λάμπρος αναλαμβάνει την αγωνία του, την ακραία δοκιμασία μιας εγγύτητας οριακής. Η γυναίκα του Μαρία θα αυτοκτονήσει μετά απ’ όλα αυτά στα νερά της λίμνης και το μόνο που θα μείνει απ’ αυτή την τραγωδία θα ’ναι ο ήσυχος αντικατοπτρισμός της φύσης πάνω στα νερά. Σε μια παραλλαγή του τέλους του ποιήματος ο Σολωμός θα κεραυνοβολήσει αυτή την ησυχία: «Και δεν έμεινε μήτε ένα κλωνάρι, / φιλέρημο πουλάκι να καθίσει, / το βράδυ, την αυγή να κιλαϊδήσει». Τίποτε, εν τέλει, δεν θα μείνει όρθιο σ’ αυτόν τον αφανισμό. 
   Στον Κρητικό, η Φεγγαροντυμένη είναι το θεϊκό απαύγασμα στο κοίλο της θλιβερής του ψυχής. «Εκοίταξε τ’ αστέρια, κι’ εκείνα αγαλλιάσαν, / Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν». Μια ονειροφαντασίωση που διατρέχει το κόσμο του και θεραπεύει την αγωνία του. Στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του νου, το σκαρί του ήρωα κινδυνεύει να καταποντιστεί. Η θύελλα χαώνει τον κόσμο του, αλλά η φασματική της μορφή ηρεμεί την ψυχή του. Μια θεϊκή μορφή που ενσαρκώνει το απολεσμένο κάλος του κόσμου, τη χαμένη έδρα της ομορφιάς, αυτή που επαναφέρει τον κόσμο στην ηρεμία και στη τελείωση. Η ξανθή Φεγγαροντυμένη που εκστασιάζει τον Κρητικό είναι σύμφωνα με τον Ερατοσθένη Καψωμένο μια «θεία επιφάνεια στη φύση», μια θεοφάνεια, γι αυτό και η στεριά που φθάνει καραβοτσακισμένος ο Κρητικός είναι μια στεριά απεθεωμένη, χαριτωμένη. Το σκοτεινό πεπρωμένο όμως του ήρωα είναι ήδη προδιαγεγραμμένο, κι η θύελλα θα ’ναι μια θύελλα αφανισμού. Στα τρικυμισμένα νερά της η μορφή της φεγγαροντυμένης θα αφανισθεί και το ναυάγιο θα συντελεστεί. «Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη, / Την απιθώνω με χαρά, κι’ ήτανε πεθαμένη». Ακόμη ένας θρίαμβος, λοιπόν, του αρνητικού. 
   Στην ποίηση του Σολωμού εκδηλώνονται δύο φαινομενικά αντιφατικές κινήσεις. Από τη μια, μία χιμαιρική περιδίνηση σ’ ένα φασματικό περιβάλλον που τανύζει την ύπαρξη στις νοσταλγικές της εκφορές, και απ’ την άλλη, η εγκοσμιότητα ενός ιστορικού πεπρωμένου που κορυφώνεται πραξιακά και προκαλεί την ανταπόκριση του ποιητή. «Δεν θέλω να περάσει από το μυαλό κανενός, πως την ώρα που νικούν οι δικοί μας στο Μαραθώνα, εγώ κάθομαι και τραγουδώ για ένα βοσκόπουλο ξαπλωμένο στο νεκροκρέβατο», θα γράψει ο Σολωμός σε μια επιστολή του προς τον Δε Ρώσση. Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι έτσι, ή κι ο Κρητικός ακόμη, είναι έργα που επιχειρούν να ανταποκριθούν σ’ αυτό το ιστορικό κάλεσμα. Στον κόσμο μιας ιστορικής συνείδησης που επικαιροποιεί διαρκώς το νόημά της στη σφαίρα μιας γεγονοτολογίας. Σε μια μορφική ακολουθία, άλλην όμως απ’ αυτή που εξελισσόταν στο πηγάδι της Γυναίκας της Ζάκυθος, και που δε διανοίγει το χρόνο στις ακρώρειες των διαφυγών του, αλλά τον εκθέτει στις ιστορικές του κορυφώσεις, που ακόμη κι αν αυτές εγγράφονται ως συμβάντα στο ρου της Ιστορίας, εν τούτοις δεν καταφέρνουν και να διαστρέψουν την εγκοσμιότητά τους, να υπερβούν δηλαδή την αλήθειά τους. Τα ποιήματα έτσι, κι όχι μόνο του Σολωμού, που συντονίζονται σ’ αυτή την εμπράγματη συγκίνηση, αναλίσκονται συγχρόνως και σ’ ένα αδιέξοδο πεπρωμένο. Γιατί το πραξιακό γεγονός είναι μιας άλλης κατηγορίας αγωνία απ’ το πνευματικό συμβάν του ποιήματος. Οι Ουσιώδεις Στιγμές της Πράξης, όπως τις ονομάζει ο Σολωμός, είναι εκείνες οι αποκαλυπτικές στιγμές της καθημερινότητας που την διανοίγουν στην απολυτότητα των προτύπων της. Στιγμές του καθημερινού όπου το ιστορικό απαντά στο υπεριστορικό, το φυσικό στο υπερφυσικό, κι η υλικότητα στην πνευματικότητά της. Σημειώνει ο Σ. Ροζάνης στα Σολωμικά του: «Ο Σολωμός αγωνίζεται να θεμελιώσει της «Πλέον Ουσιώδεις Στιγμές της Πράξεως» αρνούμενος τον χρόνο, δουλεύοντας μέσα στο πνεύμα και όχι στην εγκοσμιότητα, αποζητώντας μια πνευματική ολότητα της ενότητας του χρόνου και της πράξης που υποβαθμίζει την εμπειρία, τη μεταλλάσει σε γεγονός του πνεύματος και αρνείται κάθε δικαίωμα ύπαρξης έξω από την πνευματική σφαίρα της εσωτερικής μεταστοιχείωσης του κόσμου σε ιδεατή ζωή, σε ιδεώδες ονείρου…». Κι ο Βάρναλης, επίσης, στα δικά του Σολωμικά, θα εντοπίσει αυτή την ουτοπική θέση του ποιητή όταν επιχειρεί να συνθέσει επί του πραγματικού: «Ο Σολωμός αγνοεί και περιφρονεί ίσως ως εξωτερικά στοιχεία αυτούς τους απαραίτητους όρους κάθε ζωντανής ύπαρξης και πράξης. Κανένας δεν αναγνωρίζει (στους Ελεύθερους Πολιορκημένους) πως είμαστε στο Μεσολόγγι του 1826. Μονάχα η ώρα του έτους, η άνοιξη, αναφέρεται όχι με σκοπό να μας κατατοπίσει, μα γιατί του χρειαζότανε ως μια έντονη εξωτερική δύναμη φυσικής τάξης, που προκαλεί αγώνα του πνεύματος, ως πειρασμός. Είμαστε λοιπόν έξω τόπου και χρόνου. Στην Ουτοπία. Και καθένας ξέρει αν με τέτοια υλική ανυπαρξία μπορεί να γίνει δραματικό ή επικό ποίημα». Η εκδραμάτιση των πραγμάτων, ό,τι ο Σολωμός ονομάζει «είδησες του κόσμου», στοιχειώνει έναν κόσμο που μένει αμετάφραστος κι αδιάθετος στην ποιητική εργασία. Μια ρομαντική, κατά βάσιν, αποτυχία, όταν κάθε φορά η εγγύτητα του κόσμου διασύρει την ποιητική έμπνευση. Το κοσμικό που γίνεται απόκοσμο κι ευθύς η πραγματικότητα τ’ ακυρώνει, εκθέτοντάς το. Στους Ελεύθερους πολιορκημένους έτσι, τους όποιους αυτούς, μιας και στην πραγματικότητα πρόκειται για κάποια σχεδιάσματα και διόλου για ένα ολοκληρωμένο έργο, ο Σολωμός δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ αυτό που μπορεί να κάνει ένας ρομαντικός ποιητής: να συμβολοποιεί διαρκώς το φυσικό κόσμο και να τον πνευματοποιεί. Η ανοιξιάτικη φύση, το ξερό χορτάρι, το πέταγμα μιας πεταλούδας από ένα κρινάκι του αγρού, οι αντικατοπτρισμοί των άστρων στη λιμνοθάλασσα, η νύχτα, πάντα η νύχτα. «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!». Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου στέκονται σ’ αυτό το σκηνικό σαν σιωπηλά φαντάσματα, figures, όπως τα ψιλόλιγνα κυπαρίσσια που παραστέκουν στο τοπίο. «Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο», οι είδησες του κόσμου δεν είναι παρά μιαν ανερμήνευτη βουή, μιαν ακόμη αδύνατη γλώσσα. 
   Ο Σολωμός είναι ό,τι διέσωσε ο Πολυλάς, αλλά κυρίως όμως ό,τι δεν διέσωσε, ό,τι διέφυγε απ’ αυτόν κι έμεινε κρύφιο, οι ονειρικές του εικόνες που μόλις και βγουν στο φως εξαχνώνονται, ενθύμια μιας νύχτας, μίας απόσυρσης υπαρκτικής. Γιατί ο ποιητής, όπως προείπαμε, είναι οι λέξεις του, αλλά κυρίως όμως είναι η συγκίνηση που υπαγόρευσε αυτές τις λέξεις. Κι αυτή αχνοφαίνεται μόνο. Ο Σολωμός είναι η μοναδική του απώλεια, το σβησμένο του ίχνος στο χάος των αυτογράφων του, οι ανομολόγητες φαντασιώσεις του, οι γλωσσικές του μετοικήσεις, τα όποια ελληνικά του. Ονίρατα όλα, που αδυνατούν να σκιαγραφήσουν κάτι, να συγκροτήσουν μια πλήρης εργογραφία, ένα παραδομένο έργο. Οι φιλόλογοι θα χουν πάντα, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πολύ δουλειά. 

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ "Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ"


XXI.

1.

Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπενοῦσε
τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ ῾κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα·
«γλυκειὰ ἡ ζωή κι᾿ ὁ θάνατος μαυρίλα».

2.

Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι, καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροί, μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε·
φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε· Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

3.

Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι,
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες·
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ᾿ τ᾿ ἁγιοκέρι,
ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.

XXII.

Βγαίνει, γιατὶ στὰ σωθικά του ἀνάφτει,
καὶ γιὰ πρῶτο ἀπαντᾶ τὸν νεκροθάφτη.

XXIII.

Κανεὶς δὲν τοῦ μιλεῖ, καὶ δὲν τοῦ δίνει
τὸ φιλὶ τὸ γλυκὸ ποὺ φέρνει εἰρήνη.

XXIV.

Πάντα, χτυπάει, σὰν νἄλπιζε ἐκεῖ κάτω
ν᾿ ἀγροικηθεῖ στῆς κόλασης τὸν πάτο.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

"Η Τρελή Μάνα" Διονύσιος Σολωμός



Η τρελή μάνα
[ή]
Το κοιμητήριο

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

[19]


1
Τώρα που η ξάστερηνύχτα μονάχουςμας ηύρε απάντεχα,και εκεί στους βράχους5σχίζεται η θάλασσασιγαλινά.
2
Τώρα που ανοίγεταικάθε καρδίαστη λύπη, ακούσετε10μίαν ιστορία,που την αισθάνονταιτα σωθικά.
3
Σε κοιμητήριοείναι στημένα15δύο κυπαρίσσιααδελφωμέναπου πρασινίζουνεμες στους σταυρούς.
4
Όταν μεσάνυχτα20καταβουίζουνοι ανέμοι, αν τα ’βλεπεςπώς κυματίζουν,έλεες πως κράζουνετους ζωντανούς.
5
25Δύο αδέλφια δύστυχακοιμούνται κάτουτον ανεξύπνητονύπνον θανάτου,κι έχασε η μάνα τους30τα λογικά.
6
Τα μαύρα! επαίζανεεκεί όπου στέκειο πύργος, κι έπεσετ’ αστροπελέκι,35κι άψυχα τ’ άφησετα θλιβερά.
7
Ροδοστεφάνωτα,ασπροεντυμένα,τα κατεβάσανε40αγκαλιασμέναμέσα εις την ύστερηαλησμονιά.
8
Δεν άκουες βάβισμαχαμένου σκύλου·45πουλιού δεν άκουεςλάλημα, ή χείλου,ή κλωνοφλίφλισμανα πνέει τερπνά.
9
Νερομουρμούρισμα50οπού αναβρύζεικαι τσ’ επιτύμβιεςπέτρες δροσίζειμόλις αντίσκοβετη σιγαλιά.
10
55Θανής δεν έμνεσκανάλλα σημείαπάρεξ του λίβανουη μυρωδίαοπού εχυνότουνε60στην ερημιά.
(Η δύστυχη μητέρα έρχεται εκεί τρέχοντας) *
11
Στέκει, μυρίζεταιεις τον αέρα,και συλλογίζεται—μαύρη μητέρα!—65σαν κάτι να ’θελενα θυμηθεί.
12
Στον τοίχο σύρριζασκύφτει, κοιτάει,γλυκολυπούμενη70χαμογελάεικατά τα εντάφιαχόρτα πικρά.
13
Κατά τα σύγνεφα,κατά τ’ αστέρια,75τρεμομανιάζονταςρίχτει τα χέρια,και κλαίει και ρυάζεταιτρομαχτικά.
14
Της πέφτουν έπειτα80και ληθαργίζει,και πάλε αρχίναενα τριγυρίζειτο περιτείχισμαπασπατευτά.
15
85Γύριζε, γύριζε,τέλος εμπαίνειστο σημαντρήριοκαι τ’ ανεβαίνειτα ίχνη αλλάζοντας90σπουδαχτικά.
16
Ήτον στην άλαλητη μοναξίαστρογγυλοφέγγαρηφωτοχυσία,95σαν τη λαμπρόπλαστηπρωτονυχτιά·
17
όμως η δύστυχη,ξεφρενωμένη,κοιτάζει ολόγυρα100τετρομασμένη,πράχνει τα σήμαντρα,κράζει σφιχτά.
18
«Γλήγορα ας φύγουνεαπ’ τα λαγκάδια105κεια τα φριχτόταταπυκνά σκοτάδια·αχ! με πλακώνουνεμες στην καρδιά.
19
»Γλήγορα ας φύγουνε,110δεν τα πομένω,μοιάζουνε, μοιάζουνεμε το σχισμένορούχο που σκέπασετα δύο παιδιά.»
20
115Γκλαν γκλαν τα σήμαντρατης εκκλησίας,γκλαν γκλαν οι αντίλαλοιτης ερημίαςαποκρινόντανε120φριχτά φριχτά.
21
«Από την έρημηΑναφωνήτρα,που ’ναι εις τους δύστυχουςπαρηγορήτρα,125είχαν δυο ξέμετρατα δυο παιδιά·
22
»τα ’χω στον κόρφο μουκαι τα φυλάω·με αυτά τα ξέμετρα130θε να μετράωτα δυο τους μνήματακαθημερνά.»
23
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρατης εκκλησίας,135γκλαν γκλαν οι αντίλαλοιτης ερημίαςαποκρινόντανεφριχτά, φριχτά.
24
«Βραχνό το ψάλσιμο·140τα κεριά αχνίζουν·του νεκροκρέβατουτα ξύλα τρίζουν·αργά τα σήμαντρακαι τρομερά.
25
145«Ναι, ναι, απεθάνανε·μέσα στο σκότοτα κατεβάσανε—ακούω τον κρότο—τα κατεβάσανε150βαθιά, βαθιά.»
26
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρατης εκκλησίαςγκλαν γκλαν οι αντίλαλοιτης ερημίας155αποκρινόντανεφριχτά φριχτά.
27
«Γιατί τινάζετεπάνω τους χώματα;Μη, μη σκεπάζετε160τα μικρά σώματαπου αποκοιμήθηκανγλυκά, γλυκά.
28
»Αύριο θα κόψουμεκάτι λουλούδια,165αύριο θα ψάλουμεκάτι τραγούδιαεις την πολύανθηΠρωτομαγιά.»
29
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα170της εκκλησίας,γκλαν γκλαν οι αντίλαλοιτης ερημίαςαποκρινόντανεφριχτά φριχτά·
30
175γκλαν γκλαν παράδερνεμε τα γλωσσίδια,κι εματαρχίναε,κι έλεε τα ίδια,ώς οπού εβράχνιασε180θανατερά.
* * *
31
Νά, που δροσόβοληαύρα ξυπνάει,και ψιθυρίζονταςμοσχοβολάει185από τα αρώματατα αυγερινά·
32
στα φύλλα επέρναεκαι της καρδίας,σαν τα κινήματα190της φαντασίας,που ζωγραφίζουνετην ευτυχιά·
33
εκείν’ η δύστυχητραβάει την άχνα,195βαθιά τα αισθάνθηκεμέσα στα σπλάχνααχ! κι εκατέβηκεστην ερημιά.
* * *
34
Με λύπη εγκάρδια200εθεωρούσεόλα τα μνήματακαι τα μετρούσεμε τ’ αργό κίνηματης κεφαλής.
* * *
___
στ. 29-30
κι έμεινε η μάνα τους
στη συφορά.
στ. 36
ελεεινά.

στροφή 7
Κατόπι αυτής της στροφής ευρίσκεται σβημένη η εξής:*
Σιωπή τα σήμαντρα
οπού τα κλάψαν,
σιωπή τα σύνεργα
οπού τα θάψαν,
σιωπή τα ψάλματα
τα λυπηρά.

στροφή 14
Νά μπει, αλλά μάταια—
πισθοδρομίζει,
και παίρνει απέξωθε,
και τριγυρίζει
το περιτείχισμα
πασπατευτά.

στροφή 17
στ. 97-98
Και αυτή από λύπηση
Τετυφλωμένη

στροφή 24
Βραχνό το ψάλσιμο
του καλογήρου,
αχνά τα εντάφια
κεριά τριγύρου·
αργά τα σήμαντρα
και τρομερά.


Διονύσιος Σολωμός "Το όνειρο"

Το όνειρο

Εις την ώρα που σκιασμένοςκαι παράξενα ντυμένοςβγαίν’ ο κλέφτης για να κλέψεικι ο φονιάς για να φονέψει —5σ’ άλλους τόπους εννοώκλεψιές, φόνους, κι όχι εδώ —είδα έν’ όνειρο μουρλό,και θα το διηγηθώ.
Μες στο νου μου η ψεσινή,10η περίφημη θανή,μίαν εντύπωση είχε αφήσει,π’ ο καιρός δε θα τη σβήσει·και στον ύπν’ ο λογισμός μουτην ξανάφερεν ομπρός μου.15Στ’ όνειρό μου αγρίκαα πάλιτον παπά Τσετσέ να ψάλλει,με την τάξη τσ’ Εκκλησίας·όμως έκαν’, εξαιτίαςτ’ όνειρού μου του μουρλού,20τη φωνή του κουνουπιού.—Πλήθος έβλεπα λαμπάδεςκαι καπίτολα· * οι παπάδες,τα φελόνια φορεμένα,ποιος καινούρια, ποιος σχισμένα,25σοβαρά περιπατώντας,τη λιρόνα * μελετώντας,ξαστοχούν τον πεθαμένοκι έχουν το κερί σβημένο.Έκαναν φωνές και γέλια30τα παιδιά με τα βατσέλια· *κι ο καπνός του μοσχολίβανουαπό τα λιβανιστήριαέμπαινε στα παρεθύρια.Πολλοί ανθρώποι ακολουθούσαν35και περίλυπα ετηρούσαν,γέρνοντας τες κεφαλές τουςκαι μιλώντας για δουλειές τους.Αλλά στα καμπαναρίαδεν είν’ τέτοια αδιαφορία·40Οι καμπάνες πλερωμένεςέκαναν σαν βουρλισμένες.Κι αφού είδα, ένα προς ένα,ούλα εκειά που ’χα ιδωμένα,τρέχει τ’ όνειρο και μπαίνει45μέσα στη Φανερωμένη.
Ήτανε στην εκκλησίαλίγο φως και πολλή ερμία·και κοντά στο ξυλοκρέβατοξάφνου αγρίκησα να βγει50ένα σκούξιμο μακρύ.Ότι ελόγιασα πως θα ’ναιαπό τόσους ένας κάνεπου ελυπήθηκε και σκούζει…νά σου ο ίσκιος του Κουτούζη!55Καθώς πάντα εσυνηθούσε,όμορφα ρούχα φορούσε,κι έδειχνε καμαρωτάτο καπέλο του στραβά.Εις το πονηρό του χείλο,60πὄσκιαζεν οχθρό και φίλο,έβλεπα με θαυμασμόπου ’χε ακόμα το πικρό,το συνηθισμένο γέλιο,ξαστοχώντας το Βαγγέλιο·65ετριγύρισε κομμάτιεις του Χάρου το κρεβάτι·αλλά βλέποντας εκείτο καπέλο, το σπαθί,που ’ν’ σημεία της αρχοντιάς,70εσταμάτησ’ ο παπάς·και καλά κοιτάζοντάς τακι όμορφα σηκώνοντάς ταεις την κάσα τα χτυπάεικαι τ’ ακόλουθ’ αρχινάει75το κορμί του συχνοσειώνταςκαι τα λόγια αργοπορώντας:
— «Καλά κάμαν και σ’ τα βάλανεεδώ πάνου, όταν σ’ εβγάλανε!Μά το ναις, οπού σου πρέπει,80εις την ύστερή σου σκέπη,μπρος στον κόσμο να κρατείςτα σημάδια της τιμής!Μ’ αυτά τα ίδια εγώ σε είδαπου κυρίευες την πατρίδα·85το θυμούμαι (οϊμένανε!)…Επειδή δε μ’ απομένανε,εκαθόμουνα ο φτωχόςεις τη γάτα μου ομπρός,κάνοντάς της χάιδια χίλια,90και σαν ν’ άκουε της εμίλεια:Μωρή γάτα, τί σου φαίνουνταιτέτοια πράματα; Απομένουνται;Να ’ν’ ο Γιάννης εις το σπίτι,με τον άλλο ξεκληρίτη, *95στην καθίγλα * να προσμένουνούλους τσ’ άρχοντες που μπαίνουνκαι ξανοίγουν, ενώ σκύφτουνεμε τα ταπεινά κεφάλια,πλεζονιές * και κατρογυάλια; *100Νιάι μου, να σε χαρώ,έχω πίκρα και καημόνα τους βλέπω τσου καημένουςκυριακάτικα ντυμένουςστες καθίγλες * να καθίζουν105και τα ρούχα τους να χρίζουν!—Τέτοια τση ’λεγα· αλλά τώρα,οπού σ’ εύρηκε η κακηώρα, *πες, ποιά στόματα σ’ εκράξανκαι ποιά στήθη αναστενάξαν;110Α δε σ’ έκλαψαν, εγώσαν παπάς τσου συχωρώ.Ω! φωνάξετε, Καιροί,που τον είδατε κριτή,τί καλό ’χει γεναμένο,115κι ευθύς φεύγω και σωπαίνω!»— Έτσι λέοντας μεγαλώνειτη φωνή του και θυμώνει:«Μα καλό ’ναι πλούσιος να ’σαι,και ποτέ να μη θυμάσαι120πως στους δρόμους αϊλογάνεκάποιοι μαύροι που πεινάνε;Όταν έπλασαν τα χέρια,που σκορπίσανε τ’ αστέρια,του θνητού τα σωθικά,125(και τα πλάσανε καλά),πρώτ’ απ’ όλα τ’ άλλα πάθιατσου έχουν βάλει τη Συμπάθεια·και την έδιωξες εσύ,σαν τη χήρα τη φτωχή,130απ’ τη νιότη σου την πρώτη,για να βάλεις τη Σκληρότη·αυτή σὄλεε να ζητάςτο ψωμί της φτωχουλιάς,και το διάφορο να θες135τρεις και τέσσερες φορές.Κι ο φτωχός, αποριμένος,σ’ εσέ ’ρχότουν τρομασμένος,για να πει με το θλιμμένοχείλο: Το ’χω πλερωμένο!140Και στα πόδια σου να ρίξεικλάψες μύριες, και να δείξειτ’ αχαμνά τα γερατειά του,τη γυναίκα, τα παιδιά του,και του ρούχου τα ξεσκλίδια·145και του αμόλαες κερατίδια! *Κι έτσι δα, με τέτοιους φόνους,για σαράντα πέντε χρόνους,παντελώς δεν είναι θάμα,μήτε αλλόκοτο το πράμα,150αν εσύφθασες να κρύψεις,απ’ τους φόβους για να λείψεις,το σωρό του χρυσαφιού σουκαι στες τράβες * του σπιτιού σου.Μα της φτώχειας η κατάρα,155δυστυχότατη τρομάρα,θα πλακώσει την ψυχή σουσαν η πλάκα το κορμί σου.Κοίτα αν είν’ Δικαιοσύνηεκεί πάνου, για να κρίνει!160Δεν ηθέλησε ν’ αφήσειτο κορμί σου να ψοφήσειεισέ δρόμο ή σε καλύβα,μα στην κάμαρη του Σκλίβα!Εκεί σὄμενε να φθάσεις,165και το λογικό να χάσεις,—το παλιό το σπίτι αφήνοντας,εις τ’ οποίο κάποιος εμπήκε,που πουλιό του δεν εβγήκε.(Σκάψε, Ρώμα, για να ιδείς170μη τα κόκαλά του βρεις).—Εκεί, ενώ σ’ αυτό το σπίτιεκοπίαζες με τη μύτη,κάνοντας σαν τα παιδάκια,όταν φκιάνουν φουσουνάκια,175σου σηκώναν κάποιοι τσάφοι *το κλεμμένο το χρυσάφι·εκεί εστέκαν, ενώ σὄβγαινετου θανάτου ο γογγυσμός,τον αγρίκουναν, κι ετρέμανε180μη δεν ήτανε ο στερνός.Κάνε εμπόρειες απ’ το βιο σου,έπειτ’ απ’ το θάνατό σουκαι της φτωχουλιάς ν’ αφήσειςκαι τα στόματα να κλείσεις.185Αλλά ο Διάολος εφάνηκεστο πλευρό σου αδερφικάτα, *όταν έγραφες τη διάτα·και το χέρι σου τηρώνταςκαι σκληρά χαμογελώντας,190ετραγούδουνε: Ω φτωχοί,που γυρεύετε ψωμί,κάθε λύπη τώρα αφήστεκαι σε λίγο θα πλουτίστε·γραικοί σκλάβοι, ακαρτερείτε·195γιατ’ ευθύς θα λυτρωθείτε·τες καδίνες * θα πετάξτε,εις τη Ζάκυνθο ν’ αράξτε,εις το μνήμα του να ορμήστεκαι την πλάκα να φιλήστε.—200Κι έτσι μ’ όλο σου τ’ ασήμιμνέσκεις άκλαφτο ψοφίμι·όπως έζησες πεθαίνειςκι εκεί μέσα ο ίδιος μένεις,με ξεμυτερά * τα νύχια205μαθημένα στα προστύχια· *θέλω να σε ιδώ, σκυλί!
Κι έτσι λέοντας, το σπαθί,το καπέλο, του πετάει,και στην κάσα ευθύς χουμάει·210ο παπάς εκεί γειρμένοςκαι στα χείλα του αφρισμένοςπολεμάει να την ανοίξει·κι ότι αρχίνησε να τρίξει,εγώ πὄλεα μην ορμήσει215και το λείψανο χτυπήσει,τρέχω γλήγορα κοντάγια να πω: Μωρέ παπά!είναι ο μαύρος πεθαμένος!Αλλά εξύπνησα ιδρωμένος.
___

Οι στίχοι 21-28 βρίσκονται μετά τους στίχους 29-33 και οι στίχοι 116-117 μετά τον στ. 113 στο χφ. Μάργαρη, από το οποίο προέρχονται και οι παρακάτω παραλλαγές που σημειώνονται στην έκδοση του Λ. Πολίτη.

στ. 6
Για τους φόνους

στ. 34
λίγοι ανθρώποι

στ. 62
να ’χει ακόμα το πικρό

στ. 103-140
κυριακάτικα αλλαμένους
μες στσι λέρες * να καθίζουν

στ. 117
τη φωνή του και σιμώνει

στ. 136
κι ο φτωχός ο αποριμένος

στ. 164
Εκεί σὄμελλε

στ. 176
το κλεμμένο σου χρυσάφι

στ. 201
άκλαφτο έμεινες ψοφίμι