Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΒΙΑ ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΒΙΑ ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

“Κατόπιν σύστασης γιατρού”, ένα απόσπασμα…


«Αναρωτιέμαι – άραγε χρειάζεται πάντα να έχουμε κάποιον σαν εξομολογητή, σα συνομιλητή, σαν άγγελο Κυρίου; Ας πούμε, θυμάμαι κάποιες συζητήσεις στην κουζίνα, εκείνου του σπιτιού που έχει με τη στάμπα του σφραγίσει τη ζωή μου: μου μίλαγε εκείνη η μαγείρισσα, μου έλεγε τις ιστορίες της μητέρας μου, αυτές που είχανε συμβεί πριν από μένα. Πήγαινα μουτρωμένη, μερικές μέρες βροχής. Και ήθελα, να παραπονεθώ: για όλα τ’ άδικα που μου είχαν συμβεί, για το βατράχι μου που είχε αποδράσει, για τις ξυλιές που έφαγε όλη η τάξη με το χάρακα (μόνο και μόνο επειδή ήτανε ένα αγοράκι κάπως άταχτο, και έπρεπε όλοι μας να τιμωρηθούμε για να μάθουμε). Καμιά φορά (πολύ συχνά, όπως θυμάμαι), ήμουνα θάλασσα εντελώς αγριεμένη – με την κυρία Μητέρα μου, αυτή τη μάνα που ήτανε πάντα αδιάφορη, πάντα κάπου αλλού, κάπως αλλιώς, να νοιάζεται για κάτι άλλο που εμένα με απέκλειε. Και αν, σε γενικές γραμμές η αγαθή Μαγείρισσα μπορούσε και με συμπονούσε μες στις πίκρες μου (και θα μου έφερνε ένα άλλο βατράχι εν καιρώ, από τον κήπο – αλλά εγώ ως τότε είχα σιχαθεί πια τα βατράχια, επίσης και το κρύο τους το δέρμα), το θέμα ήταν και παρέμενε πως όποτε ήθελα κι εγώ πια να σκυλιάσω με τη μάνα μου, και να βρεθεί κάποιος να δει το δίκιο μου και να με αναπαύσει: τότε η Μαγείρισσα γινότανε μια ελεεινή, μια καταδότρα και επίσης μια προδότρα.[…]»
Κι έτσι λοιπόν, απ΄τις εκδόσεις Θράκα: Εικοσιοκτώ ημέρες εθελούσιου εγκλεισμού της κυρίας Μ. Γκ., εικοσιοκτώ επιστολές με αποδέκτη τους τη γράφουσα και τον θεράποντά της ιατρό κύριο Τ., η ανάπλαση μιας ψυχικής πραγματικότητας, η αποκάλυψη παλιών τραυμάτων και η ανάκτηση της ύπαρξης σε μια αναθεωρημένη βάση. Επί πλέον, μια αφορμή για το θεράποντα να μοιραστεί με συναδέλφους του μία ιδιότυπη μέθοδο θεραπείας, τελείως ιδιοσυγκρασιακής και αυτοσχεδιαστικής, μέσα από τις εβδομαδιαίες συναντήσεις θεραπόντων, στο ειδυλλιακό νοσοκομείο «Η Καλή Θέα»: εικοσιοκτώ και τέσσερα κείμενα για την υγεία της ψυχής (ως περιπέτεια).
[Θα ήθελα να συμμαζέψω τη συλλογή με τις εικόνες έργων τέχνης που είχαν συνοδεύσει τα κεφάλαια αυτής της ιστορίας, με τις λεζάντες τους όπως είχαν ταιριάξει: μια ιστορία ίσως οπτικοποιείται και είναι δέον κάθε ανάγνωση να ανασύρει και να εμπλουτίζεται από την εμπειρία του αναγνώστη, με αποτέλεσμα οι συνοδευτικές εικόνες να είναι ένα πράγμα περιττό. Όμως, δεν παύουνε να έχουνε υπάρξει μέρος της γενικότερης ονειροπόλησης και της διαδικασίας της συγγραφής, ένα άλμπουμ φιλίας μεταξύ καλλιτεχνών και ονειρευτών. Γι’ αυτό, εγώ θα ήθελα να δείτε τις εικόνες που εφάρμοζαν λες κι ήτανε ραμμένες με τα μέτρα του εκάστοτε κεφάλαιου (μόνο για το χαβά, για τη χαρά, για την ανάμνηση) – κι έτσι, θα ήθελα να συμπεριληφθούν σε μια ενότητα έστω και ηλεκτρονικά, επιφυλάσσομαι!]


Η Ολβία Παπαηλίου γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε Συμβουλευτική και Αναλυτική Εικαστική Ψυχοθεραπεία στα πανεπιστήμια του Σέφηλντ και του Ληντς, και ειδικεύθηκε στην έρευνα της Εικαστικής Ψυχοθεραπείας. Ζει και εργάζεται στο Γιόρκσηρ. Κείμενά της έχουν βραβευθεί από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση ποίησης και λογοτεχνίας από την αγγλική, και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Οδός Πανός» και «Το Δέντρο». Έχει εκδόσει μια ποιητική συλλογή (Μόνιμο Ύδωρ - Ζωντανό Νερό, εκδόσεις Οδός Πανός, 2013). Ο θεατροποιημένος της μονόλογος "Η Χάρριετ πήγαινε όποτε τη φώναζαν" παρουσιάστηκε σε θεατραναλόγιο στην Αθήνα. Γράφει και δημιουργεί δρώμενα και εικαστικές παρεμβάσεις σαν μέρος της διαρκούς της έρευνας μεταξύ δημιουργικότητας και θεραπευτικής διαδικασίας (σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο). Μέρος αυτής της έρευνας και των διαδραστικών της διαδικασιών παρουσιάζεται στο ιστολόγιό τηςhttps://olviapapailiou.wordpress.com/ (at the corner of Grace and Rapture way, αλχημεία και έκ-σταση). Την ενδιαφέρει η Αλχημεία και η Δυναμική Ονειροπόληση όπως βιώνεται μέσα από την εμπειρία της διαρκούς τεχνοδημιουργίας.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

“La Mariée mise à nu par … ”: μία παλιά άσκηση καίριας εξαφάνισης σε χρόνο εννιά ενάτων.

"Τις νύφες πάντοτε τις έγδυνε ο άνεμος, νομίζω: αλλιώς, ίσως γδύνονταν μόνες τους, για να γλυτώσουνε απ΄τις ταλαιπωρίες. Δεν ξέρω αν ακόμα το θυμόσαστε: πως είχα οργανώσει για τα μάτια σας μια νέου τύπου σαγηνευτικότητα, ένα παιχνίδι αποκαλύψεων παλιών μου μυστικών που θα με δένανε παντοτινά μαζί σας (ίσως ψεύδομαι). Τότε είχα αρχίσει μ' έναν τίτλο δανεισμένο από την τέχνη του υπερρεαλισμού, γιατί είσασταν μια υπερπραγματικότητα, κι ο τίτλος σας θα ήταν Κύριός μου. Κάποτε, μια κοπελίτσα φόρεσε ρούχα χακί (σα να ήταν στρατιώτης) και πήγε με βηματισμό μισοαποφασιστικό και μισαφηρημένο σε μια οδό Αφροδίτης, εκεί να αποποιηθεί την αρετή της που της έπεφτε - άλλοι είπαν στενή, άλλοι βαρειά - και ποιός να είχε δίκιο, ποιός το ξέρει. Εκείνο που θα ήταν (αν θυμάμαι) δεδομένο, ήταν ότι η κόρη έβγαλε τα ρούχα της, τα δίπλωσε προσεκτικά και ξάπλωσε σ' ένα διπλό κρεβάτι: από κει κι έπειτα, ήταν υπόθεση κυρίως αλλουνού, το μέρος το δικό της είχε λήξει. 
images22
Εικοστή πέμπτη του Μαρτίου: αγαλλιάζουνε τ' αγγελικά φτερά - και τα δικά μου μάτια θα σε έβλεπαν, έτσι που ήμουν κολλημένη σ' έναν τοίχο, πόζα του μήνα Μάρτη σε παλιό ημερολόγιο της Πιρέλλι. (Ήτανε βέβαια μια άλλη, εγώ δεν είχα ακόμα γεννηθεί - νομίζω πως γεννήθηκα την ώρα που με είδες).

Τί μας μαθαίνει αυτό για τα κορίτσια; Πως είναι, πιθανώς, σουρτούκες. Ότι δεν έχουν το θεό τους, κι η ευτυχία τους δωρίζεται λαθραία; Ότι έχουν στο αίμα τους μια τάση επανάστασης - που δε θα σταματήσει ούτε εν μέσω της νυφικής παστάδας, εν ανάγκη; Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το ποιόν τους (που έλεγε και ο Αριστοφάνης, πλάσματα άγρια): το μόνο που γνωρίζω, είναι ότι σε κάποιες πάει ωραία το κραγιόν, σε άλλες πάει ωραία τ' αρχηγιλίκι.DSCF7299 (2)
Ένας μήνας του μέλιτος - πόσος καιρός να είναι; Μου άρεσε κυρίως αυτό το γέλιο σου, που θα κορόϊδευε (χωρίς εσύ να το γνωρίζεις) τους θεούς. Κάποτε, (έτσι το είχα υπολογίσει) θα γινότανε σ' εννιά συνέχειες το στριπτίζ των μυστικών μας. Εννέα κείμενα ερωτοτροπίας εκείνων των στιγμών που θα μπορούσες ίσως και ν' αναγνωρίσεις: σαν πόκερ, με αντίτιμο ένα φύλλο καρδιάς για κάθε χάσιμο - και συ θα είχες πάντοτε καλύτερο χαρτί και δυνατότερο (αυτή ήταν η συμφωνία με τ' αστέρια). Ως έχει, αποδεικνύεται ανούσιο. Δύο ξεχωριστές πραγματικότητες, μπορούνε μόνο να συμπορευτούν με αμοιβαία ανοχή: ούτε οι πιο δεμένες αναμνήσεις δυο ανθρώπων δε θα ταυτίζονταν στο χρώμα και στην αίσθηση - το μάθαμε αυτό απ΄τις μητέρες μας ακόμα, ενδομητρίως. Ώστε, δεν έχει νόημα ένα τέτοιο εγχείρημα: ίσως θα πρέπει να κρατήσω τα ενδύματα των αναμνήσεών μου, και να σ' αφήσω να γυμνώσεις την καρδιά μου όπως θέλεις - αυτό έλεγε η Νύφη στο Θεό της. Για μένα γίνε Ταύρος, αν και στ' αλήθεια ή στα ψέμματα, δε σ' ήθελα. Όχι, Αγαπημένε: ποιά είναι αυτή που οικιοθελώς θα πάει να μπλέξει τα μαλλιά της με τα βάτα, ποιά έχει όρεξη τώρα να ερωτεύεται, όταν δε φτάνουνε τριάντα μέρες για να σε αποξεχάσει; Όχι μονάχα ένας μήνας δε θα έφτανε, δε φτάνει ούτε η ίδια η ζωή. Είσαι για μένα ένας, είσαι δύο, είσαι μια φαντασία και μια αλήθεια. Αν θέλεις διώξε με, και αν το θέλεις φύγε - θεός μου είσαι, τί να κάνω να το αλλάξω; Και σα θεό μου σε ξεχνώ, και σαν αγάπη μου σε βρίσκω. Και τα μεγάλα λόγια ήταν πάντα η γειτονίτσα μου: νοιώθω μεγάλα και καθόλου - κι ίσως γι΄αυτό μ΄έχεις διαλλέξει, υποψιάζομαι."

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

ΟΛΒΙΑ ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ "Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας"






«Κι έλεγε η κυρά εκείνη η λεγάμενη – κλαίγοντας μάλιστα στην αγκαλιά της Ελισσώς – ότι αυτό της είχε πει ο αρχοντάντρας της, Εσύ και που πεθαίνω, να μη νοιάσκεσαι – εγώ σε πήρα, και για πάντα θα σε ντύνω, εσύ με πήρες, και για μένα θα ξεντύνεσαι. Εγώ τα άκουγα αυτά και μου πιανούταν η ψυχή, κρίμα την έμμορφη τη μέση της, κρίμα τις γάμπες έλεγα, κρίμα μια τέτοια πάπια να πάγαινε αχάιδευτη. Αλλά, ότι ο άντρας της τη φρόντισε σωστά, αυτό να λέγειται: κάμποσα χρόνια αργότερα, της έφτιαχνα εγώ το λαχουράκι, κυκλοφορούσε η κυρούλα σα να μην είχε χάσει το κορμάκι της το μπούσουλα, κι ας ήτανε μικρή-μικρή, την πάγαιναν τα ρούχα σαν τη φρεγαδοπούλα κι η αγάπη του αντρός της την ταξίδευε».




Το Σάββατο 21/3/15 στις 8μ.μ. η τότα σακελλαρίου θα διαβάσει τον θεατρικό μονόλογο της Ολβίας Παπαηλίου, «Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας», στην Υδράνη.*

Παράλληλα, θα λειτουργεί έκθεση φορεμάτων κούκλας στην Ελευσι* δια χειρός Ολβίας Παπαηλίου.

Είσοδος: 5ευρώ
για κρατήσεις θέσεων τηλ: 6970199404


*καλλιτεχνικό σωματείο
«Ελευσις & Υδράνη»
Ευμολπιδών 9Α – Κεραμεικός

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Αγάντα Γιαλέσα: όταν το Μυθικό συναντάει το σφουγγαράδικο.


Έτυχε να γνωρίσω ένα τραγούδι, ένα σφουγγαράδικο τσιμάρισμα της Καλύμνου – και ξαναθυμήθηκα κάποιες σκέψεις που εδώ και καιρό αποτελούν για μένα σημείο αναφοράς. Το θέμα που ανακινήθηκε μέσω του τραγουδιού, ήταν σχετικό με τον ΙερόΓάμο της Αλχημείας (ο οποίος έχει αποτελέσει μεταφορά για τη θεραπευτική διαδικασία). Η ύπαρξη του ΙερούΓάμου, λαμβάνει χώρα μεταξύ θεραπευόμενου-θεραπευτή, και οδηγεί και τα δύο μέλη του σε αλλαγές. Επίσης, από τη στιγμή που έχει επιτευχθεί, θεωρείται ότι είναι πλέον μια διαδικασία που έχει τη δυνατότητα κάποιας αυτονομίας, δηλαδή εσωτερικοποιείται από τον θεραπευόμενο (ο θεραπευτής πρέπει να έχει αυτή την εμπειρία ήδη, μέσα από προηγούμενη, δική του θεραπεία). Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να έχει αναλογίες με το άνοιγμα ενός περιθωρίου εσωτερικής συνομιλίας, διεύρυνση συνειδητότητας, αφύπνιση του τρίτου ματιού. Είναι μια διαδικασία ένωσης, αλλά και η στιγμή της συνεχούς ροής μεταξύ δύο πόλων, που στην αρμονία της καταργεί την πόλωση, (αφού τα δύο μέρη βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση επικοινωνίας που φέρνει στο φως ένα νέο στοιχείο, μια καινούργια κατανόηση, το βασιλικό τέκνο). Θα ήθελα να παραθέσω τα λόγια του τραγουδιού που αποτέλεσε την αφετηρία για τις σημερινές σκέψεις:
E, γιάλεσα γιαλέσα, αγάντα γιαλέσα
γιαλέσα ε, γιαλέσα, αγάντα γιαλέσα
γιαλέσα βρε λεβέντες, σας κόψω γω βιολέντες
βρε όλων όπο ένα δύο
βρε της Μαρίκας δε της δίνω
γιαλέσα λεβεντόνια,
της Mπαρμπαριάς γλαρόνια.
Kόρη και νιός ’ρωτεύουνταν από το παραθύρι
ο νιός τση ζήτα το φιλί κι η κόρη δαχτυλίδι.
- Mήπως νομίζεις το φιλί πως καταγής κυλιέται;
Ασήμι ν-εζυγίζετο και μάλαμα πουλιέται.
Kι ο νιός από τη λύπη του στο σπίτι του πηγαίνει.
- Στρώσε μάνα την κλίνη μου κι ο γιούκας σου ποθαίνει.
- Tι μού ’χεις γιούκα μου και κλαις και βαριονεστενάζεις;
Γιατροί μπαίνουν, γιατροί βγαίνουν δε βρίσκουν την αιτία
κι ένα μικρό γιατρόπουλο από την Ελβετία
όσ’ έπιασε το χέρι του…

Το τραγούδι, φέρεται ως παραδοσιακό – με πρώτη εκτέλεση απο τον καπετάν Παντελή Γκίνη (1969). Κρατάει τις αναφορές στο φλερτ από απόσταση (κόρη και νιός ΄ρωτεύουνταν από το παραθύρι). Ο έρωτας, και η ερώτηση – να ορισθούν τα όρια της σχέσης. Στην αναλυτική ψυχολογία και στην αλχημεία, η θηλυκή αρχή αφορά στην ύλη (σώμα), ενώ η αρσενική αρχή αφορά στο πνεύμα. Πιστεύω ότι αυτό δε γίνεται με μια ρενταξιονιστική λογική, που καθιστά τη μία αρχή ανώτερη ή κατώτερη της άλλης. Για μένα, έχει μία αναλογία με την εμπειρία της κύησης και της γέννας – ένα γυναικείο σώμα έχει μια άμεση σχέση με το μυστήριο της προγεννητικής ύπαρξης, ενώ ένα ανδρικό σώμα γνωρίζει τον Άλλο σαν ξένο σώμα, δεν λαμβάνει μέρος στην προγεννητική εμπειρία του Άλλου ως εν-περιεχόμενο. Είναι ενδιαφέρον, λοιπόν, ότι ο νιος του τραγουδιού ζητάει το φιλί (επιθυμία σώματος) ενώ η κόρη ζητάει το δαχτυλίδι (επιθυμία πνεύματος). Ο κάθε πόλος, ζητάει αυτό που συμβολικά αντιπροσωπεύει ο άλλος. Θα μπορούσαμε να χαμογελάσουμε, και να διαβάσουμε το κείμενο σκαμπρόζικα (το φιλί, χωρίς το δαχτυλίδι – θα ήταν πιο εύκολο να ζητηθεί από αυτόν, παρά από αυτήν – τα ήθη και τα έθιμα απαιτούσαν ανταλλαγή παρθενίας με στέφανα). Όμως, εγώ θα ήθελα να προτείνω ένα άλλο διάβασμα – και μπορεί να είναι η δική μου πετριά να περιπλέκω τα πράγματα, αλλά κάντε μου την παραχώρηση να με παρακολουθήσετε σε αυτό (πόσες φορές δε σας έχω ζητήσει την υπομονή σας!). Η κοπέλα “αποπαίρνει” το νεαρό, θα μπορούσε μάλιστα κάποιος να πει, σκαιότατα: Μήπως νομίζει το φιλί πως καταγής κυλιέται; Ότι είναι είτε ευτελές, είτε ευτελισμένο; Είναι φανερό ότι για τη θηλυκή αρχή, την αρχή που από φύση μυστηρίου είναι χαώδης, με ασαφή όρια και με δυνατότητα για ωκεάνεια ένωση (μέσω οργασμικής εμπειρίας και εμπειρίας κύησης, ψυχικές περιοχές ήδη αταβιστικά γνώριμες ακόμα και για μια νεαρή παρθένα), το φιλί είναι κάτι που συμβολίζει (και, άρα, είναι ήδη) τον ΙερόΓάμο, κι αυτό πρέπει να είναι δυνατό να αναγνωριστεί και από το άλλο μέλος του μελλοντικού ζευγαριού. Καταλήγω σε αυτή την σκέψη, γιατί η αμέσως επόμενη αναφορά είναι στο ασήμι και στο χρυσάφι (που συμβολικά και αλχημικά αντιπροσωπεύουν πάλι  τη θηλυκή και αρσενική αρχή (ασήμι-σελήνη/Luna-θηλυκό, χρυσάφι-ήλιος/Sol-αρσενικό). Άρα, αυτό που προτείνεται από το νέο, είναι μια επιφανειακή σχέση, στην οποία, η κοπέλα αντιδρά ζητώντας μια σχέση ΙερούΓάμου – μπορεί βέβαια ο νέος να μην ήξερε ότι ενδεχομένως και αυτός το ίδιο επιθυμούσε, ή όχι (και δεν αποσαφηνίζεται το τί τον έκανε να πέσει του θανάτου – το ότι δεν πήρε το φιλί, το ότι δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει την επιθυμία του για ένωση ουσίας, ή  το ότι δεν ήξερε για τη δυνατότητα μιας τέτοιας ένωσης, που πιθανώς τον κάνει να νοιώθει να μη νοιώθει στο ύψος της περίστασης;). Ένα άλλο στοιχείο που με έκανε να νοιώσω διασκεδασμένη έκπληξη, είναι η αναφορά ενός μικρού γιατρόπουλου από την Ελβετία (γιατί Ελβετία; γιατί όχι Γερμανία ή Ιταλία; – που θα είχαν μετρική αναλογία τεσσάρων συλλαβών;). Και με έκανε βεβαίως να χαμογελάσω, μιας και ο Κάρολος Γουσταύος Γ. ήτανε Ελβετός! Το τραγούδι τελειώνει απότομα, δεν αποσαφηνίζεται αν το γιατρόπουλο είχε τη δύναμη να γιατρέψει το λεβεντόνι, της Μπαρμπαριάς γλαρόνι – ποιός μπορεί ποτέ να ξέρει; Αλλά, το τραγούδι έγινε για μένα αφορμή ονειροπόλησης: αν ο ΙερόςΓάμος είναι γεγονός και εξωτερικό (που δε μπορεί βεβαίως να μην είναι), και αν αφορά και το μυστήριο της επαφής, ένα συμβόλαιο μεταξύ δύο ανθρώπων που δεν είναι μόνο στον τομέα της ψυχικής “θεραπείας”, αλλά και στην καθημερινότητα της συνδιαλλαγής με έναν άλλον άνθρωπο, τότε αυτό είναι μια διαδικασία που μπορεί να συνδέει το σχετίζεσθαι με το Μεγάλο Έργο – την διαρκή επιθυμία να προσπαθεί κανείς για την εξανθρώπισή του μέσα από τη βοηθητική ματιά του Άλλου. Σε χρειάζομαι, για να μαθαίνω να με βλέπεις. Σε χρειάζομαι, για να εμπιστεύομαι την οπτική σου όταν βλέπεις τις περιοχές μου που είναι σκοτεινές ή δυσδιάκριτες στα μάτια μου. Χρειάζομαι για την εξέλιξή μου, να μπορώ να σε βλέπω, και να σου μιλάω, και να μαθαίνω να σιωπώ. Ο γάμος, πολύ συχνά γίνεται άλλοθι κακοποίησης – ο ΙερόςΓάμος δεν είναι απλά ένα δικαίωμα, είναι μια υπόσχεση και μια ευθύνη. Κι όχι μονάχα απέναντι στον άλλον, και στον εαυτό – αλλά επίσης και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, είναι μια δυνατότητα εξέλιξης του είδους, έτσι ώστε κάποτε να μπορεί ο κάθε άνθρωπος να διαννοείται σχέσεις και επαφές που θα προσφέρουν ενσυνείδητα δυνατότητες αμοιβαίας εξέλιξης.






Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

«Αρχαίος Ονειροκρίτης» Ολβία Παπαηλίου

Όλβια Παπαηλίου

Από την ανέκδοτη συλλογή «Αρχαίος Ονειροκρίτης»
(6 ποιήματα)


"Βρεθήκαμε ξανά έξω απ' την πύλη..."

Βρεθήκαμε ξανά έξω απ' την πύλη
κήπου βασιλικού,
σ΄ όνειρο να μοιράσουμε τα ρέστα μιας αγάπης.
Κι είπε: " Εγώ δεν ξέρω ν' αγαπώ, κι εσύ δεν το ΄δες",
και πάλι μου εφάνη αξιαγάπητος.

Μα επιχειρώντας έτσι να μιλήσω,
να εξηγήσω πως η αγάπη έχει όψεις πολλές και όλες δίκοπες,
τον τρόμαξα ξανά, πάλι και πάλι,
και ξανακρύφτηκε μέσα στις φυλλωσιές.

Στον κήπο αυτό, ποτέ μαζί δεν μπήκαμε:
Κι ο μεγαλύτερος ο έρωτας ακόμη,
πρέπει εφτά φορές να κατεβεί εφτά σκαλιά,
άξια για να μπορέσει να σταθεί στο ύψος της Αγάπης.


Κοσμογονία

Ένας Ερμής σμιλεμένος σε πηλό ακόμα νωπό-
με υγρό λαιμό, ζωντανούς βοστρύχους,
ευέλικτους στα δάχτυλα.

Μια προτομή Θεού που καθαιρέθηκε,
ξεχασμένης λατρείας, χαμένης υπόληψης.
Στο όνειρό μου ενσαρκωμένο πνεύμα αγίας τριάδας.

Ο υιός και ο πατήρ απο καιρό πεθαμένοι
εμφανίζονται, διαφορετικές ηλικίες του ίδιου προσώπου:
μόνοι σ' ένα δωμάτιο όπου δεν αναμένεται να μπω,
όψεις αγαπημένου αδελφού.

Οι κοσμογονίες,
οι εξαίσιες συναντήσεις,
είναι υποθέσεις νυχτερινές.


Η Φιλημένη

Ένα φιλί είναι μια σύζευξη διαρκείας:
στους μέσα μας τους τόπους των ονείρων
η εννοιολογική βαρύτητα της προδοσίας
και αναιρείται, κι επαυξάνεται συγχρονικά.

Όμορφες είναι οι έμμορφες,
οι ποικιλότροπες (αν και αχνές,
όπως οφείλουν να' ναι),  οι πιθανότητες
μιας, του Ερμή, λαμπρής επανενσάρκωσης...

Απ΄τον αφρό της νύχτας γεννημένες,
ερμητικές σειρήνες, οπτασίες -
συγκινησιακά με θέτουνε σε κίνηση,
συνειδησιακά μπορούνε να με συγκλονίζουν.


Βορειοδυτικός άνεμος

Προς τόπο φαντασιακού ανήκειν
φυσά ο Μαΐστρος -
εκεί εσένα πάντα ξαναβρίσκω,
αχνή εικονογραφία ξεχασμένων απολαύσεων:
Μυστικός είσαι ο κήπος μου,
ευωδιαστός εσύ ο ανθός μου,
κρίνο λευκότατο και της καρδιάς μου γιασεμί.

Δίφυλλη είμασταν μια θύρα
που η ζωή διαπλάτησε:
μισοχτυπά στους δεκατέσσερις ανέμους,
ενοχλεί γείτονες σε ώρες βραδυνές.


Clandestine

Στα όνειρά μου,
στρίβω σε ενδιαφέρουσες γωνίες,
σε δρόμους μυθικούς.
Σε ημιπροδοσίες και μισόλογα και υπαινιγμούς,
σε ξέστρωτα κρεβάτια και επινοημένες συναντήσεις.
Στα όνειρά μου,
είμαι πάντοτε γυναίκα: γνωρίζω μεγαλείο και υποτίμηση.


Έκκεντρος


Ανάκτηση αυτού που δεν υπήρξε,
τέτοια είναι η ποίηση του ονείρου:
Από την πίσω πόρτα κι ως το δρόμο - εκεί τα βήματά μου
χοροπηδηχτά, χαρούμενο ροβόλημα σ' άδειες αυλές,
μπαλκόνια με γλυτσίνες, τσαμπιά μεγάλης ευχαρίστησης.

Τέλος του δρόμου: μυρωδιές από χαρτί παλιών βιβλίων.
Και στα σεντόνια ανάμεσα, τα γυαλισμένα φρούτα
που αστράφτουν σαν υπόσχεση για ζεστασιά,
και για τροφή και για αγάπη. Οχτάχρονα τα πόδια μου γυρνάνε,
διαπραγματεύονται τις αποστάσεις ανάμεσα στο Σπίτι και τον Κόσμο.

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Σκέψεις πάνω στην ποίηση της Πόλυς Χατζημανωλάκη

Οι πιθανότητες των άλλων μας ζωών – σκέψεις πάνω στην ποίηση της Πόλυς Χατζημανωλάκη όπως αυτή παρουσιάζεται στη συλλογή «Το αλφαβητάρι των πουλιών».


γράφει η Ολβία Παπαηλίου*

 

Γνώρισα την Πόλυ Χατζημανωλάκη αρχικά σα φωνή μυθιστορηματική, μέσα από τα βιβλία της «Οι μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάιρ» και «Τα αινίγματα του Ν’ γκόρο». Σαν κάθε μυθιστοριογράφος, πίστευε στη συνέχεια της υπόθεσης, έφτιαχνε χαρακτήρες που το παρελθόν τούς οδηγούσε εύλογα στο παρόν τους, το οποίο και αυτό με τη σειρά του δεν τους άφηνε ακάλυπτους. Έγραφε (μου φαινόταν) βαδίζοντας βάση σχεδίου δημιουργίας. Κι ωστόσο, από τότε ακόμα, είχε στον τρόπο της γραφής της τα ψήγματα ενός λόγου ποιητικού: σαν τον τεχνίτη που μαζεύει τα κομμάτια τα ετερόκλητα των παλιών υφασμάτων, και τα ταιριάζει σε περίτεχνα περιβόλια πάνω σε πάτσγουωρκ παπλώματα. Όποιος έχει διαβάσει τα μυθιστορήματά της, βλέπει τις διαφορετικές ενότητες και νοιώθει τις φωνές (όπως ακούγονται μέσα απ’ τους ήρωές της) σαν ενορχήστρωση που εξυπηρετεί το λογοτέχνημα.

Θέλω με αυτή μου την εισαγωγή να βεβαιώσω, ότι αυτό που ίσως έμοιαζε με άλμα από έναν τρόπο γραφής σε έναν άλλο, για μένα είχε την ποιότητα μιας αλλαγής ρυθμού στη μετουσίωση της εμπειρίας, μιας φυσικής συνέχειας: εκείνος που ποιητικά μπορεί να ζήσει, μπορεί να εκφραστεί ποιητικά. Προέρχομαι από ένα χώρο που αντιμετωπίζει φιλοσοφικά κάθε τεχνούργημα σαν βιωμενη εμπειρία. Ως εκ τούτου,το ποίημα ΕΙΝΑΙ σε τελείωση, όπως άλλωστε και οι άγγελοι (που σε αυτούς θα επανέλθω μιας και είναι από τα βασικά σημαίνοντα στην ποίηση της κυρίας Χατζημανωλάκη). Το ποίημα πρεσβεύει μιαν αλήθεια την οποία ο ποιητής δε δύναται να να χειραγωγήσει, κι ο ποιητής είναι ο υπηρέτης, η μαία, αυτός που δέχεται το μήνυμα του ευαγγελισμού. Τα ποιήματα της Πόλυς είναι εκπλήξεις, κι αυτό κυρίως συνίσταται στο ότι ως ποιήτρια, τους αφήνεται εθελουσίως για να την ταξιδέψουνε στη γλώσσα της ανά-μνησης (που σημαίνει μιας άλλης μνήμης), που σκοπό της έχει να διευρύνει το άνοιγμα του ποιητή στην έμπνευσή του. Αυτό το έργο της προσωπικής ανα-δημιουργίας και ανα-ψυχής, επιτελείται κατ΄αρχήν ερήμην του συνειδητού ελέγχου κι αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία το αν έχει ο ποιητής εμπιστοσύνη στη σοφία του ασυνείδητου. Πιστεύω πως η ποίηση της (όπως εγώ την ένοιωσα)  έχει τη δύναμη να εκπλήξει, κι αυτό είναι που δίνει περιθώρια αναδιοργάνωσης ΚΑΙ στην ψυχή του αναγνώστη της.

Θέλω να σας παρουσιάσω τη συλλογή της Πόλυς με το μόνο τρόπο που θα έκανε νόημα σε μένα, σα μία έρευνα προσωπική – να μοιραστώ μαζί σας σκέψεις και αλλαγές που νοιώθω ότι ο λόγος της μου έδωσε το περιθώριο να μου συμβούν. Αρχίζοντας ήδη από τον τίτλο, το «Αλφαβητάρι των πουλιών» σημειοδοτεί μίαν ανάγκη της δημιουργού να ξεπεράσει τους περιορισμούς της γλώσσας της ανθρώπινης (της Λογικής) και να αρχίσει να αρθρώνει τα λόγια της Ποιήσεως τα πιο τραγουδιστά, τα κελαηδίσματα. Μια γνωριμία με το χρόνο που δεν είναι γραμμικός, που πάει όπως ξεδιπλώνεται κι όπως στριφογυρίζει, που πετάει φτερωτός σαν τα πουλιά και τους αγγέλους. Μια αλλαγή συχνότητας στη σκέψη και στην αντιληπτικότητα που επέρχεται μόνο μετά από την εσωτερική μεταστροφή, ένα δείγμα πτήσεων, μια αλλαγή στην ίδια της τη βάση την οντολογική. Στο αρχικό ποίημα της συλλογής, «Τα τρία κουτιά», ήδη δηλώνεται η αποχώρηση από το μυθιστορηματικό και η ελπίδα μίας άλλης, διαφορετικής εκφοράς του λόγου. Ταυτόχρονα, νοιώθει κανείς το σκίρτημα ενός λόγου υπαρξιακού: κάθε πιθανότητα αλλαγής στο σενάριο, θα οδηγεί πάντοτε στο ίδιο αποτέλεσμα. Ένας βαθιά ανθρώπινος καημός, μία διαδικασία αναγνώρισης της βασικής μας μοίρας: είμαστε όντα περιορισμένα από μία σειρά επιλογών, που αποκλείουν κάποιες άλλες πιθανότητες. Η ποιήτρια καταλήγει πως δε χρειάζεται κι άλλο ένα τέτοιο έργο ο κόσμος, και στη σιωπή πάλι υποχωρεί – δηλαδή, τη σιωπή της μυθιστορηματικής αφήγησης. Αφήνεται, με αυτό το αρχικό της συλλογής της έργο, να πετάξει  - κι αρχίζει πια να συλλαβίζει τις γλώσσες των πουλιών.

Τα ποιήματά της είναι συλλογές εικόνων, κοφτές σαν τις ματιές μικρών πουλιών, κι ωστόσο με το μάκρος μελωδίας: σε παρασέρνουν σαν τα στροβιλίσματα από χαρμόσυνα ρυάκια – κι ύστερα ανακαλύπτεις ένα χρώμα που απρόσμενα σου δίνει μία γεύση συγκρατημένου συναισθήματος. Στα μέτρα τα ανθρώπινα, αδιόρατο – στα μέτρα των ιπτάμενων υπάρξων (πουλιών μαζί κι αγγέλων) που ίσως νοιώθουνε αλλιώς, ποιοτικά – έχουν τα λόγια της μια δύναμη να με πηγαίνουν πίσω, σε μέρη εσωτερικά ανομολόγητης αισθαντικότητας: μιλάνε στο παρόν και σ’ ένα μέλλον που δεν είχε υπάρξει, σε ένα μέλλον κάποιου άλλου, που ίσως υπάρξει. Συγχέουνε τη λογική μου, συγκροτούνε μια συνάντηση – ο πεθαμένος πλέον ποιητής κάποιου άλλου αιώνα, μια εθνική συνείδηση – το μέλλον κάποιου νεαρού που 
κάποτε θα γίνει φοιτητής, η ανάμνηση: πού σταματάει το Εγώ και πού άραγε γίνεται Εσύ; (αναφορά στο ποίημα «Αρσενίου και Μακρή, στα μουράγια»).

Η Πόλυ, γνωρίζει αυτό που τα παιδιά πάντα γνωρίζουν – τα όρια του Εαυτού είναι μια επινόηση: Η Ραπουνζέλ είναι ο αδελφός της είναι ο λύκος είναι η Κοκκινοσκουφίτσα. Αυτό, ισχύει επίσης και για τις πραγματικότητες – υπάρχουν οι καθημερινές εξωτερικές αλήθειες: ο δρόμος, η βόλτα, ο ευκάλυπτος. Ένας στρατιώτης μολυβένιος καλεί το θέατρο, το σινεμά – ένας ήρωας βάναυσος συντροφεύει με τις μελωδίες της Τσινετσιτά την ποιήτρια, μαζί θα πιούνε τους καφέδες έξω από κάποιον (ίσως) στρατώνα – εσύ που βρίσκεσαι; Με τέτοιες πανουργίες και δίχτυα βρίσκεται ο αναγνώστης να μετέχει σαν τον αυτόπτη μάρτυρα σε κάτι που δεν είδε: η τέχνη της Πόλυς στήνει παγίδες στα ανύποπτα πουλάκια – είχατε κλάψει στις ταινίες του Φελίνι; (αναφορά στο ποίημα «Η μελωδία της Τζελσομίνας»).


Τα φτερά, οι άγγελοι κι ο έρωτας – ίσως να είναι λέξεις βαθύτατα συνώνυμες: Ο άγγελος επιθυμεί την εξανθρώπισή του, τα ροζ φλαμίγκο σηματοδοτούν όνειρα των ρομαντικών και των πραγματικών ερώτων. Οι έρωτες των άλλων: Κάποια Δανή βαρώνη γίνεται Σεχραζάντ Πριγκίπισσα για την αγάπη ενός Τυχοδιώκτη – Λόρδος περιορισμένης ηθικής θα ερωτευτεί μια Κόρη Αθηνών  (κι αυτή του κλέβει ένα φτερό απ΄το σεντούκι του). Στο ποίημα της «Φτερό από φοινικόπτερο» είναι σα να μαθαίνω ότι δεν είναι μόνο ο θάνατος που βρίσκεται παντού, αλλά κι ο έρωτας. Ο έρωτας, πάντα γενιάς ευγενικής, η επιθυμία του κάνει και τους αγγέλους να λαχταράνε τον ένα, τελευταίο, πειρασμό πίνοντας βότκα.

Μπορεί η ποιήτρια να ισχυρίζεται πως είναι ο Κανένας – τα ποιήματά της λένε κάποιες άλλες ιστορίες: αλλάζει τα φορέματα κάποιας προσωπικότητας με τα εργαλεία κάποιας άλλης, παίζει κρυφτό, είναι ο Κάποιος που παρατηρεί την Κάποια (που ήταν όμως υπαρκτή). Γυναίκες με μονάχα αρχικά αντί για ονοματεπώνυμα. Αγαπημένοι άλλοι ποιητές, συνομιλίες: με την παλιά ουσία την υπαρξιακή της θεατρικής γραφής του 15ου αιώνα, η Πόλυ καταφέρνει να βρίσκει εντός της φωνές που θα της επιτρέψουν να γίνεται Καθένας: σα να προτείνει το χέρι της στον αναγνώστη σε μία συναδέλφωση, μια αναγνώριση αθέατων πλευρών και ομοιοτήτων. Συνομιλεί – με τις γυναίκες και τους άντρες της ζωής της, και με τα τεχνουργήματα ανδρών και γυναικών αναγνωρίζεται. Γνωρίζει πια, στο τελευταίο το κομμάτι της παρούσας συλλογής ότι η τέχνη είναι μια πόλη, μια φωλιά ενθυμημάτων – κι έτσι νικάει το θάνατο που βρίσκεται ως και στην ειδυλλιακή περιοχή της Αρκαδίας. Το κοτσυφάκι της, το μαυροπούλι – βρίσκει τις πράσινες γωνιές που του χρειάζονται για να αρθρώνει το δικό του το τραγούδι. Κι ο έρωτας καραδοκεί τις πιο αθώες τις καρδιές – των φτερωτών ποιημάτων, των αγγέλων – και του αναγνώστη της.

 

 *Η Ολβία Παπαηλίου είναι εικαστική ψυχοθεραπεύτρια



Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Οι αλληλογραφίες του Γαβριήλ: αινίγματα από τον ξεχασμένο ολλανδό ζωγράφο κύριο Μετσού

της Ολβίας Παπαηλίου
Πάλι, από τη χάρη μίας τυχαιότητας, βρέθηκα να συνομιλώ με το χρωστήρα του Χάμπριελ Μετσού – εκείνου του Ολλανδού μάστορα που ζωγραφίζοντας χαλιά ανατολίτικα και ιστορίες δίχως την κατάληξή τους, καλεί (μέχρι και σήμερα δωδεκάμιση ώρα μεσημέρι ενός Σαββάτου) τον θεατή του σε συζήτηση. Συντύχεψα να δω δύο του έργα που κάποτε τα είχα αγοράσει σε ένα παζάρι ελαφρώς της συμφοράς (σε ανατύπωση, μετά χρόνια τα ξαναπούλησα σε κάποιο άλλο παζάρι – δεν ήθελα, αλλά το σπίτι μου δε χωρούσε πια κι άλλα οπτικά ερεθίσματα – λέγανε όλοι ότι τα δωμάτια κλείνανε για να μας καταπιούν, πράγμα που εγώ ποτέ μου ακριβώς δεν το κατάλαβα – για μένα, κάθε αντικείμενο άνοιγε χίλιες πόρτες, άλλα τόσα παράθυρα – ένοιωθα ότι ζούσα σχεδόν στα ξέφωτα, με έπαιρνε ο αέρας). Και για να εξηγήσω πώς το εννοώ, ας δούμε τις εν λόγω αλληλογραφίες – και ας κατρακυλήσουμε στις ιστορίες που πιθανώς αποκαλύπτουν – ή τουλάχιστον, εκείνες που θα μπορούσαμε να δούμε, εάν θέλαμε – παρ΄ότι ο κύριος Μετσού δεν τελειώνει την αφήγηση, φαίνεται ότι του αρέσουνε οι ίντριγκες, οι υποθέσεις και οι ελιγμοί, έτσι μας προσκαλεί σε ένα κυνήγι λευκών ελεφάντων, σε ένα πουν΄το-πουν΄το το δαχτυλίδι – και ψάξε-ψάξε, δε θα το βρεις. Μα ακριβώς γι΄αυτό, είναι που αξίζει το παιχνίδι: βλέπει κανείς ό,τι μπορεί, και έτσι βρίσκεται μπλεγμένος στις πιο προσωπικές ομολογίες. Ο θεατής φτιάχνει την ιστορία κυρίως κατά βούληση, κι αυτό παρέχει ώρες αναψυχής και συζητήσεων στην Ολλανδία του δέκατου έβδομου αιώνα – διασκέδαση και ευκαιρία επίδειξης του πνεύματος, είτε της ικανότητας για μια μυθοπλασία. Παίζετε; Παίζουμε.
Ως σύνοψη: Άνδρας συγγράφει γράμμα – Γυναίκα διαβάζει γράμμα. Και οι δύο πίνακες βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ιρλανδίας (Δουβλίνο), συνήθως εκτείθενται δίπλα-δίπλα, ως πιτσουνάκια που ενδέχεται να είναι. Παρά το ότι η ακριβής ημερομηνία κατασκευής δεν είναι γνωστή (άλλοτε  εμφανίζεται ως 1664, άλλοτε ως 1665), γίνεται όμως από όλες τις πηγές σαφές ότι ο συγγράφων το γράμμα προϋπήρξε, και η αναγιγνώσκουσα το γράμμα ακολούθησε. Ως ήτο φυσικό – το γράμμα πρώτα γράφεται, βουλώνεται – κι ύστερα το διαβάζουν. Επίσης, ως εν ουρανώ και επί της γης – Αδάμ, κρατήσετε την πόρτα ανοιχτή όπως διαβεί η Εύα, επακόλουθη. Οι δύο πίνακες, ισχυρίζομαι τώρα εγώ, είναι σαφώς και δομικώς ζευγάρι. Μπορεί αυτό να λέει πολλά για την αντίληψη που έχω για τον κόσμο, ότι ίσως είμαστε σε ολότητα ένα ανέκδοτο διπολικότητας και δυϊσμού. Παρ΄όλα ταύτα – είμαι μέχρι και πορωμένη κουμαρτζού επί του θέματος, διατεθειμένη να παίξω και να αποδείξω τον ισχυρισμό μου – κι αν θέλετε να συμφωνείτε, συμφωνείτε. Κι αν όχι, διαφωνείστε, και τις καρδιές μας δε θα πρέπει να χαλάσωμε, είμαστε άλλωστε δυο γάϊδαροι που μάλωναν στον ξένο αχυρώνα του Μετσού, που από το Επέκεινα γελάει διασκεδασμένος. Επί του φλέγοντος ζητήματός μας, ας εισέλθωμε στο ναρκοπέδιο προσεκτικά, γατοπατώντας.
Image
Ο νέος άνδρας με τα μπουκλωτά του μαύρα ενδύματα της πολυτέλειας, το λευκότερο λευκό του ποκαμίσου του με τα αφρισμένα κύματα μανίκια, ένα καπέλο με μαύρο φτερό, το δίχως άλλο… ένας ιππότης μιας σκακιέρας της αποπλάνησης και της επιθυμίας, ενδεχομένως (ξέρω βεβαίως, πως οι σχηματισμοί από τα μάρμαρα στο δάπεδο – δεν έχουνε ακρίβεια αναλογίας με τη σκακιέρα, αλλά εκεί με παραπέμπουν – και γιατί όχι;). Το δάπεδο, αίσθηση κρύα στο δέρμα μου – όχι πολύ το κρύο στο δωμάτιό του, γράφει ερωτικήν επιστολή με το παράθυρο ανοιχτό. Αυτό τί να σημαίνει, ίσως ότι προνόμιο του φύλου του είναι οι ανοιχτές οι θάλασσες, τα ανοιχτά παράθυρα κι η ύπαρξη η εξωτερική, αυτή που ανθίζει με το πρόσωπο στον κόσμο. Υπάρχει μία έξοχη χλιδή που επιτρέπει στο νεαρό γραφιά να έχει απλώσει επάνω στο τραπέζι του ένα ανατολίτικο χαλί – κόσμος του εμπορίου, οι αποικίες ενδεχομένως, τα χρήματα που ξέρει να ξοδεύει για να μπορεί να νοιώθει αισθησιακά την άνεση, το πέλος του χαλιού μια τρυφερότητα, το χρώμα του μια ανοιχτή καρδιά. Εκεί επάνω ακουμπώντας, πόσο ίσως να αγαπάει με το γράμμα του! Το ανοιχτό παράθυρο του δίνει έναν αέρα εμπιστοσύνης στη ζωή, στις μυρωδιές που φέρνει ο αέρας. Πίσω από το τζάμι, μια υδρόγειος σφαίρα – ο νεαρός μας θα μπορούσε να τη στριφογυρίσει, και βάζοντας μία μικρή βελόνα, να ορίσει μία νέα κατοικία για τον άνδρα που ο ίδιος είναι, ακόμα νεαρός και δίχως τη γενειοφόρα ανδροπρέπεια που ακόμα κατοικεί μες στις μελλοντικές του πιθανότητες. Όλη αυτή η ελευθερία του αναλογεί ως αναφαίρετο δικαίωμα και αποτέλεσμα του τρόπου που σχηματίστηκε πριν απ΄τη γέννησή του, μια αλχημία της ερωτικής της πράξης των γονιών του. Στο κάδρο πίσω του, και σκαλισμένος στην κορνίζα ένας βασιλικός και χρυσωμένος αητός – ίσως σαν έμβλημα της επί της γης, του νεαρού μας, βασιλείας. Και μέσα στην επί του τοίχου ζωγραφιά, ζώα ίσως από αυτά που θα μπορούσε να κυνηγήσει, ίσως σκυλιά που τον βοηθάνε στο κυνήγι – ο κόσμος του ο ανδρικός, δικαιωματικά που του ανήκει. Γράφει – ίσως της λέει πόσο τη θέλει, ίσως της σχεδιάζει τα φιλιά με τα οποία θα τη χαρτογραφούσε, ίσως της στέλνει το τελευταίο γράμμα προτού σαλπάρει – ίσως μονάχα να της δείχνει τον κόσμο μέσα από τη δική του οπτική, του ανοιχτού παράθυρου – βρίσκεται άλλωστε ακριβώς μέσα εις τη γραμμή την οπτική του. Ως πρώτιστα ζωγραφισμένος, ο νεαρός με τις μοδάτες καλτσοδέτες και τα χαριτωμένα, σθεναρά του γόνατα που είναι ικανά να τον κάνουνε να δρασκελίσει μια οικουμένη – θα είναι αριστερότερα στον τοίχο της ανάγνωσής μας, καθ΄ότι με μια τέτοια φορά αναγιγνώσκουμε, επίσης έτσι γράφουμε – η σύμβασή μας και η κουλτουρική κληρονομιά έτσι επιτάσσουν. Και στη δεξιά, μετέπειτα τη θέση – ελάτε να καρφώσουμε προς γνώση, και συμμόρφωση – την παραλήπτρια του γράμματος. Δομικά συγγενής εικόνα, με βασικές ομοιότητες – που όμως υποτροπιάζουν, αλλάζουνε μορφή σαν σύννεφα του απογεύματος.
Image
Να ήταν άραγε γλυκός ο ήλιος του απογεύματος, ίσως μεσημβρινός – όταν κατέφθασε η παρακόρη με το φάκελο, άρα να έπρεπε να της παραδοθεί της καθιστής κοπέλας κάπως προσεκτικά, ίσως κρυφά; Καθότανε και κένταγε, έραβε τα προικιά της; Είναι ίσως – το νυχτικό της πρώτης νύχτας της της γαμήλιας, αυτό που ετοιμάζει; Καθισμένη δίπλα απ΄το κλειστό παράθυρο – τα τζάμια σφαλιστά, και ένα κουρτινάκι στο χρώμα το γαλάζιο κάθε θάλασσας, κάπως τραβήχτηκε, για να μπορέσει η αρσενική ενέργεια του ήλιου, αλχημική – να της φωτίσει το δωμάτιο, το γράμμα, και τις λέξεις – και πριν από το γράμμα, το εργόχειρό της. Το έχει ακουμπισμένο πάνω στους μηρούς της, πάνω σ΄ένα μαξιλαράκι για περισσή βολή. Είναι από καλή γενιά, μπορώ να υποθέσω. Τα ρούχα της, γαρνιρισμένα στο φινίρισμα  με γούνα της ερμίνας – αυτή που τη φορούσανε αρχοντοβασιλιάδες, μαλακό ζώο πολυτελείας. Φτιάχνει ενδεχομένως το τρουσσώ της, έχει ακόμα να γεμίσει με εργόχειρα και αλλαξιές το μπαουλάκι της προτού να την παντρέψουν. Ίσως ο νέος να είναι αρρεβωνιαστικός της, ίσως όχι ακόμα – όμως πιστεύω ότι θα την είχανε λογοδοσμένη από μικρή, η οικονομική επιφάνεια και των δύο μιλάει για προγραμματισμένη ένωση, ευλογημένη από σόγια και κατά τα πρεπά. Η δαχτυλήθρα της, έχει κατρακυλήσει στ΄αριστερά του πίνακα, όπου να είναι βγαίνει από το κάδρο – θα έχει ίσως βαριεστήσει η κοπέλα με χρόνια τόσα να τρυπώνει, καρικώνει, ράβει, κεντάει – τα γυναικεία της ταξίδια γίνονται μες απ΄ τις βελονιές:πίσω της, ο καθρέφτης της, μικρούλης – να παραπέμπει στη ζωή που καθρεφτίζεται, αυτή που δε γνωρίζουμε παρά μέσα από αντικαθρεφτισμό, έμμεσα μόνο (όχι γι΄αυτήν τα ανοιχτά παράθυρα – άλλη κυρά απ΄το Σαλότ ίσως να βρήκαμε, υπήρχανε σ΄όλα της γης τα πλάτη – η άμεση επαφή με τη ζωή την εξωτερική για την υγεία των κυράδων αντενδείκνυται). Η υπηρέτρια του σπιτιού, σηκώνει ένα κάλυμμα, πίσω του πίνακας με πλοία που σαλπάρουνε, που μεσοπελαγούνε ή γυρνάνε. Οι δυο γυναίκες στη φουρτούνα δε θα τύχουνε. Έχουνε εγκατασταθεί σε μέρος ασφαλές – ως και το δάπεδο έχει χρώμα περίπου ομοιόμορφο, όχι σκακιστικοί σχεδιασμοί και περιπέτειες. Η πιθανή μέλλουσα νύφη βρίσκεται σε σαφή περιορισμό: επί ξύλινου έδρανου, και ακριβώς εντέλει γωνιασμένη – είναι να απορεί κανείς πώς χώρεσε κι αυτή και το καλάθι της, κι η φουσκωτή της φούστα και η καρέκλα που επάνω της θα κάθεται μέχρι και τη Δευτέρα Παρουσία, πώς να χωρέσαν όλα επί έδρανου; Μόνο το πασουμάκι της δραπέτευσε, έπεσε ίσως θελημένα από το πόδι της που είναι ασφαλώς καλτσοφορούμενο. Επάνω στο πλακόστρωτο, ορφανό, ίσως ο μόνος τρόπος για ένα φτού ξελευτερία: μια αναφορά στη σεξουαλικότητα που ίσως να μπορεί να της χαρίσει ένα ταξίδι, μιαν ελευθερία. Στο κάδρο των δυο γυναικών αντιλαμβάνομαι την έλλειψη ελευθερίας που τους αναλογεί και μπουρδουκλώνει και τις δυο τους – αυτή η έλλειψη δεν είναι αποτέλεσμα άμεσα πολιτικοοικονομικό, είναι αποτέλεσμα περιορισμού του φύλου. Αναρωτιέμαι ακόμα και για το σκυλί της οικογένειας – αν ήταν θηλυκό! Φαίνεται πως κι αυτό ακόμα με τη στάση του – σα λες να παρηχεί μια προσδοκία – της ανοιχτής της πόρτας; – όπως και η υπηρέτρια, που ονειροπολεί ανασηκώνοντας το πράσινο ριντώ (χρώμα παραδοσιακό ζωής σημαίνον). Οι ανοιχτοί ορίζοντες – σε άλλες έρχονται μέσα από την ενασχόληση με τις οικιακές δουλειές, σε άλλες μέσα από το διάβασμα κάποιας ερωτικής επιστολής, μέσα απ΄τη χειροτεχνία ή το γάμο… Είναι για μένα ενδιαφέρον, ότι ακόμα κι έτσι – το διάβασμα επιστολής μπορεί να θεωρηθεί ως μια παθητική διαδικασία, ενώ αντίστοιχα η συγγραφή επιστολής προϋποθέτει κάποιου είδους δράση, μια ενεργητικότητα που παραμένει σημειολογικά χαρισμένη στον νεαρό άνδρα. Εκείνος έχει τα λόγια, τα οποία απευθύνονται σε εκείνη – που πρέπει να τα δεχτεί, και μέσα από αυτά να αφυπνήσει την ελευθερία και την ονειροπόλησή της. Αυτή που προτείνω, είναι μια περιορισμένη ανάγνωση. Μου λείπουνε τα κλειδιά του κύριου Μετσού και τα αντικλείδια που είχε στη διάθεσή της η εποχή του – αναγιγνώσκω τις πράξεις επιστολογραφίας από την μακρινή προς το ζευγάρι θέση μου, την απολύτως υποκειμενική μου οπτική. Ίσως κάποιες άλλες ματιές να βλέπουν άλλα. Ας ακολουθήσουμε, εάν επιθυμείτε – το παράδειγμα των παλαιών αλχημιστών: όσο πιο πλούσιες και διαφορετικές οι αναγνώσεις, τόσο πιο χρυσοποίκιλτο θα είναι το πλουμίδι μας – χίλιοι καλοί χωράμε, για να γελάει κι ο Χάμπριελ που δε μπορούμε εντελώς να λύσουμε το αίνιγμα!
Image

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

"Τα ευτυχισμένα ατυχήματα της δεσποινίδας Μπέλλας" Ολβία Παπαηλίου

Τελευταία, και με χίλιες δυο αφορμές που με ταξίδεψαν από την ακέφαλη αιωρούμενη του Κυρίου Γίνκα Σονιμπάρε, και πίσω στο Φραγκονάρ και μεγάλο άλμα στον Ραίη Σήζαρ – βρεθήκαμε να ασχολούμαστε με την Αγριεμένη Τριανταφυλλίτσα του ανομήματος της κούνιας και της μπέλλας, με τα παμπάλαια έθιμα κάθε περιπλανώμενης αλήτισσας (τ’ ακούς; τ’ ακούω να λες). Ας πούμε ότι ήρθε μια μικρούλα Φιλουμένη και μας διηγήθηκε τις ιστορίες των φιλιών, ας πούμε ότι η παλιά πραγματικότητα των γνώριμών μας των ηθών και των εθίμων θέλησε να μας οδηγήσει στους λαβύρινθους μιας άλλης πιθανότητας. Και έτσι, ας δώσουμε τον κλώτσο να γυρίσει η ανέμη μας και να μας κατακλύσουν οι ζωντανές και κατακόκκινες κλωστές της εικασίας. Γιατί, ας μην ξεχνάμε ότι κάθε εικαστική ματιά προϋποθέτει την πιο βαθιά και ανοιχτόκαρδή μας άφεση στο άθλημα της έκ-στασης, όπως αυτή μας τη διδάσκει παιδιώθεν, η αθλοπαιδιά του ευσυνείδητου κουνήματος, και ας αρχίσουμε πολύ στα μαλακά, ήσυχοι τόνοι.

altalena_21
Στην αρχή ήταν η κούνια, και η κούνια ήταν προς τη θεά, και η θεά ήταν η κούνια. Θυμάστε τη μαγεία του κλυδωνισμού της άδειας κούνιας; Είχε για μένα μια δυναμική, ένα ελάχιστο τράνταγμα στην αλυσίδα, μια πρόσκληση προκλητική. Υποσχόταν πως θα με κάνει να πετάξω. Κάπου, παλιότερα, θα πρέπει να με είχανε κουνήσει χέρια αρχαία κι αγαπημένα: γιατί η κούνια είχε μια σαγήνη που έχει η ανάμνηση στιγμών νοσταλγικών – μα κι έναν κίνδυνο, μια ανεπαίσθητη κρυμμένη απειλή (για τα αμέριμνα αγοροκόριτσα που δεν αρκούνται σε κείνη τη νωχέλεια των δεσποινίδων, αλλά θέλουν να φτάσουν τα ουράνια, λυσσομανάνε σαν αέρηδες φουρτούνας, και σίγουρα θα σπάσουν την κουτέλα τους, όπως άλλωστε προειδοποιούσε και το τραγουδιστό εκείνο ξόρκι της κούνιας μπέλλας, ή της Ωραίας που Κουνιόταν, διαβάστε το όπως καταλαβαίνετε, γελάει η μικρή Τριανταφυλλίτσα).

5368643399_cb89d22de4_braycesar1
Πρόσεχε κοριτσάκι, γιατί όχι μονάχα θα σου φύγει το πασούμι σου, αλλά μήπως σε πάρει η φυγόκεντρος κι εσένα και σε σηκώσει – και να δούμε πού θα φτάσεις, μήπως βρεθείς και σε καμμιά Ταυρίδα να κάνεις τις θυσίες της θεάς σου. Τέτοια λογάκια είχε μάθει να μιλάει κι η νεαρή η πριγκιπέσσα Φιλουμένη που ήταν άλλωστε από την Κέρκυρα κι αφίλητη, και έτσι επιθυμούσε όπως παραμείνει. Βλέπεις, λέει η Σάρα Εγκλαντίνα η συνομώτις, ήταν η πριγκιπέσσα αυτή η θυγατέρα γονιών που λάτρευαν τα είδωλα και τους παλιούς θεούς τους ζωντανούς, και τις θεές της ρώμης της αρχαίας. Και αν το ψάξεις, θα το καλοκαταλάβεις. Στείλανε το κορίτσι τους στην κατασκήνωση της Άρτεμης Αρκούδας – και κει η πιο μικρούλα φιλημένη από την αύρα της σωματικής ελευθερίας, γνωρίστηκε με κάθε θείο έρωτα. Έτρεχε και μετρούσε το ίδιο της το μπόι με τα δεντράκια και τους κεραυνούς, μάθαινε πώς να κάνει κούνια και πώς στην κούνια να κουνάει τις φιλενάδες της, αναμαλλιάρικο αρκούδι με λαίμαργα δοντάκια – ξέρανε οι παλιοί οι ευγενείς να μεγαλώνουν τα κορίτσια τους, κι αυτή προοριζόταν για βασίλισσα. Σημαίνει, έπρεπε να γνωρίζει το κορμί της, τα όρια και τους δίκαιους τους περιορισμούς. Επίσης, πώς να συγκρατεί τον εαυτό της όταν θα είχε εξουσία να ασκεί: ξέρεις τι είναι να σε βάζουν να κουνήσεις τη φιλενάδα σου και άσπονδη εχθρά σου και δεινή ανταγωνίστρια, εκείνη τη γλωσσού Φιλίτσα, εκείνη την αντιπαθέστατη που ας την πούμε Καίτη – κι εσύ να θέλεις να τη σβουρήξεις – αλλά να πρέπει να επιδείξεις εσωτερική κυριαρχία, για να σου αποδοθεί με εμπιστοσύνη (μελλοντικώς) η εξωτερική! Τέτοια είναι τα ζόρικα αθλήματα αιώρησης. Το οποίο, μας φέρνει τακτικά και στο προκείμενό μας ζήτημα, την έκσταση και στάση, και όλα τα ενδιάμεσα τα στάδια. Ας πούμε, στην αρχή – είμασταν όλοι μας παιδάκια, μετά χωρίστηκε η πλάση μας στα δύο: όπως το μήλο που το κόψανε στη μέση!
andrew-pitcairn-knowles-air-bath-swing-girl-and-a-boy-on-a-swing-20th-century_i-G-26-2664-G83UD00Z (2)
Και με τους δύο πόλους μας της ύπαρξης, άρχισε η ταλάντωση ανάμεσα σ’ αυτό που αναγνωρίζω για Εγώ και εκείνο που για χάρη συντομίας βαφτίζω Άλλο. Ή ξένο, ή απόκοσμο, ή ας το πούμε Ασυνείδητο κι ανείδωτο. Ή όψη μου που νόμιζα κρυμμένη μα που ορμάει να με φάει το ξημέρωμα μέσα σε εφιάλτες, είτε στη λουλουδάτη μου την κλίνη της χαράς. Ανάμεσα στον πόλο άλφα και στην αχαρτογράφητη περιοχή, κυκλοφορούνε τα λιοντάρια κι οι αρκούδες  – κι η Φιλουμένη ως νεόκοπη μελλοντική αγία, μάθαινε τα μυστήρια της κούνιας και ένοιωθε αχνά το νόημα της λέξης Διαπραγμάτευση. Και πιθανό θα ήταν να είχε γίνει μια δεινή διαπραγματεύτρια, όμως, άλλες θα είναι πάντα οι βουλές μας των ανθρώπων, και άλλα οι θεοί μας θα κελεύουν. Τα έτερα, είναι κάπως γνωστά: Αυτοκράτορας Ρώμης ονόματι (ούτε και αναφέρουμε), καλεί τους σεβαστούς γονείς και την παιδίσκη – και είναι η παιδίσκη ετών ενδεχομένως ένδεκα, (άντε δεκατριών) και απαιτεί όπως την πάρει για γυναίκα του, γιατί πολύ του άρεσε εκείνος ο αέρας ο ασκλάβωτος που είχε με τον τρόπο που εβάδιζε. (Τζάμπα κρεμόταν απ΄τα δέντρα, τζάμπα έτρεχε σαν το αγρίμι του θεού και της Αρτέμιδας;)
l_pl1_37194047_fnt_tr_t83i-2
Χρόνια αργότερα, τα έθιμα αυτά θα χαρακτήριζαν τις ευγενέστερες φυλές των Ινδιάνων όπως κάποτε τους λέγαμε, όταν φορούσες ίσως και εσύ ένα αστέρι κι έκανες τον καμπόη. Μία σωματική αξιοπρέπεια ξεχώριζε εκείνη την πριγκίπισσα, που είχε τάξει εαυτήν στη χάρη της Μάνας Αρκούδας, είτε τη λέγανε εκείνη Παναγία, είτε τη λέγαν Άρτεμη (δεν είμαι, Κύριος, του λέει, για τα δόντια σου – σκύλιασε και αυτός, πανιάσανε κι εκείνοι οι γονιοί της – έλα καλό μου έλα χρυσό μου, αυτή εκεί και τίποτα) μαρτύρησε το κοριτσάκι ευθαρσώς για την αγάπη του θεού που την εγέμιζε. (Και να τονίσω τώρα εδώ, για αποτροπή πάσας παρεξηγήσεως, ότι όπου ευρίσκεται βεβαίως η Παρθένος, εκεί εν-συνυπάρχει και ο γιός της – είμαστε δύο πόλοι μιας αλήθειας όπως μαρτύραγε η κούνια εξ’ αρχής, και ιδού κι η ζωγραφιά για την απόδειξη).
6b2e49ec407c60decf525b52c913124e
Έχει, ενδεχομένως πια, η κούνια αναπτύξει ταυτίσεις με τα δράματα του έρωτος: κάποτε με πικάντικα καπρίτσια, κυρίως σ’ ένα στυλ περικοκλάδας και πολλαπλών βλαστήσεων άκρα οργιαστικών. Αρκεί κανείς να θυμηθεί την πράσινη κρυψώνα στο έργο Φραγκονάρ, και τα ανέκδοτα που λέγονται περί του έργου του συγκεκριμένου: Ποιος να το είχε παραγγείλει, τα δεδομένα της παραγγελιάς είναι ως έχουν – ιδού: Σε καιρό ροκοκό, κάποιος διακεκριμένος λιμπερτίνος που τ’ άρεσε να σκανδαλίζει τους καλεσμένους του, μόνο τόσο λιγάκι, έκανε την εξής παραγγελία. Θα έπρεπε, εκείνος ο ζωγράφος ν’ ακολουθήσει οδηγίες απερίσκεπτες, ότι ο εν λόγω λιμπερτίνος θα κρυβότανε στην φουντωτή χλωρίδα, και μισοξαπλωμένος θα καραδοκούσε να βλέπει τα μυστήρια της κούνιας που πάνω της θα αιωρείτο η γυναίκα εκείνη που την είχε καταστήσει (με τέτοια ζωγραφιά πλέον δημόσια στα μάτια καθενός) ως ερωμένη του. Και την εν λόγω κούνια πως θα έπρεπε να την κουνάει με χάρη ένας αγιότατος, ας πούμε καρδινάλιος. Ο αρχικός ζωγράφος καταντράπηκε, και μπαίνει στη σκηνή ο ανερχόμενος ακόμα Φραγκονάρ – και ιδού το αποτέλεσμα, θεάρεστο:
Jean%20Honore%20Fragonard-397642
Γιατί ακόμα και ζωγράφος ανερχόμενος της κοινωνίας και της τέχνη τα σκαλάκια, δεν τόλμησε εντέλει να κοτσάρει σε τέτοιο πιπεράτο δημιούργημα κάποιον Πανοσιότατο, Υπερσεβασμιότατο, αλλά έφτιαξε με το αίμα της καρδιάς του, έναν καλόγνωμο σύζυγο και κορνούτο -και άσε το σκυλάκι της ως σύμβολο της πίστης να γαυγίζει, κι άσε τα αγγελάκια να κοιτούν σκανδαλισμένα, κι άσε το χερουβείμ στα αριστερά μας να βάζει το μικρό του δαχτυλάκι στα πέτρινα χειλάκια του και να μας κάνει Σσσσσουτ.  Ο κήπος, ένα όνειρο σε πράσινο, εκείνη μια ιπτάμενη οπτασία σε φραμπαλάδες σ’ ένα χρώμα σαρκορόδινο. Μάλιστα, το ατύχημα της κούνιας – ευτυχέστατο – πάει στα καλλιά του το ωραίο πασουμάκι, φάνηκε κι ο αστράγαλος κι η γάμπα, κι η καλτσοδέτα – και θου Κύριε, ώρα απογευματινή μέσα στις λόχμες, ως και οι θεατές να αμαρτάνουμε. Και ούτε καν ν΄αναφερθώ σε σημειολογίες περί γυμνού ποδιού και υποδήματος.
tumblr_lxz5zfnVFw1r1j7jvo1_1280
Εικοσιπέντε χρονάκια πιο μετά από το έργο το σκαμπρόζικο, μπουκάρει στη σκηνή η Μαντάμ Γκιλοτίν (και πιο οικεία, ας την πούμε  Λαιμητόμο). Πάνε τα ταφταδάκια, πάνε τα παπουτσάκια, από κοντά κατρακυλούν τα κεφαλάκια – και το 2001, αν θυμάμαι, στην πόλη Σέφηλντ του Γιορκσάιρ, ο αξιότιμος κύριος Σονιμπάρε λανσάρει τη δική του εκδοχή του ατυχήματος της κούνιας  – και μας κάνει συνένοχους και ηδονοβλεψίες της ιστορίας (ή μάλλον, των τριών ιστοριών). Τρέξτε φτάστε ρε παιδιά να θαυμάστε την Κυρά!
tumblr_m823fetSw11qghk7bo1_r1_1280
Μπορείτε να τη δείτε από τη θέση του συζύγου (ας υποθέσουμε), είτε από τη θέση του κρυμμένου εραστή. Η Αιωρούμενη, το θείο αντικείμενο. Μια κριτική της θέσης της γυναίκας (μοναδικής πρωταγωνίστριας ακέφαλης). Η γαλλική περίοδος της Βασιλείας του Τρόμου – και, λόγω του υφάσματος που μοιάζει να είναι αφρικανικό, ένας χαιρετισμός στους μαύρους σκλάβους που έθρεψαν τα πλούτη της Γαλλίας (μεταξύ άλλων). Ίσως ακόμα μια αναφορά στη βία που υπέστη η Μάνα Αφρική (το χρώμα του δέρματος του ακέφαλου κορμιού με ασφάλεια το τοποθετεί ανάμεσα στη γης τους κολασμένους). Δεν υπάρχει άλλη δικαιοσύνη απ΄την τέχνη, ούτε και μια καταγγελία ακριβέστερη, μέσα απ΄το πολυσήμαντο σημαίνον της. Αιώρα, λοιπόν – μια ιστορία του έρωτα και της καταστροφής του. Ας ανατρέξουμε στο αρχαίο το αγγείο, εν χορδαίς και οργάνοις δοξάζουμε Κύριον.
altalena
Στη συγκεκριμένη αναπαράσταση, νομίζω υπάρχουν σαφείς αναφορές στον έρωτα. Μα εγώ νομίζω προτιμώ τις ασαφέστερες, τις πιο ανθοπρεπώς σημειωμένες. Παρατηρήσατε τα άνθη; Κύριε ο θεός ημών δόξη και τιμή στεφάνωσον, ακολουθία ΙερούΓάμου, δίχως άλλο. Αντίθετα, όταν ο σάτυρος δεν είναι ένα πνεύμα που μας φέρνει σε επαφή με την ανθρώπινή μας φύση (άρα κατά το ήμισυ τουλάχιστον ζωώδη) – αν είναι ας πούμε ένας καταχραστής της παρθενίας μας εν πνεύματι – τότε το θέμα καταλήγει άλλοτε στα ψιλά εφημερίδας, σε κάποιο φιλμ β’ κατηγορίας. Όπως, ας πούμε, στην υπόθεση της Κούνιας του Κόκκινου Βελούδου, επεξήγησις: νέα κοπέλα ορφανή γνωρίζει κύριον, μετά δεόντως καταστρέφεται. Τα ξέρουμε, αλλιώς τα φανταζόμαστε.
grvs_book
Μια τραγωδία των ηθών, βγαλμένη από την ίδια τη ζωή – το όνομα της κοπελίτσας Ήβλιν Νέσμπιτ, για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει. Ατυχέστατα, η Ήβλιν-Εβελίνα μας δεν μπόρεσε να αποτελειώσει εκείνη τη θητεία που ενδυνάμωνε από χρόνους αρχαίους τις ιέρειες της Κούνιας. Το μόνο της ενσταντανέ με την Αρκούδα θα ήταν μια φωτογραφία επιχρωματισμένη ή ασπρόμαυρη. Πόση αλήθεια η δικιά της ατυχία, και πόσα κοριτσάκια έχουν τα ήθη μας αφήσει απροστάτευτα!
evelyn-nesbit-4
Τα βλέπει κι η μικρή η Φιλουμένη και ταράζεται – με τα παλιά τα σύμβολά της του μαρτυρίου, τα τόξα για την Άρτεμη – την Παναγία, την Παρθένο της Θείας Αυτοδιάθεσης.
st-philomena8
Κούνια λοιπόν, Θεάς Αρκούδας άθλημα. Κουνήσου απαλά και ενθυμήσου, το λένε κι οι γραφές και τα τραγούδια, κουνήσου απαλά. Κι έτσι δένει η ιστορία ζωής μας και θανάτου, το απόλυτο το μάθημα αιώρησης. Swing low, Eglantine. Swing low, sweet chariot.