Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

«Τόποι της λογοτεχνίας» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Το θέμα είναι γοητευτικό και η ποικιλία τόση, που σχεδόν έχουμε όλη την Ελλάδα γεωγραφικώς και συναισθηματικώς στο πιάτο μας. Οι εκατόν τριάντα τέσσερις συγγραφείς, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, εκφράζουν αυτό που έχει καταγραφεί στη μνήμη, που έχει σημαδέψει την ψυχή του και έχει βρει μόνιμη θέση στην καρδιά του. Τελικά, ο κάθε μνημονευόμενος τόπος δεν είναι άλλο από μια παραλλαγή του πρωταγωνιστικού ή παρατηρητικού εγώ του γράφοντος. Οπότε το κείμενο μοιάζει να λέει «εγώ είμαι ο τόπος σου·/ ίσως να μην είμαι κανείς/ αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις», καθώς έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης («Επί Σκηνής» Δ’), σημαδεμένος από τόπους και χρόνους.
Το βιβλίο Τόποι της λογοτεχνίας είναι μια πανδαισία διαθέσεων. Πικρή, ανάλαφρη, νοσταλγική, ρομαντική, παθητική, χιουμοριστική, ιστορική, κοινωνική, ψυχολογική. Δείγμα της καρδιάς που την κατέγραψε. Διαβάζοντας μαζί με τον συγγραφέα, ξαναβλέπω ζωντανή την Ιστορία. Παλιές γειτονιές, έθιμα και συνήθειες που ξεχάστηκαν, αφηγήσεις που ξεφεύγουν από τον κανόνα.
Το βιβλίο Τόποι της λογοτεχνίας είναι μια πανδαισία διαθέσεων. Πικρή, ανάλαφρη, νοσταλγική, ρομαντική, παθητική, χιουμοριστική, ιστορική, κοινωνική, ψυχολογική. Δείγμα της καρδιάς που την κατέγραψε.
Έτσι ανακατωτά και χωρίς σειρά, φυλλομετρώντας και μυρίζοντας τις σελίδες, κρατώντας σημειώσεις, γράφω: Άρης Μαραγκόπουλος: «Ο αέρας μυρίζει λυγαριά, πικροδάφνη και αλμύρα από την εκβολή του ποταμού στην κοντινή θάλασσα. Βουτάω μέσα στα βρύα. Χάνομαι στο αμνιακό υγρό. Όταν βγαίνω έξω, νιώθω ανάλαφρος σαν παιδί». Και κείνο το σχόλιο για τους παραθεριστές που φτάνουν σ’ έναν τόπο και ζητούν την «καλή» παραλία, την «καλή» «ταβέρνα», το «καλό» μπαράκι, σαν να μην έχει το νησί τίποτα άλλο από παραλία, ταβέρνα, μπαράκι… Πες τα, χρυσόστομε, και ο επίλογός του μαχαίρι κοφτερό: «Μιλώ για την ιστορία. Μιλώ για την Ικαρία». Κυριάκος Ντελόπουλος. Μωραΐτης με όνομα Κυριάκος; Αυτοσαρκάζεται και επιβάλλεται… Αχιλλέας Κυριακίδης, τρία φραγκμέντα. Επιλέγω από το πρώτο την ευρεσιτεχνία να κατεβεί άνετα τα πεντακόσια ογδόντα οκτώ σκαλιά, παρακάμπτοντας το πρωτόκολλο, για να φτάσει στον γιαλό: μεταμορφώνεται σε «άνεμο, εννιά μποφόρ, σιρόκος με τα όλα του». Από το δεύτερο, τα σπλάχνα εκείνου που πέθανε από «υπερβολική δόση Αιγαίου», με ένα χρόνιο ανικανοποίητο αίσθημα, δύο μικρές χαμένες ατλαντίδες και τη λέξη ΑΛΚΜΗΝΗ. Και από το τρίτο την ευχή, από την ανίατη αμνησία του να εξαιρεθούν δυο-τρεις στίχοι, το χαμόγελο της Ιωάννας και το χρώμα των σπιτιών, όταν δύει ο ήλιος στη Σαντορίνη. Που πάει να πει πως με αυτά τα τρία ανασυνθέτει τον κόσμο του «σε ώρα ανάγκης». Ο Χριστόφορος Λιοντάκης με εκστασιάζει με τον Μινώταυρο: «Μ’ εναγκαλίζεται ο Μινώταυρος/ μας είδανε μαζί πολλές φορές/ με κυνηγά/ τον κυνηγώ/ ποικίλλουν οι φήμες». Όμως δεν με αφήνει αδιάφορη κι εκείνη η σημαία: «μια καθαρεύουσα Ελλάς/ λικνίζεται στο γαλανόλευκο». Ο Γιώργος Βέης με ραντίζει με ρετσίνι «σαμιώτικης σοφίας», με «πευκοβελόνες ρίγη», στην «πρώτη ανταύγεια του μεσημεριού», με τις «ψυχές» του ή τις «λέξεις» του, σαν προγονικούς θεματοφύλακες, «μέχρι να σταματήσει ο κόσμος σ’ ένα φιλί αναγέννησης».
Η Αμοργός έχει διπλή επίσκεψη. Και η Ζντράβκα Μιχαήλοβα και ο Αντώνης Φωστιέρης τής αφιερώνουν κείμενο, η πρώτη, και ποίημα, ο δεύτερος. Το νησί που από το φυσικό του τοπίο και τα παθήματά του (από το ρήμα «αμέργω» – αρμέγω, συνθλίβω, στύβω, βασανίζω) πρόβαλε την ομορφιά του και αναδείχτηκε σε σύμβολο όλης της Ελλάδας, πρότυπο νησιωτικής ομορφιάς και περίληψη ιστορικών παθών. Η Τασούλα Καραγεωργίου ανιχνεύει τα υπόγεια νερά του Κεραμεικού με την αργοκίνητη χελώνα της. Κάτι ανάλογο επιχειρεί και η Αθηνά Παπαδάκη. Ο Γιάννης Κιουρτσάκης, παραισθητικά, θωρώντας τα αναμμένα φώτα της Βουλής, φαντάζεται καράβι την Αθήνα που έχει σαλπάρει τη νύχτα χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Σαν να ακούω από το βάθος τον Σεφέρη να ρωτά: «Κορμί, μαύρο μες στο λιοπύρι σαν το σταφύλι/ κορμί πλούσιο καράβι μου, πού ταξιδεύεις;» – προφητικοί και οι δύο. Η Αριστέα Παπαλεξάνδρου μάς ξεναγεί στα Εξάρχεια, σε «φωνές και πρόσωπα» των «Άστατων καλοκαιριών» που γίναν στο τέλος «ανείπωτα». Ο Γιάννης Πατίλης μάς θυμίζει, εκτός των άλλων, τη θαλερή κάποτε Σταδίου και το Θέατρο Τέχνης, τον Κουν και δυο-τρεις ακόμα μυθικούς συνεργάτες του. Ο Χρυσοβαλάντης του Μάκη Τσίτα, «Μάρτυς μου ο Θεός» μας ενημερώνει για τους οίκους ανοχής στο υπογάστριο της Αθήνας, Μενάνδρου και Πειραιώς, το ένα, στο αστικό κέντρο, στο καθωσπρέπει Κολωνάκι το άλλο, στη Σατωβριάνδου ένα τρίτο, για να καταλήξει σε πλήρη παράκρουση στα σκαλιά της Μητρόπολης. Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος μνημονεύει τους αγγέλους του Ανδρέα Καρκαβίτσα και Γιάννη Βλαχογιάννη που ψέλνοντας τον έμαθαν να αντέχει. Ο Ντίνος Σιώτης μιλάει για την Τήνο και τα άλλα δισύλλαβα νησιά των Κυκλάδων, μ’ εκείνη τη «Δήλο, δηλαδή» τις «μικρές κορφές βουνών». Ο Γιάννης Στεφανάκης, όχι τόσο γιατί τον Αύγουστο είναι «παχιές οι μύγες και καστανόξανθος ολόγυρα ο τόπος», αλλά για το εκκλησάκι «που σαν άσπρη κιμωλία βρίσκεται στην κορφή του, ή για τον γρανιτένιο βράχο, που σαν ουρά χελιδονιού σχίζει και τεμαχίζει τον αέρα».
Όλα τα κείμενα του βιβλίου είναι ωραία, το καθένα με την ιδιαιτερότητά του και την ειδική ομορφιά του, και όλα μάς ταξιδεύουν στην Ελλάδα «που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει», όπως λέει ο Σεφέρης (Μέρες Γ’, σελ.95), αλλά και που την αγαπάμε και τη νοσταλγούμε, μέσα από τα πάθη της και τις εμπειρίες μας.
Στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη σταματώ για το έτυμον της λέξης: «Η Αιγιαλούσα, “όνομα νησιωτικόν” διαπλαταίνει κατά συρροήν την έννοια του ύδατος με τη φωτοπλημμύρα τ’ ουρανού από τις στραφταλίδες (ψιλοβελονιές) και τις χρυσές ανταύγειές της». Ο Δημήτρης Αλεξίου για την «Ασίνη ή Το δαχτυλίδι», με άλλα λόγια για τη μνήμη του Σεφέρη. Ο Βασίλης Βασιλικός για τον ηρωικό παππού που τον «παραμύθιαζε με τις ιστορίες του», του χάρισε ένα φλόμπερ κι έτσι μεταπήδησε στον Φλωμπέρ, παραμυθιάζοντας εμάς! Ο Ηλίας Γκρής με τον Αλφειό πρόγονό του ποταμό που «ρουθουνίζει στα ενύπνια των νικημένων» κι ο Στάθης Κουτσούνης που μεταμορφώνεται ο ίδιος σε Αλφειό, που αφρίζει και ψάχνει διψασμένο φίδι να βρει την άφαντη πηγή του. Ο Ηλίας Κεφάλας πιάνει ένα άλλο διάσημο ποτάμι, τον Πηνειό με την «ανάσα» την «κοφτή σαν εμβατήριο». Ο Σωτήρης Σαράκης τον Αχελώο, όπου «βουίζουν τα νερά της μνήμης». Ο Γιώργος Θεοχάρης θυμάται τα «ένδοξα χρόνια της παιδικής φτώχιας» και, στο μάθημα της γεωγραφίας, ότι «η υδρόγειος και των λαών η ανεξαρτησία χωρίζονται σε μεσημβρινούς και παράλληλους σκοπιμότητας».
Όλα τα κείμενα του βιβλίου είναι ωραία, το καθένα με την ιδιαιτερότητά του και την ειδική ομορφιά του, και όλα μάς ταξιδεύουν στην Ελλάδα «που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει», όπως λέει ο Σεφέρης (Μέρες Γ’, σελ.95), αλλά και που την αγαπάμε και τη νοσταλγούμε, μέσα από τα πάθη της και τις εμπειρίες μας.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ

 "Ο ΝΑΥΤΗΣ" κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Πηγή:http://diastixo.gr

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: Ο ΝΑΥΤΗΣ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Το βιβλίο απαρτίζεται από εφτά μέρη, ένα εισαγωγικό και ένα επιλογικό «Σήμερα». Σύνολο εννέα μέρη. Ο συγγραφέας μάς καλεί «στη θάλασσα της νύχτας και της φαντασίας» του, με μια χειμαρρώδη αφήγηση, σαν ένα «βιογραφικό» γεμάτο ενδιαφέρον που απαιτεί γερό στομάχι και δύναμη να αντέξεις όλα τα παράξενα και θλιβερά του κόσμου.

Αν εξαιρέσεις τη νοσταλγία του παππού για τη χαμένη πατρίδα του και την οδύσσεια του ποντιακού ελληνισμού, η οποία μάλιστα θυμίζει κάτι από τη σεφερική μικρασιατική οδύσσεια (λεκτικώς και συναισθηματικώς μόνο, εφόσον ο Σεφέρης μιλάει ακροθιγώς για πράγματα και καταστάσεις που παρέλκουν), όλα τα άλλα έχουν μια ωμότητα, μια ειλικρίνεια ανατριχιαστική. Ο παππούς, λοιπόν, θυμάται: «Ύστερα από τόση ταλαιπωρία ξεχνούσαμε τα σπίτια μας, τους συγγενείς μας που χάσαμε τη θάλασσα απ' όπου μας είχαν διώξει. Η δική μας θάλασσα ήταν μαύρη και κλειστή. Με φόβιζε τα βράδια. Όμως ήταν γεμάτη ψάρια, βαριά σαν λιμνίσια, που τα πιάναμε με τα χέρια. Όλα τότε τα πιάναμε με τα χέρια μας...»
Και ο εγγονός θυμάται τα δικά του. Την οικογένεια, στον κάμπο των Φιλίππων, σ' ένα παραθαλάσσιο, παραλίμνιο ή παρακανάλιο χωριό, όπου κατέληξε μετά το μακρινό ταξίδι του ξεριζωμού της, τον ανύπαντρο θείο με τις παραξενιές του που έχει αφήσει το στίγμα του στο πορνείο, το παιδί που θέλει να το μυήσει στα ερωτικά, τη μικροαστική νοοτροπία σε σχέση με τα γράμματα και το σχολείο, τη θεία, τον γαμπρό, τη συμφωνημένη απαγωγή και όλα εκείνα που στήνουν το σκηνικό της μίζερης μικροζωής.
Εν γένει ο «ναύτης» του Γρηγοριάδη ταξιδεύει σε βουρκώδη και θολά νερά, συναναστρέφεται με περιφερειακά άτομα, κάνει ζουμ σε σωματικές λεπτομέρειες με μεγάλη άνεση, περνάει πολύ χρόνο πάνω στο κρεβάτι και πάντα ένα κρεβάτι είναι το σημείο αναφοράς της αφήγησής του, καθώς επίσης και σπίτια παλιά μουχλιασμένα, πρώην στάβλοι, σπίτια που απομυζούν κάθε ανθρώπινη υγιή δραστηριότητα.
Το παιδί μεγαλώνει σιγά σιγά, γράφει καλές εκθέσεις και διαβάζει βιβλία με τα οποία ταξιδεύει σε χώρες μακρινές. Αργότερα θα υπηρετήσει ως ναύτης τη θητεία του, οπότε θα ταξιδέψει και πραγματικά. Αλλά όπου και αν πάει, όπου και αν συναναστραφεί, ένα είναι το στίγμα. Ο πληρωμένος έρωτας, οι γυναίκες, τα «κορίτσια», οι «γοργόνες» στις λάσπες. Κάποτε θα πάρει το απολυτήριο του στρατού και θα ξεμείνει στη Μυτιλήνη. Και εκεί τα ίδια. Ό,τι βλέπει κι όπου πάει είναι γυναίκες της συγκεκριμένης κατηγορίας. Ό,τι μοιάζει φυσιολογικό είναι παράταιρο, πλήττει με την κανονικότητα, θεωρεί εκφυλισμό του άντρα τον γάμο. Παράταιρες είναι οι θρησκευόμενες γυναίκες που πάνε για προσκύνημα στη Λέσβο, ενώ δίνονται με άνεση οι αλλοδαπές που πάνε για το ειδικό ξεφάντωμα στο ίδιο νησί. Ιδιαιτέρως τον γοητεύει μια μικρή στο κάστρο της Μυτιλήνης. Κι εδώ, θα λέγαμε, πως επικεντρώνεται το ενδιαφέρον του βιβλίου.
Εν γένει ο «ναύτης» του Γρηγοριάδη ταξιδεύει σε βουρκώδη και θολά νερά, συναναστρέφεται με περιφερειακά άτομα, κάνει ζουμ σε σωματικές λεπτομέρειες με μεγάλη άνεση, περνάει πολύ χρόνο πάνω στο κρεβάτι και πάντα ένα κρεβάτι είναι το σημείο αναφοράς της αφήγησής του, καθώς επίσης και σπίτια παλιά μουχλιασμένα, πρώην στάβλοι, σπίτια που απομυζούν κάθε ανθρώπινη υγιή δραστηριότητα.
Τα κεφάλαια είναι μικρά, η αφήγησή γρήγορη, χωρίς περιττές περιγραφές, η εναλλαγή των εικόνων και η παραστατικότητα συνθέτουν καλά το σκηνικό, η ηθελημένη αφέλεια, οι απόψεις πίσω από την αμεριμνησία των λόγων, που διατυπώνονται δήθεν αδιάφορα, δήθεν αθώα, το λεξιλόγιο που δεν δεσμεύεται από την ευπρέπεια και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την κατάλληλη για την περίσταση λέξη, για να αποδώσει τα πράγματα, όλα συμβάλλουν σ' αυτό που θέλει να στήσει. Έναν εφιάλτη, μια τραγωδία, μια δύσκολη κάθαρση.
1-patakis-link
Ο ναύτης

Θεόδωρος Γρηγοριάδης
Πατάκης
416 σελ.
Τιμή € 17,90