Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Το χιούμορ του τελεσιγράφου (Κ. Βάρναλης)


Επέτειο έχουμε σήμερα, μαζί κι αργία, ταιριάζει να ανεβάσουμε κάτι επετειακό και λογοτεχνικό ή έστω λογοτεχνίζον. Με τον κίνδυνο να κατηγορηθώ για έλλειψη πρωτοτυπίας, διάλεξα και φέτος να παρουσιάσω ακριβώς ό,τι και πέρυσι, δηλαδή ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, γραμμένο τις πρώτες μέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου. Όχι βέβαια το ίδιο χρονογράφημα με αυτό που παρουσίασα πέρυσι, ένα άλλο, αλλά και πάλι γραμμένο τις ίδιες μέρες και δημοσιευμένο στην εφημ. Πρωία, στη στήλη “Τέχνη και ζωή” που κρατούσε ο Κ. Βάρναλης.
Θυμίζω ότι ο Βάρναλης, όταν απολύθηκε από τη μέση εκπαίδευση εξαιτίας της εμπλοκής του στα Μαρασλειακά, στράφηκε για βιοπορισμό στη δημοσιογραφία -και από αυτό το επάγγελμα πήρε τελικά σύνταξη, το 1958 από την Αυγή.  Στην εφημερίδα Πρωία πήγε το 1937 (πρωτύτερα δούλευε στο λεξικό της). Εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, τα άρθρα του Βάρναλη στην Πρωία, αν και ξεχώριζαν για το ύφος τους, δημοσιεύονταν αρχικά ανυπόγραφα και στη συνέχεια με Α-Ω. Ο Βάρναλης έγραφε φιλολογικά κυρίως άρθρα, αλλά όταν το 1939 πέθανε ο Γ. Σερούιος, που έγραφε το χρονογράφημα, ο Βάρναλης ανέλαβε να γράφει εκείνος το καθημερινό χρονογράφημα, που είχε τον γενικό τίτλο “Τέχνη και ζωή” -και το υπέγραφε ΤκΖ. Κατά μια περίεργη σύμπτωση, που δεν ξέρω αν έχει δοθεί η εξήγησή της, αρχίζοντας από το χρονογράφημα της 27ης Οκτωβρίου 1940, μια μέρα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος δηλαδή, ο ποιητής άρχισε να υπογράφει τα χρονογραφήματά του με το πραγματικό του όνομα! (Να προεξοφλούσε άραγε το ξέσπασμα του πολέμου και άρα τη χαλάρωση της λογοκρισίας; )
Πολλά από τα χρονογραφήματα του Βάρναλη στην Πρωία την περίοδο 1939-40 είναι αξιόλογα φιλολογικά, κριτικά και αισθητικά δοκίμια, και αρκετά από αυτά τα έχει συμπεριλάβει ο Βάρναλης στα “Αισθητικά-Κριτικά” του δείχνοντας ότι δεν τα θεωρούσε εφήμερα (όπως σχεδόν εξορισμού θεωρείται το χρονογράφημα). Φυσικά, από τις 28 Οκτωβρίου και μετά, τα χρονογραφήματα επιστρατεύονται κι αυτά στην πολεμική προσπάθεια, αν και σε αρκετά υπάρχει και πάλι η φιλολογική παράμετρος.
Το χρονογράφημα που θα δούμε σήμερα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 9 Νοεμβρίου 1940. Ο Βάρναλης, χρησιμοποιώντας τη σάτιρα, περιγράφει τι θα συνέβαινε κατά τη γνώμη του αν η Ελλάδα συμφωνούσε με τους όρους του ιταλικού τελεσίγραφου. Αν και τα σενάρια εναλλακτικής ιστορίας δεν είναι δυνατό να δοκιμαστούν στην πράξη, νομίζω ότι οι προβλέψεις του Βάρναλη είναι απόλυτα βάσιμες.
Μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία (που δεν είχε μεγάλες διαφορές από τη σημερινή). Εκδοτική Τράπεζα είναι ο πρόγονος της Τράπεζας Ελλάδος, αν δεν κάνω λάθος.
Το χιούμορ του τελεσιγράφου
Η βαθύτερη έννοια του Ιταλι­κού τελεσιγράφου ήτανε χιουμορι­στική. Ο κ. Τσιάνο σαν διπλωμάτης άλλα έγραφε κι άλλα εννοούσε. Αν θελήσουμε να μετα­γράψουμε σε γλώσσα ρεαλιστική το κείμενο του μνημειακού αυτού εγγράφου, θα το ιδούμε να λέει πε­ρίπου τα εξής:
«Κυρία Ελλάδα,
Επειδή κάθεσαι στ’ αυγά σου και δεν κουνιέσαι, αυτό αποδεί­χνει πως επιβουλεύεσαι την ασφάλεια της γενναίας Ιταλίας, που αυτήν τη στιγμή μάχεται για ό­λους τους μικρούς λαούς πώς να τους βουτήξει. Αν δεχόσουνα να υποταχθείς στην Ιταλία θ’ απόδειχνες πως σέβεσαι την αρχή της ουδετερότητος. Αλλά τα μεγάλα κράτη έχουνε το χρέος να προλα­βαίνουνε τα αμαρτήματα των μι­κρών. Και οι μικροί —είναι τιμή τους να τούς αλυσοδένουν και να τους ληστεύουν οι μεγάλοι. Για καλό λοιπόν δικό σου ξύπνα η ώρα τρεις μετά τα μεσάνυχτα για να μάθεις εγκαίρως, πως μετά τρεις ώρες «θα κάμψω την Αντίστασή σου διά των όπλων». Θα καταλάβω μερικά στρατηγικά σημεία σου, όσα και όποια θέλω, για εγγύηση της ουδετερότητός σου.
Μετά τη μεγάλη αυτή θυσία, που θα κάνω για χατίρι σου, είναι φυσικό να μου δείξεις μοναχή σου την καλή σου θέληση και να μου παραδώσεις όλον τον οπλισμό και τα άλλα εφόδια του στρατού σου: κανόνια, αεροπλάνα, τουφέκια, πυρομαχικά, αυτοκίνητα, άλογα, ρου­χισμό, αφού εσύ θα κάθεσαι μα­κάρια κι εγώ θα πολεμώ για το συμφέρο σου. Ύστερα θα μας παραδώσεις και τα πολεμικά σου καράβια για να μη σου τα πάρουν οι Εγγλέζοι.
Αλλ’ αφού τα «φιλικά» στρα­τεύματα της Ιταλίας θ’ ανδραγαθούνε χασομερώντας στη χώρα σου, είναι λογικό να τα τρέφεις εσύ, αφού για σένα θα αποφεύγουν τον πόλεμο. Αλλά δεν φτάνει μο­νάχα να τα θρέφεις. Για εγγύηση των ειλικρινών σου προθέσεων πρέ­πει να μας παραδώσεις όλα σου τα αποθέματα σιταριού, κρέατος, βουτύρου, πατάτας, ρυζιού, μακα­ρονιών κτλ. και για να μη γίνεται καταστρατήγηση αυτού τού σωτηρίου μέτρου, κάθε μεσημέρι και κάθε βράδυ ο στρατός μου θα κά­νει έρευνα στις κουζίνες των σπιτιών για να βεβαιώνεται αν μα­γειρεύουνε ή όχι φαγί οι πολίτες σου· γιατί ένα τέτοιο πράγμα θα είναι κλοπή εις βάρος της Ιταλίας, και φυσικά ο τέντζερης θα κα­τάσχεται.
Αλλά η πρακτική φροντίδα του Ντούτσε δεν περιορίζεται σε τέτοια προσωρινά μέτρα ασφαλείας. Θέλει ν’ αναγεννήσει ριζικά το λαό σου και να σταθεροποιήσει για πάντα την οικονομική του ύπαρξη. Γι’ αυτό θα μου παραδώσεις όλο το συνάλλαγμα της Εκδοτικής σου Τραπέζης, καθώς και όλα τα δαχτυλίδια, τα ρολόγια, τις κα­δένες και τα σκουλαρίκια των υπηκόων σου κι εγώ θα σου δώσω απέναντι χάρτινες λιρέτες. Κι όποιος θα δυστροπεί να δέχεται στις συναλλαγές του την τίμια λιρέτα, αυτός θα θεωρείται συνω­μότης εναντίον της Ιταλικής προ­στασίας και θα τουφεκίζεται. Γιατί θα ήτανε έγκλημα ασυγχώρητον η Ιταλία να θέλει το καλό της Ελλάδας κι η Ελλάδα να μη θέλει το καλό το δικό της.
Αλλ’ αν, κυρία Ελλάδα, έχεις την αδιακρισία να μάθεις πότε θα φύγει ο στρατός μου, θα έπρεπε να σεβαστείς τη φημισμένη εξυπνάδα σου και να μη ρωτάς. Βλέπεις, πως στο τελεσίγραφό μου ορίζω με το καλαντάρι και με το ρολόγι στο χέρι τι μέρα και τι ώρα θα μπω στη χώρα σου, μα δε λέω λέ­ξη πότε θα βγω. Αυτό θα πει, πως η κατοχή μου θα έχει την «προσωρινότητα» της κατοχής των Δω­δεκανήσων. Αν ακόμα δεν έφυγα από κει, φταίνε οι ξεροκέφαλοι νη­σιώτες, που αργούνε τόσο να γί­νουν Ιταλοί. Αν εσείς γίνετε Ι­ταλοί νωρίτερα, θα φύγουμε και νωρίτερα. Και για το καλό του λαού σου, δηλαδή για να συντομέψουμε το χρόνο της κατοχής μας, δεν θα επιτρέπονται πια ού­τε ελληνικά σκολειά ούτε ελληνι­κά βιβλία ούτε ελληνικές εφημε­ρίδες —όπως κάναμε και στα Δω­δεκάνησα. Έτσι θα «αποπτύσουν» τα παιδιά σου την άθλια καταγωγή τους και γίνουν «ανθρώποι», δηλαδή τέκνα της γεν­ναίας Ιταλίας, που πάντα με­γάλωσε με τη λεία και δοξάσθη­κε με την ήττα.
Κι αφού σας απαλλάξουμε απ’ όλα τα επίγεια και μάταια υλικά αγαθά, θα σάς δίνουμε κάθε μέ­ρα απ’ εκείνο το ανεκτίμητο αγαθό, που βγήκε από τον Παράδεισο κι οδηγεί στον Παράδεισο…»
Αυτά πάνου κάτου έλεγε το τε­λεσίγραφο κάτου από τη συμβο­λική του φρασεολογία. Ένα πρά­μα μονάχα δεν όριζε: αν οι γενναίοι φασίστες θα μπούνε στην Ελλάδα όπως μπήκε κάποτε ο συμπατριώτης τους ο Μπερτόλδος στο δωμάτιο του βασιλιά του: με τη ράχη.