Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η αντιπαράθεση Παλαμά - Εφταλιώτη περί ποιητικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η αντιπαράθεση Παλαμά - Εφταλιώτη περί ποιητικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Η αντιπαράθεση Παλαμά - Εφταλιώτη περί ποιητικής

Η αντιπαράθεση Παλαμά - Εφταλιώτη περί ποιητικής
«Φαντασία και Πατρίς»
Κώστας Χατζηαντωνίου







Είναι γνωστό πως το κίνημα του δημοτικισμού δεν ήταν απλά μια γλωσσική θεωρία ή μια έκφραση της βούλησης για την ισότιμη συμμετοχή του νέου ελληνισμού στο σύγχρονο πολιτισμό, αλλά ένα φαινόμενο πολυσύνθετο. Δεν υπήρξε τόσο ομοιογενές όπως συχνά θεωρούμε, τόσο ως προς τα ζητήματα γλώσσας και πολιτικής, όσο και ως προς γενικότερους αισθητικούς και κοινωνικούς προσανατολισμούς. Αυτούς τους προσανατολισμούς φωτίζει μια αντιπαράθεση που σημειώνεται το 1899 μεταξύ δύο ηγετικών μορφών του κινήματος, και αξίζει κανείς να παρακολουθήσει καθώς αφορά ζητήματα που ετέθησαν τότε (όπως π.χ. της ταυτότητας) αλλά επανέρχονται διαρκώς στην επικαιρότητα.

Το 1899 ο Αργύρης Εφταλιώτης είναι ήδη μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες του δημοτικισμού. Εχει εκδώσει τις Νησιώτικες Ιστορίες(1894) και τις Φυλλάδες του Γεροδήμου (1897), ετοιμάζει τον Μανόλη τον Ντελμπεντέρη αλλά και την Ιστορία της Ρωμηοσύνης. Μέσα σ' αυτή την προγραμματική συγγραφική δράση που έχει κεντρικό στόχο τη διαμόρφωση νεοελληνικού φρονήματος, πρέπει να εντάξουμε και την αρθρογραφία της περιόδου στην οποία περιλαμβάνεται και ένα άρθρο του στην εφημερίδα «Αστυ», της 21ης Ιουλίου 1899. Στο άρθρο αυτό ο Εφταλιώτης θα τονίσει την ανάγκη για εθνικό χρωματισμό των έργων τέχνης, στοιχείο που θεωρεί υπέρτατο κριτήριο της καλλιτεχνικής τους οντότητας και αξίας.

Ο Κωστής Παλαμάς, παρότι φίλος και συνοδοιπόρος του Εφταλιώτη στον αγώνα για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, θα απαντήσει στις 9 Αυγούστου με το άρθρο «Η Φαντασία και η Πατρίς» για να δείξει την ασάφεια μιας τέτοιας αποκλειστικά εθνικής αντίληψης και για να τονίσει αφ' ενός πως η δημιουργική φαντασία του γνήσιου καλλιτέχνη επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων και αφ' ετέρου πως η εθνική σημασία και ωφέλεια ενός έργου δεν εξαντλείται στην έμπνευση αποκλειστικά από εθνικές πηγές. Η «διεθνοποίηση της φαντασίας» στον σύγχρονο κόσμο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, επαναθέτει τα παλαιά ερωτήματα περί πρωτοτυπίας και μίμησης, με τον ποιητή να μην έχει τελικά άλλον οδηγό και γνώμονα «πλην της ιδίας αυτού ψυχής, εις τα βάθη της οποίας προσκλίνων κρυφακούει».

Από πολύ νωρίς (από το 1890, με το άρθρο Πώς εννοούμεν την ποίησιν), ο Παλαμάς τοποθετεί στο κέντρο της ποιητικής του το δημιουργικό υποκείμενο (Απαντα, 15, 237). Η ατομική ποιητική διάνοια για τον Παλαμά δεν είναι παθητικός δέκτης μιας ακατάληπτης έμπνευσης ή μια απλή μίμηση κάποιων προτύπων. Ο ποιητικός νους αναδιαμορφώνει τον κόσμο. Το δημιουργικό πνεύμα αναπτύσσεται ελεύθερα, δεν εκλέγει με προμελέτη τον δρόμο του, δρα ασυνείδητα και μπορεί έτσι να αφομοιώνει ανόμοια ή και αντίθετα στοιχεία (Απαντα, 2, 311). Με αφετηρία τη δημιουργική δύναμη αυτού του πνεύματος, ο Παλαμάς διερευνά τις διαφορές μεταξύ πρωτοτυπίας και μηχανικής μίμησης, με την πρώτη να αποκαλύπτει την πνευματική συγγένεια όλων των λαών και να καθιστά σαφές πως η πνευματική επικοινωνία είναι απαραίτητος όρος εξέλιξης στη λογοτεχνία. Σημειώνει, πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο για το οποίο μιλούμε («Η φαντασία και η πατρίς», 2, 384): «Οταν δεν είναι γενεσιουργός η διάνοια, τα έργα αυτής και τα ιδόντα το φως υπό την μάλλον αυτόματον και απηλλαγμένην πάσης έξωθεν επηρείας ώθησιν, είναι ως καχεκτικά πλάσματα εκ προώρου πυρετού. Είναι ως πρόχειρα και ατελή... Αύτη είναι η μίμησις υπό την πονηράν σημασίαν της λέξεως, ελάχιστόν τι διαφέρουσα της μάλλον κακοτέχνου παραχαράξεως. Εξ εναντίας, όταν είναι γενεσιουργός η διάνοια, τα έργα αυτής, άτινα συνηθέστατα βλέπουσι το φως μετά διασταυρώσεις και συγκρούσεις και συζεύξεις ιδεών και δογμάτων, εντυπώσεων και συγκινήσεων, έξω χρόνου και τόπου, πέραν των ορίων των πατρίδων και υπό το φως παντοίων επιδράσεων και ξένων και αλλοφύλων, τα έργα ταύτα φέρουσιν έκαστον κατά το μάλλον ή ήττον ζωηράν, την σφραγίδα της ιδιαζούσης ατομικότητος».

Ο Παλαμάς θεωρεί αβασάνιστη τη γνώμη του Εφταλιώτη για εθνική λογοτεχνία, αν και αποδέχεται ότι «υπό την ατομικήν λανθάνει κάπου η εθνική ψυχή». Το πρόβλημα που καθιστά ασαφή την έννοια του εθνικού χρωματισμού είναι ότι αυτός δεν είναι κάποιο ζωηρό και ευδιάκριτο χρώμα αλλά μια λεπτή, δύσκολο να συλληφθεί, απόχρωση. Ο εθνικός χρωματισμός δεν πρέπει να χτυπά στα μάτια και να δίνει την εντύπωση  πολιτικού προγράμματος ή εθνογραφικής πραγματείας. Πρέπει μεν να υπάρχει η εθνική πνοή αλλά «ως λανθάνουσα, υπό την ιδιάζουσα και ξεχωριστή μορφή της καλλιτεχνικής δημιουργίας». Ούτε η γλώσσα, ούτε η εκλογή των θεμάτων (η ηθογραφία για παράδειγμα), ούτε η ρητορική επίδειξη περισσής φιλοπατρίας καθιστούν ένα έργο εθνικό. Με σαφήνεια ο Παλαμάς ξεκαθαρίζει επίσης πως ούτε η χρήση της δημοτικής γλώσσας απαλύνει το δυσάρεστο αίσθημα όταν ένα έργο είναι άμουσο και άτεχνο. Δεν αρνείται βέβαια την επενέργεια του τόπου, του χρόνου και της εποχής, «την δύναμιν των διαφόρων φυσικών και ηθικών περιβαλλόντων, άτινα συναποτελούσι την ιδιάζουσαν φυσιογνωμίαν εκάστης φυλής και εκάστης εθνικότητος  και τον μοιραίον αυτών αντίκτυπον εν τη φιλολογία». Η δημιουργική φαντασία ωστόσο «δεν επηρεάζεται μόνον από τους εξωτερικούς τούτους παράγοντας. Μύριαι άλλαι δυνάμεις εσωτερικαί, εξαιρετικαί, δυσδιάκριτοι, κληρονομικότητες, αταβισμοί, νευροπάθειαι, υπερευαισθησίαι, του ορμεμφύτου αι λειτουργίαι και αι εργασίαι του ασυνειδήτου, όλα τα εξαιρετικά στοιχεία της υγείας, πολλώ δε μάλλον της νοσηρότητος, εξ ων αναγκαίως αποτελούνται τα λεγόμενα τάλαντα και αι διαλαλούμεναι μεγαλοφυίαι, οι περιττοί του Αριστοτέλους, καθιστώσι τον καλλιτέχνη συγγραφέα τούτο μεν αποκορύφωμα μακροβίου παρελθόντος, τούτο δε προτρέχοντα των συγχρόνων προφήτην αμυδρώς διανοιγομένου μέλλοντος».

Για τον Παλαμά υπάρχει πριν απ' όλα το ποιητικό δαιμόνιο το οποίο «φέρεται έξω και υπεράνω παντός χρόνου, τόπου, εποχής» και αποτελεί μυστήριο το οποίο η επιστήμη δεν μπορεί να διευκρινίσει. Ο ποιητής δεν χρειάζεται να καταρτίσει ένα πρόγραμμα ή να τηρεί κατάστιχα ντυμένα με εθνικά χρώματα. Οδηγός και γνώμονας είναι η δική του ψυχή, στα βάθη της οποίας σκύβει για να κρυφακούσει την τρομερή, άπειρη φύση. «Πάσα άλλη σκέψις και βλέψις –συνεχίζει– ηθογραφίαι, πατριωτισμοί, σελίδες εκ της ιστορίας και της πέριξ κοινωνίας, οσονδήποτε ζωηρά και αν είναι η βαφή των εθνικών χρωμάτων αυτών, όταν δεν είναι ταύτα απλά μέσα, ως παν άλλο μέσον, προς εκδήλωσιν της ψυχής του ποιητού, προς μουσοδομίαν της εν αυτή λανθανούσης μυριοφωνίας, είναι απλούστατα, ο άριστος τρόπος προς καλλιέργειαν και συγκομιδήν κολοκυθιών» (2, 381).

Η οξύτητα της φράσης εκπλήσσει όταν γνωρίζει κανείς την εθνική έμπνευση των μεγάλων έργων του Παλαμά. Την απάντηση σε κάθε υπόνοια αντίφασης την δίνει ο ίδιος: η εθνικότητα του έργου μετριέται με την αυτοτελή και εσωτερική του αξία, με την καλλιτεχνική του αξία. «Εθνική είναι η σημασία των υψηλών και αληθών καλλιτεχνημάτων. Το ωραίον είναι κτήμα εσαεί του Εθνους, όπερ το παρήγαγε. Ο,τι είναι ωραίον εν τη τέχνη, είναι της εθνικής ζωής απόρροια, μία των σημαντικών εκδηλώσεων αυτής» (2, 382).

Αυτό που ο Εφταλιώτης θεωρεί αδυναμία –την απόσταση δηλαδή από την εθνική πραγματικότητα– ο Παλαμάς το θεωρεί δύναμη ενός έργου. Κατά τον 19ο αιώνα, παρατηρεί ο Παλαμάς, η φαντασία πλέον διεθνοποιείται και υπάρχει πλέον μια φιλολογία και μια τέχνη ευρωπαϊκή (2, 383). Και τα όρια της πρωτοτυπίας και της μίμησης; Αυτά δεν είναι όπως θεωρεί ο Εφταλιώτης στην επίδραση από το εξωτερικό αλλά στον τρόπο που γεννιούνται τελικά τα έργα από την ατομική διάνοια υπό το κράτος παντοίων επιδράσεων. Πρωτοτυπία και μίμηση, είναι τελικά έννοιες σχετικές. «Η πρωτοτυπία, λέει ο Παλαμάς, δεν είναι πολλάκις παρά η εναρμόνιος συμφωνία ποικίλων μιμητικών στοιχείων, συνειδητών ή ασυνείδητων» και «η μίμησις ο μέγας νόμος των κοινωνιών και των φιλολογιών» (2, 228- 229). Αλλωστε «εκάστη φιλολογία ανεπτύχθη και υπό την επίδρασιν και υπό την κηδεμονίαν άλλης φιλολογίας ξένης» (2, 376). Καχεκτικά και ατελή, συνεχίζει ο Παλαμάς, είναι όλα όσα δεν έχουν καμία εξωτερική επιρροή. Αντίθετα, σημαντικά είναι τα έργα που βλέπουν το φως μετά από διασταυρώσεις και συγκρούσεις και συζεύξεις ιδεών πριν σφραγιστούν τελικά από την ατομική διανοητικότητα. Και καταλήγει στο περίφημο εκείνο άρθρο του 1899: «Ακούω γύρω μου ψιθύρους χλευασμού και ανησυχίας και θλίψεως. Κ' εγώ ανακράζω: καλώς ήλθατε, καλώς να έλθετε, νατουραλισμοί, συμβολισμοί, ιψενογερμανισμοί και από βορρά και από μεσημβρίας, από ανατολής και δύσεως, όλοι οι εις ισμοί σεισμοί, από τους οποίους αν ανατινάσσονται και συντρίβονται ή εξαφανίζονται τα παλαιά εδάφη, νέαι νήσοι και νέαι στερεαί του πνεύματος αναδύονται και θάλλουσιν» (...) Ο γερμανισμός, αρχομένου του αιώνος τούτου, ανεβάπτισεν εις ύδατα ζωής την ανθρωπίνην Φαντασίαν. Το έργον εκείνον ανέλαβεν ίσως λήγοντος του αιώνος ο Ιψενισμός. Τρισευλογητός ο Ιψενογερμανισμός, ανίσως τα ζωογόνα του ρεύματα φθάσωσι και μέχρι της συγχρόνου νεοελληνικής ψυχής!» (2, 388).

Τόσο αυτό το άρθρο όσο και πλήθος άλλων παρατηρήσεων του Παλαμά δείχνουν πως η ανάγκη της στενής επικοινωνίας με τη Δύση και της εισαγωγής της ευρωπαϊκής παιδείας στην Ελλάδα αποτελούσε πάγια και διαρκή ιδέα στην σκέψη του ποιητή που με πλήρη εμπιστοσύνη στις αφομοιωτικές δυνάμεις του νέου ελληνισμού, δεν είχε κανένα φοβικό σύνδρομο έναντι του φαινομένου της δημιουργικής επίδρασης. Κορυφαία και πειστικά παραδείγματα που επικαλείται ο «Ερωτόκριτος», έργο με επιρροές άμεσες από τον φραγκικό μεσαιωνικό ιπποτισμό που έγινε ωστόσο εθνική εποποιία του νέου ελληνισμού (2, 386) και κυρίως ο Σολωμός που είχε στραμμένο το βλέμμα στην πνευματική κίνηση της Δύσης, στις φιλοσοφικές ιδέες και στα φιλολογικά της αριστουργήματα και τον οποίο χρωστούμε, όπως χαρακτηριστικά  γράφει «εις την ιταλικήν και ευρωπαϊκήν παίδευσιν» (2, 27).

Τις θέσεις αυτές συναντούμε και σε άλλα κριτικά κείμενα της ίδιας περιόδου, όπου διακηρύσσει ότι «αι ιδέαι είναι τα κατ' εξοχήν αποδημητικά πτηνά» (2, 377): «Οι αναφέροντες τα ονόματα του Βερλαίν, του Ερεδιά, του Δανούντσιο, του Ιψεν και ει τινος άλλου προς υποτίμησιν δήθεν των νέων ημών συγγραφέων, ως ακολουθούντων τα κατάρατα οθνεία, δεικνύουν πόσον αξία προσοχής και πόσον αξία υψηλής τιμής είναι η νεωτέρα ελληνική λογοτεχνία, ακριβώς διότι συγκινείται και παρασύρεται και αυτή από τα μεγάλα φιλολογικά ρεύματα τα διασταυρούμενα πανταχού του πολιτισμένου κόσμου. Τα έργα της φαντασίας ανέκαθεν και ίσως περισσότερον εις τους καιρούς τούτους της τεραστίας αναπτύξεως της επικοινωνίας τρέφονται υπό τινα έποψιν με αλληλοδανείσματα» (2, 223). Αλληλεπίδραση και επικοινωνία είναι απολύτως θεμιτές τάσεις. «Δεν αμαρτάνουν» συνεπώς, «προς τα πάτρια», γράφει, «όσοι στρέφονται προς τα έξω και ζητούν από παντού το φως, από παντού την διδασκαλίαν και την έμπνευσιν» (2, 359).
Η ελληνικότητα του Παλαμά υπήρξε βαθιά, ανοιχτή, αφομοιωτική. Απορρίπτοντας τις ιδέες του Εφταλιώτη αλλά και το κήρυγμα του Περικλή Γιαννόπουλου, θα επισημάνει πως «άλλο πράγμα ο φραγκισμός, ο ξεφυλιστικός και εξευτελιστικός που είναι πληγή για μας, και άλλο ο ευρωπαϊσμός. Σήμερα ελληνισμός χωρίς ευρωπαϊσμό είναι κάτι τι μισό και άπλερο» (6, 445). Υπάρχει ένας γενικός ευρωπαϊκός πολιτισμός που αγκαλιάζει όλους (6, 448), σημειώνει με πίστη στην αυτονομία της τέχνης και μιας λογοτεχνίας που δεν έχει «κανένα, έξω από τον ίδιο της τον εαυτό, σκοπό» (Πρόλογος στα Παράκαιρα, 1919, Απαντα, 7, 182). Συγχρόνως όμως ο Παλαμάς έχει ιστορική συνείδηση της λογοτεχνικής πράξης. «Ο ποιητής δεν είναι μόνο της αισθητικής αντικείμενο... είναι και της ιστορίας» (6, 301).

Θα μπορούσε κάποιος διαβάζοντας αυτές τις απόψεις να υποθέσει μια αντίφαση με τον γνωστό εθνοκεντρικό χαρακτήρα του έργου του Παλαμά. Η πραγματικότητα είναι πως ούτε αντίφαση υπάρχει ούτε σημειώθηκε κάποια αποστασιοποίηση από τις θέσεις που αναφέραμε. Αλλωστε ο Παλαμάς έχει αρχίσει ήδη, όταν αναπτύσσει όσα ακούσαμε, να γράφει τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», στον Πρόλογο του οποίου θα περιγράψει τον εαυτό του ως ποιητή που «θέλει να κλείσει μέσα στον στίχο του τους πόθους και τα ρωτήματα του παντοτινού ανθρώπου και του πολίτη τις έγνοιες και τους φανατισμούς» (3, 291), προσθέτοντας παράλληλα πως «δεν είμαι από κείνους που ανοίγουν προγράμματα στο έργο του ποιητή. Ελεύτερα θα δουλέψη ο ποιητής και χωρίς προγράμματα και χωρίς συνταγές και μόνον ακούγοντας την όποια φωνή της καρδιάς του. Μα η αλήθεια αυτή δεν μ' εμποδίζει να στοχάζομαι πως η εθνική μας ποίηση θ' αποχτήση τα πολυτιμότερα λουλούδια της αν ακολουθήση την παραγγελία του Βαλαωρίτη, αν ακουμπήση στην εθνική ιστορία, αν γίνη ηρωική, τουτέστιν επική».

Η διασάφηση του όρου εθνική λογοτεχνία παραμένει ως τις μέρες μας ζητούμενο για τη φιλολογική επιστήμη αλλά και τη λογοτεχνική κριτική. Ακριτες μονομέρειες και ανεπίτρεπτες μεροληψίες οδηγούν εξαιτίας της άγνοιας του συνολικού έργου του ποιητή σε αβάσιμα αξιώματα. Η έλλειψη καθαρών αισθητικών κριτηρίων και ιδεολογικές σκοπιμότητες προσπερνούν το γεγονός ότι το πλάτος της ματιάς του Παλαμά επικαθόριζε πάντα κάθε πάθος ενώ το βάθος του στοχασμού και του αισθήματος, τον διαφύλασσε από κάθε ευκολία, κάθε απολυτοποίηση. Ποιητής της μεγαλόπνευστης και θετικής ορμής, οραματιστής μιας νέας ελληνικής ζωής, της νέας ζωής «που είν' άγνωρο ακόμα τ' όνομά της» [όπως γράφει στην «Ασάλευτη ζωή»], ο κατά τον Νικόλαο Βέη «ποιητικός χρονογράφος της φυλής», αισθανόταν πως ήταν από καταπίστευση προγονική ταγμένος σε μια αποστολή εθνικού ραψωδού, στην αυθεντική έκφραση των πεπραγμένων και των πεπρωμένων του Ελληνισμού. Κι όμως. Παρά το σαφές αυτό αίσθημα ουδέποτε δέχθηκε να τιθασεύσει την έμπνευσή του και να την περιορίσει σε αποκλειστικά εθνικές πηγές. «Εθνικός ποιητής» άλλωστε, όπως είχε γράψει σε χρονογράφημά του ο Παλαμάς στο «Εμπρός» της 14ης Φεβρουαρίου 1910 («Ποίησις και φιλοπατρία»), «δύναται να κληθή και ο ποιητής όστις δεν έγραψεν ούτε ένα πατριωτικόν στίχον, αλλ' είναι απλούστατα, μέγας ποιητής μεταξύ των ομοεθνών συναδέλφων του». Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1934 στην έρευνα του περιοδικού «Μπουκέτο» για τον μεγαλύτερο Ελληνα ποιητή είναι ακόμη πιο σαφής: «Αληθής εθνική ποίησις δεν είναι παρά η ποίησις, χωρίς πατρίδα και εις την υψηλοτάτην αυτής έντασιν» (φύλλο 8ης Μαρτίου 1934).

Ανοιχτός στη διεθνή διαλεκτική των ιδεών μα χωρίς την επαρχιώτικη νοοτροπία που ζητεί ρόλο και κύρος από τη δουλική αναπαραγωγή ξένων προτύπων, με εθνική αυτοπεποίθηση, με πίστη δηλαδή σε μια μακραίωνη παράδοση που αποτέλεσε θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αέναα προσλαμβάνοντας με άνεση και καθαρό νου τις νέες ιδέες όχι ως μετακένωση, για να μορφώσει δήθεν τους ιθαγενείς αλλά για να πάει ακόμη πιο μπροστά τις ιδέες που είναι κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, ο Παλαμάς εκμεταλλεύεται στο έπακρο ξένες ιδέες και τεχνοτροπίες για να εξάρει τελικά εμφαντικότερα τις ελληνικές αξίες.

Ο Παλαμάς αντελήφθη ότι το μέλλον της ελληνικής ποίησης βρίσκεται στη δημιουργική σύνθεση των νέων τάσεων της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και την αφομοίωση των κορυφαίων στιγμών της νεοελληνικής παράδοσης, της λόγιας αλλά και της δημοτικής. «Η Αθήνα δεν υπάρχει πια. Υπάρχ' η Ευρώπη. Δος της,// Ευρώπη από τα σπλάχνα σου της νιοφανερωμένης», όπως θα πει στηΦλογέρα του Βασιλιά (ΙΑ', 138). Ο πατριδολάτρης, όπως αυτοχαρακτηρίζεται, ποιητής, αποστασιοποιείται σταθερά από την κενολόγο φιλοπατρία και καλωσορίζει τα νέα ευρωπαϊκά ρεύματα ως ζωογόνα και ευεργετικά για τη νεοελληνική ψυχή.

Ολοι γνωρίζουμε σήμερα πως η αναγεννητική τομή της παλαμικής ποίησης καθόρισε την εξέλιξη της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και τη συνέδεσε οριστικά με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Με εξαιρετική αντίληψη της όλης ελληνικής παράδοσης στη διαχρονία της αλλά και με εμβριθή γνώση των ευρωπαϊκών λογοτεχνικών τάσεων του καιρού του, έδωσε στην ελληνική φαντασία νέες μορφές. Η συνθετική ποιητική ιδιοσυγκρασία του Παλαμά και η κριτική οξύνοια που όλοι αναγνωρίζουν, από τα τέλη του 19ου αιώνα ήδη, είχαν κατορθώσει να συνδυάζουν υποδειγματικά τον ελληνικό προσανατολισμό με τους ανοιχτούς ορίζοντες στην έμπνευση και την οργάνωση της ποιητικής ύλης, απαντώντας σε σοβαρά θεωρητικά ερωτήματα (όπως π. χ. αυτό της «ελληνικότητας») που τέθηκαν ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1930.

Με τον Παλαμά, όπως θα δει εύστοχα ο Σεφέρης «λύεται ευφρόσυνα ένα υπόκωφο δράμα του ελληνικού λόγου, ένα δράμα δυο χιλιάδων χρόνων... Το παλαμικό έργο είναι ο τόπος όπου γίνεται η ολοκληρωτική πραγμάτωση και ανάσταση του ελληνικού ποιητικού λόγου στη ζωή» (Δοκιμές, Α', 215). Οι οφειλές της Γενιάς του Τριάντα που θα πάρει τη σκυτάλη από τον Παλαμά στον αγώνα για την καλλιέργεια μιας νέας σύνθεσης παρελθόντος και μέλλοντος, με μια αέναη αναζωογόνηση που θα συνθέτει δημιουργικά νεωτερική γραμμικότητα και ανατροπές του μοντερνισμού με την ιστορική ανακύκληση των αρχετύπων, είναι πλέον μεγάλες και αναγνωρισμένες. Η γενιά αυτή συνέχισε την ιστορική ματιά του Παλαμά που έδινε σύγχρονο σχήμα στο εθνικό μας παρελθόν. Και απ' αυτή τη ματιά όρθωσε τα μεγάλα της επιτεύγματα.