Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

"Η αγάπη είναι Δύναμη" της Ρένας Πετροπούλου - Κουντούρη στην Αθήνα



Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ

Παρουσιάζεται το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας "Η Μάχρια της Λήθης" της                       
 Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη στην Αθήνα

Έπειτα από την επιτυχημένη πορεία του πρώτου βιβλίου της τριλογίας "Η Μάχρια της Λήθης" της Ηρακλειώτισσας συγγραφέως Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη, (2014 εκδόσεις Λιβάνη), ο δεύτερος τόμος ‘’Η αγάπη είναι δύναμη’’, βρίσκεται πλέον στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.
‘’Η Μάχρια της Λήθης’’, ένα ιστορικό μυθιστόρημα που ξεκινά από το Λασίθι το 1867 μες στην καρδιά της Κρητικής επανάστασης, απλώνεται  στη συνέχεια και αγκαλιάζει  την Κρήτη των αιματοβαμμένων αγώνων, την Κωνσταντινούπολη των χρόνων της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ του Β’, το Αγιασολούκ και την Έφεσο, το Αιγαίο πέλαγος την εποχή του τέλους της πειρατείας, τη γοητευτική Μασσαλία και το κομψό Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ, ταξίδεψε, γοήτευσε και συγκίνησε τους αναγνώστες σε ολόκληρη την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να περιμένουν με αγωνία τη συνέχεια. Έχει ήδη παρουσιαστεί σε τέσσερις πόλεις και έχει αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές.
Στο οπισθόφυλλο του νέου βιβλίου αναφέρονται τα εξής:
Μασσαλία 1889. Η Μάχρια και ο Ζακ είναι δεμένοι μ’ ένα βασανιστικό ερωτικό πάθος που τους φέρνει στα άκρα.
Τι ρόλο θα παίξει στη συνέχεια ο καλύτερός τους φίλος, ο Φρανσουά;
Και πώς συνδέονται τα γεγονότα κι οι παράλληλοι βίοι της εύπορης και καλλιεργημένης Μάχρια με τη ζωή της Ιταλίδας αγρότισσας Αουρόρα και της Γιαπωνέζας γκέισας Γιούκι;
Ένα πολυφωνικό, σαγηνευτικό μυθιστόρημα, που συνυφαίνει τις ιστορίες και τον αγώνα τριών διαφορετικών γυναικών, παγιδευμένων στις προκαταλήψεις της εποχής τους, ένα βιβλίο-ταξίδι ολόκληρο, που ανοίγεται σε τρία μέτωπα διατρέχοντας δύο ηπείρους, με αξέχαστους ήρωες, καθοριστικές αποκαλύψεις και ανατροπές που κόβουν την ανάσα.
Από το Οριάν Εξπρές, την όπερα της Βιέννης, κλινικές αποτοξίνωσης σε αυστριακά θέρετρα, μεγαλόπρεπα ξενοδοχεία και επαύλεις μέχρι τις αίθουσες διαλέξεων και το ντιβάνι του Φρόιντ, από την απλή ζωή του νότου και τα σκοτεινά βάθη της επιθυμίας, καλά κρυμμένα σ’ ένα ψαροχώρι κι ένα γυναικείο μοναστήρι της Σαρδηνίας, μέχρι την Ιαπωνία στα χρόνια της απώτατης μαγείας της ανατολής, μέσα από τους δρόμους του μεταξιού και του τσαγιού, ο αναγνώστης ανακαλύπτει ένα έργο-ύμνο στην ακαταμάχητη δύναμη της αγάπης, τη μητρότητα, τη φιλία, την αφοσίωση, αλλά και το θρησκευτικό φανατισμό, τις κοινωνικές συμβάσεις του δέκατου ένατου αιώνα, την αρρώστια, το πένθος, τη σχέση με το χρόνο, το δικαίωμα στην ευτυχία. Μια κατάδυση στα βάραθρα της ανθρώπινης ψυχής που εξαναγκάζεται να γνωρίσει τα έσχατα όρια της αντοχής της.



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ο Εκδοτικός Οργανισµός Λιβάνη και τα Public
έχουν την ευχαρίστηση να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση
του δεύτερου βιβλίου της τριλογίας Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ
της συγγραφέως Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη µε τίτλο

η αγάπη είναι
Δύναμη

την Παρασκευή 22 Απριλίου 2016, στις 19.00
στην αίθουσα εκδηλώσεων του PUBLIC
(Πλατεία Συντάγµατος - Καραγιώργη Σερβίας 1, 5ος  όροφος)

Για το βιβλίο θα µιλήσουν:
Βιβή Γεωργαντοπούλου, συντονίστρια λεσχών ανάγνωσης, βιβλιοκριτικός
∆ιώνη ∆ηµητριάδου, φιλόλογος, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας
Αποσπάσµατα θα διαβάσει η ίδια η συγγραφέας
Μουσική επιµέλεια: Λοΐζος Πολυδώρου


Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι καθηγήτρια Σχεδίου Μόδας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Από το 2001 και μετά έχουν εκδοθεί δεκαεπτά βιβλία της . Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα, παιδικά βιβλία (απόσπασμα βιβλίου της διδάσκεται στην Ε’ Δημοτικού) και παιδικό θέατρο, ενώ άρθρα και βιβλιοκριτικές της δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο,  καθώς και σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά.
Είναι συντονίστρια του “Λογοτεχνικού κύκλου Ηρακλείου”. Πρόσφατα το παραμύθι της’’ Αζίρ’’ (συμμετοχή στο πρόγραμμα του Δήμου Ηρακλείου και της ομάδας βιβλίου του Συλλόγου Εκπαιδευτικών «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος», με θέμα το σχολικό εκφοβισμό) έγινε ταινία μικρού μήκους από τους μαθητές της Στ’ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Μεγάλης Βρύσης Ηρακλείου.
Τελευταίο της πεζογραφικό έργο το β’ μέρος της τριλογίας ‘’Η Μάχρια της Λήθης’’ ,με τίτλο  ’’Η αγάπη είναι δύναμη’’ που κυκλοφόρησε πρόσφατα  από τις εκδόσεις Λιβάνη, ταυτόχρονα με τη νέα ποιητική της συλλογή ’’Μινιατούρα’’ από τις εκδόσεις Poema.

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

ΜΑΝΟΛΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ "ΔΙΑΚΟΠΗ ΡΕΥΜΑΤΟΣ"




ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη*


"Η δολοφονία του επιχειρηματία Νοσφεράτου και του αποκαλούμενου "Μεγάλου στόχου" αλλά και η γνωριμία του με τον καθηγητή Ρωμαίο, αναστατώνει τη ζωή του Στέφανου, ενός κατά τα άλλα συνηθισμένου φοιτητή στην Αθήνα. Παράλληλα δίνει νέο νόημα στη θεώρησή του για την αναγκαιότητα του ένοπλου αντάρτικου των πόλεων. Την ίδια ώρα η ανασκόπηση της ζωής του μικρού "συγγραφέα", τα προσωπικά του βιώματα και οι οικογενειακές μνήμες μπλέκονται έντεχνα με ανατριχιαστική δράση, έρωτα και έντονο λυρισμό. Ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα;"Τρία διαφορετικά πλοκάμια μιας πλεξούδας, σ’ ένα ενιαίο και θανάσιμο αγκάλιασμα που περνούν στη σφαίρα του ονείρου μετά τη…"διακοπή ρεύματος" .
Αυτός είναι με λίγα λόγια ο καμβάς της ιστορίας –όπως περιγράφεται στο οπισθόφυλλο-που αφηγείται στο παρθενικό του μυθιστόρημα ο καθηγητής φιλολογίας και αρχαιολογίας  Μανόλης Ζαχαριάδης. Το βιβλίο φέρει τον πρωτότυπο τίτλο "Διακοπή ρεύματος" και κυκλοφορεί από τις " κδόσεις Δοκιμάκης".
Στο σώμα του κειμένου προέχει το βιωματικό υλικό , επίπονα φιλτραρισμένο σε μια γραφή που έχει ανακαλύψει την δική της γραμμή πλεύσης. Ο Ζαχαριάδης ευθύς εξ’ αρχής αποδεικνύεται ικανότατος στο να αναπλάθει ατμόσφαιρα, να συνθέτει καταστάσεις που κινούνται ανάμεσα στο ρεαλισμό και το σχεδόν υπερβατικό, ενώ αναδυκνείεται σε μύστη της γλώσσας, κάνοντας την πειθήνιο όργανό του, ταξιδεύοντας παράλληλα τον αναγνώστη σε περιοχές της μνήμης και του νου, φωτισμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν την μαγεία του πρωτόγνωρου.
Η "Διακοπή ρεύματος" αποτελεί ένα πείραμα πάνω στον ίδιο τον εαυτό του δημιουργού, που ενδύεται χαρακτηριστικά πρόσωπα του μύθου.
Παραδείγματος χάριν, η λατρεία και η βαθιά γνώση του συγγραφέα για την λογοτεχνία, την φιλοσοφία και τη ζωγραφική, αναδυκνείεται δομημένη αριστουργηματικά μέσα από τον λόγο του Πανεπιστημιακού καθηγητή Ρωμαίου, εκείνου ’’με την μπαγιάτικη φρεσκάδα του καλοζωισμένου μεσόκοπου πενηντάρη’’ στην αιφνιδιαστική επίσκεψη που επιχειρεί στο’’ κουλτουριάρικο’’ σπίτι του φοιτητή του, όπως επίσης και ο εσώτερος αντικατοπτρισμός του εαυτού τού λογοτέχνη διακρίνεται έντονα στον αγχωμένο Στέφανο – alter ego του Ζαχαριάδη- στο κομμάτι με την κόπια της Κινηματογραφικής Λέσχης.
Σ’ αυτό το σημείο ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει την αγωνία και το ξύπνημα του πόθου μέσα από τον εφηβικό έρωτα του ήρωα για την δυναμική κι όμορφη συμφοιτήτριά του Κλαίρη, ‘’την ανεπανάληπτη υπερένταση του έρωτα ’’εν τω γενάσθαι’’ , σκηνές του οποίου παρουσιάζονται με τρυφερότητα, πάθος,  παλμό και μοναδική ευαισθησία. Παράλληλα’’ το κακό’’, η δαιμονιώδης συμπεριφορά του κρανοφόρου δολοφόνου-μυστήριο του μεγαλοεκδότη Νοσφεράτου και του οδηγού του-σαφής αναφορά στον δολοφονημένο Ανδρ. Μομφεράτο της εφημ. ‘’Απογευματινής’’ από τους τρομοκράτες της’’17ης Νοέμβρη’’-σηματοδοτεί την εντυπωσιακή έναρξη του μυθιστορήματος , καθορίζοντας την πορεία των γεγονότων που ακολουθούν.
Συνήθως η τεχνική του εγκιβωτισμού, της ένθεσης δηλαδή μέσα στο σώμα της κεντρικής αφήγησης μιας μικρότερης αφήγησης , τις περισσότερες φορές από διαφορετικό αφηγητή, χρησιμοποιείται ήδη από τον Όμηρο. Ο εγκιβωτισμός χρησιμοποιείται για να συμπληρώσει κενά της ιστορίας, να φέρει στο προσκήνιο στιγμές μιας άλλης εμπειρίας, δημιουργώντας αναλογίες με τα γεγονότα του βασικού κορμού, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν παρένθεση μέσα σ’ αυτόν. Μέσα στο εν λόγω μυθιστόρημα παρουσιάζονται δυο παρένθετες ιστορίες , που μπορούν  να λειτουργήσουν και σαν αυτόνομα διηγήματα. Η διακοπή ρεύματος και η Ποδηλάτισσα. Και τα δυο ανάγονται στην κατηγορία της ονειρικής πρόζας, ενώ το υλικό τους  είναι παρμένο από σταθερά σημεία αναφοράς, όπως οι αναμνήσεις, η επιθυμία, το όνειρο και η απώλεια.
 Στην πρώτη ιστορία , που από αυτήν απορρέει ουσιαστικά ο τίτλος του βιβλίου, καθώς και το στιγμιότυπο στην δεύτερη διακοπή ρεύματος μέσα στο βιβλιοπωλείο, όπου ακολουθεί πανζουρλισμός, είναι φανερή η επιρροή από το περίφημο μυθιστόρημα φανταστικού ρεαλισμού του Μιχαήλ Μπουλγκάκωφ ’’Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα’’. 
Στο τρίπτυχο αυτό μυθιστόρημα , η αφήγηση κυλάει αβίαστα , η πλοκή αυξομειώνεται και εναλλάσσεται με τρυφερούς διαλόγους, νοσταλγικά φλας μπακ και  δραματικά κρεσέντο,  δείγμα συγγραφικής άνεσης αλλά και πειστικής μεταφοράς στο χαρτί έντονων παιδικών κι εφηβικών βιωμάτων, χωρίς να κατονομάζεται ο χώρος ή ο χρόνος, που απλά προκύπτει από τα τεκταινόμενα .
Στο μύθο του Κοντορεβυθούλη π.χ. , εντυπωσιάζει η περιγραφή της ταύτισης του μικρού αγοριού με τον ήρωα του παραμυθιού . Από τα μεγάλα συν του βιβλίου ο παππούς αρχέτυπο, ‘’ πιο ευφάνταστος κι απ’ τον βαρόνο Μινχάουζεν, νικητής από την Αλβανία και φανατικός πότης- πραγματικά απολαυστική η περιγραφή της ‘’Ζούγκλας’’ και της ‘’Ασωμάτου κεφαλής’’ και τα δυο αποτελούν παιγνιώδη εφευρήματα του-, ο παππούς , που από την ανεξάντλητη φαρέτρα των παραμυθιών-βιωμάτων του, μαγεύει τον συγγραφέα και τις μεγαλύτερες αδελφές του, ξεδιπλώνοντας ‘’την αισθητική διαπαιδαγώγηση των παιδιών’’,  μια πολύχρωμη βεντάλια μεγάλων αξιών της ζωής, όπως’’ η τέχνη, η ομορφιά, η ομορφιά της φύσης, ο έρωτας,…το αμπέλι,…το κρασί…’’Αξίες που πραγματικά αξίζει να μεταγγιστούν στα πολύχυμα νιάτα.
 Σελίδα με τη σελίδα ξετυλίγονται απολαυστικά τα ανέμελα παιδικά χρόνια του μικρού ’’συγγραφέα’’, πασπαλισμένα με την άχνη ζάχαρη της μνήμης και τη σκόνη του χρόνου, διεκδικώντας την συμμετοχή του συνεπαρμένου αναγνώστη σε άγαρμπα  παιχνίδια ποδοσφαίρου , αυτοσχέδιες κατασκευές αεροπλάνων από καλάμια, ή’’ βάρκες από ρετάλια σανίδας’’.

Η "διακοπή ρεύματος" είναι ένα πολύπλευρο, λαμπρό κείμενο, αισθητικά και δομικά ευφυές σε σύλληψη,  που δεν αρκείται σε μια ρεαλιστικού τύπου αφήγηση με ερωτικά ή παρωδιακά στοιχεία,  αλλά επιχειρεί να καταγράψει πολύτιμες και καταλυτικές εμπειρίες και αναμνήσεις τριών γενεών, του συγγραφέα, του πατέρα του και του παππού του ,τριγυρνώντας στις εύοσμες κοιλάδες των ονείρων, ανασύροντας και επανασυνδέοντας παράλληλα πολιτικά γεγονότα και ραγδαίες κοινωνικές ανακατατάξεις που έφερε η μεταπολίτευση, ιδεολογικά οράματα και δοκιμασίες των ηρώων, οδηγώντας τους τελικά  σε μια επίπονη πορεία αυτογνωσίας.
Το συγκλονιστικό φινάλε-γρίφος του βιβλίου , πέρα για πέρα ανατρεπτικό, εκπλήσσει ολοκληρώνοντας με μαεστρία τον μύθο.  
Ο Ζαχαριάδης ισορροπεί έξυπνα ανάμεσα στον εγκιβωτισμό και την αυτοαναφορικότητα  καταφέρνοντας να μιλήσει για τοπία ψυχής, ιδεολογίας και συνείδησης. Δημιουργεί δε μια μυθοπλασία που αποτελεί σαφώς άσκηση ύφους και γραφής, παραπέμποντας ταυτόχρονα στην πλατωνική θέση: "Η γνώση είναι ανάμνηση".
Μια αδιαμφισβήτητα ολοκληρωμένη κι ελπιδοφόρα πρώτη εμφάνιση,  που εγγυάται μια καλή συνέχεια. Σαφώς αξίζει της προσοχής σας.

Ο Μανόλης Ζαχαριάδης γεννήθηκε το 1958 στην Καλλονή Ηρακλείου. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Εθνικό και  Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα «Διακοπή ρεύματος» το 2009 (Εκδόσεις Δοκιμάκη). Τα τελευταία τριάντα  χρόνια  διδάσκει (και διδάσκεται) στη μέση εκπαίδευση, όπου επίσης εμψυχώνει την ομάδα ανάγνωσης «Λαθραναγνώστες» του σχολείου του. 
*Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι καθηγήτρια Σχεδίου Μόδας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Από το 2001 και μετά έχουν εκδοθεί δεκαεπτά βιβλία της . Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα, παιδικά βιβλία (απόσπασμα βιβλίου της διδάσκεται στην Ε’ Δημοτικού) και παιδικό θέατρο, ενώ άρθρα και βιβλιοκριτικές της δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο,  καθώς και σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά.
Είναι συντονίστρια του “Λογοτεχνικού κύκλου Ηρακλείου”. Πρόσφατα το παραμύθι της’’ Αζίρ’’ (συμμετοχή στο πρόγραμμα του Δήμου Ηρακλείου και της ομάδας βιβλίου του Συλλόγου Εκπαιδευτικών «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος», με θέμα το σχολικό εκφοβισμό) έγινε ταινία μικρού μήκους από τους μαθητές της Στ’ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Μεγάλης Βρύσης Ηρακλείου.
Τελευταίο της πεζογραφικό έργο το β’ μέρος της τριλογίας ‘’Η Μάχρια της Λήθης’’ ,με τίτλο  ’’Η αγάπη είναι δύναμη’’ που κυκλοφόρησε πρόσφατα  από τις εκδόσεις Λιβάνη, ταυτόχρονα με τη νέα ποιητική της συλλογή ’’Μινιατούρα’’ από τις εκδόσεις Poema.

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Δημήτρης Περοδασκαλάκης "Επι γαν μέλαιναν"



γράφει και επιμελείται η Ρένα Πετροπούλου - Κουντούρη*




Εκδόσεις Γαβριηλίδης





Στην  τρίτη ποιητική του συλλογή  που φέρει τον τίτλο Επί γαν μέλαιναν, ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης συνδιαλέγεται με την Ιστορία, καθώς και τον εικονοποιημένο και ταυτόχρονα φιλοσοφικό στοχασμό, κομίζοντας στην ποίηση των καιρών μας των λέξεων την μουσική , την επιλεκτική αναζήτηση στοιχείων, προσώπων και συμπεριφορών μέσα από την καθημερινότητα, ένα παιχνίδι γρίφων του λόγου με τον τόπο. Ευαίσθητος, ευφυής, με έκδηλη ευγένεια και λεπτότητα, με ικανή παιδεία που διαφαίνεται πηγαία μέσα από τους στίχους του, θυμοσοφικός, αινιγματικός, ταλαντούχος και αυθεντικός, όλα τούτα τα γνωρίσματα είναι του ανθρώπου και του έργου του μαζί.

Ο ποιητής στέργει να ψάλλει τις στιγμές, το κέντρισμα, τ’ ακούσματα, την Ιστορία σε πρώτο πλάνο αντάμα με το σήμερα. Καταγράφοντας στιγμιότυπα με το μάτι του περαστικού διαβάτη, αναπλάθει μνήμες δίχως αφηγηματικά φίλτρα, εκμαιεύοντας συγκίνηση μέσα από μια ευφυέστατη, λιτή γραφή με την ακαριαία ματιά ενός φωτογραφικού κλικ, που αποτυπώνει την στιγμή, μετουσιώνοντάς την σε στιβαρό ποιητικό λόγο.

Η τελευταία του ποιητική συλλογή μοιράζεται σε τρείς ενότητες: Επί γαν μέλαιναν (αντλημένη από ποίημα της Σαπφούς),
Στον Χάνδακα εκτάκτως και Πυξ λαξ Αναστάσιμο.

Ο κόσμος του Δ.Π. στο πρώτο μέρος Επί γαν μέλαιναν , ξετυλίγεται μπροστά μας, γήινος, ζωντανός, με την φρέσκια ματιά του παρόντος αλλά και αυτή  τη νοσταλγική του παρελθόντος σε διαδοχικά, επαγωγικά επεισόδια και μορφές βαθύτατα εντυπωτικές( Η υδρόγειος σε κάδο, Η Τάξη, Νάντια Ανζουμάν ), ενώ ο δημιουργός –συχνά με λέξεις ή στίχους δάνεια από τον Ησίοδο και την Σαπφώ, τον Ηράκλειτο ή τον Χαίλντερλιν και τον  Miklos Radnoti ή ακόμη και από τροπάρια ή ψαλμούς της θείας Λειτουργίας - αναπαριστά στην παλαίστρα του λόγου τον αδυσώπητο αγώνα του καθενός μας με τον εαυτό του, ιδιαίτερα στην κορύφωση του τέλους, προσδίδοντας δύναμη ικανή στο όλο ποιητικό σύνολο.

Χαμαιγενείς άνθρωποι κατοικούν τη γη/κι όμως ψηλότερα μπορούν να πάνε/
ή
Ο εμετός της Ιστορίας, τι δυσώδης /σαν την πληγή του Φιλοκτήτη
ή
Πτώμα ο λόγος όζει ήδη στο κενό/

Οι ρίζες του υπεδάφους της ποίησης, που λίγο πολύ είναι οι ρίζες μας , η ζεστή αίσθηση της σκοτεινής γης, η μνήμη που φωλιάζει σε κρυμμένες εσοχές,  η υλικότητα των ανθρώπων- τόσο γήινοι, τόσο σωματικοί, τόσο άνθρωποι- σφύζουν στην ποίηση του Δημήτρη Περοδασκαλάκη, συμμετέχοντας σ’ ένα εν εγρηγόρσει όνειρο που μιμείται την πραγματικότητα.

Διψούν οι άνθρωποι διψούν/ τον κόσμο που τους δόθηκε να ζήσουν/


μαζί διψά κι ο θάνατος/ όσο νερό κι αν πίνει/Είν’ αλμυρή η σάρκα των ανθρώπων.                                  (Δίψα σελ.42)



Τόσα παπούτσια που πηγαίνουν τους ανθρώπους/


σε δρόμους ποιους τα βήματά τους οδηγούν;

                                       (Παπουτσωμένοι μινώταυροι σελ.55)

Τόσο στην δεύτερη όσο και στην τρίτη ενότητα της συλλογής (Στον Χάνδακα εκτάκτως και Πυξ λαξ Αναστάσιμο) η πόλη είναι αυτή που δονεί, ταλανίζει, εμπνέει τον ποιητή, τον κάνει ν’ αναρωτηθεί, να πλάσει, ν’ αναζητήσει θαύματα. Θαύματα που συμβαίνουν δίπλα μας και περιμένουν κάποιον να τ’ ανακαλύψει.

Τα μνημεία
-Μαρτινέγκο, Πύλη Παντοκράτορα, Ναός Αγ. Πέτρου-
τ’ αγάλματα
-Ελ Γκρέκο, το άγαλμα του Αγνώστου στρατιώτη -
κάποιες χαρακτηριστικές φιγούρες της πόλης του Ηρακλείου
 –Ο κλόουν στα Λιοντάρια, Του μπάρμπα Φώτη τ’ αργαστήρι, Αδάμης, ο ηφαίστειος σιδεράς , ο γέρων παπάς της γειτονιάς-
καθώς και η φύση με την θέα της 

μικρούλα μια ροδομηλιά/τρεμόπαιζε στο δείλι με τους ύμνους/


ντύνονται με το φίνο ένδυμα των στίχων, που υφαίνουν η νόηση, η ανάμνηση και η έμπνευση, συνυπογράφοντας μικρές παραστάσεις, δηλωτικές εκφάνσεις του ωραίου.

Ο ποιητής πολεμά στην δική του γλώσσα με την ειδική οικονομία των λέξεών της, απέναντι σε ότι τον στοιχειώνει και τον γητεύει , έχοντας ως αφετηρία τον δικό του τόπο κι εποχή. Εναγώνια μυστικός ή μεταφυσικός στα ποιήματα (Εκτάκτως ο Λόρκα στο Χάνδακα, Ο Δομίνικος στο πάρκο, υπέροχα ποιήματα και τα δυο)

με θραύσματα μαγικού ρεαλισμού στις ‘’Σκαλωσιές’’

Δίπλα στη θάλασσα πόσα κελιά/τάφοι κοχύλια που βουίζουν ψαλμωδίες-

όπως και στο ποίημα ’’Αδάμ που ει;’’

Δυο φλογισμένοι κότσυφες/με μια αστραπή στο ράμφος τους/έγιναν άνθρωποι γυμνοί που’ φυγαν απ’ το δέντρο/



συμπυκνώνει και μεταδίδει βέβαια και ποιοτική ποιητική συγκίνηση.

Στο ‘’Θερινό σινεμά’’ καταθέτει περίτεχνα ευρηματική μνήμη και φαντασία χωρίς εξιδανικεύσεις, ενώ το θρησκευτικό στοιχείο( το θείο και οι τελετουργίες του) αποτελεί από μόνο του μια ολόκληρη θεματική ενότητα –Πυξ λαξ Αναστάσιμο(Άγγελος της Πρωτομαγιάς, Πωλείται, Το μάθημα, Δια χειρός, Για λίγη λάμψη, Λόγος γεγραμμένος, Πυξ λαξ αναστάσιμο).


Ένα ακόμα στοιχείο που είναι ολοφάνερο μέσα στο παρόν ποιητικό έργο, είναι η κοινωνική ευαισθησία που διέπει τον ίδιο τον Δ.Π. και η θέση που παίρνει απέναντι στις ευαίσθητες (αν και πολλάκις άγρια λοιδορούμενες στην εποχή μας)κοινωνικές ομάδες

(Τρίτη ηλικία, άτομα με ειδικές ανάγκες, μετανάστες, άτομα που διώχθηκαν από απολυταρχικά καθεστώτα ή ανήκουν σε χαμηλά κοινωνικά στρώματα), η οποία τον ωθεί να γράψει μερικούς από τους πλέον έξοχους στίχους του (Νάντια Ανζουμάν-από τα ωραιότερα μικρά ποιήματα της συλλογής),

Είναι η Νάντια Ανζουμάν/’εαρ γλυκύ στον κήπο της Χεράτ

Μοίρα Αλλοδαπή, Του κανενός το τζάκετ, η κόρη της Βεργίνας, Αθηνά και Ορέστης ανίατοι, δυο γέροντες Δεκέμβρη στο μπαλκόνι) αποδεικνύοντας την ποιότητά του σαν άνθρωπος και σαν δημιουργός.


 Ένα από τα τεχνάσματα του ποιητικού λόγου , που γνωρίσαμε κυρίως στον Καβάφη, είναι η χρήση της ειρωνείας. Ο Περοδασκαλάκης την υιοθετεί μ’ επιτυχία, σε αρκετά ποιήματα του γ’ μέρους και δεν διστάζει να την μεταχειριστεί με θελκτικό τρόπο. Δεν την αφήνει να διαποτίζει ολόκληρο το ποίημα, αλλά απλά της επιτρέπει να ξεπηδά στους δυο τελευταίους στίχους, λειτουργώντας παραινετικά και με μιαν ιδιαίτερη κομψότητα:


Πιο συνθηματικός να γίνεις ουρανέ/η πόρτα δεν ανοίγει σε αγνώστους/

Δρομέας νύχτας/


Ανύποπτος για τα τροχαία δωματίου/


Έχει οπωσδήποτε αλλάξει η τεχνική/ωστόσο η Ιστορία παραμένει/το πιο διάσημο του κόσμου bodyline./

Στην παρούσα συλλογή είναι εμφανής η βαθιά οικείωση του ποιητή με την Σπιναλόγκα-τρία ποιήματα της ανήκουν- και με ότι αυτή σηματοδοτεί- ουσιαστικά το καθεστώς της αρρώστιας,

Μακρύ τ’ αγκάθι φυτεμένο στο νησί/
Χανσενικών γενιές σ’ αγκίστρι μοίρας/
Καλές ψαριές ενός γιατί/
Που τρύπησε βαθιά ψυχή και σώμα./
                                         (Σπιναλόγκα Ι σελ.36)

σε μεταφυσικές παραλλαγές που ανατροφοδοτούν την θλίψη και το ζόφο -
Απέναντι η Σπιναλόγκα/
Πανσέληνοι νεκροί σκαρφαλωμένοι στα τειχιά/
Στήνουν τ’ αυτί τους για ν’ ακούσουν/
                                    (Πυξ λαξ αναστάσιμο σελ72)

πασχίζοντας ωστόσο να βρει τρόπους εξόδου από έναν κύκλο φθοράς και θανάτου.

Η αναδρομική βίωση επαναφέρει στην επιφάνεια την οδύνη της απώλειας
Έφυγε ξαφνικά ο ποιητής-/
ήταν Χριστούγεννα που ο θίασος τον πήρε.
Έμεινε μόνο το σκυλί στο Θροφαρί/
‘’Γραμματική’’ το φώναζε./
                                ( Κόκαλο χάρτινο, μνήμη Αργύρη Χιόνη)

Παρακάτω ένας πρωτογενής ρυθμός (μελωδία)εκπορεύεται από την μαιανδρική κίνηση-βοή χορού αρχαίας τραγωδίας
 Θα χάσει η γη / θα χάσει η γη / Δεν το μπορεί / Δεν το μπορεί / Το μελανό της χρώμα
(Αλλαγή χρώματος)

ενώ η αυθεντική δραματική διάσταση στο ποίημα ‘’Τηλέφωνος θάνατος’’, λειτουργεί ως σηματωρός.  

Πως ταξιδεύει απ’ το τηλέφωνο ένας θάνατος;
Ποιο ρυμουλκό τον φέρνει στη ζωή μας;

Η ποιητική της αφήγησης συντίθεται ανάλογα με τα υλικά που διαθέτει ο δημιουργός  και αναδεικνύεται ανάλογα με τις ικανότητες, την φαντασία και την εμπειρία του.

Μα που αλλού να ολολύξω;/

Πόνος δικός μου είναι ο κόσμος/
Και μαύρο πάντα το κακό/
Όσο κι αν του λευκαίνουνε τα δόντια/
(Πυρκαγιά)

Σημασία έχει η αίσθηση και η επίγευση που αφήνει τελικά στον αναγνώστη η εκάστοτε κοινωνία του με τον ποιητικό λόγο. Και η επίγευση που αφήνει η ποίηση του Δημήτρη Περοδασκαλάκη είναι  πολυεπίπεδη, λεπταίσθητη και συνάμα δυνατή, όπως αυτή ενός εξαιρετικού και σπάνιου κρασιού που προορίζεται για απαιτητικούς ουρανίσκους.

Τα άψογα αισθητικά και μορφικά τούτα ποιήματα, που μας παραδίδει ο σεμνός, σπουδαίος ποιητής των Νεοελληνικών γραμμάτων, τα γραμμένα με  έμπνευση και μεγάλη γλωσσική και τεχνική δεινότητα , συμπεριλαμβάνονται  σ’ αυτά τα έργα, που μόνον  οξυδερκείς δημιουργοί-παρατηρητές και αναπλάστες μπορούν να συλλάβουν και να αποτυπώσουν με την τέχνη τους διαχρονικά.




 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΡΟΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Γεννήθηκε στο Καστέλλι Φουρνής Λασιθίου το 1965. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου και έκανε τις μεταπτυχιακές του σπουδές. Υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και διδάσκει στο Τμήμα Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή Ρεθύμνου. Έχει δημοσιεύσει άρθρα για την αρχαία ελληνική τραγωδία και τη νεοελληνική ποίηση. Έχει εκδώσει, μέχρι στιγμής  τέσσερις ποιητικές συλλογές. "Μες στο Λευκό και μες στο Μαύρο" (Γαβριηλίδης 2005), "Με τον ξένο" (Γαβριηλίδης 2008), ‘’Επί γαν μέλαιναν’’ Γαβριηλίδης 2012 κ ‘’Παιχνίδι ανοιχτό’’ δης 2015τΕΡΟΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
Γαβριηλίδης 2015.

Επίσης το έργο ’’Σοφοκλής-Τραγικό θέαμα και ανθρώπινο πάθος’’ από τις εκδόσεις

Gutenberg.

-----------------------------



*Η Ρένα Πετροπούλου - Κουντούρη είναι συγγραφέας-ποιήτρια.

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Ποίημα της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη εμπνευσμένο από το''Έγκλημα και τιμωρία'' του Ντοστογιέφσκι.


Ο Ρόντια Ρασκόλνικωφ στη Σόνια Σεμνιόνοβα
Η Σόνια Σεμνιόνοβα στον Ρόντια Ρασκόλνικωφ



Της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη

Εμπνευσμένο από το ‘’Έγκλημα και Τιμωρία ‘’του Φ. Ντοστογιέφσκι

Σόνια 
Άπλωσες τα δυο σου χέρια
Μα δε μού’ δωσες κανένα
Έγκαιρα τα τράβηξες

Ρόντια 
Ένας φονιάς και μια πόρνη
 
Που συναντήθηκαν σ’ ένα δωμάτιο
 
Κάπου εκεί στις εσχατιές της γης
Για να διαβάσουν το αιώνιο βιβλίο
Την Αγία Γραφή

Κι οι δυο καταραμένοι

Σόνια 
Σαν άλλη Μαρία Μαγδαληνή
Σου πλένω τα πόδια
Τα φιλώ
Και κλαίω
 

Κι όμως λόγχιμα βέλη
 
Εξακοντίζονται μέσα απ’ τα μάτια σου

Ρόντια 
Ανυπεράσπιστος μπροστά στο φόβο
Πώς να σταθώ;
Πέφτω ξανά
Σ’ ετοιμότητα θλίψης

Σόνια 
Χαρακωμένες απ’ της άρρωστης ψυχής σου
 
Το κοπίδι
Οι λέξεις σου σπαράζουν

Θα βάλει άραγε ο χρόνος
Μέλι στις πληγές μας;

Ρόντια 
Ο λαβωμένος μου εγωισμός
Μαύρο φίδι
Που μού βυζαίνει όλη νύχτα την καρδιά

Πάλι δε σε φίλησα



                                                Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη
                                                          Από ανέκδοτη ποιητική συλλογή


Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΚΑΙ ΙΝΔΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

                
       
 Της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη





Μελέτη αποσπασμάτων του ‘’Ηράκλειτου ‘’του Ινδού ποιητή, φιλοσόφου, μύστη και στοχαστή ΣΡΙ ΩΡΟΜΠΙΝΤΟ (1872-1950)

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη

Η Φιλοσοφική σκέψη των Ελλήνων είναι ίσως η πιο διανοητικά ενδιαφέρουσα και διεγερτική, η πλέον γόνιμη και διαυγής που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Η Ινδική φιλοσοφία ήταν στις αρχές της ενορατική, με βαθύτερα οράματα, κάτι το ανώτερο και έντονο, αποκαλυπτικό, αλλά και τόσο ισχυρό, ώστε ν’ ανοίξει ατέλειωτους ορίζοντες που παρόμοιους δεν έχει ποτέ συλλάβει η ανθρωπότητα. Όλα πηγάζουν από την θεία και εμπνευσμένη λέξη, τη Μάντρα της Βέντας(γνώση του θείου)
 και της Βεντάντας(σύστημα φιλοσοφίας που διδάσκει την κορύφωση της γνώσης του απόλυτου). Όταν όμως αυτή η φιλοσοφία έγινε διανοητική κι επακριβής και θεμελιώθηκε πάνω στην ανθρώπινη λογική, έγινε ταυτόχρονα και λογικά δύσκαμπτη, μετετράπηκε δηλαδή σε αυστηρά λογική. Ερωτεύθηκε την σταθερότητα και το σύστημα, κι επιζήτησε ένα είδος γεωμετρίας της σκέψης. Ο αρχαίος Ελληνικός νους αντίστοιχα, είχε ένα είδος ρευστής σαφήνειας, μιαν ευλύγιστη ερευνητική λογική. Η διορατικότητα και τα ορθάνοιχτα μάτια της νόησης ήταν τα καθοδηγητικά του χαρακτηριστικά και αυτή η ενδόμυχη δύναμη ήταν που καθόρισε ολοκληρωτικά τον χαρακτήρα και το πεδίο της μεταγενέστερης Ευρωπαϊκής σκέψης.
Κανείς άλλος από τους υπόλοιπους Έλληνες διανοητές δεν ήταν τόσο άμεσος και ενδιαφέρων όσο ο αποφθεγματικός φιλόσοφος Ηράκλειτος, γιατί ακόμα συνεχίζει να προσθέτει στο πλέον σύγχρονο διανοητικό γίγνεσθαι,  κατιτί από την αρχαία ψυχική υπόσταση, τη διαισθητική ενόραση και τα λόγια των αρχαίων μυστών. Η ροπή προς τον ορθολογισμό υπάρχει, αλλά όχι ακόμα η ρέουσα καθαρότητα του συλλογιστικού μυαλού, το δημιούργημα δηλαδή των Σοφιστών.
Το ύφος του Ηράκλειτου δεν είναι μόνο αποφθεγματικό κι επιγραμματικό, είναι και κρυπτικό κι αινιγματικό με το χαρακτηριστικό εκφραστικό ύφος των Μυστών, αινιγματικό με τον τρόπο σκέψης τους που επεδίωξε να εκφράσει τον γρίφο της ύπαρξης, μέσα από αυτή τη ίδια γλώσσα του γρίφου. Τι είναι για παράδειγμα το Αείζωον Πυρ στο οποίο διαπιστώνει την άφθαρτη και πρωταρχική ουσία του Σύμπαντος και το οποίο ταυτίζει με τον Δία και την αιωνιότητα; Ή τι θα πρέπει να κατανοήσουμε με το ‘’ο κεραυνός κυβερνά τα πάντα;’’ Εάν ερμηνεύσουμε αυτό το πυρ
αποκλειστικά και μόνο σαν μια δύναμη θερμοκρασίας και φλόγας ή απλά σαν ένα σχήμα λόγου για την ύπαρξη , η οποία είναι αενάως εν τω γίγνεσθαι, μας διαφεύγει ο χαρακτήρας των λόγων του Ηράκλειτου, ο οποίος συμπεριλαμβάνει και τις δυο ιδέες καθώς επίσης και ότι τις συνδέει.
 Έτσι παραλληλίζουμε τη γλώσσα και τον τρόπο σκέψης της Βέντα, θυμόμαστε το Βεντικό πυρ, τον δημιουργό των κόσμων, τον μυστικό Αθάνατο που κατοικοεδρεύει μέσα σε ανθρώπους και πράγματα, την περιφέρεια των θεών, τον Άγκνι που πραγματώνεται γύρω από τους αθάνατους και που γίνεται και ο ίδιος αθάνατος αλλά συγχρόνως εμπεριέχονται μέσα του όλοι οι θεοί. Ανατρέχουμε στον Βεντικό κεραυνό, την Πυρά του ήλιου, που είναι το αληθινό φως, στον Οφθαλμό, το θαυμάσιο όπλο των θείων ανιχνευτών Μίτρα και Βαρούνα. Είναι η ίδια κρυπτική μορφή γλώσσας, η ίδια πλούσια μέθοδος σκεπτικού και παρόλο που η σύλληψη των ιδεών δεν είναι ταυτόσημη, υπάρχει σίγουρα μια σαφής συγγένεια.
Ο Ηράκλειτος λέγοντας την ρήση’’ Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι ‘’παραπέμπει αυτόματα στον Βεντικό Ρίσι, ο οποίος επικαλείται την Αυγή, λέγοντας ’’Ω Θεά και θνητή’’. Οι θεοί στις Βέντες προσφωνούνται αδιάκοπα ως άνθρωποι, οι ίδιες λέξεις χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν θνητούς κι αθάνατους. Η ενύπαρξη του αιωνίου στοιχείου στον άνθρωπο, η κατάβαση των Θεών στο επίπεδο της θνητότητας, ήταν μια θεμελιακή ιδέα των μυστών. Ο Ηράκλειτος δείχνει να αναγνωρίζει την αλληλένδετη ενότητα μεταξύ αιωνίου και εφήμερου, γι αυτό και οι θεοί εκδηλώνονται σαν πράγματα που αλλάζουν συνεχώς μέχρι που αφανίζονται.


Οι Ουπανισάντ,(Ουπανισσάδες) -μια από τις ιερές Ινδικές γραφές που θεωρείται ως η πηγή της φιλοσοφίας της Βεντάντα-, συνέλαβαν την ίδια αλήθεια όταν αποφάνθηκαν ότι η ζωή είναι υπό την κυριαρχία του βασιλιά θανάτου, την περιέγραψαν σαν το αντίθετο της αθανασίας , επιπλέον δε ανέφεραν ότι όλη η ζωή και η εδώ ύπαρξη δημιουργήθηκαν πρώτα από τον θάνατο ως τροφή του.
Αλλά ας δούμε και την ψυχή. Όταν ο Ηράκλειτος μιλάει για την ξηρή η υγρή ψυχή , δεν σκέφτεται το νου. Η ψυχή αντιστοιχεί με το τσέτας (συνείδηση-νους-καρδιά-ψυχή) ή τσίτα της Ινδικής ψυχολογίας, ο νους με το μπούντι(νοημοσύνη-θέληση-διάνοια) . Η ξηρή ψυχή πάνω στην οποία αναφέρεται ο Έλληνας στοχαστής είναι η εξαγνισμένη συνείδηση της καρδιάς, ο ακρογωνιαίος λίθος της εξευγενισμένης διάνοιας( βισούντα μπούντι –εξαγνισμένη διάνοια). Η υγρή ψυχή διαταράσσεται από το ακάθαρτο κρασί της διονυσιακής έκστασης, την συναισθηματική διέγερση, την ομιχλώδη παρόρμηση κι έμπνευση. Ο Διόνυσος είναι ο θεός της οινοποιημένης έκστασης, ο θεός των βακχικών μυστηρίων των περιπλανώμενων της νύχτας, μάγων, διονυσιαστών, μαινάδων, μυστών , γι αυτό ο Ηράκλειτος λέει πως Διόνυσος και Άδης είναι ένα και το αυτό.

Αρχικά ο νους ήταν περιτυλιγμένος με το συμβολικό, διαισθητικό κι απόκρυφο ύφος και την πειθαρχία των Μυστών, όπως οι Βεντικοί και Βενταντικοί οραματιστές, οι Ορφικοί διδάσκαλοι μυστικών και οι Αιγύπτιοι ιερείς. Πίσω απ’ αυτό το πέπλο, εμφανίστηκε ο νους στο μονοπάτι της μεταφυσικής φιλοσοφίας, η οποία ακόμα συνδέονταν στην προέλευση των βασικών της ιδεών. Στην Ινδία αυτή ήταν η πρώτη περίοδος των Νταρσάνα (θέαση- αυτοαποκάλυψη θεότητας στον πιστό) και στην Ελλάδα, αυτή των πρώιμων φιλοσοφικών στοχαστών. Αργότερα εμφανίστηκε η μεστή περίοδος του φιλοσοφικού ορθολογισμού, στην Ινδία με τον Βούδα και τους Βουδιστές, στην Ελλάδα με τους λογικούς φιλόσοφους, τους σοφιστές, τον Σωκράτη και τους λαμπρούς επιγόνους του. Η διανοητική μέθοδος αναγνωρίστηκε και εξελίχθηκε.
Ο Ηράκλειτος είναι ο πλέον χαρακτηριστικός αντιπρόσωπος αυτού του σταδίου της. Αυτό αποδεικνύεται από το κρυπτικό ύφος, από το βραχύ αλλά φορτισμένο σκεπτικό, μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε την δυσκολία που αισθανόμαστε όταν προσπαθούμε να τον ερμηνεύσουμε και να εκλογικεύσουμε ολοσχερώς την σημασία των νοημάτων του.
Εν κατακλείδι…Το να αγνοούμε τους Μύστες, τους πρωτογεννήτορές μας,( πούρβε-πιτάρα), είναι το μεγαλύτερο ελάττωμα της σύγχρονης θεώρησης, ως προς την διανοητική μας εξέλιξη.
ΠΗΓΕΣ

 Η Ανατολική Φιλοσοφία (συμπληρωματικό φυλλάδιο της Ιστορίας της φιλοσοφίας τον Emile Brehier), P.U.F., Paris, 1941.
 Shri Aurobindo, Heraclite, γαλ. μετ. των D. Ν. Bonarjee και Jean Herbert, 2η έκδ., Lyon,

Ηράκλειτος- AUROBINDO (SRI)-εκδ. Πύρινος κόσμος

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

"Η γεύση της στάχτης" Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη



Η γεύση της στάχτης

Της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη



Απόψε δεν κοιμήθηκε καλά. Δυο φορές σηκώθηκε, πήγε μέχρι την κουζίνα, ήπιε νερό κι έπειτα ξάπλωσε στο πάτωμα κάνοντας ελαφρές ασκήσεις. Του τις έχει συστήσει ο γιατρός. Η γυμναστική κάνει καλό, καμιά φορά αυτή η γλυκιά κούραση μετά την άσκηση καταπολεμά την αϋπνία. Καθώς σηκώνει ένα-ένα πόδι και κάνει αργές περιφορές λυγίζοντας το γόνατο, το βλέμμα του κολλάει στην υγρασία που ολοένα μεγαλώνει κι απλώνεται στο ταβάνι. Προσπαθεί να ξανακοιμηθεί, στριφογυρίζοντας για κάμποση ώρα στο κρεβάτι, αλλάζοντας κάθε λίγο πλευρό… αλλά τίποτα. Σε λιγότερο από ένα λεπτό, πετώντας πέρα τα σκεπάσματα, το αποφασίζει. Ύπνος τέλος.
Ανοίγει το φως του λουτρού και κλείνει σιγά την πόρτα. Η βρύση του νιπτήρα εδώ και μια βδομάδα στάζει συνέχεια. Ο εκνευριστικός της θόρυβος ακούγεται μέχρι τα υπνοδωμάτια. Μπορεί να σε τρελάνει. Η Μάρθα λέει πως της θυμίζει το αρχαίο κινέζικο μαρτύριο της σταγόνας. Τακ, τακ, τακ… Ακριβώς επάνω στο δοξαπατρί του μελλοθάνατου. Πρέπει να φωνάξει έναν υδραυλικό.
Το σπίτι παλιώνει μέρα με τη μέρα. Θέλει συντήρηση. Σαν και τον ίδιο.
Σέρνοντας τις τσόχινες παντόφλες του, μπαίνει στο δικό του υπνοδωμάτιο. Το ρολόι του τοίχου δείχνει πεντέμισι το πρωί. Έξω είναι ακόμα σκοτάδι. Ανοίγει το παράθυρο, παίρνει βαθιά ανάσα. Μπροστά του απλώνονται ορθάνοιχτες η πόλη και η νύχτα.
Το πεντακάθαρο πουκάμισο, φυλαγμένο στο πρώτο συρτάρι της κομψής σιφονιέρας, αναπαύεται διπλωμένο σχολαστικά από τη Μάρθα, τη γυναίκα που τον φροντίζει τρία χρόνια τώρα, από τότε που έπαθε το εγκεφαλικό. Αναδίδει έντονα μυρωδιά μαλακτικού, μάλλον άρωμα λεβάντας. Το ξεκουμπώνει αργά, δίχως να βιάζεται, και το φορά, απολαμβάνοντας για πολλοστή φορά την αίσθηση της καθαριότητας, της φρεσκάδας, της πληρωμένης έγνοιας. Έστω… Από πάνω φοράει ένα μάλλινο γκρι πουλόβερ χωρίς μανίκια, δώρο της κόρης του της Ρόζας τα περσινά Χριστούγεννα, κι ένα παλιό σκούρο σακάκι. Τυλίγει το λαιμό του μ’ ένα κασκόλ. Έχει ευαισθησία, κρυολογεί εύκολα. Ο καιρός έχει κρυώσει, αλλά αποκλείει το παλτό, θεωρώντας το εξευτελιστική παραχώρηση στα γηρατειά.
Προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο, μπαίνει στο σκοτάδι του υπνοδωματίου της Μάρθας. Η μεσόκοπη γυναίκα κοιμάται μακάρια, γερμένη στο αριστερό πλευρό, με το μαξιλάρι αγκαλιά, το στόμα μισάνοιχτο και τα μαλλιά ανάκατα. Για μια στιγμή ανασαλεύει κάτω απ’ τα σκεπάσματα, κάνει μια κίνηση στον αέρα με το χέρι, σαν να θέλει να διώξει κάτι, κι έπειτα το βαρύ σώμα της γαληνεύει. Της αφήνει ένα σημείωμα στο κομοδίνο, για να μην τον ψάχνει κι ανησυχήσει:
“Θα γυρίσω πριν από τις δέκα. Παύλος.”
Στο χαρτί δε γράφει πού θα πάει.
Στο κοντινό γαλακτοπωλείο πίνει ένα φλιτζάνι φρέσκο γάλα. Τολμά να παραγγείλει και μια μερίδα λουκουμάδες. Έχει να τους δοκιμάσει πολύ καιρό. Τελευταία δεν έχει όρεξη. Έχει αδυνατίσει. Τα ρούχα κρέμονται πάνω του. Όταν το παιδί του ιδιοκτήτη τούς φέρνει στο πιάτο, περιχυμένους με ξανθό μέλι, πασπαλισμένους με κανέλα και καβουρντισμένο σουσάμι, οι λουκουμάδες καίνε. Τσιμπά ανόρεχτα έναν, κι αυτόν με πολύ κόπο, αφού πρώτα τον κόβει σε μικρά κομμάτια. Μασά αργά, προσεκτικά, καταβάλλοντας προσπάθεια να καταπιεί τις λιλιπούτειες μπουκιές. Ποτέ δεν κατάφερε να συνηθίσει τις μασέλες. Ύστερα, πλαταγίζοντας τη γλώσσα που στάζει ακόμα μέλι, βγάζει από την τσέπη του ένα κουτάκι με δυο χαπάκια και τα βάζει στο στόμα, στραγγίζοντας ταυτόχρονα το ποτήρι με το κρύο νερό.
Είναι ακόμα νωρίς. Καθώς βγαίνει από το γαλατάδικο, περπατά αργά δίπλα στη μακρόστενη λεωφόρο, περνώντας σύρριζα σχεδόν απ’ τα κατεβασμένα ρολά των καταστημάτων, τις τεράστιες βιτρίνες των αντιπροσωπειών επίπλων, αυτοκινήτων, και ειδών υγιεινής. Στην επαρχιακή τους πόλη, που θυμίζει μικρογραφία μεγαλούπολης, τα πεζοδρόμια είναι αρκετά στενά, το ίδιο και οι δρόμοι που ασφυκτιούν από την ολοένα αυξανόμενη κυκλοφορία, αλλά και από τα παράνομα σταθμευμένα, πανταχού παρόντα αυτοκίνητα. Η ίδια η πόλη μεγαλώνει ολοένα, ανώμαλα, σαν κακοήθης όγκος, θύμα μιας παρανοϊκής αρχιτεκτονικής που ανακατεύει σε ελάχιστα τετραγωνικά όλους τους ρυθμούς. Όπου και να κοιτάξεις, η αισθητική σου πληγώνεται βάναυσα.
Στο δρόμο διασταυρώνεται με υπαλλήλους κι αφεντικά, με μετανάστες που φεύγουν για το μεροκάματο, με αγρότες που κατεβαίνουν στην πόλη για δουλειές. Τα μπλε αστικά λεωφορεία γεμίζουν σιγά σιγά αγουροξυπνημένα πρόσωπα. Συναντά ακόμα σχολικά λεωφορεία που επιβιβάζουν μικρούς μαθητές ή νήπια για παιδικούς σταθμούς, μια-δυο νοικοκυρές που τραβούν για τη λαϊκή σέρνοντας μεταλλικά καρότσια, ζητιάνους που σηκώνονται πρωί για να πιάσουν ένα καλό πόστο σε κεντρικούς δρόμους, σταθμούς, εκκλησίες, νεκροταφεία. Τ’ αυτιά του απολαμβάνουν το διάχυτο θόρυβο ανθρώπινων μορφών, κινητήρων αυτοκινήτων, ραδιοφώνων που εκπέμπουν ειδήσεις, τραγούδια ή σχόλια για την κυκλοφορία ή τον καιρό. Όλα αυτά ακούγονται περισσότερο σαν μουρμούρισμα, είναι όμως σημάδια ζωής. Η ναρκωμένη πόλη τανύζεται. Ξυπνά.
Διασχίζει δρόμους, διασταυρώσεις, περνάει πράσινα φανάρια χαλαρά, με το βήμα ενός συνταξιούχου που ξέρει πως του τελειώνουν οι μέρες. Παρ’ όλα αυτά έχει καιρό, αυτές τις τελευταίες να τις σχεδιάσει απ’ την αρχή, να τις γεμίσει με ό,τι επιτέλους τον ευχαριστεί, ν’ αναθεωρήσει καταστάσεις, ν’ αφεθεί στα όνειρα. Όλοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, έχουν δικαίωμα στ’ όνειρο.
Εκείνος γνωρίζει καλά ότι σ’ αυτή την ηλικία συνήθως αρχίζεις ν’ αναμασάς το παρελθόν, να επιστρέφεις στις αναμνήσεις, να επανεκτιμάς τα πεπραγμένα. Βυθίζεσαι στη θλίψη γι’ αυτά που δεν έκανες ή δεν τόλμησες να κάνεις, κολυμπάς στις ενοχές…
Κι όλα αυτά επειδή βρίσκεσαι στην ηλικία που τα περιθώρια στενεύουν ολοένα και περισσότερο. Έτσι καλείσαι εκ των πραγμάτων ν’ ανασυγκροτηθείς, ν’ αρχίσεις να κλείνεις σιγά σιγά παλιούς λογαριασμούς και, αν έχεις τα κότσια, να δοκιμάσεις να ζήσεις όλα αυτά που δεν έζησες.
Και ναι. Είναι καιρός ν’ αρχίσεις να συμφιλιώνεσαι με το θάνατο.



Στα εβδομήντα τρία του χρόνια, δεν αισθάνεται γέρος. Μια ολόκληρη ζωή αναβάλλει αυτή την κατάσταση, αφήνοντάς την γι’ αργότερα. Δεν παραβλέπει ότι εδώ στάθηκε τυχερός. Είναι ένας άνθρωπος που πάνω του δε φαίνεται έντονα το πέρασμα του χρόνου, ούτε στη συμπεριφορά ούτε στο πνεύμα του. Κι ευτυχώς η πρόσφατη περιπέτεια της υγείας του δεν του άφησε κουσούρια. Ποτέ δεν εμφανίστηκε σ’ αυτόν το βάρος ή η κούραση που με το χρόνο παρουσιάζονταν στους συνομηλίκους του, ποτέ δε χάθηκε απ’ τα ευκίνητα και σπινθηροβόλα μάτια του, που έχουν το χρώμα του ξιδιού, εκείνη η λάμψη που τα τελευταία δέκα χρόνια κρύβει πίσω από ένα ζευγάρι διπλοεστιακά γυαλιά.
Με τα γκρίζα, όπως ενός πενηντάρη, πυκνά μαλλιά του, καλοχτενισμένα με τη χωρίστρα δεξιά, θα ’λεγες πως σ’ όλη του τη ζωή νέαζε μ’ αυταρέσκεια, δίνοντας την εικόνα ενός γοητευτικού, καλοστεκούμενου κυρίου, προσποιητά ανέμελου κι ίσως ελαφρόμυαλου. Ο Μάρκος Αυρήλιος είπε πως η ζωή απαιτεί την τέχνη του παλαιστή κι όχι του χορευτή. Τον παν είναι να μείνεις όρθιος. Τα ωραία βήματα είναι περιττά. Κι όμως, αυτός τα “ωραία βήματα” ακολουθούσε στο μέχρι τώρα βίο του, παραμένοντας ένας “χορευτής” μέχρι τέλους…
Η οικογένεια και οι φίλοι του συνεχίζουν να του καταλογίζουν ότι ασχολείται υπερβολικά με την εμφάνισή του. Είναι περιποιημένος από το πρωί, ακόμα κι αν μείνει στο σπίτι, ακόμα κι αν δεν πρόκειται να συναντήσει κανέναν. Μυρίζει πάντα κολόνια, καπνό, καμιά φορά αλκοόλ, και στα νιάτα του αγαπούσε πολύ το κονιάκ και τη ρακή. Ορμητικός, χωρατατζής, αν και όχι ιδιαίτερα όμορφος, ήταν και παραμένει ένας άντρας που του άρεσε ν’ αρέσει στις γυναίκες. Κι η αλήθεια είναι πως άρεσε στις γυναίκες πολύ. Υπήρξαν μάλιστα αρκετές απ’ αυτές που δε δίστασαν απροκάλυπτα να του το εξωτερικεύσουν, παρά την αυστηρότητα των ηθών της εποχής. Ωστόσο εκείνος δεν αναλώθηκε μπαίνοντας στη δοκιμασία ενός εξωσυζυγικού δεσμού, πάντα ανέβαλλε να βάλει σ’ εφαρμογή τα θέλγητρά του, μη θέλοντας ίσως να πληγώσει κανέναν. Ούτε τη γυναίκα του, αλλά πολύ περισσότερο τα παιδιά του.
Έχει μια κόρη, τη Ρόζα, διαζευγμένη εδώ και τρία χρόνια, χωρίς παιδιά, κι έναν “ανάξιο” γιο, τον Χρόνη, που στα τριάντα τόσα χρόνια του κάνει ακόμα το φοιτητή, ασχολούμενος περισσότερο με τον πολιτικό ακτιβισμό και την Οικολογία, παρά με τις αιώνιες σπουδές του στην Ιατρική. Γενειοφόρος κι αινιγματικός, αναμφισβήτητα γοητευτικός, έρχεται σπίτι όποτε τον βγάζει ο δρόμος ή, μάλλον, η έλλειψη χρημάτων, σκυθρωπός, ήρεμος, σκληρός, με την έκφραση του Τσε Γκεβάρα σ’ εκείνη τη φωτογραφία που έχει ακόμα στο εφηβικό του δωμάτιο, όπου όλα έχουν μείνει ίδια κι απαράλλαχτα από τότε που έφυγε για εκείνες τις σπουδές στην Ιταλία. Συνοδευόμενος κάθε φορά κι από μια διαφορετική “σύντροφο”, συνήθως ξανθιά, αδύνατη, ατημέλητη, ξένη δίχως αμφιβολία.
Η Ρόζα είναι μία μάλλον άχρωμη γυναίκα γύρω στα σαράντα, ψηλή, μοναχική, αμείλικτη στην τήρηση της πειθαρχίας, σφιγμένη, δύστροπη. Έχει κληρονομήσει απ’ τη μάνα της το σχήμα του προσώπου, μακρόστενο, μάλλον οβάλ, το χρώμα των μαλλιών και των ματιών της, που μεταφράζεται σε μάτια μελιά και καστανά σκούρα, κατσαρά μαλλιά, τεντωμένα πίσω με μια πιάστρα ή μια κορδέλα, την ψυχρότητα της έκφρασης. Η Ρόζα, από παιδί, ήταν ανασφαλής, χωρίς παρέες, κλεισμένη στον εαυτό της, έδινε μονίμως την εντύπωση κάποιου που προσπαθεί μετά βίας να χαμογελάσει, σφίγγοντας τα χείλη για να μη φανούν τα δόντια του. Φορά συνήθως σκούρες μπλούζες, κλειστές μέχρι το λαιμό, άχαρες φαρδιές ζακέτες κι οι παλιομοδίτικες φούστες της μόνο που δε σέρνονται στο πάτωμα. Πριν το διαζύγιό της, που τελικά δικαίωσε τους φόβους του, ο περίγυρός της αλλά κι ο ίδιος συχνά αναρωτιόταν πώς βρέθηκε κάποιος που θέλησε να μοιραστεί τη ζωή του μαζί με μια “γεννημένη” γεροντοκόρη. Μετά το χωρισμό της από ένα σχετικά καλόβολο άντρα, που δεν ανεχόταν άλλο τις φοβίες της, την εξάρτησή της από τα ηρεμιστικά, το δύστροπο χαρακτήρα της, αλλά προπαντός την επιμονή της να μην κάνουν παιδιά, η Ρόζα χειροτέρεψε. Τώρα μένει μόνη σ’ ένα σπίτι που της άφησε κληρονομιά η μητέρα της, μαζί με τα βιβλία της και καμιά δεκαριά γάτες. Ευτυχώς έχει τη δουλειά της για ν’ απασχολείται και να βγαίνει απ’ το σπίτι. Δουλεύει στη Δημοτική Βιβλιοθήκη.
Όσο για τη γυναίκα του, τη Σοφία… Στην αρχή την αγάπησε, αλλά μετά του τέλειωσε η αγάπη. Φαίνεται ότι οι άνθρωποι παντρεύονται μόνο όταν δεν έχουν άλλη λύση, από πανικό ή απελπισία ή ίσως για να μη χάσουν κάποιον που δεν αντέχουν να χάσουν. Αυτός παντρεύτηκε για τον πρώτο λόγο. Η Σοφία είχε μείνει έγκυος. Άλλες εποχές τότε. Δε γινόταν αλλιώς. Μονόδρομος ο γάμος.
Αλλά δεν είναι έγκλημα να μην αγαπάς κάποιον.
Του πήρε χρόνια να καταλάβει ότι έγκλημα είναι να προσποιείσαι και να σωπαίνεις, ενώ μεγαλώνει το χάσμα, να ξαπλώνεις με τη σιωπή κάθε βράδυ, να συζητάς στον καναπέ περί ανέμων και υδάτων μ’ έναν ουσιαστικά ξένο. Με κάποιον που δεν αντέχεις να τον κοιτάζεις στα μάτια, βυθισμένος σ’ ένα μείγμα στωικότητας και παραίτησης που αναπαράγεται μέσα σου σαν αρρώστια. Να τρως, να συζητάς, να χαμογελάς, ν’ αγκαλιάζεσαι τα βράδια μ’ ένα λάθος σύντροφο ζωής, χωμένος στο ευεργετικό σκοτάδι που δεν αφήνει να φανεί η πλήξη, η έλλειψη πόθου, που ευτυχώς μπορεί σποραδικά κι όχι πάντα να λειτουργήσει με το υποκατάστατο της φαντασίας, αφήνοντάς σε όμως στο τέλος ημιτελή, μισό, χωμένο κάτω απ’ τα σκεπάσματα μ’ εκείνη τη μόνιμη αίσθηση του ανικανοποίητου… ανακουφισμένο ωστόσο που δε χρειάζεται να πεις τίποτα, να δικαιολογηθείς για κάτι, που μπορείς να προσποιηθείς γι’ ακόμα μια φορά ότι σε πήρε ο ύπνος.
Τώρα η Σοφία που διέθετε την αναίδεια της κακομαθημένης όμορφης γυναίκας, η απαιτητική κι ανικανοποίητη Σοφία, πια δεν υπάρχει. Έφυγε ήσυχα ένα βράδυ στον ύπνο της, πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ανεύρυσμα αρτηρίας στον εγκέφαλο, είπαν οι γιατροί. Εκείνος έλειπε σ’ επαγγελματικό ταξίδι. Ήταν αντιπρόσωπος μιας μεγάλης φαρμακευτικής εταιρείας. Καλύτερα. Δε θα το άντεχε αν ήταν εκεί, αν ήξερε ότι ξεψυχούσε δίπλα του, ενώ αυτός κοιμόταν, ότι το πρωί θα την έβρισκε παγωμένη.
Έμεινε με την πίκρα ότι ποτέ δε συζήτησε μαζί της για τη σχέση τους. Όταν έβρισκαν χρόνο, συζητούσαν για άσχετα θέματα ή θέματα της καθημερινότητας. Για τα παιδιά τους, για τη δουλειά, για τους άλλους. Ιδιαίτερα για τους άλλους.
Λες κι η δική τους ζωή δεν τους αφορούσε. Παρέμειναν μέχρι τέλους ένα άχρωμο, άοσμο, κατσούφικο ζευγάρι, χρόνια παντρεμένο, που έχει εξαντλήσει πια κάθε θέμα συζήτησης.


Ο Παύλος περπατούσε στον ηλιόλουστο δρόμο, κάτω από τις αλέες ενός στενού πεζοδρομίου. Αναμετρώντας μ’ ένα ρεμβασμό αναπόλησης τα χρόνια που έφυγαν, ένιωσε να διακατέχεται από ένα επίμονο αίσθημα απογοήτευσης. Ένιωθε σαν ένα μαθητούδι που γερνούσε… Ο καιρός περνούσε κι αυτός δεν είχε προλάβει να κάνει τίποτα απ’ όσα ήθελε. Ήθελε να φλερτάρει, να ταξιδέψει, να κάνει καλούς φίλους, ν’ ασχοληθεί με τη μουσική, το χορό, ν’ αξιοποιήσει το ταλέντο του στο τραγούδι. Να γλεντήσει. Ήθελε να ζήσει τη ζωή του, όπως ποθούσε… μια ζωή.
Μπροστά στα πόδια του βρέθηκε πεταμένο ένα αναμμένο αποτσίγαρο. Κάποιος ασυνείδητος το ’χε πετάξει άσκεφτα στο πεζοδρόμιο. Ο Παύλος έσκυψε και το μάζεψε, παραβλέποντας μια δυνατή σουβλιά στη μέση του. Σιχαινόταν αυτούς που ρυπαίνουν το περιβάλλον, που πετούν σκουπίδια από δω κι από κει. Με την περιέργεια ενός παιδιού, πήρε στα χέρια του το αποτσίγαρο και το περιεργάστηκε λες κι ήταν κάτι που αντίκριζε για πρώτη φορά. Κρατώντας το ανάμεσα στα δυο του δάχτυλα, επικεντρώθηκε στην πορτοκαλιά, πύρινη καύτρα. Την παρατηρούσε με προσοχή, καθώς καιγόταν, βγάζοντας μικρά, γκρίζα συννεφάκια καπνού, προχωρώντας ολοένα και περισσότερο, κατατρώγοντας το τσιγαρόχαρτο, γεννώντας στάχτη.
 Άφησε το τσιγάρο να καεί μέχρι τέλους. Έμειναν μόνο η γόπα κι η τέφρα. Γκρίζα, φαιά τέφρα. Ό,τι καίγεται, στάχτη γίνεται. Στάχτη.

Η ζωή μου όλη είν’ ένα τσιγάρο, που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω. Κι όταν θα τελειώσει, κέρασμα στο Χάρο, όταν έρθει η ώρα και τόνε τρακάρω…

Το τραγούδι που είχε κάνει επιτυχία ο Στέλιος Καζαντζίδης ήχησε μέσα του παράξενα… Το πεταμένο τσιγάρο στο ρείθρο του δρόμου ήταν ένας συνειρμός, μια υπόμνηση ότι η ζωή του είχε τελικά σπαταληθεί σε ανούσια πράγματα.
Θυμήθηκε πως εκεί κοντά ήταν ένας μικρός δημόσιος κήπος. Ήταν η μόνη ομορφιά στην περιοχή. Σκέφτηκε να πάει. Θα καθόταν σ’ ένα παγκάκι, θα διάβαζε την εφημερίδα του και θα ’πιανε την κουβέντα με άλλους ηλικιωμένους. Θ’ αντάλλασσαν σχόλια για τα νέα, την πολιτική, τον καιρό… Και μπορεί σήμερα να ’χε ξανά την ευκαιρία, αν υπήρχε νεαρόκοσμος στα διπλανά παγκάκια, ν’ αφεθεί να κοιτάξει με την ησυχία του τα ξαναμμένα πρόσωπα των νέων γυναικών, όταν μιλάνε γι’ άντρες.
Ένα μικρό φορτηγό φάνηκε από τη στροφή του δρόμου, φορτωμένο με υλικά για υδραυλικές εγκαταστάσεις. Σωλήνες και σιδερένιες βέργες. Μετά τη στροφή, το φορτηγό ανέπτυξε ταχύτητα. Φτάνοντας δίπλα στον Παύλο, που περπατούσε αμέριμνος στο πεζοδρόμιο –οι σκέψεις του τον είχαν ολότελα απορροφήσει– ένας σιδεροσωλήνας από το φορτίο ξέφυγε ξαφνικά. Διαγράφοντας μια ακανόνιστη τροχιά, ακυβέρνητος, χτύπησε τον ηλικιωμένο άντρα με δύναμη στον κρόταφο. Οι περαστικοί πρόλαβαν να τον δουν να τρεκλίζει και να πέφτει ανάσκελα πίσω, κάνοντας με το χέρι του αυτόματα μια κίνηση για να προστατευτεί. Πάνω από το θόρυβο της κυκλοφορίας, ακούστηκε ολοκάθαρα ο γδούπος που έκανε το κορμί του, καθώς πετάχτηκε στον αέρα, το στρίγκλισμα των φρένων, το «αχ!» που έφυγε απ’ τα χείλη του πριν σκάσει χάμω σαν παραγεμισμένο σακί… Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μετατράπηκε σ’ ένα κουβάρι που κειτόταν τώρα στο ρείθρο του πεζοδρομίου. Το αίμα, κόκκινο, μαλακό, σκούρο βελούδο, κυλούσε ασυγκράτητο πάνω στα μάτια του, έσταζε στο πεζοδρόμιο, έβαφε κόκκινα τα λευκά μαλλιά του, απλωνόταν παντού.
Από το φορτηγό κατέβηκε ένας νεαρός με μια μπλε φόρμα. Είχε χλομιάσει.
«Θεέ και Κύριε…» ψέλλισε φανερά αναστατωμένος.
Έσκυψε πάνω του, έβγαλε ένα μαντίλι απ’ την τσέπη του κι άρχισε να σκουπίζει τα αίματα.
Μια γυναίκα παράτησε τα ψώνια της στη μέση του δρόμου κι έτρεξε να βοηθήσει τον οδηγό. Πάσχιζαν κι οι δυο να σταματήσουν την αιμορραγία. Ο γιος της πλησίασε τον αναίσθητο Παύλο και ψηλάφισε το σφυγμό του, χαμηλά στο λαιμό, στο σημείο της καρωτίδας. Έπειτα κάλεσε το ασθενοφόρο απ’ το κινητό του τηλέφωνο.


Το ασθενοφόρο ήταν εκεί, σταματημένο πλάι στο πεζοδρόμιο. Πλήθος κόσμου μαζευόταν από παντού. Γείτονες, περαστικοί, νέοι, γέροι. Από τα μπαλκόνια των διαμερισμάτων έβγαιναν αλαφιασμένες νοικοκυρές με τις ποδιές, παιδιά περίεργα, νευρικοί συνταξιούχοι. Κοιτούσαν αναστατωμένοι τι γινόταν κάτω στο δρόμο. Μόλις πριν από λίγο, ένας άγνωστος άντρας με είχε ειδοποιήσει τηλεφωνικά ότι είχε συμβεί ένα ατύχημα στον πατέρα μου. Είχαν βρει πάνω του, μαζί με την ταυτότητα, και το νούμερο του τηλεφώνου μου. Έφυγα σαν τρελή απ’ το σπίτι, χωρίς πανωφόρι, μόνο την τσάντα μου πήρα, παραλίγο ν’ αφήσω το φαγητό στο φούρνο. Την τελευταία στιγμή θυμήθηκα να τον κλείσω. Ούτε την πόρτα του σπιτιού δεν κλείδωσα. Μέχρι να ’ρθω εδώ αλαφιασμένη με το πρώτο ταξί που βρήκα, οι τραυματιοφορείς μετέφεραν πάνω σ’ ένα φορείο το σώμα του πατέρα μου, σκεπασμένο με μια κουβέρτα. Το φόρτωσαν στο νοσοκομειακό.
Πρόλαβα να δω τα καλοχτενισμένα του μαλλιά, πνιγμένα στο αίμα, τη βαθιά ουλή με το σκούρο κόκκινο της αιμορραγίας στο μέτωπο αριστερά, απ’ όπου η ψυχή του πάλεψε για να φύγει. Αναχαιτίστηκε προσωρινά, μα λίγα λεπτά πριν φτάσω, του γλίστρησε απ’ το στόμα… Δεν τον πρόλαβα… Δε με περίμενε…
Έμεινα σοκαρισμένη να κοιτώ τα αίματα στο πεζοδρόμιο, στο δρόμο. Σαν κάποιου ελαιοχρωματιστή να του είχε αναποδογυρίσει κατά λάθος κόκκινη μπογιά.
Προσπάθησα να σκαρφαλώσω στο ασθενοφόρο. Δε μ’ άφησαν.
«Θέλω να πάω μαζί του» είπα σιγανά κι έκανα άλλη μια προσπάθεια.
«Λυπάμαι» είπε κάποιος με στολή που θα συνόδευε τη σορό στο νεκροτομείο. «Δεν επιτρέπεται.» Ύστερα ένευσε αποφασιστικά, κι ο τραυματιοφορέας έκλεισε τις πόρτες.
Περπάτησα σαν χαμένη ανάμεσα στους περίεργους που είχαν μαζευτεί. Μερικοί απ’ αυτούς μου έσφιγγαν τα χέρια, μου εύχονταν κουράγιο, ένας μάλιστα προσφέρθηκε να με πάει στο νοσοκομείο ή στο σπίτι μου. Τον ευχαρίστησα, αλλά αρνήθηκα τη βοήθειά του.
Περπατούσα, περπατούσα χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω… Κάτω από μια υπερυψωμένη διάβαση, κάθισα κατάχαμα. Τα αυτοκίνητα περνούσαν σταθερά, το ένα πίσω από το άλλο, πολύχρωμα, γυαλιστερά σαν παιδικά παιχνίδια. Κανείς δεν μου έριξε ούτε μια ματιά. Ψαχούλεψα στην τσάντα μου για τα ηρεμιστικά μου. Δεν τ’ αποχωρίζομαι ποτέ. Τα ’χω τόσο ανάγκη… Δεν αισθάνομαι καλά. Τώρα τελευταία, τα παίρνω όλο και σε μεγαλύτερες δόσεις, χωρίς να συμβουλεύομαι το γιατρό μου. Απελευθερώνουν μέσα μου μια ομίχλη που τη χρειάζομαι. Με κάνουν να βλέπω τα πράγματα πιο όμορφα, τυλιγμένα σε πέπλα, απαλά… Κατάπια δυο χαπάκια μαζεμένα, χωρίς νερό. Ήθελα λίγο νερό. Το στόμα μου είναι ξερό. Κολλάει. Το ναρκωτικό νικά τον εσωτερικό πόνο, τον πόνο της ψυχής. Μετά όμως το σκοτάδι διπλασιάζεται.
Ένα νεαρό ζευγάρι πέρασε με τα πόδια στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Σύρθηκα πίσω από μια τσιμεντένια κολόνα, κουλουριάστηκα στη σκιά της κι έγειρα από την αριστερή μεριά, από κει που ακουγόταν ο χτύπος της καρδιάς μου. Ο χτύπος του πόνου.
Μέσα στο μυαλό μου σύννεφα, μια γκρίζα αταξία. Όλα γύριζαν. Βρέθηκα στο πουθενά. Πρέπει να με πήρε ο ύπνος. Και τότε τον είδα. Λευκοντυμένο, γελαστό, να στέκεται δίπλα σε μια πύλη ορθάνοιχτη, τυλιγμένο στη μεγάλη λευκή λάμψη…
«Μπαμπά, μπαμπά έγινες άγγελος. Ένας άγγελος που ήρθε να μου δείξει το δρόμο. Δε λες λέξη. Οι άγγελοι δεν έχουν μιλιά. Αλλά τα μάτια σου είναι ανοιχτά. Βλέπεις. Κρίνεις. Τα δικά μου είναι κλειστά. Είμαι ακόμα βυθισμένη στη νάρκη των εγκόσμιων. Γελάς, αλλά είσαι μαρμαρωμένος σε στάση απορίας και θλίψης. Κι εγώ είμαι μαζί σου πέρα απ’ τις θάλασσες, αιωρούμενη στον αέρα. Πονάω. Πονώ παντού… Ήθελα να σ’ ακολουθήσω. Τι κρίμα όμως… πέθανες και δεν πρόλαβα να σου πω, ποτέ στ’ αλήθεια δε σου είπα πόσο σημαντικός είσαι για μένα, πόσο σε χρειάζομαι, πόσο θα μου λείψεις… πόσο σ’ αγαπώ. Συγχώρεσέ με που δεν ήμουνα ποτέ η κόρη που… σου άξιζε.»
Ένα αδέσποτο σκυλί ήρθε κοντά και με μύρισε. Η υγρή του μουσούδα, η ερευνητική του ανάσα. Γρύλιζε μ’ ευχαρίστηση. Το άφησα να μου γλείψει το πρόσωπο, τα χέρια, την αλμύρα απ’ τα δάκρυά μου. Στο πεζοδρόμιο δίπλα μου είχαν φυτεμένο ένα καχεκτικό, ασθενικό δεντράκι μέσα σ’ ένα στρογγυλό, τσιμεντένιο παρτέρι, γεμάτο χώμα, καμένα σπίρτα κι αποτσίγαρα.
Η ζωή ξεπηδά απ’ το χώμα. Η ζωή καταλήγει στο χώμα… Το σπίρτο κάηκε κι έσβησε. Το τσιγάρο τέλειωσε. Στο στόμα μου σφιχτά κρατώ τη γεύση της στάχτης.