Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Γιώργος Βέης, Ανοικτό Τετράδιο κι άλλα ανέκδοτα Ποιήματα

Αναδημοσίευση:

 yorgos-veis.jpg
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ 


ΑΝΟΙΚΤΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ
ΕΜΠΕΙΡΙΑ
[2]
Ακακία· όχι ανάμνηση αλλά δικαιωμένο παρόν-
άργησε φέτος ν ΄ ανθίσει·
στον ίσκιο της σήμερα αισθήσεις πάλι φίλντισι
ένα μισάνοιχτο στόμα της μουσικής
η εμφανής βεβαιότητα των φύλλων
εκείνα τα σημάδια της πάλης με το χιόνι
τα λεπτά δάχτυλα του Μαρτίου
η περηφάνια του δάσους σ ’έναν και μόνον κάλυκα
πόσο σού μοιάζει αυτή η έπαρση
και η σαγήνη μαζί·
(έχω σημειώσει κι άλλοτε:
στην παρακμή των καρπών
το μέτρο των ονείρων·
πατημένα μήλα,
φλούδες που ήταν κάποτε ο κόσμος
χυμένα σπλάχνα χρωμάτων
χρυσόμυγες, τυφλά σκουλήκια
εκδικούνται ή θέλουν άραγε να ματαιώσουν εικόνες;
απλωμένα μυστικά περιμένουν τη λύση τους
αλλά το χέρι που έβαλε τις φωτιές
κι έκανε τα δέντρα θάνατο θέλει κόψιμο θάνατο.)
Πόσο σού μοιάζει αυτή η έπαρση
και η σαγήνη μαζί·
εννοείται ότι σου γράφω με κάρβουνα, δεν έχω χαρτί
χούφταλα κλαδιά γεμίζουν τους δρόμους, δεν έχω χαρτί
αλλά σκουπίδια, στα μάτια μιαν ίωση χρόνου
που βλέπει από τώρα κιόλας πλανήτες στάχτες
κι έναν άνθρωπο ξεχασμένο στη γωνία των ματαιοτήτων
σ’ όλα εκείνα τα ξέπνοα «δεν», τα «ίσως θα έπρεπε»
που ξεστόμισε χωρίς να ξέρει τίποτε
μέσα στο φως περιμένει από καιρό μιαν άλλη θέα,
ένα άλλο τοπίο φιλόξενο να τον στεγάσει, να τον σκεφτεί
όχι ως μέγα κρίμα αλλά ως συγχώρεση.
Μη με περιμένεις πια, κλείσε αμέσως θέση σ΄ αυτό το όνειρο
εκεί θα βρεις άλλωστε, μεταξύ άλλων, την ίδια την ακακία
του πρώτου στίχου.
ΕΜΠΕΙΡΙΑ
[3]
Από παλαιότερα φύλλα ημερών:
«Όσα έχουμε σήμερα: ξερά φύκια
Πατημένα σπλάχνα ζώων στις δανεικές λεωφόρους
Πεταμένα λάστιχα αυτοκινήτων στη σκοτεινή εξοχή
Αναποδογυρισμένες, ιερές χελώνες
Μεταχειρισμένα ονόματα της αθανασίας.»
Όπως τα κρυπτικά αρχικά γράμματα κάποιων ιερών βιβλίων
Ταξιδεύουμε ή μήπως ονειρευόμαστε τον κόσμο
Κάθε φορά που η αναχώρηση μάς τάζει τα πάντα
Παίρνοντας τη μοίρα από το χέρι
Να περπατήσουμε στο φως των θαυμάτων
Αλλά και στις νύχτες των πέντε ηπείρων
Όπως τα κρυπτικά αρχικά γράμματα κάποιων ιερών βιβλίων
Σοφοί γέρασαν μα δεν τα διάβασαν ποτέ σωστά
Τι άραγε περιμένεις από μένα
Μια ιστορία πανικού είμαστε κατά βάθος όλοι
Δυο χούφτες ζυμάρι που κάηκε κατά λάθος
Ήδη από τον γαλαξία ξεγραμμένοι
Αστρική σκόνη άντε με το ζόρι.
Από παλαιότερα φύλλα ημερών:
«Τρύπια πλευρά της κιβωτού
Που δεν έσωσε στο τέλος κανέναν
Κι άραξε εδώ, στην κώχη της μαύρης πέτρας
Κουφάρι που το κοιμούνται οι τρελλοί.
Όσα έχουμε σήμερα: πίσσες
Τ’ ακοίμητα μάτια των τεράτων.»
Στο κύμα βυθίζεται το σώμα
Ώρα φαγητού ή πνιγμού από λύπη
Σαν κούκλα που ξέχασαν παιδιά στην άκρη του δρόμου
Ωκεανός ή κρεβάτι άδειο από νόημα
Η δυσκολία των εφήμερων ερώτων
Ένα καλοκαίρι που δεν ήρθε ποτέ παρά μόνον λόγια
Να γίνει όμως μάθημα μεταπτυχιακό
Το φιλί που φέρνει τα πάνω κάτω
Όχι λόγια· πόλεμος ανεξαρτησίας των κυττάρων
Όπως τα κρυπτικά αρχικά γράμματα κάποιων ιερών βιβλίων
Που άλλα θέλουν να μηνύσουν
Κι άλλα δέντρα ιδεογράμματα όλο εκδίκηση και ανήμερα
Ξεφυτρώνουν στη στροφή απότομα
Να κρύψουν τους θησαυρούς της γης
Να μην τους μολύνει η αδικία των διπόδων
Μόνο το απόγευμα φτάνει για να δει κανείς αλήθειες
Του καιρού το πλήρες φορτίο
Το νόημα που γλιστράει σε λάθος
Γιατί η νοσταλγία είναι υπόθεση ορατή
Από την κλείδα στο αυτί περνάει πάντα,
Να βρει να ριζώσει να γίνει άγιο εσύ-
Κι άλλοτε και τώρα:
«Ένας τρύπιος ουρανός
Ούτε μια σταγόνα δεν κρατάει
Από παντού χρυσάφι χύνεται και πέφτει στα μαλλιά μας:
Εμείς, βέβαιοι πως είναι όνειρο, φιλοσοφούμε.»
Εκτός βέβαια κι αν δείξουμε επιτέλους
Την ταπεινότητα που μας έμαθε το βρύο
Ή έστω λίγη από τη σοφία του Γκαίτε
«Ο κόσμος ανήκει σε όσους ξέρουν να περιμένουν.»
Από παλαιότερα φύλλα ημερών ψαλιδίσματα
Τεμάχη, ψίχουλα, στην ανάγκη τα πάντα
Που θέλει το κορμί για να ξεπεράσει με δόξα
Κι αυτή τη νύχτα γενναίο, αλλά με προδοσία ραγισμένο.
Πρωινή δροσούλα
Μάθαμε κάτι από φαινόμενα και δάση;
Δεν κουράστηκαν να μας το λένε οι δάσκαλοι
Ευτυχώς κάτι θυμόμαστε ακόμη:
Μια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο
Πόσο όμως έχουμε δει φύση;
Ερωδιούς από κοντά, για παράδειγμα;
Ηφαίστεια μήπως;
Πόσο έχουμε ακούσει δάκρυα;
Έχουμε άραγε διαβάσει καλά
Το σώμα; (Από το πρωί μάς ανήκει.)
Τι πάει να πει, άραγε, εκείνο το μισοξεχασμένο:
The body dies; the body’s beauty lives;
Θα απαντήσουμε; Θα απαντήσεις ποτέ;
Ας ανοίξω το ρήμα το παράθυρο
Στο διχαλωτό ποτάμι αυτής της μνήμης
Παρεμπιπτόντως λέγεται Νείλος
(Ή ό,τι άλλο προλαβαίνεις να πεις)
Καθώς αναποδογυρίζει η μέρα
Μαζί με τους πίνακες του δωματίου
Τα έπιπλα, τα βιβλία,
Τους όρκους των ερώτων
Και μπαίνει θριαμβευτικά ο τρίτος
Παγκόσμιος πόλεμος
Θα κάνουμε το παν να ξεμπερδέψουμε
Εγκαίρως όλες τις κλωστές του θανάτου
Τη σκευωρία του χαμένου χρόνου
Να ξεπλύνουμε καλά καλά
Το μέλλον από τα σκουπίδια της σκέψης
Πόσο να τρέξουμε στον πάγο
Ή στο λιοπύρι, μόνοι με άλλους;
Φυσάει δυνατά Οδύσσεια
Κι έχουμε πιει τόσο πολύ
Κι έχουμε πει τόσα πολλά για τον άνεμο
Τον θεϊκό που φέρνει έλεος και στοργή
Παντού μέσα στα ερείπια του κόσμου
Ίσως τώρα να μάς πάρει μαζί του
Χωρίς επιστροφή χωρίς αστέρια
Μόνο όχι εδώ μόνο όχι εδώ
****
ΑΠΛΗΣΤΙΑ
Σαν όλα εκείνα που προηγήθηκαν
Θα μπορούσε κι αυτό να ήταν ένα εύρημα
Αλλά είναι ο λύκος των στιγμών.
ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΑΠΛΗ) ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
«Μέσα από τα φύλλα της πορτοκαλιάς
περνά η μέρα, καθαρίζει τα φτερά της
ασημένια λόγια αιωρούνται: μεσημέρι.
Με το δεξί χέρι δείχνεις τη θάλασσα,
μια απουσία ύλης, αύριο θα την πεις
αναχώρηση. Φυσάει,
τ’ αυτιά μου γέμισαν χώμα, φίλτρο αλήθειας.»
Έγραψα κι έμεινα εκεί.
Να θυμηθώ ακόμη να θυμηθώ:
«Τ’ αυτιά μου γέμισαν αλήθεια, φίλτρο άμμου
φυσάει, επιστροφή
μια παρουσία, η ύλη, αύριο θα την πεις
θάλασσα (πάλι και πάλι)
με το αριστερό χέρι δείχνω
τ’ ασημένια μου δευτερόλεπτα –
πώς κατρακυλούν, πώς επιστρέφουν εδώ που είμαι,
πρωινό στο Κάιρο, ή σκέψη Φολέγανδρος –
περνά το ίδιο γεράκι πάντα
καθαρίζει τα φτερά του στο απόβροχο
άχρονο!
Γράφω και μένω εδώ
παρόν
ανεξάντλητο.
ΠΥΛΙ, ΚΩΣ
Όταν ξανοίγει ο καιρός
με τις μπιγκόνιες του και τις κληματαριές να μιλούν
τα δρομάκια να ψιθυρίζουν αισθήσεις και Ιπποκράτη
τον ουρανό να κατεβαίνει στους εξώστες
και στα μπαλκόνια της εξαίσιας θέας
τότε είναι που με μαθαίνει να διαβάζω
να βλέπω από την αρχή ορίζοντες
πρόσωπα και μεγέθη του κάλλους – ή του μύθου
γιατί τίποτε δεν ζει μόνο του εδώ,
δεν χαίρεται παρόν, δεν χάνεται
μέσα στον εαυτό του σα να ήταν μονάδα –
ακόμη και το φως επιστρέφει από το παρελθόν
στα σπίτια, στα δέντρα ν’ αγγίξει το όνειρο του βίου
να διαμορφώνει μνήμη και γραφή.
Το Πυλί – όπως πύλη – δεν είναι χωριό
αλλά φρόνηση,
όριο της συμφιλίωσης των όντων
και των άλλων, που υποψιαζόμαστε
να ζουν ανάμεσά μας
και δεν ξέρουμε ακόμη τ’ όνομά τους.
Θα έρθω πάλι στο Πυλί
με το πρώτο πλοίο του Ιουλίου.
ΝΕΙΛΟΣ, ΤΡΙΤΟΣ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ
«…ζω μέσα στους χάρτες
στους δρόμους, στα ονόματα της προδοσίας
μέσα στην έπαρση της ανεμοθύελλας
ξεθωριασμένες καρτ ποστάλ είμαι
ενώ στο νεύμα της ετοιμόγεννης αντιλόπης
πάντα ο ακέραιος κόσμος μού δείχνει…»
Ξεφυλλίζει άλλη μια φορά το παλιό ημερολόγιο
θέλει να σκίσει όποια σελίδα κιτρίνισε στα ψεύδη
στις επινοήσεις μιας αθλιότητας κατακτήσεων
δεν καταλαβαίνει αν είναι ακόμη αίμα και σκέψη
ή μήπως έγινε κιόλας στάχτη
ή το χειρότερο
μια θλιβερή ανάμνηση εμπορίου και αποικιοκρατών.
Λέει να τα ξεχάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα όλα αυτά
να γυρίσει πίσω, να αλλάξει όνομα και ήπειρο
να ξεπουλήσει όλη την πείρα του ολέθρου-
το ξέρει βέβαια, είναι άπατρις
δεν θ’ αργήσει ν’ ακυρωθεί μέσα στους θορύβους.
Το χάδι της άμμου σε όλο του το κορμί τώρα
συνομιλεί ήδη με τις σκιές του δειλινού
ένα παραμιλητό στις όχθες του ποταμού ονείρου
που άλλοι το είπαν καταξίωση.
Ν, ΟΠΩΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
I
«Μόνο λήθη περιέχει αυτό το απόγευμα;»
Πες το καλύτερα από την αρχή χωρίς ντροπή
με τα μάτια κλειστά στη δυνατή βροχή του Μάρτη
«Μόνο λήθη μάς μαθαίνει αυτό το απόγευμα;»
Ξεναγοί και φύλακες τα τρυγόνια, θεμέλια
ναών πυρπολημένων φορτωμένα τώρα με
γαλήνη θα γίνουν η θετή μας πατρίδα, μέρες
σαν το πόσιμο νερό κύλησαν μέσα σε φράσεις
επιμύθια των ιστορικών, άγονη γραμμή
χαρτί ο πολιτισμός τσαλακωμένο, αέρας
το σηκώνει ψηλά μαζί με τα πουλιά των βάλτων·
κάθε πλανήτης που ανάβει πιο κοντά μάς φέρνει
σε ό,τι έδειξε το κάρμα, σε όποιο όνειρο
μάς λέει ότι είμαστε κι εμείς σώμα αστρικό.
II
Κι η ακρόαση μέρα νύχτα, γιατί έτσι πρέπει
με το αυτί απαλά στη χλόη, μέσα στις ρίζες
βαθιά στην ιστορία των χαμένων μας ερώτων
το μυθικό παρόν, το βλέπω: κέρδος καθαρό·
θα’ ρθει η δίκαιη στιγμή να τα χωρέσει όλα
να γίνει ο καιρός έλεος, το ταπεινό χρώμα
άσκηση ζωγραφικής για τα παιδιά μας είναι ο
Παράδεισος- λέξεις που χάθηκαν, ξαναβρέθηκαν
όπως χρυσάφι, ντύνουν απληστία και οδύνη
όσα θέλησες με τόσο πείσμα, σκεπασμένα πια
από τις ήττες οικογενειών, σε αναζητούν·
κι ο ουρανός, αυτό το σπάταλο βλέμμα, μια λύση
ευκαιρίας, το κέλυφος των επινοήσεων·
με λένε κόκκο της άμμου, μαθαίνω να θυμάμαι.
III
Στις πορείες, στην έρημο των δωματίων πάντα
ως τις ανάσες του τέλους, ο σύντροφος, ο τρόμος
θες να μάθεις πώς προφέρεται σωστά η θάλασσα
μόνο απορίες είσαι, σαν την άγρια φύση:
«Σαν τους αγγέλους του Ταλμούδ, που αφού το θεό τους
υμνήσουν, γκρεμίζονται μετά στην ανυπαρξία
όλοι μαζί, έτσι κι εγώ θα σβήσω στο στόμα
στο χάος του «μάλλον όχι» και του «δήθεν ναι» χωρίς
να προλάβω την άνοιξη, το άλλο καλοκαίρι;»
Το τραπέζι είναι στρωμένο, θα μείνεις μαζί μου
έτσι κι αλλιώς έξω ο κόσμος στον τροχό είναι
των πολέμων δεμένος, στην κατάρα της πείνας·
το παράθυρο έχει ήδη ματώσει, η πόλη
άκυρη, ανεβαίνει κόμπος στο λαιμό η νίκη.
IV
Η αγαλλίαση, από πού άραγε να φτάνει
ως εδώ, το κρασί έχει τελειώσει τα τσιγάρα
δεν έχουν νόημα πια, λυδία λίθος η λέξη
που μόλις μού έδωσες: «ανάπαυση». Σαν το νέο
χιόνι όλα ξαναγυρίζουν στη θέση τους, τρελά
πετούν από χαρά τα χελιδόνια που μας βλέπουν
από την κόλαση να επιστρέφουμε γεροδε-
μένοι, θητεία που έληξε σε γνώση μυστική·
έλα ας θάψουμε βαθιά στην αυλή μας τη θλίψη
του χειμώνα και την ανώφελη εγκαρτέρηση
μέσα στις θύελλες των εποχών, είμαστε από
το χώμα που ξέρει τη βοσκή του, θα περάσουν οι
αιώνες για να φτάσουμε πάλι εδώ: Μεθώνη
πυγολαμπίδων μαρμαρυγή, σταθερή πορεία.
ΛΑΦΥΡΑ
1
Την πρώτη φορά πέρασα σχεδόν από πάνω του
σα να ήθελε να με τραβήξει,
να με πάρει στο φως και στις σκιές του-
δεν έδωσα και πολύ σημασία
το αεροπλάνο υποσχόταν άλλωστε νέους ορίζοντες
από το παράθυρο μου μπέρδευα ξανά
αποστάσεις κι επιθυμίες.
Τώρα που περπατώ
ένα – ένα τα μονοπάτια του
και το ακούω,
δεν έχουν τέλος τα τραγούδια του
μετρώ στους κορμούς δέος
και φρόνηση
δάσος με τις σημύδες.
2
…κατάλαβε αμέσως ότι δεν θα έμενε τίποτε όρθιο πια έτρεξε με όση δύναμη είχε να φτάσει πρώτο στο άνοιγμα της μάντρας να χυθεί από στο βουνό να βρει άγριο κοπάδι δεν θα έμενε τίποτε πίσω ούτε να βοσκήσει ούτε σταγόνα νερό να πιει κι έτρεξε οι φλόγες τού έκαιγαν ήδη τα κέρατα ένα μικρό δίπλα του είχε γίνει μπάλα φωτιάς και τον τρέλαναν οι στριγκλιές από την κάπνα δεν έβλεπε τίποτε πήρε λάθος δρόμο και κουτούλησε τον τσοπάνο κάρβουνο αλλά ήταν κάρβουνο ο τσοπάνος του; και δεν μπορούσε να τρέξει άλλο ούτε έβλεπε το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο να του τρυπήσει τα πλευρά μόλις πρόλαβε να στρίψει στη ρεματιά αλλά μπερδεύτηκε στα σκίνα και πήρε φωτιά από κάτω του σύρθηκε στις πέτρες να την σβήσει αλλά καίγανε πιο πολύ τώρα τα σωθικά του οι πέτρες καίγανε πιο πολύ κόλλησαν πάνω του αλλά δεν ήταν να γυρίσει πουθενά ήξερε ότι θα έμενε εκεί δεν είχε μάθει τίποτε μόνο να είναι ήξερε αλλά θα ξυπνούσε δίποδο άτριχο στο όνειρο του Θεού να του ζητήσει λόγο και μαχαίρι να σφάξει όλα τα άλλα δίποδα στο δάσος που γέλαγαν μύριζαν ανθρωπίλα και ούρα κι είχαν λόγο γύρναγαν μέσα στα βάτα να κάνουν τι δεν ήθελε πια άνθρωπος να γίνει αλλά να μην καίγεται ήθελε και να πεθάνει ήθελε μέσα στον κάμπο ήρεμο με τ ΄ αδέρφια του αλλά δεν πρόλαβε κι έγινε άνθρωπος να κάψει το κριάρι….
*******************************************
ΚΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Σ’ έμαθε να περπατάς, να βλέπεις·
το μεσημέρι χάνεται μέσα στη βροχή
φεύγει με τα πουλιά,
θαμπώνει
σα να γράφεται αλλού
σχέδιο με πενάκι μάλλον
στη ράχη ενός ροδάκινου
φαίνεται όμως πάλι στη θέση του
όταν ξανοίγει ο καιρός
με τις μπιγκόνιες του να λάμπουν
όταν διαβάζεται ο ουρανός
σαν πίστη
ξεπροβάλλει
ο κήπος.
Εξάντας, εκείνα τα λευκά ροδόδεντρα
Οι παιωνίες πάλι δεν χόρτασαν βροχή
το χνούδι των φύλλων σ’ εκλιπαρεί τώρα
για λίγες ακόμη σταγόνες
νερό σπέρμα σάλιο
ό, τι να’ ναι.
Τώρα τουλάχιστον σε συναντώ συχνά,
δεν έχω παράπονο ούτε για το κρύο,
ούτε για τη βροχή,
έγινες κι εσύ παντός καιρού
(από παλιά συνήθεια βέβαια συνεχίζω
να σε διεκδικώ)
πας κι έρχεσαι στον κόσμο,
αλλά σ΄ ακούω, σε μυρίζω, σ’ έχω πάνω
μέσα
δίπλα στα νοτισμένα μούσκλα,
ίσως άφθαρτη,
σαν τη μνήμη ενός πρωτόλειου χαδιού.
Ένα αεράκι από τον Υμηττό είσαι
χωρίς καμία απολύτως σημασία για τους άλλους
χωρίς καν όνομα για το ληξιαρχείο των παθών μας
για μένα μόνο παραμένεις σταθερά
ένα ασπαίρον θέρος επίγνωσης.
Ακακία
άργησε φέτος ν’ ανθίσει
στον ίσκιο της αισθήσεις φίλντισι
ένα μισάνοιχτο στόμα της μουσικής
τα λεπτά δάχτυλα του Μαρτίου
πόσο σού μοιάζει η έπαρση
και η σαγήνη μαζί.
Το βουνό είχε γύρει προς τη δύση
πέρδικες πετούσαν άφοβα μες στα σπίτια
γαλάζιο φως γλιστρούσε πάνω στην πεδιάδα,
σαν επιθυμία.
Το αγιάζι τώρα
η ευεργεσία
ο κορυδαλλός αρχίζει την ιστορία.
Ένα σχέδιο διαφυγής
στην ενδοχώρα των μυστικών
ματαιώνεται:
στον ύπερο του λωτού
καρφώθηκε η λιμπελούλα.
Υγρό μαύρο κλαδί
νιφάδες χιονιού γράφουν πάνω του
όσο κι αν τις πιέζει ο χρόνος
προτού λιώσουν
εκείνες γράφουν συνεχώς,
προλαβαίνουν τη λέξη :
πλή ρω μα
πλή ρω μα
Στο βάθος λεηλασίες πάλι,
πόλεμοι, επαναστάσεις
πτώσεις των αυτοκρατοριών,
η ώρα του τίγρη,
τα σείστρα του λύκου·
εδώ μπροστά σου,
κοντά στο φράκτη οι μωβ υάκινθοι επιμένουν,
δείχνουν σταθερά
αβατάρ.
Είναι το πράσινο φως
διυλισμένο φτάνει έως εδώ
αφήνει στα μέσα φυλλώματα των δέντρων
ένα χνούδι από το σύμπαν·
να έρθω μαζί σου;
«Αυτά τα κίτρινα λουλούδια,
τι είναι άραγε;
δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω
μέσα στο σούρουπο που μπήκε στην καρδιά
- χρυσάνθεμα
ή μήπως ιδέες ρόδων;»
ρώτησε ο ογδοντάχρονος δάσκαλος
της ρητορικής.
Στα βλαστάρια της φτέρης,
στην άκρη του κήπου
παίζει μια αλκυόνη
τσιμπολογάει τίποτα και πάντα.
Πλησιάζεις, δεν βιάζεται
ξυπνάς μέσα στις φωνές
ενός άλλου κόσμου
με φτέρες τεράστιες που φτάνουν ως τη γη,
αλλά δεν κατεβαίνεις
θέλεις να μείνεις αλκυόνη
μέσα στις αλκυόνες.
Δεν αλλάζει τίποτα
αψευδέστεροι
μάρτυρες οι παιωνίες του χειμώνα:
ανακύκληση
όλα είναι εκεί
κρυμμένα στην απειλή του χιονιού.
Φύλλα λωτού, περγαμηνές ειδήσεων
από το μέλλον μιας συντέλειας
στις ίνες του μίσχου
κι άλλα αποτυπώματα σοφίας·
οι βροχοσταγόνες,
αν τις αν διαβάσουμε σωστά,
εξηγούν τα υπόλοιπα·
να σπουδάσουμε έστω και τώρα
φυσική.
Η ιτιά βουβή σήμερα
από το πρωί ούτε ένα χρησμό.
Ο αυλός μόνο λέει τ’ όνομά σου
από το αντικρινό λιβάδι
θα το σκεπάσει όμως κι αυτό
η νεροσυρμή·
κατεβαίνει σε λίγο από το όρος
Φούτζι.
Όπως το μη βάρος του ουσιώδους,
η μουσική δηλαδή από το φλάουτο
του δόκιμου μοναχού
έτσι ακριβώς και το μήνυμα φτάνει από εκεί
που δεν το περιμένουμε
χωρίς μεσάζοντες,
χωρίς φιλοφρονήσεις
μιας ασήμαντης ρητορείας
όχι τόσο διφορούμενο ή δυσνόητο
αλλά ξαφνικά δικό μας
σαν το σκοτάδι
που δεν μπορούμε βέβαια να το πούμε
ούτε καν να το δείξουμε
λες και είναι κλεμμένο διαμάντι
ατίμωση ή έκλαμψη
θα ενωθεί όπου να ’ναι με τα χρώματα του φθινοπώρου.
Καθαρό θυμίαμα
προσφορά ανυπόκριτη
για τις ψυχές των προγόνων
από την αυλή των γειτόνων.
Η χαρά της άνοιξης;
Ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς
η χλωρή σκιά,
όχι σαν απειλή ∙
η έλευση
η αναχώρηση
η έλευση
μια συντροφιά,
οι μέλισσες.
Η βερικοκιά λύγισε
οι καμέλιες μάδησαν με την πρώτη ανάμνηση
δαγκωματιές του νοτιά στο κορμί
τατουάζ νόστου·
σ’ έχω τόσο επιθυμήσει αυτές τις ημέρες
που λες και θ’ ανοίξει τώρα το τοπίο στη μέση.
Ο κούκος μού το έχει πολλές φορές,
θέλει να σε προϋπαντήσει
προτού γίνεις βροχή.
Κούφια η ώρα που τ’ ακούει:
τα βατράχια κοάζουν σκληρό μέλλον
τα τζιτζίκια τρελαίνονται πάλι από μάταιο παρόν
αλλά κι οι γρύλοι τη συντέλεια λένε
μόνο το παρελθόν είναι εδώ χρυσόψαρα
(ή χελώνες)
Τα μαύρα πασουμάκια,
μεταξωτά,
με αγριολούλουδα
και πεταλούδες γύρω-γύρω
τα φοράς
σε ζεσταίνουν το χειμώνα
στο όνομα εκείνης που σου τα χάρισε.
Θα σε πάνε αργά ή γρήγορα στον κήπο της,
να κατέβεις από εκεί
στα μαύρα δωμάτια
του νεκρού
φιλιού
της
με τον βήχα σου
να μην
στα
μα
τά
ει.
Υπόσχεση
που ανανεώνεται κάθε μέρα
την ίδια ΠΑΝΤΑ ώρα·
είναι ο τρυποκάρυδος,
που ψάχνει ακόμη το όνομα,
το επίθετό σου,
στο ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΕΝΤΡΟ απέναντι
πρώτη σειρά
στο πολυσύλλαβο δασάκι
μετά το κλάμα.
Εξάντας είναι η επιστροφή
το χέρι σου καθώς με ψάχνει
ρωτά
σφίγγει
σπρώχνει να με στηρίξει στη λεμονιά
να με φυτέψει θέλει δίπλα της
στο χώμα μπαμπάκι
στο αείποτε.
Ο κήπος υπαινίσσεται τόση ώρα
τόση ανάγνωση
πως ζούμε σ’ έναν κόσμο με νόημα:
έμβλημα της άνοιξης,
το φίδι μόλις ξύπνησε,
μας προσπερνά μειλίχιο,
ξέρει δικαιοσύνη,
χάρη.
Εννέα είναι οι άβυσσοι,
επιμένει ο κινέζος σοφός.
Σε μια απ΄ αυτές,
χορταριασμένο άνοιγμα,
παρτέρι παγίδα
ανεβαίνω.
Tου έπεσαν όλα σχεδόν τα μαλλιά
αλλά συνεχίζει να σκάβει τα πρωινά,
να ραντίζει
να μπολιάζει
θεός αγύριστο κεφάλι
να κάνει το χώμα ευθάνατο.
Παραινέσεις του φθινοπωρινού αυλού
από κάπου πολύ κοντά
ίσως από το πάντοτε των ίσκιων
φτάνουν ως εδώ
την στιγμή που σκύβεις να μαζέψεις
τα φύλλα της κόκκινης καμέλιας
μόλις το αγαλματάκι από νεφρίτη σε αναγνωρίσει
ο κήπος ανοίγει απότομα –
υποσχέσεις μιας ανώδυνης μεταφυσικής:
του τριζονιού το κήρυγμα.
ΟΔΗΓΟΣ
Ο κόκκινος ιβίσκος
σβήνει τελευταίος
μια ζωή σε περιμένει
να μάθεις γράμματα
αριθμούς
αποχρώσεις.
Έχεις διαλέξει και βαστάς:
τους πλησιέστερους φίκους
για την καλλιγραφία του πρωινού,
το περιποιημένο νεκροταφείο
που ανεβαίνει έως την κορυφή του λόφου
για τις ανάγκες της προοπτικής,
τη φυτεία του καουτσούκ
την αφήνεις ως συνήθως για το βάθος της σκηνής,
τα άνθη της κανέλας
είναι βέβαια ό,τι αρμόζει
για το περιθώριο της νοσταλγίας.
Απόγευμα των διαψεύσεων
στη λιμνούλα με τους γυρίνους
καθρεφτίζεται με τις ώρες
ο τρυφερός
ο μνησίκακος
χειμώνας
Ένα ζευγάρι γαρδέλια
ακίνητα, με παρατηρούν:
εξημερώνοντας παρελθόν,
σκάλισα, πότισα έως εδώ ματαιοδοξίες,
διδακτορικό στα λασπόνερα.
Δύσκολο, βαρύ πρωινό
ξεδιψάει όμως με τα πέταλα της βροχής
ο κοκκινολαίμης
αμέριμνος
ή μάλλον όχι
ένα κλαδί είναι ο κόσμος
και θα σπάσει
γι’ αυτό σε λίγο θα πετάξει
μήπως και σωθεί.
Στα χαμηλά κλαδιά του σφενταμιού
ένας κόρακας
δεν κρύβεται
μόνο αλλάζει το φως
σε πένθος.
Δύσκολα τις ξεχωρίζεις στο ημίφως
αλλά είναι εκεί
τρέμουν
επιζούν οι σουσουράδες
σαν λεπτεπίλεπτες
πολύπειρες
όπως οι σκανταλιές των μικρών παιδιών.
Μπήκε από ώρα στο δωμάτιο
μα δεν μπορεί να βγει
χτυπιέται
ματώνει στους τοίχους
τσακίζει τα υπέροχα φτερά του
δεν ξέρει από παγίδες και σχέδια θεού·
οι τρίλιες της οδύνης
το βροχοπούλι μαθαίνει τρόμο.
Τα μπαμπού στο απομεσήμερο
φωνήεντα
εύηχο διαρκές παρόν
φόρμιγγες κυριολεκτούν
Λάο Τσε.
Τα πουλιά παρεμβαίνουν στις υποθέσεις των ανθρώπων.
Επιβάλλονται συχνά με τον τρόπο τους.
Τα φτερουγίσματα
οι φωνές
το τραγούδι τους
σκεπάζουν στο τέλος τα λόγια
τις πράξεις
ό,τι δηλαδή μας υπαγόρευσε μια σκοτεινή φύση.
Είναι αναμφισβήτητα η πλειονότητα.
Οι φρουροί των τάφων μας.
Βασιλίσκοι με τα κίτρινα λοφία·
στη σκιά τους μεγαλώνει,
βλέπει από μικρή το αίμα,
τη φώτιση
κι άλλα θρέμματα πτερωτά
η άνοιξη.
Μάρτιος.
Βίαια,
απότομα
έτοιμα να ξεκολλήσουν τον καιρό
από τα ημερολόγια
ν’ ανέβουν στον ουρανό με πείσμα
τ’ αητομάχια.
Είναι πολύ κοντά,
βλέπω καθαρά τους λαιμούς,
τους τέλειους ρυθμούς
σε λίγο θα μ’ έχουν φτάσει
αλλά έχω σχεδόν πετύχει να δυσπιστώ
δεν θέλω να με παρασύρουν πάλι
στον ουρανό τους,
-όσο ανυστερόβουλος κι αν φαίνεται-
οι γυπογέρακες.
Κατεβαίνει κι ανεβαίνει στο δέντρο
σαν φιλί σε γδαρμένο από τα χρόνια λαιμό
ξέρει απ’ έξω τα γυρίσματα του καιρού
και προσέχει τα παιδιά
να μην το πιάσουν για παιχνίδι
κατεβαίνει
κι ανεβαίνει το δέντρο
σαν ελπίδα
σαν δύναμη,
το πόσουμ.
Τα φλαμίνγκος ξαφνικά χαμηλώνουν
πάνω από τη λίμνη γυαλί
έτοιμα να βουτήξουν
στην ευωχία του τυχαίου
τα συγκρατεί τι όμως και για πόσο;
Σαν αναποφάσιστα τώρα
να δώσουν πολύ θάνατο.
Εκείνα τ’ άσπρα πουλιά χαμηλώνουν κι άλλο
γερανοί της Σιβηρίας,
οι αργυροτσικνιάδες των μεγάλων αποστάσεων
στο ειλητάριο του δικού μας ουρανού τώρα
δημότες της φυγής.
Κοιτάζει αλαφιασμένο το κλαδί του
φοβάται πολύ γιατί το ξέρει καλά
ποτέ δεν κάνει λάθος
ο τυφώνας ξεκίνησε ήδη απ’ το νότο
από τη μέση του ωκεανού αυτή τη φορά
κι έρχεται να το πνίξει
ακούει
βλέπει τα πάντα το ορτύκι
ώρες πολλές προτού συμβούν
γι’ αυτό και τρέμει τώρα
αλφάβητο του πανικού
μέσα στο μάτι του καιρού.
Πετούν κιόλας μακριά
μόλις που διακρίνονται
στην ομίχλη της παραλίας
θα έχουν στεγνώσει τα αίματα στα φτερά
στα ράμφη
ωριμάζουν μέσα στη γοητεία της αρπαγής
οι κορμοράνοι.
Τα χρώματα ντύνουν τα θηράματα με στοργή
η υπέρταση κομψότητα του απογεύματος
ένα γεράκι αγέρωχο
ανεβαίνει τον σιβυλλικό ουρανό
στα δέντρα
στα μονοπάτια
στο φρύδι του βουνού
γραφές πεπρωμένου
κάτω η Γουινέα του Ισημερινού, το Καμερούν
το γεράκι επιμένει όσο ποτέ άλλοτε
θέλει να δει,
να καρφώσει ζωή·
η αξιοπρέπεια αυτής της πτήσης.
Αφήνει πίσω του σήμερα
ένα σημάδι στο χώμα
σαν αποχαιρετισμός
στο νόημα του κόσμου
το ρακούν.
Λόχμη από διήγημα, βιβλική και μαύρη
ο φασιανός σταμάτησε ν’ ακούσει με προσοχή
λέξεις που ηχούν σαν σπόροι
να πέφτουν στο πιάτο τ’ ουρανού.
Στα δρακόχορτα ένα ρίγος,
σα να κουνήθηκαν·
μάλλον θα πέρασε η ζωή μας.
Δεν είναι πια το αδέσποτο
γιασεμί της ειλικρίνειας
ούτε βέβαια το άρωμα
ενός ανέμελου χθες
αλλά ο βρυχηθμός του λυκόφωτος.
Η τσίχλα έχει κιόλας κουρνιάσει
σε μια παράγραφο ερήμου
δικαιωμένη
άτρωτη.
Οι ερωδιοί σ’ αφήνουν να πλησιάσεις
με την άνεσή σου
είσαι άλλωστε ο ατροφικός,
ο άσχετος των πτήσεων.
Η ξέχειλη τάφρος σ’ εμποδίζει να τους φτάσεις.
Το απόγευμα βουτηγμένο στον αυθεντικότερο ίασπι
διαδηλώνει την υπεροπλία του.
Γίνεσαι στο μεταξύ κάτι άλλο
στην άκρη των μυστηρίων.
Ένας ερωδιός θα σε αναγγείλει σε λίγο·
είσαι ήδη ένας ζωηρός κυπρίνος.
Όσο και να θέλει
όσο και να επιμένει
δεν μπορεί άλλο να κρυφτεί
σ’ αυτό το φύλλο με τις λέξεις
ο συκοφάγος από τη Μάνη
εξέχει
τρέμει το ράμφος
η ουρά του,
ένα παράπονο.
Το νεροπούλι ξαφνιάστηκε
αλλά ήταν μόνο η φωνή σου
σε αναγνώρισε αμέσως μέσα στις ψυχές-
γύρισε πάλι στα καλάμια του.
Λέει και ξαναλέει
η βρύση στο βατράχι να περιμένει λίγο ακόμη
αλλά εκείνο επείγεται
τρέμει
θέλει να ρουφήξει ει δυνατόν
τα πάντα
έτοιμο από ώρα
να κατεβάσει ακόμη και τον ουρανό
σε μια σταγόνα.
Έρχεται σχεδόν στο ύψος μου
βουτηγμένο στα σκουπίδια
στην άκρη της πλατείας
αναποδογυρίζει σημασίες πολιτισμού
κάτι να βρει να φάει
αλλά ήρεμο,
λες και πέρασε δύο φορές μέσα από την
αιωνιότητα
το μαραμπού.
Πάνω από τη λίμνη με τα τραγούδια,
στο Μεσολόγγι,
το αργό
σίγουρο πέταγμα του πελαργού
πάνω από τη λίμνη της Καστοριάς,
το ψιλοβρόχι να τονίζει λεπτομέρειες προθέσεων
φτερών
η ίδια επιβεβαίωση των μετεωρισμών αυτή τη στιγμή
πάνω από τη τεχνητή λίμνη του Θερινού Παλατιού
στα πρόθυρα του Πεκίνου
είναι ο πελαργός που μ’ εξετάζει αυστηρά
να δει αν θα μπορέσω ν’ αντέξω μεταφορές.
ΥΠΕΡ ΑΠΟΔΗΜΩΝ
Στις χώρες των οπαλλίων,
Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία
ένας παρ’ ολίγον μόνιμος κάτοικος,
ένας μάστορας από τα Γρεβενά·
θα τον θυμούνται ακόμη
τα γραφεία ταξιδιών κι οι πελεκάνοι
τον μετανάστη
με τ’ άδεια μάτια.
Η επιβλητική αζαλέα
ο κρυψίνους φοίνικας
είναι οι μόνιμοι γείτονές μας.
Λίγο πιο πέρα η λίμνη
απολιθωμένοι κυματισμοί
αειθαλή νούφαρα
κατοικίδια υγρασία
χαμαιλέοντες παντού καραδοκούν λάθη
εφέστιοι μεταξοσκώληκες
πλέκουν όλη νύχτα το κουκούλι του θανάτου.
Τόσον καιρό εδώ
δόκιμοι τυφώνων
κανείς δεν μας αναγνωρίζει
κανείς δεν ξέρει το όνομά μας
απολύτως καμία δεν μας θυμάται πια
από το κοπάδι
τις μέλισσες.
Σοφία των τροπικών.
ΑΤΛΑΖΙ ΤΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ
Η παγόδα που μόλις φάνηκε στην άκρη της λίμνης
το γεράκι που χαμηλώνει αποφασιστικά
πάνω από τη χελώνα
η πάχνη που σκεπάζει τα μυστικά των πνευμάτων
το γλαυκό, πάντα από μετάξι πέπλο της αυγής
η ευστοχία του ανοιξιάτικου διαλογισμού –
ο καλόγερος
που κουράστηκε
να τ’ αντιγράφει μια ζωή όλα αυτά
κλείνει τα μάτια
και προσεύχεται,
θέλει ν’ αλλάξει τάγμα
να γίνει παιδί.
ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΝΤΩΝΑΣ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Φαναράκια από φύλλα λωτών
παίζουν τα παιδιά με τις ώρες
δεν ακούνε κανέναν
δεν πάνε για ύπνο
το φως που βγαίνει
μέσα από τη σάρκα του φυτού
τα μαγεύει
σα ν’ ανάβει μες στη νύχτα
η παραμυθία της φώτισης.
ΤΟΚΙΟ, ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΚΑΜΠΟΥΚΙ
Καταγράφει τα πάντα:
«…ένας όγκος τυλιγμένος στα λευκά
το κράτημα
η ένταση της αναμονής
η σχεδόν ασήκωτη οδύνη
η μετρημένη, η βαριά κίνηση
που καταλήγει σε χορό
μιας απρόοπτης πεταλούδας-
άλλοτε πάλι η βεντάλια του πάθους
κλείνει σε στοργή
σε άγγιγμα χρυσάνθεμου·
ή όπως ένα ορτύκι μιμείται το θείο
η χάρις
αλλά και η σφοδρότητα των εκπλήξεων…»
Σηκώνεται
βγαίνει από το θέατρο
χάνεται μέσα σ’ ένα χαϊκού·
δεν πρόλαβε αυτή τη φορά ν’ ανοίξει τα φτερά της.
ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΔΑΣΟΥΣ
Που να κρύφτηκαν πάλι
οι λιμπελούλες
ο σκίουρος
το χρυσό σκαθάρι
εκείνη η άνοιξη που μου υποσχέθηκες
που πήγε το κοτσύφι το στόμα σου
τώρα μόνο
φυλ
λω
σιά.
Οι απόηχοι της αυγής
και οι υπόλοιποι κρότοι από τα βουδικά μοναστήρια
σώζονται για λίγο στους θάμνους της βανίλιας-
Απρίλιος.
Στη σκαλιστή μαγνόλια
φαίνονται καθαρά τα’ αρχικά.
Είσαι εσύ
-το ξέρω.
Πότε πρόλαβες να περάσεις από εδώ
πριν από μένα;
Ποια δύναμη με κρατάει εμένα πάντα πίσω;
Κρατώ την αναπνοή μου
δεν θέλω να πιστέψω στον χθεσινό εφιάλτη
στα φαντάσματα των ποιημάτων σου
δεν θέλω να τα πάρω όλα αυτά στα σοβαρά
κι όμως είναι σα να βλέπω ξανά
στους ίδιους δρόμους
την παντομίμα του έρωτα
το ίδιο θάμπωμα
στην άκρη των λέξεων
δεν θα φτάσω λοιπόν ποτέ στο Τόκιο
είσαι ο θάνατος μέσα στα γράμματα.
Με το παραμικρό
γέρνει το δέντρο της καμφοράς
τσαλακώνει ο αέρας ακόμη
και τα βουνά εδώ
ένας αέρας ξένος-
το δέντρο όμως θέλει να γίνει εσύ,
το βλέπεις
το ακούς
εκλιπαρεί
να διασωθεί
σ’ έναν Δεκέμβρη ημερολογίου.
Το αλάφιασμα του σκίουρου
στην κοραλλένια γέφυρα
ο συναγερμός των δοντιών του
υπέρηχος του τρόμου
διαπερνά
τις καλαμιές
τα καπνολούλουδα
τις φυτείες του μπαμπακιού
ειδοποιεί τους δικούς του
καθηλωμένος
είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει
είναι το μήνυμα για ό,τι είδε ξαφνικά
και δεν μπορεί να κρυφτεί
μέσα στη λάμψη του μεσημεριού-
εσύ είσαι
ξέρεις ήδη από πού θα σε βρει το κακό
και κάνεις σαν τρελός
τον δαίμονα.
Με την πρώτη φτερούγα του χειμώνα
έρχονται χωρίς σταματημό
να κουρνιάσουν οι τσιχλογέρακες
στο περσινό αίμα
χωρίς σταματημό έρχονται κι άλλα πουλιά
που ξεχνώ όμως τώρα μέσα στο κρύο
το όνομά τους.
Ένα μεταφυσικό σονέτο
Διαβήματα γρύλων, διαλόγους περιστεριών
τα σχόλια της ντάλιας καθώς την προσπερνάς αργά
την ώρα που δύει ο ήλιος μέσα στους ψιθύρους
της άνοιξης, στις ομιλίες ενός θολού θέρους
ασφαλώς τ’ ακούς όλα αυτά τώρα πιο καθαρά,
ίδια πάντα, η συντεταγμένη στην υπερβολή –
σού μένει μόνο να μάθεις, ει δυνατόν, απόψε
για την δόξα, όχι την εφήμερη ίσκιων και παθών
των ανθρώπων, αλλά για εκείνη της πανσέληνου,
ιδίως του Σεπτέμβρη στα κλαδιά της καμφοράς
μπλεγμένη κι απελεύθερη, ακίνητη, άφαντη
ξαφνικά μέσα στην κόμη του χρόνου, ένα παιχνίδι
ομορφιάς, είδωλο κι αλήθεια μαζί, καλειδοσκό
πιο δέους των πρωτόγονων φυλών, ένα φιλί μου.
Οι στάλες στα πέταλα
της πρώιμης άνοιξης
σχηματίζουν πάλι το μονόγραμμά μας
πάχνη παλίμψηστη.
Στο μπαλκονάκι με θέα τον διαλογισμό
πέντε το απόγευμα,
σαν από πολύ παλιά άρωμα γιασεμιού ελαφρύ,
διακριτικό
πανίσχυρο όμως
σε πάει όπου θέλει αυτό
αναχώρηση
επιστροφή
αναχώρηση
επιστροφή
Από αυτούς εδώ τους φοίνικες
έως τους πρώτους κέδρους,
ένα βιβλίο δρόμος
κι όμως τώρα δίπλα – δίπλα στέκονται
στο ιδεόγραμμα του ταξιδιού.
Πικραλίδες κι αρσενικοβότανα
θα σκεπάσουν γρήγορα το μονοπάτι-
μόλις το άνοιξες
ανάμεσα στ’ ανεμόχορτα
και στα λόγια του χωρισμού.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οι ίριδες στο δέντρο της καμφοράς,
οι επιστήθιες της άνοιξης
ένα άγγιγμα.
Ισημερινός •
η πυξίδα δείχνει γαλήνη.
ΑΠΛΗΣΤΙΑ
Σαν όλα εκείνα που προηγήθηκαν
σαν όλα εκείνα που έπονται
θα μπορούσε κι αυτό να ήταν ένα εύρημα,
αλλά είναι ο λύκος των στιγμών.
—————————————————————————————–
Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΤΣΙΚΝΙΑ
Στον αέρα πώς ψηλά ν’ ανέβω, οι φλόγες παντού
με προλαβαίνουν και δεν έχω άλλα σχέδια φτερά.
Πού να πέφτει ο βοριάς, πού να είναι η Λιβύη;
Μπερδεύω σήματα, θα καρφωθώ στο μαύρο δέντρο.
———————————————————————————-
ΟΙ ΑΠΟΡΙΕΣ, ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ  ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΟΥ
Είναι πράγματι ο καιρός πονετικός;
Να μην τον κατηγορήσω, Έμιλυ, για ασέβεια;
Κι όλο αυτό το βάρος του ουρανού τρόμου;
Η παράφωνη μουσική του απογεύματος ολέθρου;
Το ξεσπίτωμα του ασβού;
Το ξεδόντιασμα του ζαρκαδιού;
Η κατάρα της θαλάσσιας χελώνας,
που αντί να γεννάει αυγά, φτύνει Αποκάλυψη;
Θέλω το σπίτι σου να βρω, όπου κι αν είσαι θα ‘ρθω.
Θα με προλάβει στο πέρασμα, αστραπή, νερό,
ο δράκος ο φτερωτός με πολιτισμό στα λέπια
πώς πετάει, πώς κρύβεται, πώς ξερνάει τη δόξα,
θέλω, Έμιλυ, να σε βρω, όπου κι αν είσαι, θα ‘ρθω.