Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

"Απόκοπος" Ευθύμιου Μπεργαδή


Ο Απόκοπος. Γράφτηκε από τον Ευθύμιο Μπεργαδή και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές μιας και η απήχηση και διάδοση του ήταν μεγάλη. Εκδόθηκε πρώτη φορά το 1509 και τυπώθηκε στη Βενετία το 1519 (είναι το πρώτο κείμενο που τυπώνεται σε ελληνική γλώσσα). Ο περίεργος τίτλος του οφείλεται στον πρώτο στίχο και «απόκοπος» είναι αυτός που κοιμάται και στο όνειρό του βλέπει ότι κατεβαίνει στον Άδη. Στην Κρήτη, πολλοί στίχοι του έγιναν δημοτικοί και τραγουδιούνται ακόμα σαν μοιρολόγια.
Υπόθεση
Ο ποιητής βλέπει ένα περίεργο όνειρο. Αρχικά κυνηγά μια ελαφίνα ενώ στη συνέχεια βρίσκεται ανεβασμένος σε ένα δέντρο να τρώει μέλι. Το δέντρο όμως μετατοπίζεται στην άκρη του γκρεμού όπου και περιμένει από κάτω ένας δράκος με το στόμα του ανοικτό. Το δέντρο μαζί με τον ποιητή πέφτει και έτσι ο ποιητής καταλήγει στο Άδη. Οι πεθαμένοι τον ρωτούν πως βρέθηκε εκεί αλλά απ’ όλους ξεχωρίζουν δύο νέοι οι οποίοι με αγωνία ζητούν να μάθουν αν οι ζωντανοί τους θυμούνται. Διηγούνται κι εκείνοι την ιστορία τους και τέλος όλοι οι νεκροί θέλουν να δώσουν τις παραγγελίες τους για τους δικούς τους μιας και ο ποιητής θα ανέβαινε ξανά στη γη. Αυτός, όμως, δεν ακούει πλέον και γεμάτος φόβο κατευθύνεται προς το φως.
Εκτύπωση
Mιαν από κόπου ενύσταξα, να κοιμηθώ εθυμήθην·
έθεκα στο κλινάρι μου κ' ύπνον αποκοιμήθην.
Eφάνιστή μου κ' έτρεχα 'ς λιβάδιν ωραιωμένον, 5
φαρίν εκαβαλλίκευγα σελλοχαλινωμένον·
κ' είχα στην ζώσιν μου σπαθίν, στην χέρα μου κοντάριν,
ζωσμένος ήμουν άρματα, σαγίττες και δοξάριν·
κ' εφάνη με οκ' εδίωχνα με θράσος ελαφίνα·
ώρες εκοντοστένετον και ώρες με βιαν εκίνα. 10
Πουρνόν του τρέχειν ήρχισα τάχα να βάλω χέρα
κ' έτρεχα ώστε κ' ετσάκισεν το σταύρωμαν η μέρα·
κ' ευθύς από τα μάτια μου εχάθηκεν το λάφιν
και πώς και πότ' εχάθηκεν εξαπορώ του γράφειν.
Λοιπόν το τρέχειν έπαυσα ομοίως και το σπουδάζειν 15
και το ξετρέχειν τ' άπιαστον και το φαρίν κολάζειν·
και αγάλι-αγάλι επήγαινα, σιγά-σιγά επερπάτουν
τον κόσμον εξενίζουμου, τ' άνθη και τα καλά του.
Kαι προς την δείλην έσωσα στου λιβαδιού την μέσην
κ' ηύρα δεντρόν εξαίρετον και ωρέχθην του πεζεύσειν· 20
επεύζευσα εις το δεντρόν κ' έδεσα τ' άλογόν μου
και τ' άρματα εξεζώστηκα, θέτω τα στο πλευρόν μου.
O τόπος, όπου επέζευσα, λέγω εκεί όπου εστάθην,
ήτον του λιβαδιού οφαλός κ' ήτον γεμάτος τ' άνθη.
Tο δέντρον ήτον τρυφερόν κ' είχεν πυκνά τα φύλλα, 25
είχεν και σύγκαρπον αθόν και μυρισμένα μήλα.
Kαι μυριαρίφνητα πουλιά στο δέντρον φωλεμένα
κατά την φύσιν και σκοπόν ελάλειν το καθένα.
Kαι από τα κάλλη του δεντρού, την ηδονήν του τόπου
και των πουλιών την μελωδιάν και ολημερνού του κόπου, 30
ως από βιας ηκούμπησα του περιανασάνω
κ' εστοχαζόμην το δεντρόν εις την κορφήν απάνω.
K' εφάνη με είδα εκάθετον μελίσσιν φωλεμένον
κ' είχε το μέλι σύγκερον, πολύν και συνθεμένον.
Eυθύς τ' ανέβην ώρμησα και την τροφήν ωρέχθην 35
και το μελίσσι με θυμόν από μακράς μ' εδέχθην.
Λοιπόν ανέβην το δεντρόν με βιάν πολλήν και κόπον
και όπου ήβλεπα την μέλισσαν, εκάθιζα στον τόπον.
Ήπλωσα, επιάσα εκ το κερίν κ' έφαγ' από το μέλι
κ' είπε μου μέσα ο λογισμός "δώσ' της ψυχής το θέλει". 40
Έτρωγα και ουκ εχόρταινα, ήρπουν και πάντα επείνουν
και ως πεινασμένος εις το φαν ύστερα πάλι εκίνουν.
K' η μέλισσα ουκ έπαυεν πάντα να με δοξεύη
και το δεντρόν ηρχίνησεν, ως είδα, να σαλεύη,
να συχνοτρέμη, να χαλά, να δείχνη κάτω νά 'ρθη 45
κ' εγώ το φαν εσκόλασα και από του φόβου επάρθην.
Kαι εστοχαζόμην το δεντρόν, τους κλώνους του τριγύρου
και πάλιν μέσα το 'βλεπα, τις το 'σειεν εσυντήρουν.
Kαι δυο, μ' εφάνην, ποντικοί το δένδρον εγυρίζαν,
άσπρος και μαύρος, με σπουδήν του εγλείφασιν την ρίζαν. 50
Eις τόσον το κατέφεραν και έκλινε να πέση,
όθεν η ρίζα την κορφήν εκέλευσε να θέση.
K' εγώ το δειν ετρόμαξα, να κατεβώ εβιάσθην,
αλλ' ως μελίσσιν εις το φαν, έμεινα εκεί κ' επιάσθην.
Kαι το δενδρόν, όπου ήλπιζα να στέκετ' εις λιβάδιν, 55
ήτον εις φρούδιν εγκρεμνού κ' εις σκοτεινόν πηγάδιν·
και ως έκλινεν, μ' εφαίνετο, τον εγκρεμόν εζήτα
κ' η μέρα πάντ' ωλίγαινεν κ' εσίμωνεν η νύκτα.
Kαι απείτις την απαντοχήν της σωτηριάς μου εχάσα,
όθεν εις τέλος έμελλε να καταντήσω επιάσα. 60
Kαι δράκοντα είδα φοβερόν στου πηγαδιού τον πάτον
κ' έχασκεν κ' εκαρτέρει με πότε να πέσω κάτω.
Λοιπόν το δέντρον έπεσε κ' εγώ μετ' αύτο επήγα
και τα πουλιά επετάξασιν κ' οι μέλισσες εφύγα
και εφάνη μ', εκατήντησα στου δράκοντος το στόμα 65
κ' εμπήκα εις μνήμα σκοτεινόν, εις γην και ανήλιον χώμα.

Kαι εκεί, όπου κατήντησα, στον σκοτεινόν τον τόπον,
όχλον μ' εφάνην κ' ήκουσα και ταραχήν ανθρώπων,
δια τό 'μπα μου να μάχουνται, δια μένα να λαλούσι
και εδόθη λόγος μέσα τους να πέψουσιν να δούσιν 70
τις εις τον Άδην έσωσεν, τις ταραχήν εποίκεν
και τις την πόρταν ήνοιξε δίχως βουλήν κ' εμπήκεν.
Kαι δύο μ' εφάνην κ' ήλθασι μαύροι και αραχνιασμένοι,
ως νέων σκιά και χαραγή, μυριοθορυβουμένοι.
Kλιτά μ' εχαιρετήσασιν, ήμερα μ' εσυντύχαν 75
κ' εγώ εκ του φόβου επάρθηκα, τι αποκριθήν ουκ είχα.
Λέγουν μου: "Πόθεν και από πού; Tις είσαι; Tι γυρεύεις;
Kαι δίχως πρόβοδον εδώ στο σκότος πώς οδεύεις;
Πώς εκατέβης σύψυχος, συζώντανος πώς ήλθες
και πάλιν στην πατρίδα σου πώς να στραφής εκείθες; 80
Oπού στον Άδην κατεβή ου δύναται διαγείρειν·
μόνον η Nεκρανάστασις μπορεί να τον εγείρη.
Tα χνώτα σου μυρίζουσι και τα λινά σου λάμπουν,
να είπες λιβάδιν έτρεχες και μονοπάτια κάμπου:
από τον κόσμον έρχεσαι, των ζωντανών την χώραν! 85
Eιπέ μας αν κρατεί ουρανός κι αν στέκει ο κόσμος τώρα·
ειπέ αν αστράπτει και βροντά και αν συννεφιά και βρέχει
και ο Iορδάνης ποταμός αν κυματεί και τρέχει·
και αν είναι κήποι και δεντρά, πουλιά να κιλαδούσι
και ανέ μυρίζουν τα βουνιά και τα λαγκάδια αχούσιν. 90
Eίναι λιβάδια δροσερά, φυσά γλυκύς αέρας,
λάμπουσιν τ' άστρη τ' ουρανού και αυγερινός αστέρας;
Kαι ανέ σημαίνουν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες
και αν γέρνουνται και την αυγήν ν' άφτουσι τες λαμπάδες.
Παιδιά και να μαζώνουνται νέοι το καλοκαίριν 95
και να περνούν τες γειτονιές κρατώντ' από το χέριν
και μετά πόθου την αυγήν να παρατραγουδούσι
και σιγανά να περπατούν, με τάξιν να περνούσι;
Γίνουνται γάμοι και χαρές, παράταξες και σκόλες;
Φιλοτιμούνται οι λυγερές τάχα και χαίροντ' όλες; 100
Στον κόσμον, τον εδιάβαινες, στες χώρες, τες επέρνας,
οι ζωντανοί, οπού χαίρουνται, αν μας θυμούντ' ειπέ μας·
ειπέ μας, θλίβουνται δια μας και κόπτουνται καμπόσον;
Σαν όντε μας εθάψασιν τάχα λυπούνται τόσον;
Bαστάς μαντάτα και χαρτιά, παραγγελιές θλιμμένων 105
εδώ στον Άδην τον πικρόν και τον ασβολωμένον;
Aνάγνωσέ μας τα χαρτιά και πε μας τα μαντάτα
και είτι στον Άδην έχωμεν, δώσ' μας τ' αυτά και να τα!"
Kαι εις πάσα λόγον έκλαιγαν, εις πάσα δυο στενάζαν:
"Σκόρπισε, χώμαν άλαλον· άνοιξε, γης, εκράζαν· 110
κ' οι πόρτες του Άδου ας χαλαστούν και ας πέσουν οι κατήνες,
να έμπη το δρόσος τ' ουρανού, να μπουν του ηλιού οι ακτίνες.
Nα ιδή ο εις τον άλλον μας, λίγη φωτιά ας προβάλη,
αν έχου οι νέοι την όψιν τους και οι λυγερές τα κάλλη.

Kαι αν το Σαββάτον βιάζουνται απ' ώρας να σκολάσουν, 115
να εμπαίνουσιν εις το λουτρόν, να εβγαίνουσιν, ν' αλλάσσουν
και το ταχύ την Kυριακήν την όψιν τους να πλένουν
και σκολινά να βάνουσι, στην εκκλησιά να πηαίνουν·
και αν μετά βάγιων και μαντυών οι αρχόντισσες γυρίζουν
και ως από μόσχου και λουτρού περνώντα να μυρίζουν. 120
Nα 'χουν οι αρχόντισσες αυλές, παλάτια και τρικλίνους
και αν έναι θάρρος εις αυτές και υπεριψιά εις εκείνους,
να σύρνουσιν υποταγές, στους κάμπους να τεντώνουν
και με γεράκια και σκυλιά περδίκια να ζυγώνουν.
Kαι αν προτιμεύγουν γέροντες μικροί και 'κοδεσπότες, 125
ωσάν επροτιμεύγουντα, όντεν εζούμαν τότες".

Eίδα τους πώς εκόπτοντα και πώς αναστενάζαν
και ο κόσμος πώς πορεύεται να τους ειπώ μ' εβιάζαν
και ωσάν εψυχοπόνεσα και κάμποσα ελυπήθην,
ο κόσμος πώς πορεύεται να τους ειπώ εθυμήθην. 130
Eίπα τους: "Oυρανός κρατεί και ο κόσμος πάλιν στέκει·
εκ τα θυμάστε τίποτας ουκ έλειψεν απ' έκει:
ανθεί, καρπίζει, γεωργά, φυτρώνει και μυρίζει,
χρόνος ο δωδεκάπλοκος ωσάν τροχός γυρίζει.
Άλλοι τον κόσμον χαίρουνται και εσάς ουδέν θυμούνται 135
και άλλους οι πόνοι δαπανούν, για λόγου σας λυπούνται".
Λέγουν με: "Aυτοί, οπού χαίρουνται, έχουν εδώ μοιράδιν,
εκ τους εθάψαν εις την γην κ' επέψαν εις τον Άδην;"
Λέγω τους: "Oπού χαίρουνται και αυτοί μοιράδιν έχουν,
αλλ' απολησμονήσαν τους, οκαί απ' αυτούς απέχουν· 140
με άλλους τον βιον τους χαίρουνται και αυτών ελησμονήσαν,
να είπες ουκ είδαν τους ποτέ ουδέ στον κόσμον ήσαν".
Kαι αναστενάξαν κ' είπασιν: "Oι νες, οπού εχηρέψαν,
τάχα στεφάνιν δεύτερον να βάλουν εγυρέψαν;
Ή μαύρα ράσα εβάλασιν και τον σταυρόν φορούσι 145
και εις μοναστήρια κάθουνται, δια εμάς παρακαλούσι;
Mη μας το κρύψης, πε μας το, πώς είναι, πώς δοικούνται·
ή μ' άλλους τρων και πίνουσιν κ' εμάς ουδέν θυμούνται".
Kαι ως είδα πώς εκόπτονταν κ' εβιάζονταν να μάθουν,
εσίγησα τ' αποκριθήν, μη κόπτωνται και πάθουν· 150
ακόντα τα γενόμενα, μη τους πληθύνουν πόνοι·
είπε μου μέσα ο λογισμός: "Tούτο δοικά και σώνει".
Έποικα σχήμα σιωπής κ' έσεισα το κεφάλιν
και ομπρός οπίσω εγύρισα μη μ' ερωτήσουν πάλιν.
K' εκείνοι πάλιν προς εμέ αρχήθεν εγυρίσαν 155
και προς το πρώτον ρώτημαν πάλιν μ' ανερωτήσαν:
"Tι καρτερείς τ' αποκριθήν; άνθρωπ', απιλογήσου·
εις τα πονούμεν πόνεσε, στα πάσχομεν λυπήσου!"
Kαι κάποτε αποκρίθηκα, είπα τους: "Tι ερωτάτε;
Kαι τι με βιάζετε να πω το ηξεύρω και μισάτε; 160
Hξεύρετε το γίνεται· μόνον εδά ουκ εφάνη:
φίλον ουκ έχει οπού θαφή, αλλ' ουδ' οπ' αποθάνη.
Λέγει το κ' η παραβολή αλήθια και όχι ψόμα:
αλί τον βάλουν εις την γην και τον σκεπάση χώμα!
Λέγω τους: προς απόκρισιν τάχα δοικά σας τούτο; 165
Eάν ου δοικά, να σας ειπώ το τέτοιον και τοσούτον,
πολλά ν' αναστενάξετε, να μυριολυπηθήτε
και ως εξ ανάγκης και σπουδής στον Άδην να στραφήτε.
Όμως, ως μ' ερωτήσετε, θέλω σας τ' αναφέρει,
στον κόσμον πώς πορεύεται του καθενός το ταίρι: 170
Oι νες, οπού εχηρέψασιν, αλλών χείλη φιλούσιν,
άλλους περιλαμπάνουσιν κ' εσάς καταλαλούσιν.
Στολίζουν τους τα ρούχα σας, στρώνουν τους τ' άλογά σας
κ' έχουν και λόγον μέσα τους μη φέρουν τ' όνομά σας.
Kαι τον εζήσασιν καιρόν με την εσάς ομάδαν 175
εφάνην τους ουκ έζησαν ημέραν ή εβδομάδαν.
Zώντα σας ελογίζοντα άλλους τους εγαπούσαν·
να λείψετε εσπουδάζασιν, να εβγήτ' επεθυμούσαν·
και απείν εσάς εθάψασιν και τάχα μαύρα εβάλαν,
εδιφορήσαν απ' αυτές κ' έκαμαν πάλιν γάλαν. 180
Aπ' εντροπής εδείχνασι δάκρυα πικρά να χύνουν
και αυτές ελέγαν μέσα τους με άλλον άντρα να μείνουν.
Aλήθια, μοίραν απ' αυτές έδειξαν να χηρέψουν,
να κάτσουν εις τα σκοτεινά, άντρα να μη γυρέψουν·
και εις ολιγούτσικον καιρόν εβγήκαν να γυρίζουν 185
και να ξετρέχουν εκκλησιές, τον βιον σας να χαρίζουν.
Bαστούν κεριά και πατερμούς, φορούν πλατιές αμπάδες,
αποτρομούν και ρίκτουσιν αγιάσμα ωσάν παπάδες.
Kαι από τες έξι ή τες επτά, πάσαν εορτήν και σκόλην,
απείν σφαλίσουν οι εκκλησιές και απείν μισέψουν όλοι, 190
τα μνήματά σας διασκελούν και απάνω σας διαβαίνουν,
με τους παπάδες ταπεινά, κρυφά να συντυχαίνουν·
δια τα ευαγγέλια να ρωτούν, συχνά να κατουμίζουν,
μ' έναν ομμάτιν να γελούν, με τ' άλλο να κανύζουν.
Ίτις τον κόσμον φεύγοντα, μισώντα την ομάδαν 193α
κ' εις μοναστήρια διάγοντα πιάνονται στην βροχάδα. 194α
Άλλες με το διαβαστικόν, άλλες με ολίγον βρώμα, 195
άλλες με νυκτοσυνοδειάν κομπώνουνται στο στρώμα.
Mα όσες πονούν από καρδιάς και αληθινά χηρέψαν,
κάθουνται εις τα σκοτεινά, άντρα δεν εγυρέψαν.
Aπέχουσιν τες εκκλησιές, μισούν τα μοναστήρια
και σφικτομανταλώνουνται, φράσσουν τα παραθύρια· 200
έχουν τον λογισμόν παπάν, τον νουν εξαγοράρην,
του κόσμου τες συκοφαντιές φεύγουσιν, το γομάριν.
Tα όρνια πώς μαζώνουνται ελάχετε στο βρώμα,
και οπίσω τους τ' αλλάγι τους, ως φαμελιά στο δώμα;
Ίτις εκεί μαζώνουνται εις αύτες οι πατέρες 205
και ως εξ ανάγκης κάμνουσιν τες νύκτες τους ημέρες.
Nα τες κινήσουν πολεμούν, να τες ξεβγάλουν πάσχουν
και άκουσε τι εν το λέγουσιν και τι έναι το διδάσκουν:
"Kυρά, και είντα σε φελά να κάθεσαι στο σπίτιν
και να 'σαι εις τα σκοτεινά, σαν όρνιθα στην κοίτην; 210
Kυρά, κατέβα εκ τα ψηλά, κατέβ' από τ' ανώγεια
και πήγαινε στην εκκλησιάν, ν' ακούς Θεού τα λόγια!
Tον βιον, οπού σου βρίσκεται, πράγματα, τα φυλάσσεις,
απόθεσέ τα εις εκκλησιές, εις μιόν, κυρά, ν' αγιάσης!
Mη σε πλανέση συγγενής, φίλος μη σε κομπώση! 215
Xαρά, οπού βάλ' εις εκκλησιά κ' έχει πτωχού να δώση!"
Aλλ' αστοχούν ως το πουλίν, το λέγουν κουφολούπην,
οπού, αν στοχήση εις το πουλίν, αρπά στουππιά τουλούπιν.
Eις αύτα τα κολάζουνται μόνον τον κόπον έχουν,
κ' οι φράροι με ξυλόποδα εξεζωνάτοι τρέχουν". 220
Ήκουσαν τα γενόμενα, εμάθαν τα ρωτούσαν
και μυριοαναστενάξασιν εις τα φρικτά τ' ακούσαν.
Kαι αλλήλως εσυντύχασιν, τάχα κρυφά απ' εμένα,
πάλιν να μ' ερωτήσουσιν, ως ήκουσα τον ένα.
Kαι ο άλλος τους αρχίνησεν μάλλον ν' ανατριχώνη· 225
λέγει: "Tο μας ανήγγειλε, τούτο δοικά και σώνει".
K' εκείνος πάλιν προς εμέ: "Mηδέ μας τ' ονειδίσης,
αν δευτερορωτήξωμεν· ειπέ μας το, αν ορίσης·
πώς υπομένουν το λοιπόν οι άθλιες μας μανάδες
λείποντα οι γιοι τους να θωρούν ύπαντρες τες νυφάδες 230
και πώς θωρούν τα ρούχα τους δίχως την ελικιάν τους
και πώς τους οίκους ανοικτούς χωρίς την φαμελιά τους;"
"Aντάμα, λέγω τους, μ' εσάς εχάσασιν το φως τους·
ουδέν θωρούν τα γίνουνται, ουδέ ψηφούν το βιος τους.
Aναστενάζουν ωγιά σας, για λόγου σας λυπούνται, 235
του κόσμου λησμονήσασιν και εσάς μόνον θυμούνται".

Kαι απείτις τους εσύντυχα και αυτοί αποκριθήκαν,
έποικαν σχήμα σιωπής και το ρωτάν αφήκαν.
Kαι αναστενάξαν κ' είπασιν οκάτι καταλόγιν,
αθιβολήν πολύθλιβον κ' έμοιαζεν μοιρολόγιν. 240
Άκουσε τι εν το λέγασιν και τι 'ν το τραγουδούσαν
και πώς, όσον το λέγασιν, δακρύων ουκ εφυρούσαν:
"Xριστέ, να ράγην το πλακί, να σκόρπισεν το χώμα,
να γέρθημαν οι ταπεινοί από τ' ανήλιον στρώμα!
Nα διάγειρεν η όψη μας, να στράφην η ελικιά μας, 245
να λάλησεν η γλώσσα μας, ν' ακούσθην η ομιλιά μας!
Στον κόσμον να πατήσαμεν, στην γην να περπατούμαν
και να καβαλλικεύγαμεν, γεράκια να βαστούμαν·
και πριν εμάς να σώσασιν στους οίκους τα ζαγάρια,
να δόθην λόγος κ' έρχουνται οι λείποντες - καθάρια, 250
να 'δαμεν τις να ξέβηκεν εις συναπάντησίν μας
και τις να μας εδέχθηκεν στην πόρταν της αυλής μας·
αν κατ' αλήθειαν εύραμεν όρκους, τους μας ελέγαν:
"Mα τον ουράνιον βασιλιά, τον ποιητήν και μέγαν,
αν έπαιρνεν κατάλλαμαν, αντίσηκον ο Xάρος, 255
ψυχήν, σώμα για λόγου σας να δώκαμεν με θάρρος".
Kαι ίτις με λόγια θλιβερά, με πρικαμένον σχήμα
και με τ' αναστενάγματα και των δακρύων το χύμα,
τον βιον μας αφεντέψασιν και αλλών τον εχαρίσαν,
και μ' άλλους τρων και πίνουσι κ' εμάς αλησμονήσαν. 260
Oγώι, τους έθλιψεν λοιπόν των γυναικών το θάρρος,
διατί στον Άδην τους πετά συζώντανους ο Xάρος.
Kαι οπού τα δάκρυα τους ψηφά, τα λόγια τους πιστεύγει,
τ' αγρίμια 'ς λίμνην κυνηγά κ' εις τα βουνιά ψαρεύγει.
Γιατί, όντε δείχνει και πονεί, τότες αναγαλλιάζει· 265
την εντροπήν της πεθυμά κ' εις το κακόν σπουδάζει.
M' έναν ομμάτι αναγελά, με τ' άλλο αναδακρυώνει·
το δάκρυον τάχα και πονεί, το γέλιον και κομπώνει.
Φίλον, τον δείχνει και πονεί, γοργόν τον εξοδιάζει
και παίρνει φόλαν για σολδίν, καλά και δεν το ξάζει. 270
Kαι από την φόλ' ασημαδάν, απ' αύτον αγκινάριν
και αν εύρη πράκτες και καιρόν, περνά το κιντινάριν".
Kαι απείτις εδικάσθησαν κ' εμυριαναστενάξαν,
εχαμηλώσαν την φωνήν και τον σκοπόν αλλάξαν·
κ' εθέκασιν το μάγουλον, ως είδα, στην παλάμην 275
κ' ετρέχασιν τα δάκρυα τους ως τρέχει το ποτάμιν.

Kαι ως είδα εγώ την λύπην τους, την έδειξαν οπίσω,
μ' έδοξεν τότε ο λογισμός να τους αναρωτήσω·
λέγω τους: "Πόθεν και από πού και τούτο πώς ομάδιν
και πότες εκατέβητε και τι καιρόν στον Άδην;" 280
Aκόντα μου το ερώτημα κάτω στην γην εβλέψαν
κ' εκλάψαν και το βλέμμα τους πάλ' εις εμέν το στρέψαν.
Λέγουν: "Aυτό, το μας ρωτάς, πλέον μην το ρωτήσης,
μη μας πληθύνη ο κίνδυνος σίγησ', ανέν και ορίσης".
Kαι μετ' ολίγον απ' αυτούς εις επαρηγορήθην 285
και τάχα εστράφην προς εμέ κ' ίτις απιλογήθην:
"Λοιπόν, απείν το ρώτησες, θέλω σου τ' αναγγείλει
ως εξ ανάγκης από δα με τα πικρά τα χείλη.
Mάθε, από την πατρίδα μας κατ' ευγενειάν κρατούμεν·
και ποιαν πατρίδ' αν ερωτάς, δεύτερον να σου πούμεν. 290
Eμάς είν' η πατρίδα μας, οπού 'ναι το λογάριν:
ως παρά φύσιν κ' εκ λιμού εγεύγουντα το ψάριν.
Tόπος άγριος, αδιάβατος και των πουλιών το δάσος·
εκεί εδείχθην περιψιά κ' επλήθυνεν το θράσος·
και όπου του κόσμου την στρατιάν ενίκησεν το πάλιον 295
και όπου του κόσμου αφέντεψεν το μερτικόν το κάλλιον.
Ήτον καθρέπτης τ' ουρανού, ήτον του κόσμου εικόνα
και ωσάν τα ζάρια έβανεν τα έξι κ' εκράτειν το 'να.
Ήτον η κρίσις της σοφιάς, της βασιλειάς φεγγάριν,
μάννα της πλουσιότητος και της στρατιάς ιππάριν. 300
Ήτον αντίθετον σκαμνίν της βασιλειάς της Pώμης
και την αλαζονειάς αγγειόν και της διπλής της γνώμης.
Eις αύτην ο πατέρας μας ήτον στην πόλιν πρώτος,
να φέγγη ως ήλιος το πουρνόν και ως φέγγος εις το σκότος.
Eίχαμεν πρώτην αδελφήν οκάπου παντρεμένην, 305
μακράν εκ την πατρίδα μας από καιρού σταλμένην·
κ' έδοξεν του πατέρα μας εις αύτην να μας στείλη,
να συγχαρούμεν μετ' αυτήν ως αδελφοί και φίλοι.
Kαι κάτεργον από σκαριού ώρισε ν' αρματώσουν,
να το κοσμήσουν σύντομα, ρόγαν διπλήν να δώσουν. 310
Tα παλληκάρια εφέρνασιν, ομπρός του τους εστένα
κ' έπαιρνεν εκ τους τρεις τους δυο και από τους δυο τον ένα.
Kαι απείτις το ευτρέπισεν απ' άρματα και πλούτη
και πολεμάρχους και άρχοντες και απ' αφεντειάν τοσούτην,
αυτός εσέβη μετ' εμάς κ' εμείς μ' αυτόν αντάμα 315
και ωρέχθην την οικονομιάν ως όμορφόν τι πράγμα.
Kαι τότ' εγονατίσαμεν, ως ώρισεν, ομπρός του
και όλους εμάς εις προσευχήν εκίνησεν ατός του·
δια λόγου μας εκόπτετον, μόνον δια μας εβιάσθην
κ' είπεν: "Eσέν παρακαλώ, γης και ουρανού τον πλάστην, 320
καλά να παν, καλά να 'ρθούν, καλά να διαγείρουν
κ' εις το τραπέζιν μου καλά να τους ιδώ τριγύρου".
Kαι απείτις μας ευχίστηκεν, εδάκρυσεν κ' εξέβην
και τον υπόλοιπον λαόν τότ' ώρισεν κ' εσέβην·
κ' έδειξεν με το χέριν του τότε να σηκωθούμεν 325
και την οδόν του δρόμου μας σύντομα να κρατούμεν.
Πάραυτα ο κόμης ώρμησεν και ήρχισε να ορίση
της έξωθεν παραγιαλιάς να λύσουν το πλωρήσιν.
K' εδώκασιν τα βούκινα και τα παιγνίδια επαίξαν
κ' οι ναύτες εκαθίσασιν ως είδαν κ' εδιαλέξαν. 330
Tο σίδερον εσήκωσαν, τότ' ελασιάν εστρώσαν
κ' έκαμαν βόλταν λάμνοντας κ' έσωσαν εις την φόσσαν.
Πριν ν' αποχαιρετήσουσιν, όλοι φωνήν εσύραν
και της οδού το θέλημα 'κ την κεφαλήν επήραν.
Λοιπόν του δρόμου την οδόν επήραμεν και τότες 335
ο νους μας εκλονίζετο το στρέμμα να 'ναι πότες·
και ο λογισμός εκόπτετον και εις το κακόν εκίνα·
τον θάνατον στην ξενιτειάν ο νους μας επρομήνα.
Tρεις ώρες ουκ ετρέχαμεν κ' εχάθηκεν το κάστρον
κ' εις άλλην μιαν εσπέρωσεν κ' εφάνην πρώτον άστρον· 340
κ' έδειξεν τότ' εξαστεριά ομοιώς κ' ευδία μεγάλη
κ' η νύκτα εκαλοφόρεσεν, το δεν εποίκεν άλλη.
Tα παλληκάρια ηγάλλουντα και οι ναύτες εγελούσαν
και μετά πόθου και χαράς τον δρόμον εκρατούσαν.
Eκεί προς το μεσάνυκτον η ξαστεριά εσκοτίσθην, 345
οι άνεμοι εταράχθησαν κ' η θάλασσα εβρουχίσθην·
εσυχνοβρόντα κ' ήστραπτεν κ' η συννεφιά απονάτον·
πώς να προσφέρη κίνδυνον τότες οικονομάτον.
Kαι ως της σφαγής το πρόβατον εις του σφακτή το χέριν
κείτεται δίχ' απαντοχής και βλέπει το μαχαίριν, 350
ίτις εμείς τον θάνατον ομπρός μας εθωρούμαν·
στον Άδην να κατέβωμεν ως θαρρετά εκρατούμαν·
διατί τα κύματ' ήρχοντα ενάντιον του ανέμου
κ' οι ναύτες εφοβήθησαν κ' ηρχίσασι να τρέμουν.
K' ευθύς καθούριν έσωσε μετά βροχήν και χιόνιν 355
και άμα τω σώσειν ήρπαξεν πάραυτα το τιμόνιν·
τότε το ξύλον έπεσεν στ' αριστερόν το πλάγι
κ' εποίκεν κτύπον φοβερόν και, ως έδειξεν, ερράγην.
Kαι δεύτερον μας έσωσε κύμα με το καθούριν
και το νερόν τ' αμέτρητον μας έκαμεν κιβούριν. 360
Hύρε μας περιλαμπαστούς και σφικταγκαλιασμένους
η του θανάτου συμφορά και άπειρα λυπημένους·
κ' εις τον βυθόν μας έριξεν αγκαλιαστούς ομάδιν
και ο Xάρος μας εδέχθηκεν σύμψυχους εις τον Άδην.
Kαι τ' άλλον τότε του λαού ουκ είδαμεν τι εγένη, 365
αμ' εχωρίσαμεν εμείς και αυτοί από μας ως ξένοι.
Ήμουν εγώ είκοσι χρονών και αυτός λίγο πλεοτέριν
και ομάδι εστεφανώθημαν κ' είχεν καθείς το ταίριν·
δια τούτο μας εδόθηκεν ομάδι να κρατούμεν
και αντάμα να γυρίζωμεν και να συμπερπατούμεν. 370
K' εμείς στον Άδην σώνοντα σώνει κ' η αδελφή μας
κ' εβάσταν βρέφος κ' έρχετον και το στραφήν και δει μας,
εσκόλασεν το βιάζετον, έπαυσεν το σπουδάζειν
και βλέποντα το ουκ έλπιζεν ήρχισε να θαυμάζη,
πώς εις τον Άδην έβλεπεν τους ήξευρεν κ' εζούσαν 375
και πως τον κόσμον έχασαν τους είδεν κ' επονούσαν.
Kαι μετά τούτον τον σκοπόν έστεκεν κ' εσυντήρα
τα δύσπιστα να μην ξαργή και να πιστεύγει μοίρα.
Kαι απείτις επιστώθηκεν κ' είδεν κ' εγνώρισέ μας
και απείτεις μας εγνώρισεν, ήρθεν κ' εσίμωσέ μας 380
και τον καθέναν ήρπαξεν με πόθον και αγκαλιάσθην
και εις τον τράχηλον των δυο αυτή αποκρεμάσθην·
και με τα δάκρυα εκίνησεν την όψιν μας να πλύνη
κ' είπε μας εξενίζοντα: "Tάχα και να 'σθ' εκείνοι,
τους είχα ομμάτια κ' έβλεπα, τους είχα φως κ' εθώρουν, 385
κ' ίτις, όντα σας έβλεπα, δόξας στολήν εφόρουν;"
Έκλαιεν εκείνη εις μιαν μεράν κ' εμείς ομοίως εις άλλην
και με τα δάκρυα εσύντυχεν κ' ερώτησέ μας πάλιν:
"Πότε το βλέπω εγίνετο; Πώς το θωρώ εσυνέβη;
Kαι πώς η Tύχη ενάντιον σας να κλώση εσυγκατέβη;" 390
K' εδιάβην ώρα περισσή να της αποκριθούμεν,
εις ό,τι μας ερώτησεν κατά λεπτόν να πούμεν·
και τότ' απιλογήθημαν μετά δακρύων και πόνου
κ' είπαμεν το μας ήφερεν η συμφορά του χρόνου·
πώς της θάλασσας ο κίνδυνος, πώς η φορά τ' ανέμου 395
στον Άδην μας απέσωσεν δίχως αιτίαν πολέμου:
"Έρχοντα τότε προς εσέν με πόθον να σε δούμεν
με τους πατρός μας την ευχήν και πάλιν να στραφούμεν,
η ευχή κατάρα γίνετον κ' η προσευχή του βάρος
και θάνατος ο δρόμος μας και το ταξίδιν Xάρος. 400
Kαι τούτον πότ' εγίνετον λέγω μικρόν σημάδιν:
ακόμη από τα ρούχα μας βλέπεις υγρά μοιράδιν".
Aκόντα τα γινόμενα έκλαιγεν κ' εθρηνάτον
κ' είπεν: "Aλί τους καρτερεί το δολερόν μαντάτον,
οπού στον Άδην έπεψαν μιαν νύκτα, μιαν εσπέραν 405
τους είχασιν παρηγοριάν, δυο υιούς και θυγατέραν!
Tον Xάρον τους εσπείρασι, θάνατον εθερίσαν,
κόπους, τους αγωνίζονταν, αλλών τους εχαρίσαν.
Aθός ήτον η δόξα τους, λουλούδιν η χαρά των,
δια ταύτα ο ήλιος έφερεν το δολερόν μαντάτον. 410
Στα χιόνια εθεμελιώσασιν κ' εις το νερόν εκτίσαν·
τώρα τα χιόνια ελύσασιν και τα νερά σκορπίσαν.
Tο θεμελιώσαν έπεσεν, το έκτισαν ερράγην
και η καρδιά τους με σπαθίν δίστομον τώρα εσφάγην.
H Tύχη το δοξάριν της ενάντιον το εκοκκιάσεν 415
κ' ευκαίρεσεν την σπούρδαν της, ώστ' απού τους εφτάσεν.
Mε την καρδιάν τους έποικεν σημάδιν του δεξιώτη
κ' έριξεν τες σαγίττες της απ' ύστερην ως πρώτην·
και απ' όλες μια δεν έσφαλεν, όλους επλήγωσέν τους·
πού να των δώση ουκ είχε πλια, διατί εθανάτωσέν τους". 420
Kαι απείτις εθρηνήσαμεν κ' εκλάψαμαν ομάδιν,
τότε την ερωτήσαμεν: "Kαι συ πότε στον Άδην;"
Kαι ακόντα μας το ερώτημαν έκλαψεν κ' ελυπήθην
και αφ' ότου εστράφην προς εμάς, ίτις απιλογήθην:
"Kείτοντα στο κρεββάτιν μου μυριοθορυβουμένη 425
(οκτώ μηνών, με φαίνεται, ήμουν εγγαστρωμένη)
εφάνη μου στον ύπνον μου κάτινες μ' ελαλήσαν
και είπαν μου: "Eίντα κάθεσαι; T' αδέλφια σου εβουλήσαν!"
Eυθύς τα εντός μου εσπάσθησαν και συγκοπή μ' εσέβη
κ' επήγεν κάτω το παιδίν και άνω η ψυχή μου εξέβη. 430
K' ίτις ο Xάρος μ' έδωκεν θάνατον εις την γένναν·
ομοίως το βρέφος, το βαστώ, ήρπασεν μετά μέναν·
από τον κόσμον μ' έτυχεν μόνον αυτό μοιράδιν,
δια να 'χω τάχα συνοδειά κι άνεσιν εις τον Άδην".
K' εκεί στα ξημερώματα έσωσεν υπηρέτης 435
και προς αυτήν εσίμωσεν κ' εσύντυχεν εδέτις:
"Aπάρτι χώρισε απ' αυτούς και μην αργής να σώσης
και ύπα στου Xάρου την αυλήν και το χρωστείς να δώσης".
Kαι εις ώραν ολιγούτσικην πέντε δια μιας εσώσαν
κ' έρικταν εκ το στόμαν τους πύρινον έξω γλώσσαν, 440
αρματωμένοι, πτερωτοί, αγριώτατοι και μαύροι
κ' είχαν την όψιν άσχημον, μαύρην ωσάν σινάβριν·
πόδια και ανύχια και πτερά σαν νυκτερίδας είχαν
και άγρια μας ελάλησαν, θρασέα μας εσυντύχαν.


Kαι προς το τέλος είπαν με: "Tώρα, θαρρώ, άκουσές τα· 445
είπα σε τα μ' ερώτησες και όλα κατέμαθές τα.
Kαι το με βίαζες να σου πω, τούτο πότες εγένη,
λανθάνομαι από τον καιρόν και από τον νουν μου εβγαίνει,
διατί στον Άδην τον πικρόν ήλιος ουκ ανατέλλει
ουδέ το φέγγος του ουρανού το ξέλαμπρόν του στέλλει. 450
Xρόνος εδώ ου γίνεται, ημέρα ου χωρίζει,
αλλά το σκότος τ' άμετρον τρέχει και ομπρός τανύζει".

Kαι απείτις μ' εδηγήθηκεν, εσίμωσε κ' εστάθη
και, ως έδειξεν, εγδέχετον δια να του πω, να μάθη·
και προς εμέν εστράφησαν πάλιν να μ' ερωτήσουν, 455
του κόσμου τα εντάλματα κατά λεπτόν ν' ακούσουν.
Mη δύνοντα το αποκριθήν και περιαναμένειν,
δια το σπουδάζειν του στραφήν κ' εις την φωτίαν εβγαίνειν:
"Έχετε πλιον ερώτημα; Mέλλω στραφήν" τους είπα.
Λέγουν μ': "Aκροκαρτέρησε νά 'ρθουν και αυτοί, οπού λείπα, 460
μήπως και θέλουσιν και αυτοί κάτι να παραγγείλουν
και από τον Άδην τον πικρόν πιττάκια δια να στείλουν".
Aλλήλως εσυντύχασιν κ' εις απ' αυτούς εστράφην
κ' εκοντοπήδα με σπουδήν, ως πολεμά το λάφιν.
K' εις ώραν ολιγούτσικην βλέπω φουσσάτον κ' ήρθεν· 465
δεν είχεν μέτρος το έβλεπα κ' έρχετον απ' εκείθεν·
εκεί 'δα νέους και λυγερές, άνδρες και παλληκάρια
και πολεμάρχους με σπαθιά γυμνά δίχως φηκάρια·
κ' ευτρεπισμένους άρχοντες πεζούς και καβαλλάρους,
να 'χουν με αυτούς υποταγές, ρήτορες και νοδάρους· 470
είδα διακόνους σ' εκκλησιές, πισκόπους και παπάδες
κ' εις τον παστόν αντρόγυνα, γαμπρούς με τες νυφάδες.
Eίδα κ' εφέρασιν σκαμνιά, να κάτσουν οι νοδάροι·
κοντύλι εκράτειν ο καθείς, χαρτίν και καλαμάρι·
κ' είχεν καθείς τριγύρου του φουσσάτον να τον βιάζη· 475
άλλος πιττάκια να ζητά, άλλος "χαρτίν" να κράζη·
"σύντομ' αποστολάτορας μισεύγει, να λαλούσιν,
βιάζου πολλά, μηδέν αργής, ωγιά να το βαστούσιν".
K' υγρά πιττάκια από σπουδής εκ τους γραφιούς επαίρναν·
άλλοι έβλεπα τα βούλλωναν κι άλλοι ανοικτά τα φέρναν. 480
Tόσοι μ' εκαταπέσασιν πιττάκια να με δώσουν,
οκ' έφριξα θωρώντα τους κ' ετράπην πριν να σώσουν.
Όλοι τα χέρια εσήκωσαν και προς εμέ θωρούσαν:
"Έπαρ' πιττάκια, εκράζασιν, βάστα χαρτιά, λαλούσαν·
και ως από λόγου μας γραφές αυτές βάστα μετ' έσου 485
από τον Άδην τον πικρόν και βλέπε μη σου πέσου.
Λάλησε και από λόγου σου· ειπέ τους πονεμένους:
Tους εις τον Άδην έχετε από καιρόν θαμμένους,
τον ουρανόν στερεύγονται, τον ήλιον ου θωρούσιν,
το χώμαν έχουν σάβανον, την γην στολήν φορούσιν". 490
(από το Aπόκοπος - H Bοσκοπούλα, Eρμής 1979)

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

"ΠΕΤΡΑ ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ" ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ (1669-1714)


ΗΤΟΙ
Διασάφησις τῆς Ἀρχῆς, 
καὶ αἰτίας τοῦ σχίσματος τῶν δύο Ἐκκλησιῶν,
Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

Τὰ κατὰ Ἰγνάτιον καὶ Φώτιον Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχας
1. Ἐζήτησας παρ᾿ ἐμοῦ, ἄρχων ἐνδοξότατε, καὶ εὐσεβέστατε, νὰ μάθῃς καταλεπτῶς, τί εἶναι ἐκεῖνο, ὁποῦ χωρίζει τὰς δύο ἐκκλησίας ἀνατολικήν, καὶ δυτικήν, τὴν αἰτίαν δηλαδὴ τούτου τοῦ σχίσματος, καὶ τὰς διαφορὰς τῶν δογμάτων. Ἐγὼ μετὰ πάσης χαρᾶς θέλω νὰ σὲ εὐχαριστήσω, πληροφορῶν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν σπουδαίαν σου περιέργειαν. Καὶ διὰ τὴν ἀρχὴν μὲν τοῦ δυστυχοῦς τούτου σχίσματος, πρέπει νὰ ἠξεύρῃς καταλεπτῶς ἐκεῖνα, ὁποῦ ἐσυνέβησαν ἀνάμεσον Ἰγνατίου, καὶ Φωτίου, Κωνσταντινουπόλεως Πατριαρχῶν, ὁποῦ τόσον ἐσύγχυσαν τότε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ὁποῦ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἀκολούθους αὐτῶν ἐπροξένησαν οὐ μικρὰς θλίψεις, καὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν μίας μεγάλης λογομαχίας, ἡ ὁποῖα διαμένει ἕως τῆς σήμερον. Ὅμως καθὼς εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὅλος ὁ κλῆρος, καὶ ὁ λαὸς ἦτον σχισμένος εἰς δύο μέρη, τὸ ἕνα δηλαδὴ μὲ τὸν Ἰγνάτιον, τὸ ἄλλο μὲ τὸν Φώτιον, καὶ τὰ πράγματα ἐγίνοντο πολλὰ ἐμπαθῶς, ἔτζη ἐκεῖνοι ὁποῦ τὰ ἔγραψαν τότε, ἠκολούθησαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ ἴδιον πάθος, διὰ νὰ παραστήσωσι τὸ μέρος ὅθεν ἐκρατοῦσαν δικαιότερον. Καὶ πάλιν ἄλλοι μεταγενέστεροι κάμνοντες τὸ αὐτὸ ὁ μὲν πιστεύων ἑνός, ὁ δὲ ἄλλου ἱστορικοῦ, ζωγραφίζουσι τὴν σκηνὴν ταύτην ὁ καθ᾿ εἷς μὲ τὰ ἴδιά του χρώματα, παρρησιάζοντες, ὄχι καθὼς εἶναι ἀληθινά, ἀλλὰ καθὼς ἀρέσκει, τῶν πραγμάτων τὴν ὄψιν. Καὶ διὰ τοῦτο δύσκολον εἶναι, νὰ γνωρίσωμεν ἀληθῶς τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποῖα μ᾿ ὅλον τοῦτο καθ᾿ αὐτὴν γνωρίζεται, καὶ φαίνεται εἰς τὰ ὄμματα τῆς διανοίας, τὰ ὁποῖα μὴ ὄντα θωλωμένα ἀπὸ πάθους, καὶ καθαρᾶ βλέπουσι, καὶ ὀρθᾶ διακρίνουσι. Λάβε λοιπὸν ἐκεῖνα, ὁποῦ ἐδυνήθην φιλαλήθως νὰ διακρίνω εἰς τὰς διηγήσεις τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὁποῦ διαφόρως ἐσύνθεσαν οἱ ἱστορικοί.
2. Ἔλαχεν ὁ Ἰγνάτιος γενεθλίων πολλᾶ εὐγενῶν, καὶ λαμπρῶν, ἀπὸ τὸ ἑκάτερον μέρος, πατρὸς δηλαδή, καὶ μητρὸς βασιλεικοῦ αἵματος, γεννημένος ἀπὸ Μιχαὴλ τὸν Κουραπαλάτην λεγόμενον Ῥαγγαβὲ βασιλέα Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἀπὸ Προκοπίαν θυγατέρα Νικηφόρου τοῦ Γενικοῦ, καὶ αὐτοῦ ὁμοίως βασιλέως. Λέων ὁ Ἀρμένιος ἐκατέβασεν ἀπὸ τὸν βασιλεικὸν θρόνον τὸν Μιχαήλ, εἰς τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐκάθισε τυραννικῶς, καὶ διὰ νὰ τοῦ ἀφανίσῃ ὁλότελα τὴν κληρονομίαν, ἔκαμε, καὶ εὐνούχισαν τὸν Ἰγνάτιον, ὅς τις διὰ τοῦτο ἐνδυσάμενος τὸ μοναχικὸν σχῆμα ὑπῆγε νὰ ἡσυχάσῃ εἰς τὸ Σατύρου λεγόμενον μοναστήριον.
3. Ἦτον καὶ ὁ Φώτιος (καθὼς λέγει Νικήτας Δαβὶδ ὁ Παφλαγὼν εἰς τὸν βίον τοῦ Ἰγνατίου) οὐ τῶν ἀγενῶν, καὶ ἀνωνύμων, ἀλλὰ καὶ τῶν εὐγενῶν κατὰ σάρκα, καὶ περιφανῶν· οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἔλαβον καὶ τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον, καθὼς τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος Φώτιος, εἰς τὴν ἐπιστολήν, ὁποῦ γράφει πρὸς Νικόλαον τὸν πρῶτον Πάπαν Ῥώμης, ὀνομάζει θεῖόν του τὸν μέγαν ἐκεῖνον Ταράσιον, χρηματίσαντα πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης, εἰς τοῦ ὁποίου τὸν καιρὸν ἔγινε καὶ ἡ δευτέρα ἐν Νικαίᾳ, ἥτις ἐστὶν ἑβδόμη οἰκουμενική, σύνοδος κατὰ εἰκόνομάχων.
4. Ἐνόμισάν τινες τῶν νεωτερικῶν, πῶς ὁ Φώτιος νὰ ἦτον εὐνοῦχος, καὶ τοῦτο συνάγουσιν ἀπὸ μίαν ἐπιστολὴν Ἰωάννου τινὸς Πατρικίου, καὶ Σακελλαρίου, ὅς τις γράφων πρὸς Φώτιον πολλὰ ὀνειδιστικά, φαίνεται νὰ τὸν λέγη εὐνοῦχον, καὶ τοῦ γυναικείου ἄξιον· Ὅμως τὴν ἄνωθεν ἐπιστολὴν γράφει ὄχι ὁ Ἰωάννης πρὸς Φώτιον, ἀλλὰ μάλιστα ὁ Φώτιος, εἰς τὸν Ἰωάννην, ὅς τις ἦτον Πατρίκιος, καὶ Σακελλάριος, ἐπιστάτης δηλαδὴ εἰς τὴν σύναξιν τῶν αὐθεντικῶν χρημάτων, καὶ ὡς φαίνεται, ἀπὸ τὰ πολιτικὰ ἤθελε νὰ ἀπλοχωρήσῃ, καὶ εἰς ἐκκλησιαστικά, ὅθεν ἐλέγχεται ὡς αὐθάδης, κατὰ τὴν φύσιν τῶν εὐνούχων, ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων ἦτον καὶ ὁ ἄνωθεν Πατρίκιος. Αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια τοῦ Φωτίου πρὸς τοῖς ἄλλοις· «Πόθεν οὖν σὺ τοὺς ἑκατέρωθεν ὅρους ὑπερβάς, εἰς τὰ τῆς ἐκκλησίας Θεοῦ μυστήρια παρεισέφρησας, ἄνω καὶ κάτω πάντα ποιῶν;». Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη τοῦ Φωτίου μὲ τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην «Ἰωάννῃ Πατρικίῳ καὶ Σακελλαρίῳ» εὑρίσκεται ἀναμεταξὺ τῶν ἄλλων αὐτοῦ ἐπιστολῶν, ὁποῦ ἐτύπωσε Δαβὶδ ὁ Ἑχέλιος ἐκ τῶν χειρογραμμάτων Μαξίμου τοῦ Μαργουνίου, ἔτει Χριστοῦ ͵αχα´ ἐν Αὐγούστῃ. Καὶ ἐκείνων ἀκόμη, ὁποῦ ἐξέδοτο Γραικολατίνας ἐν Λονδίνῳ διὰ Ῥιχάρδου Μοντακουτίου Ῥόγερος Δανιὴλ ἔτει Χριστοῦ ͵αχνα´ ἀπὸ ἄλλων παλαιοτάτων χειρογραμμάτων. Ἔξω ἀπὸ τοῦτο Θεόγνωστος ὁ μοναχός, Νικήτας Δαβὶδ ὁ Παφλαγών, Μητροφάνης ὁ Σμυρναῖος, καὶ Στυλιανὸς Νεοκαισαρείας ἱστορικοὶ τοῦ καιροῦ ἐκείνου, προφανεῖς ἐχθροὶ τοῦ Φωτίου (καθὼς τὸ μαρτυροῦσι τὰ συγγράμματα αὐτῶν) οἵ τινες καὶ ἤξευραν, καὶ ἐδυνήθησαν νὰ τὸν κατηγοροῦσι, δὲν τολμῶσιν ὅμως νὰ εἰπῶσι πῶς νὰ ἐστάθη εὐνοῦχος ὁ Φώτιος.
5. Εἰς τὸν δρόμον τῶν ἐπιστημῶν τόσον ἐπροχώρησεν οὗτος ὁ νοῦς, ὅς τις ἦτον ἀληθινᾶ μία ἄβυσσος πολυμαθείας, ὁποῦ εἰς τοὺς καιρούς του δὲν εἶχεν ὅμοιον, διὰ πολὺν καιρὸν ἡ φύσις δὲν ἤθελε γεννήσῃ ἕνα τοιοῦτο τέρας. Ὄχι εἰς μίαν μόνη, ἀλλὰ σχεδὸν εἰς ὅλας τὰς ἐπιστήμας ἦτον τελειότατος, εἰς τὰ φιλοσοφικά, ἰατρικά, ἀστρονομικὰ καὶ θεολογικὰ διδάσκαλος ἄκρος. Ἡ βιβλιοθήκη ἡ μυριόβιβλος, ὁποῦ μᾶς ἄφισεν, εἶναι ἀρκετὸν τεκμήριον τῆς βαθυτάτης ἐκείνης γνώσεως, ὁποῦ εἶχεν εἰς τὸ νὰ διακρίνη τὰ πράγματα, κρίνωντας ἀκριβῶς καὶ ὀρθῶς περὶ τῶν συγγραφέων, καὶ τῆς μακρᾶς ἐκείνης ἀναγνώσεως τοσούτων συγγραμάτων, ὁποῦ ἀπέρασεν. Εἰς τὰ πολιτικὰ πάλιν καὶ θεωρίᾳ καὶ πράξει ἦτον πολλᾶ περιφανής, διὰ τοῦτο εἴχετο καὶ εἰς μεγάλην τιμὴν μέσα εἰς τὰ βασίλεια, ὁποῦ ἔλαβε καὶ ἀξιώματα ἐπίσημα, ἐπειδὴ καὶ ἐστάθη πρωτοσπαθάριος, καὶ πρωτασηκρήτης Θεοφίλου τοῦ βασιλέως, ἔπειτα εἷς τῆς συγκλήτου. Μάλιστα καθὼς λέγει, Ἰωάννης διάκονος εἰς τὸν βίον Ἰωσὴφ τοῦ ὑμνογράφου κεφ. λ´ τῆς συγκλήτου βουλῆς τὰ πρωτεῖα ἐπιφερόμενος, καὶ πάλιν διὰ προστάγματος τῆς συγκλήτου καὶ τοῦ βασιλέως ἐπέμφθη εἰς πρεσβείαν πρὸς Ἀσσυρίους, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ εἰς μίαν του ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἀδελφόν του Ταράσιον. Τοιοῦτος ἦν ὅ, τε Ἰγνάτιος, καὶ ὁ Φώτιος πρὶν νὰ πατριαρχεύσῃ καὶ ὁ ἕνας, καὶ ὁ ἄλλος.
6. Ἦτον ὁ ἕκτος χρόνος τῆς βασιλείας Μιχαήλ, ὅς τις ἐβασίλευσε σὺν τῇ μητρὶ Θεοδώρα μετὰ τὸν θάνατον Θεοφίλου τοῦ πατρός του, ὅταν ἐτελεύτησεν ὁ θεῖος Μεθόδιος Κωνσταντινουπόλεως πατριάρχης, εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ἐψηφίσθη ὁ Ἰγνάτιος. Ὄχι ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, καὶ κληρικοὶ ἐσύντρεξαν εἰς τοιαύτην ψῆφον, ἱκανοὶ τὴν ἀπέρριπτον, ὧν πρῶτος ἦτον ὁ Συρακουσῶν ἀρχιεπίσκοπος Γρηγόριος, τὸν ὁποῖον εἰς τόσον μῖσος εἶχεν ὁ Ἰγνάτιος, ὁποῦ τὴν ἡμέραν τῆς πατριαρχικῆς αὐτοῦ χειροτονίας δὲν τὸν ἠθέλησε συλλειτουργόν, καὶ ἐπρόσταξε διὰ τοῦτο, νὰ μὴν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἱεροπραξίαν ἐκείνην, τὸ ὁποῖον πολλοὶ τὸ ἐμέμφησαν. Ὡσὰν ὁποῦ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς πατριαρχίας του ἔδειξε κατὰ τοῦ Γρηγορίου τόσην ὀργήν. Ὕστερον πάλιν γενομένης συνόδου τὸν ἐκάθηρε πέμπωντας, καὶ γράμματα, καὶ πρεσβείαν πρῶτον πρὸς Λέοντα τέταρτον, ἔπειτα πρὸς Βενέδικτον τρίτον πᾶπαν Ῥώμης, ὅπως καὶ αὐτοὶ συμφώνως τὸ αὐτὸ κρίνωσι κατὰ τοῦ Γρηγορίου, διὰ νὰ παραστήσῃ τὴν καθαίρεσιν ταύτην πλέον ἐπίσημον, ὡσὰν ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν ὁμοῦ, καὶ δυτικὴν ἐκκλησίαν γενομένην. Ὅμως οὔτε ὁ Λέων, οὔτε ὁ Βενέδικτος ἠθέλησαν νὰ ἔχωσι μέρος εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν δηλαδὴ εἰς τὴν καθαίρεσιν τοῦ Γρηγορίου. Τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ ὁ μετ᾿ ἐκείνους ἀρχιερετεύσας ἐν Ῥώμῃ Νικόλαος πρῶτος γράφων πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαήλ, ἀγκαλᾶ καὶ τὰ ἐναντία γράφει Στυλιανὸς Νεοκαισαρείας, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ὁ Βαρώνιος.
7. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ὁ Γρηγόριος παροργισθείς, ἔπρεπε χωρὶς ἄλλου νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τοῦ διώκοντος μὲ κάθε μέσον, συμβοηθοὺς εἶχε καὶ ἀρχιερεῖς, καὶ κληρικούς, καὶ ἀπὸ τοὺς προκρίτους τῆς πολιτείας οὐκ ὀλίγους, ἐν οἷς καὶ τὸν Φώτιον, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ εἰς τὴν ρια´ ἐπιστολὴν ὁποῦ γράφει πρὸς ἐκεῖνον. Ἔλαχε δὲ καὶ μία ἀφορμή, ὁποῦ ὅσοι ἐμισοῦσαν, ἢ δικαίως, ἢ ἀδίκως τὸν Ἰγνάτιον, ἐδυνήθησαν πολλὰ νὰ συνεργήσωσιν εἰς τὸ νὰ τὸν βλάψωσιν εἰς ἄκρον, ἔστι δὲ αὕτη.
8. Ἔνδεκα χρόνοι ἦτον ἀπερασμένοι ἀφ᾿ οὗ ἐπατριάρχευσεν ὁ Ἰγνάτιος, ὅταν ὁ Βάρδας ὁ Πατρίκιος καὶ Δομέστικος τῶν σχολῶν ἀπολύσας (λέγουσι, χωρὶς αἰτίας) τὴν ἰδίαν του γυναῖκα, ἐσυνουσιάζετο παρανόμως μὲ τὴν νύμφην του. Τὸ σκάνδαλον ἦτον φανερόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδύνετο νὰ ὑποφέρῃ ὁ ζῆλος τοῦ Ἰγνατίου, ὅς τις πολλάκις καὶ ἐνουθέτησε, καὶ ἤλεγξε τὸν παραβάτην τῶν ἐκκλησιαστικῶν νόμων, πλὴν εἰς μάτην. Ὅθεν εἰς μίαν τῶν ἡμερῶν, δηλαδὴ τῶν Φώτων, ἐκεῖ ὁποῦ ὁ Βάρδας ὁμοῦ μὲ τὸν βασιλέα ἐτόλμησε νὰ συμμώτῃ εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ὁ Πατριάρχης τὸν ἐδείωξεν ὡς παράνομον, καὶ ἀνάξιον τῆς θείας μεταλείψεως. Εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ Βάρδας ἐπάσχησε μὲ κάθε τρόπον νὰ ἐξιλεώση τὸν Πατριάρχην, μὰ ὁσὰν ἐτοῦτος δὲν ἐδύνατο νὰ συγχωρήσῃ, ἢ νὰ ὑποφέρῃ τοιαύτην παρανομίαν, ἔτζη ἄναψε πλέον τὸν θυμὸν κατ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐμελέτησε νὰ τὸν διώξη, κατεβάζωντάς τον ἀπὸ τὸν θρόνον του. Ἡ ἐξουσία τοῦ Βάρδα τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἦτον μεγάλη, αὐτὸς ἦτον θεῖος τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ ὡς ἀδελφὸς Θεοδώρας, ἡ ὁποία ἴσως δὲν εὐχαριστεῖτο εἰς τὰς πράξεις του, καὶ ἐκυβέρνα ὡς ἤθελε, καὶ τὸν βασιλέα, καὶ τὸ βασίλειον. Λοιπὸν διὰ νὰ μὴν ἔχῃ κανένα ἐμπόδιον εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ ἐμελέτα, παρακινεῖ τὸν βασιλέα νὰ διώξῃ ἀπὸ τὰ βασίλεια τὴν μητέρα Θεοδώραν, καὶ Θέκλαν τὴν ἀδελφήν, ὁποῦ εἶχον μέρος τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, καὶ νὰ προστάξῃ τὸν Πατριάρχην Ἰγνάτιον νὰ ταῖς κουρεύσῃ, ἔλεγε καὶ τὴν ἀφορμὴν πῶς δηλαδὴ ὤντας ὁ βασιλεὺς ἔξω τῆς παιδικῆς ἡλικίας, δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ εἶναι ὑποκείμενος τῇ μητρὶ μάλιστα ὁποῦ αὐτὴ ἐμελέτα νὰ πάρῃ ἄλλον ἄνδρα, καὶ νὰ τὸν στέψῃ βασιλέα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει σύμβουλον, καὶ συνεργὸν τὸν Πατριάρχην Ἰγνάτιον. Πιστεύει ὁ νέος βασιλεὺς τὰ λόγια τοῦ θείου του, προστάζει εὐθὺς τὸν Πατριάρχην νὰ κουρεύση τὴν μητέρα, καὶ ἀδελφήν· ὁ Πατριάρχης δὲν στέργει λέγωντας, πῶς εἶναι πρᾶγμα ἔξω παντὸς νόμου νὰ κουρεύσῃ τὰς βασιλίσσας στανικῶς, καὶ δὲν δύναται νὰ τὰς βιάσῃ εἰς τὴν μοναχικὴν ζωήν, τὴν ὁποῖαν αὐταῖς θεληματικῶς δὲν ἐζήτησαν, πῶς ὑποσχέθη μεθ᾿ ὅρκου εἰς αὐτάς, (καθὼς εἶναι συνήθεια νὰ γίνεται ἡ μεθ᾿ ὅρκου ὑπόσχεσις εἰς ὅλους τοὺς βασιλεῖς, καὶ βασιλίσσας) νὰ μὴ κάμῃ ποτὲ ἐναντίον των καμμίαν ἐπιβουλήν. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχαὴλ διὰ τοῦτο μάλιστα βεβαιώνεται εἰς τὰς ὑποψίας ὁποῦ τὸν ἔβαλεν ὁ Βάρδας κατὰ τῆς μητρός, καὶ κατὰ τοῦ Ἰγνατίου, καὶ χωρὶς ἄλλης διορίας ἐξορίζει τὴν μητέραν Θεοδώραν, καὶ τὴν ἀδελφὴν ἀπὸ τὰ βασίλεια, καὶ προστάζει νὰ ταῖς κουρεύσουν εὐθὺς μοναχαῖς ἐν ταῖς τοῦ Καριανοῦ· μετ᾿ ὀλίγον ἐξορίζει, καὶ τὸν Πατριάρχην.
9. Ἐὰν εἶναι ἀληθινὰ ἐκεῖνα ὁποῦ διηγοῦνται οἱ ἱστορικοὶ φίλοι τοῦ Ἰγνατίου ὁ βασιλεὺς Μιχαήλ, ὁ Βάρδας καὶ σύμβουλοι αὐτῶν τὸ πραχθὲν προβλέποντες πῶς, ἀνίσως καὶ ὁ Ἰγνάτιος θεληματικῶς δὲν ἤθελε παραιτήσῃ τὸν θρόνον, πολλοὶ κληρικοὶ δὲν ἤθελον δεχθῇ μετὰ χαρᾶς τὸν νέον Πατριάρχην, ὁποῦ ἔμελλε νὰ ψηφισθῇ μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἔπεμψαν ἅπαξ, καὶ δὶς τινὰς ἐπισκόπους, καὶ ἐπισήμους πατρικίους νὰ παρακινήσωσι τὸν Ἰγνάτιον, τώρα μὲ ὑποσχέσεις, τώρα μὲ ἀπειλὰς νὰ δώσῃ ἰδιόχειρον τὴν παραίτησίν του, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος εἰς κανένα τρόπον δὲν ἔστερξεν. Ὅμως εἰς τὴν ἐπιστολὴν ὁποῦ ἔγραψεν ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν Πάπαν Νικόλαον φαίνεται πὼς ὁ Ἰγνάτιος διὰ γῆρας, καὶ τοῦ σώματος ἀδυναμίαν παραιτησάμενος ὑπεχώρησε τῆς ἐκκλησίας.
10. Καὶ λοιπὸν γενομένης μακρᾶς σκέψεως, καὶ βουλῆς περὶ τοῦ μέλλοντος διαδέξασθαι τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον, ὡσὰν ὁποῦ ὁ Φώτιος τότε εἶχε μεγάλην φήμην, ὄχι μόνον εἰς τὴν σοφίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν εὐλάβειαν, ἔτζη ἐφάνη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀξιώτερος νὰ λάβη τὴν ὑπερτάτην ταύτην ἀξίαν, καὶ γενομένης συνόδου ἐπισκόπων, καὶ κληρικῶν, ἐν ᾗ ἦν ὅ, τε βασιλεύς, καὶ ὁ θεῖος του Βάρδας, ψηφίζεται τῆς βασιλίδος ἀρχιερεύς. Τὰ πλεῖστα καθ᾿ ἑαυτοὺς συσκεψάμενοι, καὶ πάσαν κεκινηκότες βουλὴν Φώτιον πρωτοσπαθάριόν τε ὄντα, καὶ προτασηκρήτην, εἰς ἀρχιερέα τῆς βασιλίδος προχειρίζονται, λέγει Νικήτας Δαβὶδ ὁ Παφλαγών. Ὅμως δὲν στέργει τὴν ψῆφον ὁ Φώτιος, παραιτεῖ, καὶ παρακαλεῖ, κλαίει, εἰς κανένα τρόπον δὲν θέλει νὰ δεχθῆ τὴν προσφερομένην πατριαρχικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ τοῦτο ἤθελεν ἐξ ἀποφάσεως ὁ βασιλεύς, ἀφ᾿ οὗ εἶδε, καὶ ὁ Φώτιος δὲν δέχεται τὸ πατριαρχεῖον θεληματικῶς, τὸν βιάζει καὶ ἄκοντα, βάζωντάς τον εἰς φυλακήν, ὥστε ὁποῦ τέλος πάντων εὐχαριστήθη. Καὶ ἐπειδὴ ἦτον λαϊκὸς χειροτονεῖται ἀπὸ τὸν Συρακουσῶν ἀρχιεπίσκοπον Γρηγόριον, τὴν μίαν ἡμέραν μοναχός, τὴν ἄλλην ἀναγνώστης, τὴν τρίτην ὑποδιάκονος, τὴν τετάρτην διάκονος, τὴν πέμπτην πρεσβύτερος, καὶ τὴν ἕκτην, ὁποῦ ἦτον κε´ τοῦ Δεκεμβρίου, ἡμέρα τῶν γενεθλίων τοῦ Χριστοῦ, πατριάρχης, ὄχι καθὼς γράφει ὁ Νεοκαισαρείας Στυλιανὸς πρὸς Στέφανον ἕκτον αὐθημερόν. Τοῦ Φωτίου τὴν ψῆφον ἐδέχθησαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐπίσκοποι φίλοι τοῦ Ἰγνατίου, ἀγκαλᾶ καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐφαίνοντο ἐνάντιοι, ὥστε ὁποῦ μὲ τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ συμφωνίαν ὅλου τοῦ κλήρου ἔγινεν, ἐξαιρουμένων πέντε μόνον. Καὶ εἰς τοῦτο δύσκολον εἶναι νὰ πιστεύσῃ τινὰς ἐκεῖνα, ὁποῦ διηγοῦνται ὅ,τε Σμυρναῖος Μητροφάνης, ὁ Νεοκαισαρείας Στυλιανός, ὁ Νικήτας, καὶ ὁ Θεόγνωστος φανεροὶ ἐχθροὶ τοῦ Φωτίου, οἵτινες ἀληθινᾶ ὁμιλοῦσι πολλᾶ ἐμπαθῶς σωρεύοντες ὀνείδη φοβερὰ ἐπάνω εἰς τὸν Φώτιον, κάνοντές τον πταίστην εἰς πράγματα, τῶν ὁποίων ἐκεῖνος δὲν εἶχε εἴδησιν οὔτε μέρος, ὡσὰν ὅταν λέγουσι πῶς τῆς ἐξορίας τοῦ Ἰγνατίου καὶ τῶν κακῶν, ὁποῦ ἔπαθεν, αἴτιος ἦτον ὁ Φώτιος διὰ τὴν ἄκραν ἐπιθυμίαν, ὁποῦ εἶχε νὰ γένῃ πατριάρχης. Ἀλλὰ πρῶτον μὲν τὸν Ἰγνάτιον τὸν ἐξώρισεν ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ Βάρδας, καὶ ἐσημειώσαμεν παραπάνω τὴν ἀφορμήν, δεύτερον ὁ Φώτιος μάλιστα ἔκαμεν ὅ,τι ἐδυνήθη νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὸ πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη στανικῶς, καὶ εἰς τοῦτο εἶναι μάρτυς ἀξιόπιστος αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁποῦ ὄχι μόνον τὸ γράφει πρὸς Νικόλαον πάπαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν ὁποῖον παρόντα, καὶ ἔχοντα τελείαν εἴδησιν τῶν πραγμάτων ὁποῦ ἔτρεξαν, δὲν ἤθελε τολμήση νὰ γράφῃ ἕνα δι᾿ ἄλλο, ἀλλ᾿ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Φωτίου δὲν εἶναι μάρτυρες ἀξιόπιστοι ὡς ἐχθροί, μάλιστα ὁποῦ εἰς κάποια πράγματα ἕνας ἐναντιεῖται τοῦ ἄλλου.
11. Ἀκόμη λοιπὸν δὲν ἦτον ἀπερασμένοι δύο μῆνες τῆς πατριαρχίας τοῦ Φωτίου, ὅταν οἱ φίλοι τοῦ διωχθέντος Ἰγνατίου, οἵτινες καταλλαγέντες ὕστερα μὲ τοῦ Φωτίου, τὸν ἐδέχθησαν ὡς γνήσιον πατριάρχην, πάλιν στρέφονται εἰς τὰ ὀπίσω, ἀθετοῦσιν ὅσα ἔστερξαν χωρίζονται ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τοῦ Φωτίου, συνάγονται εἰς τὸν ναὸν τῆς ἁγίας Εἰρήνης, ἐκεῖ τὸν καθαίρουσι, καὶ ἀναθεματίζουσιν, καὶ κοινῇ, καὶ μεγάλῃ φωνῇ ζητοῦσι νὰ ἐπιστραφῇ πάλιν εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ὁ Ἰγνάτιος· τὸν ὁποῖον μόνον ἐγνώρισαν ὡς γνήσιον ἀρχιερέα, καὶ ποιμένα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησίας. Τοῦτο τὸ πρᾶγμα, ὁποῦ ἔκαμε ἀληθινᾶ μεγάλην ταραχήν, καὶ ἔσειρε πολλοὺς ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ Φωτίου εἰς τὸ μέρος τοῦ Ἰγνατίου, ἐγίνετο εἰς φανερὰν καταισχύνην τοῦ βασιλέως Μιχαήλ, καὶ τοῦ Καίσαρος Βάρδα, ὁποῦ ἦτον οἱ θερμοὶ τοῦ Φωτίου ἀντιλήπτορες. Ὅθεν τοῦ ἑνός, καὶ τοῦ ἄλλου ὁ θυμὸς ἄναψεν εὐθὺς εἰς ἄκρον, καὶ ἐπειδὴ ἦτον εἰς ὑποψίαν ὁ Ἰγνάτιος, πῶς αὐτὸς νὰ κινῇ τοιαύτας ταραχάς, ἐπιθυμῶν νὰ ἀναβῆ πάλιν εἰς τὸν θρόνον, ἔπαθεν ἀληθινᾶ πολλά, δὲν λέγω θλίψεις μόνον, καὶ ταλαιπωρίας, ἀλλὰ καὶ ὕβρεις, καὶ ὀνειδισμοὺς (καθὼς γράφει Νικήτας) καὶ κολαφισμοὺς εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ δεσμά, καὶ φυλακάς, καὶ τέλος πάντων, ἐξορίζεται ἀπὸ τὴν νῆσον Τερέβινθον εἰς Μιτυλήνην. Ὁμοίως καὶ τῶν ὁμοφρονούντων αὐτῷ ἐπισκόπων, καὶ κληρικῶν, οἱ μὲν ἐξορίζονται, οἱ δὲ φυλακώνονται, μάλιστα ἑνὸς κάποιου Βλασίου χαρτοφύλακος διὰ τὴν ἐλευθεροστομίαν κόπτεται ἡ γλῶσσα διὰ προστάγματος βασιλικοῦ, γίνεται καὶ σύνοδος ἐπισκόπων, καὶ κληρικῶν εἰς τὸν ναὸν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁποῦ εὑρέθη παρὼν ὅ,τε βασιλεὺς καὶ ὁ Βάρδας, καὶ ἀποκηρύττεται ὁ Ἰγνάτιος ἀνάξιος τῆς ἀρχιερωσύνης, ἀφορίζεται, καὶ ἀναθεματίζεται.
12. Δὲν ἦτον ἀληθινὰ ὁ Ἰγνάτιος ἄξιος τοσούτων παθημάτων, ἴσως ἀδίκως ἐξορίσθη, ἀδίκως παιδεύεται, ἄξιος μάλιστα ἦτον καὶ εὐλαβείας ὡς ἀρχιερεύς, καὶ συμπαθείας ὡς γέρων, ἀλλά, καθὼς εἴδαμεν εἰς ἄλλα παραδείγματα, δὲν ἔχει οὔτε νόμον οὔτε μέτρον τῶν κρατούντων ὁ θυμός. Οἱ φίλοι τοῦ καλοῦ τούτου γέροντος, ἔπρεπεν, ἄλλην οἰκονομίαν νὰ εἶχον κάμωσιν εἰς ἐκείνην τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων· ἀλλ᾿ αὐτοὶ εἶχον μῖσος πολὺ κατὰ τοῦ Φωτίου, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ τοῦ ἱεροῦ καταλόγου δὲν ἐδύναντο νὰ βλέπωσιν ἀναβιβασμένον εἰς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν λαϊκῶν. Ἐνδέχεται νὰ ἐνεργοῦσαν διὰ ζῆλον, ὅμως ὁ ζῆλός των ἦτον ἀδιάκριτος. Πλὴν πῶς τὸ πάθος των νὰ ἦτον ἄμετρον κατὰ τοῦ Φωτίου, φαίνεται καὶ ἀπὸ τοῦτο, ὅτι τῶν κακῶν δηλαδή, ὁποῦ ἔπαθε τότε ὁ Ἰγνάτιος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ, αἴτιον κάνωσι τὸν Φώτιον, διὰ νὰ τὸν παραστήσωσιν εἰς ὅλους μισητόν. Ἀλλ᾿ ὄχι μόνον ὁ Φώτιος δὲν ἐσυνήργει, μάλιστα δὲ (καθὼς ὁ ἴδιος γράφει πρὸς Βάρδαν τὸν Καίσαρα) συνέπασχεν, ἐπόνει, ἐθλίβετο εἰς τοιαύτα κακά, ἐμεσίτευσε διὰ τὸν ἄνω εἰρημένον γλωσσότμητον Βλάσιον· ἐμέμφετο τὸν Βάρδαν ὡς αἴτιον τῶν γενομένων, ἐπαραπονεῖτο πῶς ἄκοντα τὸν ἐψήφισαν πατριάρχην, ἔλεγε πῶς διατοῦτο δὲν ἤθελεν ἐξ ἀρχῆς νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν ταύτην, διατὶ ἐπρόβλεπε τὰς μελλούσας συμφοράς, καὶ πῶς ἕτοιμος διὰ τοῦτο εἶναι νὰ τὴν παραιτήση. Καὶ ταῦτα μὲν ἔγραφε πρὸς ἄνθρωπον ὄχι ξένον, ἢ μακρὰν ἀπόντα, ἢ ὁποῦ δὲν εἶχε τῶν πραγμάτων ὁποῦ ἀπάρασαν καμμίαν εἴδησιν, ἀλλά, καθὼς εἶπον παραπάνω, πρὸς αὐτὸν τὸν Βάρδαν, ὁποῦ καὶ πάντα ἤξευρε, καὶ τὰ πάντα ἔκανεν· ὥστε ὁποῦ ὁ Φώτιος ταῦτα δὲν ἔλεγεν ὑποκρινόμενος, ἀλλὰ τὴν ἀλήθειαν εἰλικρινῶς ὁμολογῶν.
13. Μ᾿ ὅλα ταῦτα δὲν ἔπαυε μάλιστα ηὔξανεν εἰς περισσότερον τῶν δύω μερῶν ἡ μάχη, καὶ τῆς ἐκκλησίας, τὴν ὁποῖαν ἔκαμεν ἀκόμη μεγαλητέραν ἡ ἀναφυεῖσα αἵρεσις τῶν εἰκονομάχων· ἔγνω διατοῦτο ὁ βασιλεὺς ἔτζη συμβουλευθεὶς ἀπὸ τὸν θεῖόν του Βάρδαν νὰ γράψῃ πρὸς Νικόλαον Πάπαν Ῥώμης, νὰ πέμψῃ λεγάτους εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ γενομένης συνόδου νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ παύσωσι τὰ σκάνδαλα τῆς ἐκκλησίας. Πέμπει λοιπὸν πρέσβεις Μεθόδιον, Σαμουήλ, Ζαχαρίαν, καὶ Θεόφιλον ἐπισκόπους, καὶ ἕνα πρωτοσπαθάριον μὲ δώρα πολύτιμα, σκεύη δηλαδὴ ἱερά, καὶ ἄμφια ὄντως βασιλεικά, τὰ ὁποῖα περιγράφει Ἀναστάσιος ὁ Βιβλιοθηκάριος εἰς τὸν βίον τοῦ Νικολάου, καὶ διὰ νὰ εἰρηνεύσῃ τὰ μέρη Φωτίου, καὶ Ἰγνατίου, δὲν ἔφθανον αἱ ψῆφοι τῶν Ἀνατολικῶν Ἀρχιερέων, οἵτινες ἐδιαφωνοῦσαν ἀνάμεσόν τους εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν, ἂν καὶ ὁ Πάπας Νικόλαος ἤθελε στέρξῃ καὶ αὐτὸς τὴν καθαίρεσιν τοῦ Ἰγνατίου, καὶ τοῦ Φωτίου τὴν ἐκλογὴν εἰς τὴν σύνοδον, ὁποῦ ἔμελλε νὰ γίνῃ, εὔκολα ἤθελε σύρη καὶ τοὺς λοιπούς, τὸ αὐτὸ δηλαδὴ τέλος πάντων νὰ στέρξωσι, καὶ τέτοιας λογῆς νὰ εἰρηνεύσωσι τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, οὔτε πρεσβείαν ἔπεμψε πρὸς Νικόλαον ὁ Πατριάρχης Φώτιος· οἱ δὲ τοῦ Φωτίου ἐχθροὶ Νικήτας δηλαδή, Μητροφάνης, καὶ Στυλιανὸς ὡς καὶ εἰς τοῦτο προφανῶς τὸν συκοφαντοῦσι, γράφοντες πῶς ἐκεῖνος ἐζήτησε παρὰ τοῦ Νικολάου λεγάτους πρὸς κύρωσιν. Πλὴν τὸ ἐνάντιον φαίνεται εἰς τὴν ἐπιστολὴν Φωτίου πρὸς τὸν πάπαν Νικόλαον· ἔστι δὲ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἐν τῇ προθήκῃ τῆς βιβλιοθήκης τῶν πατέρων διὰ Φραγγίσκου Κομβεφισίου τυπωθείσῃ ἐν Παρισίοις ἔτει Χριστοῦ ͵αχοβ´, ἥστινος ἡ ἀρχή· «τῷ τὰ πάντα ἁγιωτάτῳ ἀδελφῷ καὶ συλλειτουργῷ Νικολάῳ Πάπᾳ πρεσβυτέρας Ῥώμης» καὶ εἰς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πάπα Νικολάου πρὸς Φώτιον εἰς ἀπόκρισιν, εἰς ταῖς ὁποίαις οὐδείς λόγος περὶ λεγάτων ὁποῦ κατὰ τοὺς ἄνωθεν ἱστορικοὺς ἐζήτει ὁ Φώτιος ἀπὸ τὸν Νικόλαον. Διὰ νὰ φυλάττεται ὁ σύνδεσμος τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης, καὶ ἀμειβαίας κοινωνίας, ὁποῦ ἐκρατοῦσαν ἄνωθεν καὶ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἡνωμένας τὰς ἐκκλησίας, ἐστέλλοντο καὶ ἀμειβαῖαι ἐπιστολαὶ ἑκατέρων τῶν μερῶν, μάλιστα ὅταν ἦτον καὶ μεγάλαι ἐκκλησιαστικαὶ ὑποθέσεις, αὕται ἐλέγοντο καὶ ἐγκύκλιοι ἐπιστολαί, ἐν αἷς μάλιστα, καὶ οἱ νεοχειροτονηθέντες ἐπίσκοποι ἔδιδον εἴδησιν τοῖς ἄλλοις ἀδελφοῖς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔπεμπον, καὶ μίαν ἔκθεσιν πίστεως, ὅπως φαίνονται ὁμοφρονοῦντες. Ταύτην τὴν παλαιὰν συνήθειαν φυλάττων καὶ ὁ Φώτιος εἶχε γράψει πρὸς Νικόλαον, δίδωντας εἴδησιν, πῶς ἔλαβε τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ἄκων καὶ μὴ θέλων τὸν ἔπεμψε καὶ τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεως, ὅτι πασῶν ἀρίστη ἔλεγεν ἔστι τῆς πίστεως ἡ κοινωνία, καὶ πασῶν μεγίστη αἰτία τῆς ἀγάπης τῆς ἀληθῆς, καὶ ἄλλα ὅμοια.
14. Ὁποία ἦτον ἡ βουλὴ τοῦ βασιλέως νὰ πέμψῃ τέτοιας λογῆς πρεσβείαν πρὸς τὸν πάπαν Νικόλαον, δὲν ἦτον καλὴ βουλή. Διατὶ ἐστάθη ὕλη, ὁποῦ ἄναψεν ἐκεῖνο τὸ ὀλέθριον πῦρ, ὁποῦ ἐπροξένησε πολλὴν φθορὰν εἰς τὴν ἐκκλησίαν μὲ τὸ σχῖσμα, ὁποῦ ἠκολούθησεν.

Ὁ Πάπας Νικόλαος εἶχε πνεῦμα ἡγεμονικὸν καὶ μίαν ἄπλετον ἐπιθυμίαν (ὑπὲρ πάντας τοὺς πρὸ αὐτοῦ) νὰ ἁπλώσῃ τὴν ἐξουσίαν του ἀπὸ τὴν δύσιν (τὴν ὁποίαν εἶχε σχεδὸν δουλωμένην) ἕως τὴν ἀνατολήν, διὰ νὰ κάμῃ ἐκείνην τὴν παγκόσμιον ἐκκλησιαστικὴν μοναρχίαν πρὸς τὴν ὁποίαν ἀφεώρα ἡ δυτικὴ ὀφρύς, καθὼς λέγει ὁ μέγας Βασίλειος. Τούτου τὴν γνώμην ἐσκιαγράφησεν τοῖς μεταγενεστέροις πρὸς τοῖς ἄλλοις Οὐλδερῖκος ἐπίσκοπος, ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς πρὸς αὐτὸν περὶ κληρικῶν ἐγκρατείας, καὶ τὰ Φράγγικα χρονικὰ ἔτει Χριστοῦ 865, καὶ 868. Ὁποῦ φαίνεται, μὲ ποίαν τυραννικὴν ἐξουσίαν ἤθελε νὰ κυριεύση. Καὶ λοιπὸν μετὰ πολλῆς χαρᾶς ἐδέχθη τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ τὴν πρεσβείαν, τὰ δώρα, καὶ τὰς ἐπιστολάς, καὶ εὐθὺς ἐδιόρισε νὰ πληρώσῃ τὸ ζήτημα, ἐλπίζωντας, πῶς τοῦτος νὰ ἦτον ἐπιτήδειος τρόπος, νὰ κατορθώσῃ τὸ μελετώμενον, δηλαδὴ νὰ κάμη ὑποκειμένην τῇ δυτικῇ τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν. Ἔπεμψε λοιπὸν πρέσβεις Ῥοδοάλδον, καὶ Ζαχαρίαν, ἐπισκόπους, παραγγείλας αὐτοῖς, ὅτι εἰς μὲν τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἁγίων εἰκόνων νὰ διορίσωσι καὶ νὰ ἀποφασίσωσιν, ὅτι ἤθελε τοὺς φανῆ εὐσεβὲς καὶ δίκαιον, τὰ δὲ κατὰ Φώτιον, καὶ Ἰγνάτιον νὰ μὴ διορίσωσιν, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωσιν ἀκριβῶς, καὶ ἐπιστρέφοντες εἰς Ῥώμην νὰ τοῦ ἀναφέρωσι τὰ πάντα, ὅπως αὐτὸς ὡς ἐξ ὑπερτάτου κριτηρίου νὰ κάμη τὴν κρίσιν, καὶ τὴν ἀπόφασιν. Ἔφθασαν οἱ λεγάτοι τοῦ πάπα εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἄρχησεν ἡ σύνοδος ἐν τῷ ναῷ τῶν ἁγίων ἀποστόλων· συνήχθησαν ὅλοι τ ι η, ὅσοι ἦτον καὶ εἰς τὴν ἐν Νικαίᾳ ἁγιωτάτην σύνοδον, ἐκράχθη καὶ ὁ Ἰγνάτιος ἀπὸ τὴν ἐξορίαν, καὶ ἐπειδὴ ἐμαρτυρήθη, ὅτι διαφωνούντων τῶν ἐπισκόπων ἐψηφίσθη, ἀποκηρύττεται ὡς ἄκυρος καὶ παράνομος ἡ χειροτονία αὐτοῦ. Ὅθεν κατακρίνεται, ἀναδείκνυται δὲ νόμιμος, καὶ γνήσιος πατριάρχης ὁ Φώτιος. Τὸ ὁποῖον στέργουσι καὶ οἱ λεγάτοι τοῦ Νικολάου παραβαίνοντες χωρὶς ἄλλον τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ. Διατὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης, ὁποῦ ἐπεθύμησαν τοὺς λεγάτους τούτους ὄχι ὡς ἐξεταστὰς καὶ κριτὰς τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἀλλ᾿ ὡς συμβοηθοὺς καὶ συνεργοὺς τῆς κοινῆς εἰρήνης, δὲν ἤθελαν στέρξη, νὰ γένῃ ποτὲ τὸ θέλημα τοῦ πάπα Νικολάου, δηλαδὴ εἰς τὴν Ῥώμην, ἤτοι εἰς ξένον κριτήριον μία ὑπόθεσις τ ῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησίως. Λυθείσης τῆς συνόδου ταύτης (ἥτις πρώτη, καὶ δευτέρα ὀνομάζεται, διὰ τὴν πρώτην, καὶ δευτέραν συνέλευσιν τῶν πατέρων ἐκείνων) πέμπει καὶ ὁ βασιλεὺς μὲ τὸν καγγελάριον Λέοντα τὰς πράξεις πρὸς Νικόλαον, γράφοντας ὁμοῦ πρὸς αὐτὸν καὶ παρακαλῶν νὰ στέρξῃ τὰ πάντα. Γράφει καὶ ὁ Πατριάρχης Φώτιος ἀποκρινόμενος πρὸς τὰς ἐπιστολὰς τοῦ Νικολάου, ὁποῦ εἶχε λάβει πρὸ τῆς συνόδου, ἐξηγῶν ἐπιεικῶς ὡς σημεῖα ἀγάπης καὶ ζήλου ἐκεῖνα, ὁποῦ ὁ Νικόλαος εἶχε γράψει λίαν τραχέως καὶ πικρῶς, ὁμολογεῖ, πῶς στανικῶς ἐβιάσθη, νὰ λάβη τὸ πατριαρχικὸν ἀξίωμα, καὶ συγκρίνωντας τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς πατριαρχίας του μὲ τὴν προτέραν του ἡσυχίαν, γνωρίζεται κατὰ τὸ παρὸν πολλᾶ δυστυχής, ὅθεν λέγει, πῶς εἶναι πλέον ἄξιος λύπης, παρὰ ἐλέγχου. Προσθέτει πῶς ἂν ἔλαβε τὸ πατριαρχικὸν ἀξίωμα λαϊκός, τοῦτο ὅμως δὲν ἔκαμε παραβαίνωντας τοὺς κανόνας. Οἱ κανόνες, ὁποῦ ἀπαγορεύουσι τὸ τοιοῦτον, εἶναι κανόνες τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας, καὶ ὄχι τῆς ἀνατολικῆς δὲν παραβαίνει τοὺς κανόνας ἐκεῖνος, ὁποῦ τοιούτους κανόνας δὲν δέχεται. Τοὺς οἰκουμενικοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ὅλοι δέχονται, ὅλοι ὁμοίως πρέπει νὰ διαφυλάττωσιν, ἀπὸ δὲ τοὺς μερικοὺς τινὲς τῶν Λατίνων ἐναντιοῦνται τοῖς ἀνατολικοῖς, ὡσὰν παρὰ τοῖς ἀνατολικοῖς συγχορεῖται τοῖς ἱερεῦσιν ὁ γάμος, παὰ δὲ τοῖς Λατίνοις ἀπαγορεύεται, καὶ εἰς τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν Νεκτάριος, Ταράσιος, καὶ Νικηφόρος, λαϊκοὶ ὄντες ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον, εἰς τὴν Λατινικὴν δὲ ὁ Μεδιολάνων Ἀμβρόσιος, ὁμοῦ ἔλαβε, τὸ βάπτισμα, καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην. Πρὸς τούτοις γράφει πῶς διὰ νὰ στερεώση μᾶλλον τὴν συμφωνίαν, καὶ ὁμόνοιαν τῶν δύο ἐκκλησιῶν ἀνατολικῆς, καὶ δυτικῆς, καὶ διὰ νὰ συκώση κάθε πέτραν σκανδάλου ἔκαμεν εἰς τὴν σύνοδον συμμᾶ εἰς τοὺς ἄλλους κανόνας καὶ τοῦτον, ὅτι ἀπὸ τοῦ νῦν λαϊκὸς νὰ μὴ προβιβάζεται εἰς ἐπίσκοπον. Κατόπι παρακινεῖ τὸν Νικόλαον, νὰ μὴ παραβαίνῃ τοὺς ὅρους τῶν πατέρων, δεχόμενος τοὺς φεύγοντας, ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς Ῥώμην χωρὶς συστατικὰ γράμματα, καὶ νὰ μὴ τοὺς δίδῃ πίστιν ἔτζη παρευθὺς ἐπειδή, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι σκανδαλοποιοί, ἔνοχοί τινος πταίσματος, καὶ διὰ νὰ φύγωσι τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν, προστρέχουσιν εἰς τὴν Ῥώμην, ὁποῦ σπέρνουσι συκοφαντίας, κατὰ τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, καὶ συγχύζουσι τῶν προεστότων τὴν εἰρήνην, καὶ τὴν ὁμόνοιαν. Τέλος πάντων ὁμολογεῖ, πῶς, καθὼς ἄκων ἐδέχθη τὸ πατριαρχεῖον, ἔτζη ἄκων κάθεται εἰς τὸν θρόνον, ἐπιθυμῶν ἐξ ἀρχῆς νὰ κάμη παραίτησιν.
15. Καθ᾿ ἕνας δύναται νὰ στοχασθῇ πῶς ἐφάνηκαν τῷ Νικολάῳ τὰ ὁρισθέντα εἰς ταύτην τὴν σύνοδον. Βλέπωντας πῶς τὸ τέλος τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πραγμάτων κατὰ τὴν ἰδίαν του ἐλπίδα, καὶ ἐπιθυμίαν δὲν ἐξέβη, πνέων θυμοῦ, καὶ ἀπειλῆς, καὶ ἡγεμονικῆς ἐξουσίας, φανερὸς τοῦ Φωτίου ἐχθρός, τοῦ Ἰγνατίου ἀντιλήπτωρ, καὶ τῆς ὑπερτάτης ἐκκλησιαστικῆς δυναστείας ὑπέρμαχος γράφει πρῶτον μὲν πρὸς Μιχαὴλ τὸν βασιλέα στέργων τὰ κατὰ τῶν εἰκονομάχων πραχθέντα, ἀναιρῶν δὲ τὰ κατὰ τὸν Ἰγνάτιον, καὶ Φώτιον· ἀπορρίπτων καὶ ἐκείνου τὴν ἐκλογήν, καὶ τούτου τὴν καθαίρεσιν. Τὸν παραινεῖ προσέτι νὰ θελήσῃ, ὅτε τὰ σκάνδαλα, καὶ διχόνοιαν τῶν μαχομένων ἐπισκόπων, καὶ κληρικῶν νὰ εἰρηνεύσωσι μίαν φοράν, μὲ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐξουσίας τὴν βουλὴν καὶ τὴν κρίσιν, καὶ ταῦτα μὲν πρὸς τὸν βασιλέα μετριώτερόν πως. Πρὸς δὲ τὸν πατριάρχην Φώτιον αὐστηρότερον γράφει· πῶς ἡ ἐκκλησία τῆς Ῥώμης διὰ τὸ προνόμιον, ὁποῦ ἔλαβεν ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸν Χριστόν, εἶναι κεφαλὴ πασῶν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὅ,τι ἤθελεν ἀποφασίσῃ ἐκείνη, πρέπει, καθ᾿ ἕνας νὰ τὸ κρατῇ ἀπαρασάλευτον, εἰ καὶ τῇ συνηθείᾳ ἐνάντιον. Πῶς γενόμενος ἐκ λαϊκοῦ ἀρχιερεὺς εἶναι πταίστης ἀπροφάσιστος, ἐπειδὴ τοῦτο ἀπαγορεύουσιν οἱ κανόνες τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὰ ἐντάλματα πρέπει νὰ ἠξεύρη, καὶ νὰ κρατῆ. Πῶς ἀληθινᾶ ὁ Νεκτάριος ἐκ λαϊκοῦ ἀνεβιβάσθη εἰς τὴν ἀρχιερωσύνην, διατὶ ἄλλος ἀναμέσον τοῦ κλήρου ἀξιώτερος δὲν εὑρίσκετο, ὁμοίως ὁ Ταράσιος, διατὶ ἦτον ὑπέρμαχος τῆς προσκυνήσεως τῶν εἰκόνων, καὶ ὁ Ἀμβρόσιος διὰ τὰ θαύματα, ἀμὴ αὐτός, ὄχι μόνον λαϊκός, ἀλλὰ ζῶντος, καὶ ἄκοντος τοῦ Ἰγνατίου, ἀνέβη εἰς τὸν θρόνον τὸν πατριαρχικόν, ὅθεν αὐτὸν μὲν δὲν γνωρίζει ὁλότελα διὰ πατριάρχην, ἕως ὁποῦ νὰ γνωρισθῇ δικαίως κατακριθείς, καὶ καθαιρεθεὶς ὁ Ἰγνάτιος, τὸν ὁποῖον ὡς τόσον κρατεῖ εἰς τὴν προτέραν πατριαρχικὴν τιμήν. Τοιαύτη ἦτον ἡ περίληψις τῆς ἐπιστολῆς Νικολάου πρὸς Φώτιον ἀποκρινομένου, ὅμως εἰς δύο κεφάλαια δὲν ἀποκρίνεται πρῶτον διὰ τὸν Νικηφόρον, ὁποῦ ἐκ λαϊκοῦ πατριάρχην ἔκλεξε, καὶ ἔστερξεν ἡ Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησία, οὐδεμιᾶς ἐπικειμένης ἀνάγκης· δεύτερον διὰ ἐκείνους τοὺς σκανδαλοποιοὺς πταίστας, ὁποῦ ἔφευγον ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν εἰς Ῥώμην, τοὺς ὁποίους ἐδέχετο ὁ Νικόλαος. Γράφει ὁμοίως ἄλλην ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς πατριάρχας, καὶ ἀρχιερεῖς τῆς ἀνατολῆς, δηλοποιῶν, πῶς ἡ Ῥωμαϊκὴ ἐκκλησία δὲν στέργει τὴν καθαίρεσιν τοῦ Ἰγνατίου, καὶ Φωτίου τὴν ἐκλογήν, καὶ ὅπως κάμωσι, καὶ ἐκεῖνοι τὸ αὐτὸ καὶ τοῖς λοιποῖς ἄλλοις τὸ αὐτὸ δηλοποιήσωσι, τοὺς προστάζει μὲ τρόπον αὐθεντικὸν ἀποστολικῇ (καθὼς λέγει αὐτός) χρώμενος ἐξουσίᾳ.
16. Ταῦτα ἔγραψεν ὁ Νικόλαος πρὸς τὴν ἀνατολήν, τί δὲ ἔκαμεν εἰς τὴν δύσιν; ἔκραξεν ὅλους τοὺς ἐπισκόπους τῆς δύσεως εἰς τὴν Ῥώμην, ἔκαμε σύνοδον, ἐκεῖ ἐπρόσταξε νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ πραχθέντα κατὰ Ἰγνατίου εἰς τὴν σύνοδον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐκήρυξε τὰ ἐγκλήματα τοῦ Φωτίου, πῶς δηλαδὴ αὐτὸς λαϊκὸς ἀνέβη εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ὡς μοιχός, καὶ ὡς ἀλλαχόθεν ἀναβαίνων λῃστής, καὶ κλέπτης· πῶς ἐστάθη ἐπίορκος, ἔστωντας νὰ ἔταξε μὲ ἰδιόχειρον, νὰ μὴ κακοποιήσῃ τὸν ἐξορισθέντα Ἰγνάτιον, οὔτε τοὺς φίλους αὐτοῦ, ἐκεῖνος δὲ καὶ τοῦ Ἰγνατίου, καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ πολλὰ κακὰ ἐποίησεν, ὥστε ὁποῦ τέλος πάντων τὸν ἀναθεμάτισαν ἐπὶ συνόδου, πῶς ἔκαμε σύνοδον παράνομον, πῶς εἰς καταισχύνην τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐπλάνεσε τοὺς Λεγάτους, καὶ τοὺς ἔσυρεν εἰς τὴν γνώμην του, ἐναντίον τῶν ἰδίων αὐτοῦ προσταγμάτων, πῶς ἐκάθηρε τοὺς Ἐπισκόπους, ὁποῦ ἦτον ἐνάντιοι, καὶ ἔλαβεν εἰς τοὺς ἐκείνων θρόνους ἄλλους ὁμοφρονοῦντας αὐτῷ· ὅθεν διὰ ταῦτα πάντα ἐκάθηρε τοῦ Πατριαρχείου, καὶ τῆς ἱερωσύνης τὸν Φώτιον, καὶ ὁμοῦ ὅλους τοὺς παρ᾿ αὐτοῦ χειροτονηθέντας, τοὺς ὁποίους ἀπεκήρυξεν ὡς λαϊκούς. Ἀποφάσισεν ὅτι ὁ μὲν Ἰγνάτιος νὰ γνωρίζεται ὡς γνήσιος, καὶ ἀληθινὸς Πατριάρχης, οἱ δὲ διὰ τὴν αὐτοῦ αἰτίαν ἐξόριστοι Ἐπίσκοποι, πάλιν νὰ εἶναι ἐγκρατεῖς τῶν ἰδίων θρόνων, ἐφοβέρισε δὲ ἀνάθεμα, κατάραν, καὶ ἀφωρισμὸν ἄλυτον, κόλασιν αἰώνιον τόσον λαϊκῶν, ὅσον καὶ κληρικῶν, ὁποῦ ἠθέλασι παραίβῃ τοιοῦτον ὅρον, ὁποῦ αὐτὸς ἔκαμεν εἰς ταύτην τὴν σύνοδον. Ταῦτα ἐδηλοποίησεν αὐτὸς τοῖς Ἀνατολικοῖς, καὶ τὰ ἴδια μετέγραψε πρὸς αὐτὸν τὸν Φώτιον, πρὸς Βάρδαν τὸν Καίσαρα, καὶ πρὸς Ἰγνάτιον. Ἐξ ὧν φαίνεται πῶς ὁ Νικόλαος νὰ ἐπίστευσε πολλὰ ἐκείνων τῶν ἐχθρῶν τοῦ Φωτίου, ὁποῦ ἦτον φευγάτοι εἰς τὴν Ῥώμην, ἐπειδὴ καὶ σωρεύει ἐπάνω εἰς τὸν Φώτιον ὅλα ἐκεῖνα, ὁποῦ ἔκαμε κατὰ τοῦ Ἰγνατίου, καὶ τῶν ἀκολούθων αὐτοῦ ὁ βασιλεύς, καὶ ὁ Βάρδας, τὸ ὁποῖον προγνωρίζωντας ὁ Φώτιος, τὸν εἶχε γράψει νὰ μὴ δέχεται τοιούτους ἀνθρώπους, καὶ νὰ μὴ τοὺς πιστεύῃ παντελῶς. Καὶ πρέπει νὰ ἦτον ἀληθινᾶ τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἰς τὴν Ῥώμην, ὁποῦ διὰ βαρέα ἐγκλήματα (τὰ ὁποῖα σημειώνει ὁ Φώτιος γράφων πρὸς Νικόλαον) ἔφυγον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, διὰ νὰ φύγωσι τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν, καὶ καθὼς συνειθίζουσιν ὅμοιοι πταίσαι, νὰ κακολογοῦσιν ὅμο ἐναντίον ἐκείνων τῶν κριτῶν, τῶν ὁποίων φοβοῦνται τὴν δικαίαν ἀπόφασιν, καὶ αὐτοὶ ὁμοίως πρέπει πολλὰς συκοφαντίας νὰ ἔπλεκον κατὰ τοῦ Πατριάρχου Φωτίου, πρὸς τὰς ὁποίας ἔδιδε πίστιν ὁ Νικόλαος. Ὁποῦ χωρὶς ἄλλον εἰς τοῦτο ἐπαρέβαινε τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, μάλιστα τῆς Δυτικῆς, ὁποῦ ἀπαγορεύει, τινὰς νὰ μὴ δέχεται τοὺς τοιούτους χωρὶς συστατικῶν γραμμάτων, ἀλλὰ καὶ τοῖς τοιούτοις νὰ μὴ δίδεται πίστις εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ κατηγοροῦσι λέγει ὁ κανών, ὁ διαβεβλημένος πατέρων καὶ ἐπισκόπων κατηγορῶν μὴ προσδεχέσθω. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ ὁποῦ ἐνεργεῖ τὸ πάθος οἱ κανόνες εὔκολα παραβλέπονται.
17. Οὗτοι οἱ ἀφορισμοὶ καὶ τὰ ἀναθέματα, ὁποῦ ὁ Νικόλαος ἔρριπτεν ἀπὸ τὴν Δύσιν εἰς τὴν Ἀνατολήν, ἐνομίζοντο ὡς βέλη ἀνίσχυρα νηπίων, ὡσὰν ἀπὸ ξένον κριτήριον βαλλόμενα. Ἀπεκρίθη πρὸς Νικόλαον ὁ ἴδιος Βασιλεὺς διὰ Μιχαὴλ πρωτοσπαθαρίου, ἀναιρῶν τὴν ἄκραν ἐκείνην ἐξουσίαν, ὁποῦ ἤθελε νὰ ἔχη ἐπάνω εἰς ὅλας τὰς Ἐκκλησίας ὁ Πάπας Νικόλαος, καὶ φανερώνωντας τὴν γνώμην του· πῶς δηλαδὴ διατοῦτο ἠθέλησε νὰ κράξῃ τοὺς Λεγάτους τῆς Ῥώμης (εἰ καὶ τοῦτο τινὰς τῶν πρὸ αὐτοῦ Βασιλέων δὲν ἔκαμε) εἰς σημεῖον τιμῆς, ὄχι διὰ νὰ ὑποτάξῃ τῇ Δυτικῇ τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, ὄχι διὰ νὰ φερθῇ ἡ ὑπόθεσις τοῦ Φωτίου, καὶ Ἰγνατίου εἰς τὴν κρίσιν μόνον τοῦ Πάπα Ῥώμης, ἀλλ᾿ ὅπως παρόντων καὶ τῶν ἐκείνου Λεγάτων, στερχθῆ μᾶλλον τοῦ ἤδη καθαιρεθέντος Ἰγνατίου ἡ καθαίρεσις, καὶ τοῦ ἤδη ἐκλεχθέντος Φωτίου ἡ ἐκλογή, καὶ τέτοιας λογῆς ἀρθῇ τελείως τὸ μεσότειχον, ὁποῦ ἐχώριζε τὰ δύο μέρη, καὶ πῶς ἀγκαλὰ καὶ ταῦτα δὲν ἔστερξεν αὐτὸς ὁ Νικόλαος, ὅμως οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς τὸ ἔστερξαν.
18. Ἀλλ᾿ ὁ Νικόλαος στεκόμενος στερεώτερος εἰς τὴν γνώμην του, ὁρμεῖ περισσότερον εἰς τὸ ἐπιχείρημα, καὶ ἀρματωμένος μὲ ὅλην τὴν πανοπλίαν τῆς θείας γραφῆς, πάσχει νὰ πολεμήσῃ τῶν Ἀνατολικῶν τὴν ἀντίπαλον γνώμην. Γράφει λοιπὸν πρὸς τὸν Βασιλέα Μιχαὴλ διισχυριζόμενος, πῶς ἐπειδὴ καὶ ὄχι ἐξ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐκ Θεοῦ, ὄχι δηλαδὴ ἐκ τῶν συνόδων, ἀλλ᾿ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος ἔλαβεν ὁ Πέτρος τὸ προνόμιον τῆς ἐξουσίας ἐπάνω εἰς ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν, ὅθεν καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Ῥώμης οἱ ἐκείνου διάδοχοι εἶναι ὑπέρτατοι κριταὶ πάσης Ἐκκλησιαστικῆς ὑποθέσεως. Διὰ τοῦτο τὸν παρακινεῖ, νὰ πέμψῃ εἰς τὴν Ῥώμην αὐτὸν τὸν Ἰγνάτιον καὶ Φώτιον, διὰ νὰ τοὺς κρίνῃ αὐτός, ἀλλέως καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἠθέλασι δυνηθῆ νὰ ὑπάγωσι, πρῶτον μὲν νὰ τὸν πληροφορήσωσι μὲ ἐμμάρτυρα γράμματα, διατὶ δὲν δύνανται νὰ ὑπάγωσι, καὶ τότε νὰ πέμψωσιν ἐπιτρόπους νὰ ἀναθεωρηθῇ ἐξ ἀρχῆς ἡ ὑπόθεσις. Ζητεῖ δὲ ἐκ μέρους τοῦ Πατριάρχου Φωτίου ἐκείνους, ὁποῦ ὁμοῦ μὲ τὸν Συρακουσῶν Γρηγόριον ὁμοφρονοῦσιν αὐτῷ, καὶ ἐκ μέρους τοῦ Ἰγνατίου κατ᾿ ὄνομα τὸν Κυζίκου Ἀντώνιον, τὸν Θεσσαλονίκης Βασίλειον, τὸν Λαρίσσης Κωνσταντῖνον, τῶν Σμυρνῶν Μητροφάνην, τὸν Ἠρακλείας Πόντου Παῦλον, πρὸς τούτοις τοὺς ἡγουμένους Χρυσουπόλεως Νικήταν, καὶ Στουδίου Νικόλαον, καὶ ἄλλους, ἐκ μέρους δὲ τοῦ Βασιλέως ἕνα τοῦ παλατίου, διὰ νὰ εἶναι παρὼν εἰς τὰ μέλλοντα γίνεσθαι. Ὅμως μὲ τοῦτα ὁ Νικόλαος ἔδιδεν ἀφορμὴν τοῖς Ἀνατολικοῖς νὰ ἀναιροῦσι μάλιστα ἐκείνην τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὰ προνόμοια, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐθρίλλει ἀπάντων θείων γραφῶν. Ἐκεῖνοι ἠρνοῦντο, πῶς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης νὰ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Χριστὸν πασῶν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τὴν ἐξουσιαστικὴν ἐπιστασίαν. Ἔλεγον, δὲ πῶς ἡ Ῥώμη διὰ τοῦτο μόνον ἐτιμᾶτο περισσότερον, διατὶ ἦτον θρόνος τῶν Βασιλέων. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ καὶ τὸ Βασίλειον ἀπὸ τὴν Ῥώμην μετεκομίσθη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὁμοῦ μὲ τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖ ἀπέρασε καὶ ἡ Ἀρχιερατικὴ τιμή. Ὅθεν ὁ ταύτης Ἐπίσκοπος δὲν ἐνομίζετο εἰς οὐδὲν μικρότερος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον Ῥώμης, διὰ τοῦτο καὶ ἐκείνου ἄκοντος, ἐφημίζετο Πατριάρχης οἰκουμενικός.
19. Εἰς τοῦτο τοῦ καιροῦ τὸ διάστημα ἐκστρατεύει ὁ βασιλεὺς Μιχαὴλ κατὰ τῶν Σαρακηνῶν, ὁποῦ ἐτυραννοῦσαν τὴν Κρήτην, ὁμοῦ μὲ τὸν θεῖόν του Βάρδαν, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξουσία εἶχεν ἀνέβῃ εἰς ἄκρον, καὶ διὰ τοῦτο ἔδιδε τῷ βασιλεῖ μεγάλας ὑποψίας, ὅθεν διὰ βασιλεικοῦ προστάγματος γενομένης αἰφνιδίου ὁρμῆς, φονεύεται ὁ ἄθλιος ὀμπρὸς εἰς τοὺς πόδας τοῦ βασιλέως. Ἐπαναστρέφεται εὐθὺς ὁ βασιλεὺς εἰς Βυζάντιον, καὶ γνωρίζωντας τὸν ἑαυτόν του, πῶς δὲν εἶναι ἱκανός, μόνος νὰ κυβερνᾷ τὸ βασίλειον, καὶ φοβούμενος ἄλλας ἐπιβουλὰς κάμνει σύνθρονον, καὶ σύντροφον τῆς βασιλείας του τὸν Μακεδόνα Βασίλειον, ἄνδρα πολλὰ φημιζόμενον ἐπὶ φρονήσει, καὶ ἀνδρείᾳ, τὸν ὁποῖον προτήτερα εἶχεν υἱοθετήση, καὶ προστάξει νὰ στεφθῇ μὲ τὸ βασιλεικὸν διάδημα μὲ παρρησίαν μεγάλην εἰς τὸν ναὸν τῆς ἁγίας σοφίας τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς διὰ χειρὸς τοῦ Πατριάρχου Φωτίου, ὅστις βέβαια ἀποθανόντος τοῦ Βάρδα ἐστερήθη ἑνὸς μεγάλου ἀντιλήπτορος.
20. Πάλιν ὁ Πάπας Νικόλαος βλέπωντας, πῶς μὲ τὰ γράμματα οὐδὲν κατορθώνει, εἰς τὸ τέλος τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐδιώρισε νὰ πέμψῃ εἰς Κωνσταντινούπολιν πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαὴλ πρέσβεις Δονάτον δηλαδὴ Ἐπίσκοπον, Λέοντα πρεσβύτερον, καὶ Μαρῖνον διάκονον, μὲ τὸ μέσον τούτων ἐπαρακίνει τὸν βασιλέα, νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον τὸν Ἰγνάτιον καὶ νὰ διώξῃ τὸν Φώτιον, τοὺς ὁποίους πάλιν ἤθελεν ὅτι ὁ Μιχαὴλ νὰ στείλη εἰς Ῥώμην πρὸς αὐτόν, καὶ νὰ ρίψῃ εἰς τὴν φωτίαν ἐκείνην τὴν ἐπιστολήν, ὁποῦ εἶχε τοῦ στείλῃ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεκρίνατο ἀναιρῶν τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐκκλησίας τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὰ προνόμια, ἀλλέως ἐφοβέριζε, πῶς αὐτὸς ἤθελε κάμῃ σύνοδον εἰς τὴν Ῥώμην, καὶ κρεμῶντας εἰς ἕνα ξύλον ἐκεῖνα τὰ γράμματα ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς πῦρ μὲ μεγάλην καταισχύνην τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἀνατολικοὶ πάλιν, ὄχι μὲ λόγια, καὶ μὲ γράμματα, ἀλλὰ μὲ αὐτὰ τὰ ἔργα, ἠθέλησαν νὰ κάμωσι τὸν Πάπαν Νικόλαον, νὰ γνωρίσῃ, πῶς αὐτοί, οὐδ᾿ ὅλως στέργουσιν, ὅσα ἐκεῖνος καὶ κάμνει, καὶ φρονεῖ μελετῶν νὰ ὑποτάξῃ τὴν Κωνσταντινουπόλεως Ἐκκλησίαν. Διατὶ ὅ,τε βασιλεὺς Μιχαήλ, καὶ ὁ Καίσαρ Βασίλειος ἐπρόσταξαν, ὅτι οἱ Λεγάτοι τοῦ Νικολάου νὰ μὴ εἰσέβουσιν εἰς τὰ ὅρια τῆς Βασιλείας, ἂν πρῶτον δὲν δώσωσι Λίβελλον πίστεως ἀθετοῦντες καὶ ἀναθεματίζοντες, ὅσα Λατινικὰ δόγματα ἀπορρίπτει ἡ Κωνσταντινουπόλεως Ἐκκλησία. Ἕως εἰς τὴν Βουλγαρίαν εἶχαν φθάσῃ οἱ Λεγάτοι τοῦ Πάπα, ὁποῦ ἀργοπόρεσαν τεσσαράκοντα ἡμέρας, καὶ γνόντες τὰ βασιλεικὰ προστάγματα, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Ῥώμην, ἀναγγέλλοντες τῷ Νικολάῳ, ὅσα ἤκουσαν.
21. Τὸ σκάνδαλον τοῦτο τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἐγίνετο ἀκόμη μεγαλήτερον μὲ τὴν ἀφορμὴν τῶν νεοφωτίστων Βουλγάρων. Τὸ γένος τοῦτο ἤθελε γένῃ πολλὰ φοβερὸν εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Ῥωμαίων, τὴν ὁποίαν μὲ τὰς συνεχεῖς ἐπιδρομάς, ὁποῦ ἔκαμνεν, ἐζημίωσε, καὶ ἔβλαψε πολλαῖς φοραῖς. Τὸν χρόνον ἐκεῖνον διὰ τὴν ὑστέρησιν τῶν καρπῶν, καὶ σπορίμων, ἦτον πολλὰ στενοχωρημένη ἀπὸ τὴν πεῖναν ὅλη ἡ περίχωρος τῆς Βουλγαρίας, καὶ λοιπὸν ὁ βασιλεὺς Μιχαήλ, καὶ ὁ Καίσαρ Βάρδας ὁ θεῖός του, λαβόντες ταύτην τὴν εὐκαιρίαν, ἐσύκωσαν στρατὸν πολὺν κατὰ τῶν Βουλγάρων, τοὺς ὁποίους τέτοιας λογῆς ἐστενοχώρησαν διὰ ξηρᾶς, καὶ διὰ θαλάσσης, ὁποῦ τοὺς ἤφεραν εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ὅθεν ἐβουλεύθησαν μὲ τὸν Βασιλέα αὐτῶν Βόγορον, νὰ παραδοθῶσι θεληματικῶς, καὶ γενόμενοι χριστιανοί, νὰ ὑποτάξωσι τὴν αὐθεντίαν τους τῷ Κωνσταντινουπόλεως βασιλεῖ, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τους τῷ Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχῃ. Καὶ λοιπὸν γενομένης συνθήκης ἦλθεν ὁ Βόγορος εἰς τὴν βασιλεύουσαν μ᾿ ὅλους τοὺς ἄρχοντας, καὶ ἔλαβε τὸ ἅγιον βάπτισμα, τὸν ὁποῖον ἀνεδέχθη ἀπὸ τὴν θείαν κολυμβήθραν ὁ ἴδιος Βασιλεύς, καὶ τὸν ὠνόμασε μὲ τὸ ἴδιόν του ὄνομα Μιχαήλ. Ἐπιμελήθη ἀπὸ τότε ὁ Πατριάρχης, καὶ ἔπεμψε Διδασκάλους εἰς τὴν Βουλγαρίαν, διὰ νὰ κατηχήσωσι τὸν νεοσύλλεκτον ἐκεῖνον λαόν, ἑρμηνεύοντές τους τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τὰ δόγματα, καὶ πάλιν δι᾿ ἐπιστολῶν δὲν ἔλειπε νὰ στερεώνῃ τὸν ἴδιον Βασιλέα Μιχαὴλ εἰς τὴν Πίστιν, ὁποῦ ἐδέχθη. Ὅθεν εἰς τὴν πρὸς ἐκεῖνον ἐπιστολήν, τὸν ὀνομάζει, ὦ καλὸν ἄγαλμα τῶν ἐμῶν πόνων, καὶ ὦ τῶν ἐμῶν πνευματικῶν ὠδινῶν εὐγενές, καὶ γνήσιον γέννημα. Ὅμως δὲν εἶχεν ἀπεράσῃ ὁ δεύτερος χρόνος, καὶ ὁ Πάπας Νικόλαος ἔπεμψεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἰδίους Ἐπισκόπους, νὰ διδάξῃ τὸν λαὸν ἐκεῖνον τὰ δόγματα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, διὰ νὰ ὑποτάξῃ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην εἰς τὴν ἐξουσίαν του. Καὶ ἀληθινὰ τόσον ἐπροχώρησε τῶν Ἐπισκόπων ἐκείνων ἡ διδασκαλία, ὁποῦ καταπεισθεὶς ὁ Βασιλεὺς Μιχαήλ, ἀφίνων τὸν Πατριάρχην Φώτιον, ἔπεμψε Πρέσβεις, καὶ δῶρα ὁμοῦ πρὸς Πάπαν Νικόλαον ζητῶν συμβουλὰς περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης, καί, τί ἔμελλε νὰ κάμη διὰ τοὺς λοιποὺς Βουλγάρους, οἵτινες ἦτον ἀκόμη ἀβάπτιστοι; Δὲν ἦτον τόσον δύσκολον, νὰ ἐπιστρέψωσιν οἱ Βούλγαροι ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴν εἰς τὴν Δυτικὴν Ἐκκλησίαν, ἄνθρωποι νεοβαπτισμένοι, πρωτόπειροι, καὶ ὡσὰν τρυφερὰ κλονάρια εὔκολοι νὰ κλίνωσιν, ὅθεν ἤθελαν τραβιχθῇ, μάλιστα ὁποῦ ἐκεῖνοι οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Νικολάου ἐκήρυττον φανερά, πῶς ὁ Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης Φώτιος δὲν ἦτον ἀληθινός, καὶ γνήσιος Ἀρχιερεύς, καὶ διὰ τοῦτο, ὅσα εἶχε κάμη, ὅλα ἦτον ἄκυρα. Ὅθεν διὰ τὴν ἀφορμὴν ταύτην ἔχριον πάλην μὲ τὸ ἅγιον Μῦρον, ὅσους εἶχον Βαπτισμένους οἱ Ἀνατολικοὶ τὸ πρῶτον ἐκεῖ ἀπεσταλμένοι.