Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gradiva. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gradiva. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Gradiva


Gradiva είναι το όνομα περίφημου ρωμαϊκού ανάγλυφου της Ελληνιστικής εποχής. Φιλοξενείται στο Μουσείο Κιαραμόντι στη Ρώμη.
Το μαρμάρινο ανάγλυφο παριστάνει μια νεαρή γυναίκα από αριστερά, καθώς βαδίζει. Η ηλικία της ίσως να μην αγγίζει τα είκοσι. Φοράει μαντήλι στο κεφάλι και ανασηκώνει τον μανδύα με τα δυο της χέρια, για να έχει ελεύθερο βάδισμα. Είναι ψηλή και λεπτή, με κυματιστή κόμη. Το πρόσωπο είναι μάλλον γλυκό, αλλά και χωρίς ιδιαίτερα εντυπωσιακά χαρακτηριστικά. Η παρουσία της παρθένου δεν εντυπωσιάζει με την σωματική της γοητεία, αλλά με την χάρη και την ελαφρότητα του βαδίσματός της. Ακουμπάει την αριστερή πατούσα βηματίζοντας μπροστά, ενώ τα δάχτυλα του δεξιού ποδιού δεν έχουν ακόμα αφήσει το έδαφος, και μοιάζει να αιωρείται. Η κεφαλή είναι ριγμένη με ελαφρά κλίση προς τα μπροστά.

Το ανάγλυφο ενέπνευσε τον Γερμανό συγγραφέα Βίλχελμ Γιένζεν στο μυθιστόρημά του Gradiva: Ein pompejanisches Phantasiestück. Ο Σίγκμουντ Φρόυντ το 1907 αγόρασε από το Βατικανό ένα αντίγραφο του ανάγλυφου για να αναλύσει το μυθιστόρημα στην εργασία του Der Wahn und die Träume in Jensens „Gradiva“. Ο Σαλβαντόρ Νταλί αποκαλούσε υποκοριστικά την γυναίκα του Gradiva, ενώ με τον τίτλο αυτό ζωγράφισε αρκετούς πίνακες, π.χ. Gradiva retrouve les ruines anthropomorphes – Fantaisie rétrospectif. Επίσης διάφοροι άλλοι σουρεαλιστές ζωγράφοι χρησιμοποίησαν το όνομα αυτό για τα έργα τους, π.χ. ο André Masson στο έργο του Gradiva (Metamorphosis of Gradiva). Ο Αντρέ Μπρετόν ονόμασε έτσι την πινακοθήκη του στο Παρίσι. Ο Τζιόρτζιο Αλμπερτάτσι σκηνοθέτησε το κινηματογραφικό έργο Gradiva, ενώ ο Γάλλος συγγραφέας Michel Leiris κυκλοφόρησε με τον τίτλο αυτό ένα καλλιτεχνικό περιοδικό.


Όνειρα και παραλήρημα, ερωτικό πάθος και απώθηση, συνειδητό και ασυνείδητο, όρια ανάμεσα στο φυσιολογικό και στο παθολογικό, θεραπευτική διαδικασία.

Με βάση την υστερορομαντική νουβέλα της Γκραντίβας του Βίλελμ Γιένσεν (1837-1911), ένα αφήγημα του 1903 όπου οι ήρωες κινούνται ανάμεσα σε μια κωμόπολη της Γερμανίας και στα ερείπια της Πομπηίας μέσα στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού, ο Σίγκμουντ Φρόυντ αρθρώνει το 1907 θεμελιώδεις έννοιες της νεαρής επιστήμης του, προσφέροντας μία πρότυπη ψυχαναλυτική ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου. Το ιδιότυπο διπλό αυτό βιβλίο -του λογοτέχνη και του ψυχαναλυτή- επηρέασε πολύ στην εποχή του και Γκραντίβα έγινε σύμβολο στους ψυχαναλυτικούς αλλά και στους καλλιτεχνικούς κύκλους, και μάλιστα στους υπερρεαλιστές.

__________________________________________________________________________________

Στις αρχές του 1907 ο Φρόιντ δημοσιεύει μία ανάλυση που έγραψε ο ίδιος πάνω στο μυθιστόρημα του Βίλχελμ Γιένσεν «Γκραντίβα – Μία Πομπηιανή Φαντασία» και, την οποία ονόμασε «Το Παραλήρημα και τα Όνειρα στην Γκραντίβα του Β. Γιένσεν».

Το μυθιστόρημα πραγματέυεται την ιστορία ενός νεαρού αρχαιολόγου, ο οποίος ερωτεύεται ένα αρχαίο αγαλματίδιο, το οποίο αναπαριστά μία νεαρή κοπέλα, μάλλον ελληνικής προέλευσης. Η φαντασία του φτάνει σε τέτοιο σημείο, όπου αρχίζει να πιστεύει πως η κοπέλα ήταν αληθινό πρόσωπο, ελληνικής καταγωγής, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, με πατέρα Πατρίκιο, η οποία έζησε στην Πομπηία και πέθανε μέσα στην πήρινη λέλαπα του ηφαιστείου Βεζούβιου, το οποίο εκρήγνηκε το 79 μχ. Συνεπαρμένος από την ιστορία αυτή, την οποία ο ίδιος δημιούργησε μέσα στο μυαλό του, χάνει κάθε ενδιαφέρον για την παρούσα ζωή του και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Πομπηία, με σκοπό να ανακαλύψει κάποια σημάδια, τα οποία άφησε η Γκραντίβα στο πέρασμά της.

Έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση, πως οι πράξεις, σκέψεις και συναισθήματά μας είναι προϊόντα της ελεύθερής μας βούλησης. Παρ’ όλαυτα, όπως ο ίδιος ο Φρόιντ μας διδάσκει – «είναι καθημερινό φαινόμενο, ακόμη και υγιή άτομα να απατώνται για τα κίνητρα των πράξεών τους και να το συνειδητοποιούν πολύ αργότερα, όταν η αντίφαση μεταξύ διαφορετικών συναισθημάτων μέσα τους, τούς δείξει την αιτιολογική σχέση του σφάλματός τους. Η απωθημένη παρόρμηση είναι αρκετά δυνατή για να μπορέσει να εκδικηθεί της κατασταλτικής της δυναμης, μέσω ενός συναισθήματος μη ικανοποίησης και ανημπορίας».