Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

"Στον αυτόχειρα ποιητή Κώστα Καρυωτάκη" της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη





Πρέβεζα 21 Ιουλίου 1928

Ώρα αυγινή σε βρήκαν
Με μια σφαίρα στην καρδιά στον Άγιο Σπυρίδωνα

Αισθήματα δεσμώτες σ’ οδηγήσαν
Στο φοβερό στερέωμα στην ωρυγή τ’ ανέμου
Σ’ ανάστρεψε το πέλαγο
‘’Επίσημος αγχόνη’’ σου, αρνήθηκε να γίνει

Εσύ να φύγεις ήθελες
Ανέκκλητη απόφαση

Μέσα σου ωρίμαζε ο χαμός
Η σφαίρα απλά σου άνοιξε τον δρόμο

 ‘’Με δέντρο δίχως φύλλωμα
Θα παρομοιωθείς
Που το χειμώνα απάντησε
Στου δρόμου εκεί τη μέση’’

 ανέκδοτο ποίημα της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη
            

Η Ρένα Πετροπούλου - Κουντούρη είναι συγγραφέας-ποιήτρια.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

"ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΡΑΣΟ" του Γιώργη Μαρκάκη




ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΡΑΣΟ

Γιώργη Μαρκάκη

Έκδοση Μουσείου ‘’Λυχνοστάτης’’


Γράφει η Ρένα Πετροπούλου- Κουντούρη

Καθώς στέκομαι με το βλέμμα καρφιτσωμένο στο εξώφυλλο ενός ακόμα βιβλίου, ενός καθόλου τυχαίου βιβλίου , με τα μάτια υγρά από την έντονη αναμόχλευση βαθιά κρυμμένων συναισθημάτων που μου προξένησε η απολαυστική του ανάγνωση, έμπλεα θαλπωρής από τη ζεστή αγκαλιά του, μια φωνή εσωτερική μου ψιθυρίζει πώς ο καθένας από μας είναι πράγματι, -όπως έχουν κάποιοι ήδη αποφανθεί-, δημιούργημα των αναγνωσμάτων του. Των ηρώων που του έμαθαν τη ζωή, των στίχων που έντυσαν τα καρδιοχτύπια του, των εννοιών που κουβάλησαν τα φορτία των  αναζητήσεων του,
του γραπτού λόγου που του έμαθε να βλέπει και να περιγράφει τον κόσμο.

Μέσα από μια περίπλοκη διαδικασία της αναπαράστασης της ζωής, εμπιστευόμαστε κι ακουμπάμε την ελπίδα μας στον εκάστοτε συγγραφέα για ένα ακόμα ραντεβού με το φως και τη γνώση. Σκεφτείτε μόνο το αναντικατάστατο παιχνίδι της γλώσσας με τη φαντασία, την απαράμιλλη γοητεία του να πλέουν εικόνες στο χαρτί , τη δράση που ταξιδεύει χωρίς διαβατήριο μέσα μας, το στιβαρό χέρι που σου γραπώνει την καρδιά, ανοίγει την κάνουλα των δακρύων, σου δένει κόμπο το στομάχι, συσπά τους μυς του προσώπου σου, σε φορτώνει ανήσυχα όνειρα και προβληματισμούς , ή σου δίνει τόση χαρά που μπορεί να σε κάνει ακόμα και να τραγουδάς στο δρόμο.

Διαβάζοντας λοιπόν το βιβλίο ‘’Άσπρο ράσο’’ του γνωστού οφθαλμιάτρου και λογοτέχνη Γιώργη Μαρκάκη, εισέπραξα όλα τα παραπάνω, πράγμα που τ’ ομολογώ μου συμβαίνει με ελάχιστα κείμενα, εισέπραξα τη μαγεία του γραπτού  λόγου σ’ όλο το μεγαλείο της.

Ο Γ. Μαρκάκης γεννήθηκε στη Σητεία, φοίτησε στο Βαρβάκειο και στη συνέχεια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως Ανθυπίατρος στα Τάγματα Προκαλύψεως και την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, ενώ διετέλεσε διευθυντής Οφθαλμολογικής κλινικής στο Ηράκλειο. Είναι επίκουρος καθηγητής Οφθαλμολογίας,  επίτιμος πρόεδρος της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κρήτης, μέλος της διεθνούς ενώσεως Ιατρών συγγραφέων, μέλος του λογοτεχνικού συνδέσμου Ηρακλείου, καθώς και ιδρυτής του Μουσείου παραδοσιακής ζωής και λαϊκού πολιτισμού Κρήτης’’ Λυχνοστάτης’’. Έχει γράψει τα βιβλία ’’Αναλαμπές σε σκοτεινό θάλαμο’’1983,’’Άνω Τελεία’’1986, ‘’ Όπως πέρυσι,  όπως και πάντα’’1997.

Το τέταρτο κατά σειράν βιβλίο του ’’Το Άσπρο Ράσο’’ περιλαμβάνει εικοσιέξι διηγήματα που βασίζονται –τα είκοσι από αυτά-σε πραγματικές ιστορίες παρμένες από την καθημερινότητα του γιατρού με τους αρρώστους, κατά την διάρκεια της σαρανταεπτάχρονης θητείας του στην άσκηση της μαχόμενης ιατρικής των προκεχωρημένων φυλακίων, μια πονεμένη θητεία στο ανθρώπινο χρέος– όπως ο ίδιος αποφαίνεται- ενώ τα υπόλοιπα  έξι κεφάλαια είναι εφευρήματα της φαντασίας του συγγραφέα  για να δώσει προφανώς στο κείμενο μυθιστορηματική διάσταση.
Ένας εξαιρετικά ευρηματικός τρόπος είναι αδιαμφισβήτητα η εισαγωγή , ένα από τα κατ’ εξοχήν δυνατά σημεία κάθε λογοτεχνικού έργου, που εντυπωσιάζει από τη πρώτη στιγμή τον αναγνώστη.

Ένας δεκαοκτάχρονος νέος καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις όσον αφορά τον επαγγελματικό του προσανατολισμό ανάμεσα στην Ιατρική και τους Μηχανολόγους του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, πράγμα το οποίο προβληματίζει αρκετά τον ίδιο αλλά κι τους γονείς του. Έπειτα από δική τους προτροπή επισκέπτεται το ‘’αρχονταρίκι’’, εξοχική κατοικία του γιατρού νονού του όπου φιλοξενείται για μερικές μέρες. Ο νονός του ενημερωμένος προφανώς από τους γονείς για το δίλημμα που αντιμετωπίζει ο ‘’φιλιότσος’’ του,  αφού του δίνει τις απαραίτητες συμβουλές , του εμφανίζει ένα φάκελο με την ονομασία ‘’Το άσπρο ράσο’’, (συγκινητικός και ευφυής ο παραλληλισμός της ιατρικής μπλούζας με το λιτό ένδυμα των ιερωμένων),  προτρέποντας τον να διαβάσει τις αληθινές ιστορίες που ο ίδιος έχει καταγράψει κατά τη διάρκεια της πολύχρονης ιατρικής του πορείας, σκοπεύοντας μ’ αυτό τον τρόπο να τον βοηθήσει να πάρει τη σωστή απόφαση για το μέλλον του.

Μέσα από μια συγκλονιστική παρέλαση μοναδικών περιστατικών που γίνονται ανεκτίμητα καθώς η γλαφυρή πένα του Γ. Μαρκάκη τα στιλβώνει με την πατίνα του πραγματικού και συνάμα του καθημερινού, του ανθρώπινου, συνθέτοντας με τη φρεσκάδα μιας εφηβείας ανθηρής, γεμάτης όνειρα, τόλμης και αναμφισβήτητης γοητείας την υπέρ έννοια της ανιδιοτελούς προσφοράς του ιατρού προς τον ασθενή, αυτή την βαθιά ανθρώπινη και ιερή σχέση , που στη σημερινή εποχή με την εμπορευματοποίηση της ιατρικής επιστήμης- βλέπε ‘’φακελάκι’’ -παύει δυστυχώς να υφίσταται .
Σταχυολογώ μόλις ένα μικρό μέρος από φράσεις –διαμάντια που ο συγγραφέας με τον αυθορμητισμό που του παρέχει η αγάπη  για τούτη την επιστήμη –λειτούργημα και τη δεδηλωμένη συγγραφική του ικανότητα συνθέτει με επιδεξιότητα, ευαισθησία και πάθος .
’’ Στα χέρια σου γιατρέ μου, στο Θεό και στα χέρια σου…. ‘’Πίστη, πάθος, λαχτάρα και τόλμη, όλα τα μπορούν σ’ αυτό τον κόσμο…Όταν η καρδιά το θέλει πολύ, το θαύμα είναι τόσο κοντά μας. Μες στα χέρια μας…’’Φράσεις δυνατές που φέρνουν στο νου ρήσεις από τον ‘’Αλχημιστή ‘’του Πάολο Κοέλο, καθώς καταγράφονται στο πρώτο διήγημα του βιβλίου
’’ Κομπολόγια και κομποσκοίνια ‘’ και αφορούν στον πρώτο άρρωστο του συγγραφέα, το Φωτεινιώ, μια μόνη, πάμφτωχη γυναίκα που ο νεαρός γιατρός θεραπεύει από βαρύτατο ίλιγγο .
Στο διήγημα ‘’Ο…μηλιγγίτης’’, διαβάζουμε για την έμμονη σκέψη, τη μονομανία ενός υπίατρου για τη συγκεκριμένη πάθηση που τελικά σώζει το στράτευμα από μια επιδημία μηνιγγίτιδας, αλλά τοποθετεί το νεαρό , τότε,  συγγραφέα σε θέση μελλοθάνατου, αφού τον υποχρεώνει να μεταβεί στο Λοιμωδών σαν ιατρός συνοδός του ασθενή που εξεδήλωσε το πρώτο κρούσμα.
‘’Στο ‘’Άσπρο ράσο ‘’ παρακολουθούμε την περίπτωση ενός αγρότη που χριστουγεννιάτικα φέρνει το παιδί του- ένα κωφάλαλο αγόρι με γλαύκωμα στο τελευταίο στάδιο και στα δυο μάτια με τη δυσοίωνη προοπτική της σίγουρης τύφλωσης,- στην ιδιωτ. Κλινική του συγγραφέα. ‘’Άσπρο ράσο’’ είναι η ιατρική μπλούζα που ‘’ανεπαισθήτως’’ μεταλλάσσεται κάθε φορά σε ράσο , -λειτούργημα γαρ μέγα η Ιατρική-μόνο που αντί για μαύρο είναι λευκό, ’’άσπρο ράσο’’ γιατί μια ζωή  ο σωστός γιατρός ’’επ’ αλλοτρίοισι ξυμφορήσι ιδίας καρπούται λύπας’’. ’’Γιατί το μόνιτορ μπορεί να καταγράφει ταχύτερα τον αριθμό των σφυγμών του αρρώστου, μα δεν είναι ανθρώπινο χέρι, που κρατά το σφυγμό και που ταυτόχρονα νοιώθει και την δική του καρδιά να πάλλεται μ’ αυτήν του αρρώστου. Και πάει να σπάσει στα 180, να λιποθυμήσει στα σαράντα, να σβήσει μαζί του όταν νοιώθει το σφυγμό να χάνεται κάτω από τ’ ακροδάχτυλά του.’’
Στο ‘’Τα μάτια έμειναν στυλωμένα’’ ΣΤΗ ‘’πόρτα’’, ανακαλύπτουμε με θλίψη τη δύναμη της νιότης που ευνουχίζεται απ’ τη συνήθεια. ‘’Έτσι ξεκινούν οι νέοι πάντα τη ζωή τους. Με όνειρα, μ’ ιδανικά, μ’ ανιδιοτέλεια. Και σιγά-σιγά η ζωή τους ψαλιδίζει τα φτερά . Κι η πτήση όλο χαμηλώνει…’’
Στο ‘’Έλεος γιατρέ μου’’,  (Ογδονταπεντάχρονος πρώην διοικητής του συγγραφέα ζητά μετά από σαράντα χρόνια την ιατρική του βοήθεια), συναινούμε στο ότι’’ Ο στρατός αρχίζει εκεί που τελειώνει η ανθρώπινη λογική. Κι η ανθρώπινη λογική τελειώνει εκεί που αρχίζει η ανθρώπινη ευαισθησία.’’
‘’Είχαμε μείνει στην ανθρωπιά, γιατρέ μου.’’
’’Συνάντησες την ομορφιά , στάσου , καμάρωσέ τη, συνάντησες την ανθρωπιά, σκύψε προσκύνησέ τη.’’
 ’’Εύρηκα’’. Η θριαμβευτική ανακάλυψη και αποκάλυψη μιας σπανιότατης και σοβαρότατης πάθησης του αγαπημένου καθηγητή του νεαρού γιατρού που μόλις είχε αποφοιτήσει από την ειδικότητα της Οφθαλμολογίας, στη Σητεία, έχει δυστυχώς τραγική κατάληξη).
Dum spiro spero,  (όσο αναπνέω ελπίζω) αλλά και Dum spero spiro. (Όσο ελπίζω αναπνέω).Ένας γιατρός δεν πρέπει να σκοτώνει ποτέ την ελπίδα .
 ‘’Την ελπίδα, αυτή τη θεϊκή πνοή , που όσο φυσάει μες στην καρδιά , τη ζωντανεύει και δίνει αξία στη ζωή.’’
‘’Κι εσύ Άι Γιώργη μου;’’(Η ευθύνη για το γυάλινο μάτι ενός παιδιού, αποτέλεσμα  εγκληματικής αμέλειας του πατέρα, φορτώνεται τελικά στον οφθαλμίατρο ), ‘’Σαββατόβραδα και πριγκηπέσσες’’( Ένα γαμήλιο ταξίδι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ή μάλλον βιώθηκε νοερά από μια θλιμμένη πριγκηπέσα- ασθενή μέσα από την οθόνη που πρόβαλλε έγχρωμες διαφάνειες από διάφορα μέρη της Ελλάδας, στην Οφθαλμ. Κλινική ένα μελαγχολικό Σαββατόβραδο).

Διατρέχω εν τάχη τα κείμενα, επειδή πιστεύω πως δεν πρέπει όλα ν’ αποκαλύπτονται και ν’ αφήνεται τελικά ο αναγνώστης να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα: ’’Των λαγών η κατάρα’’ (Η απίστευτη ιστορία δυο αδελφών που χάνουν κι οι δυο την όρασή τους, ο ένας ηθελημένα).‘’Το μεγαλύτερο σχολειό στον κόσμο είν’ η αρρώστια’’. ’’Το μπλε πουκάμισο’’(Το δαχτυλίδι της Παναγίας) που αναμφισβήτητα μαζί με το κορυφαίο ’’Μαρίας ανάμνηση’’ (διάγνωση κακοήθους όγκου στον εγκέφαλο σε 17χρονη κοπέλα)και ’’Τα… υπερτριάκοντα αργύρια’’(ιστορία ενός χανσενικού που όλοι του έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα φοβούμενοι μια ήδη θεραπευμένη λέπρα), είναι, κατά τη γνώμη μου, από τα πιο δυνατά διηγήματα που έχουν γραφτεί ποτέ.

Ξαποσταίνω για λίγο στον ‘’Άρειο Πάγο’’ για να υποκλιθώ στη μαγεία, το μεγαλείο και τη μαστοριά της παραδοσιακής κρητικής μαντινάδας, ‘’μαντινάδα =γοργή σα χελιδόνι-σύντομη σαν ανάσα-αποτελεσματική σα σφαίρα’’, σταματώ ’’στο Μύλο’’  για να ψηλαφίσω με τρεμάμενη καρδιά τον μοναδικό ύμνο της συζυγικής αγάπης ενός μυλωνά προς την λατρεμένη του Ελένη,( υπάρχουν άραγε ακόμα τέτοιοι άντρες;), μαντινάδες που ο ερωτευμένος μυλωνάς έγραφε με κάρβουνο στους τοίχους του μύλου του κάθε χρόνο στη γιορτή της, και που ο συγγραφέας διέσωσε και στέγασε την ευωδιά τους και την αγνότητα του πάθους τους στο λαογραφικό μουσείο του ‘’Λυχνοστάτης’’, στη Χερσόνησο της Κρήτης ,  μουσείο της Πέτρας και της Μαντινάδας.

Αφήνω για το τέλος  ‘’Τα πρώτα ρόδα του Μαγιού’’(Η απέραντη ευγνωμοσύνη ενός ασθενή προς τον γιατρό που του έδωσε πίσω το φως του,  μεταφράζεται στην ετήσια προσφορά μιας ανθοδέσμης με τα πρώτα ρόδα του Μαγιού από την αυλή του , για πάνω από δεκαοχτώ χρόνια.) ‘’Κι όσο θα ζω θα ‘ σου ‘ρχομαι το Μάη με τα ρόδα ’’κι  έρχομαι στον επίλογο ‘’Και γράψε…’’(Γιατρός ψυχών . Πρώτα η θεραπεία της ψυχής και μετά τα φάρμακα.)’’Μόνο έναν γιατρό  κοιτάζουν μέσα στα μάτια μ’ ευγνωμοσύνη, σα Γιατρό Ψυχών. Τον Μηχανικό μόνο τον πληρώνουν…’’

Ο συγγραφέας -ποιητής  ξεκλειδώνει τα μυστικά της δύναμης που έχει το φως όταν γίνεται ακτίνα, όταν πέφτει σε φωτοευαίσθητες περιοχές και στιγματίζει την επιφάνειά τους .Ο Γ. Μαρκάκης  παραθέτοντας σοφές και σωστά δομημένες εναλλαγές στην αφήγηση, περιγράφει με αριστοτεχνική δεινότητα τις φιλοσοφικές συζητήσεις κι αναζητήσεις νονού-βαφτισιμιού ,οι οποίες είναι γραμμένες στο σύνολό τους με απέραντη ευαισθησία, οξυδερκή παρατήρηση, και με θησαυρισμένες στο μάκρος της ζωής γνώσεις , ενώ λειαίνοντας τις λεπτομέρειες και στήνοντας μπροστά στον αναγνώστη το ποίημα της οφειλής του γιατρού προς τον ασθενή (ιατρική βοήθεια και θεραπεία ψυχής) αλλά και του ασθενή προς τον γιατρό του( αιώνια ευγνωμοσύνη κι εμπιστοσύνη ), καταφέρνει επιδέξια να φέρει στο προσκήνιο όλο τον ανθρώπινο και πολιτιστικό πλούτο αυτής της  τόσο ιδιαίτερης σχέσης . 

Υπάρχει αλήθεια μεγαλύτερη και ιερότερη προσφορά αλλά και παράλληλα αμοιβή,  απ’ το να δώσεις πίσω το φως;
Θα ήταν παράλειψη όμως να μην αναφερθώ στις συνεχείς αναφορές στην λατρεία της φύσης, της θάλασσας, του ορίζοντα, και της πανέμορφης κρητικής γης και γλώσσας, -της γλώσσας του Βιτσέντζου Κορνάρου,  της μουσικότερης, της πλαστικότερης γλώσσας που μίλησαν ποτέ ανθρώπινα χείλη , κατά τον Γιώργο Σεφέρη. Σ’ αυτά τα κείμενα, τις μαντινάδες αλλά και τα ποιητικά αποσπάσματα  που αναφέρονται στο ‘’Αρχονταρίκι’’, στο σπίτι με το μύλο, στο σημαντικό δημιούργημa ενός σπουδαίου κι αγαπημένου ζευγαριού, -, το μουσείο ‘’Λυχνοστάτης’’ - όνειρο μιας ολόκληρης ζωής που ντύθηκε μ’ αλήθεια, για το οποίο είναι και θα πρέπει να είναι περήφανο το ζεύγος Γ. Μαρκάκη αφού μέσα του περικλείει και ανασταίνει όλο το μεγαλείο και τη συνέχεια της κρητικής παράδοσης-, ξεδιπλώνεται μπροστά μας  ένα από τα ωραιότερα τοπία της ψυχής του συγγραφέα . Εδώ ο Γ. Μαρκάκης,  ολοκληρωμένος πλέον λογοτέχνης και δεινός μάστορας του λόγου,  αναδεικνύει ολοζώντανα και καταθέτει απλόχερα,  την ίδια την ψυχή του.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο , λοιπόν, που ’’Το Άσπρο Ράσο’’ επιλέχθηκε για να διδάσκεται ως κώδικας δεοντολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης,  από τον πρύτανη Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Γιάννη Παλλήκαρη και τον καθηγητή κ. Χρήστο Λιωνή.
.
Καλή συνέχεια σ’ έναν άνθρωπο που ευδοκίμησε να δει και να βιώσει πράγματα κι αξίες που ελάχιστοι αξιώνονται. Πραγμάτωσε τα όνειρά του μέσα από μια συνεχή προσφορά στον άρρωστο, στον συνάνθρωπο, στην κοινωνία, στην οικογένεια, στον Πολιτισμό.
Κλείνοντας του αφιερώνω με σεβασμό, θαυμασμό κι εκτίμηση δυο στίχους μου.
‘’Θυμήσου,
 θα’ ναι κρίμα απ’ τη ζωή αυτή να φύγεις,
δίχως ν’ αφήσεις πίσω σου σφραγίδα.
Θα’ ναι καλό να σε θυμούνται
για κάτι άριστο.
Τι θα’ ναι αυτό, εσύ θα κρίνεις.
Θυμήσου μόνο πως ,

όλοι από τις πράξεις μας
κρινόμαστε…





Ο Γιώργης Μαρκάκης γεννήθηκε στη Σητεία. Φοίτησε στο Βαρβάκειο και στη συνέχεια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως ανθυπίατρος στα τάγματα προκαλύψεως και στη στρατιωτική σχολή Ευελπίδων (1954-1958). Διευθυντής Οφθαλμολογικής Κλινικής (1961-1990) στο Ηράκλειο. Επίτιμος πρόεδρος της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κρήτης και Επίτιμο μέλος του Ομίλου Μελετητών της Ιστορίας της Οφθαλμολογίας. Μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Ιατρών Συγγραφέων και του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου. Ιδρυτής του Μουσείου Παραδοσιακής Ζωής και Λαϊκού Πολιτισμού Κρήτης "Λυχνοστάτης". Ιδρυτικό μέλος του Μουσείου Ιστορίας της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης.


Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

"Σχήμα δίκαιο" της Ευαγγελίας Πετρουγάκη


Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη*


Σχήμα δίκαιο

Ευαγγελίας Πετρουγάκη


Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2015


 Πρόκειται για το δεύτερο ποιητικό έργο της καλής ποιήτριας και φιλολόγου Ευαγγελίας Πετρουγάκη, αυτή τη φορά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Προηγήθηκε το ‘’Ενθύμιο φως’’ το 2009 (Εκδ. Ταξιδευτής).
Τα ποιήματα της νέας της συλλογής που φέρει τον τίτλο ’’Σχήμα δίκαιο’’,  διακρίνονται σε τέσσερις ενότητες: ‘’Του κύκλου τα αειθαλή’’, ‘’Ειλητάρια δέντρων’’, ‘’Carmina circularia’’ και ‘’Τα άλογα του χρόνου’’. Μέσα σ’ αυτή την τελευταία ενότητα συμπεριλαμβάνονται και δυο κύκλοι με χα’ι’κού(Πρόσκληση κήπου και Της Εδέμ ίχνος). Και μόνον οι περίτεχνοι και σοφά επιλεγμένοι τίτλοι των ενοτήτων  προκαλούν τη γέννηση εύγλωττων εικόνων στο μυαλό μας, προϊδεάζοντας μας ευχάριστα για τη συνέχεια. 

Στην πρώτη ενότητα με διάχυτο το αρχαϊκό στοιχείο, παρατηρούμε έντονη χρήση του μύθου, που βαδίζει σε αγαστή συμπόρευση κι αντίστιξη με τη σύγχρονη ιστορία. Εκεί  ανήκουν όσα ποιήματα συνομιλούν διιστορικά με εμβληματικά πρόσωπα του παρελθόντος , όπως το  ‘’Ένας σώφρων Αίας’’-από τα πλέον ενδιαφέροντα κομμάτια της συλλογής , με σαφείς αναφορές και παραλληλισμούς με τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα και το κοινωνικό γίγνεσθαι-, ενώ παρακάτω
σε ρυθμική αφήγηση και ελεύθερη δομή ,συναντούμε μια καθόλα εμφανή ρηματική τέχνη, που συνομιλεί με τον αρχαίο κόσμο  αποτυπώνοντας αυτή  την «διαλεκτική» σχέση με εντυπωσιακή επιτυχία.
Γυναίκες στην πλειοψηφία , αθάνατες του μύθου και ιστορίας, που με τις πράξεις τους, με τα ίχνη της ζωής τους, όπως αναπτύχθηκαν μέσα στις πτυχές της , έγιναν σύμβολα που εμπνέουν και συγκινούν, μας καλούν ‘’σ’ ένα ταξίδι ονείρων πέρα από το δυνατό, πέρα απ’ το γνωρισμένο’’.(Κάρολος Μπωντλαίρ ’’Η φωνή’’ σε μτφ. Κ. Καρυωτάκη).
 ‘’Της απωλείας’’(Λαβύρινθος, Αριάδνη), ‘’Επιστροφή’’(Περσεφόνη) ποίημα προφανώς εμπνευσμένο από το περίφημο ψηφιδωτό που ανακαλύφθηκε πρόσφατα στην Αμφίπολη, ‘’Στην έρημο του πλήθους’’(Ισμήνη), ‘’Ιδαίος δάκτυλος’’(Θέτις, Ήφαιστος).

Ξεφυλλίζοντας στη συνέχεια  ανακαλύπτουμε και στις επόμενες ενότητες ότι  οι λέξεις της Ευαγγελίας Πετρουγάκη έχουν σώμα. Και δύναμη, παλμό. Είναι ψηφίδες παλίμψηστου φτιαγμένες από φύση, δέντρα , νερό, αέρα…ιστορία…

 ‘’Θεία πνοή Κυθήρεια
Στους βράχους ‘’sempre viva’’

…Ανθεκτικά αλλοτινά υλικά που μας πάνε πίσω , μοσχοβολούν αγιόκλημα , χωριό, πράσινο σαπούνι , αγνότητα...’’ Πώς να φορώ με την αυγή/σαν φύλλωμα τη θλίψη μου/προσμένοντας φθινόπωρο’’


Η ποιητική της ορχήστρα σχηματίζεται από την κλαγγή όπλων, σφυριών, σπαθιών κι αλυσίδων ’’Έτσι να τη χτυπάς τη μοίρα σου/σαν σίδερο στ’ αμόνι’’,  ‘’τόνοι ορείχαλκου αλαζονείας’’ ή ‘’σιβυλλικό απόηχο σα μέταλλο καμπάνας’’, βέλασμα προβάτων, χυμούς της γης ‘’άκου πως τρίζει μια ζωή του δέντρου στο τραπέζι σου’’ ενώ  εκρήξεις έξοχης περιγραφής ’’ένα λαθρόβιο ήχο παροξύτονο ανάμεσα στα δόντια μια πνοή, όσο η νηνεμία από δρεπανηφόρο ανεμοστρόβιλο’’…αποτυπώνουν μια γλώσσα που εντυπωσιάζει με τη μουσική της ακολουθία, το αποτύπωμα της έντασης , την αμεσότητα, και την πρωτοτυπία στη δομή της.
Κ ι β ω τ ό ς
Έτσι ήταν πάντα

σπίτι ανοιχτό
χωρίς πορτοπαράθυρα
και στέγη ουρανό.

Όταν βαρέθηκε να περιμένει

ανθρώπους
κάλεσε τα δέντρα μέσα του
να ριζώσουν.

Ύστερα ήρθαν τα πουλιά

χωρίς ιματισμό το φως
κι ένα αεράκι πρόθυμο
τα φύλλα να γυρίζει
μ΄ όλα τα άστεγα ποιήματα

(Από την ενότητα «Ειλητάρια δέντρων)
Η Ευαγγελία Πετρουγάκη προικίζει τους στίχους της με καθόλα τέλειες, ακριβείς, απρόβλεπτες λέξεις που αντλεί πότε από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία-παραφερνάλια ενός δεσμώτη κύκλου, χωρίς ψιμύθια, κερδοφόρο μάγμα κ.ά.-, πότε από εκκλησιαστικούς ύμνους-καρδιά νήφουσα, ειλητάριο, αγρυπνία, στάσιμο, μέγα έλεος- παράλληλα μ’ εκφραστικούς συνδυασμούς ανάλογους με τη βαρύτητα των καταστάσεων που επιτρέπουν την ποιητική πρόσληψη, –σέρνει το άγος μιας απόφασης ζωής -,ή αντίστοιχα με την απόλυτη απλότητα και τη δύναμη που εκείνη αποπνέει-Κι όμως σε κάθε δέντρο/ άλλο τραγούδι λέει ο άνεμος-.

Η ποιήτρια δεν διστάζει να δημιουργήσει και να ενσωματώσει στην ποίησή της ακόμα και σπαράγματα που αντλούνται από το δημοτικό τραγούδι-Εδώ χαϊδεύει το κλαδί/εκεί το ξεκορμίζει/κι αλλού τους νιόβγαλτους ανθούς/στο χώμα τους σκορπίζει/, ενώ κάνει την υπέρβαση με την παρθενική της εμφάνιση στη γιαπωνέζικη ποίηση με τριάντα τρία χαικού, τα οποία ακολουθούν την μακραίωνη παράδοση αυτών των λιλιπούτειων τρίστιχων ποιημάτων , υπακούουν στα αυστηρά πλαίσια του μέτρου των 5-7-5 συλλαβών, δίνουν αυτή την αίσθηση της στιγμής και παράγουν τρυφερές, μοναδικές εικόνες καθώς ενώνονται με τη φύση και την πνευματικότητα, δημιουργώντας ένα είδος ποιητικού ιμπρεσιονισμού.

Πρόσκληση κήπου
Σκορπά ο νοτιάς

λεμονανθούς θυσία
στο εφήμερο

Στ’ αγριόχορτα

νεογέννητος χρόνος

φιδοσέρνεται

Θρόισμα φύλλων

κουρασμένος άνεμος
σέρνει το βήμα

Στον κόρφο κρίνων

λιώνουν από έρωτα
οι μικρές ώρες


Καταβύθιση στο σκοτάδι της ανθρώπινης ύπαρξης και ταυτόχρονα ανάδυση στο φως, από μια ποιήτρια που ανακυκλώνει εύστοχα  και με μαεστρία ιστορικές μνήμες και όχι μόνον. Τις μάχεται, τις επικαλείται, τις αξιοποιεί. Η Ευαγγελία Πετρουγάκη αγαπάει βαθιά την περιπέτεια, αγαπάει τη γη, τη θάλασσα και τον καθαρό αέρα, τα ανθρώπινα πάθη, το λόγο- σε όλες του τις εκφάνσεις- και το πνεύμα. Αγαπάει τη ζωή. Αλλά, κυρίως, ξέρει να το εκφράζει. Γνωρίζει πώς να συνθέτει.

Με γερή δομή στην αρχιτεκτονική της ποιητικής αφήγησης, με θαυμαστές ανάσες φαντασίας, -συνέπεια ενδελεχούς μελέτης και περίσκεψης-, με ευφάνταστες γειώσεις που απογειώνουν, με εύγλωττους συμβολισμούς  που προκύπτουν τόσο φυσικά όπως το νερό, αναπαριστά το ένδον βίωμα και το καταθέτει. Η ποίηση της προκαλεί με την καθαρότητα της, επιδέχεται διάλογο, οι στίχοι της αναπνέουν…Επαληθεύονται με ψυχή.


*Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη είναι ποιήτρια και συγγραφέας



Η Ευαγγελία Πετρουγάκη κατάγεται από τον Ευαγγελισμό του Δήμου Μινώα-Πεδιάδος και ζει στο Ηράκλεο Κρήτης. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν|μίου Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση  Εκπαίδευση. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν  περιληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες. Μεταφρασμένα ποιήματά της υπάρχουν στην Ανθολογία “Έλληνες και Ούγγροι ποιητές των ημερών μας” BOYDAPEST, 2008. To 2009 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή ” Ενθύμιο Φως”, Αθήνα, εκδ. Ταξιδευτής.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΙΣΜΗΝΗΣ ΚΑΠΑΝΤΑΗ








ΓΡΑΦΕΙ Η ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ

Τι ακριβώς κάνει ένας συγγραφέας όταν δοκιμάζει να ανασυστήσει το μακρινό παρελθόν; Μπορεί να αναδιοργανώσει και να βάλει σε τάξη πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους εποχές ή είναι σε θέση να αναπαραγάγει τα επεισόδια μιας και μόνης περιόδου, ενώνοντας τα με μια κοινή κλωστή, που θα αποτελέσει τον μίτο του μύθου; Η Λογοτεχνία πάντως, ζει στιγμές εξαιρετικές όταν ο συγγραφέας μπορεί όχι μόνο να στήσει μυθιστορηματικούς ήρωες με γνωρίσματα συνόλου, αλλά και να τους ‘’τρέξει’’ με ιστορική γνώση στις μυθοπλαστικές διαδρομές της επιλογής του.
Η πολυβραβευμένη Ισμήνη Καπάνταη , φτιάχνει κείμενα που καταδύονται στην Ιστορία για να αναζητήσουν στις ρίζες μας στοιχεία ταυτότητας. Η επιτυχία της συνταγής  δεν έγκειται μόνο στην αναθεωρητική ματιά με την οποία η συγγραφέας κοιτάει την Ιστορία. Πιο πολύ βαραίνει η τραγική φύση των  πρωταγωνιστών των έργων της, -που μας κάνει να αντιληφθούμε αλλά και να συμμετάσχουμε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα αρχαίας τραγωδίας , που κυριαρχεί στα περισσότερα  κείμενα της-, καθώς πρόκειται για έργα,  που εμβαθύνουν πέρα από τα γεγονότα, δρώντας κατευθείαν μέσα στον ψυχισμό των ηρώων. Τα διλλήματα που τους ταλαιπωρούν, οι εσωτερικές συγκρούσεις που κορυφώνονται μέσα τους, το αίμα που ξυπνά και ζητά μερίδιο στη ζωή, στήνουν με αυθεντικότητα το σκηνικό του εκάστοτε μυθιστορήματος, όπου το δράμα-στην συντριπτική πλειοψηφία του-βρίσκει πρόσφορο έδαφος για ν’ ανθίσει.

Όταν είχε κυκλοφορήσει το ’’Επτά φορές το δαχτυλίδι’’ από τις εκδ. ‘’Εστία’’, ο Άλκης Αγγέλου στο Βήμα, έγραψε:’’ Είναι ένα έργο τολμηρό, που εισβάλλει ηρωικά στον χώρο της Τουρκοκρατίας και τον αλωνίζει από πάνω ως κάτω . Η Ισμήνη Καπάνταη , διανύει την ωριμότερη, πλέον αριστοτεχνική και την περισσότερα υποσχόμενη περίοδό της. Ώριμο, πλούσιο ταλέντο που εκδηλώνεται εικονογραφικά, παίζοντας το παιγνίδι ενός ευέλικτου κινηματογραφικού φακού.’’ Το συγκεκριμένο έργο, ως προς τη θέση του στην Ελληνική Γραμματεία, βρίσκεται στο κομβικό 1989, χρονιά που θα μπορούσε να θεωρηθεί σημείο καμπής, καθώς η ελληνική λογοτεχνία κατάφερε να σημειώσει μια εντυπωσιακή άνοδο , ανεβάζοντας ιδιαίτερα το επίπεδο της πεζογραφίας μας. Ουσιαστικά τα έργα της δεκαετίας του 90’ αλλάζουν σιγά-σιγά μορφή και από την ατονία της στεγνής ρεαλιστικής γραφής περνούν στην μεταμοντέρνα περίοδο μιας ουσιαστικής διαλεκτικής με την ιστορία και το παρελθόν. Ιστορικό μυθιστόρημα δεν σημαίνει πλέον  μονοδιάστατη ανάπλαση μιας άλλης εποχής, αλλά προσπάθεια για εθνική αυτογνωσία, προβληματισμός πάνω στην ταυτότητα. Το ‘’Οχτώ φορές το δαχτυλίδι’’ , που επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδ. Καστανιώτη, είναι ουσιαστικά η νέα, συμπληρωμένη εκδοχή αυτού του κλασσικού βιβλίου, το οποιο εκτείνεται χρονικά μέχρι τα τέλη του εικοστού αιώνα, ολοκληρώνοντας έτσι έναν θεματικό κύκλο , που αρχίζει από τις πρώτες εξεγέρσεις επί Τουρκοκρατίας και κλείνει στην Πράσινη γραμμή της μαρτυρικής Κύπρου. Πρόκειται για οχτώ πλέον ιστορίες, εμπλουτισμένες και αναθεωρημένες,  όπου το δαχτυλίδι παίζει ρόλο κυρίως συμβολικό.



Τα χαρακτηριστικά στοιχεία που προσδιορίζονται , καθορίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο το συγγραφικό έργο της Ισμήνης Καπάνταη στο σύνολό τους,  είναι η ποιητική γραφή, το φιλοσοφικό υπόβαθρο, η γοητευτική αναπαράσταση της εκάστοτε εποχής, -αρκετά πιστή, προϊόν άλλωστε ενδελεχούς  έρευνας της συγγραφέως,- ο προσδιορισμένος τόπος και χρόνος, το υγρό στοιχείο σε όλες του τις μορφές, ο κύκλος-καμπύλη, το χώμα, το αίμα, ο έρωτας, το πάθος,  η τραγικότητα, η μοναξιά, το αναπότρεπτο και μη αναστρέψιμο γεγονός του θανάτου, το μυστήριο, το θαύμα και η εκπλήρωση του χρέους. Στα μυθιστορήματα της συνυπάρχουν η αντιπαράθεση, η πάλη, η σύγκριση, η αντιπαραβολή, ο συσχετισμός διαφορετικών νοοτροπιών όπως π.χ. Νησιώτης με Ηπειρώτη, Χριστιανός με Μουσουλμάνο κ. λ. π. Είναι επίσης προφανής η επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού. Αυτό διαφαίνεται καθαρά επειδή η λογοτέχνης υποστηρίζει μέσω της γραφής της,  ότι κάθε άνθρωπος είναι σεβαστός apriori ανεξάρτητα από την τάξη, την θρησκεία, τα πολιτικά του πιστεύω ή την καταγωγή του.


Τα κείμενά της έχουν τις ρίζες τους αφ’ ενός μεν στο γοτθικό μυθιστόρημα , με όλα τα στοιχεία που το χαρακτηρίζουν (ρομαντισμός, μυστήριο, αλλά κυρίως το στοιχείο του υπερφυσικού),  και αφετέρου τους καρπούς τους να ευδοκιμούν σταθερά , με το βάρος τους να γέρνει άλλοτε προς την Ιστορία, άλλοτε προς το ρομαντικό παραμύθι, κάποτε ισορροπώντας ανάμεσα και στα δυο. Διαβάζοντας , λόγου χάριν,  ο αναγνώστης αποσπάσματα από ‘’Το άλας της γης’’, ή το’’ Οκτώ φορές το δαχτυλίδι’’, αισθάνεται πώς οδηγείται βαθμιαία σε δύσβατα μονοπάτια, ενώ τα συναισθήματά του κλιμακώνονται περνώντας από τον φόβο, στον τρόμο, την φρίκη και τανάπαλιν. Αυτός ο φόβος δεν απευθύνεται στην ψυχή για να προσφέρει κάποια κάθαρση, αλλά στόχος του είναι,  αυτό,  καθαυτό το σώμα, -με τους μυς , τους αδένες, την επιδερμίδα και το κυκλοφορικό του σύστημα, - να ταρακουνηθεί μ’ έναν έντονο και γρήγορο τρόπο, ούτως ώστε  να δημιουργηθούν όλες εκείνες οι φυσιολογικές αντιδράσεις του φόβου, όπως π.χ. αυτό συμβαίνει  στα έργα του  Καρόλου Ντίκενς , ή του Εντγκαρ Άλαν Πόε . Κι αυτό για να το πετύχει ένας συγγραφέας , να καταφέρει δηλαδή να καθηλώσει τον αναγνώστη και να τον κάνει να οσμιστεί την απειλή, να την νιώσει στο πετσί του, να αισθανθεί το χνώτο του διώκτη του στο σβέρκο,  απαιτεί συνδυασμένη τεχνική,  ανεξάντλητο ταλέντο , μαστοριά στην γραπτή εκφορά του λόγου και  σπάνια αφηγηματική ζωντάνια, ιδιότητες που η Ισμήνη Καπάνταη κατέχει και με το παραπάνω.

Το Ρομαντικό παραμύθι θεωρήθηκε πρότυπο του γνήσια φανταστικού και γνήσια ποιητικού ύφους, ένα μουσικό και ταυτόχρονα αναρχικό είδος που δημιουργεί αυθαίρετα έναν αυτόνομο κόσμο, πλήρως αποδεσμευμένο από την εξωτερική πραγματικότητα. Ανάμεσα στα εκλεκτά μυθιστορήματα που μας έχει χαρίσει η Ισμήνη Καπάνταη, επιλέγω να σας πω δυο λόγια για το μυθιστόρημα ‘’Η Φλώρια των νερών’’, που κυκλοφόρησε το 1999,  από τις εκδόσεις Καστανιώτη και που μπορούμε να το εντάξουμε κάπου ανάμεσα στο Ρομαντικό παραμύθι αλλά και στο Γοτθικό μυθιστόρημα. Εδώ η συγγραφέας αναζητά την άλλη ιστορία, όχι αυτή των γεγονότων, αλλά την άλλη των αισθημάτων.
Ο μύθος διαδραματίζεται στα πρώτα χρόνια της μεταβυζαντινής Ηπείρου, όπου έχει ολοκληρωθεί η οθωμανική κατάκτηση , εκτός από λίγες παράκτιες κτήσεις των Βενετών και ημιαυτόνομες περιοχές κάστρων- καπετανάτων των Ρωμιών. Στα Ιόνια νησιά και την Αιτωλοακαρνανία, χάνονται τα εδάφη των Φράγκων, της δυναστείας των Τόκκων, πέφτοντας στα χέρια των Οθωμανών, ενώ οι Μπερμπερίνοι πειρατές αποτελούν πραγματική μάστιγα. Τούτοι οι πειρατές έχουν ξεκληρίσει όλη την οικογένεια της δωδεκάχρονης Φλώριας και την κρατούν αιχμάλωτη, ώσπου η μικρή περνάει στα χέρια του καπετάνιου και πειρατή Ρωμανού του Μελανοδράκοντα, που έχει το κάστρο του στο Ασπροκλήσι. Είναι πανέμορφη, γυφτοπούλα Ρόμ, τραγουδάει υπέροχα κι ο Ρωμανός την ξεχωρίζει. Δεν αργούν να σμίξουν οι δυο τους , αλλά , αν και από τότε που πρωτοαγκαλιάστηκαν η Φλώρια είναι η μόνη αγάπη του Ρωμανού, ’’Κυρά του‘’ μεν  αλλά ‘’εξ ευωνύμων’’, δεν την παντρεύεται ποτέ. Καρπός του έρωτα τους είναι η κόρη τους η Αγνή.

Ο Ρωμανός παντρεύεται σε δεύτερο γάμο την Ισαβέλλα, ανιψιά του δούκα της Λευκάδας, ‘’Φράγκα αιρετική’’. Γάμος πολιτικής σκοπιμότητας βεβαίως. Η Ισαβέλλα αναγκαστικά αποδέχεται την ύπαρξη της επίσημης αγαπημένης, μην παραλείποντας να δηλητηριάζει την ζωή της Φλώριας. Όλα τα πάθη και οι καημοί ετούτου του μεγάλου έρωτα, συνυφασμένα με αναφορές στα ιστορικά γεγονότα, δίδονται στον αναγνώστη μέσα από την αφήγηση της ίδιας της Φλώριας. Μεσόκοπη πια η Φλώρια κι ενώ ο Ρωμανός κείτεται μπροστά της νεκρός,- αυτή του έκλεισε τα μάτια -,  η μνήμη της διολισθαίνει σε όλες τις έντονες στιγμές της ζωής τους. Αυτές τις χαρές και τις πίκρες, τα παράδοξα και τα συνήθη, τις αγαθότητες αλλά και τις κακίες, τα μαγικά κι αλλόκοτα της ζωής και της φυλής της , θυμάται μέσα από μια γοητευτική ακολουθία συμβάντων.
Γιατί ο τίτλος’’ η Φλώρια των νερών;’’
’’Τη Φλώρια , μου είχε πει ο πατέρας μου, ήταν βασιλοκόρη η Φλώρια, κόρη του βασιλιά των γύφτων και όμορφη πολύ, τη ζήλεψε μια μέρα ο ποταμός και την πήρε. Άνοιξαν τα νερά του και την κατάπιαν κι από τότε ζει και βασιλεύει στα υδάτινα βάθη του. Όλα τα νερά είναι δικά της, γι αυτό την λένε ‘’Φλώρια των νερών’’. Όταν έχεις ανάγκη, όταν επιθυμείς κάτι που μοιάζει ακατόρθωτο, να πας εκεί. Στην άκρη του νερού. Βάλε τα χέρια σου μέσα και κάνε την ευχή σου. Πέταξε ύστερα στα βαθιά το ΔΏΡΟ σου, κάτι δικό σου που να τ’ αγαπάς, δεν λογαριάζει αν είναι δώρο πλούσιο ή ταπεινό, φτάνει να τ’ αγαπάς και κάμε την ευχή σου. Η ευχή σου θα εκπληρωθεί.’’
Οι ήρωες , στα χέρια της Ισμήνης Καπάνταη , γίνονται πειθήνια όργανά της. Τυλιγμένοι στο φάσμα του μυστηρίου, προχωρούν θαρρετά μέσα στα ομιχλώδη χαώδη τοπία, οδηγημένοι από το όραμα, μετατοπισμένοι σε άλλη διάσταση, ρευστή έως άυλη, εξεγερμένοι από μνήμες θρυμματισμένες, ιριδίζοντα γλαυκό ουρανό κι ας ρέει αίμα. Οι δροσερές ευωδιές, οι τρυφερές περιγραφές φυσικών τοπίων κι ανθρώπινων χαρακτήρων, η ποιητική προσέγγιση της όποιας πραγματικότητας, ξεπερνούν συχνά την τραγικότητα και την μεταφυσική αγωνία, προσδίδοντας στο μυθιστόρημα αισθητική απόλαυση και ολοκλήρωση.


Σ’ αυτό το σημείο,   ας μου επιτραπεί να δανειστώ τα λόγια του Φώτη Δημητρακόπουλου, Επίκουρου καθηγητή Νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.’’ Εδώ και πολλά χρόνια πιστεύω πλέον ότι δεν αρκεί μονάχα η ποιητική νοημοσύνη στο χώρο της Λογοτεχνίας, η ευαισθησία στο χώρο της Τέχνης, για να έχουμε έργα άξια λόγου. Χρειάζεται και η εγγραμματοσύνη. Πέρα και πάνω και επέκεινα από την συναισθηματική νοημοσύνη, την καλλιτεχνική θέαση του κόσμου, είναι ο πλούτος της γλώσσας απαραίτητος, ώστε να κείται έργο λογοτεχνικό. Η γλώσσα της Ισμήνης Καπάνταη έχει τούτα τα εφόδια χωρίς να θηρεύει τη εκζήτηση. Δυο συμπληγάδες πέτρες είναι στημένες η Ιστορία με τη μυθιστορία , συχνά συγκρουόμενες. Η Καπάνταη διέπλευσε τις πέτρες με μεγάλη αβαρία. Μέσα στο μυθιστόρημα υπάρχουν σελίδες αριστουργηματικές, όπου η συγγραφέας γίνεται ποιήτρια με τον πεζό λόγο, μεγάλη κουβέντα για να την πει κανείς.’’
Η ‘’Φλώρια των νερών ‘’δικαιώνει την εμμονή στην αγάπη, ακόμα και στην παράνομη, -πέρα από τους θεσμούς-,  έκφανσή της. Αυτή η άποψη , η εμμονή στην αγάπη είναι ταυτόχρονα συστατικό του μύθου και ανατροπή της ιστορίας. Άλλωστε μεγάλοι ιστορικοί ήρωες,  είναι αυτοί που αγάπησαν πολύ  ότι πίστεψαν . Οι υπόλοιποι μένουν απλοί διεκπεραιωτές.
Ο χρυσούς κανόνας,  για να λειτουργήσει ένα ιστορικό μυθιστόρημα , είναι η επινόηση των κεντρικών ηρώων. Τα πραγματικά ιστορικά πρόσωπα πρέπει να έχουν βοηθητικούς ρόλους στην πλοκή , ενώ οι  κεντρικοί ήρωες πρέπει να είναι πάντα επινοημένοι, έτσι ώστε οι αναγνώστες να μπορούν να ταυτιστούν μαζί τους. Παρά την αναμφισβήτητα πλέον μεγάλη ανταπόκριση που βρίσκει στο αναγνωστικό κοινό, το ιστορικό μυθιστόρημα , οι Συμπληγάδες της αναγνώρισης της λογοτεχνικής αξίας και ταξινόμησης , που κλείνουν και ανοίγουν κάθε φορά, ανάλογα με τις συγκυρίες,  το υποβάλλουν σε σκληρές δοκιμασίες, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν ούτε τους συγγραφείς του να πτοήσουν , ούτε το ενδιαφέρον των αναγνωστών για το είδος να κάμψουν.
 Οι φανατικοί βιβλιόφιλοι πάντως το υποστηρίζουν έμπρακτα και δεν είναι σπάνιο,  ιστορικά μυθιστορήματα, -που κατ’ εξοχήν θεωρούνται δύσκολα βιβλία-, να καταλαμβάνουν συχνά θέσεις ανάμεσα στα ευπώλητα ή αλλιώς μπεστ σελερς. ’’Το εμείς έχουμε εμάς’’, μάλιστα της Ισμήνης Καπάνταη συγκαταλέγεται σ’ αυτά.





Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα , που κυκλοφόρησε το 2007, αμφιβολία, αγωνίες, ψυχολογικές μεταπτώσεις, όνειρα , πάθη και λογική, βρίσκουν θέση. Είναι μια ιστορία για την γυναικεία ψυχολογία,  που δεν αλλάζει στο πέρασμα των αιώνων, γεμάτη ανασφάλεια,  άγχος , αγώνα για μιαν  ακόμα κατάκτηση. ‘’Το εμείς έχουμε εμάς’’ είναι η συνέχεια της ‘’Φλώριας των νερών’’ , που λειτουργεί ωστόσο εντελώς αυτόνομα, από  την αρχική ιστορία, όπου πρωταγωνίστρια του διαχρονικού μύθου είναι αυτή τη φορά η Αγνή, ο καρπός του εξώγαμου έρωτα του άρχοντα πατέρα της και της τσιγγάνας μητέρας της.
Στα δεκαπέντε της η Αγνή θα παντρευτεί από πείσμα, σπρωγμένη από μια δύναμη που την προστάζει να λύσει τα δεσμά απ’ τα φαντάσματα που την κυνηγούν. Ο αυθορμητισμός και η  απειρία της εφηβείας, θα την φέρουν σε δύσκολη θέση σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής της  όπου θα κληθεί  να πάρει ουσιαστικές αποφάσεις. Το πείσμα, ο δυναμισμός και η αποφασιστικότητα  της την χαλυβδώνουν, ενώ αγωνίζεται να ξεχάσει τον παιδικό της  έρωτα, διεκδικώντας μια νέα αρχή. Η Αγνή θα καταφέρει να μετακομίσει από την Ήπειρο στα Επτάνησα, να γίνει πυργοδέσποινα στο πλευρό ενός Φράγκου ευγενή, να διαφεντέψει το φέουδο του διανοουμένου συζύγου της, και να ανταποκριθεί επάξια πλέον στις υποχρεώσεις που αντιμετωπίζει στην  νέα, - διαφορετικής νοοτροπίας από τη δική της, -κοινωνία .Δεν θα σταματήσει να δοκιμάζει τα όρια της, ούτε μπροστά στους κουρσάρους, ούτε όταν βρεθεί στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Η αυτοπεποίθηση που εκπέμπει όμως η πρωταγωνίστρια του μύθου,  κρύβει οικογενειακά μυστικά, ανομολόγητους έρωτες, επιλογές που θυσιάστηκαν μπροστά στην ανασφάλεια , που αποπνέουν οι  μεγάλες ανακατατάξεις στα Βαλκάνια του 16ου αιώνα.

Ένα επίσης από τα πρόσφατα βιβλία της Ισμήνης Καπάνταη, το οποίο φέρει τον διφορούμενο τίτλο ‘’Κυνική ιστορία’’, κυκλοφόρησε  από τις εκδ. Καστανιώτη  και είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό και ασυνήθιστο , από το ύφος των θεμάτων και της γραφής , που μας έχει συνηθίσει εδώ και χρόνια . Κάνοντας την ανατροπή η ταλαντούχος λογοτέχνης, μας παραδίδει ένα μυθιστόρημα με τρυφερότητα, γνώση και χιούμορ για μια ιδιαίτερη σχέση στη ζωή πολλών ανθρώπων, τη σχέση ανθρώπων και ζώων. Μια σχέση που υποκαθιστά όλο και περισσότερο, όλο και συχνότερα, την ελλειμματική σήμερα, ανθρώπινη επικοινωνία. Ένα βιβλίο που θα μπορέσει να γίνει μια καλή αφορμή για να καταλάβουμε ακόμα καλύτερα τους μικρούς τετράποδους φίλους μας.
Τελειώνοντας θα ήθελα να πω πως η Ισμήνη Καπάνταη με τα υπέροχα μυθιστορήματα , διηγήματα, λευκώματα και παιδικά της βιβλία αποδεικνύει περίτρανα ότι οι τιμητικές και άλλες διακρίσεις της, οι απανωτές μεταφράσεις και επανεκδόσεις των βιβλίων της , αλλά και οι δικές της μεταφράσεις ξένων έργων,  δεν είναι τυχαίες. Είναι μια συγγραφέας με βαθιά ιστορική γνώση, εξαιρετική μαεστρία στον μυθιστορηματικό χειρισμό της ιστορικής πραγματικότητας, με μακρόχρονη και δημιουργική πορεία στον δύσκολο τομέα του Ιστορικού μυθιστορήματος και όχι μόνον. Η παρουσία της αναμφισβήτητα αποτελεί ορόσημο και  τιμά τα Ελληνικά Γράμματα. Αν μη τι άλλο,  φίλοι αναγνώστες, χρειάζεται  γερό ιστορικό κριτήριο, γνώση, ταλέντο, ευαισθησία και τόλμη για να παίξεις με την Ιστορία ένα τόσο δυνατό παιγνίδι μυθοπλασίας.



Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Με φόντο ρεαλιστικό απ' όπου ξεπηδάει ανεπαίσθητα το παράξενο








Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη // *

Kaneis
«Κανείς δεν θέλει να πεθάνει» της Κατερίνας Μαλακατέ, Εκδόσεις «Ο Κήπος με τις Λέξεις», σελ. 136

Θα μπορούσαμε άραγε λίγο πριν το θάνατό μας, μ’ ένα μαγικό τρόπο-εν προκειμένω μέσω ενός μενταγιόν με μυστηριακές ιδιότητες που έρχεται από τα βάθη των αιώνων -να αλλάξουμε σώμα; Να πάρουμε παράταση ζωής; Εμείς, ο καθένας μας, ένας αέναος ρους ενέργειας –κατά τον Ηράκλειτο- θα μπορούσαμε άραγε να μεταμορφωθούμε και να κατοικήσουμε σ’ ένα πολύ νεώτερο σαρκίο, σ’ ένα νέο, ζουμερό κορμί με προοπτικές ικανής επιβίωσης, αντί να’ ρθούμε αντιμέτωποι με τον τρόμο του θανάτου, την οριστική φυγή από τα γήινα, την προδιαγεγραμμένη πορεία προς το άγνωστο…Να ξαναγυρίσουμε στη μαύρη μήτρα του τίποτα, όπως πριν από τη γέννησή μας; (Κατά τον Επίκουρο, τον Νίτσε και τον Καζαντζάκη).
Η ευφυέστατη αυτή ιδέα και σύλληψη παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την σφιχτοδεμένη νουβέλα της φαρμακοποιού, αγαπημένης Blogger και βραβευμένης συγγραφέα της νέας γενιάς Κατερίνας Μαλακατέ «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Ο Κήπος με τις Λέξεις».
Το βιβλίο θέτει προαιώνια ερωτήματα, ανατρέπει κεκτημένα, φλερτάροντας με την αθανασία και την φθαρτότητα αντίστοιχα, μέσα από ένα πυκνό κείμενο παραληρηματικής δράσης με εναλλασσόμενα πλάνα που διαρκώς εξελίσσεται.
Πατώντας πάνω σε μύθο και πραγματικότητα, η χαρισματική δημιουργός σκιαγραφεί με σιγουριά και ευφυΐα τη μια σκηνή πίσω από την άλλη διατρέχοντας μια τελματωμένη, γκρίζα μεγαλούπολη ευνουχισμένη από την κρίση (εν προκειμένω την Αθήνα), ενώ διακτινίζεται στη Μαύρη Ήπειρο και την Γηραιά Αλβιόνα, παραδίδοντάς μας ένα έργο πολύπλευρο με κεντρικό θέμα την υπαρξιακή αγωνία, με αλλεπάλληλες προεκτάσεις σε μόλις εκατόν τριάντα πέντε σελίδες.
Διαβάζουμε την περίληψη του έργου στο οπισθόφυλλο:
Μια ογδοντάχρονη Αγγλίδα, σε κώμα θα αλλάξει μια νύχτα κορμί με την τριαντάχρονη Ουκρανή που την προσέχει. Μεθυσμένη από την ξαφνική παράταση της ζωής, θα παραστρατήσει στα σοκάκια των Αθηνών, θα νιώσει κυνηγημένη, μόνη, θα φτάσει ως το τελευταίο σκαλί της εξαθλίωσης. Παράλληλα ένας μαύρος άντρας που δουλεύει στα φανάρια θα δει την πράσινη λάμψη που σκίζει τον ουρανό και θα ενεργοποιηθεί. Κι η δεκαοκτάχρονη εγγονή της Αγγλίδας με το κορμί που τόσο μοιάζει στη γιαγιά της θα φτάσει ως την τρέλα. Τι τους ενώνει; Ένα πράσινο αφρικανικό μενταγιόν, ένας Ινδός θεός εγκατεστημένος σε μια μονοκατοικία κάπου στις παρυφές της Αττικής και η πεποίθηση πως κανείς δεν θέλει να πεθάνει.
Μια νουβέλα που πραγματεύεται τη ζωή και το θάνατο, την ύπαρξη του θεού ή και την ανυπαρξία, το τι θα έκανες την αθανασία αν στην χάριζαν έτσι ξαφνικά. Θέτει ένα σωρό ερωτήματα και φυσικά δεν απαντάει σε κανένα.
Η Κατερίνα Μαλακατέ χτίζει σταθερά το οικοδόμημα της αφήγησης, κρατώντας γερές ισορροπίες ανάμεσα στη σοφία και την αθωότητα, στη γνώση και την αφέλεια, στην υποστήριξη αλλά και παράλληλα την απομυθοποίηση των κοινωνικών αξιών, με κυρίαρχο το πρόταγμα της αναζήτησης της αθανασίας, της παράτασης της ομορφιάς, της ατομικότητας έστω και μέσα σε ξένο, μετενσαρκωμένο σώμα, αλλά και της ισότητας ανάμεσα από την ιστορία του Αδάμ και της Λίλιθ, της πρώτης γυναίκας ίσης με τον άντρα, αυτής που υποστήριξε την ελεύθερη βούληση και πλήρωσε με το μεγαλύτερο κόστος, συμπαρασύροντας άθελά της-με τα αλλεπάλληλα τεκταινόμενα στη συνέχεια- το ανθρώπινο γένος σε διαρκή αγωνία θανάτου.
Η πένα της διαπλέκει μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, με την αληθοφάνεια του σήμερα, με φόντο ρεαλιστικό απ” όπου ξεπηδάει ανεπαίσθητα το παράξενο, δημιουργώντας ένα ιδιοφυές μεταμοντέρνο μείγμα , χαρακτηριστικό της πολυπολιτισμικότητας της εποχής μας.
Οι ήρωες που κινούνται και αναπνέουν δίπλα μας, ταυτοποιούνται στα πρόσωπα πέντε γυναικών: Της ογδοντάχρονης ετοιμοθάνατης Αγγλίδας της Ελίζας που αρνείται να πεθάνει και βρίσκει έναν έξοχο τρόπο διαφυγής μέσα στο σώμα της Τάνια, της τριαντάχρονης Ουκρανής αποκλειστικής της νοσοκόμας, η οποία μπαίνει στον πειρασμό να κλέψει ένα πράσινο σμαραγδένιο μενταγιόν,- προφανώς αμύθητης αξίας- που κρέμεται από το λαιμό της γηραιάς ασθενούς που προσέχει. Το μενταγιόν αυτό έρχεται από τα βάθη του χρόνου και είναι το κέντρο γύρω από το οποίο άγεται και φέρεται η πλοκή, αφού μέσω αυτού γίνονται οι μετενσαρκώσεις της ίδιας ψυχής σε διαφορετικά σώματα.
Τα άλλα πρόσωπα του μύθου είναι η δεκαοχτάχρονη εγγονή η Λένα- και ακριβές αντίγραφό της Ελίζας στα νιάτα της-, η πενηντάχρονη άχρωμη και άοσμη Ρούλα, μητέρα της Λένας και η σαραντάχρονη πόρνη Άννα, που θα αποτελέσει την τελευταία και μοιραία μετενσάρκωση.
Οι ανδρικοί χαρακτήρες είναι : ο Αφρικανός Γουικιτάκα, που καθαρίζει τζάμια αυτοκινήτων, για τον δουλέμπορα Κώστα, όμως ο ίδιος δεν είναι αυτό που φαίνεται(είναι πρίγκιπας της φυλής του, με βαριά κληρονομιά και αναζητά το κλεμμένο μενταγιόν), ο μυστηριώδης Ινδός Γκόπαλ, ένας σκληρός θεός που αλλάζει πρόσωπα και εμφανίζεται απρόσμενα κεντρίζοντας το μεταφυσικό ενδιαφέρον, ο Γερμανός Πέτερ, εραστής της Ελίζας στα χρόνια της ατίθασης νεότητάς της (πρόσωπο που ανακαλείται μέσα από φλας μπακ), ο Γιώργος γιός του Πέτερ και πρώτος εραστής της νεαρής Λένας, και τέλος ο αγαθός, καλόψυχος Νίκος, γιός της ηλικιωμένης Ελίζας και πατέρας της Λένας, που προσπαθεί ολοένα να αμβλύνει τα κακώς κείμενα που συνεχώς προκύπτουν μέσα στην οικογένεια. Όλοι τους μπορεί κάλλιστα να είναι άτομα που συναντάμε στην καθημερινότητά μας, στο μεγάλο αχανές στόμα των μεγαλουπόλεων, που όλα τα αλέθει.
Άνθρωποι με ή χωρίς παρελθόν, είναι αναγκασμένοι να προσαρμοστούν, να δοκιμάσουν τις αντοχές τους, να καταλάβουν γιατί βρίσκονται εκεί και να ανακαλύψουν ή να επινοήσουν το νόημα της καινούριας ζωής τους. Το παρελθόν στοιχειώνει το παρόν και η απόπειρα χαρτογράφησης του σκοτεινού κόσμου του μύθου, εισβάλλει και επηρεάζει την πραγματικότητα. Ανάμεσα στα πάμπολλα ερωτήματα που εγείρει η παρούσα νουβέλα είναι η στυγερή ανθρώπινη εκμετάλλευση, η ηθική συγκρότηση και το χτίσιμο της ατομικής ταυτότητας, τα ήθη και οι καταπιεσμένες επιθυμίες. Το θέμα της ηθικής, της ελευθερίας και δη του σεξ – κυρίαρχο και αναπόσπαστο μέρος της πλοκής-παραμένει ανοιχτό σε πολλαπλές και αντικρουόμενες ερμηνείες.
Το «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει» διαθέτει πυκνότητα, απόρροια της ενασχόλησης της συγγραφέως με το διήγημα, ενώ η γραφή της χαρακτηρίζεται από την παντελή απουσία γλαφυρότητας και λυρισμού , είναι σταθερή, στακάτη, με την ελευθερία του λόγου των νέων δημιουργών-οι επιρροές από τους Κάφκα, Πωλ Όστερ, Ντε Λίλο είναι εμφανείς, αλλά και από Λατινοαμερικάνους συγγραφείς π.χ. τον Κάρλος Φουέντες και την Ιζαμπέλ Αλλιέντε-ιδιαίτερα οι αναπαραστάσεις του τρόπου ζωής και των μυστηριακών τελετών των ιθαγενών φέρνουν στο νου εικόνες από την «Πόλη των θηρίων»-, η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, καταιγιστική και δεν εξαντλείται σε μια ανάγνωση.
Οι διάλογοι μπαίνουν μόνο όπου χρειάζονται, λειτουργεί περισσότερο η εσωτερική αφήγηση-αναδίφηση, υπάρχει δράση παράλληλα με αναστοχασμό, οι εικόνες είναι πότε μαγικές και με έντονο στο στοιχείο του ονειρικού σε οτιδήποτε ανάγεται πίσω στο παρελθόν, με σαφή στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, αλλά κυρίως σκληρές και αδυσώπητες, ιδιαίτερα όταν η Κατερίνα Μαλακατέ περιγράφει με κοφτές, αλλεπάλληλες πινελιές το συμπαγές περίγραμμα της ζωής των ηρώων της (Τράφικινγκ, εμπόριο λευκής σαρκός, φυλακές, ζωώδη ένστικτα, μετανάστες- γκρίζα περιστέρια των φαναριών-, διαφθορά του συστήματος, αναλγησία αστυνομίας αλλά και από την άλλη διαπροσωπικές σχέσεις σε τέλμα, ανάγκη για τρυφερότητα και αποδοχή, κοινωνικό στάτους σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Γλωσσική ενάργεια, ύφος λεπτοδουλεμένο στην υπηρεσία ενός καυτού θέματος που άπτεται κοινωνικών, ψυχαναλυτικών και φιλοσοφικών ζητημάτων, ενταγμένων με μαστοριά στην πλοκή.
Ο τίτλος λειτουργεί ως σηματοδότης και ως αποτέλεσμα που είναι τελικά η επιτομή της ιστορίας . Η κάθαρση έρχεται τέλος με αιφνίδια ανατροπή, όπως ταιριάζει στους ψαγμένους δημιουργούς, σφραγίζοντας ένα αφάνταστα επίκαιρο έργο και μια από τις πιο ευφάνταστες και καλοδουλεμένες ιστορίες της σύγχρονης Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.
Εύχομαι από καρδιάς, καλή συνέχεια σε μια πολλά υποσχόμενη πένα…

* Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη είναι συγγραφέας και ποιήτρια. Διατηρεί το ιστολόγιοhttp://renapetropoulou.blogspot.gr

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Η ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ






Σε αναγνώστη


Έλα περίλαμπρο να δώσεις φως

Σ’ ανήλιαγες κλειστές σελίδες

Άκου τους κραδασμούς πίσω απ’ τις λέξεις

Εσένα περιμένουνε να τις αγγίξεις 

Να σκύψεις ανυπόμονα

Πάνω στο κίτρινο των φύλλων

Την πεθαμένη σκόνη και τα έντομα

Τη μύτη κλείνοντας στη μυρωδιά της μούχλας
Που αναδίδει η λησμονιά

Έλα αναγνώστη
Παραμέρισε τα εμπόδια
Και απερίσπαστος βυθίσου

Στων γηραλέων βιβλίων τη σαγήνη 


Εκείνα περιμένουν χρόνια σ’ ένα ράφι
Των απαλών δακτύλων σου την επαφή

Και τ’ ανυπόμονο θαυμαστικό σου βλέμμα
Όπως οι ξεχασμένοι των γηροκομείων



ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ
ΤΑ ΝΕΑΡΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ  Γ Α Β Ρ Ι Η Λ Ι Δ Η Σ


Όπως η σάρκα

Η ποίηση πρέπει να λειτουργεί
Όπως η σάρκα


Ν’ αναπνέει εκστατική

Βυθισμένη σε μεγαλοπρεπή λήθαργο
Απ’ τις ηδονικές ανάσες του αγαθού
Που λέγεται ζωή

Να πάλλεται ερωτευμένη
Μέσα στη δακρυόεσσα μοναξιά
Της καθαρτήριας φαντασίας

Να δίνεται λαγγεμένα

Τραγικά γυμνή

Τόσο υπέροχα αφημένη

Στα χέρια της έμπνευσης


Μια βουτιά του μυαλού είναι αρκετή
Για ν’ ανασύρει πετράδια


Να κυοφορεί το νέο
Που άξενο έρχεται


Να γεννά τέλος

’’Καθοδηγούμενα όνειρα’’
Ωραία υποσχόμενα ποιήματα



Τα καλοκαίρια της ευδαιμονίας

Τα καλοκαίρια της ευδαιμονίας
Τότε που επωάζονταν οι αναμνήσεις

Ερωτευμένοι άγγελοι περνούσαν

Φορτωμένοι άνθη

Χορεύοντας το allegretto της ζωής


Τα φθινόπωρα των αποχαιρετισμών

Τότε που οι αυτόχειρες φέρανε πάνω τους

Ραμμένο το μηδέν του θανάτου


Θλιμμένοι άγγελοι περνούσαν
Φορτωμένοι άρτους θυμιάματα κι αντίδωρα
Για να γλυκαίνονται οι ψυχές των πεθαμένων



Το προσωπείον της τέχνης

Εύθραυστες σκιές χορεύουν αργές κινήσεις
Πάνω στις φιδίσιες γραμμές
Του πλαστικού μπουκαλιού

Το νερό μέσα του λιγοστεύει
Διψώ


Οι λέξεις που γλιστρούν στο χαρτί

Γυάλινες πέτρες

Με χτυπούνε
Ματώνω


Κάτωχρο στόμα η σελίδα
Κραυγάζει τους φόνους μου

Η φωνή μου ασθμαίνει


Έχω πικρά μάτια σαν πρώιμες ελιές

Κι οι αιχμηρές ηλιαχτίδες της λάμπας
Μού γρατζουνούν τα βλέφαρα


Καθώς φορώ με αφοσίωση

Το προσωπείον της τέχνης μου
Πασχίζοντας να εξουσιάσω τον χρόνο



Αν ήμουν ο Τσαρούχης

Καθώς περνοδιαβαίνω εκστατική
Την Πινακοθήκη
Του Musee d’ Orsay των Παρισίων

Κάνω τη σκέψη


Όπως ο Μονέ ζωγράφιζε
Παραμυθένιους κήπους

Λίμνες με νούφαρα αχνογάλαζα

Γεφύρια καμπυλόγραμμα