Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΤΑ ΧΡΥΣΙΝΑ- ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΤΑ ΧΡΥΣΙΝΑ- ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Προυστ και ασυνείδητο


Οικογενειακή φωτογραφία του Μαρσέλ Προυστ μαζί με τον αδερφό του Ρομπέρ και την αγαπημένη του μητέρα, της οποίας τα χαρακτηριστικά έχει δώσει στους χαρακτήρες της μητέρας και της γιαγιάς του αφηγητή στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο. Ο Προυστ ήταν εξαιρετικά δεμένος με τη μάνα του· όντας φιλάσθενος ως παιδί, ενέπνευσε στη μητέρα του μια υπερπροστατευτική συμπεριφορά, που μάλλον τον οδήγησε ν' αναπτύξει μια ανυπόφορη ευαισθησία που άγγιζε (για να μην πω ξεπερνούσε) την υποχονδρία.
(πηγή φωτο:http://bibliokult.blogspot.gr)


της Νότας Χρυσίνα


Με αφορμή το βιβλίο "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" του Προυστ, θα παραθέσω κάποιες σκέψεις μου για τον κόσμο των ονείρων και το ασυνείδητο το οποίο παρουσιάζεται καθαρά μέσα στην λογοτεχνία.
Η σχέση ονείρου- ασυνειδήτου και λογοτεχνίας είναι φανερή μέσα από τις πρώτες πηγές της που δεν είναι άλλες από τους μύθους που ενσαρκώθηκαν σε λόγο μέσα στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες.
Ο όρος «μυθοπλασία», που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα, παραπέμπει τόσο στον μύθο όσο και στο γένος. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποίησε τον όρο με την διπλή ιδιότητά του δηλαδή εκείνη της παράδοσης, του μύθου,  και της «πλοκής».-  Σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται  κυρίως με την δεύτερη ιδιότητά του] .[1]
Ο μύθος του Οιδίποδα και  ο αντίστοιχος μύθος της Ηλέκτρας ενέπνευσαν γενιές και γενιές λογοτεχνών, αρχής γενομένης από τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς, Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, τον Σαίξπηρ και τον περίφημο Άμλετ»   μέχρι την Σύλβια Πλαθ και σήμερα.
Η ψυχανάλυση αναφέρεται στον μύθο του Οιδίποδα ή της Ηλέκτρας  ως την προσωποποίηση της ασύνειδης επιθυμίας των αγοριών και των κοριτσιών αντίστοιχα  για ερωτικό σμίξιμο με την μητέρα ή τον πατέρα  και θανάτωση του αντίθετου φύλου. - Κατά τον Φρόυντ και την κλασική ψυχανάλυση, οι νευρώσεις, και ιδιαίτερα η υστερία, οφείλονται σε μία αδυναμία του παιδιού να ξεπεράσει το πανανθρώπινο αυτό σύμπλεγμα.- [2]
Ο μύθος θα μπορούσε να έχει τις ρίζες του στις πρωτόγονες φυλές όπου η "ηθική" των σύγχρονων κοινωνιών ήταν άγνωστη και η σεξουαλική επιθυμία ελεύθερη χωρίς περιορισμούς. Σύμφωνα με τον Ένγκελς, που βασίστηκε στις μελέτες του Μόργκαν, υπήρξε μια πρωτόγονη κατάσταση, όπου μέσα σε μια φυλή επικρατούσαν σεξουαλικές σχέσεις χωρίς κανένα περιορισμό, έτσι που κάθε γυναίκα ανήκε σε κάθε άντρα και επίσης κάθε άντρας σε κάθε γυναίκα.[3]
Σύμφωνα με τον Μπάχοφεν η θρησκευτική ανταύγεια των όρων ζωής στα κεφάλια των ίδιων των ανθρώπων προκάλεσε τις ιστορικές αλλαγές στην αμοιβαία κοινωνική θέση του άντρα και της γυναίκας. Σύμφωνα μ' αυτά, ο Μπάχοφεν παρουσιάζει την Ορέστεια του Αισχύλου σαν τη δραματική περιγραφή του αγώνα ανάμεσα στο μητρικό δίκαιο που έδυε και στο πατρικό δίκαιο που στην ηρωική εποχή ανάτελλε και νικούσε.
 Η Κλυταιμνήστρα για χάρη του εραστή της, Αίγισθου, σκότωσε τον άντρα της, τον Αγαμέμνονα που γύρισε από τον τρωικό πόλεμο. Ο Ορέστης, όμως, που ήταν γιος της Κλυταιμνήστρας και του Αγαμέμνονα, εκδικείται το φόνο του πατέρα, σκοτώνοντας τη μητέρα του. Γι' αυτό τον καταδιώκουν οι Ερινύες, οι δαιμονικές υπερασπίστριες του μητρικού δικαίου, που θεωρεί τη μητροκτονία σαν το πιο βαρύ, το πιο ανεξιλέωτο έγκλημα. Όμως, ο Απόλλωνας, που με το χρησμό του έσπρωξε τον Ορέστη σ' αυτή την πράξη, και η Αθηνά, που την καλούν για δικαστή --οι δυο θεοί που εκπροσωπούν εδώ το καινούργιο καθεστώς του πατρικού δικαίου-τον προστατεύουν. Η Αθηνά ακούει και τις δυο πλευρές. Όλο το διαφιλονικούμενο ζήτημα συνοψίζεται σύντομα στη συζήτηση που γίνεται τώρα ανάμεσα στον Ορέστη και τις Ερινύες.
Ο Ορέστης επικαλείται ότι η Κλυταιμνήστρα έκανε διπλό έγκλημα: σκοτώνοντας τον άντρα της σκότωσε μαζί και τον πατέρα του. Γιατί λοιπόν οι Ερινύες καταδιώκουν αυτόν κι όχι εκείνη, που είναι πολύ πιο φταίχτρα; Η απάντηση είναι χτυπητή: Ο φόνος ενός ανθρώπου που δεν συγγενεύει με αίμα, ακόμα κι αν είναι ο άντρας της φόνισσας, εξιλεώνεται, δεν ενδιαφέρει τις Ερινύες. Δουλειά τους είναι μονάχα να καταδιώκουν το φόνο ανάμεσα στους συγγενείς από αίμα κι εδώ, σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο, το πιο βαρύ και το πιο ανεξιλέωτο είναι η μητροκτονία. Τώρα εμφανίζεται ο Απόλλωνας σαν συνήγορος του Ορέστη. Η Αθηνά βάζει τους αρεοπαγίτες -τους Αθηναίους δικαστές-να ψηφίσουν. Οι ψήφοι είναι ίσοι για την αθώωση και την καταδίκη. Τότε η Αθηνά, σαν προεδρεύουσα, δίνει την ψήφο της υπέρ του Ορέστη και τον αθωώνει. Το πατρικό δίκαιο νίκησε το μητρικό δίκαιο. Οι «θεοί της νέας γενιάς», όπως τους χαρακτηρίζουν οι ίδιες οι Ερινύες, νικούν τις Ερινύες που πείθονται στο τέλος να αναλάβουν ένα νέο αξίωμα στην υπηρεσία του νέου καθεστώτος .[4]
Όλα καλά αλλά πού βρίσκεται εδώ το ασυνείδητο και πού ο Προυστ; Αυτό που ισχυρίζομαι λοιπόν είναι ότι ο μύθος που αναφέρεται στο παρελθόν αποτελεί μνήμη ή καλύτερα ανάμνηση η οποία με την δημιουργία του πολιτισμού και της κοινωνίας γίνεται προϊόν του ασυνειδήτου και μεταφέρεται στον κόσμο του μύθου και του ονείρου δηλαδή μετασχηματίζεται ή καλύπτεται πίσω από τον λόγο και καταλήγει να γίνει λογοτεχνικός μύθος και να επιβιώσει με μια αποδεκτή κοινωνικά μορφή. Παράλληλα η σεξουαλική επιθυμία «κλειδώνεται» στο ασυνείδητο και εμφανίζεται μέσα από σύμβολα στον κόσμο του ονείρου όπου κυριαρχεί το ασυνείδητο. Το όνειρο χωρίς την λογοκρισία της συνείδησης και του «Εγώ», που σήμερα αποτελεί δημιούργημα του πολιτισμού, ανασύρει μνήμες και επιθυμίες και πραγματοποιεί τον απαγορευμένο μύθο.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως το όνειρο είναι η σκηνή πάνω στην οποία παίζεται το δράμα της ανθρωπότητας. Ο Οιδίποδας και η Ηλέκτρα, δηλαδή ο άνθρωπος αρσενικό και θηλυκό, σκηνοθετεί μια μοντέρνα έκδοση του μύθου, ο οποίος έχει υφανθεί στο υποσυνείδητο με την αρχή του χρόνου της κάθε ατομικής  ύπαρξης.
Σύμφωνα με τον Benjamin,[5]   ο Προυστ στο έργο του «Αναζητώντας τον Χαμένο χρόνο» παίζει με την ύφανση των αναμνήσεων και την απατηλότητα του χρόνου. [6]Δημιουργεί μία πλοκή και μια οπτική ενός λογοτεχνικού «μύθου» θέλοντας να συγγράψει ένα έργο παρουσιάζει μια ψυχική τοπιογραφία μέσα από πρόσωπα- σύμβολα τα οποία είναι ο ίδιος ο Προυστ όπως τον παρουσιάζει το ασυνείδητο μέσα από ρωγμές χρόνου, και σπασμένες εικόνες. Ο λογοτέχνης υφαίνει έναν προσωπικό μύθο που καταλήγει στο «Ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο» να συνειδητοποιήσει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από την παραδοχή της ταύτισης με τον ήρωά του που κατόρθωσε να γράψει το έργο και με αυτόν τον τρόπο να συγκολλήσει τον κατακερματισμένο εαυτό που κρυβόταν στο ασυνείδητο και που με την βοήθεια της γραφής εμφανίστηκε στο συνειδητό και έγινε λογοτεχνία.
Στον συνηθισμένο άνθρωπο ο κόσμος του ασυνειδήτου παραμένει στην σκηνή του ονείρου και διεκδικεί την πραγμάτωσή του στο θέατρο του νου. Δίνει μια ιδιωτική παράσταση με στόχο την λύση του δράματος την κάθαρση που είναι προσωπική υπόθεση. Ο Προυστ αλλά και όλοι οι διάκονοι του πνεύματος σωματοποιούν στον λόγο το δράμα αυτό της ανθρωπότητας που στην βάση της βρίσκεται ο καθολικός μύθος που συνθέτει την μνήμη και προτείνουν την λύση μέσα από την δική τους κάθαρση που συντελείται πάνω στο παρόν το οποίο περικλείει μέσα του το παρελθόν ως μνήμη και το μέλλον ως εν δυνάμει προβολή της μνήμης.
Η λογοτεχνία είναι κιβωτός συλλογικής μνήμης επομένως αποτελεί κοινό πολιτισμικό παρελθόν. Ο μύθος είναι η κοινή μας αναφορά στο παρελθόν και η ζωοποιός ενέργεια μέσα από την οποία ξεπηδάει η ύπαρξη, η κοινή μας αναζήτηση του χαμένου χρόνου ως εαυτού.



[1] Σιαφλέκης Ζ.Ι., Η Εύθραυστη αλήθεια,2η ανατύπωση, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2005, σελ. 48

[4] Στο ίδιο
[5] Benjamin W., Για την εικόνα του Προυστ, εκδ. ΟΥΤΟΠΙΑ







 [n1]

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Το "μαύρο" ποίημα του Καρυωτάκη στα παιδικά αναγνωστικά!

της Νότας Χρυσίνα


Ένα ποίημα του Καρυωτάκη, που μεταφέρει όλη την ειρωνεία και την πίκρα του ποιητή, παίζει με μία λέξη που ο Καρυωτάκης την υπονοεί σχεδόν σε ολόκληρο το έργο του, την αφέλεια. Το ποίημα τιτλοφορείται "Παιδικό". Αυτό έκανε κάποιους να το εντάξουν σε παιδικά αναγνωστικά. Τα παιδάκια διαβάζουν ένα τόσο πικρό ποίημα διότι οι δάσκαλοι δεν κατανόησαν ποτέ τον Καρυωτάκη.

Ο Καρυωτάκης αυτός ο υπέροχος μοντερνιστής που σημάδεψε την ποίηση "Μας ξεπέρασε άμεσα κι εξακολουθητικά".όπως έγραψε ο Τέλος Άγρας. Άναψε τα αστέρια και κατάφερε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του "θέλω νὰ γίνω μία χρυσὴ σκόνη μὲς στὸν αἰθέρα,
ἁπλὸ στοιχεῖο, ἐλεύθερο, γενναῖο."  και πήγε να βρει  κάτι που δεν γνώριζε αλλά ως εραστής του απόλυτου στόχευε στο ιδεατό

"Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό."

Οι εικόνες των ποιημάτων του είναι πρωτότυπες και αέρινες, ανήκουν στον κόσμο πέραν του πραγματικού 

"Κι ἔφυγαν οἱ ψυχές, πατοῦνε μόνες των,
ἀργά, τὴ χλόη σὰν ἀνοιχτὸ βιβλίο."

και συνεχίζει με έναν στίχο που υμνεί την ζωή αλλά την ζωή αυτών που την φωτίζουν σαν ήλιοι ακόμη και με τον θάνατό τους ή με ένα χαμόγελο

"Μὰ κεῖθε ἀπ᾿ τὸν ὁρίζοντα, σὰν ἥλιοι
δύουν οἱ ψυχές, τὸν οὐρανὸ ποὺ φόρεσαν,
ἢ σὰν ἁπλὰ χαμόγελα σὲ χείλη."

Μόνο ένας άνθρωπος που βίωσε την απόλυτη μοναξιά μπορεί να μιλήσει με τους ανθρώπους και να τους πει με τον δικό του τρόπο αυτό που διαπίστωσαν όλα τα "καθαρά" μυαλά της ανθρωπότητας για την εικόνα του "είμαι" και του "φαίνεσθαι" όπως γίνεται αντιληπτή από τον άλλο. Ζούμε στην φαντασία του άλλου ως μία εικόνα μας που δημιούργησε ο άλλος μέσα από τον δικό του κόσμο. Κι ενώ ακόμη είμαστε ζωντανοί δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τον διπλανό μας που βλέπει την σκιά του σπηλαίου και πλάθει ένα ομοίωμά μας στο μυαλό του

"Σὰ νὰ μὴν ἤρθαμε ποτὲ σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γῆ,
σὰ νὰ μένουμε ἀκόμη στὴν ἀνυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μία μαρμαρυγή.
Ἄνθρωποι στῶν ἄλλων μόνο τὴ φαντασία."

Ο θάνατος γίνεται και αυτός αντικείμενο σάτιρας και ελεγείας κρυμμένης μέσα της

"Πόση ἡσυχία δωπέρα βασιλεύει!
Οἱ τάφοι λὲς κι αὐτοὶ χαμογελοῦνε,
ἐνῷ μὲ κεφαλαῖα σιγὰ μιλοῦνε
οἱ νεκροὶ γράμματα, βαθιὰ στὰ ἐρέβη."

ο άνθρωπος γράφει με κεφαλαία την ανυπαρξία του πάνω σε τάφους ενώ έχασε την ευκαιρία να υπάρξει και χάθηκε στην αιώνια σιωπή των τάφων που περιμένουν ανοιχτοί σαν να "χαμογελούν" ειρωνικά καθώς μας περιμένουν...
Τα έργα των ανθρώπων ένας κόκκος στην άμμο

"Στὴν ἄμμο τὰ ἔργα στήνονται μεγάλα τῶν ἀνθρώπων,
καὶ σὰν παιδάκι τὰ γκρεμίζει ὁ Χρόνος μὲ τὸ πόδι."

Ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε αλλά πρόλαβε να υμνήσει την ζωή και να της αποθέσει το στεφάνι της δόξας της σοφίας. Αυτό είναι μία θυσία προσωπική αλλά και ηρωική όπως εκείνη όσων πολέμησαν για έναν καλύτερο κόσμο όπου ένα "Παιδικό" ποίημα σαν αυτό που έγραψε δεν θα μπει σε παιδικά βιβλία αλλά στην συνείδηση των ενηλίκων που γινόμαστε. Μα ο χρόνος μένει πάντα νέος, ένα παιδάκι που γκρεμίζει με το πόδι του ό,τι χτίσαμε και εμείς σπουδαίοι άνθρωποι και γονείς μαθαίνουμε το γνωστό ποίημα "Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ". Μα τί φταίει το φεγγαράκι και τόσα φεγγαράκια που έσβησαν. Τόσες ζωές τελείωσαν με μια απαλή ή και ανέμελη σπρωξιά του χρόνου πάνω στα έργα των αφελών παιδιών που παραμένει ο άνθρωπος.
Όλες οι θρησκείες που διδάσκουν αγάπη δεν μπορούν να γεμίσουν το άδειο του κόσμου. 

ΠΑΙΔΙΚΟ

Τώρα ἡ βραδιά,
γλυκιὰ ποὺ φτάνει,
θὰ μοῦ γλυκάνει
καὶ τὴν καρδιά.
Τ᾿ ἀστέρια ἐκεῖ
θὰ δῶ, θὰ νιώσω
οἱ ἄνθρωποι πόσο
εἶναι κακοί.
Κλαίοντας θὰ πῶ:
«Ἄστρα μου, ἀστράκια
τ᾿ ἄλλα παιδάκια
θὰ τ᾿ ἀγαπῶ.
»Ἂς μὲ χτυποῦν
πάντα κι ἀκόμα.
Θά ῾μαι τὸ χῶμα
ποὺ τὸ πατοῦν.
»Ἄστρα, καθὼς
ἄστρα καὶ κρίνο,
ἔτσι θὰ γίνω
τώρα καλός.»

Αυτό το ποίημα είναι ένα ράπισμα στην ηθική της κοινωνίας μας και είναι η συνέχεια των ποιημάτων του βυζαντινού ποιητή Πτωχοπρόδρομου που με το ίδιο σχεδόν ύφος της ειρωνείας και σάτιρας καταγέλλει τον κόσμο στον εαυτό του. 

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Όποιος αντέχει τις περισσότερες ήττες, αυτός είναι που θα επικρατήσει;

Ο Ιερώνυμος Μπος (Hieronymus van Aken, περ. 1450 – 9 Αυγούστου 1516)
Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων – Παράδεισος

Καθώς διάβαζα την συνέντευξη ενός αξιόλογου λογοτέχνη στάθηκα σε μια "δήλωσή" του  "Όποιος αντέχει τις περισσότερες ήττες, αυτός είναι που θα επικρατήσει;". Συλλογίστηκα αρκετή ώρα πάνω σε αυτήν. 
Αρχικά, συμφώνησα μονολογώντας πως ο άνθρωπος που αποδέχεται και αντέχει τις ήττες του αυτός και θα σταθεί στα πόδια του όταν όλα θα καταρρέουν, αργότερα όμως, καθώς η πρόταση αυτή τριγυρνούσε στο μυαλό μου σκέφτηκα τι άραγε σημαίνει ήττα; Αυτό που θεωρώ εγώ ήττα είναι πράγματι ήττα και για τον άλλο άνθρωπο ή η ήττα μπορεί για τον άλλο να ορίζεται ως κάτι διαφορετικό;
Κάποιοι, κυρίως ιστορικοί, ορίζουν ως ήττες μόνο την οριστική αποτυχία μιας μάχης που κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι είναι η αρχή νέων μαχών που οδηγούν σε νίκες.
Στην Ελλάδα συνηθίζουμε να γιορτάζουμε τις ήττες μας ως έθνους ως νίκες. Ας μην μπω σε λεπτομέρειες πάνω σε αυτό. Αλλά τί είναι ήττα;
Η μη επιτυχημένη έκβαση ενός γεγονότος συνιστά ήττα; Μάλλον κατά το λεξικό, ωστόσο η ανεπιτυχής έκβαση ενός σχεδίου, εάν υπήρξε τέτοιο, είναι ήττα ή μία ευκαιρία για αναδιάρθρωση του σχεδίου και εκ νέου σχεδίασή του;
Είμαστε ένας λαός που αρέσκεται να σκέφτεται με δίπολα. Όλα είναι άσπρο ή μαύρο, θετικό ή αρνητικό, καλό ή κακό. Επομένως βιώνουμε συναισθηματικά την απόλυτη χαρά ή την απόλυτη αποτυχία. Εκεί νομίζω πως είναι και το κλειδί.

"Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που μπορεί να υποφέρει με ηρεμία και την ανώτατη και την κατώτατη μοίρα". Σενέκας

Ποια είναι η ανώτατη ή η κατώτατη μοίρα, ορίζεται από το περιβάλλον, τις οικονομικοκοινωνικές περιστάσεις, την ιδεολογία, την αισθητική μας και άλλα. Η ηρεμία όμως είναι μία επιλογή που μπορεί να ταιριάξει σε κάθε εποχή, κατάσταση, περιβάλλον.

Ο Επίκουρος δίδασκε την αταραξία της ψυχής που θα οδηγούσε στην ευδαιμονία

«Όλες μας οι πράξεις αυτό έχουν σκοπό, να παραμερίσουν τον πόνο και την ταραχή. Όταν αυτό το καταφέρουμε, γαληνεύει η μπόρα της ψυχής, γιατί ο άνθρωπος δεν έχει πια να τρέξει και να κυνηγήσει κάτι που να συμπληρώσει την ευεξία της ψυχής και του κορμιού.»

Ο Αριστοτέλης μιλούσε για την μεσότητα που για τον κάθε άνθρωπο είναι διαφορετική.

"Αν κοιτάξωμε προς τα έργα των ανθρώπων, θα ονομάσωμε καλά εκείνα που τίποτε δεν τους λείπει, αλλά και τίποτε παρά πάνω δεν έχουν από ό,τι πρέπει. Κάθε έλλειψη και υπερβολή φθείρει· σώζει η μεσότητα. Το ίδιο συμβαίνει με τις πράξεις· είναι σωστές, όταν δεν τραβάνε στα άκρα, αλλά κρατιούνται στη μεσότητα"("Ηθ. Νικ." 1106 a 26).

Σιγά σιγά οδηγούμαι στην σκέψη ότι η κοσμοθέασή μας είναι αυτή που ορίζει τις ήττες και τις νίκες και κυρίως η θεώρηση της μιας ή της άλλης με τρόπο που να μην τις υπερτιμά ή να τις υποτιμά. Εδώ ο συλλογισμός μου με οδηγεί αναπόφευκτα στον τρόπο που γράφτηκε η ιστορία.

Η θετικιστική οπτική, που εκφράστηκε κυρίως από τον Ογκίστ Κοντ, αλλά και η μαρξιστική προσέγγιση της ιστορίας δεν βοήθησαν τον άνθρωπο να σκέφτεται το συμβάν ως ένα μέρος του όλου αλλά το αφαιρούσαν από τους πολλαπλούς παράγοντες που το περιέβαλλαν και την χωροχρονική του τοποθέτηση και κυρίως από την δυναμική του.

Σε έναν κόσμο που εξελίσσεται ραγδαία η ήττα είναι μία μικρή παρένθεση σε μια κοσμογονική αλλαγή προς το θετικό ή το αρνητικό το οποίο και αυτό με την σειρά του εντάσσεται σε μια άλλη παρένθεση και λοιπά. Είναι περίπου όπως η θεωρία των συνόλων και των υποσυνόλων των μαθηματικών.

Επομένως, η ήττα είναι μία στιγμή στον ρου της ανθρωπότητας και ο χρωματισμός της αποδίδεται από το υποκείμενο σύμφωνα με τον τρόπο αντίληψης της ζωής. Εάν η ζωή είναι ένα ποτάμι που ρέει τότε η ήττα δεν αλλάζει τον ρου του απλά τον διακόπτει όπως ένα μικρό ή μεγάλο εμπόδιο.

"Τα πάντα ρει και ουδέν μένει." Ηράκλειτος

Εάν το ποτάμι σταματούσε να κυλάει τότε δεν θα κάναμε λόγο για ήττα αλλά για τέλος και το τέλος έρχεται όταν ο σημερινός άνθρωπος συμπληρώνει την πρόταση με το ρήμα επικρατώ που σημαίνει επί του άλλου. Η απάντηση για εμένα βρίσκεται στο συμπορεύομαι. Αυτό όμως θέλει μια νέα κοσμοαντίληψη την οποία εύχομαι ως νίκη επί της συνολικής  ήττας μας.

Νότα Χρυσίνα

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Βασικές κατευθύνσεις που παίρνει ο ποιητικός λόγος από τα μέσα του 15ου μέχρι τα τέλη του 17 ου αιώνα

                                                             Claude Lorrain Gellé

της Νότας Χρυσίνα 

Ο ουμανισμός που ξεκίνησε στην Ιταλία εξαπλώνεται από τα μέσα του 15ου αιώνα μέχρι και τις αρχές του 17ου αιώνα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.[1]Συνεχίζεται η συγγραφή επών και έμμετρων ιπποτικών μυθιστοριών σε παραλλαγές των παραδοσιακών θεμάτων και έργα που παρωδούν τα μεσαιωνικά πρότυπα όπως  ο «Μαινόμενος Ορλάνδος» του Αριόστο.[2] Ο δημιουργός είναι επώνυμος και το δημιούργημα πρέπει να είναι πρωτότυπο. Οι ποιητές μιμούνται το πετραρχικό σονέτο και υμνούν τον  εξιδανικευμένο έρωτα ενώ στον αντίποδα στη Γαλλία καλλιεργείται από τον Βιγιόν η μπαλάντα με ρεαλιστικό περιεχόμενο.[3]
Στα τέλη του 16ου έως τα τέλη του 17ου αιώνα επικρατεί το ύφος «μπαρόκ» που τα χαρακτηριστικά του είναι η προσήλωση στην ατμόσφαιρα υποβλητικού μυστηρίου με στοιχεία θεατρικότητας, η έμφαση στο παράδοξο, η σύζευξη τραγικού και κωμικού, οι εναλλαγές ύφους, η χρήση εντυπωσιακών σχημάτων λόγου και η πολυπρισματική λογοτεχνική αναπαράσταση. Στα μέσα του 16ου μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα επικρατούν οι εθνικές γλώσσες με την υποστήριξη της κρατικής εξουσίας και των πολιτικών θεσμών.[4]
Από τα μέσα του 17ου αιώνα επικρατεί, κυρίως στην Γαλλία, ο κλασικισμός. Κύρια χαρακτηριστικά του η αναζήτηση σταθερών κανόνων που αντιστοιχούν σε γενικούς νόμους της φύσης, η μίμηση της αρμονίας και τάξης, η διαυγής αναπαράσταση της πραγματικότητας και ο αυστηρός διαχωρισμός των ειδών. Κύριος εκπρόσωπος ο Μπουαλώ.
«Γενικό γνώρισμα τη επικής ποίησης είναι η συνεχιζόμενη και εντεινόμενη σύζευξη θεμάτων της, σχετικά πρόσφατης, εκκλησιαστικής και πολιτικής ιστορίας, με στοιχεία της κλασικής μυθολογίας αλλά και με τη θεματική του έρωτα. Τα όρια μεταξύ του έπους και της έμμετρης μυθιστορίας είναι πλέον πολύ ασαφή».[5] Βασικοί εκπρόσωποι είναι ο Ιταλός Τορκουάτο Τάσσο με το έπος «ΑπελευθερωμένηΙερουσαλήμ», ο Πορτογάλος Καμόενς με το έργο «Λουσιάδες», ο Άγγλος Σπένσερ    «Η βασίλισσα των στοιχειών» και άλλοι λογοτέχνες που γράφουν στην εθνική τους γλώσσα.
Τον 17ο αιώνα κυριαρχεί η αφηγηματική ποίηση με κύριους εκπροσώπους τον Άγγλο Μίλτον  και το θρησκευτικό έπος του «ΧαμένοςΠαράδεισος», ο Ολλανδός  Βόντελ, ο Κροάτης Γκούντουλιτς με το επικό ποίημα «Οσμάν» και στην ενετοκρατούμενη Κρήτη ο Βιτσέντζος Κορνάρος με το έργο του «Ερωτόκριτος».[6]
 «Η λυρική ποίηση, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη σατιρική,  αρχίζει να αποκτά κύρος και προβολή ισάξια με εκείνη της επικής, αλλά και να χειρίζεται τον ποιητικό λόγο και τα ρητορικά του σχήματα με τρόπο που απομακρύνεται αισθητά τόσο, από την αφηγηματική ποίηση, όσο και από την πετραρχική παράδοση».[7] «Η θεματική διευρύνεται  και αναζητούνται νέες στιχουργικές μορφές και καινοτόμα σχήματα λόγου προσιδιάζουν στην παράδοση κάθε εθνικής γλώσσας». [8]
«Η ποίηση έως το τέλος του 16ου αιώνα βρίσκεται υπό την επήρεια του Πετράρχη».
Ωστόσο, στην Γαλλία το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα δημιουργείται η ομάδα των επτά ποιητών «Πλειάς» με εκπροσώπους τον Ντυ Μπελαί και τον Ρονσάρ.  Καλλιεργούν το σονέτο με ποικιλία θεμάτων και ύφους και επαναφέρουν τον αλεξανδρινό στίχο.[9]
Στην Αγγλία κυριαρχεί το σονέτο σε ιαμβικό πεντάμετρο με εκπροσώπους τον Σίντνεϋ, τον Σπένσερ και τον Σαίξπηρ που δημιούργησε δικό του πρότυπο.[10]
Στην Ουγγαρία και την Πολωνία πρωτοστατούν ο Μπώλωσι και ο Κοχανόφσκι αντίστοιχα αλλά και στην Κύπρο τα «Ερωτικά ποιήματα» που συνεχίζουν το πετραρχικό ιδίωμα.[11]
Τον 17ο αιώνα υπάρχει ένταση ανάμεσα στα πρότυπα της κλασικής παράδοσης και το ύφος μπαρόκ.[12]  
Υπάρχουν δυο κυρίαρχες τάσεις στην αφηγηματική και την λυρική ποίηση ο μανιερισμός και το μπουρλέσκο. Η γραφή στον μανιερισμό κάνει χρήση περίτεχνων σχημάτων του λόγου, επιδιώκει την απόλυτη κομψότητα ύφους ενώ η γραφή στο μπουρλέσκο στηρίζεται στην παρωδία και στρέφει την προσοχή στις μορφές λογοτεχνικής αναπαράστασης όπως και το μπαρόκ.[13]
Στις αρχές και τα μέσα του 17ου αιώνα μια ομάδα ποιητών κάνουν κυρίαρχο στοιχείο της ποίησής τους τα προκλητικά σχήματα λόγου και τη σύζευξη λυρικού συναισθήματος και έλλογου στοχασμού. Ονομάζονται «μεταφυσικοί ποιητές» και οι κυριότεροι εκπρόσωποι είναι ο Τζον Ντον και ο Άντριου Μάρβελ.[14]





[1] [1] Βάρσος, Γιώργος, Ιστορία της Ευρωπαïκής Λογοτεχνίας. Ιστορία της Ευρωπαïκής Λογοτεχνίας από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, τόμος Α, εκδ. Ε.Α. Π., 2η έκδοση, Πάτρα 2008, σελ.158.
[2]  Στο ίδιο, σελ. 184.
[3] Ό.π., σελ. 198.
[4] Ό.π., σελ. 240.
[5] Ό.π., σελ. 271.
[6] Ό.π., σσ. 272-273.
[7] Ό.π., σελ. 271.
[8] Ό.π., σελ. 273.
[9] Ό.π., σελ. 274.
[10] Ό.π., σελ. 274.
[11] Ό.π., σελ. 275.
[12] Ό.π., σελ. 273.
[13] Ό.π., σελ. 276.
[14] Ό.π., σσ. 284-285.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Η ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.– Η ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΙΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑΣ

Μικρογραφία χειρογράφου των αρχών του 9ου αι. Εικονίζει το Θεοδόσιο Β' ανάμεσα σε επισκόπους και ιερείς της Γ' Οικουμενικής συνόδου. (Vercelli, Βιβλιοθήκη Αρχιεπισκοπής)

της Νότας Χρυσίνα

Μετά την Δ οικουμενική σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), στην οποία καταδικάστηκαν ο μονοφυσιτισμός και ο νεστοριανισμός, οι ανατολικές περιφέρειες (Συρία, Αίγυπτος) άρχισαν να προβάλλουν διαθέσεις αποσκίρτησης από την κηδεμονία της  κεντρικής βυζαντινής εξουσίας, έτσι η τελευταία έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να αποκαταστήσει τη θρησκευτική ενότητα. Ο Ζήνων το 482 δημοσίευσε σε συνεννόηση με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ακάκιο το λεγόμενο Ενωτικόν, το οποίο αποσιωπά τα περί φύσεως του Χριστού και προσπαθεί να ικανοποιήσει και τις δύο πλευρές. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν τρεις εκκλησιαστικές παρατάξεις: οι διφυσίτες, οι μονοφυσίτες και οι οπαδοί του Ενωτικού. Σθεναρός πολέμιος του Ενωτικού ήταν και ο πάπας Φήλιξ σε σημείο ώστε από την αντιπαράθεση Ρώμης και Κωνσταντινούπολης να προκύψει ένα πρώτο σχίσμα που διάρκεσε πάνω από τριάντα χρόνια (484- 518). Η ρίζα αυτής της διαμάχης είχε αφετηρία την Δ οικουμενική σύνοδο. Ο 28 κανόνας της αναγνώριζε την πλήρη ισοτιμία ανάμεσα στους επισκόπους της Νέας και της Πρεσβυτέρας Ρώμης. Αυτό στάθηκε η τυπική αφετηρία του ανταγωνισμού μεταξύ των δύο εκκλησιαστικών κέντρων.[1]
Το φράγμα της γλώσσας, οι πολιτικές προστριβές και οι λειτουργικές διαφορές, που κατά καιρούς είχαν συντείνει στην αποξένωση της ελληνικής Ανατολής από τη λατινική Δύση,  έλαβαν τη μορφή σχίσματος τα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος της εικονομαχίας 843. Η καθαίρεση του πατριάρχη Ιγνατίου και η ανάρρηση του λαϊκού Φωτίου, υπερασπιστή των παραδόσεων της ανατολικής Εκκλησίας και εμπνευστή της εξάπλωσης της πολιτισμικής της επιρροής στον σλαβικό κόσμο, στον πατριαρχικό θρόνο καλλιέργησε την αντιπαλότητα μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ρώμης. Η κρίση έλαβε περαιτέρω διαστάσεις με τη διεκδίκηση της νεοσύστατης βουλγαρικής Εκκλησίας από τον Πάπα. Ο Φώτιος συγκάλεσε σύνοδο με την οποία καταδικάστηκε η ρωμαϊκή διδασκαλία για την και εκ του Υιού (Filioque)  εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Η καταδίκη της Ρώμης ονομάστηκε Φωτίειο Σχίσμα.[2]
Αντικείμενα του οριστικού σχίσματος αποτέλεσαν τόσο το ζήτημα του filioque όσο και η διαφορετική αντιμετώπιση ορισμένων ζητημάτων της εκκλησιαστικής ζωής. Τέτοια ήταν η ρωμαϊκή νηστεία του Σαββάτου, ο γάμος των ορθοδόξων ιερέων, η χρήση του ενζύμου άρτου στη Θεία Ευχαριστία από τη βυζαντινή εκκλησία και του άζυμου από τη δυτική.  Οι διαφορές εντάθηκαν όταν στον πατριαρχικό και στον παπικό θρόνο βρίσκονταν αντίστοιχα ο Μιχαήλ Κηρουλλάριος και ο Λέων ο Θ (1049-1054). Οι παπικοί αντιπρόσωποι, ενθαρρυμένοι από την αρνητική στάση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ Μονομάχου, κατέθεσαν αφορισμό κατά του Κηρουλλάριου στην Αγία Σοφία το 1054. Με την υποστήριξη κλήρου και λαού θα ανταποδοθεί ο αφορισμός κατά του πάπα σε σύνοδο που οργάνωσε ο Μηχαήλ Κηρουλλάριος στην Κωνσταντινούπολη. Τους επόμενους αιώνες (12ος- 15ος) η μόνιμη παρουσία των Δυτικών (Βενετών ή σταυροφόρων) ως αντιπάλων ή κατακτητών στον βυζαντινό χώρο θα διευρύνει το ρήγμα που είχε επιφέρει ο εκατέρωθεν αφορισμός του 1054.[3]
Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (1261-1453) η μόνιμη διαμάχη ήταν η επανένωση ή όχι με τη λατινική πλευρά. Η φιλενωτική πλευρά περιλάμβανε μερίδα λογίων καθώς και τους αυτοκράτορες Παλαιολόγους, ενώ η ανθενωτική πλευρά την πλειοψηφία του κλήρου και του λαού. Η σύνοδος της Λυών 1274 και η σύνοδος της Φεράρρας – Φλωρεντίας (1438/1439) ήταν δύο σοβαρές προσπάθειες ένωσης των εκκλησιών που είχαν πρόσκαιρα αποτελέσματα.
Η θεολογική αντιπαράθεση ανατολικής και δυτικής εκκλησίας αποτελεί μια από τις παραμέτρους της ησυχαστικής έριδας. Η ησυχαστική θεωρία δίχασε τη βυζαντινή Εκκλησία τον 14ο αιώνα. Αντιπροσωπεύει την παράδοση των μοναχών της Ανατολής, που απέκλειαν κάθε κοσμική φροντίδα και απέβλεπαν στην ένωση και θέα του Θεού. Ο πόλεμος κατά του ησυχασμού πυροδοτήθηκε από τον δυτικό λόγιο μοναχό Βαρλαάμ Καλαβρό που κατήγγειλε τον μυστικισμό των αγιορειτών μοναχών ως έκφραση δεισιδαιμονίας. Ο Γρηγόριος Παλαμάς τον αντιμετώπισε με το κήρυγμά του με το οποίο υποστήριζε τη δυνατότητα του ανθρώπου να υπερκεράσει την απόσταση με το θείο και να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο υπερβατικό και το εγκόσμιο. 
Ο χριστιανισμός και παγανισμός συνδιαλέγονται και συγκρούονται κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο.
Παρά τη μοιραία εκτόπιση από το χριστιανισμό τον 4ο αιώνα και τις διώξεις των οπαδών τους, οι πολυποίκιλες εκφάνσεις της ελληνορωμαϊκής θρησκείας συνέχισαν να έχουν οπαδούς. Μετά την κατάργηση της Πλατωνικής Ακαδημίας των Αθηνών από τον Ιουστινιανό το 529, ο Ιωάννης επίσκοπος Εφέσου, αναφέρει πως συνάντησε  χιλιάδες ειδωλολάτρες στην περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας και τους προσηλύτισε στον χριστιανισμό. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η λατρεία των αρχαίων θεών δεν είχε εξαφανιστεί στην Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και τη Συρία.[4]
Όσον αφορά τη λατρεία υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν λατρευτική συνέχεια. Παράδειγμα η εγκοίμιση ( ο πιστός κοιμόταν κοντά στο ναό προσδοκώντας το θαύμα) ίσχυε ως θεραπευτικό μέσο τόσο στην αρχαιότητα όσο και μετά την επικράτηση του χριστιανισμού.
Μέχρι τον 7ο αιώνα επικράτησε μια παράξενη συμβίωση χριστιανικών και εθνικών εορτών, από την οποία προέκυψαν ορισμένες επιβιώσεις. Κάτι ανάλογο συνέβη και με πολλά ειδωλολατρικά έθιμα, τα οποία, παρά την απόρριψη με την οποία τα αντιμετώπισε η Εκκλησία και οι επιφανείς εκπρόσωποί της, δεν έπαψαν να αποτελούν βίωμα των απλών ανθρώπων του Μεσαίωνα. Όμως, πολλά από τα έθιμα που οι χριστιανοί θεωρούσαν “ελληνικά” δεν είχαν σχέση με τις λατρευτικές εκδηλώσεις της αρχαίας θρησκείας. Παράδειγμα θέατρα, παντομίμα, αγώνες με ζώα. Όσοι χριστιανοί συνέχιζαν να τηρούν αυτά τα ήθη χαρακτηρίζονταν ελληνίζοντες. [5]
Τις εορτές και τα έθιμα αυτά τα καταδίκασαν με αποφάσεις τους οι εκκλησιαστικές σύνοδοι και κείμενα χριστιανών συγγραφέων.
Ο Ιωάννης Δαμασκηνός (8ος αιώνας) στο έργο του “περί αιρέσεων” αναφέρεται στα έθιμα και όσους τα τηρούν τους αποκαλεί εθνόφρονες. Αυτοί που ακολουθούν τις συνήθειες των εθνικών παραδέχονται τη τύχη και τη μοίρα, την αστρονομία και την αστρολογία, τη μαντεία και την ορνιθοσκοπία, ερμηνεύουν οιωνούς και τελούν θυσίες εξιλασμού και εξορκισμούς.
Τα έθιμα που είχαν επιβιώσει μέχρι τα χρόνια του Δαμασκηνού εκδηλώνονταν ως α) πρόβλεψη του μέλλοντος (μαντεία, ωροσκόπια, αστρονομία, αστρολογία, ορνιθοσκοπία), β) μαγικές πρακτικές για την αποτροπή του κακού (θυσίες εξιλασμού, εξορκισμοί), γ) ενεργός συμμετοχή σε ειδωλολατρικές εορτές.
Λίγες δεκαετίες πριν από τα χρόνια που κατέγραψε τα παραπάνω ο Ιωάννης Δαμασκηνός  εθνικές εορτές και ειδωλολατρικές πρακτικές καταδικάστηκαν σε πολλούς από τους 102 κανόνες της Πενθέκτης ή “εν Τρούλλω συνόδου” (691/2). Το γεγονός ότι οι κανόνες εμφανίζονται και σε προγενέστερες συνόδους δείχνει ότι η μάζα των πιστών δεν ενδιαφερόταν πολύ για την τήρησή τους. Το επιθετικό ύφος με το οποίο έχουν διατυπωθεί μας επιτρέπει να υποθέσουμε την αγωνία της Εκκλησίας για την εξάλειψή τους.
Οι περισσότερες “ειδωλολατρικές” εορτές που αναφέρονται στις διατάξεις της Πενθέκτης είχαν κατά βάση ρωμαϊκή καταγωγή, προέρχονταν δηλαδή από το ρωμαϊκό εορτολόγιο. Παράδειγμα οι Καλένδες, τα Βότα, τα Βρουμάλια, τα Ροζάλια.[6]
Πράγματα “ξένα προς τον βίο των χριστιανών” θεωρήθηκαν από την “εν Τρούλλω” σύνοδο και διάφορα “αρχαία ήθη” όπως η καταφυγή σε μάντεις και αστρολόγους, τα άλματα πάνω από φωτιές κατά τις νουμηνίες (πρώτη του μηνός) και η συμμετοχή σε θεατρικά παιχνίδια.
Παρά την καταδίκη των παγανιστικών εορτών από τις εκκλησιαστικές συνόδους δεν εξαφανίστηκαν ούτε και τα χρόνια που επαλείφθηκε η εθνική θρησκεία. Η πίστη σε ειδωλολατρικές πρακτικές όπως η μαντεία και η αστρολογία κατέστη αδύνατο να εκλείψουν από τη ζωή των Βυζαντινών.





ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες επενέβαιναν στα ζητήματα της εκκλησίας καθώς διόριζαν πατριάρχες και προήδρευαν στις περισσότερες οικουμενικές συνόδους. Ο Μ. Κωνσταντίνος συγκάλεσε την Α οικουμενική σύνοδο το 325 και με την ενέργειά του αυτή καθιερώνει την ανάμιξη της κοσμικής εξουσίας στα θέματα της Εκκλησίας. Στην Α οικουμενική σύνοδο διατυπώθηκε το ορθόδοξο δόγμα το οποίο    ολοκληρώθηκε στην Β οικουμενική σύνοδο το 381 την οποία συγκάλεσε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος.
Οι ειδωλολατρικές παραδόσεις καταδικάστηκαν στην Πενθέκτη ή εν Τρούλλω σύνοδο την οποία συγκάλεσε το 691/2 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Β.
Εκτός από τις δογματικές έριδες ένα σοβαρό ζήτημα που απασχόλησε την Εκκλησία ήταν η  εικονομαχία. Δημιουργήθηκε από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες και έληξε με την αναστήλωση των εικόνων το 843.
Η ανατολική και η δυτική Εκκλησία μέσα από τον ανταγωνισμό για την επιρροή των νέων εκκλησιών αλλά και της πρωτοκαθεδρείας οδηγήθηκαν στο οριστικό σχίσμα του 1054.



[1]    Ό.π., σελ. 215
[2]    Ό.π., σελ. 219
[3]    Ό.π., σελ. 220
[4]    Ό.π., σελ. 256
[5]    Ό.π., σελ. 260
[6]    Ό.π., σελ. 261

Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΟΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ– ΤΟ ΟΡΘΟ ΔΟΓΜΑ

Μικρογραφία χειρογράφου από το Χρονικό του Ιω. Σκυλίτζη (13ος-14ος αι.), που εικονίζει τη στέψη του αυτοκράτορα από τον πατριάρχη. Πρόκειται για την τελετή της αναγορεύσεως που καθιερώθηκε από τα μέσα του 5ου αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη





της Νότας Χρυσίνα

Ο 4ος αιώνας σηματοδότησε για τη χριστιανική Εκκλησία τον ουσιαστικό της θρίαμβο, καθώς η χριστιανική θρησκεία έγινε νόμιμη και λίγο αργότερα η επίσημη θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους.
Ο Μ. Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος συναντήθηκαν το 313 στα Μεδιόλανα και υπόγραψαν  το διάταγμα των Μεδιολάνων με το οποίο συνεχίστηκε η πολιτική της ανεξιθρησκίας, πολιτική που είχε ακολουθήσει ο Γαλέριος, ο οποίος είχε αναγνωρίσει στους χριστιανούς, με διάταγμά του το 311, το δικαίωμα της λατρείας.
Ο Μ. Κωνσταντίνος, χωρίς να αποποιηθεί τον τίτλο του pontifex maximus, του ανώτερου ηγέτη της αρχαίας θρησκείας, έδειξε με διάφορα μέτρα εύνοια στον χριστιανισμό. Οικοδόμησε χριστιανικούς ναούς, παραχώρησε δικαστικά και άλλα προνόμια στους επισκόπους, υποστήριξε τους χριστιανούς που ζούσαν εκτός ρωμαϊκών συνόρων. Μετά τη θεμελίωση της νέας πρωτεύουσας της Κωνσταντινούπολης το 324, αναμίχθηκε ενεργά στα πράγματα της Εκκλησίας και συγκάλεσε το 325 την Α οικουμενική σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας. [1]
Αυτή η εκατέρωθεν ανάμιξη σε ζητήματα εκκλησιαστικά ή πολιτικά είναι φυσικό να συνοδεύεται και από την εμφάνιση μεγάλων προβλημάτων στους κόλπους της ρωμαϊκής κοινωνίας. Η έννοια της αίρεσης έλαβε συχνά και πολιτικές διαστάσεις σε σημείο να διώκονται πολιτικά  άνθρωποι τους οποίους θεώρησε η επίσημη Εκκλησία ως αιρετικούς. Το φαινόμενο της ανάμιξης της κοσμικής εξουσίας στα εκκλησιαστικά πράγματα είναι γνωστό ως καισαροπαπισμός.
Το ζήτημα που απασχόλησε την Εκκλησία και την κοσμική εξουσία ήταν οι έριδες γύρω από το δόγμα, την αλήθεια, δηλαδή μιας αντίληψης όσον αφορά τη φύση ενός από τα πρόσωπα της Τριάδας( Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα) ή τη σχέση μεταξύ τους. Από τον 4ο αιώνα οι δογματικές έριδες απασχόλησαν τον Κωνσταντίνο και στη συνέχεια δεν άφησαν αδιάφορο κανένα Ρωμαίο αυτοκράτορα. Η ανώτατη κοσμική αρχή αναμιγνύεται στα της Εκκλησίας προκειμένου να εξομαλύνει την κρίση, είναι σπάνιες, ωστόσο, οι φορές που κατορθώνει κάτι καλύτερο από τη γενίκευση και τη διαιώνισή της.[2]
Οι έριδες αντιμετωπίστηκαν από την Εκκλησία κυρίως με τη σύγκληση από τον αυτοκράτορα οικουμενικών συνόδων. Ένα συνέδριο εκκλησιαστικών εκπροσώπων από όλες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας που συνέρχονται μετά από πρόταση του αυτοκράτορα. Η σύνοδος λειτουργεί όπως ένα δικαστήριο που επιλύει αστικές διαφορές. Κάθε ενδιαφερόμενος προσκομίζει τα τεκμήρια της αλήθειας του, συνήθως κείμενα της Αγίας Γραφής ή των χριστιανών Πατέρων.[3]
 Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος συγκάλεσε την Α οικουμενική σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 με αφορμή τη θεολογική διαμάχη που είχε ξεσπάσει μεταξύ του επισκόπου Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και τον πρεσβύτερο Άρειο ο οποίος υποστήριζε ότι ο Υιός του Θεού  δεν είναι ίσος με τον Πατέρα, αλλά κτίσμα του, δημιούργημά του. Η σύνοδος καταδίκασε την αρειανή διδασκαλία και διακήρυξε το δόγμα του ομοουσίου μεταξύ Πατρός και Υιού, που διατυπώθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως. Ο αρειανισμός ήταν η πρώτη τριαδολογική αίρεση που απασχόλησε την Εκκλησία.
Στη Β οικουμενική σύνοδο καταδικάστηκαν οι απόψεις του Μακεδόνιου που κήρυττε ότι το Άγιο Πνεύμα ήταν και αυτό κτίσμα του Πατρός. Η σύνοδος συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 381 ύστερα από πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α (379-395). Η διατύπωση του δόγματος ήταν (...τον εκ του Πατρός γεννηθέντα...) και για το Άγιο Πνεύμα (...το εκ του Πατρός εκπορευόμενον).
Τα δογματικά ερωτήματα που ταλανίζουν την ανατολική Εκκλησία τον 5ο αιώνα αφορούν τη σχέση θείας και ανθρώπινης φύσης του Χριστού. Η Γ οικουμενική σύνοδος πραγματοποιήθηκε στην Έφεσο το 431 και καταδίκασε τα κηρύγματα των Νεστοριανών ότι η Μαρία δεν ήταν θεοτόκος αλλά χριστοτόκος.
Οι αντίπαλοι των Νεστοριανών στην Αλεξάνδρεια υποστήριξαν μια νέα διδασκαλία που διακήρυσσε πως οι δύο φύσεις του Χριστού συνενώθηκαν μετά την ενσάρκωση  σε μία, τη θεία. Ο μονοφυσιτισμός καταδικάστηκε στην Δ οικουμενική σύνοδο στη Χαλκηδόνα την οποία συγκάλεσε το 451 ο αυτοκράτορας Μαρκιανός (450-457). Εκεί διατυπώθηκε το δόγμα των δύο τέλειων, αδιαίρετων και ασύγχυτων φύσεων του Χριστού.[4]
Με την Ε οικουμενική σύνοδο, που έλαβε χώρα στη Κωνσταντινούπολη το 553, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός προχώρησε στην καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων δηλαδή των ύποπτων για νεστοριανισμό συγγραμμάτων του Θεοδώρου Μοψουεστίας και των κειμένων του Θεοδωρήτου επισκόπου Κύρου και του Ίβα Εδέσσης που στρέφονταν κατά του Κυρίλλου Αλεξανδρείας.
Η θρησκευτική κρίση του 7ου αιώνα με τον μονοθελητισμό (ένα θέλημα του Χριστού) ο οποίος  καταδικάστηκε στην Στ οικουμενική σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (680/681) και κήρυξε ως ορθόδοξο το δόγμα των δύο θελήσεων και ενεργειών του Χριστού. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ (668-685) παρευρέθηκε στις περισσότερες από τις 17 συνεδρίες της συνόδου.
Μια νέα σύνοδο συγκάλεσε ο Ιουστινιανός Β (685-695, 705- 711) το 691/2 τη λεγόμενη Πενθέκτη. Η σύνοδος έλαβε χώρα στη θολωτή αίθουσα του μεγάλου αυτοκρατορικού Παλατίου και έγινε γνωστή ως η εν Τρούλλω σύνοδος, συμπλήρωσε τους δογματικούς όρους της Ε και της Στ συνόδου. Οι 102 κανόνες της ρυθμίζουν διάφορα ζητήματα εκκλησιαστικής τάξης και καταδικάζονται μία σειρά από ειδωλολατρικά έθιμα που είχαν επιβιώσει μέχρι τα χρόνια εκείνα.[5]
Η Ζ οικουμενική σύνοδος διεξήχθη στη Νίκαια της Βιθυνίας (787) και σηματοδοτεί την επίσημη απόρριψη της εικονομαχίας. Η σύνοδος έγινε με  πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας συζύγου του Λέοντα Δ (775-780). Η σύνοδος υπογράμμισε την αρχή ότι η προσκύνηση δεν αναφέρεται στην εικόνα αυτή καθαυτή, αλλά στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν σχετίζεται με τη λατρεία που αποδίδεται αποκλειστικά στον Θεό. Η Ζ οικουμενική σύνοδος είναι η τελευταία που αναγνωρίζει η ανατολική Εκκλησία.[6]
Η δεύτερη εικονομαχία έληξε με τον θάνατο του αυτοκράτορα Θεόφιλου. Η αποκατάσταση των εικόνων έγινε το 843 με ενέργειες της αυτοκράτειρας Θεοδώρας και του πατριάρχη Μεθόδιου. Η πολιτεία απέτυχε να υποτάξει την Εκκλησία, η οποία διατύπωσε το Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, στο οποίο μνημονεύει τους νικητές της πίστης και καταδικάζει τους αιρετικούς.




[1]    Σ. Ευθυμιάδης, Α. Κυρκίνη- Κούτουλα, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα,  Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι: Από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά Χρόνια, Τόμος Β,  εκδ.  Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2001,σελ. 209.
[2]    Στο ίδιο,  σελ. 210
[3]    Ό.π., σελ. 211-212
[4]    Ό.π., σελ. 215
[5]    Ό.π., σελ. 216-217
[6] Ό.π., σελ. 218