Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Ο ανατρεπτικός αναβάτης του "στίλβοντος ποδηλάτου" της ποίησης

Αναδημοσίευση:


ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ 

                                                                               1901- 1975

Ο  αιωνίως φιλοπαίγμων αναβάτης  του «στίλβοντος ποδηλάτου της ποίησης»   πορευόμενος  στο «ταξίδι των ιστών, στο ταξίδι των αρμάτων»
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ανανέωσε τον ελληνικό ποιητικό λόγο , εισηγούμενος τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα  και συνδέοντάς  τον  αναπόσπαστα  με την ψυχανάλυση

Η ΖΩΗ ΤΟΥ

μέσα από τη ματιά του Λεωνίδα Εμπειρίκου, γιού του ποιητή και του  Μίλτου Σαχτούρη :

«Ήταν άνθρωπος καλλιεργημένος, είχε σπουδάσει φιλοσοφία στην Αγγλία και έγινε ο πρώτος ψυχαναλυτής στην Ελλάδα – είχε αποφασίσει μάλιστα να γίνει ψυχαναλυτής από το 1930 περίπου, όπως φαίνεται και από ένα γράμμα προς τη μητέρα του, πριν εκδόσει το πρώτο του ποιητικό βιβλίο το 1935. Ο ίδιος έκανε διδακτική ψυχανάλυση, αφού πρώτα τελείωσε την προσωπική του ψυχανάλυση, με τον Ρενέ Λαφόργκ, ο οποίος ήταν ένας από τους ιδρυτές της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρίας των Παρισίων.[…] Ήταν ένας ήπιος και καλός μπαμπάς. Είχε μια πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη και εγώ έπαιζα με τα βιβλία του. Τα έκανα κάστρα και δεν με μάλωνε γι’αυτό, παρόλο που του κατέστρεφα πολλά.

   Από σχετικά μικρή ηλικία ήξερα ότι ήταν ψυχαναλυτής και ποιητής. Αλλά δεν μιλούσε πολύ για τον εαυτό του και δεν τον ενδιέφερε να δείχνει την ευρυμάθειά του. Οπότε μεγαλώνοντας εγώ, όταν είχα πλέον τη συγκρότηση και τις γνώσεις, τον ρωτούσα πράγματα για πνευματικά ζητήματα, πέρα από τα βιβλία που έβλεπα. Για την ψυχανάλυση και τον υπερρεαλισμό, για τον Μπρετόν και τη σχέση του με τους άλλους υπερρεαλιστές. Και φυσικά γνώριζα τους φίλους του που πριν τη δικτατορία έρχονταν σπίτι. Από το 1967 και έπειτα έπεσε σε κατάθλιψη. Είχε τάση από πριν, αλλά με τη χούντα εντάθηκε. Σε μεγαλύτερη κατάθλιψη οδηγήθηκε γιατί πολλοί από τους πιο στενούς φίλους των γονιών μου της παιδικής μου ηλικίας, ή έφυγαν στο εξωτερικό ή πέθαναν και έτσι έχασε τον κύκλο του. Ο Νάνος Βαλαωρίτης έφυγε στο εξωτερικό, ο Γιώργος Μακρής αυτοκτόνησε, ο Τσαρούχης έφυγε στη Γαλλία, ο Ελύτης στη Γαλλία. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να φύγει γιατί πίστευε ότι αν δεν διώκεσαι στη χώρα σου δεν φεύγεις. Δεν ήθελε να με σταματήσει και από το σχολείο μου εδώ. Οπότε δεν φύγαμε. […]


        Έγραφε ποιήματα παλαμικά, κλασικού τύπου από πολύ νέος. Και διάβαζε πάρα πολλή ποίηση ελληνική, αγγλική, γαλλική, ρωσική, δηλαδή στις γλώσσες που ήξερε καλά.  Έγραφε στη δημοτική και μάλιστα στη “μαλλιαρή” δημοτική γιατί ήταν μαθητής του Ψυχάρη.  Υπήρξε και μεγάλος θαυμαστής του Παλαμά.  Μάλιστα τον είχε επισκεφθεί μία, δύο, ίσως και περισσότερες φορές.[…]


     Ο πατέρας μου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ψυχανάλυση το 1951 μετά από απειλή της αστυνομίας. Οι απειλές ήταν προφορικές, αφού δεν υπάρχει κανένα γραπτό εύρημα στην αστυνομία, καμία καταγραφή που να τις αποδεικνύει. Ήταν προσωπική απειλή που εκπορευόταν πιθανότατα, είτε από τον ιατρικό σύλλογο, είτε από κάποια ομάδα πίεσης που αντιστεκόταν στην εισαγωγή της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα. Ο ίδιος έπρεπε να σταματήσει να λειτουργεί το γραφείο του, αφού ζήτησε έξι μήνες για τον απογαλακτισμό των ασθενών."




Μίλτος Σαχτούρης

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον Πόρο ( από τη συλλογή Εκτοπλάσματα)

Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος

στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
― Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
― Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.

Μανιώδης καπνιστής· σε όλες σχεδόν τις φωτογραφίες του απεικονίζεται με ένα τσιγάρο στο χέρι. Μια κακή συνήθεια που του κόστισε τη ζωή του , αφού πέθανε  στις 3 Αυγούστου του 1975 από γενικευμένο καρκίνο των πνευμόνων

 ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Στις 25 Ιανουαρίου 1935 ο Εμπειρίκος έδωσε την περίφημη διάλεξή του για την υπερρεαλισμό, την ιδρυτική διακήρυξη,  στη Λέσχη Καλλιτεχνών , μπροστά σε 200 περίπου ανθρώπους που πήγαν να τον ακούσουν. Μίλησε για «την έκρηξη της  Σουρρεαλιστικής βόμβας στο Παρίσι , σε μια εποχή που βασίλευαν οι λογής- λογής ακαδημαϊσμοί , σε μια εποχή που μαράζωνε ο ποιητής  μέσα στα κοινωνικά και ακαδημαϊκά κάτεργα  των ποικιλώνυμων βερμπαλισμών και φορμαλισμών, κάτω από τον ζυγό διάφορων ηθικών και αισθητικών κανόνων απαράβατων» […] «Ολίγοι νέοι αναπέτασαν τη σημαία της ανταρσίας[…] Όταν πρωτοδιαβάσει κάποιος μη προειδοποιημένος, κάποιος που δε γνωρίζει καθόλου τι είναι Σουρρεαλισμός ένα ποίημα αυτού του είδους, μπορεί να σκεφθεί πως ο ποιητής είναι τρελλός ή πως θέλει να κοροϊδέψει τον κόσμο. Όταν όμως μυηθεί και κατανοήσει το περιεχόμενο της θεωρίας, μόλις περάσει το πρώτο ξάφνιασμα και διαλυθεί το παχύ λίπος με το οποίο καταντά να περισφίγγει την βαθύτερή μας ευαισθησία η συνεχής γαλούχησή μας από τις εκάστοτε επιβαλλόμενες σε μας πειθαρχίες, ο αναγνώστης θα δει πως είχε λάθος και θα του είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί πως τα ποιήματα αυτά γενικώς, ασκούν επάνω μας μια παράξενη, μια πρωτοφανή γοητεία – την γοητεία που μπορεί να ασκήσει μόνο το θαυμαστόν, το άγνωστο, ό,τι έρχεται από κάπου άλλου, ό,τι ξεπερνά τα στενά όρια της λογικής, ό,τι δεν περιέχεται μέσα στο πλαίσιο της συνείδησής μας.»

Το Μάρτη εκδίδεται η Υψικάμινος,  που περιείχε 63 πεζόμορφα ποιήματα, μικρής έκτασης  που χαρακτηρίζονταν  από την ιδιοτυπία της γλώσσας του Εμπειρίκου, με λόγιους τύπους και σχηματισμούς  .Η συλλογή έφερε μεγάλο θόρυβο στα ελληνικά γράμματα, τον οποίο διαδέχτηκε η πολεμική και ο λίβελλος : Ο Στράτης  Μυριβήλης έγραφε πως  η Υψικάμινος ήταν «ένα βιβλίο τέρψεως δια οικογενειακάς συναναστροφάς».Ο Κώστας Ουράνης μιλούσε για «περίτεχνη ασυναρτησία», ο Αχιλλέας  Κύρου «τους τρελλούς τους κλείνουν στα φρενοκομεία , δεν τους αφήνουν να οργανώνουν εκθέσεις και να εκδίδουν βιβλία»


Είμεθα όλοι  ε ν τ ό ς του μέλλοντός μας.

Όταν τραγουδάμε τραγουδάμε

εμπρός στους εκφραστικούς πίνακες των ζωγράφων

όταν σκύβουμε εμπρός στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως

όταν προσεταιριζόμεθα την ψιχάλα του ρίγους

είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας

γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε 
 δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι 

χωρίς το μέλλον του προορισμού μας

όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμη τίποτε

χωρίς την πυρκαγιά που κλείνει

μέσα στη στάχτη των ποδιών της.

Όσοι την είδαν δεν στάθηκαν να ενατενίσουν

ούτε τα συστρεφόμενα κηπάρια

ούτε την ευωχία των μαλλιών που λατρεύτηκαν

ούτε τα σουραύλια των εργαστηριακών μεταγγίσεων

από μια χώρα σε φλέβες κόλπου θερμού

προστατευομένου από τα εγκόσμια

 και τα μελτέμια της κυανής ανταύγειας 
 λιγυρών παρθένων.[…]


Η δεύτερη ποιητική συλλογή του, Ενδοχώρα, εκδόθηκε δέκα χρόνια αργότερα, αν και η έκδοσή της είχε αναγγελθεί από το 1937. Περιέχει 112 ποιήματα, γραμμένα την περίοδο 1934-7 και χαρακτηρίζεται από  σαφείς διαφορές σε σύγκριση με την Υψικάμινο,  κυρίως μορφικές :  έχουμε  «λογικότερη» χρήση της γλώσσας και θεματική  καθαρότητα. Στα ποιήματα της συλλογής συμπλέκεται ο υπερρεαλισμός με την ελληνική λαϊκή παράδοση.

Είναι μέσα στη φύσι των πραγμάτων σαν τα όνειρα

Που βλέπουμε με ανοιγμένα ή κλειστά τα μάτια μας
Μπροστά στη λίμνη που καθρεφτίζεται στα μάτια σου
Μπροστά στα μάτια σου που καθρεφτίζονται μεσ' στα 
δικά μου.

Οι πόθοι μας συναγελάζονται

Τα μαλλιά τους αναμιγνύονται
Τα στόματα τους φιλιούνται
Τα χέρια τους μας σφίγγουν
Κι η σφιγξ μας συνθλίβει επί του στήθους της
Στην στίλβουσα σιωπή του φάρου.




Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων

Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύμματα
Όπως δεν στέκουν κι οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.




Είναι τα βλέφαρα μου διάφανες αυλαίες

όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ


  Το 1960 τυπώθηκαν τα Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, το 1964-5 το πρώτο μεγάλο αφηγηματικό κείμενο του Εμπειρίκου, με τίτλο  Αργώ ή Πλους αεροστάτου.

Η ποιητική συλλογή Οκτάνα  εκδόθηκε μετά το θάνατό του , το  1997 . Αποτελείται από 31 πεζά κείμενα,  με λυρική ματιά, τα οποία καλύπτουν μία μεγάλη χρονική περίοδο, γραμμένα από το 1942 μέχρι το 1965. Εκφράζουν ένα φιλοσοφικό και κοσμικό σύστημα,  για τον έρωτα, τον θάνατο και το όραμα ενός νέου κόσμου.
           Στο κείμενο της συλλογής με τίτλο Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα (1965), ο Εμπειρίκος αναφέρεται στη δημιουργία μίας νέας πόλης που θα ονομαστεί Οκτάνα, συνοψίζοντας τις αρχές μιας «ερωτικής, φροϋδικής φιλοσοφίας, επικεντρωμένης στη σεξουαλική επιθυμία» και με προτεραιότητα στην καθαρά πνευματική λειτουργία της ποίησης. Η Οκτάνα έχει χαρακτηριστεί ως η υπέρτατη διακήρυξη τού Εμπειρίκου και οριακό πιστεύω του, ενώ όπως ο ίδιος ο Εμπειρίκος τονίζει, αποτελεί μια ουτοπική παγκόσμια πολιτεία «όχι πολιτικής μα ψυχικής ενότητος με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μίαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνη εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμό εκάστου[…]»

Οκτάνα, φίλοι μου, θα πη μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού, όπου το ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δύο κάνει.

Οκτάνα θα πη πυρ, κίνησις, ενέργεια, λόγος σπέρμα.

Οκτάνα θα πη έρως ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του.

Οκτάνα θα πη ανά πάσαν στιγμήν ποίησις, όμως όχι ως μέσον εκφράσεως μόνον, μα ακόμη ως λειτουργία του πνεύματος διηνεκής.

Οκτάνα θα πη η εντελέχεια εκείνη, που αυτό που είναι αδύνατον να γίνη αμέσως το κάνει εντέλει δυνατόν, ακόμη και την χίμαιραν, ακόμη και την ουτοπίαν, ίσως μια μέρα και την αθανασίαν του σώματος και όχι μονάχα της ψυχής.

Οκτάνα θα πη το «εγώ» «εσύ» να γίνεται (και αντιστρόφως το «εσύ» «εγώ») εις μίαν εκτόξευσιν ιμερικήν, εις μίαν έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν μέθεξιν υπερτάτην, που ίσως αυτή να αποτελεί την θείαν Χάριν, το θαύμα του εντός και εκτός εαυτού, κάθε φοράν που εν εκστάσει συντελείται. 


Μετά το θάνατό του εκδόθηκε  ένα από τα τολμηρότερα βιβλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Μέγας Ανατολικός , σε 8 τόμους. Η συγγραφή του διήρκεσε από το 1945 μέχρι το 1951, ενώ η τελική του μορφή οριστικοποιήθηκε περίπου το 1970.

«Το μυθιστόρημα αποτελείται από 100 κεφάλαια, που συγκροτούν πέντε μέρη, και κυκλοφορεί σε οκτώ τόμους. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και τολμηρότερο μυθιστόρημα της ελληνικής γλώσσας.

Το θέμα του μυθιστορήματος είναι το παρθενικό ταξίδι του υπερωκεανείου "Μέγας Ανατολικός" από την Αγγλία στην Αμερική, τον Μάιο του 1867.
Επιβάτες πάσης τάξεως και επαγγέλματος και πλήρωμα διαπλέουν τον Ατλαντικό μέσα στην ηδονική Κιβωτό, απολαμβάνοντας όλες τις μορφές του έρωτα άνευ ορίων και άνευ όρων. Επηρεασμένοι από έναν πρωτογενή ερωτσιμό που ελκύει το ίδιο το υπερωκεάνειο, ζουν, κατά τον δεκαήμερο πλου, την απόλυτη ελευθερία και ηδονή για να καταλήξουν σε μια ανώτατη μορφή αθωότητας και ευτυχίας.
Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει για τον Μεγάλο Ανατολικό ότι η απώτερη αξία του δεν βρίσκεται στα περιγραφόμενα, "βρίσκεται στην παναγαθοσύνη του ποιητή που διαχέεται πάνω στους χαρακτήρες και στις πράξεις των πλέον διαφορετικών τύπων του έργου, πρωταγωνιστών ή κομπάρσων, και αναεκπέμπεται αδιάκοπα στον αναγνώστη σαν ένα είδος ευλογίας. […] Ο Μέγας Ανατολικός ναυπηγήθηκε με τα υλικά του ψυχαναλυτή στις δεξαμενές ενός οραματιστή και προφήτη"( ο πρόλογος του έργου από τις εκδόσεις Άγρα)


 Ο γιός του  λέει για το έργο :«Μας είπε να το κάψουμε. Όχι όμως επειδή το ακύρωνε. Ήθελε να το πετάξει, για να μην πάρουν την ευθύνη της έκδοσής του οι οικείοι του, εφόσον δεν την πήρε ο ίδιος».
(Διαβάστε εδώ τι είπε ο Λεωνίδας Εμπειρίκος για το Μέγα Ανατολικό και τις περιπέτειές του)

«Ο Ανδρέας Σπερχής, κατάκοπος από τήν πολύωρον ορθοστασίαν εις τήν γέφυραν και από τούς βηματισμούς εις τό κατάστρωμα, δια τών οποίων προσεπάθησε να καταπραΰνη ολίγον τόν σάλον τής ψυχής του και να εκδιώξητάς οδυνηράς φαντασιώσεις του, εκάθησε επί ενός πάγκου, ευρισκομένου μακράν από τό άμεσον φως τών φανών, και με ύφος περίλυπον ήκουε τόν ρυθμικόν γδούπον τής έλικος και τόν αφρόεντα παφλασμόν, που προεκάλουν με τάς σταθεράς περιστροφάς των εις τήν θάλασσαν τά πτερύγια τών τεραστίων τροχών τού υπερωκεανείου.

Τί περίεργον! Αι ώραι παρήρχοντο τόσον βραδέως, και όμως η ημέρα είχε ανατείλει! Εν άρωμα από γαρδένιες και γαζίες εγέμιζε τόν αέρα. ∆ύο ελαφρά και επιμήκη σύννεφα έπλεαν εις τόν ουρανόν, σαν νησίδες εις πέλαγος γαλάζιο, ροδίζοντα συνεχώς από τάς πρώτας ακτίνας τού ηλίου που τά ήγγιζαν. Τό άγγιγμα τούτο ήτο σαν μία θωπεία εραστού εις τά βυζιά, ή τό αιδοίον, μίας κόρης δια πρώτην φοράν θωπευομένης, ή εις τούς μαστούς και τό αιδοίον μίας γυναικός ερωτευμένης, που, κατόπιν μακράς αναμονής, συνευρίσκεται με τόν εραστήν της. Εν δροσερόν ψιμύθιον αφρού ανήρχετο από τά ελαφρότατα κύματα που διέτρεχαν ως ρίγος ηδυπαθείας τήν επιφάνειαν τών πρωινών υδάτων, και διεσκορπίζοντο επί τού πελωρίου σκάφους, καθώς και επί τών χειρών και τού προσώπου τού Ανδρέου Σπερχή. Θα έλεγε κανείς, ότι η ώρα προμηνούσε κάτι τό ασύνηθες, κάτι τό θαυμαστόν — ίσως τήν αναπήδησιν εκ τής θαλάσσης μιας σποράδος εξαισίας, ή τήν εμφάνισιν εις τόν ουρανόν ενός σέλαος ανεσπέρου.»


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ 

  • Απελευθερωμένη χρήση της γλώσσας .Λόγιες εκφράσεις ενταγμένες στη διάθεση για απογύμνωση της γλωσσικής συμβατικότητας
  • απελευθερωτική διαχείριση της εικόνας, με αντισυμβατική διασύνδεση αντιφατικών στοιχείων
  • ανέδειξε λογοτεχνικά τη δράση του ονείρου και του ασυνείδητου

Ο Οδυσσέας Ελύτης, προσπαθώντας  να αποκαταστήσει τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο:

«Αλλά όταν δεν κάνεις το νάνο ανάμεσα στους νάνους είναι γι' αυτούς πολύ οδυνηρό ν' αναγνωρίσουν και να παραδεχτούν το πραγματικό σου ανάστημα. Πόσο μάλλον όταν μαντεύουν ότι τους φέρνεις μιαν αυγή, που το φως της μήτε να το διανοηθούνε δε θέλουνε. Την ομιλία των σωμάτων οι κοινωνίες φρόντισαν ανέκαθεν, σαν ευσυνείδητες τηλεφωνήτριες, να τη συνδέουν με τη χυδαιότητα. Ο νοσηρός ρασοφόρος και ο νοσηρός ελευθεριαστής δίνουν τα χέρια ώστε όλα εκείνα τα παθητικά κρυφοψιθυρίσματα, όλες εκείνες οι υπέροχες μικρές κραυγές, αντί να ευφράνουν τη συνείδησή μας, να την ταράξουν. Σίγουρα και παρά τη θέληση του Θεού, δεν είμαστε καμωμένοι για να εισπράττουμε προκαταβολές παραδείσου.»






ΠΗΓΕΣ

  • Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας
  • Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ανδρέας Εμπειρίκος ο ποιητής του έρωτα και του νόστου, Εκδόσεις Κέδρος
  • Συνέντευξη του Λεωνίδα Εμπειρίκου στην Εύη Μαλλιαρού
  • Περί Σουρρεαλισμού, η Διάλεξη του 1935 του Ανδρέα Εμπειρίκου. Εκδόσεις ΑΓΡΑ
  • Οδυσσέα Ελύτη, «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», εκδόσεις Ύψιλον
  •  Φραγκίσκη Αμπατζόγλου, "Ανδρέας Εμπειρίκος: Από την πρωτοπορία των ποιητών στην παράδοση των ειρώνων", ΤΑ ΝΕΑ, 20 Νοεμβρίου 1999
  • Π. Μπουκάλας, Ανδρέας Εμπειρίκος, ανθολόγηση   για την εφημερίδα Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου