Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

"ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ" ΤΟΥ ANSELM KIEFER, 2002

γράφει η Μαριλένα Κασιμάτη*


Η εγκατάσταση αυτή του Γερμανού, γνωστού για την έντονη ενασχόληση με το ζήτημα του Ολοκαυτώματος, φέρνει στην επιφάνεια την άδικη μεταχείριση που επεφύλαξαν οι διάφορες μυθολογίες για την γυναίκα, ειδικά για δυνατές και έξυπνες γυναίκες που εξοστρακίστηκαν ως απείθαρχες προς τον γενικό κανόνα και δαιμονοποιήθηκαν. Ως παράδειγμα φέρνει την Πανδώρα και την πρωτόπλαστη -σύμφωνα με το Ταλμούδ- Λίλιθ.


Στην εγκατάστασή αυτή χρησιμοποιεί συγκεκριμένα χαρακτηριστικά εξαρτήματα αντί για κεφάλια, για να δαιμονιοποιηθούν και οι "κούκλες" του: Ένα βιβλίο από μολύβι για την λυρική ποιήτρια Μύρτιδα που τόλμησε να τα βάλει με τον Πίνδαρο, ένα γυάλινο πολύεδρο για την Υπατία που πετροβολήθηκε μέχρι θανάτου από τους χριστιανούς και ένα σύννεφο από σκουριασμένο συρματόπλεγμα για την Ρωμαία μάγισσα Candidia που έπλεκε τα μαλλιά της με οχιές.

Ξεχωρίζω το γυάλινο πολύεδρο που παραπέμπει, όπως και στην οξυγραφία του Dürer, στην Μελαγχολία, την καθοριστική κατάσταση της πνευματικής δημιουργίας, γιατί ετοιμάζω ένα κειμενάκι για αυτήν.
Αλλά και το μολυβένιο βιβλίο έχει ενδιαφέρον, γιατί ο μόλυβδος προστατεύει από την ατομική ενέργεια και είναι και καλός για φέρετρα, άρα αντιστέκεται στην σήψη των σωμάτων.
Eπίσης, στο Centre Pompidou τρέχει αυτήν την εποχή μεγάλη αναδρομική του Kiefer, οπότε πάτε προετοιμασμένοι για όλα.

* Η Μαριλένα Κασιμάτη είναι ιστορικός τέχνης

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Το ημερολόγιο των Πλούσιων Ωρών του Δούκα του Μπερύ


L'Homme anatomique, ou Homme zodiacal, enluminure réalisée par les Frères de Limbourg et portant les armes du duc Jean de Berry, f.14v.


Ιανουάριος


Φεβρουάριος

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος


Ιούλιος

Αύγουστος

Σεπτέμβριος



Οκτώβριος

Νοέμβριος



Δεκέμβριος


Οι αδελφοί Λίμπουρχ (ολλανδικά: Gebroeders van Limburg), ο Χέρμαν, ο Πάουλ και ο Γιόχαν ήταν διάσημοι Ολλανδοί μικρογράφοι από το Ναϊμέχεν. Δραστηριοποιήθηκαν στις αρχές του 15ου αιώνα στη Γαλλία και στο Δουκάτο της Βουργουνδίας και οι δημιουργίες τους ανήκουν στο διεθνές γοτθικό στυλ. Είναι οι δημιουργοί του γνωστότερου χειρογράφου του ύστερου Μεσαίωνα, του Très Riches Heures du Duc de Berry (πολύ πλούσιο Βιβλίο Ωρών του Δούκα ντε Μπερύ).
Περίπου στα 1398, ύστερα από τον θάνατο του πατέρα τους, οι αδελφοί Λίμπουρχ στάλθηκαν sτον θείο τους Ζαν Μαλουέλ, τον σημαντικότερο ζωγράφο της γαλλικής και βουργουνδιανής αυλής της εποχής. Ο Χέρμαν και ο Γιόχαν έμαθαν την τέχνη του χρυσοχόου στο Παρίσι. Περί τα τέλη του 1399 ταξίδευαν για να επισκεφθούν το Ναϊμέχεν αλλά, λόγω του πολέμου, συνελήφθησαν στις Βρυξέλλες. Καθώς η μητέρα τους αδυνατούσε να πληρώσει τα λύτρα για την απελευθέρωσή τους (55 χρυσά σκούδα (escuz) της εποχής), η τοπική Συντεχνία χρυσοχόων άρχισε να μαζεύει τα χρήματα. Τελικά, ο Δούκας Φίλιππος Β΄ της Βουργουνδίας πλήρωσε τα λύτρα προς χάριν του θείου τους, Μαλουέλ, που ήταν ο ζωγράφος της αυλής του. Τα δυο παιδιά αφέθηκαν ελεύθερα τον Μάιο του 1400.

Από έγγραφα που έχουν διασωθεί είναι γνωστό ότι τον Φεβρουάριο του 1402 ο Πάουλ και ο Γιόχαν είχαν συνάψει συμβόλαιο με τον Φίλιππο για να εργαστούν επί τετραετία αποκλειστικά εικονογραφώντας ένα χειρόγραφο της Βίβλου. Αυτό μπορεί να είναι ή να μην είναι η Bible Moralisée, Ms.fr.166 που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (Bibliothèque nationale de France) στο Παρίσι, η οποία αδιαμφισβήτητα είναι μια από τις πρώιμες εργασίες των αδελφών Λίμπουρχ. Το 1404 ο Φίλιππος απεβίωσε, πριν οι Λίμπουρχ ολοκληρώσουν την εργασία τους.

Μετά τον θάνατο του Φιλίππου, οι Χέρμαν και Πάουλ και, αργότερα, το 1405, πήγαν να εργαστούν για τον αδελφό του θανόντος Ιωάννη, Δούκα ντε Μπερύ, ο οποίος ήταν μανιώδης συλλέκτης έργων τέχνης και ειδικότερα βιβλίων. Πρώτη τους ανάθεση ήταν να εικονογραφήσουν ένα Βιβλίο Ωρών, που σήμερα είναι γνωστό ως Belles Heures du Duc de Berry και σήμερα βρίσκεται σε ένα τμήμα του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης στη Νέα Υόρκη που ονομάζεται the Cloisters.
Αυτή τους η εργασία ολοκληρώθηκε το 1409, προς μεγάλη ικανοποίηση του δούκα, ο οποίος τους ανέθεσε ένα ακόμη πιο φιλόδοξο έργο για επίσης ένα Βιβλίο των Ωρών. Αυτό επρόκειτο να ονομαστεί Très Riches Heures du Duc de Berry και σήμερα θεωρείται ως η κορωνίδα των εικονογραφημένων βιβλίων του ύστερου Μεσαίωνα και, πιθανότατα, το πλέον πολύτιμο βιβλίο στον κόσμο. Φυλάσσεται υπό τον αριθμό εκθέματος Ms.65 στο Μουσείο Κοντέ στο Σαντιγί της Γαλλίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ημικυκλικός ζωδιακός κύκλος στο άνω μέρος της σελίδας, όταν ολοκληρωθεί σε πλήρη κύκλο έχει περιφέρεια που διέρχεται ακριβώς από την κεκλιμένη οροφή του χαμηλότερου κτιρίου στην εικόνα.
Από τους αδελφούς ο Πάουλ είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις με τον δούκα και έλαβε τη θέση του valet de chambre στην αυλή του, δηλ. ήταν ο προσωπικός του ακόλουθος (ο θείος του είχε την ίδια θέση στην αυλή του Φιλίππου). Ο δούκας του έδωσε πολλά κοσμήματα κι ένα μεγάλο σπίτι στη Μπουρζ. Ο Πάουλ γοητεύτηκε από μια νέα κοπέλα, την Ζιλέτ λα Μερσιέρ (Gillette la Mercière) αλλά οι γονείς της διαφωνούσαν. Ο δούκας έθεσε την κοπέλα υπό περιορισμό αφήνοντάς την μόνον ύστερα από διαταγή του βασιλέα. Το 1411 ο Πάουλ και η Ζιλέτ παντρεύτηκαν, αλλά δεν άφησαν απογόνους (Ο Πάουλ ήταν τότε 24 ετών και η Ζιλέτ 12).
Κατά το πρώτο ήμισυ του 1416 ο Ζαν ντε Μπερύ και οι τρεις αδελφοί Λίμπουρχ απεβίωσαν. Ήταν όλοι κάτω των 30 ετών και φαίνεται ότι αιτία θανάτου ήταν βουβωνική πανώλη. Το βιβλίο των Ωρών έμεινε ημιτελές. Κάποιος άγνωστος καλλιτέχνης (πιθανότατα ο Μπαρτελεμύ φαν Άικ (Barthélemy van Eyck) εργάστηκε πάνω στις πασίγνωστες μινιατούρες του ημερολογίου περί τα 1440, όταν το βιβλίο είχε πλέον περιέλθει στην κατοχή του Ρενέ του Ανζού και το 1485 ο Ζαν Κολόμπ (Jean Colombe) ολοκλήρωσε το έργο για λογαριασμό του Οίκου της Σαβοΐας.
Καθώς οι εργασίες των αδελφών Λίμπουρχ δεν ήταν προσβάσιμες, περιήλθαν στη λήθη μέχρι τον 19ο αιώνα. Εν τούτοις αποτέλεσαν παράδειγμα για τις επόμενες γενεές ζωγράφων, εκτεινόμενο πέραν των μικρογραφιών. Εργάστηκαν με βάση τη βορειοερωπαϊκή παράδοση αλλά καταδεικνύουν επιδράσεις από Ιταλούς.

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Sandro Botticelli

























Έκθεση «Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως. Φαντασία και χειρ»

23 Δεκεμβρίου 2015 έως 08 Μαΐου 2016






Την Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015 και ώρα 19:00 ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κύριος Προκόπιος Παυλόπουλος εγκαινιάζει στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο τη μεγάλη αναδρομική έκθεση «Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως. Φαντασία και χειρ». Η έκθεση διοργανώνεται από το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Προεδρίας της Δημοκρατίας.  


Το Βυζαντινό Μουσείο τιμά τη μνήμη του Φώτη Κόντογλου, για τα 50 χρόνια από τον θάνατό του, παρουσιάζοντας όχι μόνον το ζωγραφικό του έργο, κοσμικό και θρησκευτικό, αλλά και φωτίζοντας, για πρώτη φορά, την προσωπικότητά του ως λογοτέχνη, κριτικού, ερευνητή των βυζαντινών χρωμάτων και συντηρητή. 

Η διάρθρωση της έκθεσης είναι χρονολογική. Ακολουθεί τον καλλιτέχνη από το Αϊβαλί, όπου γεννήθηκε, στο Παρίσι όπου μαθήτευσε, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου ταξίδεψε, αλλά και στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Περιλαμβάνει 150 έργα και περισσότερα από 100 τεκμήρια (εκδόσεις, φωτογραφίες, χειρόγραφα, συμβόλαια, επιστολές) από τα Ιστορικά και Φωτογραφικά Αρχεία του Βυζαντινού Μουσείου και από αρχεία ιδιωτικών συλλογών. 

Τα περισσότερα τεκμήρια προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Φώτη Κόντογλου. Το αρχείο Φ. Κόντογλου δωρήθηκε το 2014 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο από τους εγγονούς του καλλιτέχνη, Παναγιώτη και Φώτη Μαρτίνο, και αποτελεί πλεόν διακριτό μέρος των Ιστορικών και Φωτογραφικών Αρχείων του ΒΧΜ. Από το πολύτιμο αυτό αρχείο εκτίθενται φωτογραφίες, επιφυλλίδες του στον ημερήσιο τύπο της εποχής, χειρόγραφα αδημοσίευτων κειμένων του, σημαντικά τεκμήρια από την αλληλογραφία του, συμβόλαια που αφορούν δημόσιες εκκλησιαστικές και ιδιωτικές παραγγελίες αγιογραφικών συνόλων, σημειώσεις και προσωπικές μελέτες σχετικές με θεολογικά και καλλιτεχνικά θέματα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα αλλά και μελέτες άλλων συγγραφέων για τον Φ. Κόντογλου. 

Διάρκεια έκθεσης: 23 Δεκεμβρίου 2015 – 8 Μαΐου 2016  





Αθήνα, 8.12.2015

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Εγκαίνια αναδρομικής έκθεσης Φώτη Κόντογλου
στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

Την Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015 και ώρα 19:00 ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κύριος Προκόπιος Παυλόπουλος εγκαινιάζει στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο τη μεγάλη αναδρομική έκθεση «Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως. Φαντασία και χειρ». Η έκθεση διοργανώνεται από το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Προεδρίας της Δημοκρατίας. 
Το Βυζαντινό Μουσείο τιμά τη μνήμη του Φώτη Κόντογλου, για τα 50 χρόνια από τον θάνατό του, παρουσιάζοντας όχι μόνον το ζωγραφικό του έργο, κοσμικό και θρησκευτικό, αλλά και φωτίζοντας, για πρώτη φορά, την προσωπικότητά του ως λογοτέχνη, κριτικού, ερευνητή των βυζαντινών χρωμάτων και συντηρητή.
Η διάρθρωση της έκθεσης είναι χρονολογική. Ακολουθεί τον καλλιτέχνη από το Αϊβαλί, όπου γεννήθηκε, στο Παρίσι όπου μαθήτευσε, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου ταξίδεψε, αλλά και στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Περιλαμβάνει 150 έργα και περισσότερα από 100 τεκμήρια (εκδόσεις, φωτογραφίες, χειρόγραφα, συμβόλαια, επιστολές) από τα Ιστορικά και Φωτογραφικά Αρχεία του Βυζαντινού Μουσείου και από αρχεία ιδιωτικών συλλογών.
Τα περισσότερα τεκμήρια προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Φώτη Κόντογλου. Το αρχείο Φ. Κόντογλου δωρήθηκε το 2014 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο από τους εγγονούς του καλλιτέχνη, Παναγιώτη και Φώτη Μαρτίνο, και αποτελεί πλεόν διακριτό μέρος των Ιστορικών και Φωτογραφικών Αρχείων του ΒΧΜ. Από το πολύτιμο αυτό αρχείο εκτίθενται φωτογραφίες, επιφυλλίδες του στον ημερήσιο τύπο της εποχής, χειρόγραφα αδημοσίευτων κειμένων του, σημαντικά τεκμήρια από την αλληλογραφία του, συμβόλαια που αφορούν δημόσιες εκκλησιαστικές και ιδιωτικές παραγγελίες αγιογραφικών συνόλων, σημειώσεις και προσωπικές μελέτες σχετικές με θεολογικά και καλλιτεχνικά θέματα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα αλλά και μελέτες άλλων συγγραφέων για τον Φ. Κόντογλου.
Διάρκεια έκθεσης: 23 Δεκεμβρίου 2015 – 8 Μαΐου 2016 


 Φώτης Κόντογλου και Βυζαντινό Μουσείο: Μια σχέση με παρελθόν

Η σχέση του Φώτη Κόντογλου με το Βυζαντινό Μουσείο ανιχνεύεται ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Διευθυντής του Μουσείου ήταν τότε ο βυζαντινολόγος Γεώργιος Σωτηρίου, με τον οποίο ο Κόντογλου φαίνεται να γνωρίστηκε αμέσως μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα, ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ένα κομμάτι χαρτί που εντοπίστηκε πριν λίγα χρόνια στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου φέρει μικρό τύπωμα χαρακτικού, έργο του Κόντογλου που αντιγράφει τον Παντοκράτορα της Μονής Δαφνίου. Σε αυτό η χρονολογία 1924 και η σημείωση «να μικρ νθύμιο στν κο Γ. Σωτηρίου» μαρτυρούν ότι η γνωριμία μεταξύ των δύο ανδρών είχε τότε ήδη συντελεστεί.
Το μικρό τύπωμα αποτελεί, επιπλέον, δείγμα του τρόπου με τον οποίο ο Κόντογλου προσπαθούσε να «γνωρίσει» τη βυζαντινή τέχνη, αντιγράφοντάς την. Ο ίδιος προσδιόριζε (στον Πρόλογο του καταλόγου της έκθεσής του στο Λύκειο Ελληνίδων, το 1923) αυτόν τον τρόπο προσέγγισης των βυζαντινών έργων ως «διερμηνεία»: «πρόθεσή μου εἶνε νὰ δείξω πὼς δὲ ξεσήκωσα ἁπλὰ τὰ ὡραῖα αὐτὰ χειροτεχνήματα, παρὰ πὼς τὰ διερμήνεψα. Δὲν εἶμαι οὔτε ἀρχαιολόγος οὔτε κοπίστας». Το μικρό τύπωμα «οπτικοποιεί» τη φράση. Εκτελεσμένο με την τεχνική της μονοχρωμίας, την οποία εφάρμοζε επανειλημμένα ο Κόντογλου από την «παρισινή» του περίοδο έως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1920, αποδίδει έναν Παντοκράτορα πιο σκοτεινό και αυστηρό από εκείνον στον τρούλο της βυζαντινής (τέλη 11ου αιώνα) μονής. Υπάρχει όμως ένα ιδιαίτερο στοιχείο στο αντίγραφο: Ο καλλιτέχνης δηλώνει με ακρίβεια τα σημεία φθοράς του πρωτότυπου, προσδίδοντας στο τύπωμα τη χρησιμότητα μικρής ασπρόμαυρης φωτογραφίας στα χέρια του αρχαιολόγου-μελετητή του βυζαντινού ψηφιδωτού. Πρόκειται για μια «επιστημονική διάσταση» της αντιγραφής βυζαντινών έργων, την οποία προώθησε σε μεγάλο βαθμό ο Γεώργιος Σωτηρίου. Ο Κόντογλου μοιάζει να υιοθετεί αυτή την πρακτική.
Το μικρό τύπωμα από τη Μονή Δαφνίου ίσως δεν είναι το μόνο αντίγραφο που χάρισε ο καλλιτέχνης στον Γεώργιο Σωτηρίου στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους. Τρία ανυπόγραφα μικρά σχέδιά του που εικονίζουν σε μονοχρωμία ιερές μορφές από φορητές εικόνες ναών της Μήλου, της Κιμώλου και της Αρκαδίας, δημοσιευμένα και στα Ταξίδια του, ανήκουν στη Συλλογή Αντιγράφων του Μουσείου. Πιθανώς αποτελούσαν και εκείνα «ενθύμια» προς τον Γεώργιο Σωτηρίου, δωρηθέντα την ίδια εποχή.
Βέβαιο είναι ότι, έχοντας στα χέρια του δείγμα της αντιγραφικής εργασίας του Κόντογλου, ο Σωτηρίου άρχισε να αγοράζει αντίγραφα ψηφιδωτών που φιλοτεχνούσε ο καλλιτέχνης από σημαντικά βυζαντινά μνημεία, τη Μονή Δαφνίου (ύστερου 11ου αιώνα) στην Αττική και τον Όσιο Λουκά (α΄ τετάρτου 11ου αιώνα) στη Βοιωτία. Επτά αντίγραφα, όλα έγχρωμα, ζωγραφισμένα με τέμπερα σε χαρτί, εμπλούτισαν τη νεοσυσταθείσα Συλλογή Αντιγράφων του Μουσείου από το 1925 έως το 1930. Ένα από αυτά φέρει χρονολογία:  1926. Είναι η εποχή που ο Κόντογλου έχει εγκαταλείψει τη μονοχρωμία, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στα αντίγραφά του.
Στα αντίγραφα από το Δαφνί, που μάλλον προηγούνται χρονικά, ο καλλιτέχνης δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί να αποδώσει αρκετά πιστά τα πρωτότυπα ψηφιδωτά. Αντίθετα, σε εκείνα από τον Όσιο Λουκά εμφανίζονται χαρακτηριστικά του προσωπικού του καλλιτεχνικού ύφους, με κυριότερο τα μεγάλα, εκφραστικά μάτια που διαφέρουν, με το ευθύ, επίμονο βλέμμα τους, από εκείνα των βυζαντινών μορφών. Τα συναντούμε σε πρωτότυπα έργα του Κόντογλου στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές εκείνης του 1930.
Οι αποκλίσεις από το αυστηρό βυζαντινό ύφος δεν απέτρεψαν τον Γεώργιο Σωτηρίου από το να αγοράσει τα έργα. Αντίθετα, συμπεριέλαβε τέσσερα από αυτά στη νέα μόνιμη έκθεση του Μουσείου, που εγκαινιάστηκε στο κτηριακό συγκρότημα της Villa Ilissia τον Σεπτέμβριο του 1930.  Επίσης, στις αρχές εκείνου του χρόνου προέβη σε επίσημη, έμμισθη πρόσληψη του Κόντογλου, για να αναλάβει τη συντήρηση βυζαντινών εικόνων και την κατασκευή αντιγράφων. Σχετικά έγγραφα φυλάσσονται στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου. Όσα έχουν εντοπισθεί μαρτυρούν απασχόληση του Κόντογλου στο Μουσείο από τον Μάρτιο έως και τον Ιούλιο του 1930, από τον Μάιο έως και τον Οκτώβριο του 1931, καθώς και τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1932. Η ημερήσια αμοιβή του ανερχόταν στις 200 δραχμές έως τον Ιούλιο του 1931, οπότε μειώθηκε στις 160 δραχμές. Άλλα έγγραφα μαρτυρούν ολιγόμηνες προσλήψεις το 1933 και το 1934.
Στο πλαίσιο της έμμισθης εργασίας του, ο Κόντογλου, σε συνεργασία με τον τότε μαθητή του Γιάννη Τσαρούχη, διακόσμησε το συντριβάνι στην αυλή της Villa Ilissia, αντιγράφοντας τον διάκοσμο του περιρραντηρίου που εικονίζεται στη βυζαντινή (περί το 1100) ψηφιδωτή παράσταση της Προσευχής της αγίας Άννας, στη Μονή Δαφνίου. Σήμερα λίγα μόνο ίχνη διακρίνονται από το έργο του Κόντογλου. Δυσδιάκριτη είναι πλέον και η επιγραφή που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τη χρονολογία κατασκευής (1930) και την υπογραφή του καλλιτέχνη, γραμμένη με κόκκινο χρώμα κάτω από το στόμιο εκροής. 
Οκτώ πίνακες του Κόντογλου από τα έτη 1930-1932, όλοι ενυπόγραφοι, φιλοτεχνημένοι προφανώς στο πλαίσιο των συμβάσεών του, ανήκουν στις Συλλογές του Μουσείου. Οι επτά είναι αντίγραφα, ενώ ο ένας πρωτότυπο έργο, που εικονίζει την «Πόρτα του Παλαμηδιού». Σε δύο από τα αντίγραφα εικονίζονται μορφές από τον τρούλο μιας μικρής εκκλησίας στην Πεντέλη, της «Σπηλιάς Νταβέλη» ή «Σπηλιάς Πεντέλης»: ο αρχάγγελος Γαβριήλ και ο προφήτης Δανιήλ. Τις τοιχογραφίες αυτού του μικρού ναού (έργα του έτους 1233/1234) είχε μελετήσει ο Γεώργιος Σωτηρίου λίγα χρόνια νωρίτερα, χαρακτηρίζοντάς τες αξιόλογο δείγμα της βυζαντινής τέχνης και συνιστώντας την αντιγραφή τους. Πιθανώς επωφελήθηκε, λοιπόν, από την παρουσία του Κόντογλου στο Μουσείο και του ανέθεσε να αντιγράψει ορισμένες από αυτές. Ο Κόντογλου ζωγράφισε τον αρχάγγελο Γαβριήλ το 1930 και τον προφήτη Δανιήλ το 1931. Ο Σωτηρίου συμπεριέλαβε αμέσως το πρώτο αντίγραφο στη νέα μόνιμη έκθεση, που εγκαινιάστηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου στη Villa Ilissia.
Στη νέα μόνιμη έκθεση ενέταξε ο Γεώργιος Σωτηρίου εξαρχής και δύο πίνακες με μορφές αγίων που αντέγραψε ο Κόντογλου το 1930 από τοιχογραφίες ναών της Εύβοιας. Ο ένας εικονίζει τον άγιο Δαμιανό, από τοιχογραφία του ύστερου 13ου ή πρώιμου 14ου αιώνα στον Ναό του Αγίου Δημητρίου στα Χάνια Αυλωναρίου. Στον άλλο παριστάνεται ο άγιος Πολύκαρπος σε προτομή, από τον Ναό της Αγίας Άννας στον Οξύλιθο Καρυστίας (ύστερου 14ου αιώνα). Τα αντίγραφα αυτά μοιάζουν να απηχούν την ανησυχία του Φώτη Κόντογλου για τα μνημεία της Εύβοιας, για τα οποία έγραφε στο βιβλίο του   Πονεμένη Ρωμιοσύνη ότι οι τοιχογραφίες τους είναι «π τς πι θαυμαστς» και ότι «…π τὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων σώζονται ἔργα σπουδαῖα», όμως «…εἶναι παρατημένα στὴ λησμονιὰ αὐτὰ τὰ σεβάσμια χτίρια ποὺ ἂν δὲν γίνει τίποτα νὰ σωθοῦν, γρήγορα θὰ γίνουνε σωροὶ ἀπὸ πέτρες». Η άμεση ένταξη των δύο αντιγράφων στη μόνιμη έκθεση του Βυζαντινού Μουσείου μαρτυρεί ότι ο Γεώργιος Σωτηρίου συμμεριζόταν αυτή την ανησυχία.
Τα άλλα τρία αντίγραφα που φιλοτέχνησε ο Κόντογλου κατά την έμμισθη σχέση εργασίας του στο Μουσείο φέρουν τη χρονολογία 1932. Δύο αντιγράφουν τοιχογραφίες από μοναστήρια των Μετεώρων —το Μαρτύριο του αγίου Μάμαντα από τη Μονή Βαρλαάμ και τον άγιο Ιάκωβο τον Πέρση σε προτομή από τη Μονή της Υπαπαντής— και είναι ζωγραφισμένα στη διάρκεια ταξιδιού που πραγματοποίησε ο καλλιτέχνης μαζί με τον μαθητή του Γιάννη Τσαρούχη στα Μετέωρα. Το τρίτο αντιγράφει τον Μυστικό Δείπνο από την Όμορφη Εκκλησιά Αιγίνης. Και τα τρία είναι αποκαλυπτικά της προσπάθειας του Κόντογλου να «διερμηνεύσει» τη βυζαντινή τέχνη: Οι μορφές, αν και πλησιάζουν πολύ τα βυζαντινά πρότυπα, παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που θυμίζουν πρωτότυπα έργα του καλλιτέχνη: μεγάλα, εκφραστικά μάτια, έντονα περιγράμματα, σκληρές, επίσης έντονες γραμμές στα πρόσωπα και στις πτυχώσεις των ενδυμάτων, προτίμηση στα σκοτεινά γαιώδη χρώματα. Τα στοιχεία αυτά θα κυριαρχήσουν τελικά στο προσωπικό ύφος του Κόντογλου, το οποίο υπήρξε καθοριστικό για τη διαμόρφωση της νέο-βυζαντινής τεχνοτροπίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 και εξής.
Τα έργα του 1932 δεν φαίνεται να εντάχθηκαν στη μόνιμη έκθεση. Ούτε όμως καταχώθηκαν στις αποθήκες του Μουσείου. Πιθανώς κόσμησαν από την πρώτη στιγμή —μαζί με το αντίγραφο του προφήτη Δανιήλ από τη Σπηλιά Πεντέλης—  τους τοίχους του ορόφου του κτηρίου της Villa Ilissia που έχει πρόσοψη στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Η παρουσία τους εκεί στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και η άριστη κατάσταση διατήρησής τους ευνοούν αυτή την εικασία. Με δεδομένο ότι ο συγκεκριμένος χώρος χρησίμευε ως κατοικία του ζεύγους Σωτηρίου, η διακόσμηση των τοίχων με έργα του Κόντογλου θα ήταν μια ακόμη απόδειξη της εκτίμησης που έτρεφε ο Γεώργιος Σωτηρίου στον καλλιτέχνη.
Η στενή σχέση του Κόντογλου με τον Σωτηρίου και το Βυζαντινό Μουσείο συνεχίστηκε πολύ μετά το πέρας της έμμισθης σχέσης του καλλιτέχνη με το Μουσείο. Ο αείμνηστος συντηρητής Τάσος Μαργαριτώφ θυμόταν να πίνει καφέ με τον Κόντογλου κοντά στο 1960 στα τότε εργαστήρια του Μουσείου και να συζητάει μαζί του για τις νέες μεθόδους συντήρησης. Επίσης, μια από τις πρώτες περιοδικές εκθέσεις του Μουσείου ύστερα από την επαναλειτουργία του μετά τον Πόλεμο, η έκθεση αγιογραφιών «Ἡ λειτουργικὴ τέχνη ἢ ἡ βυζαντινὴ ζωγραφικὴ» (1956), ήταν αφιερωμένη στο έργο του Κόντογλου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την απομάκρυνση της Συλλογής Αντιγράφων από τη μόνιμη έκθεση, λόγω έλλειψης χώρου, το 1963, τα έργα του Κόντογλου έτυχαν ιδιαίτερης μεταχείρισης. Τα μικρού μεγέθους χάρτινα έργα τοποθετήθηκαν σε ειδικούς φακέλους και φυλάχθηκαν προσεκτικά. Οι μεγάλοι πίνακες κοσμούσαν επί σειρά ετών τους τοίχους του κτηρίου διοίκησης του Μουσείου και παρέμειναν εκεί έως την έναρξη εργασιών ριζικής ανακαίνισής του το 2008, οπότε μεταφέρθηκαν στις νέες, σύγχρονες αρχαιολογικές αποθήκες.
Στις περιοδικές εκθέσεις που «έκλειναν» από το 2010 έως το 2014 τη νέα μόνιμη έκθεση του Μουσείου με αφιερώματα στην επίδραση της βυζαντινής τέχνης στους νεώτερους καλλιτέχνες, τα έργα του Φώτη Κόντογλου κατείχαν εξέχουσα θέση. Η παρουσία του μεγάλου δασκάλου, πρωτοπόρου μελετητή της βυζαντινής παράδοσης και δημιουργού της νέο-βυζαντινής τεχνοτροπίας γίνεται ακόμη και σήμερα αισθητή και ο σεβασμός του Μουσείου προς το έργο του αποδεικνύεται αδιάλειπτος και διηνεκής.

δρ Τερψιχόρη-Πατρίτσια Σκώττη
Αρχαιολόγος, Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο



Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Ελ Γκρέκο


Ελ Γκρέκο, Τα δάκρυα του Αγίου Πέτρου, 1580-1586, Eθνική Πινακοθήκη Αθήνα.




Eλ Γκρέκο, Προσωπογραφία του αδελφού Ορτένσιο Φέλιξ Παραβιθίνο, 1609, Βοστώνη Μουσείο Καλών Τεχνών.



Ελ Γκρέκο, Ο διαμερισμός των ιματίων, 1577-1579, μέρος πολύπτυχου εικονίσματος σε επιχρυσωμένο και ζωγραφισμένο ξύλο. (Οστεοφυλάκιο καθεδρικού ναού Τολέδο).
Προσθήκη λεζάντας
Προσθήκη λεζάντας


Ελ Γκρέκο, Προσωπογραφία καρδιναλίου Νίνιο δε Γκεβάρα, 1596-1600, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης.

από το αφιέρωμα του ζωγράφου Νίκου Καρακωνσταντή

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

Πηγή:http://dcondos.gr/node/9


Transformations

1958-1961 Περίοδος της Ρώμης


Transformations



Transformations

1961-1963 Περίοδος του Παρισιού


Χωρίς τίτλο


Ομογένεση


Χωρίς τίτλο

1993 Αφιέρωμα στη Δύση της Πανσελήνου


Μεταξοτυπία 4


Μεταξοτυπία 6



Ο Δημήτρης Κοντός γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας το 1931. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών –ΑΣΚΤ το 1950-1955 με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη. Το 1958 φεύγει για την Ρώμη όπου βρίσκονταν ήδη οι φίλοι του Γιάννης Γαΐτης, Βλάσης Κανιάρης, Κώστας Τσόκλης και Νίκος Κεσσανλής. Όλοι μαζί, το 1959, δημιουργούν το «Gruppo Sigma», μια ομάδα καλλιτεχνών η οποία παρακολουθεί τα πρωτοποριακά καλλιτεχνικά κινήματα και παρουσιάζει τις ιδέες της στην Νάπολη, Μπολόνια και αργότερα στην Αθήνα. Το 1961 ο Δ. Κοντός πάει στο Παρίσι όπου μένει μέχρι το 1964. Το 1964 επιστρέφει στην Ελλάδα και διορίζεται βοηθός επιμελητής στην Έδρα Ζωγραφικής και Ελευθέρου Σχεδίου στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Ε.Μ.Π.). Το 1968 διορίζεται επιμελητής Ελευθέρου Σχεδίου στο Πολυτεχνείο ενώ παράλληλα ανοίγει ένα δικό του φροντιστήριο-εργαστήριο Ελευθέρου Σχεδίου και Ζωγραφικής στο κέντρο της Αθήνας. Το 1984 ο Δ. Κοντός εκλέγεται καθηγητής στην νεοσύστατη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου στην Θεσσαλονίκη (Α.Π.Θ.) όπου και συνεχίζει την εκπαιδευτική και καλλιτεχνική του δραστηριότητα. Πεθαίνει το 1996 στην Θεσσαλονίκη σε ηλικία 65 ετών. Έργα του βρίσκονται σε πολλές ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές.
Εκθέσεις/Αφιερώματα μετά το 1996
• 2014-2015 "ΓΡΑΦΗ", Gallery Σκουφά, Αθήνα. Επιμέλεια έκθεσης: Ελισσάβετ Πλέσσα. (Ομαδική Εκθεση Συνεργατών)
• 2015 "Private Collection", Gallery Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη. (Ομαδική Συνεργατών)
• 2015 "Gruppo ΣΙΓΜΑ ...55 χρόνια μετά", Mουσείο Κώστα Τσόκλη, Κάμπος Τήνου.
• 2014 "ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΑ", Βυζαντινό & Χριστιανικο Μουσείο, Αθήνα. Επιμέλεια: Ιωάννα Αλεξανδρή
• 2014 Art Athina, Gallery Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη. (Ομαδική Εκθεση Συνεργατών)
• 2013 "Myths, memories and mysteries: How artists respond to the past": Edinburgh-Jarrow-Cambridge, Μεγάλη Βρετανία. Επιμέλεια: Roger Wollen
• 2013 Art Athina, Gallery Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη. (Ομαδική Εκθεση Συνεργατών)
• 2013 «Αφιέρωμα στην Δύση της Πανσελήνου - Roman Pictural», Βιβλιοπωλείο Χάρτα, Βόλος.
• 2012 «Αφιέρωμα στην Δύση της Πανσελήνου - Παλιά Σχέδια», Αίθουσα τέχνης Λόλα Νικολάου ,Θεσσαλονίκη.
• 2009 «Roman Pictural- Παρουσίαση και συζήτηση πάνω στην ιδέα του Εικαστικού Μυθιστορήματος του Δημήτρη Κοντού». Παρουσίαση video του Βασίλη Τζαβάρα και της Ερατώς Τζαβάρα.
• 2007-2008 «Δημήτρης Κοντός: 1931-1996, Αναδρομική Έκθεση», Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη. Χορηγός της έκθεσης ήταν το Ίδρυμα Ιωάννου. Φ. Κωστόπουλου. Επιμέλεια έκθεσης: Μαρία Κοτζαμάνη.

Ατομικές Εκθέσεις
• 1995 «Παλιά Σχέδια 1961-1963», Αίθουσα Τέχνης Μαρία Παπαδοπούλου, Αθήνα.
• 1993 «Roman Pictural- Παλιά Σχέδια 1961-1963», αίθουσα Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη.
• 1975 «Λατρευτικά», Αίθουσα Τέχνης Δεσμός, Αθήνα.
• 1975 «1959 - 1963», Αίθουσα Τέχνης Δεσμός, Αθήνα.

Ομαδικές Εκθέσεις/Επιλογή
• 1958 Galleria San Fidele, Milano, Italy.
• 1958 «Premio Modigliani», Livorno, Italy.
• 1959 Ιδρύει με τους ζωγράφους Γ. Γαΐτη, Β. Κανιάρη, Νίκο (Κεσσανλή) και Κ. Τσόκλη την καλλιτεχνική ομάδα «Σ» η αλλιώς GRUPO SIGMA, η οποία διοργανώνει διάφορες καλλιτεχνικές εκθέσεις στην Ιταλία.
• 1959 «GRUPO SIGMA», Galleria San Carlo, Napoli, Italy.
• 1959«GRUPO SIGMA», Il Cancelo, Bologna, Italy.
• 1960 «Δ. Κοντός, Χ. Καράς, Κ. Τσόκλης», Αίθουσα Αθηναϊκού Ινστιτούτου (Α.Τ.Ι.), Αθήνα.
• 1961 «Peintres et sculpteurs Grecs de Paris», Mussée d’ Art Moderne de la Ville de Paris.
• 1963 «Quatre peintres Grecs de paris», Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Αθήνα.
• 1965 «Peintres Grecs», Mussée R.A.T, Βρυξέλλες.
• 1972 « A concept of Multiplas», Bluecoat Gallery, Λονδίνο.
• 1973 « Παλιά Σχέδια & Ημερολόγιο», Αίθουσα Τέχνης Δεσμός, Αθήνα.
• 1975 « Πανελλήνια Έκθεση», Αθήνα.



Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Ο ζωγράφος Δημήτρης Δάβης στο Μουσείο Μπενάκη




Το αθηναϊκό κοινό έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει το έργο του πολύπλευρου ζωγράφου, σχεδιαστή και γελοιογράφου σε μια αναδρομική έκθεση με επιλογές από του πλούσιο αρχείο του.
Είναι ελάχιστα γνωστός στο ευρύ κοινό κι αυτό διότι σπάνια εξέθετε έργα του –η επαφή του με τους θαυμαστές του έργου του περιορίζονταν στις εικονογραφήσεις βιβλίων, πολλές για ξένους εκδοτικούς οίκους, και στις γελοιογραφίες με τις οποίες πλούτιζε τις σελίδες περιοδικών και εφημερίδων. Όμως ο Δημήτρης Δάβης έχει να επιδείξει ένα πολύπλευρο έργο με έντονες επιρροές από  τα καλλιτεχνικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη τις δεκαετίες που προηγήθηκαν του Πολέμου. Απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας και της Ακαδημίας του Μονάχου, έκανε την εμφάνισή του στα ελληνικά καλλιτεχνικά πράγματα το 1929 και  πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου Παρνασσός το 1932. Ακολούθησαν και άλλες εκθέσεις –μετρημένες είναι οι αλήθεια- κυρίως με έργα ρεαλιστικού χαρακτήρα στα οποία πρωτεύουσα θέση έχουν οι σκηνές από την καθημερινότητα, τα πορτρέτα αλλά και ιστορικά γεγονότα που σφράγισαν τα χρόνια εκείνα.
Το αρχείο του Δημήτρη Δάβη, σχέδια και ελαιογραφίες, χαρακτικά, προσχέδια και βιβλία τα οποία εικονογράφησε φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη, δωρεά της αδερφής του καλλιτέχνη Ελευθερίας Δάβη. Η έκθεση που είναι ανοιχτή στο κοινό από αύριο 23 Οκτωβρίου περιλαμβάνει έργα από το αρχείο καθώς και δάνεια από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης και από ιδιωτικές συλλογές. Η επιμέλεια της έκθεσης ανήκει στον Νίκο Παΐσιο και στον Σπύρο Μοσχονά, τα κείμενα του καταλόγου υπογράφουν η Όλγα Μεντζαφού-Πολύζου, στην οποία οφείλουμε και την ολοκληρωμένη μελέτη για τον καλλιτέχνη (Δημήτρης Δάβης, 1905-1973, εκδόσεις Αδάμ, Αθήνα 2001), ο Σπύρος Μοσχονάς, ο Κωνσταντίνος Παπαχρίστου, η Ευγενία Αλεξάκη και η Ελίζα Πολυχρονιάδου.
Δημήτρης Δάβης – Αναδρομική, Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138. Διάρκεια: 23 Οκτωβρίου έως 29 Νοεμβρίου 2015

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Νικόλαος Γύζης: H Συμβολή του στην Τέχνη της Αφίσας

                      Το Πνεύμα της Τέχνης (Αφίσα της 3ης Διεθνούς Έκθεσης του                                   Glaspalast) 1888


Ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901) ήταν το παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας από την Τήνο. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής του έκανε φανερό το ταλέντο του, όταν αντέγραφε τις λιθογραφίες του σπιτιού του αποσπώντας επαίνους. Αφού συμπλήρωσε τις βασικές του σπουδές στην Αθήνα, εξασφάλισε υποτροφία για την Ακαδημία του Μονάχου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία να προσεγγίσει σπουδαίους δασκάλους και μεγάλους καλλιτέχνες.
Εκεί ο Γύζης εξελέγη καθηγητής και εξελίχθηκε σε σπουδαίο τεχνίτη, μεγάλο δημιουργό με πρωτότυπη θεματογραφία και αφηγηματική πειστικότητα, άψογο εκτελεστή κάθε λεπτομέρειας.
Στο ξεκίνημά του ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με την ηθογραφία, που τότε είχε μεγάλη διάδοση στη Δυτική Ευρώπη. Πάντα δεκτικός σε νέα καλλιτεχνικά ερεθίσματα, διαποτισμένος από ερευνητικό πνεύμα, σχεδόν ταυτόχρονα με την ηθογραφική παραγωγή του, τα πορτρέτα και τα αντικείμενα της καθημερινότητας, διακρίθηκε σε αλληγορικά θέματα. Σταδιακά, οι ανθρώπινες φιγούρες στα έργα του πρόβαλαν διακριτικά μετέωρες· αυτό τον απασχόλησε έως το τέλος και χαρακτήρισε όλα τα μεγάλα έργα της τελευταίας περιόδου της ζωής του.
Σχεδόν αμέσως μετά την αποφοίτησή του από την Ακαδημία του Μονάχου απομακρύνθηκε από τις αρχές της, δηλαδή τη ζωγραφική αναπαράσταση ιστορικών σκηνών και κατάφερε να συγκεράσει το ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό και να εξελίξει πολλά στοιχεία συμβολισμού. Ένα από τα κύρια στοιχεία του είναι η διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας. Πολλοί μελετητές του έργου του αποδίδουν την πολύτιμη διαύγεια της ζωγραφικής του, καθώς και την ευγενική χρωματική κλίμακα στην επίδραση που άσκησε επάνω του η ελληνική φύση. Δεν περιορίστηκε όμως μόνο σε αυτά. Ξεχωριστό κεφάλαιο στην τέχνη του αποτελούν οι αφίσες, οι διακοσμήσεις περιοδικών και φυλλαδίων, τα διπλώματα και τα μετάλλια. Ο Γύζης θα αναγάγει τα έργα αυτά σε υψηλή τέχνη, θα τους δώσει μορφή και περιεχόμενο.
Η αφίσα ως τρόπος διαφήμισης και διάδοσης προϊόντων ή υπηρεσιών είναι δημιούργημα του 19ου αιώνα και σχετίζεται με τη γιγάντωση και εκβιομηχάνιση των ευρωπαϊκών πόλεων. Στα 1888 τοποθετείται η πρώτη αφίσα του καλλιτέχνη, το Πνεύμα της Τέχνης, που φιλοτέχνησε για την 3η Διεθνή Έκθεση στο Glaspalast, επιχειρώντας να προσδώσει στο νέο αυτό είδος μια τελείως διαφορετική μορφή. Αποτέλεσε πραγματικά μια νέα πρόταση που ανταποκρινόταν στις επιταγές των καιρών, είχε όμως μορφή καθαρά καλλιτεχνική και αποσκοπούσε στη διάδοση της τέχνης σε όσο το δυνατόν ευρύ κοινό.

Τα ίδια χαρακτηριστικά διαπιστώνονται και στην αφίσα της Ιστορίας που χρησιμοποιήθηκε για τη διαφήμιση της 6ης Διεθνούς Έκθεσης στο Glaspalast το 1892 και παρέμεινε το σύμβολο των εκθέσεων επί 26 χρόνια. Η μεγάλη αρχαιοπρεπής μορφή της προσωποποίησης της Ιστορίας με το μακρύ χιτώνα που κρατάει στο χέρι σύμβολα των Τεχνών είναι εντυπωσιακή, ενώ το παιδί με την κουκούλα, που υποβαστάζει το χέρι της με τη γραφίδα, αναφέρεται στην πόλη του Μονάχου, η οποία έχει μεγάλη καλλιτεχνική παράδοση. Οι αντιθέσεις κόκκινου, μαύρου άσπρου και χρυσού σε μεγάλες επιφάνειες επιτυγχάνουν τη προσέγγιση του θεατή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Γύζης διαμόρφωσε ένα συγκεκριμένο τύπο αφίσας, που χαρακτηρίζεται από τις αναφορές στην αρχαιότητα και τα γνωστά σύμβολα, από τη λιτότητα και τη σχηματοποίηση των μέσων και το καθαρό σε μεγάλες επιφάνειες χρώμα.


                                        Ιστορία (λάδι σε μουσαμά) 1892
Το ίδιο πνεύμα μεταδίδουν η αφίσα της Αρμονίας, που έγινε με αφορμή τα 100 χρόνια από την ίδρυση της εταιρείας Rud. Ibach Sohn, της Φήμης, για το εξώφυλλο του περιοδικού Uber Land und Meer, της Καλλιτεχνικής Τυπογραφίας, όπως επίσης και η Θεωρία και Πράξη για τα διπλώματα των Ολυμπιακών Αγώνων.


Αρμονία (Αφίίσα για την εκατονταετηρίδα της Εταιρείας πιάνων Rud. Ibach Sohn, Barmen) 1893

Η μόνη αφίσα του Γύζη που δε χρησιμοποιεί τα γνωστά σύμβολα είναι αυτή που φιλοτέχνησε για τα τσιγάρα Παπαστάθη, η οποία παρουσιάζει μια γυναικεία μορφή με περιδέραιο και διάδημα από τα διαφημιζόμενα προϊόντα.


                                Αφίσα για τα τσιγάρα Παπαστάθη (παστέλ σε χαρτόνι) 1897


                                                            
                                                         Αφίσα για τα τσιγάρα Παπαστάθη, 1897

Από όλες τις αφίσες του καλλιτέχνη γίνεται σαφές ότι σφράγισε το νέο είδος με την προσωπική του αντίληψη. Από την εξέλιξη της αφίσας στο μέλλον και την περαιτέρω επεξεργασία από πρωτοπόρους ζωγράφους προκύπτει η δικαίωσή του και αποδεικνύεται η διορατικότητά του για τομείς τέχνης προς τους οποίους έστρεψε πρώτος την προσοχή και συνέβαλε στην εξέλιξή τους.
Μποϊλέ Μαρία
Το άρθρο αναδημοσιεύεται με τη ρητή άδεια της συντάκτιδος. Πηγή artmag