Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

«Τα τρία νεράντζια». Αντικληρική σάτιρα των Φώτων, του 1787



Στο χωρίο Γαιτάνι
εβουλήθηκε να κάνη
ο παπά- Γκλαβά Ματθαίος
ωσάν άνθρωπος σπουδαίος
ένα πράμα ο στολισμένος
ως εστάθη ορμηνεμένος
από κάποιες τεχνεμένες
γυναικούλες διαβασμένες
στες διάφορες γιατρείες
και εις τες μαντολογίες
λέγοντάς του : «Του Φωτώνε,
τη γιορτή των Χριστιανώνε
δέσποτα, λάβ’ ένα κόπο,
μα πνευματικώ τω τρόπω,
ήγουν όταν θα βαπτίσης
τον Σταυρόν, να μας βουτήσης
παρευθύς νεράντζια τρία
να έχωμέ τα για γιατρεία
εις σε θέρμες κι αρρωστίες
και εις σε κεφαλαλγίες.
Κι όσοι λάχουν μαγεμένοι
κι απ’ αγάπη σκοτισμένοι
και τες νύχτες παρατρέχουν
και ανάπαυσιν δεν έχουν
απ’ αυτά αν ποτισθώσι
έχουν να ωφεληθώσι.
Κι όσους άνδρας αποδέσουν
ή και να τους γοητεύσουν
εις τα σκέλη αν αχνιστούνε
απ’ αυτά θε να λυθούνε.
Κι όσοι είναι λοχεμένοι
κι από ξωτικά βλαμμένοι
κι απ’ αβάσκαμα και μάτι
παραδέρνουν στο κρεββάτι
ενεργούν αυτά και κάνουν
όλα τα κακά να γιάνουν.
Κι όσοι νέοι αχαμνίσουν
με το να παραπηδήσουν
ή πονέσουν τα νεφρά τους
ή πρηστούνε τα λιμπά τους
έτσι πιουν απ’ το ζουμί τους
ευθύς σγίγγει το κορμί τους.
Κι ακόμη όσοι άλλοι
έχουσι λύσσα μεγάλη
τον κλανιά τους για να στένουν
πούτσα μέσα να λαβαίνουν
απ’ αυτά ζωμόν να βγάνουν
αγκληστήρι να τους κάνουν
σβένεται η πεθυμία
και του κώλου η βουρλισία.
Έτσι κι όσοι επιθυμούσι
μ’  άλλους νέους π’ αγαπούσι
σ΄ένα στρώμα να κοιμούνται
εις το να κωλοκτυπιούνται
τούτο και αυτοί να πράζουν
βέβαια καταδαμάζουν
τη λαχτάρα της καρδιάς τους
και τη λύσα του κλανιά τους.
Μα και αν απ’ τους Φλαραίους
ή και από τους Ρωμαίους
τσι παπάδες τσι βαρβάτους
τσι θερμούς και κοτσανάτους
π’  όποιο χύστο και αν ευρούσι
πάντα μέσα του κτυπούσι,
αν απ’ το ξυνάδι στύψουν
και την πούτσα σους αλείψουν
ο θυμός τους ημερώνει
και το σύνεργον ζαρώνει.
Και οι κρυφογκαστρωμένες
και ξεκορασιδωμένες
αν  μ΄ευλάβειαν τα βράζουν
και τα πίνουσι, σκεπάζουν
όσα κρυφογεννημένα
έχουσι απερασμένα.
Κι όποια του ανδρός της φύγει
απ’  τη γνώση της ολίγη
κι ύστερα μετανοήσει
και στον άνδρα της θελήσει
να ξαναγυρίση πάλι
μ’ όρκον σύνεσιν να βάλη
μόνο να τα μυρισθώσι
και οι δυό θ’ αγαπηθώσι.
Και όσες θε να κερατώσουν
τσ’ άντρες τους για να τυφλώσουν
εις το να μη απεικάσουν
όσους καύκους και αν εμβάσουν
απ’ τα φύλλα στάχτη κάνουν
και εις το φαγητόν τη βάνουν
και απ’ εκείνο τους ταίζουν
κι έστι τους αποκοιμίζουν
και δεν βλέπουν τι παθαίνουν
ουδέ το καταλαίβαίνουν,
γιατί όλοι οι ξεχασμένοι
είναι πάντα σκοτισμένοι.
Και οι ρουφιάνες κι οι ρουφιάνοι
κι όποιος μεσιτείες κάνει
εις το να κρυφομαντεύη
κορασιές να ρουφιανεύη
αυτά τόσον ενεργούσι
που αν επιχειρισθούσι
απ΄τες φλούδες να ζυμώσουν
με το μέλι και να δώσουν
εκεινής οπού θελήσουν
εις το να την ξεπορτίσουν
έτσι μόνον είχε φθάσει
απ΄αυτά να δοκιμάση
παρεθύς γνώμη λαβαίνει
με τον καύκον και πηγαίνει.
Και όποια δεν κάνει παιδία
καίγει ολίγο από τα τρία
και αφού τα κάμη σκόνη
τα συχνοανακατώνει
με τσ’ αμυδγαλιάς το λάδι
και αλαφρά, αυγή και βράδυ
με το λιανοδάχτυλό της
μέσα βάνει στ’ απαυτό της
τότε όποιος της τη χώσει
παρευθύς θα την γκαστρώση.
Κι όποια έχει επιθυμία
για τα σερνικά παιδία
και μαραίνεται η καημένη
κι είναι πάντα πικραμένη
δέκα σπόρους αν εβγάλη
απ’ εκείνα και τους βάλει
μέσα σ’ ένα φλυτζανάκι
μα να ρίξει και νεράκι
από το ξαστερισμένο
του Μαγιού το γητεμένο
και τους σπόρους τούτους φάει
σερνικό παιδί γεννάει.
Και οι λεχώνες που στενάζουν
με το να μην κατεβάζουν
γάλα από τα βυζιά τους
για να τρέφουν τα παιδιά τους
ένα απ’ εκείνα σχίζουν
έπειτα το ξεζουμίζουν
και βουτούν ένα πανάκι
εις αυτό το ξυναδάκι
και με  εκείνο τα βυζιά τους
κατά την επιθυμιά τους
με αυτό να συχνοβρέχουν
κάνει ευθύς γάλα να τρέχουν.
Και αν από μυρωδία
είχε σκοτωθεί καμμία
και το αίμα τη τζακίσει
από μέσ’ από τη φύση
να σταθή ξετεντωμένη
και καταφασκελωμένη
και να κάψη φυλλαράκια
από τ’  άγια νερατζάκια
κι η μαμή να την αχνίζει
με δαυτά και να σφουγγίζει
ομορφούλια  αγάλι-αγάλι
και με προσοχή μεγάλη
τ’ απαυτό και τα μηριά της
κατά την επιστασία της
τότ’ ευθύς το αίμα παύει
κι η λεχών’ υγειά θα λάβη.
Και αν καμιά εις μοναστήρι
καλογριά ήθελε γύρει
να ξεπέση και να σφάλη
από μια μεριά κι απ’ άλλη
και κατόπι να θελήση
το κακό να παρατήση
αν ολίγο απ’ αυτό πάρη
και το κάμη φυλακτάρι
και το δέση στα μηριά της
συχωριέται η αμαρτιά της.
Κι όσες είναι αμπηριασμένες
απ’ τους φίλους, οι καημένες,
και τα στήθη τους κτυπούσι
και θρηνομοιρολογούσι
λίγη φλούδα να μασήσουν
στη στιγμή θα ξαστοχήσουν
όλα τα λυσσοπαιγνίδια,
μα και τα κωλοκτυπίδια.
Και οι χήρες που ζητούσι
μ’  άντρα να ματασμιχθούσι
να κρυφοπαιγνιδιαρίσουν
καθώς είχαν συνηθίσουν
ένα από τα τρία παίρνουν
και απ’ τη φλούδα το ξεγδέρνουν
και το βράζουνε λιγάκι
κι απ’ εκείνο το ζουμάκι
πίνουνε και τσ’ αμπηριάζει
το κακό που τες πειράζει.
Έτσι κι οι κορασιδούλες
κοπελιές ή τρυφερούλες
όποια ώρα τις πυρώσει
έρωτας και αν τες δώση
στην καρδιά λιποθυμίαν
και στην σάρκα βουρλισίαν,
τούτ’ αν μεταχερισθώσι
και αυτές θα ωφεληθώσι
και εις ολιγολογίες
σ’ όλα κάνουν ενεργείες.
Μα να ξέρης ευλοημένε,
Δέσποτά μου ξακουσμένε,
π΄απ’ τη θύρα που προβαίνεις
πρέπει αυτά να τα βασταίνης
σκαλωστά στα ιερά σου
και ας κρέμονται μπροστά σου,
ειδεμή δεν πετυχαίνει
ιατρειά καμιά να γένη
απ’ αυτά καθώς κελεύει
το βιβλίον κι ερμηνεύει».
Κι έτσι πάραυτα ο καημένος
σαν παπάς γραμματισμένος
εκατάλαβε τη χρεία
που είχαν και επιθυμία
κι είπε τους: «το ζήτημά σας
θέλει γίνει τσ’ αρεσκειάς σας».
Και εφέτο στους χιλίους
χρόνους και επτακοσίους
ογδοήκοντα επτά
εγινήκαν όλα αυτά.
Κι όταν είπε λειτουργία
ο παπάς στην εκκλησία
εις την ζώνην του κρεμάει
τρία νεράντζια και κινάει
απ’ τη μεσινή τη θύρα
με σταυρό και μ΄αγιαστήρα
και τον κογιονάρουν όλες
οι γυναίκες οι μαριόλες
όσες έδεκεί ευρεθήκαν
όπου ελειτουργηθήκαν
και το κρυφομελετούσαν
μια την άλλη και γελούσαν.
Γιατί απόδειχναν τα τρία
τα δύο αυγά με τη μακρία.
Οι γερόντισσες εκλαίγαν
και των κοπελιών ελέγαν
«Κακομοίρες τι κοιτάτε
τον παπά μας και γελάτε;
Εσείς άξιες δεν είστε
τα βρακιά του να του λύστε.
Μα να ξέρετε καημένες,
κοπελιές ξετροδισμένες,
όπου είναι ο βλοημένος
σε γιατρειά και προκομμένος
που αν καμμιά είχ’ αρρρωστήσει
ή η αγάπη τη βουρλίσει
τρέχ’ ευθύς και την ποτίζει
και τη λύσσα της ξορκίζει
και επιθυμά να βάλη
μ’ επιμέλεια μεγάλη
με συνήβασες και πάτα
πάσα μια σε καλή στράτα».
Αλλ’ αυτές γελοκοπώντας
και λυσσοκαυλομαχώντας
του εβγάλαν τες φωνές
τρεις και τέσσερες φορές:
«Εχεις τρία κούνησέ τα
σαν αυγά φιρίρησέ τα
τρία έχεις κούνησέ τα
κλούβια είναι κι έσπασέ τα».



Μαθητής του Νικόλαου Δοξαρά, ζωγράφισε το πρώτο του μεγάλο θρησκευτικό έργο, τη «Λιτανεία του Αγίου Διονυσίου», σε ηλικία 25 ετών, πιθανόν μετά το πρώτο του ταξίδι στη Βενετία. Εκεί, μαθήτευσε πλάι στον Giovanni Battista Tiepolo, ο οποίος και τον μύησε στη δυτική τεχνοτροπία. Ολοκλήρωσε έτσι, την απομάκρυνση από το βυζαντινό ιδίωμα, όπου το χρυσό, υπερβατικό και άχρονο βάθος δίνει τη θέση του στο chiaroscuro και την προοπτική. «Αγέρωχος και υπέρφρων, μεγαλοπρεπής το ύφος και την πλούσιαν περιβολήν, διήρχετο ο ηγεμών των ελευθερίων σατιριστών τας οδούς, περιφέρων δεξιά και αριστερά ερευνητικά βλέμματα, εξακοντίζων ετοίμως σκώμματα και βέλη». Ορισμένοι από τους μελετητές του βίου του, γράφουν ότι από τη Βενετία επέστρεψε με το περιβόητο για το σκανδαλιστικό του περιεχόμενο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου, ίσως το πιο ταιριαστό ανάγνωσμα για μια προσωπικότητα τόσο θορυβώδη και ιδιόρρυθμη. Υπήρξε μάλιστα τόσο οξύς και εριστικός απέναντι στους συμπατριώτες του, αλλά και τόσο άστατος συναισθηματικά με τις συμπατριώτισσές του, που κάποια στιγμή υπέστη «φρεζάρισμα», του επιτέθηκαν δηλαδή με φιαλίδιο που έσπασαν στο πρόσωπό του και περιείχε κοφτερά γυαλιά και μπαρούτι.

Πηγή : Andro.gr [ http://www.andro.gr/style/nikolaos-koutouzis-1741-1813/ ]
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΥΤΟΥΖΗΣ (Φωτό: Αυτοπροσωπογραφία του Ν. Κουτούζη)
[Από το βιβλίο: ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΟΥΤΟΥΖΗ, «Βωμολοχικές σάτιρες ιερέων» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ]
νεράντζι= πορτοκάλι, Γαητάνι= χωριό της Ζακύνθου, αποδένω= κάνω με μάγια κάποιον ανίκανο για συνουσία, αχνίζω=εκθέτω στους ατμούς κάτι που βράζει, λύνομαι= διώχνω τα μάγια, λοχεμένος=επηρρεασμένος από μάγια, αχαμνίζω=χάνω τις δυνάμεις μου, λιμπά=όρχεις, κλανιάς=πρωκτός, αγκληστήρι=κλίσμα, φλάρης=καθολικός ιερέας, ξεκορασιδωμένη=διακορευμένη, καύκος=εραστής, ξαστεριασμένο=κάτι που έχει διαβαστεί με ειδικά λόγια από μάγισσα κάτω από τα αστέρια, γητεμένο=μαγεμένο, αμπηριασμένη=παρατημένη, κογιονάρω=κοροιδεύω, μαριόλα= εκμαυλίστρια, ξετροδισμένη=πονηρή,
περπατημένη, συνήβασες=συμβάσεις, πάτα=συμφωνητικά, φιρίρω=τσουγκρίζω.
Ο Νικόλαος Κουτούζης (Ζάκυνθος, 1741 – Ζάκυνθος, 1813) ήταν έλληνας ζωγράφος της Επτανησιακής Σχολής. Ο Νικόλαος Κουτούζης υπήρξε ιδιόρρυθμη και σύνθετη προσωπικότητα: από ζωγράφος και σατιρικός στιχουργός έως ιερέας. Σε ηλικία 16 ετών ανέλαβε να δημιουργήσει δύο εικόνες για την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Κόλλα. Το 1766 ζωγράφισε την Λιτανεία στον γυναικωνίτη του Αγίου Διονυσίου της Ζακύνθου. Κατά πάσα πιθανότητα, πριν του ανατεθεί αυτό το έργο, είχε πραγματοποίησει σπουδές ζωγραφικής στην Βενετία.
Το 1770 αναμείχθηκε σε φιλονικία, λέγεται από απατηθείσα ερωμένη, και «εφρεζαρίστηκε» στο πρόσωπο. Το φρεζάρισμα ήταν τρόπος επίθεσης της εποχής, κυρίως για λόγους εκδίκησης. Σε μια φιάλη με λεπτά γυαλί έβαζαν μπαρούτι και την έσπαγαν μπροστά στο πρόσωπο του θύματος. Τα γυαλάκια έκαναν γρατζουνιές μέσα στις οποίες εγκαθίστατο μονίμως η μαύρη μπαρούτη. Για να καλύψει τις ουλές που του άφησε η πληγή, άφησε γένια και χειροτονήθηκε ιερέας. Έγινε εφημέριος σε διάφορες εκκλησίες της Ζακύνθου, αλλά εχθροί του τον κατηγόρησαν για «ανάρμοστη συμπεριφορά και παραβίαση της ορθόδοξης τελετουργίας». Εξαιτίας αυτής της κατηγορίας, δικάστηκε και παύθηκε από ιερέας το 1810. Την 1η Φεβρουαρίου 1813, το άτομο που τον κατηγόρησε παραδέχθηκε την συκοφαντία του και έτσι έγινε ανάκληση του Κουτούζη στην ιεροσύνη. Ο ηλικιωμένος Κουτούζης πάντως αρνήθηκε να επιστρέψει στα καθήκοντά του και πέθανε μερικούς μήνες αργότερα.
Ως ζωγράφος, ο Κουτούζης διακρίθηκε όχι μόνον για τις δυτικότροπες αγιογραφίες του, αλλά και για την εισαγωγή της κοσμικής προσωπογραφίας στον ελλαδικό χώρο. Έργα του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη και στο Μεταβυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου