Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

«Χάιντεγκερ και μέτρηση: Δοκιμή φιλοσοφικής διερεύνησης της διαδικασίας της μέτρησης»



ΔΗΜΟΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Β/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ
ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΟΥΝ
  
Διημερίδα με θέμα:
«Φιλοσοφία και Επιστήμη. Μία διαχρονική συνάντηση»
1 Δεκεμβρίου-2 Δεκεμβρίου 2018
     ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ[1]

«Χάιντεγκερ και μέτρηση: Δοκιμή φιλοσοφικής διερεύνησης της διαδικασίας της μέτρησης»

[Θα ήθελα ξεκινώντας να τονίσω ότι δίδεται μια ειδική διάσταση στη μετρολογική προσπάθεια μέσω του μετρολογημένου ποιητικού έργου Οι Πειρασμοί του Μεγ. Αντωνίου. Εκκινώ από τη γενικού χαρακτήρα θέση, όπως αντιλαμβάνομαι ότι έχουν τα πράγματα, πως η ίδια η γνώση μαρτυρεί και κατ’ αλήθειαν «επιβάλλει» το μετοχικό χαρακτήρα της, πως  Η γνώση είναι μετοχή. Κι αν έτσι, τότε η γνώση έχει και κοινωνικό, ασφαλώς, χαρακτήρα και κοινωνήσιμο κυρίως. Όπως, δηλαδή, η φυσική, τα μαθηματικά, η χημεία κλπ, πεδία «καθαρής» και θετικής επιστημονικότητας…, παράγουν αυτοκίνητο, τρένο, διαστημόπλοιο και κινητό τηλέφωνο, καθιστώντας έτσι την επιστημονική γνώση άμεσα και χειροπιαστά μεθεκτή και αφορώσα πρακτικά το κοινωνικό σώμα, η οποία γνώση, παράλληλα, επιβεβαιώνει εν τοις πράγμασι την εγκυρότητά της (…), έτσι και ένα καλλιτεχνικό έργο, εν προκειμένω μια ποιητική συλλογή, ως κακώς είθισται να λέγεται, θέλησε και να μετρήσει και να μετρηθεί για να γίνει, να καταστεί ΜΕΘΕΚΤΗ, για να κοινωνηθεί. Και αναζήτησε το πώς, φλεγόμενη να υπάρξει σχέση κοινωνίας μεταξύ δύο παραγόντων : δημιουργού και αποδέκτη του δημιουργήματος. Θεωρώ πως με αυτά τα 2-3 λόγια κατέστη άμεσα και αμέσως ορατός ο σκοπός, το προς-τί (αμφότερες σημαντικότατες λέξεις εν όψει του Νοήματος), που ώθησε αυτή την ανάγκη μετρήσεως κάτινος, που άλλος δεν είναι, επαναλαμβάνω, από την ανάγκη να κοινωνηθεί κάτι και να διερευνηθεί ο ΤΡΟΠΟΣ για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Νομίζω ότι αυτή είναι, αυτονοήτως, μια απλή φυσική ανάγκη. Καταφάσκω απολύτως στη λεγόμενη αφηρημένη γνώση και στην όποια απόλαυση προσφέρει, αλλά η ενεργώς μετοχική εμπειρία στη γνώση, το ίδιο το εμπειρικό βίωμα, είναι άλλης τάξεως… Θα έλεγα πως ομνύει και θυσιάζει στον «θετικισμό» που εκπέμπει το Υπαρκτό με απόλυτους όρους αυστηρής… επιστημονικότητας.
[
 
Η φιλοσοφίας της μέτρησης και η ίδια η μέτρηση στο έργο Οι Πειρασμοί του Μεγ. Αντωνίου αποβλέπει στην πρόσληψη. Το προσληπτό βλέπει μόνον σε γνωσιολογικό (αν θέλετε νοητικό ;…) κεκτημένο/δεδομένο ; Ναι. Αλλά μόνον ; Όχι, καθώς αφ’ εαυτού ως ΜΕΤΡΗΜΕΝΗ με χ κριτήρια μέτρησης μονάδα, επιζητεί να παραπέμψει τον κοινωνό της σε μια ΕΦΑΡΜΟΓΗ αυτής της μέτρησης (δείτε την σαν έναν ελαστικό και εύκαμπτο μαθηματικό τύπο…) στη ζωή του, γεγονός που θα τον οδηγήσει στην εμπειρική βίωσή της. Παράλληλα, θα του δημιουργήσει, ασφαλώς, νοητικά μιαν αντίστοιχη αντίληψη για τα πράγματα. Επ’ ουδενί στατική. Αντιθέτως, είναι κινούμενη και κινητική, όπως όλος ο αριστοτελικός, ας πούμε, κόσμος, ακριβώς για να εφαρμόζεται με άπειρες παραλλαγές και διαφοροποιήσεις παντού. Τη μετρητική μονάδα που προτείνει το έργο Οι Πειρασμοί του Μεγ. Αντωνίου θα την ονόμαζα, με μια λέξη, …στατικά κινούμενη μονάδα μέτρησης, όσο κι αν αυτό ακούγεται αντιφατικό και παραπέμπει σε πολεμική αντινομία. Στατικά κινούμενη μονάδα μέτρησης, αφενός διότι εμπλέκει ενεργά τον «παρατηρητή» (στην προκειμένη περίπτωση τον αποδέκτη/κοινωνό του ποιήματος), και αφετέρου διότι οι άξονες από τους οποίους εξαρτάται και συναρτάται δεν παρουσιάζουν αμεταβλησία και σταθερότητα, αλλά υπόκεινται σε διαρκή αλλαγή και είναι κινούμενοι. Ωστόσο, στατικό και αμετάβλητου χαρακτήρα είναι το υπόδειγμα, ο τύπος μέτρησης που εισηγείται, που ερείδεται σε μια συγκεκριμένη φιλοσοφική θεώρηση των περί την Τέχνη και του Υπαρκτού, των όντων δηλαδή ως τέτοιων.
 Θεωρώ ότι ο προβληματισμός και μόνο που τίθεται εδώ με αφορμή ένα έργο τέχνης για το πώς μεταλαμβάνεται κάτι (εδώ ένα λογοτεχνικό/ποιητικό έργο) με εργαλείο τη μέτρηση, είναι αυτό που αξίζει πάνω απ’ όλα. Απαντήσεις ποικίλες θα δοθούν. Επιβάλλεται. Όμως, θα είναι ΕΝΤΟΣ του αυλακιού που αυτός ο προβληματισμός άνοιξε. Ξέρετε, βασανιζόμαστε ΚΑΙ στη Τέχνη, όπως άλλοι στα μικροσκόπια και τα τηλεσκόπια… Και θα έλεγα ότι αναζητεί και η Ποίηση… «στοιχειώδη» σωμάτια, κάνει και η ίδια τη δική της σωματιδιακή έρευνα πατώντας, κρίνω, σ’ ένα πολύ πιο ολισθηρό έδαφος από εκείνο της Φυσικής : τον (αναπόδεικτο) αέρα (που περί γαίαν ειλίσσεται…). Και ο μετεωρισμός εξ αυτού ; Πάθος δια βίου. Ας είναι. Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω παρουσιάζω, για τους ενδιαφερόμενους, τους συνδέσμους δημοσιεύσεων που αφορούν στο μετρολογικό δοκίμιο και στο προαναφερθέν ποιητικό έργο : 





Η υπόρρητη αντίληψη, αν θέλετε, που κεντρίζει την επιθυμία να μετρηθεί ένα έργο τέχνης είναι ότι η «μετοχή συνιστά υπαρκτικό γεγονός» και «είναι ένωση με το γινωσκόμενο»[2]. Ξεπερνά την απλή πιστοποίηση που αφορά σε χ αντικείμενο και επεκτείνεται στη σχέση μαζί του. Νομίζω ότι η ίδια η γνώση «δικαιώνεται» από τη μετοχή εις τι ή εις ποιόν, κι αυτό το αναγνωρίζει, κρίνω, η Επιστήμη, μόνο που χρησιμοποιεί έναν άλλο όρο για να περιγράψει το γεγονός της εμπειρικής πιστοποίησης (και συνακόλουθα μετοχής…) : επαλήθευση. Επί την αλήθεια. Άριστη ορολογία. Στη συνάφεια αυτή θέλω να θέσω στην κρίση σας κάποιες θεματικές προς διερεύνηση που ανασύρω από το συρτάρι μου, οι οποίες ούτε ποτέ δημοσιεύθηκαν, ούτε και έχουν υποστεί μέχρι τώρα πλήρη επεξεργασία αλλά θέτουν, νομίζω, ερωτήματα και προκαλούν, ελπίζω, προβληματισμό. Τις οποίες, όμως, δεν θα αναπτύξω καθόλου σήμερα και θα τις αφήσω να ηχούν τους υπαινιγμούς τους: 1Σχέση μέτρου-μεγέθους (Το μέτρημα είναι μια οικείωσις ενός χ αντικειμένου, το οποίο πάντα έχει ένα χ μέγεθος ; Η μέτρηση, δηλαδή, ως σχέση ;). 2. Έχει ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ η μέτρηση ; Όχι δεν εννοώ αν μετρά το περιβάλλον, όχι. Αλλά αν η ίδια συντελείται ΣΕ περιβάλλον, ΜΕ περιβάλλον, ΑΠΟ περιβάλλον… ΑΝ έχει περιβάλλον, τότε το έχει… ΟΥΣΙΩΔΩΣ ; 3.Τι θα σήμαινε αποτυχία της μέτρησης ; Αποτυχία πώς, σε τι, προς τι ; Αποτυχία είναι η μη σύλληψη του λεγομένου αντικειμένου ;… 4.Η μέτρηση είναι ή μπορεί να θεωρηθεί ως αντιστοιχία ιδιοτήτων χ αντικειμένων, έτσι ώστε με χ τρόπο να τα οικειωθούμε και να μετάσχουμε σ’ αυτά ; 5. Η ακρίβεια στη μέτρηση είναι η είσοδος μετοχής στο αντικείμενο; 6. ΠΩΣ μπορεί στην Τέχνη να εντοπισθεί Μέγεθος (!!!) ώστε να μετρηθεί ; 7. Το μέγεθος στην τέχνη γίνεται από τον ΤΡΟΠΟ μεταφοράς κάτινος στο πεδίο της ; 8. ΠΩΣ μετριέται η «αριστοτελική» Πράξη που έχει μέγεθος ; (αναφέρομαι στον περίφημο ορισμό της τραγωδίας από την Ποιητική του Αριστοτέλους). Και ποιο το μέγεθός της ; Πώς ορίζεται αυτό ; Γιατί θεωρείται μέγεθος ; Η ποσότητα στην τέχνη έχει μεν άπειρο αριθμό βαθμών, όμως σκοπό της έχει να γίνει συγκεκριμένη ποιότητα, η οποία συγκεκριμένη ποιότητα θα έχει ΕΝΑΝ και μόνο βαθμό ; !!!! 9. Κρίνω πως η μέτρηση προϋποθέτει πάντα ένα ΕΑΝ. Το οποίο αφορά στα ίδια τα αντικείμενα, δλδ αυτό το ΕΑΝ είναι απροσδιόριστο σε τελική ανάλυση, αφού τα αντικείμενα δεν είναι στατικά. Είναι ορθή αυτή η προσέγγιση ; 10. Είναι ο χ χώρος θεμελιώδης συνάρτηση της ακριβούς μέτρησης ; (όμως ας σκεφτούμε ότι ο χώρος στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι πρόχειρα παρεχόμενος, ούτε και η εξομοίωση του (εν Τέχνη), κάποτε, μπορεί να αποκαταστήσει πλήρως τις φυσικές συνθήκες …).
Δεν προχωρώ βήμα. Αφού έχει εκτεθεί ήδη, έστω και στις γενικές του γραμμές, το περιεχόμενο της φιλοσοφίας της μέτρησης, που ενώνει, προφανώς, ως εξετέθη τα πεδία της Επιστήμης-Φιλοσοφίας, θα εξαντλήσω το υπόλοιπο της εισήγησης στο να μιλήσω όσο πιο πρακτικά γίνεται και να καταστήσω, όσο μπορώ, σαφές το θέμα. Εν όψει της δημιουργίας ενός ποιητικού έργου αναζητήθηκε ΧΩΡΙΣ προειλημμένη απόφαση ή κάποιο έτοιμο υπόδειγμα
]1
.Η μορφολογία του έργου
2.Κρίθηκε κατάλληλη η μορφή του έπους, το οποίο θα διαρθρωνόταν σε Άσματα
3.Η μορφολογία επιλέχθηκε ως προσφυέστατη λόγω ενός γεγονότος (εποποιίας), δηλαδή κάτινος μεγάλου, μεγαλοπρεπούς, ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ, για να θυμίσω έναν αριστοτελικό όρο («…η εποποιία… μίμησις είναι σπουδαίων», βλ. Αριστ. Ποιητική 1449b). Είχα δηλαδή την πρώτη ένδειξη ΜΕΤΡΟΥ.   
4. Αφού είχα εντοπίσει το ΜΕΓΕΘΟΣ της ΠΡΑΞΕΩΣ υποδεικνυόταν ένα ΕΙΔΟΣ, δηλαδή υποδεικνυόταν εντελώς ΦΥΣΙΚΑ η ΕΚΤΑΣΗ και το ΕΚΤΕΝΕΣ. Θα πρέπει να πω, όμως, ότι αυτό υποκρύπτει το ερώτημα : μια χ Πράξη φέρει (αναγκαστικά) πάντα το αναζητούμενο, μετρητικά, οικείο της Μέγεθος, που αμφότερα οδηγούν, κατά την ενδεχόμενη αποτύπωσή τους στην χ μετρητική αποτύπωση, που με τη σειρά της οδηγεί στο χ συγκεκριμένο Είδος ;
8
5. Το Μέγεθος, ο Όγκος του Έπους έθετε σχεδόν εξαρχής προβλήματα μικρόκοσμου-μακρόκοσμου, σωματιδιακής (ποιητικής) Φυσικής αφενός και γαλαξιακών, αν όχι συμπαντικών…, διαστάσεων αφετέρου. Εννοώ ότι το Μέγεθος ήταν ανάγκη να καταστεί ΠΡΟΣΛΗΠΤΟ, να μετέχεται άμεσα και συνακόλουθα να «στηθεί» μινιμαλιστικά. Έτσι,
6.Κατέτμησα (διέσπασα το «άτομο» δηλαδή…) τα συστατικά του άσματος αφενός θραύοντας τον Όγκο/Μέγεθός του και στη συνέχεια κατέτμησα το Έπος (διέσπασα και αυτού το «άτομο» δηλαδή…) με την αρίθμηση Ασμάτων (Ραψωδιών, αν προτιμάτε), με όχι άλλον ΣΚΟΠΟ, επαναλαμβάνω, από την προσοικείωση/μετοχή του Μεγέθους μέσω της σμίκρυνσής του και της ελαχιστοποίησής του (της εμφάνισης τής σωματιδιακότητάς του δηλαδή…), η οποία, παράλληλα, τείνει να συμπυκνώνει ακέραιο το όλον και το Μέγεθος και να το εξεικονίζει στην πλέον βαθειά και καίρια πυρηνικότητά του. Θυμίζω και πάλι, ως βοήθεια για τη σκέψη μας, την αριστοτελική άποψη για το Επος σε σχέση με το Μέτρο : «μετά μέτρου λόγω μίμησις είναι», 1449b, διαθέτει εγγενώς ΜΕΤΡΟ δηλαδή, και το σπουδαιότερο, όπως θα φανεί και από τα αμέσως παρακάτω, ότι κατά Αριστοτέλη (και δεν έχει καθόλου άδικο): «η δε εποποιία αόριστος» (βλ. ενθ. αν. 1449b), δηλαδή δεν παρέχεται μονολιθικά και τελεσίδικα κάποιο απολυτοποιημένο Μέτρο. Είναι αυτονόητο, νομίζω, εδώ ότι εισερχόμαστε στην απροσδιοριστία των μετρήσεων.
7.Κατατμώντας το Έπος και τα Άσματα που το διαρθρώνουν αναζητήθηκε η ακέραιη ποιητική μονάδα, η «μικροσωματιδιακή» αυτοτελής και ακέραιη ποιητική μονάδα, που αν αναφαινόταν (ας πούμε δια του ποιητικού μικροσκοπίου…) θα καθιστούσε Προσληπτό αρχικά το Άσμα και το Άσμα, με τη σειρά του, το Έπος.
[] 8. Βασιζόμενος στο λόγο του Αριστοτέλη για «πρέπον μέγεθος» (δίχως ο Αριστοτέλης να το καθορίζει επαναλαμβάνω) αλλά και για «πείρα» (υπό τον ορίζοντα, υπολαμβάνω, μιας σχέσεως με αυτό τούτο το ΦΥΣΙΚΟ…, αφού η «φύσις διδάσκει» 1460a, - το πώς της μέτρησης υπολαμβάνω εγώ…), είχα κάθε δικαίωμα να συσχετίσω την «πείρα» με κάθε έννοια δημιουργικής και αποκαλυπτικής (ποιητικά ή μη…) σχετικότητας κι ακόμη να βασίσω αυτή τη σχετικότητα πάνω στο «πρέπον» (!!!), προσδίδοντάς της οντολογική προοπτική, δηλαδή μια μορφή θεμελίου στατικού που, μολαταύτα, …κινείται (μετρητικά κατά το φαινόμενον, και καλλιτεχνικά/φιλοσοφικά βάσει αυτής τούτης της μέτρησης).  
9.Για την εύρεση όλων αυτών των μετρικών μονάδων υπήρχε, αυτονόητα, η ανάγκη… «μικροσκοπίου». Το μικροσκόπιο που διαθέτει το ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ είναι ο οφθαλμός (ιδιότυπης ίσως φύσεως). Ο οφθαλμός θεωρεί το ΜΕΓΕΘΟΣ μιας ΠΡΑΞΕΩΣ και συνεπώς εν προκειμένω το πράττειν του Μεγ. Αντωνίου, το συγκεκριμένο αυτό πράττειν, ήταν εκείνο που όρισε και το μέγεθος και το είδος (εποποιία) και το ενιαίο του ποιητικού εδώ τρόπου (μια που το στιγμιαίο μήκος μια πράξεως είναι πάντα κάτι ενιαίο).
[στην παρούσα διαφάνεια βλέπουμε τη προσεπιμαρτύρηση του Heidegger τόσο για το φιλοσοφείν στο ποιείν, όσο και για το μετράν στο ποιείν/οικείν, αλλά παράλληλα και για το φιλοσοφείν επί της μετρολογίας/μετρητικής. Παρατίθεται εδώ ως απλά μια σύγχρονη αναφορά, επιβεβαιωτική των αρχαίων αριστοτελικών υποψιασμών.] Ο Οφθαλμός (το ποιητικό μικροσκόπιο) μέτρησε το ΜΗΚΟΣ μιας πράξεως. Και «έστησε» την σωματιδιακή ποιητική μονάδα. Σπεύδω να τονίσω ότι το Μέγεθος δεν είναι κάτι αυθαίρετο και τυχαίο (κάτι που δεν νοείται «οπόθεν έτυχεν άρχεσθαι μηθ’ όπου έτυχε τελευτάν»), όπως κάποιος, ανοήτως, θα νόμιζε εξισώνοντας ή εξομοιώνοντας την αυθαιρεσία με την απροσδιοριστία και με το δομικά εκάστοτε των μετρήσεων. Η απροσδιοριστία των μετρήσεων, η ολότελα ακριβής επί του συγκεκριμένου και εκάστου…, δεν συνεπάγεται επ’ ουδενί αυθαιρεσία και τυχαιότητα. Απλουστεύοντας την εκφραστική μου, εννοώ πως ΔΕΝ υφίσταται αυθαιρεσία στο μικροσκόπιο.
[] 10. Το κριτήριο που όρισε ποια θα είναι η ελάχιστη δυνατή ποιητική μονάδα, δηλαδή ποιο το ποίημα αστραπή, είναι ο Χρόνος. Ο Χρόνος νοούμενος ως τα ακραία σημεία της νοητής ευθείας ενός γεγονότος. Υπό την νόμιμη “αυθαιρεσία” πάντοτε του ποιητικού βλέμματος, το οποίο καθορίζει αυτά τα σημεία και οριοθετεί την αρχή και το τέλος τους. Η μέτρησή μου, η εκ μέρους μου τμηματοποίηση του Άσματος, οφείλω επιπροσθέτως να τονίσω πως είναι θεμελιωδώς εικονολογική.
[ Θα σταματήσω εδώ. Στα μισά των εν τω ποιητικώ εργαστηρίω πεπραγμένων. Στα πλαίσια αυτής της εισήγησης και στα ασφυκτικά χρονικά περιθώρια που τίθενται δεν είναι δυνατόν να εκτεθεί στην πληρότητά του το μετρολογικό/φιλοσοφικό εγχείρημα που υποβαστάζει ένα ποιητικό έργο. 
                                                                                            Κρίνω    καλύτερο να κλείσω με την παράθεση κάποιων παραδειγμάτων  
[] επιτροχάδην και δυστυχώς σχηματικά και τηλεγραφικά,  τονίζοντας όμως πρώτα ότι ήταν εμφανές
στο εγχείρημα μου πως το σωματίδιο νοηματίζεται από το όλον, πως το όλον εξασφαλίζει το νόημα του σωματιδίου και η σχέση μεταξύ των δύο είναι (επιτρέψτε μου τον όρο) …σωτηριολογική.  Ευχαριστώ.
 και κλείνοντας γίνεται η
   


©ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ




[1] Η παρούσα εισήγηση αποτελεί συνοπτική μα και τρόπον τινά επεξηγηματική παρουσίαση των διαλαμβανομένων χώρα στην εισήγηση των Βασίλη Κωνσταντούδη – Στάθη Κομνηνού κατά το 6ο Τακτικό Εθνικό Συνέδριο Μετρολογίας (13-14 Μαΐου 2016) (βλ. πρόσφατη δημοσίευση στο CANTUS FIRMUS http://cantfus.blogspot.com/2018/12/blog-post_17.html, προσπελάστηκε 30-12-2018). Δημοσίευση ολόκληρης της τότε εισηγήσεως μα και του μετρολογικού δοκιμίου που προτάσσετο του ποιητικού έργου Οι Πειρασμοί του Μεγ. Αντωνίου, μπορεί ο ενδιαφερόμενος να βρει στoυς ακόλουθους συνδέσμους (προσπελάστηκαν στις 6/12/2018) : https://www.academia.edu/24255390/ΒΑΣ , https://www.academia.edu/20001770/ΣΤΑΘΗ_ΚΟΜΝΗΝΟΥ_ΟΙ_ .
  
[2] Βλ. Χρήστου Γιανναρά, Χάϊντεγκερ και Αρεοπαγίτης, σελ.109, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1988


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου