Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα


Του Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν – 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένας γκρινιάρης βασιλιάς. Κάθε μέρα ζητούσε από τους ράφτες του να του ράβουν καινούρια ρούχα για να εντυπωσιάζει τους υπηκόους του.

Ύστερα από μερικά χρόνια όμως, οι ράφτες του δε μπορούσαν να σκεφτούν νέα σχέδια. Όταν τόλμησαν να του το πουν, ο βασιλιάς θύμωσε πάρα πολύ και άρχισε να τους φωνάζει:
– Είστε τρελοί; Δε μπορώ να φοράω κάθε μέρα τα ίδια ρούχα!
Την επόμενη μέρα, ο βασιλιάς έστειλε τους φρουρούς του να ξεχυθούν στους δρόμους και να διαλαλήσουν ότι όποιος του έφτιαχνε τα πιο πρωτότυπα ρούχα θα ανταμειβόταν γενναιόδωρα.
Όλοι οι ράφτες της χώρας έβαλαν τα δυνατά τους για να τον ικανοποιήσουν, αλλά ο γκρινιάρης βασιλιάς τους έδιωχνε, γιατί έβρισκε πολύ συνηθισμένα τα ρούχα που του πρότειναν.
Ώσπου μια μέρα έφτασαν στο παλάτι δυο νεαροί, που ζήτησαν να δουν το βασιλιά.
– Μεγαλειότατε, ταξιδέψαμε από την Περσία μέχρι την όμορφη χώρα σας για να ικανοποιήσουμε την επιθυμία σας. Είμαστε δυο γνωστοί ράφτες και φτιάχνουμε ρούχα από ένα πολύ σπάνιο ύφασμα. Το ύφασμα αυτό μπορούν να το δουν μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι!
-Χμμ.. πολύ ενδιαφέρον. Έτσι θα μπορέσω να καταλάβω ποιοι από τους υπηκόους μου είναι έξυπνοι και ποιοι είναι χαζοί. Εντάξει, λοιπόν! Ξεκινήστε αμέσως το ράψιμο.
…διέταξε ο βασιλιάς και τους έδωσε ένα μπαούλο γεμάτο χρυσά νομίσματα.
Οι ράφτες όμως, ήταν στην πραγματικότητα δυο απατεώνες που είχαν κοροϊδέψει το βασιλιά. Έτσι, κάθισαν στον αργαλειό και άρχισαν να προσποιούνται ότι ράβουν τα καινούρια ρούχα του βασιλιά.
Ύστερα από μερικές μέρες, ο βασιλιάς έστειλε τον έμπιστο σύμβουλό του να δει αν τα ρούχα του ήταν έτοιμα. Ο σύμβουλος κοίταζε και ξανακοίταζε τον αργαλειό, αλλά δεν έβλεπε τίποτα!
Ο καημένος ο σύμβουλος δεν ήξερε τι να κάνει. Αν του έλεγε ότι δε μπορούσε να δει το ύφασμα, ο βασιλιάς θα νόμιζε ότι ήταν χαζός και θα τον έδιωχνε από το παλάτι. Έτσι, αποφάσισε να του πει ψέματα.
– Μεγαλειότατε, δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφα ρούχα! Είμαι σίγουρος ότι θα ενθουσιαστείτε μόλις τα δείτε!
Ο βασιλιάς χάρηκε τόσο πολύ με τα νέα, που έδωσε στους δυο πονηρούς ράφτες άλλο ένα μπαούλο με χρυσά νομίσματα.
Ύστερα από λίγες μέρες, ο βασιλιάς έστειλε τον αξιωματικό της φρουράς του να ρωτήσει πότε θα ήταν έτοιμα τα καινούρια ρούχα του. Ο καημένος ο αξιωματικός κοίταζε και ξανακοίταζε τον αργαλειό, αλλά δεν έβλεπε το ύφασμα!
Όταν γύρισε στην αίθουσα του θρόνου, ο αξιωματικός φοβόταν τόσο πολύ μήπως χάσει τη θέση του, που αναγκάστηκε να πει στο βασιλιά ότι τα καινούρια ρούχα του ήταν περίφημα!
Ο βασιλιάς ήταν πολύ χαρούμενος, αλλά είχε αρχίσει να ανυπομονεί. Έτσι, αποφάσισε να επισκεφτεί τους ράφτες για να δει με τα ίδια του τα μάτια τα καινούρια του ρούχα.
Όταν ο βασιλιάς μπήκε στο εργαστήριο, πλησίασε στον αργαλειό, κοίταξε, ξανακοίταξε, αλλά δεν είδε τίποτα!
– Πως σας φαίνονται τα καινούρια σας ρούχα μεγαλειότατε; Δεν είναι υπέροχα;
…τον ρώτησαν ο σύμβουλος και ο αξιωματικός.
– Θεέ μου! Πως είναι δυνατόν; Γιατί δε βλέπω το ύφασμα; Μήπως είμαι χαζός;
…σκέφτηκε ο βασιλιάς που είχε αρχίσει να ιδρώνει από τον φόβο του. Δε μπορούσε όμως να ομολογήσει την αλήθεια στους αυλικούς του!
Τελικά ένα πρωί, οι δυο ράφτες επισκέφτηκαν το βασιλιά στο παλάτι για να του ανακοινώσουν ότι τα ρούχα του ήταν έτοιμα. Έπειτα, άνοιξαν μια τσάντα και προσποιήθηκαν ότι έβγαζαν από μέσα τα καινούρια ρούχα για να του τα δείξουν.
– Πως σας φαίνονται μεγαλειότατε; Είμαστε σίγουροι ότι οι υπήκοοι σας θα μείνουν άφωνοι από θαυμασμό μόλις σας δουν μ’ αυτά τα ρούχα
…είπαν οι απατεώνες.
Οι δυο ράφτες τον βοήθησαν να βγάλει την στολή του και ο βασιλιάς άρχισε να προσποιείται ότι βάζει τα καινούρια του ρούχα κουνώντας τα χέρια και τα πόδια του.
– Ω, είναι θαυμάσια! Και τόσο άνετα και δροσερά! Λοιπόν; Πως σας φαίνονται;
…ρώτησε το σύμβουλο και τον αξιωματικό του που τον παρακολουθούσαν έκπληκτοι.
– Είναι υπέροχα, μεγαλειότατε, και σας πηγαίνουν πάρα πολύ.
…του απάντησαν φοβισμένοι.
Έπειτα, ο βασιλιάς διέταξε να βγουν όλοι στους δρόμους για να θαυμάσουν τα καινούρια του ρούχα. Καθώς περνούσε ανάμεσα στους υπηκόους του, που είχαν μείνει άφωνοι, φώναζε καμαρώνοντας:
– Μόνο όσοι είναι έξυπνοι μπορούν να δουν τα ρούχα μου!


Και οι καημένοι οι άνθρωποι χειροκροτούσαν και φώναζαν ενθουσιασμένοι ότι τα καινούρια ρούχα του βασιλιά ήταν καταπληκτικά!
Ξαφνικά όμως, μέσα από το πλήθος, πετάχτηκε ένα αγοράκι που πλησίασε το βασιλιά και άρχισε να φωνάζει:
– Κοιτάξτε! Ο βασιλιάς βγήκε στο δρόμο γυμνός! Θα κρυώσει!
Ο κόσμος ξέσπασε σε δυνατά γέλια και ο βασιλιάς μονολόγησε ντροπιασμένος:
– Θεέ μου! Το παιδί έχει δίκιο! Είμαι γυμνός! Οι δυο ράφτες με κορόιδεψαν!
Έπειτα πήρε στην αγκαλιά του το αγοράκι, ανέβηκε βιαστικά στο άλογο του και κάλπασε προς το παλάτι.
Όλοι νόμιζαν ότι ο βασιλιάς θα σκότωνε το καημένο το παιδί που τον έκανε ρεζίλι. Το επόμενο πρωινό, όμως, ο βασιλιάς κάλεσε το σύμβουλο και τον αξιωματικό του και τους είπε:
– Αυτό το αγοράκι είναι πολύ έξυπνο και ειλικρινές. Δε φοβήθηκε να μου πει την αλήθεια. Γι’ αυτό θέλω να το ανταμείψετε με πολλά δώρα και να στείλετε μερικά σακιά χρυσές λύρες στους φτωχούς γονείς του!
Και από εκείνη τη μέρα ο βασιλιάς σταμάτησε να ασχολείται με τα ρούχα του και άρχισε να κυβερνά τη χώρα του δίκαια και σοφά!

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα


“Matchgirl” by Johan Thomas Lundbye


Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα (πρωτότυπο στα ΔανικάDen Lille Pige med Svovlstikkerne) είναι μία ιστορία μικρού μήκους από τον Δανό ποιητή και συγγραφέα Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (δανικά: Hans Christian Andersen). Η ιστορία αφορά στα όνειρα και στην ελπίδα ενός ετοιμοθάνατου παιδιού, και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1845. Η ιστορία έχει προσαρμοστεί σε κινούμενα σχέδια, τηλεοπτικές μουσικές ταινίες και άλλα.


Έκανε παγωνιά, αλλά φοβόταν να γυρίσει στην τρώγλη της καθώς ο πατέρας της θα την χτυπούσε μην έχοντας πουλήσει τα σπίρτα. Σε κάποιο παράθυρο είδε ένα στολισμένο δωμάτιο και μία τρυφερή μανούλα να ταΐζει με στοργή και απέραντη αγάπη την κορούλα της. Τότε βούρκωσε. Αποκαμωμένη και μελαγχολική βρήκε καταφύγιο σε μια γωνιά και άναψε ένα σπίρτο για να ζεσταθεί. Στην λάμψη τους είδε αρκετά υπέροχα οράματα, συμπεριλαμβανομένων ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου και γιορτινών διακοπών. Το κορίτσι κοίταξε προς τον ουρανό είδε ένα πεφταστέρι και θυμήθηκε την αποθανούσα γιαγιά της να λέει πως ένα τέτοιο αστέρι σημαίνει πως κάποιος πέθανε και πάει στον παράδεισο. Καθώς άναψε το επόμενο σπίρτο είδε ένα όραμα με την γιαγιά της, ο μόνος άνθρωπος που την αντιμετώπισε με καλοσύνη και αγάπη. Άναβε το ένα σπίρτο μετά το άλλο για να κρατήσει το όραμα της γιαγιάς κοντά της για όσο περισσότερο μπορούσε.Μία κρύα Παραμονή Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι μιας χιονισμένης πόλης - χαρούμενοι και ζεστά ντυμένοι, φορτωμένοι με ψώνια και δώρα - βάδιζαν βιαστικοί προς τα γιορτινά τους σπίτια, αγνοώντας μία μικρή ορφανή πλανόδια πωλήτρια. Με σβησμένη φωνή, ψιθύριζε αχνά πως δεν ζητιάνευε αλλά πως πουλούσε σπίρτα για να ζήσει. Τότε μια άμαξα πέρασε γρήγορα και η μικρή μόλις που πρόλαβε να τραβηχτεί στην άκρη του δρόμου. Το ένα της τσόκαρο τινάχτηκε μακριά - ένα αγόρι κουκουλωμένο ζεστά το πήρε και έφυγε τρέχοντας - ενώ τα σπίρτα έπεσαν από την ποδιά της και σκορπίστηκαν στον υγρό δρόμο. Το κοριτσάκι γονάτισε στο χιόνι και άρχισε να μαζεύει ένα-ένα τα μουσκεμένα σπίρτα. Αυτά ήταν όλο το βιος και όλος ο κόσμος της, αφού γονείς, σπίτι, οικογένεια ήταν μία μακρινή ανάμνηση γι' αυτή.
Το κοριτσάκι πέθανε και η γιαγιά της μετέφερε το πνεύμα της στον παράδεισο. Το επόμενο πρωί περαστικοί βρήκαν το νεκρό παιδί στην γωνιά, τριγυρισμένο από αναρίθμητα καμένα σπίρτα.


Η πηγή της ιστορίας ήταν μία ευρέως δημοφιλής ξυλογραφία του Δανού καλλιτέχνη Johan Thomas Lundbye που απεικονίζει ένα φτωχό παιδί να πουλάει σπίρτα και η οποία τυπώθηκε στο ημερολόγιο του 1843. Πολλές απεικονίσεις του έργου είχαν σταλεί στον Άντερσεν από τον εκδότη του ημερολογίου, ζητώντας του να γράψει μία ιστορία γύρω από αυτό.
Μία άλλη πηγή έμπνευσης θα μπορούσε να είναι το ταξίδι του Άντερσεν στην Μπρατισλάβα (σλοβακικά: Bratislava), το 1841, όπου έγινε μάρτυρας του τρόπου με τον οποίο η πόλη Ντέβιν (σλοβ.: Devín) κάηκε και οι γυναίκες έψαχναν για τα χαμένα τους παιδιά.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ

επιμέλεια άρθρου Νότα Χρυσίνα


Τα παραμύθια κάνουν καλό στην ψυχή μας. Μέσα από τα σύμβολά τους «λύνουμε» τα δικά μας θέματα. Το παραμύθι είναι περισσότερο κοντά στην ιστορία από το μύθο. Ο μύθος αφορά ήρωες ενώ το παραμύθι απλούς ανθρώπους. Μέσα στο παραμύθι καλύπτονται τα συναισθήματά μας. Το παραμύθι έχει συνήθως καλό τέλος.
Η ψυχοκρατική προσέγγιση των παραμυθιών βοηθάει να αντιληφθούμε την παιδική σκέψη.  Σύμφωνα με την ψυχοκρατική ιδιότητα της παιδικής σκέψης και του ψυχισμού (ανιμισμός , ανθρωπομορφισμός) τα άψυχα αντικείμενα θεωρούνται πως έχουν αισθήσεις, είναι ζωντανά πλάσματα με ανθρώπινη συμπεριφορά, συναισθήματα και προθέσεις.
Τα παιδιά που δεν μεγάλωσαν με παραμύθια έχουν περισσότερα προβλήματα.

Ο Σουλτάνος Σαχριάρ ακούει με ενδιαφέρον τα Παραμύθια της Χαλιμάς.

Οι «Χίλιες και μία νύχτες» είναι συλλογή ιστοριών και παραμυθιών από τη Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία που συγκεντρώθηκαν και αποδόθηκαν στα αραβικά κατά τη διάρκεια της Ισλαμικής Χρυσής Εποχής. Είναι επίσης γνωστή ως Αραβικές νύχτες ή Παραμύθια της Χαλιμάς.
Οι «Χίλιες και Μία Νύχτες» στηρίζονται στην κεντρική ιστορία ενός Πέρση βασιλιά, του Σαχριάρ, και της νέας του νύφης. Ο βασιλιάς συγκλονίζεται όταν ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του αδελφού του είναι άπιστη και όταν ανακαλύπτει ότι και η δική του γυναίκα ήταν επίσης άπιστη, και μάλιστα με ένα δούλο του παλατιού, την εκτελεί. Όμως ήταν τόσο μεγάλη η πίκρα του και η θλίψη του, ώστε έγινε μισογύνης πιστεύοντας ότι όλες οι γυναίκες είναι ίδιες. Έτσι, ο βασιλιάς Σαχριάρ άρχισε να παντρεύεται κάθε μέρα και μία παρθένα, την οποία εκτελούσε το επόμενο πρωί ώστε να μην έχει την ευκαιρία να τον ατιμάσει. Τελικά ο βεζίρης, του οποίου το καθήκον ήταν να του βρίσκει παρθένες, δεν μπορούσε πια να του βρει άλλες νύφες. Η Σεχραζάντ (σημαίνει "ευγενικής καταγωγής"), κόρη του βεζίρη, προσφέρεται η ίδια να γίνει η επόμενη νύφη και ο πατέρας της το αποδέχεται απρόθυμα. Τη νύχτα του γάμου τους, η Σεχραζάντ ξεκινάει να αφηγείται στον βασιλιά ένα παραμύθι, το οποίο όμως αφήνει ανολοκλήρωτο. Ο βασιλιάς, θέλοντας ν' ακούσει τη συνέχεια και το τέλος του παραμυθιού, αναγκάζεται να αναβάλει την εκτέλεσή της. Το επόμενο βράδυ, η Σεχραζάντ τελειώνει την αφήγηση του παραμυθιού και αμέσως αρχίζει άλλο, το οποίο αφήνει επίσης ανολοκλήρωτο. Ο βασιλιάς, θέλοντας ν' ακούσει και πάλι τη συνέχεια, αναβάλλει για άλλη μια φορά την εκτέλεση της Σεχραζάντ, κι αυτό συνεχίζεται για 1.001 νύχτες. Το τελευταίο βράδυ, ο βασιλιάς αποφασίζει να της χαρίσει τη ζωή για πάντα κι έτσι η Σεχραζάντ παραμένει βασίλισσα.

Ο βασιλιάς μέσα από τις αφηγήσεις λύνει τα θέματα που τον βασανίζουν.


Στην Ελλάδα υπάρχουν οι μύθοι του Αισώπου. Σε έργα του Πλάτωνα αναφέρονται μύθοι που λέγονταν σε παιδιά σε στιγμές ανάπαυσης ώστε να παίξουν διδακτικό ρόλο.  Τα λαϊκά παραμύθια υπάρχουν τόσο στο Βυζάντιο όσο και στην Τουρκοκρατία.  
Τα παραμύθια των Ελλήνων έχουν βασικό στοιχείο το χιούμορ, την υπερβολή και το υπερφυσικό στοιχείο. Αντίθετα τα παραμύθια των Γάλλων έχουν ερωτισμό και διαλόγους και των Γερμανών δεν έχουν συναίσθημα στον λόγο ωστόσο οι κινήσεις δείχνουν τα συναισθήματα.
Η γνώση της ταυτότητάς φαίνεται και από την ικανότητα να αφηγούμαστε μια ιστορία.
Μέσα από την βία των παραμυθιών επεξεργαζόμαστε τα βίαια ένστικτά μας.

Γκυστάβ Ντορέ, Gustave Doré (1832-1883)

Η  «Κοκκινοσκουφίτσα»  είναι ένα παραμύθι που υπάρχει σε πολλές εκδοχές. Στον μεσαίωνα, 1023 περίπου,  υπάρχει η εκδοχή που λέει ότι  η  Κοκκινοσκουφίτσα ήταν ένα κορίτσι που έκανε παρέα με λύκους. Μετά εμφανίζεται το 1690 ως το κοριτσάκι που φοράει κόκκινο σκούφο, το κόκκινο χρώμα παραπέμπει στην σεξουαλικότητα και την επιθετικότητα, την αλλαγή από την παιδικότητα στην εφηβεία. Το υπονοούμενο της σεξουαλικότητας  φαίνεται στην εικόνα όπου η Κοκκινοσκουφίτσα ξαπλώνει με τον λύκο. Στην εκδοχή του Περώ, το 1697,  η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν η εύκολη γυναίκα, το κοριτσάκι που ξεγελάει ο λύκος-άνδρας και το ηθικό δίδαγμα είναι ότι «προσέξτε μην την πάθετε όπως η Κοκκινοσκουφίτσα» καθώς ο λύκος τρώει την Κοκκινοσκουφίτσα στο τέλος.

 Στην εκδοχή των αδερφών Γκριμ το παραμύθι έχει καλό τέλος. Εκεί μπαίνει στην μέση ο κυνηγός και σώζει την Κοκκινοσκουφίτσα. Το πρόσωπο του κυνηγού ήταν σημαντικό καθώς έδειχνε προστασία αλλά και ήταν το σύμβολο του πατέρα. 

Εικονογράφηση του Γκυστάβ Ντορέ από το πρωτότυπο του Περώ

«Η Σταχτοπούτα»  είναι ένα παραμύθι που δείχνει ότι έχουμε θέματα με τα αδέλφια μας και με την μητέρα. Η «Σταχτοπούτα» κακοποιείται. Στο παραμύθι υπάρχει η εξιδανικευμένη μητέρα η οποία πεθαίνει και υπάρχει μία μητριά που φέρεται άσχημα και ο πατέρας είναι ή παθητικός ή αδιάφορος. Η Σταχτοπούτα ασχολείται με τις στάχτες και από τις στάχτες φτάνει στο Παλάτι όπου συμβολίζει την εσωτερική μας Αναγέννηση. 

Το παραμύθι αυτό ξεκινάει από την Κίνα. Το πόδι και το ταίριασμα με το γυάλινο γοβάκι έχει ερωτικό συμβολισμό αλλά και δείχνει την αντοχή στις δυσκολίες που χρειάζεται για να φτάσεις σε ανώτερη σφαίρα στην ζωή. Ο πρίγκιπας βοηθάει στην αποκατάσταση του δικαίου, ως διαμεσολαβητής, καθώς στα παραμύθια υπάρχει το δίπολο καλός-κακός. 

Το αίσθημα δικαίου των παιδιών αποκαθίσταται καθώς υπάρχει η παιδική αίσθηση ότι οι ήρωες είναι απόλυτα καλοί ή απόλυτα κακοί.
Στα ρεαλιστικά παραμύθια, τα σύγχρονα.  οι ήρωες έχουν και καλές αλλά και κακές πλευρές. 


Η χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλίκαρα,σενάριο-σκηνοθεσία Ιάκωβος Καμπανέλης


«Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι»  είναι ένα παραμύθι που οι νάνοι συμβολίζουν τον άνθρωπο που δεν μεγαλώνει ποτέ. Το λευκό δηλώνει την αθωότητα και το ροδαλό προσωπάκι της Χιονάτης το πέρασμα στην εφηβεία. Υπάρχει ο καθρέφτης με τον οποίο μπαίνει το θέμα του ναρκισσισμού. Τίθεται το θέμα της ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ μητέρας –κόρης. Η ανταγωνιστική σχέση μπορεί να μην είναι συνειδητή και η ταύτιση με την ηρωίδα του παραμυθιού δείχνει ένα πρόβλημα που γυρεύει λύση. Το κυρίαρχο θέμα είναι η αποβολή της αθωότητάς μας. Τα αισθήματα ενοχής των εφήβων είναι πολύ έντονα. 

Amano, Ένα φιλί για την ωραία κοιμωμένη.




«Η Ωραία Κοιμωμένη» είναι ένα παραμύθι που μιλάει για την εφηβεία. Ο ύπνος είναι ένας μικρός θάνατος. Το παραμύθι λέει πώς θα βγεις από τον ύπνο δηλαδή την εφηβεία. Η δομή του παραμυθού μας μυεί, μας βοηθάει να περάσουμε ήπια στην λύση. Οι επαναλήψεις είναι ο χρόνος που μάς δείχνει αυτό που πρέπει να μάθουμε στην ζωή.



Σχέδιο του Johnny Gruelle


Η «Ραπουνζέλ» είναι ένα βαυαρικής καταγωγής παραμύθι που  στηρίζεται στο πώς χρησιμοποιούμε το σώμα μας όταν δεν υπάρχει βοήθεια κάποιου πρίγκιπα. Μεταμορφώνει τον εαυτό της μόνη της.
Η Ραπουνζέλ είναι το παιδί που απέκτησε ένα ζευγάρι το οποίο για πολλά χρόνια έμενε άτεκνο. Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, η μητέρα της επέμεινε να φάει λυκοτρίβολα (ένα είδος γλιστρίδας) από τον γειτονικό κήπο μιας μάγισσας. Ο πατέρας, προκειμένου να μην χαλάσει το χατίρι της εγκύου, δεν είχε άλλη επιλογή από το να μπει επανειλημμένα στον κήπο της μάγισσας και να κλέβει από τα σαλατικά. Όταν τελικά γίνεται αντιληπτός από την μάγισσα, αναγκάζεται να της τάξει το παιδί που θα φέρει στον κόσμο η γυναίκα του. Το παιδί αυτό ονομάστηκε από την μάγισσα "Ραπουνζέλ", από την κοινή ονομασία των λυκοτρίβολων (Rapunzeln) στην γερμανική γλώσσα. Η μάγισσα φυλάκισε το παιδί σε έναν πύργο χωρίς πόρτα και τόσο ψηλό που να μην μπορεί να ανέβει σκάλα. Ο μόνος τρόπος να ανέβει η ίδια η μάγισσα ήταν να σκαρφαλώσει στα μακριά χρυσά μαλλιά της Ραπουνζέλ, τα οποία της έριχνε η κοπέλα όταν η μάγισσα της έλεγε το κατάλληλο σύνθημα. Ένα βασιλόπουλο ερωτεύτηκε παράφορα την Ραπουνζέλ όταν την άκουσε να τραγουδά και ήθελε να την γνωρίσει από κοντά. Τελικά, παρακολουθώντας την, έμαθε το σύνθημα της μάγισσας και ανέβηκε στην Ραπουνζέλ. Οι δύο νέοι ερωτεύτηκαν, αλλά όταν έγιναν αντιληπτοί από την μάγισσα, η κοπέλα εξορίστηκε σε μια ερημιά, αφού προηγουμένως η μάγισσα της έκοψε τα μαλλιά. Στην συνέχεια, η μάγισσα χρησιμοποίησε τα κομμένα μαλλιά της Ραπουνζέλ για να φέρει το βασιλόπουλο στον πύργο, όπου και του αποκάλυψε την εξορία της αγαπημένης του και ότι δεν επρόκειτο να την ξαναδεί. Πανικοβλημένος, ο νεαρός πήδηξε από τον πύργο, με αποτέλεσμα να πέσει σε έναν θάμνο με αγκάθια και να χάσει το φως του. Όταν οι δύο νέοι ξανάσμιξαν, μετά από λίγα χρόνια κακουχιών, η Ραπουνζέλ είχε ήδη γεννήσει τα δίδυμα παιδιά τους, τα δε δάκρυα χαράς που έβρεξαν τα μάτια του βασιλόπουλου γιάτρεψαν την όρασή του. Μερικές ημέρες μετά, το βασιλόπουλο γύρισε στο παλάτι του με την Ραπουνζέλ και τα νεογέννητα παιδιά τους και παντρεύτηκαν και στο τέλος έζησαν όλοι ευτυχισμένοι.
Ο κάθε έφηβος νιώθει φυλακισμένος όπως η Ραπουνζέλ στο παραμύθι. Η Ραπουνζέλ ρίχνει τα μαλλιά της και κάνει σκάλα για να ανέβει ο ήρωας και να περάσει σε μια άλλη σφαίρα μαζί της. Η μάγισσα προσπαθεί να κοροϊδέψει τον ήρωα αλλά δεν τα καταφέρνει και ο ήρωας κατακρημνίζεται και χάνει το φως του. Ο ήρωας τυφλώνεται όπως ο Οιδίποδας και παραπέμπει στην γνώση ότι για να κερδίσω την αληθινή γνώση πρέπει να κοιτάξω εντός μου. Το ηθικό δίδαγμα είναι ότι για να μάθεις πρέπει να πάθεις. 




«Η πεντάμορφη και το τέρας» είναι το πασίγνωστο παραμύθι της Ζαν-Μαρί Λε  Πρενς ντε Μπομόν που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1756. Το παραμύθι γνώρισε πολλές παραλλαγές, Το παραμύθι που είναι ο άνδρας ή η γυναίκα που είναι μέσα μας. Αυτό που φαίνεται δεν είναι αυτό που είναι. Η ομορφιά της ψυχής ελευθερώνει και μας κάνει να διορθώσουμε και την εξωτερική πραγματικότητα.


 «Ο πρίγκιπας που έγινε βάτραχος» είναι ένα παραμύθι σύμβολο του νερού. Στο νερό γεννιόμαστε και αλλάζουμε.  Ο βάτραχος είναι σύμβολο σεξουαλικότητας. Το ζώο γαμπρός. Υπονοείται η ωρίμανση αλλά και η συνέπεια. Η κοπέλα κρατάει την μπάλα που συμβολίζει την ιδεατή κατάσταση που έχει η κοπέλα στο μυαλό της για την σχέση. Το παραμύθι έχει το στοιχείο του χιούμορ. Ο βάτραχος είναι γελωτοποιός. Στην αρχαία Αίγυπτο ο βάτραχος ήταν το σύμβολο της μετενσάρκωσης και της Ανάστασης. Συμβολίζεται ο θάνατος του κοριτσιού και η Ανάσταση της γυναίκας.

Ο Κοντορεβιθύλης του Gustave Doré 



«Ο Κοντορεβιθούλης» είναι το παραμύθι που δείχνει πως το μικρό παιδί ήταν αυτό από τον οποίο περιμένει η οικογένεια να την στηρίξει σε δύσκολες εποχές. Τα παιδιά αναγκάζονταν να φύγουν από το σπίτι γιατί δεν είχαν να τα ζήσουν. Μερικές φορές τα παιδιά πήγαιναν σε σχολεία και όταν επέστρεφαν μιλούσαν άλλη γλώσσα από εκείνη των γονιών.





«Ο Μικρός Πρίγκιπας» του του Γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ. Είναι ο χρόνος που έχεις ξοδέψει για να το κάνεις ξεχωριστό. Το παιδί είναι το τριαντάφυλλό μας. Πρέπει να το φροντίσουμε. Αυτό που είναι αυθεντικό ποτέ δεν θα μας προδώσει.




«Χάρι Πότερ» επτά μυθιστορημάτα φαντασίας από τη βρετανίδα συγγραφέα Τζ. Κ. Ρόουλινγκ.
 Από τον 19ο αιώνα το παραμύθι γίνεται από λαϊκό ανάγνωσμα αστικό. Γίνεται εμπορικό. Το παραμύθι το διαβάζουμε μαζί με το παιδί. Το συζητάμε και μπορούμε να γνωρίσουμε το παιδί αλλά και τον εαυτό μας. Στο ρεαλιστικό παραμύθι όλα γίνονται γραφή. 




«Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» από τον Δανό ποιητή και συγγραφέα Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Η πηγή της ιστορίας ήταν μία ευρέως δημοφιλής ξυλογραφία του Δανού καλλιτέχνη Johan Thomas Lundbye που απεικονίζει ένα φτωχό παιδί να πουλάει σπίρτα και η οποία τυπώθηκε στο ημερολόγιο του 1843. Πολλές απεικονίσεις του έργου είχαν σταλεί στον Άντερσεν από τον εκδότη του ημερολογίου, ζητώντας του να γράψει μία ιστορία γύρω από αυτό.

Μία άλλη πηγή έμπνευσης θα μπορούσε να είναι το ταξίδι του Άντερσεν στην Μπρατισλάβα (σλοβακικά: Bratislava), το 1841, όπου έγινε μάρτυρας του τρόπου με τον οποίο η πόλη Ντέβιν (σλοβ.: Devín) κάηκε και οι γυναίκες έψαχναν για τα χαμένα τους παιδιά.
Όταν δεν έχεις όνομα στην ουσία δεν υπάρχεις. Όπως τα παιδιά είναι σκιές. Θίγονται ζητήματα όπως η παιδική εργασία, η κακοποίηση. Σήμερα, υπάρχουν θέματα τέτοια όπως η ζητιανιά εξαιτίας της κρίσης. 



Μπορείς να με αγαπάς;


Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Οι μουσικοί της Βρέμης (των αδελφών Grimm)


Ένας μυλωνάς είχε έναν γάιδαρο που για πολλά χρόνια κουβαλούσε σακιά στον μύλο. Οι δυνάμεις του γαϊδάρου άρχισαν όμως να τον εγκαταλείπουν και δυσκολευόταν ολοένα και περισσότερο στη δουλειά. Έτσι ο ιδιοκτήτης του γαϊδάρου σκεφτόταν να του σταματήσει το φαγητό. Ο γάιδαρος καταλάβαινε ότι μέλλον του δεν θα ήταν ευχάριστο στον μύλο και μια μέρα έφυγε και ξεκίνησε να πάει στη Βρέμη. Στη Βρέμη σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να γίνει μουσικός.
Αφού περπάτησε λίγη ώρα βρήκε στο δρόμο ξαπλωμένο ένα κυνηγόσκυλο να βαριανασαίνει.  «Τι έπαθες και ξεφυσάς ρε ιχνυλάτη;» τον ρώτησε ο γάιδαρος. «Τι να σου λέω» απαντά ο σκύλος «κάθε μέρα που περνάει γίνομαι και πιο αδύναμος.



Έχω χάσει τις ικανότητες μου και δεν μπορώ πια να κυνηγήσω, έτσι το αφεντικό μου προσπάθησε να με σκοτώσει! Το έβαλα στα πόδια και την γλίτωσα προς το παρόν, αλλά τώρα με ποιον τρόπο θα μπορέσω να βγάλω το ψωμί μου;» «Λοιπόν» του απαντάει ο γάιδαρος «πηγαίνω στη Βρέμη για να γίνω μουσικός, αν θέλεις έλα μαζί μου. Εγώ θα παίζω λαούτο και εσύ θα μάθεις να παίζεις τύμπανα.» Ο σκύλος συμφώνησε και έτσι προχωρήσανε μαζί.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και συναντήσανε μια γάτα που έδειχνε απελπισμένη. «Τι έπαθες και είσαι άκεφος ρε μουστακοκαθαριστή;» ρωτάει ο γάιδαρος. «Που να τα βρω τα κέφια όταν μόλις γλίτωσα τη ζωή μου” απαντάει ο γάτος. «Τώρα που μεγάλωσα και τα δόντια μου σταμάτησαν να κόβουν, προτιμώ να κάθομαι πίσω από την σόμπα και να ζεσταίνομαι παρά να κυνηγάω ποντίκια. Έτσι η κυρά μου θέλησε να με πνίξει. Κατάφερα βέβαια να ξεφύγω αλλά τώρα δεν ξέρω τι να κάνω». «Έλα μαζί μας στη Βρέμη» απάντησε ο γάιδαρος «εσύ ξέρεις να νιαουρίζεις όλη νύχτα οπότε θα γίνεις μια χαρά μουσικός.» Ο γάτος θεώρησε ότι είναι καλή η πρόταση και έτσι τους ακολούθησε.  Μετά από αυτό οι τρεις τους πέρασαν από έξω από ένα αγρόκτημα. Στην πύλη του αγροκτήματος καθόταν ένας πετεινός και φώναζε όσο μπορούσε. «Τι φωνάζεις με τόση ένταση ρε κοκκινολαίμη» ρώτησε ο γάιδαρος «ποιος είναι ο σκοπός σου;» «Αύριο που είναι Κυριακή η κυρά μας περιμένει κόσμο και έτσι άκουσα που είπε στην μαγείρισσα να μου κόψει το κεφάλι και να με βάλει στη σούπα. Οπότε φωνάζω με όλες μου τις δυνάμεις όσο μπορώ ακόμη». «Αμάν μη κάνεις έτσι» απαντάει ο γάιδαρος «ακολούθησε μας που πηγαίνουμε στη Βρέμη. Κάτι καλύτερο από τον θάνατο μπορείς να βρεις παντού. Αλλά έχεις ωραία φωνή και αν παίξουμε όλοι μαζί μουσική θα μπορέσουμε να συνδυαστούμε πολύ όμορφα». Η πρόταση άρεσε στον πετεινό και έτσι έφυγαν όλοι μαζί.



Δεν μπόρεσαν να φτάσουν στη Βρέμη σε μία μόνο μέρα και το βραδάκι φτάσανε σε ένα δάσος όπου ήθελαν να διανυκτερεύσουν. Ο γάιδαρος και ο σκύλος ξάπλωσαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, ενώ η γάτα και ο πετεινός ανέβηκαν στα κλαδιά. Ο πετεινός πέταξε μέχρι την κορυφή όπου θα ήταν ασφαλέστερα για αυτόν. Πριν κοιμηθεί κοίταξε και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και του φάνηκε ότι είδε να ανάβει ένα φως. Αμέσως ενημέρωσε τους υπόλοιπους και τους είπε ότι κοντά τους θα πρέπει να υπάρχει κάποιο σπίτι αφού βλέπει να ανάβει φως. Ο γάιδαρος απάντησε: «Να ξεκινήσουμε να πάμε γιατί εδώ η διανυκτέρευση είναι επικίνδυνη.» Ο σκύλος είπε ότι μερικά κόκαλα με λίγο κρεατάκι θα ήταν ότι έπρεπε. Έτσι ξεκίνησαν προς την περιοχή όπου ήταν το φως και σύντομα είδαν το φως να λάμπει ολοένα και πιο έντονα μέχρι που έφτασαν σε ένα φωτισμένο λημέρι λιστών.
Ο γάιδαρος που ήταν ο μεγαλύτερος, πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε να δει τι γινόταν μέσα. 



«Τι βλέπεις Ψαρή;» ρώτησε ο πετεινός. «Τι να βλέπω;» απάντησε ο γάιδαρος «ένα τραπέζι στρωμένο με κάθε λογής φαγητό και ποτό, και οι ληστές κάθονται και καλοπερνάνε.» «Μια χαρά θα ήτανε για μας» είπε ο πετεινός. «Ναι, ναι, μακάρι να ήμασταν και εμείς εκεί» είπε ο γάιδαρος.» Τότε οι τέσσερις φίλοι συσκέφτηκαν για το πώς θα μπορούσαν να διώξουν τους ληστές. Τελικά βρήκαν τη λύση. Ο γάιδαρος στάθηκε με τα μπροστινά του πόδια στο περβάζι του παραθύρου, ο σκύλος πήδηξε στην πλάτη του γάιδαρου, η γάτα ανέβηκε στην πλάτη του σκύλου και τέλος ο πετεινός πέταξε και ανέβηκε στο κεφάλι της γάτας.
Αφού ανέβηκε ο ένας πάω στον άλλον άρχισαν συγχρονισμένα να «παίζουν» την μουσική τους: ο γάιδαρος γκάριζε, ο σκύλος γαύγιζε, η γάτα νιαούριζε και ο πετεινός λαλούσε. Στη συνέχεια όρμισαν μέσα από το κλειστό παράθυρο σπάζοντας το τζάμι δημιουργώντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο από τα σπασμένα κρύσταλλα. Οι ληστές τρόμαξαν από τους θορύβους και θεώρησαν ότι στο λιμέρι τους μπήκε κάποιο φάντασμα. Έτσι το έσκασαν από τον φόβο τους και πήγαν να κρυφτούν στο δάσος. 



Μετά από αυτό οι τέσσερις σύντροφοι κάθισαν στο τραπέζι και έφαγαν με τόση λαιμαργία σαν να είχανε μείνει νηστικοί εδώ και ένα μήνα.
Όταν τελείωσαν με το φαγητό, έσβησαν τα φώτα και έψαξαν να βρούνε ένα μέρος για να κοιμηθούν, ανάλογα με τις ανάγκες και την φύση του καθενός τους. Ο γάιδαρος κοιμήθηκε στον στάβλο, ο σκύλος πίσω από την πόρτα, η γάτα πάνω στη εστία της φωτιάς δίπλα από τις στάχτες και ο πετεινός σε ένα δοκάρι της σκεπής. Καθώς ήταν όλοι τους πολύ κουρασμένοι αποκοιμήθηκαν σχεδόν αμέσως.
Όταν πέρασαν τα μεσάνυχτα και οι ληστές είδαν από μακριά ότι δεν υπήρχε πια κανένα φως και ότι όλα ήταν ήσυχα αποφάσισαν να ξανάπανε στο λημέρι τους. «Δεν θα έπρεπε να το  βάλουμε έτσι στα πόδια» είπε ο αρχηγός τους και έστειλε έναν από τους άνδρες του να πάει και να ερευνήσει την κατάσταση. Ο απεσταλμένος τα βρήκε όλα ήσυχα και πήγε στην κουζίνα για να ανάψει ένα φως. Τα μάτια της γάτας γυάλιζαν και καθώς ήταν δίπλα από τις στάχτες, ο ληστής νόμισε ότι ήταν κάρβουνα τα οποία ήταν ακόμη μισο-αναμμένα. Έτσι πήρε ένα δαδί και πλησίασε ώστε να ανάψει από τα κάρβουνα. Όμως η γάτα δεν δίστασε καθόλου: πετάχτηκε στο πρόσωπο του ληστή και τον γρατσούνισε. Ο ληστής δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, τρόμαξε και έτρεξε προς την πίσω πόρτα, αλλά ο σκύλος ο οποίος ήταν ξαπλωμένος πετάχτηκε και του δάγκωσε το πόδι. Μετά από αυτό ο ληστής βγήκε στην αυλή τρέχοντας αλλά με το που πέρασε από τον στάβλο του έριξε και μια γερή κλοτσιά ο γάιδαρος. Ο πετεινός που ξύπνησε από την φασαρία άρχισε να λαλεί από το δοκάρι «κικερικί!»
Μετά ο ληστής έτρεξε όσο μπορούσε και αφού επέστρεψε στον αρχηγό του, του ανέφερε: «στο σπίτι μένει μια τρομακτική γριά μάγισσα η οποία με άπαξε και μου γρατσούνισε το πρόσωπο με τα μακριά της δάχτυλα. Επίσης μπροστά από την πόρτα φιλάει ένας άντρας με ένα μαχαίρι που μου μαχαίρωσε το πόδι, ενώ στην αυλή είναι ένα μαύρο τέρας που με χτύπησε με ένα ξύλινο ρόπαλο! Τέλος πάνω στη σκεπή είναι ένα δικαστής που φώναζε: τον ληστή φέρτε μου τον ληστή.» 



Από τότε δεν ξανατόλμησαν οι ληστές να επιστρέψουν στο λημέρι τους και έτσι οι τέσσερις μουσικοί της Βρέμης συνέχισαν να μένουν εκεί.


Οι εικόνες του παραμυθιού πάρθηκαν από το Goethezeitportal.

Κοκκινοσκουφίτσα (των αδελφών Grimm)



Ήταν κάποτε ένα μικρό, γλυκό κοριτσάκι που και μόνο που το έβλεπες, έφτανε για να το αγαπήσεις. Περισσότερο από όλους αγαπούσε το κοριτσάκι η γιαγιά του, που συνεχώς έκανε δώρα στην μικρή της εγγονή.. Μια μέρα της χάρισε ένα σκούφο από κόκκινο ύφασμα. Τόσο πολύ άρεσε στο κορίτσι ο κόκκινος σκούφος που δεν ήθελε ποτέ πια να τον αποχωριστεί. Έτσι όλοι την αποκαλούσαν «η κοκκινοσκουφίτσα».

Μια μέρα η μητέρα της λέει: «Κοκκινοσκουφίτσα, πάρε ένα κομμάτι γλυκό και ένα μπουκάλι κρασί και πήγαινέ τα στη γιαγιά σου για να δυναμώσει που είναι άρρωστη και αδύναμη. Φρόντισε όμως να είσαι φρόνιμη και μη ξεχάσεις να της δώσεις πολλά χαιρετίσματα. Να πηγαίνεις προσεκτικά στο δρόμο και να προσέχεις, γιατί αλλιώς θα πέσεις και θα σπάσεις τα πράγματα και δεν θα μείνει τίποτε για την γιαγιά σου».

«Εντάξει θα κάνω ότι μου είπες» υποσχέθηκε η κοκκινοσκουφίτσα. Η γιαγιά ζούσε στο δάσος μισή ώρα μακριά από το χωριό. Καθώς λοιπόν μπήκε στο δάσος την συνάντησε ο λύκος. Η κοκκινοσκουφίτσα όμως δεν ήξερε ότι ο λύκος είναι κακό ζώο και έτσι δεν τον φοβήθηκε.
-Καλημέρα κοκκινοσκουφίτσα. Είπε ο λύκος
-Ευχαριστώ λύκε. Απάντησε το κοριτσάκι
-Για πού το έβαλες πρωί-πρωί;
-Πηγαίνω στη γιαγιά.
-Και τι κουβαλάς στη ποδιά σου;
-Γλυκό και κρασί για την άρρωστη γιαγιά μου. Εχθές φτιάξαμε το γλυκό για να το φάει η γιαγιά και να δυναμώσει.
-Κοκκινοσκουφίτσα που μένει η γιαγιά σου;
-Μέσα στο δάσος, γύρω στο ένα τέταρτο απόσταση από εδώ που βρισκόμαστε. Το σπίτι της είναι κάτω από τρεις βελανιδιές μέσα στα φυστικόδεντρα. Θα πρέπει να το ξέρεις.
Ο λύκος σκέφτηκε ότι η κοκκινοσκουφίτσα θα ήταν ένας καταπληκτικός μεζές και αναρωτιόταν τι θα έπρεπε να κάνει ώστε να τον αποκτήσει. Για λίγο ακόμη περπάτησε στο πλάι της κοκκινοσκουφίτσας και μετά άρχισε να της λέει: «Κοκκινοσκουφίτσα, κοίταξε τι ωραία λουλούδια που υπάρχουν στο δάσος. Μα γιατί δεν τα κοιτάς. Έχω την εντύπωση ότι ούτε καν ακούς το όμορφο κελάηδημα των πουλιών! Εσύ περπατάς σαν να είσαι στο δρόμο για το σχολείο, ενώ είναι τόσο όμορφα στο δάσος».
Η κοκκινοσκουφίτσα σήκωσε τότε τα μάτια της και είδε τις αχτίδες του ήλιου να περνάνε ανάμεσα στα δέντρα. Το δάσος ήταν γεμάτο λουλούδια και έτσι είπε να φτιάξει μια ανθοδέσμη για τη γιαγιά. «Ακόμη νωρίς είναι» σκέφτηκε «έχω αρκετή ώρα για να φτάσω έγκαιρα στη γιαγιά». Έτσι μπήκε χορεύοντας στο δάσος και άρχισε να διαλέγει λουλούδια. Μόλις μάζευε ένα λουλούδι αμέσως έβρισκε ένα άλλο ομορφότερο και η κοκκινοσκουφίτσα ξεμάκραινε ολοένα και περισσότερο από τον δρόμο της και έμπαινε βαθύτερα στο δάσος.