Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Γιώργος Λίλλης "Τι θα έλεγα σ΄ έναν νέο ποιητή"


Ο Γιώργος Λίλλης γράφει για το cantus firmus με αφορμή το βιβλίο του
"Μικρή Διαθήκη" 



Δεν θα μπορούσα να σε συμβουλέψω, για το απλό λόγο ότι ακόμα μαθαίνω. Παρέμεινε μαθητής σε όλη σου την ζωή, ίσως μόνο αυτό. Γράψε, σκίσε, ξαναγράψε και σκίσε ξανά. Η ποίηση βρίσκεται παντού, αλλά να την εγκλωβίσεις σ΄ ένα στίχο θέλει μεγάλη μαεστρία. Μπορείς φυσικά να μείνεις στο πρώτο επίπεδο, χωρίς να γράψεις ποτέ, αλλά να ζεις ποιητικά, που το θεωρώ πιο σπουδαίο. Αλλά αν μέσα σου νιώθεις την ανάγκη να γράψεις, έ τότε, χρειάζεσαι εφόδια έτσι ώστε να κάνεις το αόριστο συγκεκριμένο, το ασυνείδητο συνειδητό. Που σημαίνει να καλλιεργήσεις την ταπεινότητα, έτσι ώστε να αναγνωρίζεις ξεκάθαρα τις δυνατότητές σου. Και υπομονή. Η ποίηση είναι μια επίπονη προσπάθεια να εξορύξεις από μέσα σου πολύτιμους λίθους. Όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα σ΄ ένα ορυχείο, όπου πρέπει να πεταχτούν τόνοι χώματος για μερικά μόνο γραμμάρια χρυσάφι. Χωρίς υπομονή, χωρίς στωικότητα, δεν θα καταφέρεις να λαξεύσεις τα όνειρά σου. Και η ποίηση είναι ένα βαθιά κρυμμένο υλικό ονείρου. Θυμάμαι όταν έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα. Νόμιζα πως ήμουν ένας μικρός θεός. Ένιωθα την ματιά μου να εισβάλει στην πραγματικότητα και να την ανατρέπει. Ήμουν 19 χρονών τότε, αφελής, αθώος, μπορούσα ακόμα να κλάψω για ένα λουλούδι που το πάτησαν οι μπότες κάποιου πεζοπόρου. Όταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο, το κρατούσα στα χέρια μου για ώρες, θαυμάζοντας το, λες και είχα στην κατοχή μου κάτι το ιερό. Τα χρόνια πέρασαν, συνήθισα πλέον να βλέπω το όνομά μου τυπωμένο στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, αλλά εκείνη η πρώτη αίσθηση που είχα, φανερώνει την αγάπη και το πάθος ενός νέου, που βλέπει επιτέλους τα ποιήματά του τυπωμένα. Μπορώ να σε καταλάβω πως θα νιώσεις την πρώτη φορά. Συναισθηματικά μόνο προστρέχω πια σε εκείνα τα πρωτόλεια. Τώρα, που είμαι πιο συνειδητοποιημένος, λέω πως βιάστηκα τότε. Κι ότι τυπώθηκε, τυπώθηκε. Αλλά με έχω συγχωρέσει, αν και εκείνα τα πρώτα δυο μου βιβλία, τα κοιτάζω ακόμα με δυσπιστία. Μα γιατί; Για τον απλούστατο λόγο, ότι έχει μεσολαβήσει ο χρόνος που είναι ο μεγάλος καθρέφτης κάθε καλλιτέχνη. Και στον καθρέφτη αυτό δεν μπορείς να κρυφτείς για πολύ καιρό. Τότε δεν είχα ούτε υπομονή, ούτε ταπεινότητα. Έλεγα μέσα μου πως χωρίς τα ποιήματά μου ο κόσμος θα ήταν λειψός. Πως οι άνθρωποι έπρεπε να με δοξάσουν, να με υμνήσουν, να πουν πως γεννήθηκε Ποιητής. Όσο για την υπομονή, άγνωστη λέξη. Τα έγραψα και χωρίς να ξέρω τις λεπτομέρειες αυτής της τόσο σχολαστικής τέχνης, εθελοτυφλώντας πως ήμουν ήδη μάστορας άξιος να παρασημοφορηθώ στην ιστορία της λογοτεχνίας ως εκπρόσωπος της νέας γενιάς ποιητών. Όλο αυτό το σχέδιο κατέρρευσε με τον καιρό και βρέθηκα εκτεθειμένος μπροστά στην ίδια μου την αφέλεια. Ευτυχώς λίγοι τελικά με διάβασαν, κανένας δεν με βράβευσε, κι έτσι κάθισα απογοητευμένος ομολογώ να συλλογιστώ τον πραγματικό ρόλο του ποιητή. Γιατί αν ήθελα να δοξαστώ, είχα πάρει εντελώς λάθος δρόμο. Ένας τραγουδιστής τρίτης κατηγορίας είχε περισσότερους ακροατές από έναν ποιητή που το βιβλίο του σκονίζονταν σε κάποιο ράφι βιβλιοπωλείου. Άρα τι ρόλο παίζει η ποίηση στην ζωή σου; αναρωτήθηκα. Η προβολή; Ήταν κάτι που έλπιζα, αλλά διαπίστωσα πως αυτό δεν γινόταν να επιτευχθεί. Το να ονομάζεσαι ποιητής; Μα όποτε έλεγα ότι γράφω ποιήματα με κοιτούσαν οι περισσότεροι με στραβό μάτι, λες και ήμουν ή τρελός ή ηλίθιος. Άρα, κάτι άλλο ήταν, βαθύτερο, που ακόμα δεν γνώριζα, το οποίο με ωθούσε να γράφω. Τελικά το έμαθα με τον καιρό. Ήταν η ανάγκη. Ναι. Έγραφα από ανάγκη. Λειτουργούσα μέσα από την ποίηση, ήταν η διέξοδός μου, αναζητώντας την ταυτότητά μου. Ήταν η αγάπη για την λογοτεχνία, η πίστη σε ένα καλύτερο κόσμο. Δεν ήταν ούτε τα ίδια τα βιβλία, ούτε η δόξα, ούτε τα μπράβο. Αυτά ήταν πολύ επιφανειακά. Κι αν έμενα μόνο σ΄ αυτό το πρώτο καθαρά εξωγενές επίπεδο, θα έχανα τελικά την ουσία του να είμαι ποιητής. Γιατί είμαι πλέον σίγουρος πως ακόμα και αν δεν με διαβάζει κανείς, αν στο μέλλον δεν θα εκδίδονται βιβλία μου και θα χαθώ στην λήθη, πράγμα που το θεωρώ γιατί όχι και δίκαιο, εγώ θα συνεχίσω με το ίδιο πάθος να περνάω στο χαρτί τις σκέψεις και τα αισθήματά μου, γιατί ξέρω, πως η ζωή είναι τόσο μικρή που δεν θα καταφέρω να με ανακαλύψω. Τουλάχιστον θα έχω προσπαθήσει. Γι΄ αυτό σου λέω πως η επιθυμία μου είναι η μάθηση. Κι αν αποτυγχάνω τις περισσότερες φορές, πάλι θα σηκώνομαι και θα συνεχίζω, γιατί ξέρω πως η ποίηση είναι το άπιαστο, το μεγάλο, το ουτοπικό, και πως ως θνητοί, πρέπει να αναγνωρίζουμε στους εαυτούς μας την μικρότητά μας για να καταφέρουμε έστω να φανταστούμε την έννοια του μεγάλου, του άπιαστου, του ουτοπικού.



Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Ένα χρόνο αργότερα με την οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Στην αρχή στην Αθήνα και μετά στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί και σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά ("Ποίηση", "Μανδραγόρας", "Δέντρο", "Ακτή", "Γραφή"). Επιμελείται ραδιοφωνικές εκπομπές στη Γερμανία στις οποίες παρουσιάζει Έλληνες ποιητές και μουσικούς (μεταξύ άλλων τους Νίκο Καββαδία, Νικόλα Άσιμο και Μίκη Θεοδωράκη). Έχει μεταφράσει στα ελληνικά Βισλάβα Σιμπόρσκα, Έριχ Φριντ, Λι Τάι Πε καθώς και Ινδιάνους ποιητές. "Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων" (εκδ. "Μανδραγόρας", 2001) πρόκειται σύντομα να εκδοθεί και στη Γερμανία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου