Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Γιώργος Παναγιωτίδης: «Για να παλέψω με τον λογοτεχνικό εγωισμό μου...»




αναδημοσίευση:http://lexitanil.nured.uowm.gr/?contentid=207


Κατερίνα Παπαδημητρίου
Συνάντησα τον μυθιστοριογράφο και ποιητή Γιώργο Παναγιωτίδη, παράλληλα συνεργάτη του ΠΜΣ Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του αντίστοιχου τμήματος του ΕΑΠ. Η αφορμή βεβαίως, τι άλλο; Η ίδια η δημιουργική γραφή, η οποία για τον ίδιο συνδέεται και μία ακόμα ιδιότητα η οποία μάλιστα προϋπήρξε και εξακολουθεί. Εκείνη του δασκάλου δημιουργικής γραφής μέσω Διαδικτύου. Σε μία εποχή όπου τα προσόντα δεν οδηγούν απαραίτητα σε οικονομική άνθηση, είναι άραγε η ανάγκη για καλλιέργεια της δημιουργικής έκφρασης ή η προσθήκη ενός ακόμα μεταπτυχιακού διπλώματος στο βιογραφικό, που οδηγεί όλο και περισσότερους στην απόφαση να αξιοποιήσουν το τυχόν ταλέντο τους στη γραφή; Είναι γεγονός όμως ότι ο Παναγιωτίδης, ως ακούραστος καλλιεργητής της τέχνης αυτής, αποφασίζει να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις και τις ικανότητές του, με αξιόλογα ομολογουμένως αποτελέσματα. Και ποια καλύτερη απόδειξη από τους ίδιους τους μαθητές του, αρκετοί από τους οποίους ξεχωρίζουν.

-Ξεκίνησες ως ποιητής. Πότε έγραψες το πρώτο σου ποίημα;
Όταν κάποιος σκαρώνει τα πρώτα του ποιήματα, ή στιχάκια καλύτερα, δεν ξέρω αν έχει συνείδηση του ότι είναι ή θέλει να είναι ποιητής. Στα δέκα μου χρόνια πήγα σ’ ένα μικρό μπακάλικο της εποχής εκείνης στη γειτονιά μου κι αγόρασα ένα τετράδιο έχοντας σκοπό να το γεμίσω με ποιήματα. Και το γέμισα. Ήταν μία εσωτερική παρόρμηση, σαν γραμμένη εξ αρχής στα κύτταρά μου.
-Ένιωσες την ανάγκη στα πρώτα σου ποιητικά σκιρτήματα να αντιγράψεις το ύφος κάποιου συγκεκριμένου ποιητή τον οποίον θαύμαζες;
Δεν υπάρχει λογοτέχνης  που να μην πατά, ασυνείδητα τουλάχιστο, πάνω στα χνάρια των προηγούμενων. Πιστεύω πως η ανθρωπότητα γράφει το συλλογικό της βιβλίο, όπου όλοι εμείς συμμετέχουμε παίρνοντας τη σκυτάλη ο ένας από τον άλλο. Σίγουρα λοιπόν μιμήθηκα τρόπους πολλών αλλά να αντιγράψω όχι, δεν θέλησα να αντιγράψω. Εξάλλου ποτέ δεν θαύμασα κανέναν λογοτέχνη. Τους ζήλεψα και τους ζηλεύω, αυτό ναι. Στα δώδεκά μου χρόνια διάλεξα το «Πρωινό άστρο» του Ρίτσου, το αγόρασα για την ανταλλαγή δώρων στο σχολείο, αλλά τελικά το κράτησα για τον εαυτό μου. Αυτό ήταν το πρώτο ποίημα που ζήλεψα.

-Η πρώτη σου ποιητική συλλογή ήταν η «Ρύνια». Η οποία ήταν και η πρώτη σου εκδοτική απόπειρα το 1985. Τι έχει αλλάξει από τότε;
Η «Ρύνια» γράφτηκε στα δεκαοχτώ με δεκαεννιά μου χρόνια. Τα rhynia είναι ένα αρχέγονο φυτό, από τα πρώτα που «τόλμησαν» αφήνοντας τις θάλασσες να δοκιμάσουν να ζήσουν στην ξηρά. Έτσι ένιωθα τότε. Ήταν η πρώτη μου τόλμη ν’ αφήσω την ασφάλεια της ιδιωτικής μου θάλασσας και να βγω στη δημόσια ξηρά. Από τότε βέβαια πέρασαν πολλά χρόνια. Τότε ήμουν βέβαιος πως έπρεπε να πολεμήσω με την άγνοιά μου. Τώρα πια γνωρίζω πως όσο ταξιδεύεις τόσο η άγνοιά σου μεγαλώνει. Δεν άλλαξε όμως ποτέ η αγάπη μου για τη λογοτεχνία. Είναι ισόβια ερωτική σχέση με τη γλώσσα.   

-Ακολούθησαν δύο ακόμα ποιητικές συλλογές και η επανέκδοση της «Ρύνια», «Τα δύο όλα» το 1996 και έξι χρόνια αργότερα το «Δι’ οδών» το 2002. Τι σημαίνει για σένα ο συγγραφικός χρόνος;
Όλα αυτά τα βιβλία είναι ποιητικές συνθέσεις και όχι ποιητικές συλλογές. Είναι υβριδικά κείμενα σε μορφή πρόζας, με κάποια αφηγηματικά στοιχεία αλλά και με έντονα τα χαρακτηριστικά του ρυθμού και της πύκνωσης. Τον δε συγγραφικό χρόνο δεν τον αντιλαμβάνομαι ως εκδοτικό χρόνο. Έχω εκδώσει δέκα βιβλία μέσα σε τριάντα χρόνια, κατά μέσον όρο ένα κάθε τρία χρόνια. Αλλά αυτό εμένα δεν μου λέει τίποτα... Συγγραφικός χρόνος θεωρώ πως είναι όλος ο άλλος χρόνος, εκείνος της συγγραφικής απομόνωσης και συγγραφής. Σ’ αυτόν τον χρόνο βρίσκεται η μαγεία, το υπερφυσικό ίσως, ενός άλλου κόσμου, στον οποίο βρίσκεται ο λογοτέχνης. Όταν η λογοτεχνία απαγάγει τον συγγραφέα κι εκείνος προσπαθεί γράφοντας να φέρει πίσω, στην πραγματικότητα, κάτι από τον τόπο της μυθοπλασίας ως αλήθεια, κάτι από την άγρια ομορφιά της σκέψης με τη μορφή των στίχων. Το αποτέλεσμα βέβαια αυτής της συγγραφικής ασκητικής είναι κάθε φορά ένα βιβλίο, αλλά το κάθε βιβλίο δεν είναι παρά μία διαθλασμένη αντανάκλαση της συγγραφικής εμπειρίας.

-Η σημαντικότερη στιγμή σου ως δημιουργός;
Η στιγμή της σύλληψης μίας ιδέας, η στιγμή που κάποια σκέψη με οδηγεί στο πληκτρολόγιό μου, είναι κάθε φορά σημαντική. Το βραβείο μυθιστορήματος βέβαια του Ερώτων και αοράτων από το «Διαβάζω» (τώρα πια «Αναγνώστης») που ήταν μία δικαίωση για το εγχείρημά μου να γράψω πεζό, αλλά με ποιητικά στοιχεία.

-Βραβείο για ένα μυθιστόρημα… Πόσο εύκολο είναι ο ποιητής να συνεργάζεται με τον πεζογράφο; Όταν μάλιστα συμβαίνει να συνυπάρχουν και οι δύο ιδιότητες στον ίδιο δημιουργό…
Θεωρώ πως αυτός που κατάγεται από την ποίηση μπορεί, έστω με περισσότερη δυσκολία, να επιχειρήσει να γράψει πεζό. Το αντίστροφο είναι μάλλον δυσκολότερο. Στην πραγματικότητα, μιλώντας για μένα πάντα, δεν απομακρύνομαι ποτέ από την ποίηση. Τα πεζά μου έχουν πάντα κάποια χαρακτηριστικά της ποίησης. Από την άλλη, θεωρώ πως η λογοτεχνία, όσο και αν την οργανώνουμε ειδολογικά, αισθητικά και αξιολογικά, δεν παύει να είναι μία και ενιαία. 

-Και ως δάσκαλος;
Θα αστειευτώ: Γεννήθηκα «καταδικασμένος» να είμαι δάσκαλος. Έχω διδάξει ανθρώπους από έξι έως εξήντα έξι χρόνων. Συγκινούμαι όταν κάποιοι μου λένε πως επέδρασα κάπως στη ζωή τους, στις επιλογές τους ή στις ιδέες τους, και ταυτόχρονα τρέμω στην ιδέα πως ίσως επέδρασα περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Ως διδάσκων, πάντως, με τους διδασκόμενους αναπτύσσω πάντα μία σχέση συγγενική και αυτό είναι ανεκτίμητο.

-Και οι σπουδές στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα, στο οποίο τώρα διδάσκεις ως συνεργάτης του Πανεπιστημίου;
Είμαι από πεποίθηση αντικομφορμιστής, ανοιχτός σε πειραματισμούς και σε νέες ιδέες. Για την Ελλάδα η Δημιουργική Γραφή ήταν τότε κάτι νέο. Πολλοί μάλιστα λογοτέχνες τη βλέπανε ‒και συνεχίζουν να τη βλέπουνε‒ με μεγάλη καχυποψία, γιατί ίσως δεν μπήκανε στον κόπο να μάθουνε τι ακριβώς είναι. Αποφάσισα να την ανακαλύψω ως εκπαιδευόμενος λογοτέχνης και όχι ως εκπαιδευτικός. Θυμάμαι τη φράση της Αγγέλας Καστρινάκη: «Τι δουλειά έχεις εσύ στη Δημιουργική Γραφή; Έχεις ήδη πάρει ένα βραβείο». Ακριβώς αυτή τη σκέψη θέλησα ν’ αντιστρατευτώ. Πήγα ως μαθητευόμενος και όχι ως «έτοιμος» ή «φτασμένος», πήγα για να μάθω και όχι για να δείξω πως ξέρω, πήγα για να παλέψω με τον λογοτεχνικό εγωισμό μου και, τελικά, οι σπουδές αυτές αποδείχτηκαν μία υπέροχα ωφέλιμη διαδικασία που συνέβαλε στην πορεία προς την ωριμότητα.

-Πώς προέκυψε η ανάγκη να ξεκινήσεις αρχικά τα μαθήματα Δημιουργικής Γραφής και μάλιστα διαδικτυακά;
Διδάσκοντας ανθρώπους που συνειδητά θέλουνε να γράψουν και που αγαπούν τη λογοτεχνία και ψάχνουν να βρούνε έναν τρόπο ν’ ασκηθούν, παρότι ζούνε μακριά από την Αθήνα, αυτό για μένα ήταν μία πρόκληση. Από αυτούς τους ανθρώπους θέλησα να μάθω κι εγώ, και μάλιστα έμαθα περισσότερα απ’ όσα ήλπιζα αρχικά. Τους χαίρομαι να φτάνουνε μέχρι την πρώτη έκδοσή τους και τους ευγνωμονώ για όσα μου έμαθαν κι εκείνοι στη διάρκεια της μαθητείας τους. Ειλικρινά, θα ήταν παράληψη να μην το αναφέρω, πως όλοι αυτοί οι ασκούμενοι αποδείχτηκαν για εμένα η λογοτεχνική εκείνη συντροφιά που αναζητάει κάθε λογοτέχνης και που δυστυχώς, αν εξαιρέσουμε τη Γενιά του ’30, δυστυχώς δεν τη βρίσκει στους ομότεχνούς τους. Οι λογοτέχνες της εποχής μας επιμένουν να είναι ένοικοι του ιδιωτικού οράματός.

-Αλήθεια, η συγγραφή διδάσκεται;
Ο δάσκαλος Δημιουργικής Γραφής προτείνει τα εργαλεία, δείχνει τους τρόπους, εμψυχώνει τους ασκούμενους και τους θέτει σε εγρήγορση την αναγνωστική τους ικανότητα. Αυτά ναι, διδάσκονται. Βέβαια σε καμία περίπτωση δεν διδάσκεται το ταλέντο. Η αισθητική καλλιεργείται ως ένα σημείο αλλά το ταλέντο πρέπει να το έχει κάποιος για να το καλλιεργήσει. Λέω στους ασκούμενους, όλοι μας μπορούμε να βρεθούμε σε ένα πολυκατάστημα με οικοδομικά υλικά και να περιδιαβούμε τους διαδρόμους του με τη μεγάλη ποικιλία αλλά πόσοι από εμάς μπορούμε τελικά να χτίσουμε ένα σπίτι με αυτά τα υλικά και πόσοι μπορούμε να χτίσουμε ένα ωραίο σπίτι; 

-Η γραφή ως συμβάν πόσο απαιτεί από εμάς την έκθεσή μας; Τι λες στους μαθητές σου γι’ αυτό;
Non scribit, cuius carmina nemo legit! Δεν γράφει αυτός που δεν διαβάζεται. Η γραφή έχει κοινωνική διάσταση. Αυτός που γράφει για τον εαυτό του δεν μας αφορά. Ο λογοτέχνης γράφει έχοντας πάντα στο μυαλό του τον «ιδανικό» αναγνώστη του. Δεν μπορώ λοιπόν να διανοηθώ πως υπάρχει έστω ένας λογοτέχνης  που να μπορεί να ισχυριστεί ότι κρατά στο «συρτάρι» του τα γραπτά του. Αυτός που θα ισχυριστεί κάτι τέτοιο, δεν είναι λογοτέχνης.

-Τι γνώμη έχεις για τη μικρή φόρμα;
Η μικρή φόρμα, το σύντομο διήγημα ή flash fiction πέρα από το συγγραφικό και αναγνωστικό ενδιαφέρον που έχει ως απαιτητικό είδος, θεωρώ ότι επειδή περικλείει αρετές τόσο του διηγήματος όσο και της ποίησης προσφέρεται ως είδος για την εξάσκηση στη γραφή και όταν λέω εξάσκηση δεν έχω στον νου μου μόνο τη Δημιουργική Γραφή αλλά και την τακτική εξάσκηση που οφείλει κάθε λογοτέχνης στην τέχνη του. Ακριβώς όπως το λέει ο Σεφέρης, όταν μας εκμυστηρεύεται πως κάτι γράφει κάθε μέρα, έστω ένα λίμερικ, καθώς ο ποιητής πρέπει να κρατά θερμή τη σχέση του με τη γραφή, με τον ίδιο τρόπο που ο πιανίστας «βαρά» τα πλήκτρα του πιάνου του καθημερινά. Το σύντομο διήγημα, αυτό που καλλιεργούσαν οι εφημερίδες μέχρι τα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα, έχει επανακάμψει βέβαια χάρη στη Δημιουργική Γραφή αλλά και χάρη στο διαδίκτυο όπου προσφέρεται για μία ανάγνωση που δεν απαιτεί παρά λίγα λεπτά από τον αναγνώστη – σέρφερ.

-Ξεχωρίζεις κάποιον από τους έλληνες διηγηματογράφους-πεζογράφους;
Όχι, δεν ξεχωρίζω κάποιον νεότερο, όπως θα ξεχώριζα τον Φραντς Κάφκα, τον Ουίλλιαμ Φώκνερ, την Βιρτζίνια Γουλφ, τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και τον δικό μας τον Νίκο Καζαντζάκη. Υπάρχουν πολλοί που γράφουν ωραία, που έχουν αρετές τα κείμενά τους, αλλά δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος που να ξεχωρίζει για το ύφος του, για τον τρόπο του, για τα θέματά του, κάποιος που να ζήλευα τη γραφή του όπως θα ζήλευα κι ένα ωραίο ποίημα. Η Ζυράννα Ζατέλη είναι βέβαια μία ιδιαίτερη περίπτωση, το «σύμπαν» των βιβλίων της αντικειμενικά είναι ξεχωριστό και η γλώσσα της έχει μία αναγνωρίσιμη ταυτότητα. Ναι, τη Ζατέλη την απολαμβάνω αναγνωστικά, αγαπώ τα βιβλία της αλλά δεν θα την ξεχώριζα με την έννοια του προτύπου ή της αναγνωστικής εμμονής.   

-Πιστεύεις ότι η εποχή μας έχει ν' αναδείξει κάποια πρωτοπορία στη φόρμα; Πόσο καθηλωμένοι βαδίζουμε;
Η εποχή μας ίσως είναι ένα όριο που διαρκώς μετατίθεται, που συνεχώς βρίσκουμε μπροστά μας, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον ορίζοντα. Τα πάντα έχουν ειπωθεί και όλοι οι τρόποι έχουν δοκιμαστεί. Στην εποχή μας τα πάντα είναι παρωδία όσων ήδη έχουν γραφτεί. Όριο όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση και τέλμα. Σίγουρα βαδίζουμε, προχωρούμε σε κάτι περισσότερο ανοιχτό, σε κάτι που συνεχώς ανοίγεται εμπρός μας. Θεωρώ βέβαιο πως πολλά από τα ήδη ειπωμένα και γραμμένα θα ειπωθούν και θα γραφτούν στο μέλλον αισθητικά απρόσμενα τελειότερα, κατασκευαστικά αρτιότερα. Αυτή ίσως είναι μία πρωτοπορία του μέλλοντος που μας περιμένει. Οι σημερινοί λογοτέχνες είτε γνωρίζουν είτε έχουν την ευχέρεια να γνωρίσουν όποιον θέλουν από όλους τους προγενέστερους και επίσης έχουν στην υπηρεσία τους την τεχνολογία των υπολογιστών. Αυτό τους καθιστά προνομιούχους και γι’ αυτό ίσως και η εποχή μας θα έπρεπε να απαιτεί από αυτούς περισσότερα απ’ όσα απαίτησε στο παρελθόν από προηγούμενους.

-Είναι η μίμηση δρόμος;
Η μίμηση δεν είναι δρόμος. Είναι η μοναδική λεωφόρος. Είναι η αρχή και συνάμα ο τελικός ορίζοντας. Αθέλητά του ο λογοτέχνης αφομοιώνει και ανασυνθέτει υλικό των λογοτεχνικών προγόνων του και όχι μόνο αυτών. Θεωρώ πως η έκφραση του καθενός είναι ένα ψηφιδωτό του οποίου κάθε μικρή ψηφίδα αντιστοιχεί σε κάτι που ενέγραψε στη μνήμη του. Το νέο γεννιέται από το παλιό και η εξέλιξη της τέχνης προσομοιάζει κατά κάποιο τρόπο με το δαρβινικό μοντέλο εξέλιξης. Στο νέο μου μυθιστόρημα, φανερώνω αυτήν την πεποίθησή μου εντάσσοντας υλικό από τον Όμηρο και τον Κορνάρο έως τον Σολωμό και τον Θεοτόκη, από την ελληνική Μυθολογία έως την Κβαντική Φυσική. Όμως εννοώ τη μίμηση ως μία ασυνείδητη λειτουργία που συνθέτει και θα πρέπει να την ξεχωρίσω από την αντιγραφή και την κλοπή.  

-Έχεις εκπονήσει ένα εξαιρετικό δοκίμιο για την παρωδία όπου επέλεξες να παρωδήσεις τον Σεφέρη, ποιητή που θεωρείται εκπρόσωπος μιας γενιάς με υψηλούς στόχους και ιδανικά και, θα λέγαμε, «στρατευμένα» ιδεώδη… Το θεωρείς τόλμημα; Υπάρχουν όρια στην παρωδία;
Η παρωδία βοήθησε να επανεξεταστεί η έννοια της μίμησης και ενώ η μίμηση είναι τεχνική της παρωδίας η παρωδία υπερβαίνει τη μίμηση επαναπροσδιορίζοντας τη λογοτεχνική γλώσσα. Ο Σεφέρης είναι ένα βαρύ όνομα της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Θεωρώ πως έως και σήμερα δεν υπήρξε κανείς που να τον ξεπέρασε. Οι επίγονοι ενός ποιητή και στοχαστή αυτού του διαμετρήματος περιστράφηκαν στο παρελθόν ή και συνεχίζουν να περιστρέφονται γύρω του, ετερόφωτοι και υποδεέστεροι. Η πρόκληση της παρώδησης του Σεφέρη περιείχε για εμένα τόσο την «οδύσσεια» της κατανόησης της ποίησής του, των κωδίκων της και της ιδιοσυστασίας της, όσο και την «οδύσσεια» της κατάκτησης του οπλοστασίου της τέχνης της παρωδίας. Ο ίδιος ο Σεφέρης λειτούργησε κόντρα στη σοβαρότητα του ποιητικού του έργου και στη νομπελική, παγκόσμια αποδοχή του. Ασκήθηκε στην παρωδία, στο limerick και στο pastiche, αγγίζοντας τα όρια της τεχνικής του. Τελικά παρωδώντας τον Σεφέρη, θεωρώ πως τον πλησίασα, τον κατανόησα και τον αγάπησα ανέλπιστα βαθιά. Από την άλλη, δεν θα μπορούσα να παραλείψω τη βεβαιότητά μου πως αν και το βιβλίο μου για την παρωδία και τον Σεφέρη δεν πέρασε απαρατήρητο και μάλιστα βρέθηκε και στη μικρή λίστα των βραβείων δοκιμίου του «Αναγνώστη», κανένας φορέας ή έντυπο, που θα επιχειρούσε κάποιο αφιέρωμα στον Σεφέρη, δεν θα τολμούσε να ζητήσει τη συνεργασία μου. Δεν παραβλέπω δηλαδή πως η παρωδία συνεχίζει να υποτιμάται από την κριτική και πως η άκρατη θεωρητικοποίηση την έχει παραμορφώσει  ως όρο και ως περιεχόμενο.

-Έχεις δηλώσει για την Elizabeth Bishop, το τελευταίο σου εκδοτικό εγχείρημα, σε μετάφραση δική σου, ότι απογειώνει την αφηγηματική ποίηση σε αντίθεση με τον δικό μας κρυπτικό μοντερνισμό. Τι εννοείς;
Την Bishop τη θαύμασα ως αναγνώστης και τη ζήλεψα ως ποιητής πέφτοντας τυχαία πάνω της, στο διαδίκτυο, διαβάζοντας ποίησή της στο www.poetryfoundation.org. Με μεγάλη ικανοποίηση διαπίστωσα πως το κριτήριό μου συνέπιπτε με εκείνο της κριτικής στις Η.Π.Α. όπου η Bishop κατέχει περίοπτη θέση. Στην πορεία της σχέσης που ανέπτυσσα με το ποιητικό της έργο, διαπίστωσα πως δεν είναι γνωστή στην Ελλάδα όπως είναι για παράδειγμα η Dickinson ή η Plath και αποφάσισα να μεταφράσω κάποια ποιήματά της. Ο φίλος ποιητής και εκδότης Βασίλης Ρούβαλης ήταν αυτός που με παρακίνησε να ασχοληθώ ακόμη πιο σοβαρά και να ετοιμάσω μία πληρέστερη ανθολόγηση του έργου της μαζί με ένα επίμετρο. Θα επαναλάβω μόνο λίγες αράδες από το κείμενο που έγραψα για το οπισθόφυλλο της έκδοσης: Κάθε ποίημά της αρχινά όπως ξημερώνει μία όμορφη ημέρα και στο τέλος του δεν έχεις παρά να προσδοκάς τη μεταφυσική της νύχτας. Η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ είναι η «χελώνα», όπως την θέλει η κριτική, της αμερικανικής ποίησης που αργά και σταθερά έλαβε εξέχουσα θέση με το εμβληματικό της έργο. Η ιδιαζόντως εικαστική οπτική της για τον κόσμο και τα πράγματα και η απαράμιλλη σκέψη της έχουν καταστήσει το έργο της μνημείο της ανθρώπινης σκέψης.  

-Ετοιμάζεις μια νέα εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα, και μάλιστα μ’ ένα νέο μυθιστόρημα με τον ιδιαίτερο τίτλο «Ίσος Ιησούς»… Πώς το περιγράφεις;
Το «Ίσος Ιησούς» είναι ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα. Βρέθηκε κάτω από τους ακαδημαϊκούς προβολείς. Είναι το πρώτο μυθιστόρημα – διατριβή ή η πρώτη διατριβή που ανατέθηκε στην Ελλάδα και ουσιαστικά παρακολούθησε, κατέγραψε και σχολίασε τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος ταυτόχρονα με τη συγγραφή του. Το «Ίσος Ιησούς» γράφτηκε υπό το βάρος υψηλών απαιτήσεων αλλά και υπό το βάρος του βραβείου του «Ερώτων και αοράτων». Αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα. Το βασικό ζήτημα το οποίο θέτει το μυθιστόρημα είναι το μέλλον του ανθρώπου και ειδικότερα η αθανασία της συνείδησής του, μέσα στη νέα εποχή που οριοθετεί και προσδιορίζει η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας. Ο Αίμων, πρόεδρος ενός τεράστιου ομίλου τεχνολογικών εταιρειών, πασχίζει να βρει τον τρόπο που θα του επιτρέψει να διατηρήσει ζωντανές τις λειτουργίες του εγκεφάλου του, ειδικά τη μνήμη, στο διηνεκές. Στην προσπάθειά του αυτή συμπαρασύρει ή συμπαρασύρεται από τη γυναίκα του Αντιγόνη. Οι επιλογές του Αίμονα καθορίζουν την τύχη του γιου του Φοίβου και του εγγονού του Ίσου. Αυτό το οποίο τελικά επιτυγχάνει, είναι αυτό που επεδίωκε; Το κείμενο αφήνει το ερώτημα να απαντηθεί από τους αναγνώστες. Το «Ίσος Ιησούς» χρωστά πολλά σε δύο ανθρώπους που πίστεψαν σε μένα και με στήριξαν και που στάθηκα τυχερός να βρεθούνε στον δρόμο μου. Στον Σάμη Γαβριηλίδη, τον εκδότη μου, και στον Τριαντάφυλλο Κωτόπουλο, φίλο, μέντορα και επόπτη της διατριβής μου «Λογοτεχνική θεωρία και συγγραφική πρακτική, Ίσος Ιησούς, Μυθιστόρημα σαν διατριβή».

-Πες μου μια φράση με την οποία θα απελευθέρωνες έναν μέλλοντα συγγραφέα ή ποιητή, πριν τον παραδώσεις στα χέρια του κοινού και των κριτικών.
Πίστεψε στο όνειρό σου με όλη την καρδιά σου, μην κουραστείς να το υπηρετείς και μην το προδώσεις ποτέ. Και τότε, αργά ή γρήγορα, θα σε βρούνε και οι αναγνώστες και η κριτική.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου